Σάββατο, 4 Απριλίου 2020

Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του (2010)




Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του είναι η ταινία του Απιτσατπόνγκ Ουερεσεθάκουλ -από εδώ και στο εξής θα αναφέρεται απλώς ως ο σκηνοθέτης, για ευνόητους λόγους- που όταν κυκλοφόρησε, δέκα χρόνια πριν, με έλκυε και με απωθούσε ταυτόχρονα, συναίσθημα όχι συχνό η αλήθεια είναι, και κάπως έτσι ο καιρός πέρασε και δεν είδα ποτέ αυτή την ταινία, που όπως ήταν μάλλον αναμενόμενο, δίχασε κοινό και κριτικούς, αν και περισσότερο το κοινό, καθώς η κριτική, ακολουθώντας την επιτροπή των Καννών, επαίνεσε κατά κύριο λόγο την ταινία του Ταϊλανδού σκηνοθέτη. Για κάποιο ανεξιχνίαστο λόγο τον τελευταίο καιρό ολοένα και πιο συχνά σκεφτόμουν την ταινία αυτή, αλλά εκείνη η παλιά αμφιθυμία μου δεν έλεγε να με αφήσει. Ώσπου είδα δυο τρεις υπερτιμημένες ταινίες στη σειρά και θύμωσα, που έβλεπα ταινίες για τις οποίες εξαρχής ήξερα πως είχαν δεδομένα όρια, ταινίες που δύσκολα θα έπαιρναν πάνω από επτά στην καλύτερη των περιπτώσεων, αν και δύσκολα κάτω από πέντε, ταινίες μικρού ρίσκου και άρα μικρής απόδοσης. Έτσι, θυμωμένος καθώς ήμουν με την ατολμία μου, αποφάσισα να ρισκάρω περισσότερα, να κατεβάσω το κάτω πιθανό όριο στο ένα, σπρώχνοντας όμως και το αντίστοιχο πάνω στο δέκα. Κάπως έτσι είδα την ταινία αυτή.

Η υπόθεση της ταινίας συνοψίζεται επακριβώς στον τίτλο της. Ο θείος Μπούνμι, βαριά άρρωστος στο αγρόκτημά του στη ζούγκλα, δέχεται επισκέψεις από μέλη της οικογένειάς του, ανάμεσα στους οποίους και από τη νεκρή σύζυγό του και τον εξαφανισμένο γιο του. Υπόθεση απλή και κατά κάποιο τρόπο σχηματική, όχι σεναριακά, καθώς από την άποψη αυτή η ιστορία ολοκληρώνεται, αλλά από πλευράς συμβολισμών και μεταφορών, καθώς η ταινία διαθέτει και ιστορικοπολιτική διάσταση, με ευθείες αναφορές στην ταϊλανδέζικη πραγματικότητα. Πολιτικός και ποιητικός κινηματογράφος δηλαδή, στα πρότυπα σπουδαίων δημιουργών του σινεμά, όπως ο Αμπάς Κιαροστάμι για παράδειγμα. 

Περισσότερο από άλλες ταινίες, εδώ, που η ανοικείωση του θεατή είναι υψηλότατη καθώς ελάχιστα πράγματα γνωρίζει τόσο για το τοπικό κινηματογραφικό γίγνεσθαι, όσο και για τη γενικότερη κουλτούρα, φαντάζει αναγκαία μια σύμβαση ανοχής και αποδοχής. Σύμβαση που δίνει την ευκαιρία να αντικρίσουμε κάτι μακρινό, και να μη βιαστούμε να το κρίνουμε με όρους από τη δική μας πραγματικότητα. Γιατί, αλλιώς, μάλλον δεν έχει και τόσο νόημα να περάσει κανείς δύο ώρες βλέποντας ταινίες όπως αυτή, με τέτοια πληθώρα που υπάρχει. Αυτό, βέβαια, σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει την a priori ανάδειξη της ταινίας σε αριστούργημα, αν και η εξωτικότητα πάντα κερδίζει πόντους στα φεστιβάλ.

Η μετενσάρκωση, ως πολιτισμικό και θρησκευτικό στοιχείο της ταϊλανδέζικης κουλτούρας, είναι ο βασικός άξονας περιστροφής της ταινίας, η μετάβαση από τη μια ζωή στην επόμενη, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αντιμετώπιση του κάθε έμβιου όντος και για τη γενικότερη στάση ζωής, αυτή η ανταμοιβή ή τιμωρία για την επόμενη ζωή. Η μετενσάρκωση, όμως, θα μπορούσε να έχει και ευρύτερες ερμηνείες, ιδωμένη υπό ένα πρίσμα διαφορετικό του θρησκευτικού. Βιολογικά μιλώντας, θα μπορούσε να αντιστοιχεί  στην εξέλιξη των ειδών, ενώ και η ιστορική εξέλιξη τι άλλο αποτελεί πέρα από μια διαρκή μετάβαση από μια μορφή σε κάποια άλλη; Έτσι, λοιπόν, η μετενσάρκωση ως πίστη αποτελεί μέρος ενός κόσμου που χάνεται, μιας Ταϊλάνδης που δυτικοποιείται, που αφήνει πίσω της ένα παρελθόν με φαντάσματα και έντονη πίστη στο μεταφυσικό, για να ακολουθήσει τον υπόλοιπό κόσμο, την πρόοδο. Γι' αυτή την Ταϊλάνδη θέλει να μιλήσει ο σκηνοθέτης μέσω των αναμνήσεων του θείου Μπούνμι, για την Ταϊλάνδη του χτες, των αγροτών και της ζούγκλας και για τη μετάβαση της σε ένα μοντέλο αστικό, δυτικό.

Στο τέλος της προβολής κάτι μου έλειπε για να χαρακτηρίσω τη ταινία αριστούργημα, αν και σοκαρίστηκα με το πόσο γρήγορα πέρασε ο χρόνος παρακολουθώντας την. Κάτι μοιάζει να χάνεται στην απόσταση που με χωρίζει από τον εκεί κόσμο, στην πρόσληψη του σεναρίου, στην ενσυναίσθηση με τους ήρωες σε κάποιες σκηνές, ενσυναίσθηση απαραίτητη για να συγκινηθείς και όχι να γελάσεις με ένα σεναριακό εύρημα, υπερβολικά απλό, κινούμενο στην επικίνδυνη ζώνη του γελοίου, όπως η συνομιλία μιας πριγκίπισσας με ένα ψάρι. Αγάπησα τα παλαιομοδίτικα εφέ στο μοντάζ, τον παλιό τρόπο για να εμφανίσεις ένα φάντασμα στο πλάνο. Αναρωτιέμαι συχνά βλέποντας ταινίες όπως αυτή, σε τι ποσοστό οι ηθοποιοί είναι επαγγελματίες, είναι τόσο όμορφα παιδικό και αθώο το παίξιμό τους που κάνει ευδιάκριτη την υπερβολή στις καθ' ημάς ερμηνείες. 

Αρκετά πλάνα φυσικής ομορφιάς, με μέσα απλά, ικανά να μαγέψουν και να μεταφέρουν τον θεατή σε εκείνα τα μέρη, μικραίνοντας έτσι την απόσταση. Δύο είναι οι ατάκες που μου έμειναν, πρώτη εκείνη της νεκρής συζύγου που λέει στον Μπούνμι πως ο παράδεισος είναι υπερτιμημένος, καθώς τίποτα δεν υπάρχει εκεί. Αλλά και η απορία της Τζεν για το τι γυρεύουν στην Ταϊλάνδη τόσοι εργάτες χωρίς χαρτιά από το Λάος, που έφτασαν ως εκεί κολυμπώντας οι περισσότεροι. Γιατί ακόμα και στην Ταϊλάνδη μπορεί να μοιάζει πιο ευοίωνο το μέλλον για έναν εργάτη από το Λάος.

Ίσως να ήταν για καλό που δεν είδα τότε αυτή την ταινία, πάντως σίγουρα θα αναζητήσω και τις προηγούμενες αυτού του γλωσσοδέτη τύπου από την Ταϊλάνδη!
  

