Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Κόρκυρα - Κατερίνα Χανδρινού



Όλη τη νύχτα χθες η αίσθηση ενός άντρα περπατούσε.
Σαραντάρης. Κουρασμένος, έθαλλε. Προσπάθησα να διακρίνω πρόσωπο. Ερχόταν δε βιαζόταν. Βήματα σταθερά και ισοσκελή: είχε ξανάρθει. Πέρασμα που ακινητοποιούσε τις μύγες στον αέρα. Πρόσωπο δεν μπόρεσα. Είδα μόνο τις αρθρώσεις του, τα μάτια όχι. Όπως και ότι ήταν πεντακάθαρος, αν και αναμμένος. Ήξερε πως το ξέραμε ότι έρχεται και ότι τον κοιτάμε, κι αυτό του πρόσθετε ύψος. Τα ρούχα του λινά και τσαλακωμένα στον καβάλο. Δεν έχει κινητό. Τον συζητούν. Πίνει από μονολούλουδα βάζα που αναποδογυρίζει.
Κυρίες, κύριοι. Στο κατώφλι, ο Αύγουστος.
Ο μήνας που αλλάζουμε δέρμα.
Στη λογοτεχνία, η αρχή δεν είναι το ήμισυ του παντός, δεν είναι η μισή δουλειά. Η γοητευτική αρχή υπόσχεται, εξυψώνει τις προσδοκίες σε άγνωστα προηγουμένως ύψη, δημιουργεί απαιτήσεις, έλκει την προσοχή, φλερτάρει με την αναγνωστική επιστροφή. Η αρχή θέτει τον πήχη. Και κάπως έτσι, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερες πού να το τονίσεις, τώρα, μία μόλις σελίδα μετά, είναι κάτι που αχόρταγα θες να διαβάσεις, αχόρταγα γιατί νιώθεις πως θα έχεις τον χρόνο να επιστρέψεις με υπομονή, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του.

Ακόμα και αν δεν ειπώθηκε ποτέ από τα χείλη τού γονιού, ακόμα και αν ασαφώς και πλαγίως μόνο εννοήθηκε, σίγουρα κάποια στιγμή βιώθηκε -σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή σιγής- μία από τις σκληρότερες φράσεις από την αρχή του κόσμου: πόσες θυσίες έχω κάνει εγώ για σένα; Και τη φράση αυτή, μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι την κουβαλάμε σαν μια τύψη, ενισχυμένη από την εκ των υστέρων αποκάλυψη του τι παιδιά υπήρξαμε, κοιτάζοντας λοξά προς τα πίσω, όχι απαραίτητα ξαπλωμένοι σε κάποιο ντιβάνι ή κοιτάζοντας τον πολύχρωμο ουρανό της δύσης, αλλά μάλλον τυχαία και σίγουρα απρόοπτα. Μια τύψη που θα ήταν ευκολότερο να την ορίσει ένας οικονομολόγος, την ψυχρή, μαθηματική τους γλώσσα θα χρειαστούμε.

Τον ιδρώτα της προσπάθειας και την πίκρα των στερήσεων γυρεύουμε τρόπο να τιμήσουμε, και ενώ θα ήταν χρήσιμη η μεταφυσική, ο ορθολογισμός μας δεν μας επιτρέπει τέτοια βήματα. Το χωράφι με τις ελιές, το μαγαζί με τα χρώματα, το σπίτι στο χωριό. Καθένας τα δικά του. Κάπως έτσι η αφηγήτρια βρίσκεται στην Κέρκυρα, μήνα Αύγουστο, να συντηρήσει το σπίτι στο χωριό, σπίτι που χτίστηκε από άμμο, σπίτι που έρημο μάχεται την υγρασία και τον χρόνο. Η Κέρκυρα των καλοκαιριών μιας κοπέλας από την πρωτεύουσα, που μεγάλωσε και σπούδασε, που τώρα είναι έτοιμη να φροντίσει και να αξιοποιήσει την πατρική κληρονομιά, που, όσο και αν δεν το θέλει, όσο και αν νιώθει ανίκανη, θα μιλήσει με μάστορες, θα δείξει ενδιαφέρον, θα συνειδητοποιήσει, εν τέλει, πως απλώς τους ενοχλεί, έτσι όπως γυρίζει μέσα στα πόδια τους χωρίς να ξέρει τι να κάνει. 