 

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2020

Απόσταση ασφαλείας - Samanta Schweblin




Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να μου συμβεί κι εμένα το ίδιο με την Κάρλα. Εγώ πάντα σκέφτομαι το χειρότερο ενδεχόμενο. Κι αυτή ακριβώς τη στιγμή υπολογίζω πόση ώρα θα μου πάρει να πεταχτώ έξω από το αυτοκίνητο και να φτάσω τρέχοντας μέχρι τη Νίνα αν εκείνη τρέξει ξαφνικά προς την πισίνα και πέσει μέσα. Το αποκαλώ "απόσταση ασφαλείας", έτσι αποκαλώ αυτή τη μεταβλητή απόσταση που με χωρίζει από την κόρη μου και περνώ τη μισή μου μέρα υπολογίζοντάς τη, αν και πάντα ρισκάρω περισσότερο απ' ό,τι θα έπρεπε.
Αυτή είναι η απόσταση ασφαλείας, το σημείο στο οποίο η Αμάντα νιώθει τη μικρότερη δυνατή ανασφάλεια, μια διαρκής διαδικασία επαναπροσδιορισμού, μια συνεχής αγωνία για την οξύτητα των αντανακλαστικών, μια στιγμιαία βεβαιότητα πως ό,τι και αν συμβεί στη Νίνα εκείνη θα προλάβει να αντιδράσει. Η Αμάντα μένει με τον άντρα της και την κόρη της στην πόλη. Τώρα βρίσκεται στο κρεβάτι μιας κλινικής, δεν θυμάται πώς και γιατί βρέθηκε εκεί. Δίπλα της βρίσκεται ο Νταβίντ ο οποίος και την παρακινεί να θυμηθεί, της ζητάει να διευκρινίσει κάποια σημεία και να καταλάβει κάποια άλλα. Η Αμάντα δυσκολεύεται, θυμάται πως πήγαν με την κόρη της μια εκδρομή σε ένα σπίτι στην ύπαιθρο, η Κάρλα είναι η ιδιοκτήτρια αυτού του σπιτιού, της αφηγείται την ιστορία της, πώς μια μέρα ο γιος της, ο Νταβίντ, ήπιε μολυσμένο νερό και πώς τον πήγε στο πράσινο σπίτι, εκεί όπου μια γυναίκα με μεταφυσικές δυνάμεις τον έσωσε, αν και ύστερα από εκείνη τη μέρα ο Νταβίντ δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.

Η Σβέμπλιν επιλέγει να διηγηθεί μια ιστορία μυστικών και εξομολογήσεων υπό ένα μεταφυσικό πρίσμα, αυτό είναι το εύρημά της θα λέγαμε, το στοιχείο το οποίο κάνει αυτή την αφήγηση ξεχωριστή. Το δωμάτιο της κλινικής, η αινιγματική παρουσία του Νταβίντ, η απόπειρα της Αμάντα να θυμηθεί, ν' ανασυνθέσει όσα την οδήγησαν ως εκεί, η γυναίκα στο πράσινο σπίτι, οι συμπτώσεις και οι παραλληλισμοί των δύο ιστοριών. Τέτοιου είδους ευρήματα "πρωτότυπης ιδέας" παρουσιάζουν συχνά διάφορα προβλήματα, καθώς η αρχική λάμψη σιγά σιγά ξεθωριάζει, την ώρα που ο συγγραφέας εγκλωβίζεται στο ίδιο του το εύρημα. Τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα όταν ο συγγραφέας αποπειράται να εξηγήσει την πρωτότυπη ιδέα του, ενώ το ναδίρ περιμένει συνήθως κάπου προς το τέλος της ιστορίας, στον τρόπο δηλαδή με τον οποίο θα δοκιμάσει να το κλείσει όλο αυτό. Κοινώς, στα ευρήματα "πρωτότυπης ιδέας", καλό είναι να μπορεί να οριστεί τι είναι εκείνο που δύναται να το μετατρέψει σε οργανικό συστατικό μιας ιστορίας που αξίζει να ειπωθεί, γιατί αλλιώς, αν το εύρημα είναι μεγαλύτερο της ιστορίας, υπάρχει πρόβλημα.

Η Σβέμπλιν δεν τα καταφέρνει άσχημα. Το μεταφυσικό στοιχείο αποτελεί όντως οργανικό συστατικό της αφήγησης, και για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται ούτε να το εξηγήσει ούτε να πείσει για την αληθοφάνειά του. Η Αμάντα ξυπνάει στο δωμάτιο μιας κλινικής και επιχειρεί να θυμηθεί τι συνέβη, αυτή είναι η σύμβαση που χρειάζεται ώστε γύρω της να περιστραφεί η ιστορία, χωρίς να ξενίζει ούτε η όποια αποσπασματικότητα ούτε και η συχνή έλλειψη αιτίου - αιτιατού. Το μεταφυσικό στοιχείο αποτελεί ένα αφηγηματικό εύρημα, τον τρόπο με τον οποία η συγγραφέας επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία της, να φέρει στην επιφάνεια μυστικά και αναμνήσεις, κάτι το οποίο δεν έχει να κάνει με την ιστορία ως έχει. Μια αφήγηση εξόχως ατμοσφαιρική. Ο σχεδόν ολοκληρωτικά μονόλογος της Αμάντα, που διακόπτεται ελάχιστες φορές από τον Νταβίντ, αποτελεί το καύχημα της συγγραφέως. Ο ρυθμός της αφήγησης, τα ξεσπάσματα και οι αποστασιοποιημένες περιγραφές, οι στιγμές που η Αμάντα παρασύρεται από την αφήγησή της, ξεχνάει πού βρίσκεται τώρα και για ποιον λόγο τα λέει όλα αυτά, ώσπου ξαφνικά θυμάται, συνειδητοποιεί, καθώς ο Νταβίντ επιχειρεί να την καθοδηγήσει, να την επαναφέρει στην ιστορία, να μην την αφήσει να παρασυρθεί σε κάποιο αδιάφορο μονοπάτι, όλα αυτά μαζί προκαλούν εναλλασσόμενα συναισθήματα στον αναγνώστη.

Ακόμα και στις πιο ρεαλιστικές στιγμές της αφήγησης, στη σκηνή για παράδειγμα που η Κάρλα κυνηγάει ένα άλογο που ξέφυγε από τον στάβλο, ο αναγνώστης δυσκολεύεται να εικονοποιήσει, ένα ρυζόχαρτο μοιάζει να παρεμβάλλεται στο ενδιάμεσο, και εκεί κρύβεται το αίσθημα αγωνίας που σύμφωνα με το New York Journal of Books κατατάσσει την Απόσταση ασφαλείας στην κατηγορία του θρίλερ. Αυτό το ανοίκειο σκηνικό είναι που τρομάζει περισσότερο τον αναγνώστη, γι' αυτό δεν είμαι σίγουρος για το κατά πόσο θα είναι πετυχημένη η μεταφορά του στην οθόνη, που βρίσκεται στο στάδιο του post production από το Netflix. Η συγκεκριμένη αφηγηματική επιλογή έχει βέβαια και τα μειονεκτήματά της, καθώς με δυσκολία γίνεται ορατή η περιβαλλοντική διάσταση της ιστορίας, η σχέση του ανθρώπου που ζει στην πόλη με τη φύση και η καταστροφή του περιβάλλοντος, παρότι ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας στηρίζεται σε αυτό.       

Αφήγηση στυλιζαρισμένη και στήσιμο αρκετά εγκεφαλικό που μοιάζει να πηγάζει από κάποιο μαθηματικό μοντέλο και ωστόσο προκαλεί μια συναισθηματική κορύφωση, η Απόσταση ασφαλείας καταφέρνει να διατηρήσει αναλλοίωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, σχεδόν του επιβάλλει τη μια κι έξω ανάγνωση, όχι μόνο εξαιτίας της αγωνίας για την έκβαση, αλλά και για τη δύναμη που έχει η αφήγηση της Αμάντα· όμως ο εντυπωσιασμός αποδεικνύεται κάπως επιφανειακός, η επίδρασή του γρήγορα υποχωρεί, και κάπου εκεί έρχεται το δύσκολο ερώτημα σχετικά με την πραγματική λογοτεχνική αξία του έργου. Κάτι που δεν αναρωτιέσαι για παράδειγμα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεκ, η οποία τα καταφέρνει περίφημα. Το μυθιστόρημα της Σβέμπλιν το απόλαυσα πραγματικά όσο το διάβαζα, την επόμενη μέρα όμως ξύπνησα με ανάμεικτα συναισθήματα, κάπως παρόμοια ένιωσα διαβάζοντας και τα: Εμείς τα θηρία - Justin Torres, Όσα δεν σου είπα ποτέ - Celeste Ng, Χέρια μικρά - Andrés Barba.


υ.γ Λίγα λόγια για τα βιβλία που αναφέρθηκαν μπορείτε να βρείτε: εδώ για το Εμείς τα θηρία, εδώ για το Όσα δεν σου είπα ποτέ, εδώ για τα Χέρια μικρά.
υ.γ2 Εννέα χρόνια πριν, σε μια εποχή χωρίς φωτογραφίες των βιβλίων, έγραφα εδώ για την Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεκ, βιβλίο που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Μετάφραση Έφη Γιαννοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη   

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2020

40 γράμματα πένθους - Μαριέλ Νικοδήμος




Με καίει να μάθω αν θέλεις να ξεχάσεις. Πέντε φύλλα χαρτί χρειάστηκα για να φτάσω ίσαμε εκεί, πέντε φύλλα για να σου γράψω με το μολύβι: θες να ξεχάσεις; Όχι να με ξεχάσεις, να ξεχάσεις... Να μπεις στην αρένα άγγελος και να βγεις κτήνος, από μια πόρτα κρυφή που θα σου ανοίξει ο δαίμων της ευδαιμονίας, βλέπεις δεν είναι τυχαίο δαίμων και ευδαίμων, εδώ αν μπορείς δάμασε τη σημειολογία, βάλε τα δυνατά σου να κουμαντάρεις δυο λέξεις μαζί όταν η μια μπαίνει βαθιά μέσα στην άλλη· εγώ κι εσύ, δηλαδή, για να σου δώσω ένα παράδειγμα βγαλμένο από την ανθρώπινη συνθήκη. 
Μετά τον χωρισμό, όταν το εμείς γίνει εγώ και εσύ, γίνεται διαμοιρασμός των ρόλων θύτη και θύματος, νικητή και νικημένου, γιατί καλή η θεωρία πως από έναν χωρισμό και τα δύο μέρη βγαίνουν πάντοτε χαμένα, όμως αυτό σχεδόν ποτέ δεν ισχύει, πάντα υπάρχει μια συναισθηματική ανισότητα, πάντα κάποιος από τους δυο λαχταρούσε πιο πολύ την έξοδο και την προετοίμαζε κρυφά από καιρό, πάντα κάποιος από τους δυο καταφέρνει ευκολότερα να βρει σεξουαλικό και συναισθηματικό βηματισμό. Και εκείνος ο άλλος δεν είναι εκεί απέναντι για να του απευθύνεις τον λόγο, να του πεις όσα σε ενοχλούν, να τον κατηγορήσεις για άλλα τόσα, να του πεις πως τον αγαπάς και ότι σου λείπει, και ας μην τον αντέχεις και ας μη θέλεις πια να τον βλέπεις μπροστά σου, δεν είναι εκεί απέναντι να του γκρινιάξεις για όλα αυτά που πάντοτε του γκρίνιαζες, για εκείνα τα μικρά καθημερινά προβλήματα, που δεν μπορούν να σταθούν στον έξω κόσμο, και που εκείνου του τα εκμυστηρευόσουν, γιατί ήξερες πως δεν θα σε θεωρήσει αφελή, όχι περισσότερο αφελή από ένα σ' αγαπάω, βρε χαζούλι. 

Από τις παλαιότερες μορφές λογοτεχνίας, η επιστολική λογοτεχνία αποτέλεσε ένα ξεκάθαρο πέρασμα από την προσωπική ζωή στην τέχνη, καθώς προηγήθηκαν τα προσωπικά γράμματα, γεμάτα πόνο, μίσος και απελπισία, και ύστερα έγιναν δημόσια, συνήθως μετά τον θάνατο ή για λόγους εκδίκησης και χλευασμού, ακολούθως επινοήθηκαν οι χαρακτήρες και οι λεπτομέρειες ενός βίου φανταστικού, τέθηκαν οι λογοτεχνικοί κανόνες. Μια από τις καλύτερες λογοτεχνικές κρυψώνες του προσωπικού, απόλυτα σύμφωνη με την ίδια τη σύμβαση του είδους, που αφήνει περιθώρια να περάσουν τα μηνύματα στον παραλήπτη, που δίνει τη δυνατότητα στο θύμα να πάρει τον λόγο τώρα που ο θύτης διέκοψε την επικοινωνία, να πει όσα δεν μπόρεσε ή πρόλαβε. Και υπό αυτό το πρίσμα αξιολογώ τόσο την υποσημείωση επιστολική κομεντί, που προκαταβάλλει τον αναγνώστη του βιβλίου 40 γράμματα πένθους, πως όλα είναι μια κωμωδία, ο πόνος και η οργή, έτσι μοιάζει να λέει, σημασία έχει εσύ να γελάσεις, μια φάρσα είναι όλα αυτά, μια ερωτική παρωδία, ένα δήθεν πένθος, μια ευφάνταστη επίθεση κλαυσίγελου, κάτι για να περάσει η ώρα, δυο επινοημένα πρόσωπα, καρικατούρες εραστών τοποθετημένα εδώ με την καρδιά τους ανοιχτή τροφή για χλεύη, μην το πάρετε όλο αυτό στα σοβαρά. Κάπως έτσι αξιολογώ και την χρήση ψευδωνύμου από την πλευρά του συντάκτη των επιστολών, του/της συγγραφέα. Και τα δύο αυτά ευρήματα λειτουργούν υπέροχα, υπονομεύοντας τον εαυτό τους, ενισχύοντας την αίσθηση του αναγνώστη πως και ο πόνος είναι μεγάλος, και πως τα πρόσωπα είναι αληθινά. Και βέβαια ο συμβολικός πένθιμος αριθμός σαράντα.

Η ίδια η φύση της επιστολικής λογοτεχνίας θέτει και τα όρια της, τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της, ειδικά στην περίπτωση που αφηγητής και συντάκτης ταυτίζονται στο ίδιο πρόσωπο. Και όχι μόνο γιατί δεν έχουν όλα τα γράμματα λογοτεχνική αξία, διάκριση η οποία ισχύει καθολικά στο τι ονομάζεται λογοτεχνία. Αλλά γιατί εδώ είναι ακόμα πιο επίκαιρο το ερώτημα του αναγνώστη: εμένα, γιατί με αφορά; Και σίγουρα ένα μέρος του κοινού της επιστολικής λογοτεχνίας διακατέχεται από το σύνδρομο του κοιτάγματος μέσα από την κλειδαρότρυπα, αλλά αυτό το κοινό επιζητά επίσης την γνησιότητα, την αδιαμεσολάβητη επαφή με τον μύχιο κόσμο κάποιου γνωστού προσώπου, κουτσομπολιό χωρίς φίλτρα. Δεν είναι λίγες οι φορές άλλωστε που οι επιστολές επισκιάζουν ακόμα και το ίδιο το έργο ενός λογοτέχνη, και εδώ ως παράδειγμα θα φέρω την αλληλογραφία Καρυωτάκη - Πολυδούρη. Και συνεχίζοντας τον συλλογισμό μου, διακρίνω δύο επιλογές για τον συγγραφέα επιστολικής αλληλογραφίας, και δη ερωτικής, από τη μία εκείνη των οικουμενικών μηνυμάτων και νοημάτων, από την άλλη εκείνη της συναισθηματικής αληθοφάνειας του συντάκτη. Βέλτιστη μοιάζει να είναι εκείνη που συνδυάζει τις δυο αυτές επιλογές επιτυχώς.