Το ποιητικό παρελθόν της Χανδρινού είναι ευκρινές και ορατό σε κάθε σελίδα, σε κάθε απλή συντακτική επιλογή. Η Κόρκυρα είναι ένα υβριδικό ημερολόγιο, ποιητικό και πεζό ταυτόχρονα, που διανθίζεται με πλήθος διακειμενικών αναφορών, αποσπάσματα ποιημάτων και τραγουδιών, και στο οποίο κυριαρχεί η αίσθηση του βιογραφικού αποτυπώματος. Χωρισμένη σε τρία μέρη, η Κόρκυρα συγκινεί αβίαστα. Το -φαινομενικά- προσωπικό βίωμα της αφηγήτριας αποτελεί εν τέλει απλώς την ατομική εκδοχή ενός βιώματος που αρκετοί μοιραζόμαστε, και που η Χανδρινού μάς δίνει το λεξιλόγιο για να το εκφράσουμε, επικεντρώνει το βλέμμα σε μια ξεχασμένη λεπτομέρεια, παραγγέλνει ακόμα μια τρίλιτρη μπύρα κάτω από τον παχύ ίσκιο στην πλατεία. 

Προσοχή, προσοχή. Ποιητική πρόζα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ωραιοποίηση. Και αν για το παρελθόν φροντίζει η λήθη, η ασχήμια του παρόντος δεν επιτρέπει στον ποιητή να αιθερογραφεί, χωρίς να μυρίζει τους σωρούς από σκουπίδια, χωρίς να αλλάζει τα πασουμάκια του αγίου που έλιωσαν πάλι φέτος, χωρίς την αυτογνωσία πως η ανταμοιβή της μεγαλούπολης είναι οι παροχές της, χωρίς αυταπάτες πως στο οικογενειακό τραπέζι θα περάσει ασχολίαστη η άτεκνος κόρη. Τα θραύσματα της Κόρκυρας θα μπορούσαν να είναι κάποιες δεκάδες μικροδιηγήματα ή και ποιήματα, ακόμα και αφορισμοί. Πρόκειται όμως για μια νουβέλα, όχι λόγω μεγέθους, αλλά λόγω του υβριδικού της χαρακτήρα, ένα κατασκεύασμα κατάλληλο για να στεγάσει τις λέξεις. Κατασκεύασμα, λέξη που οδηγεί σε προϊόν νοητικής διεργασίας, αποπαίδι συχνά της λογοτεχνίας, που όμως εδώ, λόγω της συναισθηματικής έντασης των όσων στεγάζει, ισορροπεί, αναδεικνύει και αναδεικνύεται, λειτουργεί τελικά ως ενιαίο σώμα αφήγησης.

Η αρχή συχνά είναι ένα πυροτέχνημα, η αρχή ενίοτε είναι το όλον στο οποίο προστέθηκαν κάποιες δεκάδες σελίδων για να δικαιολογηθεί η έκδοση. Τότε, η αρχή μετά από λίγο σβήνει και χάνεται από τη μνήμη. Τις λίγες φορές που δεν ισχύουν αυτά, έχουμε λογοτεχνία, και η αρχή είναι ένας βατήρας εκτόξευσης. Έτσι συμβαίνει και στην Κόρκυρα.

Εκδόσεις Κείμενα
  

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

η κούνια - Μοχαμμάντ Χεμματί





Άσε τους να περιγελούν 
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ' αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν' αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ' αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ' έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ' όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ' έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι' αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης. 

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να 'ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ' άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ' ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ' το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα 
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ' τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, το οποίο μπορείτε να ακούσετε εκεί.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

εκτροφείο θηραμάτων - Γεωργία Μιχαλαριά





Το εξώφυλλο και ο τίτλος προετοιμάζουν τον αναγνώστη για είσοδο σε ένα περιβάλλον δυστοπικό. Τα ανθρωπόμορφα ζώα που προελαύνουν στηριζόμενα άπαντα σε δύο πόδια, αυτή η γραμμή ομοιόμορφης διαφορετικότητας, άνθρωποι με μάσκες ζώων να κρύβουν το πρόσωπό τους -ή μήπως μετασχηματισμένα υβρίδια κάποιας ευγονικής ιδεολογίας;- που κατευθύνονται προς το μέρος μας, εκκινώντας από το εκτροφείο θηραμάτων, δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, μια περιέργεια μπολιασμένη με φόβο.

Ένα δυστοπικό περιβάλλον δεν απαιτεί μεταχρονολόγηση. Ένα απλό διαμέρισμα, μια τετραμελής οικογένεια, κάπου στον πλανήτη μας αυτή τη στιγμή αποτελούν το πλέον δυστοπικό περιβάλλον. Η δυστοπία δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο δράσης της επιστημονικής φαντασίας. Συχνά δε, η δυστοπία προκύπτει από την ρεαλιστική αποτύπωση του περιβάλλοντος χώρου και των συνθηκών που επικρατούν, τη δυστοπία μπορεί να την αντικρίσει κανείς γύρω του, να τη ζήσει στην καθημερινότητά του. Άλλωστε, αυτό που περισσότερο μας δυσκολεύει είναι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, αυτό που αφυπνίζει τις καταχωνιασμένες αναμνήσεις και ξυπνάει τους παιδικούς μας φόβους. Αυτά, άλλωστε, ωθούν πολλούς στη γραφή, στη δημιουργία εν γένει.

Τα διηγήματα της Μιχαλαριά χαρακτηρίζονται από κάτι το ερμητικό, κάτι που νιώθεις πως απαιτεί ξεκλείδωμα, κάτι που ίσως, αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, να εμφανιστεί ως εικόνα στερεοσκοπική, και έτσι η ιστορία να αποκτήσει εμβαδόν, πάνω στο οποίο θα αναγνωρίσεις σημεία ταύτισης. Οι διαθέσιμες πραγματολογικές πληροφορίες είναι ελάχιστες, αυτά που γνωρίζει ο αναγνώστης περιορίζονται στα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων, σε όσα επιθυμεί να αποκαλύψει ο παντογνώστης αφηγητής. Το διακύβευμα των διηγημάτων, ο θεματικός θα λέγαμε ιστός που τα ενώνει, είναι η επικοινωνία, ως αδυναμία, ως επιθυμία, ως έλλειμμα ή ως απωθημένο. Η απόπειρα να μιλήσει κανείς, παρουσία ή απουσία του δέκτη, να γίνει κατανοητός ή να διευκρινίσει, αλλά και η επικοινωνία ως αγώνας ρητορικής ή ως δημοσιογραφική έρευνα.

Το ύφος είναι ενιαίο και ευδιάκριτο σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Λόγος κοφτός, υπαινικτικός, με ένταση. Ανάμεσα στα διηγήματα με τριτοπρόπωπη αφήγηση υπάρχουν δύο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με απεύθυνση στο εσύ. Και αν στα πρώτα είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που εντείνει το κλίμα μυστηρίου, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση εμπλέκει τον αναγνώστη, τον τοποθετεί στην καρέκλα του δέκτη, τον κάνει να νιώθει εκείνος που χάθηκε, εκείνος που έλαβε την επιστολή για την οικειότητα. Αυτά τα δύο διηγήματα (Η γάτα σου, Επιστολή για την οικειότητα) αν και φαινομενικά παράταιρα αφηγηματικά, είναι τελικά εκείνα που δένουν τη συλλογή αυτή, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο αναγνωστικές πύλες εισόδου για τον αναγνώστη, λειτουργούν όπως ένα τζάμι σε ένα εγκαταλελειμμένο από καιρό σπίτι, πάνω στο οποίο αντανακλάται η μορφή μας, και έτσι, από μια διάθεση περιέργειας, ίσως και λίγο ναρκισσιστικού χαρακτήρα, πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά, πατώντας πάνω σε μπάζα και, παραμερίζοντας ιστούς αράχνης, φτιάχνουμε με τα χέρια ένα σκίαστρο που θα μας επιτρέψει να εξερευνήσουμε, αρχικά οπτικά, το εσωτερικό του. Είναι ο τρόπος ενός άδειου σπιτιού που μας φωνάζει κοντά του.

Στην Επιστολή για την οικειότητα, η Μιχαλαριά αναφέρεται στην απαραίτητη παραβίαση που προηγείται της οικειότητας, συνοψίζει το σύγχρονο δίλημμα ως επιλογή ανάμεσα στην οικειότητα ή τη νίκη. Η οικειότητα έχει ρίσκο, αν όμως δεν υπάρξει παραβίαση, "θα κολυμπούσαμε αιώνια σε πελάγη ευπρέπειας και προκάτ κανονικότητας". Ανάμεσα στα διηγήματα, και ένα διήγημα ποιητικής (Το χειρόγραφο), στο οποίο ο συγγραφέας-ήρωας συναντά κάποιον που έχει γράψει μία, κατά εκείνον τουλάχιστον, σπουδαία ιστορία που αξίζει να εκδοθεί. Ο συγγραφέας επιζητά συχνά τέτοιες συναντήσεις, είναι άνθρωπος του λογοτεχνικού σιναφιού και ξέρει πώς λειτουργούν τα πράγματα, πώς γράφονται τα βιβλία. Ποτέ δεν χάνει κανείς που ακούει κάποιον να του λέει την ιδέα του. Ενδιαφέρον και πικρό, αληθινό.