Αυτό η Νικοδήμος το πετυχαίνει. Και όχι μόνο υπονομεύοντας όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν αρκετό να κρατήσει το οικοδόμημα σε συνοχή. Επιλέγει την αφηγηματική αντίστιξη για να ανοίξει τον χαρακτήρα του συντάκτη, για να του δώσει πλάτος και ύψος, διαστάσεις ακόμα και αντικρουόμενες μεταξύ τους. Έτσι ο λόγος της είναι πότε αγοραίος και πότε ιντελεκτουέλ, πότε παλιακός και πότε μοντέρνος, αντίστιξη η οποία έρχεται σε αρμονία και με τη δεδομένη συναισθηματική αμφιθυμία της, που τη μισεί και την αγαπά, που θέλει το κακό και το καλό της, που θέλει να τη δει αλλά δεν θέλει κιόλας. Ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται καθένας το πένθος του είναι σίγουρα προσωπικός αλλά ακολουθεί κάποια στάδια, έχει μεγάλες διακυμάνσεις, από το ζενίθ στο ναδίρ και πάλι πίσω, ακόμα και το σώμα περνά στην εξάντληση μέσα σε μια στιγμή, ενώ ένιωθε ακμαιότατο και έτοιμο να αδράξει την καινούρια ζωή. Το γέλιο είναι πικρό. Η υπερβολή είναι πικρή. Το ανοίκειο είναι πικρό. 

Κάποιο καλοκαίρι στη Φολέγανδρο διάβασα το Μαύρο κουτί του Άμος Οζ. Οι επιστολές ενός ζευγαριού που είχε χωρίσει και έμεναν πια σε διαφορετικές χώρες. Ο πόνος που ένιωθα από τη λεκτική ένταση, η απορία για το πού πήγε η αγάπη που κάποτε ένιωσαν ο ένας για τον άλλον, αν ποτέ υπήρξε κάτι τέτοιο δηλαδή. Από τότε, αυτό αποτελεί για μένα το πρότυπο του επιστολικού μυθιστορήματος, ένα από τα πλέον σκληρά και στενάχωρα κείμενα που διάβασα ποτέ. Το επιστολικό μυθιστόρημα καθώς απευθύνεται σε έναν και μόνο αναγνώστη διαθέτει ακόμα μεγαλύτερη αμεσότητα από τη συνήθη πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Αυτό το διαρκές εσύ, το όχι και τόσο συχνό δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης, αναπόφευκτα εντείνει συναισθηματικά την ανάγνωση. Ενώ, εκτός από την ενοχή πως διαβάζεις κάτι που δεν θα έπρεπε, υποσυνείδητα δημιουργείται μια αίσθηση που θυμίζει ανάγνωση αστυνομικής λογοτεχνίας, καθώς επιχειρείς να δεις πώς οδηγηθήκαν τα πράγματα ως το έγκλημα, να ανακαλύψεις τι πήγε στραβά και το σχέδιο της αγάπης απέτυχε, ίσως και να αναζητήσεις τον ένοχο από τους δυο, γιατί αν υπάρχει ένοχος τότε όλα μοιάζουν πιο απλά, τότε ο φόβος πως από τη μια μέρα στην άλλη θα βιώσεις μια αντίστοιχη μεταμόρφωση θα κοπάσει κάπως.

Τα 40 γράμματα πένθους εκτός από επιστολικό είναι και queer μυθιστόρημα. Η Νικοδήμος απευθύνεται στην πρώην σύντροφό της. Η αγάπη και ο πόνος του χωρισμού δεν έχουν να κάνουν με τα φύλα και τον προσανατολισμό όμως, αλλά με τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες. Το μόνο που ίσως διαφοροποιεί την παρούσα συνθήκη είναι πως εκείνη είναι πια με αρσενικό σύντροφο, κάτι το οποίο δίνει μια διαφορετική οπτική γωνία στην εποχή μετά τον χωρισμό, αλλά μάλλον ως εκεί. Θυμήθηκα πόσο μου είχε αρέσει ένα άλλο queer ελληνικό μυθιστόρημα το Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα, της Άντζελας Δημητρακάκη, που το πρώτο μέρος του ήταν επίσης επιστολικό, ασχέτως αν εκείνες οι επιστολές της Κατίνας δεν παραδόθηκαν ποτέ. 

Η τεχνολογία που τόσο επηρεάζει την επικοινωνία των ανθρώπων, δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει ένα λογοτεχνικό είδος, όπως το επιστολικό, κάτι που αναδεικνύεται και στο παρόν μυθιστόρημα. Η αμεσότητα και η ευκολία της επικοινωνίας, ο ελάχιστος χρόνος που μεσολαβεί από τη σκέψη μέχρι την αποστολή, μεγαλώνει τις πιθανότητες να μετανιώσει κανείς και να είναι πλέον αργά, καθώς λίγα γράμματα πλέον γράφονται και τελικώς δεν στέλνονται, λίγα μηνύματα διαγράφονται, η ψευδαίσθηση της ψηφιακής εγγύτητας δυσχεραίνει ούτως ή άλλως την αποκοπή, έτσι όπως είναι οι ζωές όλων μας συνδεδεμένες πια, θύματα όλοι μας μιας καινούργιας μορφής γραφειοκρατίας.

Στην επιστολική λογοτεχνία βρίσκουμε συχνά πράγματα δικά μας, κάτι που καθιστά την απόλαυση αντίστροφη της ποιότητας. Όσο πιο δυνατό είναι το κείμενο τόσο λιγότερο απολαμβάνουμε συναισθηματικά την ανάγνωσή του, τόσο πιο μέσα σε αυτό νιώθουμε, τόσο το βλέπουμε ως προέκταση του δικού μας βιώματος, καθώς οι αντιστοιχίες σελίδα με τη σελίδα γίνονται ολοένα και πιο ορατές.

Εκδόσεις Εξάντας                

Σάββατο, 28 Μαρτίου 2020

Russian doll (2019)





Σειρές παρακολουθώ ελάχιστες και αυτές ύστερα από προτάσεις συγκεκριμένων ατόμων. Ας γνωριστούμε όμως. Ξέρετε κάποιον που να μην αντέχει να παρακολουθήσει πάνω από ένα λεπτό Τα φιλαράκια, μια από τις δημοφιλέστερες σειρές, με τις δεκάδες επαναλήψεις στην ελληνική τηλεόραση; Εγώ είμαι ένας από τους λίγους που ξέρω. Δεν είναι το φλιτζάνι του τσαγιού μου όπως λένε και οι αγγλόφωνοι. Κορωνίδα της αποστροφής είναι τα γέλια του κοινού -κονσέρβα ή ζωντανά ελάχιστη σημασία έχει- και ακολούθως το κυνήγι της ατάκας. Μα τι σχέση έχουν οι σημερινές σειρές με Τα φιλαράκια, θα αναρωτηθείτε και δεν θα έχετε άδικο, απλώς πάντα με ενδιαφέρει να θέτω ένα σημείο εκκίνησης, κάτι το οποίο δίνει αρκετές απαντήσεις σε σχέση με το διαμορφωθέν αισθητικό κριτήριο, τον δρόμο που έχει διανύσει κανείς, χωρίς να εμπεριέχει κάποιο πρόσημο αυτό. Τέλος πάντων, όπως και να έχει, καθένας με τα γούστα του, σε άλλη σειρά θέλω να αναφερθώ σήμερα.