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά, συνειδητοποίησα κάποια στιγμή πως αδυνατούσα να δω εικόνες, και αυτό σίγουρα ενίσχυε τον κρυπτικό τους χαρακτήρα, ένα πέπλο έμοιαζε να τα καλύπτει. Επιχειρώντας, λοιπόν, να εικονοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες, επιχειρώντας να δώσω μορφή και σχήμα σε ανθρώπους και μέρη, συνέβη το εξής ενδιαφέρον: οι εικόνες που σχηματίζονταν σχετίζονταν είτε με περιστατικά βίας των τελευταίων μηνών, είτε με προσωπικά βιώματα περιόδων έντασης. Και είναι ενδιαφέρον αυτό γιατί αποτέλεσε μια δεύτερη, στοχευμένη, κατά μία έννοια, ανάγνωση, η οποία δεν είχε την αναμενόμενη εκλογίκευση, αλλά αντίθετα, ενέτεινε τη συναισθηματική εμπλοκή της πρώτης ανάγνωσης, προσθέτοντας το προσωπικό βίωμα στην αναγνωστική εξίσωση. Τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ως ένα οργανικό σύνολο με συνοχή, είναι δηλαδή κατανοητό γιατί αποτελούν μέρος της ίδιας συλλογής, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά δυστυχώς, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν αδιάφορες συλλογές διηγημάτων. Και δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από την αδιαφορία.      


Εκδόσεις Γκοβόστη

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

Πικνίκ δίπλα στο δρόμο - Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι




Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω το βιβλίο αυτό, παρακινούμενος από διάφορες επιθυμίες, συγγενείς μεταξύ τους, με μεγαλύτερη όλων την εξής: να διαβάσω το βιβλίο που διάβασε ο Ταρκόφσκι και εμπνεύστηκε το Στάλκερ. Η μεταφορά των βιβλίων στη μεγάλη οθόνη φανερώνει συχνά τις πηγές έμπνευσης του σκηνοθέτη, κάτι το οποίο ιντριγκάρει, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με δημιουργούς του διαμετρήματος του Ταρκόφσκι. Το αντικείμενο της έμπνευσης αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον εξανθρωπισμό του δημιουργού, τη σύνδεσή του με τον κόσμο γύρω του, την τοποθέτησή του στη διαδοχή του πολιτισμού, ένα ακόμα πλήγμα στην παρθενογένεση. Ανέκαθεν πίστευα πως το βιβλίο και η κινηματογραφική του μεταφορά αποτελούν δύο διαφορετικά, ξεχωριστά μεταξύ τους δημιουργήματα, και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται, και όχι σε άμεση σύγκριση, καθώς είναι εμπειρίες ανόμοιες μεταξύ τους. Πόσω μάλλον στην περίπτωση αυτή, στην οποία άλλο δεν μας απασχολεί από το να πλησιάσουμε και αν είμαστε τυχεροί να διακρίνουμε, έστω αχνά, ή να φανταστούμε τον τρόπο με τον οποίο η πρόσληψη μετατρέπεται σε έμπνευση και δημιουργία.

Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον αναγνώστη, ιντριγκαδόρικη ως προς την εικονοποίηση και τη σύλληψη των εννοιών που εισάγονται, γοητευτική ως προς τις δυνατότητες που προσφέρουν η επιστήμη και η συγγραφική φαντασία. Ένας κόσμος ανοίκειος. Λογοτεχνικό είδος που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει παραλογοτεχνία, όχι συλλήβδην τουλάχιστον, όχι γενικεύοντας, όχι στις μέρες μας, όχι πια. Και δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς τον Ταρκόφσκι, που διάβασε τόσο το Πικνίκ δίπλα στο δρόμο όσο και το Σολάρις του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ, για να αποδείξει τον παραπάνω συλλογισμό, χρειάζεται όμως για να θρυμματιστούν ακόμα μερικά στερεοτυπικά κατασκευάσματα λογοτεχνικής -και όχι μόνο- αριστείας.

Την ταινία την είχα δει παλιότερα. Δεν παρέβλεπα τον φόβο που ένιωθα, πως ίσως να μου στερούσε κάτι αυτό από την αναγνωστική απόλαυση,την εικονοποίηση και την άγνοια της ιστορίας συγκεκριμένα, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ενώ τόσο το επιθυμούσα, ολοένα και ανέβαλλα την ανάγνωση του βιβλίου. Δεν ήξερα πως η ταινία βασίστηκε σε σενάριο που έγραψαν οι αδερφοί Στρουγκάτσκι. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κινηματογραφική μεταφορά όπως την εννοούμε συνήθως. Ο Ταρκόφσκι διάβασε το βιβλίο και οραματίστηκε μια ταινία, ήξερε πως κανένας δεν θα μπορούσε να γράψει καταλληλότερο σενάριο από τους ίδιους τους συγγραφείς. 

Το θέμα της ταινίας αφορά τα κατάλοιπα μιας επίσκεψης από κάποιον άλλον άγνωστο κόσμο. Η ευρύτερη περιοχή έχει αποκλειστεί και φυλάσσεται, ενώ διάφοροι τυχοδιώκτες, κυνηγοί όπως αποκαλούνται, προσπαθούν να εισέλθουν και να αποσπάσουν πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν στην μαύρη αγορά. Η ζώνη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, απαιτείται ειδικός εξοπλισμός, ενώ δεν είναι λίγοι οι αστικοί μύθοι που ακούγονται γύρω από θησαυρούς και θανατηφόρες παγίδες. Το βιβλίο αποτελείται από μία συνέντευξη ενός επιστήμονα και τέσσερα επεισόδια με βασικό πρωταγωνιστή έναν κυνηγό τον Ρέντρικ Σούχαρτ.

Ως είθισται, το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας αποτελεί εκτός από οργανικό μέρος της ιστορίας και το απαραίτητο όχημα για τους συγγραφείς, ώστε να μιλήσουν για ένα πλήθος πραγμάτων, από τη φιλοσοφία μέχρι τον έρωτα. Απομακρυσμένοι χρονικά από το παρόν, ασφαλείς από τη λογοκρισία και την πολιτική επικαιρότητα, αναφέρονται σχηματικά και αναγωγικά ακριβώς σε αυτό, εκφράζουν τις φοβίες και τις επιφυλάξεις τους, τις διαχρονικές ανθρώπινες αγωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει κάτι τρομακτικό, μα συνηθισμένο στην λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ζωή θα αντιγράψει την τέχνη, με τα όσα ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα με την έκρηξη στο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ, το οποίο μετά το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς και την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά ήρθε πάλι στην επιφάνεια του ενδιαφέροντος, αν και όχι για τους αναμενόμενους λόγους των κινδύνων που συνοδεύουν την πυρηνική ενέργεια. Οι δημιουργοί δυστοπιών, σκέφτομαι, σε καμία περίπτωση δεν θα ένιωθαν ευχάριστα γνωρίζοντας πως λίγα ή περισσότερα χρόνια μετά, οι "προφητείες" τους πραγματοποιήθηκαν, πως το χειρότερο σενάριο έγινε πραγματικότητα.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί μια πανέξυπνα εύστοχη, φιλοσοφικού χαρακτήρα περιγραφή της επίσκεψης των εξωγήινων στη γη, της πραγματικής μας θέσης στο άπειρο σύμπαν. Το προτελευταίο μέρος του βιβλίου είναι το πλέον απολαυστικό, από πλευράς ιδεών τουλάχιστον, ενώ αξίζει να σημειωθεί η ισορροπία στις προσφερόμενες ποσότητες δράσεις. Το προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, αναλυτικό και με λεπτομέρειες σχετικά με τη ρωσική επιστημονική φαντασία, συμπληρώνει ιδανικά την έκδοση.   


υγ.Μία επιθυμία που μου προκάλεσε η ανάγνωση του Πικνίκ δίπλα στο δρόμο, εκτός από το να δω άμεσα ξανά την ταινία και να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο του Λεμ -που ελπίζω σύντομα να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες μου και να κυκλοφορήσει-, ήταν να ψάξω πληροφορίες σχετικά με διάφορα συγγραφικά δίδυμα, κυρίως από περιέργεια για την τεχνική πλευρά της συνεργασίας, για το κρυφοκοίταγμα στο συγγραφικό εργαστήρι.

Μετάφραση Μανώλης Ασημιάδης
Εκδόσεις ΑΩ

  