Ξεφυλλίζοντας τις λίστες με τα αγαπημένα για τη χρονιά που πέρασε, ανθρώπων που εκτιμώ και ανθρώπων που απεχθάνομαι, έθιμο/βίτσιο του Γενάρη, είδα αρκετές αναφορές στη σειρά του Netflix Russian doll. Μια βιαστική ματιά στην υπόθεση αρκούσε για να νιώσω ένα γνώριμο, ως προς τις σειρές τουλάχιστον, αίσθημα επιφύλαξης, το οποίο πήγαζε από την κεντρική σεναριακή ιδέα, εκεί που η πρωταγωνίστρια Lyonne (Nadia Vulvokov) πεθαίνει διαρκώς και επανέρχεται στη ζωή, επιστρέφοντας στην ίδια χρονική στιγμή, ζώντας από την αρχή τη νύχτα των γενεθλίων της, επιχειρώντας αρχικά να επιζήσει και ακολούθως να λύσει το μυστήριο. Και η επιφύλαξή μου είχε να κάνει με την οικοδόμηση του σεναρίου γύρω από αυτό το εύρημα, σίγουρα ενδιαφέρον ως προς τη σύλληψη αλλά αρκετά επίφοβο ως προς την εκτέλεση. Το τρέιλερ το είδα περισσότερο για να επιβεβαιώσω το προαίσθημά μου, προκατειλημμένος ήδη αρνητικά και γι' αυτό μου έκανε εντύπωση που στάθηκε ικανό να με δελεάσει. Μεγάλο μέρος της ανατροπής αυτής οφείλεται σίγουρα στην τρελή φιγούρα της Lyonne που πρωταγωνιστεί. Σίγουρα επιπλέον κίνητρο αποτέλεσε το γεγονός πως η σειρά ολοκληρωνόταν σε έναν κύκλο -αν και υπάρχει ανακοίνωση σχετικά με τη συνέχιση για δεύτερη σεζόν, σεναριακά η ιστορία στον πρώτο αυτό κύκλο ολοκληρώνεται- ενώ αποτελείται από οχτώ εικοσιπεντάλεπτα επεισόδια. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην πλοκή της ιστορίας, τουλάχιστον όχι πέρα από την κεντρική ιδέα για την οποία ήδη μίλησα, και αυτό είναι προφανές νομίζω, αφού θα αποτελούσε στέρηση μέρους της απόλαυσης. 

Και αν αρχικά, στο πρώτο επεισόδιο κιόλας, έρχεται συνειρμικά στον νου το διάσημο Τρέξε, Λόλα, τρέξε, εδώ, παρά την ομοιότητα ως προς τη διαπραγμάτευση της σχετικότητας του χρόνου, δεν μας απασχολεί το τι θα γινόταν αν, στηριζόμενο μόνο σε συμπτώσεις και εξωτερικούς παράγοντες. Εδώ, η Lyonne έχει επίγνωση της κάθε προηγούμενης ζωής της, η αρχή της λούπας έρχεται με αυτή τη γνώση, προσομοιάζοντας στην τιμωρία του Σίσυφου να σπρώχνει αέναα τον βράχο στην κορυφή. Κάθε φορά που πεθαίνει η Lyonne ανοίγει τα μάτια της στην τουαλέτα, μπροστά στον καθρέφτη, στο σπίτι της φίλης της που φιλοξενεί το πάρτυ για τα γενέθλια της, ενώ ακούγονται τα ανυπόμονα χτυπήματα στην πόρτα. Το ενδιαφέρον εδώ έγκειται σε αυτή την επιθανάτια γνώση, καθώς η Lyonne ξέρει πως, ό,τι και αν συμβεί, εκείνη θα βρεθεί στην τουαλέτα του σπιτιού της φίλης εν μέσω του πάρτυ για τα τριακοστά έκτα γενέθλιά της. Όπως είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς, αυτή η συνθήκη αρχικά μοιάζει κωμική και αστεία, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι, όχι τουλάχιστον για τη Lyonne. Και σε αυτό το σημείο η σειρά καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο κωμικό και στο δραματικό, χωρίς να αναλώνεται απλώς και μόνο σε μια κοελικού χαρακτήρα ψευδοαναρώτηση σχετικά με το τι θα διόρθωνε κανείς αν ζούσε ξανά μια συγκεκριμένη περίοδο του παρελθόντος.

Το κεντρικό εύρημα είναι λειτουργικό, ενώ, η από τη φύση του, διαρκής επανάληψή του έχει το αντίθετο του προφανούς αποτέλεσμα, το εύρημα δηλαδή περνάει κάπως στο περιθώριο, αποκτά σταδιακά μια κανονικότητα που αντικαθιστά την αρχική έκπληξη. Προφανώς και αναμενόμενα, η διαδοχή των επεισοδίων σκοπό έχει την επίλυση του μυστηρίου, και σε αυτή την πορεία υπάρχουν κάποια μικρά κενά, κάποιες ευκολίες, κάποιες ανοιχτές απαντήσεις. Όμως, αυτό είναι κάτι που δεν ενοχλεί, ακριβώς γιατί το σενάριο είναι έτσι φτιαγμένο ώστε η ιστορία της Lyonne να απασχολεί έντονα τον θεατή, με τέτοιο τρόπο που η λύση του ευρήματος να αποκτά κάπως δευτερεύουσα σημασία. Δεν είναι τυχαίο πως η Lyonne είναι προγραμματίστρια παιχνιδιών, όχι ως προς την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά ως προς τη λογική της επανεκκίνησης της πίστας κάθε φορά από την αρχή, η παίχτρια δεν θέλει να χάσει για να μην αναγκαστεί να βρεθεί πάλι στην αρχή, κι εδώ φωλιάζει ένα δυσερμήνευτο συναίσθημα, καθώς ο θάνατος δεν αποτελεί το τέλος αλλά την αρχή.

Έχω επιφυλάξεις ως προς τη συνέχισή της σε δεύτερη σεζόν, αλλά ας μην προτρέχουμε καλύτερα. Ο πρώτος κύκλος του Russian doll ήταν μια ευχάριστη έκπληξη παρά την αρχική μου προκατάληψη. Η σειρά συστήνεται παρά τα όποια μικροελαττώματα παρουσιάζει.             
   

 

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2020

Κάτω από την επιφάνεια - Daisy Johnson



Δυσκολεύομαι, ακόμα και τώρα, ν' αποφασίσω από πού να ξεκινήσω. Η μνήμη σου δεν είναι πια ευθύγραμμη, παρά μια σειρά από μπλεγμένους κύκλους, που άλλοτε συγκλίνουν κι άλλοτε απομακρύνονται. Είναι φορές που φτάνω σχεδόν στη βία. Αν ήσουν η ίδια όπως πριν από δεκάξι χρόνια, νομίζω πως θα μπορούσα να το κάνω: να βγάλω από μέσα σου την καθαρή αλήθεια με το ζόρι. Τώρα αυτό είναι αδύνατον. Είσαι πολύ μεγάλη πια για να βγάλω από μέσα σου οτιδήποτε. Οι αναμνήσεις αστράφτουν στο σκοτάδι σαν σπασμένα γυαλιά από ποτήρια του κρασιού, κι έπειτα χάνονται.
Η μνήμη δεν είναι ποτέ ευθύγραμμη, η μνήμη εκείνου που πασχίζει να ανασυνθέσει τα κομμάτια της ιστορίας είναι πάντοτε μια σειρά από μπλεγμένους κύκλους. Εκείνη θέλει να θυμηθεί, δημιουργεί έτσι ένα ιδιότυπο ζεύγος με εκείνη που ανακρίνει, καθώς η μια θέλει να μάθει, η άλλη να ξεχάσει, η σωτηρία της μιας μοιάζει ν' αποτελεί την καταδίκη της άλλης, το φως στα μάτια της μιας δεν φωτίζει τα σκοτάδια της άλλης. Και όσο τα χρόνια περνούν, τόσο τα κομμάτια του παζλ γίνονται ολοένα και πιο μικρά, ολοένα και πιο δυσδιάκριτα, ολοένα και δυσκολότερα βρίσκεται το κομμάτι που λείπει από το κάθε κενό. Κι εκείνη που θέλει να μάθει την ιστορία της ρωτά εκείνη της οποίας μέρος της ιστορίας της είναι, επιμένει, περιμένει την κατάλληλη στιγμή που το μυαλό θα βρεθεί σε κάποιο ξέφωτο, μήπως και προσθέσει ακόμα ένα νήμα στο υφαντό αυτό, στην ιστορία πριν από τη μνήμη. Το παρόν βρίσκεται στο δωμάτιο, οι δυο τους. Εκείνο που λείπει είναι ο δρόμος για να φτάσει κανείς στο δωμάτιο αυτό, οι αποφάσεις για αλλαγή κατεύθυνσης, το έλλειμμα αγάπης, τα παιχνίδια της μοίρας. 

Οι όχθες των ποταμών εκτείνονται πολλά παραπάνω χιλιόμετρα από τα καλοφωτισμένα και γραφικά κομμάτια, που φέρνει στον νου η τουριστική φωτογραφία. Η υγρασία, τα στάσιμα νερά, τα έντομα, τα σκουπίδια που παρασέρνει μαζί του ο ποταμός συνθέτουν μια πιο χαρακτηριστική εικόνα. Στις όχθες αυτές βρίσκουν καταφύγιο εκείνοι που αναζητούν μια ρευστή σταθερότητα, μια προσμονή φυγής, μια αίσθηση ανοιχτού ορίζοντα, εκείνοι που φοβούνται τον ωκεανό. Στα μέρη εκείνα τριγυρνά η Γκρέτελ από μικρή, πρώτα με τη μητέρα της, ύστερα γυρεύοντας την. Η Γκρέτελ που αγάπησε τις λέξεις όταν με τη μητέρα της μιλούσαν μια δική τους γλώσσα, και ύστερα, στο σχολείο, δυσκολεύτηκε να ξεχωρίσει ποιες λέξεις καταλάβαιναν όλοι και ποιες μόνο η μαμά της, και η μαμά της έλειπε, και οι λέξεις αυτές άρχισαν να χάνονται σιγά σιγά. Η Γκρέτελ τώρα που μεγάλωσε δουλεύει ως λεξικογράφος, προσθέτει καινούριες λέξεις, διατηρώντας όμως τις παλιές, καμιά να μη χαθεί εντελώς, κι ας ξεχαστεί.

Η Τζόνσον τοποθετεί τον αφηγηματικό πήχη αρκετά ψηλά και καταφέρνει τελικά με σχετική άνεση να τον υπερκεράσει. Σπάει σε δεκάδες κομμάτια την πλοκή αποτυπώνοντας έτσι αφηγηματικά τους κύκλους της μνήμης, οι αναλήψεις προηγούνται και έπονται η μια της άλλης, ενώ ακόμα και το παρόν δεν είναι σταθερό, όπως σταθερό εντελώς δεν είναι ποτέ και ένα σπίτι-πλοιάριο. Η γεννημένη το 1990 συγγραφέας, στο πρώτο της βιβλίο, δεν χάνει στιγμή τον έλεγχο της ιστορίας, και αυτό οφείλει κανείς να το εντοπίσει και να το επαινέσει. Το σπάσιμο της πλοκής και οι συνεχείς αναλήψεις προσδίδουν και μια αίσθηση μυστηρίου, που μαζί με την παιδική οπτική των πραγμάτων, προσδίδει μια μεταφυσική διάσταση σε ένα απόλυτα και σκληρά ρεαλιστικό περιβάλλον· δεν θα μου έκανε καμία εντύπωση αν ένας από τους αγαπημένους συγγραφείς της Τζόνσον ήταν ο Ντέιβιντ Μίτσελ, καθώς αυτός ο ανοίκειος κόσμος που στήνει τον θυμίζει έντονα. Η αφήγηση έχει κάποια σημεία συναισθηματικά έντονα, χωρίς κάτι τέτοιο να εκβιάζεται, και δεν εκβιάζεται γιατί ο αφηγηματικός χαρακτήρας της Γκρέτελ έχει συντεθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε η ανάγκη της να ανασυνθέσει την ιστορία να είναι πραγματική και έντονη, χωρίς την ανάγκη να επικαλεστεί τη συναισθηματική ελεημοσύνη ενός τρίτου.

Ο ρεαλισμός της ιστορίας αυτής, πίσω και πέρα από τη μεταφυσική διάσταση και ατμόσφαιρα της αφήγησης, επιτρέπει στη διασκευή του μύθου του Οιδίποδα να μην παραξενεύει τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετεί οργανικά την ιστορία. Η παρουσία του μύθου εδώ είναι διακειμενική, δεν επεξηγείται σε κάποια σημείωση, και αυτό δεν συμβαίνει γιατί η Τζόνσον προσβλέπει σε κάποιο κέρδος από την απόκρυψη αυτή, αλλά γιατί ο τρόπος με τον οποίο κάνει χρήση του μύθου είναι ευκρινής και σύγχρονος της ιστορίας που αφηγείται, η ιστορία, δηλαδή, στέκει και χωρίς τη γνώση του μύθου. Δεν θα μπορούσε όμως να υπάρχει Γκρέτελ χωρίς Χάνσελ. Και ας μην ήταν από την αρχή έτσι, και ας μην το ήξεραν εκείνη τη στιγμή, και ας μην το έσκασαν παρέα, και ας αρνούνται να δεχτούν πως η μητέρα τους ήταν μια κακιά μάγισσα. Η Γκρέτελ με τη μητέρα της έμεναν σ' ένα πλοιάριο και είχαν επινοήσει τη δική τους γλώσσα, όταν η μητέρα της χάθηκε εκείνη έμεινε μόνη. Σε μια άλλη ιστορία ήταν η Σίλβερ που όταν έχασε τη μητέρα της βρήκε καταφύγιο στον φάρο που έμενε ο Πίου, που της έλεγε ιστορίες. Και όμως τη Γουίντερσον δεν τη θυμήθηκα εξαιτίας αυτής της τομής των κύκλων, αλλά γιατί δεν είναι πάντοτε προφανές το φύλο ενός ανθρώπου, κάποιες φορές ακόμα και ιατρικά δεν είναι ξεκάθαρο ποιο από τα δύο επικρατεί, γιατί και η ισοπαλία είναι ένα αποδεκτό αποτέλεσμα, γιατί όταν διαβάζει κανείς μια Βρετανή συγγραφέα δεν μπορεί παρά να μη μνημονεύσει τη Βιρτζίνια Γουλφ.    

Το πρωτόλειο της Τζόνσον είναι ένα ωραίο βιβλίο, ένα βιβλίο καλογραμμένο με λογοτεχνικές αρετές που όμως ταυτόχρονα στοχεύει σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό, και αυτό δεν είναι λίγο. Φέτος, αναμένεται να κυκλοφορήσει και το δεύτερο μυθιστόρημά της, που ίσως αποτελέσει ασφαλέστερο κριτήριο για τη συγγραφική εξέλιξή της, καθώς το όριο μεταξύ μανιέρας και προσωπικού ύφους είναι πάντοτε λεπτό, ενώ το εμπόδιο του πρώτου βιβλίου συχνά ανυπέρβλητο.

υγ. Το βιβλίο του Μίτσελ στο οποίο αναφέρθηκα είναι αυτό, της Γουίντερσον αυτό, ενώ της Γουλφ αυτό.
υγ2 Η παραποτάμια ζωή και η ματιά στα άχρηστα μικροαντικείμενα μου θύμισαν με πόση λαχτάρα περιμένω να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άγρα το βιβλίο του ΜακΓκρέγκορ Reservoir 13. Για ένα παλιότερο βιβλίο του οποίου έγραφα αυτό.

Μετάφραση Μαρία Βαρδοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη 

     

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2020

Ένα κείμενο γιορτινό




Αυτό το κείμενο θα ήταν γιορτινό. Σήμερα το μπλογκ σβήνει δέκα κεράκια. Ναι, υπάρχει η άποψη ότι αυτό το κείμενο θα έπρεπε να είναι γιορτινό, καθησυχαστικό, ένας ύμνος στην κανονικότητα, μια ευχαριστία στη μοίρα που μας έκλεισε σπίτια μας και τώρα μπορούμε όλη μέρα να διαβάζουμε και να βλέπουμε ταινίες. Και να, η ευχή μας έγινε πραγματικότητα. Τίποτα δεν χρειάζεται να κάνουμε, απλώς να μείνουμε σπίτι και όλα θα πάνε καλά, έτσι λένε, και ολοένα και απαγορεύουν πράγματα, ενώ, από την άλλη στέκουν εκείνοι που επιμένουν να λένε πως είναι μια απλή ίωση, πως δεν έχει και τόση μεγάλη θνησιμότητα. Το γιορτινό αυτό κλίμα θα επέτεινε η αύξηση της επισκεψιμότητας, ο κόσμος μένει σπίτι και επισκέπτεται ψηφιακά τη γειτονιά αυτή. Αυτό το κείμενο θα έπρεπε να είναι γιορτινό, το μάρκετινγκ απαιτεί αισιοδοξία και χαμόγελο, τα πάντα είναι μια καλή ευκαιρία, άλλωστε. Δεν το λένε λίγοι αυτό.