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Crash - J.G. Ballard





Το βιβλίο αυτό υπερβαίνει το δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε, στέκει πέρα και πάνω από τα ασφυκτικά του όρια, διερευνά νέες -σχεδόν άγνωστες- συναισθηματικές και λογικές εκτάσεις. Η εναρκτήρια παράγραφος αρκεί για να το πιστοποιήσει αυτό.
Ο Βον σκοτώθηκε χτες, στο τελευταίο του τρακάρισμα. Όσο καιρό ήμασταν φίλοι, είχε προβάρει τον θάνατό του σε πολλαπλές συγκρούσεις αυτοκινήτων, αλλά το χθεσινό ήταν το μοναδικό αληθινό του δυστύχημα. Ενώ οδηγούσε σκοπεύοντας να συγκρουστεί με τη λιμουζίνα της σταρ του σινεμά, το αμάξι του τινάχτηκε πάνω από το κιγκλίδωμα της γέφυρας στην ανισόπεδη διασταύρωση του Αεροδρομίου του Λονδίνου και βυθίστηκε σε ένα λεωφορείο που μετέφερε επιβάτες των αερογραμμών τρυπώντας την οροφή του. Τα τσακισμένα κορμιά των στριμωγμένων ταξιδιωτών κείτονταν ακόμη, σαν αιμορραγία του ήλιου, στο βινύλιο των καθισμάτων όταν κατάφερα μια ώρα αργότερα να φτάσω εκεί περνώντας μέσα από τους εμπειρογνώμονες μηχανικούς της αστυνομίας. Κρατώντας από το μπράτσο τον σοφέρ της λιμουζίνας της, η ηθοποιός Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία εδώ και τόσους μήνες ονειρευόταν να πεθάνει ο Βον, στεκόταν παράμερα κάτω από τον περιστρεφόμενο φάρο ενός ασθενοφόρου. Καθώς γονάτισα πάνω από το πτώμα του Βον, εκείνη άγγιξε τον λαιμό της με το γαντοφορεμένο χέρι της.

Ο Τζέιμς Μπάλαρντ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, θα γνωρίσει τον Βον μετά το ατύχημα του πρώτου. Ο Βον ενδιαφέρεται για αυτοκινητιστικά ατυχήματα, για παραμορφωμένες μάζες αλουμινίου και σάρκας, για σπασμένες κλείδες και θρυμματισμένα τζάμια, για ομοιώματα σωμάτων δοκιμών ασφαλείας (βλ. dummies), φωτογραφίζει τα συντρίμμια, επισκέπτεται νεκροταφεία αυτοκινήτων, αναζητά σε αυτά την ηδονή. Ηδονή που του προκαλούν τα παραμορφωμένα σώματα μέσα σε παραμορφωμένα αμαξώματα, η αδρεναλίνη της ταχύτητας, της πρόσκρουσης, του σεξ, του τραύματος, η ιδιότυπη αυτή χορογραφία που όσο και αν δοκιμάσει κανείς παραμένει ανεπανάληπτη. Η έλξη που ασκεί ο Βον στους γύρω του είναι ισχυρή, ο αφηγητής δεν ξεφεύγει από αυτήν, σχεδόν υπνωτισμένος τον ακολουθεί στις νυχτερινές διαδρομές του.

Το βιβλίο του Μπάλαρντ είναι προκλητικό όχι γιατί προσβάλλει την αιδώ αλλά γιατί κυριολεκτικά προκαλεί τον αναγνώστη σε δύσβατα μονοπάτια, τη στιγμή που αντικρουόμενα συναισθήματα γεννιούνται, συναισθήματα που κυμαίνονται ανάμεσα στην ηδονοβλεψία και τη φρίκη, συναισθήματα που εμφανίζονται συχνά ταυτόχρονα και κυρίως αντιστικτικά. Η χρήση της αντίστιξης είναι κάτι που γενικότερα διέπει το πρωτότυπο αυτό μυθιστόρημα, η ησυχία μετά το ατύχημα που συνήθως περιγράφουν οι εμπλεκόμενοι τη στιγμή που ο θόρυβος ανθρώπων και μηχανών επικρατεί, η ταχύτητα των συγκρουόμενων αυτοκινήτων και των παλλόμενων σωμάτων και η σχεδόν στατική αφήγηση, ο πόνος και η ηδονή σε ένα μυθιστόρημα τόσο εγκεφαλικό, η δημιουργία τόσων συναισθημάτων από ένα κείμενο απολυμασμένο από οποιοδήποτε συναίσθημα.

Αν και το βιβλίο εντάσσεται στην ευρύχωρη και πολυσχιδή λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ερωτική σχέση ανθρώπου αυτοκινήτου που περιγράφει δεν εκπληρώθηκε τελικώς στο μέλλον. Για κάποιο λόγο, που προσωπικά τον θεωρώ αρκετά διεστραμμένο, ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της λογοτεχνίας του είδους αυτού σχετίζεται με την εκπλήρωση της προφητείας. Νομίζω πως οι "προφήτες" δεν γύρευαν την επιβεβαίωση από την πραγματικότητα, την απεύχονταν. Δεν νομίζω δηλαδή ο Όργουελ να χαιρόταν για τον σημερινό κόσμο, για να δώσω ένα παράδειγμα. Υπό αυτό το κριτήριο, λοιπόν, το Crash δεν δικαιώθηκε, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν υποτιμά την αξία του βιβλίου αυτού, αξία όχι αποκλειστικά λογοτεχνική, αλλά και κοινωνικοπολιτική.  Οι αναλογίες του γραμμένου το 1973 μυθιστορήματος με το σήμερα μπορεί να μην είναι προφανείς αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν κιόλας.