Αυτό το κείμενο δεν μπορεί να είναι γιορτινό. Όχι από μιζέρια. Αλλά από φόβο. Το κείμενο αυτό γράφεται υπό το καθεστώς φόβου. Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Κάνω διάφορες σκέψεις αλλά ως μη ειδικός τις κρατώ για τον εαυτό μου. Και ας είμαι από εκείνους τους τυχερούς για καταστάσεις όπως αυτή. Τυχερός γιατί έχω σπίτι. Τυχερός γιατί δεν ανήκω σε κάποια ευπαθή ομάδα. Τυχερός γιατί τα τελευταία χρόνια με απασχολώ κυρίως από απόσταση. Τυχερός γιατί δεν ζω στη μεγάλη πόλη πια. Τυχερός γιατί η θάλασσα φαίνεται από το παράθυρο. Τυχερός γιατί τα βουνά δεν έχουν ποτέ πολυκοσμία. Παρ' όλα αυτά, φοβάμαι.

Δεν διαβάζω γιατί δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω, διαβάζω γιατί είναι το καλύτερο που έχω να κάνω. Αυτό που κάνω από παιδί. Η αποκοπή από την πραγματικότητα. Προσπαθώ να ανταποκρίνομαι στις υποχρεώσεις μου, σαν να είναι όλα όπως πριν. Προσπαθώ γιατί, εκτός από τον ευνόητο λόγο, έχω ανάγκη τη ρουτίνα. Πως όλα πάνε καλά. Πως μπορούμε ακόμα να ασχολούμαστε με βιβλία και ταινίες. Πως αύριο, όταν όλα αυτά θα έχουν περάσει, όλα αυτά θα μας βοηθήσουν να γλείψουμε τις πληγές μας.

Κάποτε μου ζήτησαν να μιλήσω σε κάποιους σπουδαστές σχετικά με το ιστολόγιο αυτό. Το κείμενο ξεκινούσε έτσι: Δεν αποδέχτηκα, μάλλον, ποτέ το γεγονός πως η μητέρα μου - ίσως να είπα μάνα, αλλά τι σημασία έχει άραγε η προσκόλληση στην τυπική μετατροπή του προφορικού λόγου σε γραπτό; - σταμάτησε να μου διαβάζει για να κοιμηθώ. Αυτό της είπα και εκείνη γέλασε, και εγώ γέλασα με μένα, ήταν μια σκέψη της στιγμής, απόπειρα απλοποίησης του ερωτήματος: εσύ γιατί διαβάζεις; Δέκα χρόνια μετά, χίλια εκατό κείμενα μετά, σήμερα. Και μοιάζει με χτες. Κάποτε με ρωτούσαν πότε προλαβαίνω και διαβάζω, ύστερα πού βρίσκω τα χρήματα για να διαβάζω, τώρα πού βρίσκω το μυαλό και τη συγκέντρωση. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Θυμηθείτε, όταν ήσασταν πολύ μικροί και μικρές, πώς έκανε πιο υποφερτό το σκοτάδι μια ιστορία, θυμάστε;

 

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2020

Τρυποκάρυδος - Tom Robbins




Το κατά Τομ ημερολόγιο

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Yusra)


Κάποτε πίστευα πως τα βιβλία τελειώνουν. Θα μπω, φοβόμουν, μια μέρα στο βιβλιοπωλείο, θα κατεβώ τα σκαλιά, θα περπατήσω στους διαδρόμους ανάμεσα σε εκατοντάδες βιβλία, για να διαπιστώσω πως κανένα απ' όλ' αυτά δεν είναι το ποθητό, πως κανένα δεν είναι εκείνο που πρέπει να διαβάσω. Ήμουν μικρός και δεν ήξερα ακόμα πως, αντίθετα με τον χρόνο, τα βιβλία δεν τελειώνουν ποτέ. Ο Ρόμπινς ήταν για καιρό το αντίδοτο στη φοβία αυτή. Έχοντας αφήσει αδιάβαστο ένα μυθιστόρημα δικό του είχα επινοήσει το δικό μου ξόρκι· όταν δεν θα υπήρχε κανένα βιβλίο πια να διαβάσω, απλώς θα άπλωνα το χέρι και θα κατέβαζα απ' το ράφι τον Χορό των επτά πέπλων, και έτσι θα κέρδιζα χρόνο στη μάχη του τέλους των βιβλίων. Κάπως έτσι βάδιζα ατρόμητος προς τα βιβλιοπωλεία τότε, που η ζωή ήταν απλή, κι ας μην μας φαινόταν πάντα.

Η λογική δεν καθησυχάζει το συναίσθημα όμως. Και παρότι εντωμεταξύ μεγάλωσα και δεν φοβόμουν πια το τέλος των βιβλίων, όχι συνειδητά τουλάχιστον, και είχα αρχίσει κι εγώ με τη σειρά μου να παραπονιέμαι λίγο λίγο για τον χρόνο που ποτέ δεν θα ήταν αρκετός για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες μου, γενικότερα και όχι μόνο τις αναγνωστικές, το χέρι στο ράφι για να κατεβάσω τον Χορό των επτά πέπλων δεν το άπλωνα. Ολοένα ανέβαλα το κλείσιμο των λογαριασμών με τον αγαπημένο μου παραμυθά, ίσως γιατί μεγαλώνοντας φοβάσαι περισσότερο τις ανέφελες μέρες και αποκτάς τη σύνεση να μην ξοδεύεις τα φυλακτά σου.

Και όταν άπλωσα τελικά το χέρι, ήξερα πως δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Μπορούσα δηλαδή, αλλά δεν είχα άλλο κουράγιο, ήθελα απλώς ν' αφήσω έξω απ' το δωμάτιο τα πάντα, ν' αποστρέψω το βλέμμα από την πραγματικότητα, να μείνω μόνος με τον Τομ, ν' αποκοιμηθώ από το παραμύθι και να μαγευτώ από τις παρομοιώσεις. Και το αντίδοτο στη φρίκη λειτούργησε, παρά τη σκόνη ανάμεσα στις σελίδες και την ταλαιπωρία από τις απανωτές μετακομίσεις. Νεαροί νευρώνες ξεμύτισαν στη θέα του χορού της, ανυπόμονοι να εκπέμψουν το σήμα τους σε όλη την επικράτεια του κορμιού, απαιτώντας νέα και δυνατά ερεθίσματα καθώς άπλωναν τα κλαδιά τους. Άρχισα να νιώθω ασφυκτικά στους τέσσερις τοίχους του δωματίου, ήταν η στιγμή ν' ανοίξω την πόρτα ξανά.

Σε εκείνη την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως το χιούμορ του Ρόμπινς είναι ένα χιούμορ πικρό, βαθιά πολιτικό και καθόλου ανάλαφρο. Μια άμυνα απέναντι στη φρίκη της πραγματικότητας. Είχα μεγαλώσει πια και ήξερα πως το χιούμορ έχει το κόστος του, πως όταν πια δεν μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα, τότε επιστρατεύεις το χιούμορ για να ξορκίσεις το κακό, για να την παλέψεις. Ένιωσα τη ζοφερή ατμόσφαιρα των μεσοδυτικών πολιτειών, τη συντήρηση, τη θρησκοληψία και τον ρατσισμό. Οι παρομοιώσεις δεν ήταν πια τίποτα άλλο παρά ευφάνταστες κρυψώνες από τον ρεαλισμό της σκληρής καθημερινότητας. Ο Ρόμπινς έπαψε να είναι για μένα ένας κωμικός συγγραφέας, παρότι και σε αυτό το μυθιστόρημα υπήρξαν σημεία αβίαστου, λυτρωτικού γέλιου. Η ανάγνωση εκείνη ήταν μια τελετή ενηλικίωσης, μία από τις πολλές.  

Η κυκλοφορία της Θιβετιανής ροδακινόπιτας έριξε την αυλαία της βιβλιογραφίας του Ρόμπινς, τουλάχιστον σύμφωνα με τον ίδιο. Απ' όποια πλευρά και αν εξετάσει κάποιος την είδηση αυτή δεν μπορεί παρά να τη χαρακτηρίσει αναμενόμενη. Είπαμε όμως: η λογική δεν καθησυχάζει πάντα το συναίσθημα. Και το παράλογο παιδικό αίτημα διατυπώνεται: δεν θέλω να είναι το τελευταίο σου βιβλίο αυτό, Τομ.

Και σαν να μην έφτανε η συνειδητοποίηση πως τα βιβλία δεν τελειώνουν, εμφανίζεται και η ανάγκη με τα χρόνια να επιστρέψεις, να διαβάσεις ξανά και ξανά κάποια απ' αυτά. Μια λίστα υπό διαρκή διαμόρφωση αποτελείται ακριβώς απ' τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω κάποια στιγμή ξανά. Τα περισσότερα απ' αυτά διατηρούν τη θέση τους στη λίστα και μετά την επανανάγνωσή τους, γεγονός διόλου παράξενο. Η εξήγηση της επιθυμίας για αναγνωστική επιστροφή δεν είναι μονοδιάστατη, ούτε απλή. Συχνά εμφανίζεται ως μια απλή σκέψη, για να μετατραπεί αργά ή γρήγορα σε έμμονη ιδέα, την ώρα που, συνήθως μάταια, επιχειρείς να θυμηθείς λεπτομέρειες του βιβλίου αυτού, την ώρα που αναζητάς απεγνωσμένα επιχειρήματα για να εξηγήσεις -συχνά απλά στον ίδιο σου τον εαυτό- γιατί αυτό το βιβλίο ήταν τόσο φοβερό, και όσο αναζητάς στοιχεία, φύεται ο σπόρος της αμφιβολίας.

Η αναμέτρηση με το παρελθόν διαθέτει τη δική της ξεχωριστή γοητεία, ο τότε εαυτός απέναντι στον τωρινό. Και ας χρησιμοποιείται συχνά η λέξη επιστροφή, τίποτα άλλο δεν είναι παρά ένας ευφημισμός. Λέξεις κλειδιά της αναμέτρησης: εξέλιξη, ωρίμανση, απομάγευση, αφέλεια, ρεαλισμός, λήθη, νοσταλγία. Τρεις μετακομίσεις μετά, τα βιβλία του Ρόμπινς βρίσκονται στο ράφι τοποθετημένα με χρονολογική σειρά ανάγνωσης. Το κατά Τομ ημερολόγιο. Ο Τρυποκάρυδος στέκει πρώτος από τα αριστερά.

Ένα στερεοσκοπικό πακέτο Κάμελ. Αυτό θα απαντούσα αν κάποιος με ρωτούσε τι θυμάσαι από τον Τρυποκάρυδο. Την εικόνα του πακέτου να ξεκολλάει και να αποκτάει ξαφνικά βάθος, τα φοινικόφυλλα να κουνιούνται, το φως του ήλιου εκτυφλωτικό από την αντανάκλαση στην έρημο, τη δροσιά της όασης, το πάτωμα στρωμένο με κιλίμια, τις καμήλες να ξεκουράζονται, τους εραστές να κοιμούνται αγκαλιά και στο βάθος τις πυραμίδες. Δεν το περίμενα να συμβεί, δεν ήξερα καν πως κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μου συμβεί. Ήμουν δεν ήμουν είκοσι χρονών.

Βαθιά μέσα μου ήλπιζα πως θα μπορούσε κάτι τέτοιο να επαναληφθεί, δεν το φώναζα, δεν το παραδεχόμουν ανοιχτά αλλά βαθιά μέσα μου το ήλπιζα. Ήθελα να βρεθώ ξανά στην όαση με τον ξηρό αέρα, έστω και για μια στιγμή. Ίσως και μόνο γι' αυτή την ελάχιστη πιθανότητα να διάβασα ξανά τον Τρυποκάρυδο φέτος το καλοκαίρι, απόφαση που πήρα τη στιγμή που εκείνη έβγαλε τον καπνό από την τσάντα της· εγώ ένιωθα αμήχανα από το πρωί ήδη, ζήλεψα την ευκολία του καπνίσματος, το παραπέτασμα καπνού· θα σου πω μια ιστορία, της είπα με ανέλπιστα σταθερή φωνή· της μίλησα για τον Τρυποκάρυδο, για την στερεοσκοπική όαση, και εκείνη γέλασε με την αφέλειά μου· τα μάγια πιάνουν μόνο την πρώτη φορά και κάτι τέτοιο είναι γνωστόν τοις πάσι.

Η μνήμη, παρότι ανίκανη για ανασύνθεση, προσφέρει οικειότητα στην επανάγνωση. Η αναμέτρηση με άφησε με ανάμεικτα συναισθήματα. Στις λέξεις κλειδιά θα πρόσθετα τη συντήρηση. Η εγκιβωτισμένη διαδικασία συγγραφής του βιβλίου είχε σαφέστατα μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τον τωρινό μου εαυτό, ο διάλογος συγγραφέα-γραφομηχανής λειτουργεί οργανικά στη δομή του μυθιστορήματος. Το συνέδριο στη Χαβάη για τη σωτηρία του πλανήτη από την περιβαλλοντική καταστροφή τόσο επίκαιρο, ιδιαίτερα λόγω της υπονομευτικής οπτικής του συγγραφέα. Το χιούμορ πικρό, αυτό όμως το ήξερα ήδη. Η φαντασία του Ρόμπινς αχαλίνωτη, οι παρομοιώσεις του ευφάνταστες, οι ευκολίες στις οποίες καταφεύγει είναι μάλλον αναπόφευκτες για τη λογοτεχνία που επιθυμεί να κάνει. Η ερωτική ιστορία είναι κάπως αφελής τελικά, ρε γαμώτο, μια απλή πρόφαση για να ειπωθούν τα υπόλοιπα, ίσως να εντάσσεται και στη συντήρηση η αίσθηση αυτή βέβαια..

Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό διχάζει τόσο πολύ τους αναγνώστες, γι' αυτό ίσως να ενοχλεί τους αυτοαποκαλούμενους σοβαρούς αναγνώστες, εκείνους που περισσότερο απ' όλους έχουν απομακρυνθεί από τους αναγνώστες που κάποτε υπήρξαν. Και αυτή η απομάκρυνση δεν είναι συνώνυμη της εξέλιξης, καθώς εμπεριέχει ένα αγεφύρωτο κενό, μια άρνηση ενός μέρους του εαυτού. Θα με μάλωνε σίγουρα ο Τομ για τα λόγια αυτά, μίλα για τον εαυτό σου, θα συμπλήρωνε, όχι γιατί είναι δείγμα κακής ανατροφής να μιλάμε για τους άλλους, αλλά γιατί τις περισσότερες φορές είναι χάσιμο χρόνου. Ο Ρόμπινς είναι ένας παραμυθοποιητής της πραγματικότητας. Και γι' αυτό με διχάζει τόσο πολύ. Γιατί δεν θα γινόταν να λείπει ο Τρυποκάρυδος από τη λίστα με τα αγαπημένα μου βιβλία, γιατί ταυτόχρονα δεν θα γινόταν να είναι στη λίστα με τα καλύτερα βιβλία που έχω διαβάσει, γιατί ο Ρόμπινς μου άλλαξε τη ζωή και ας μην άλλαξε τον ρου της λογοτεχνίας. Ο Ρόμπινς είναι ο αγαπημένος μου παραμυθοποιητής και θα ήταν ψέμα να ισχυριστώ πως είμαι μεγάλος πια για παραμύθια.  

Μετάφραση Ντίνος Γαρουφαλιάς
Εκδόσεις Αίολος