Και αν από τη μία πλευρά μπορεί κανείς, στο μυθιστόρημα αυτό, να διακρίνει ένα ακόμα υποκεφάλαιο της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της κατάρριψης των ταμπού και της επαναχάραξης των ορίων της ηδονής, ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, διακρίνει και μια νέα κατηγορία σωματικώς παραμορφωμένων ανθρώπων, αυτή των μεταατυχηματικών, αξιοθέατα της ταχύτητας και της επιστήμης των υλικών, η συγκόλληση των οποίων προσομοιάζει σε εκείνη των μεταλλικών μερών ενός αυτοκινήτου, σε μια διαδικασία που οδηγεί το ανθρώπινο σε μηχανικό. Η παραμόρφωση ως μια εκδοχή της πλαστικής χειρουργικής.

Το βιβλίο γύρισε σε ταινία ο Κρόνεμπεργκ. Ποιος άλλος; θα αναρωτηθεί κάποιος, και ίσως με το δίκιο του. Θα έβαζα ακόμα μία επιλογή, τον Γάλλο Λεό Καράξ, επιλογή ίσως προφανής. Αλλά αν ήταν πραγματικά στο χέρι μου, πιστεύω πως θα ήθελα να δω τον Καρ Βάι να γυρίζει σε ταινία αυτό το βιβλίο, ίσως για να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο η αντίστιξη, ίσως γιατί εκείνος θα κατάφερνε να αναδείξει τον ερωτισμό, να κάνει την ταινία ακόμα πιο προκλητική λόγω της ικανότητάς του να υπονοεί τον πόθο, χωρίς να χρειάζεται να δείξει πολλά.

Ο Κρόνεμπεργκ ενώνει τον Μπάλαρντ με τον ΝτεΛίλλο, καθώς μετέφερε στον κινηματογράφο μυθιστορήματα και των δύο. Και ο ΝτεΛίλλο είναι ό,τι πιο κοντινό στον Μπάλαρντ μπορώ να αναλογιστώ ως προς την αναγνωστική αίσθηση και κυρίως τον έλεγχο πάνω στον χρόνο, την μοναδική αυτή ικανότητα της αραίωσης και πύκνωσης που αυτοί οι δύο συγγραφείς διαθέτουν.

Αναγνωστική εμπειρία.


υ.γ/trivia Ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Βον, τον μοναδικό ίσως λογοτεχνικό ήρωα που ούτε κατ' ελάχιστο δεν μπόρεσα να μορφοποιήσω κατά την ανάγνωση, στην ταινία του Κρόνεμπεργκ είναι ο ελληνικής καταγωγής Καναδός Elias Koteas.

Μετάφραση Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Κέδρος          

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Zero K - Don DeLillo



Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου.
Αυτό είπε ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στην τζαμαρία του γραφείου του στη Νέα Υόρκη -διαχείριση ιδιωτικού πλούτου, οικογενειακά καταπιστεύματα, αναδυόμενες αγορές. Μοιραζόμασταν μια σπάνια στιγμή στον χρόνο, περισυλλογής, και τη στιγμή συμπλήρωναν τα επώνυμα γυαλιά ηλίου του, που έφερναν τη νύχτα απ' έξω μέσα. Περιεργάστηκα τα έργα τέχνης στο δωμάτιο, ποικιλοτρόπως αφηρημένα, και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η παρατεταμένη σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του δεν οφειλόταν σε κανέναν απ' τους δυο μας. Ο νους μου πήγε στη γυναίκα του, τη δεύτερη, την αρχαιολόγο, που το μυαλό και το ασθενικό κορμί της θα άρχιζαν σύντομα, την προγραμματισμένη ώρα, να γλιστρούν στο κενό.
Και κυρίως, αυτό που όλοι θέλουν είναι να ορίσουν εκείνοι το δικό τους τέλος, να αντισταθούν στις επιταγές της μοίρας και της συγκυρίας. Είναι ο τρόπος του Ρος Λόκχαρτ, πατέρα του αφηγητή, να δείξει στην άρρωστη σύντροφό του, διαπρεπή αρχαιολόγο, την αγάπη και την αφοσίωσή του. Χρηματοδοτεί ένα κέντρο έρευνας για το πάγωμα του θανάτου, μέχρι να είναι κατάλληλες οι συνθήκες για την επαναφορά στη ζωή, μακριά από τη φθορά της ασθένειας και τη διαφέντευση του κορμιού από τον πόνο. Ο αφηγητής θα ταξιδέψει, για να συναντήσει τον πατέρα του και τη σύντροφό του στις μυστικές εγκαταστάσεις του κέντρου έρευνας στα βάθη της Ασίας, λίγο πριν εκείνη βρεθεί στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, πριν περάσει σε λειτουργία αναμονής.

Παρότι η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος σε γενικές γραμμές δεν είναι ιδιαιτέρως πρωτότυπη, ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο διαχειρίζεται το αρχικό υλικό της ιδέας του είναι, για ακόμα μια φορά, τουλάχιστον εντυπωσιακός. Και αυτό το κάνει όχι με έναν τρόπο αναμενόμενο, σκαρφιζόμενος διαρκείς ανατροπές και ευφάνταστα ευρήματα δηλαδή, αλλά μέσω της αφήγησης, μέσω της γλώσσας. Γιατί θα πρέπει να επαναληφθεί εδώ πως ο ΝτεΛίλλο είναι ποιητής. Και είναι ποιητής επειδή γνωρίζει ακριβώς τα όρια της γλώσσας. Δεν αρκείται όμως σε αυτά, επιχειρεί να τα διευρύνει, όχι κάνοντας επίδειξη λεξιπλασίας και εξεζητημένου λόγου, αλλά ευρισκόμενος ακριβώς στον αντίποδα αυτών, χρησιμοποιώντας με ακρίβεια τις λέξεις, τοποθετώντας τες αβίαστα σε τάξη, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν απλά και φυσικά, την ώρα που οι εγκεφαλικοί νευρώνες του αναγνώστη διευρύνονται και επανασυντάσσονται. Ο ΝτεΛίλλο κάνει κάτι φοβερό: δεν θέτει ερωτήματα που μας αφορούν, θέτει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της αντίληψής μας για τα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος δεν αναλώνεται σε απλοϊκά ερωτήματα ηθικής, δεν φθείρεται κατά την εξέλιξη της πλοκής, αντιθέτως, εξαπλώνεται, καλύπτοντας κάθε σημείο του μυθιστορήματος. 

Σε έναν κόσμο που διαρκώς επιταχύνει, ο ΝτεΛίλλο, σαν από πείσμα, επιδιώκει την επιβράδυνση του χρόνου, τον συμπυκνώνει και τον αραιώνει κατά βούληση, τον καθιστά κυρίαρχο των πάντων, πανταχού παρόντα, τον αποπροσωποποιεί, ακόμα και όταν τον ονομάζει πρωί ή βράδυ, δημιουργεί αυτό το αίσθημα χρονικού κενού, τη συνεχή στιγμή, οδηγεί τον αναγνώστη να βιώσει πώς θα 'ναι ο χρόνος κατά την αναμονή της επαναφοράς στη ζωή, στο διαρκές τώρα, πώς είναι το πάντα. Το δίπολο θρησκεία-τεχνολογία είναι και σε αυτό το βιβλίο παρόν. Η επιστράτευση της τεχνολογίας για την εκπλήρωση μιας θρησκευτικής υπόσχεσης, όχι όμως μετά τον θάνατο αλλά πριν, η ορθολογική προσέγγιση του θανάτου, η αναβολή μέχρι την οριστική του ματαίωση, ο ολοκληρωτικός θρίαμβος της ελεύθερης βούλησης.

Εδώ η επιστημονική φαντασία αποτελεί απλώς την αφορμή για ένα σχόλιο κοινωνικοπολιτικό. Ο ΝτεΛίλλο, άλλωστε, είναι ένας κατ' εξοχήν πολιτικός συγγραφέας και δεν θα του αρκούσε απλώς ο σχολιασμός της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Ο έλεγχος του τέλους μοιάζει να είναι το τελευταίο οχυρό ταξικής ισότητας, όσο και αν τα χρήματα για τις θεραπείες και την ποιότητα διαβίωσης καθυστερούν το μοιραίο, πρόκειται για μια αναβολή πριν από την τελική και αναπόφευκτη ήττα. Ο Ρος λέει: όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου. Εννοείται η συνέχεια: μόνο λίγοι, πραγματικά πλούσιοι, θα μπορούσαν να το έχουν. Και ο Ρος το θέλει δικό του, θέλει τον ίδιο να ορίζει. Το ένστικτο της επιβίωσης ατροφεί για κάποιους λίγους, υπόκειται σε γενετική μετάλλαξη από γενιά σε γενιά, η επιβίωση θεωρείται δεδομένη και από μόνη της δεν προσφέρει κάποια ικανοποίηση. Το ένστικτο δίνει τη θέση του στη λαχτάρα για αιωνιότητα, εκεί παίζεται πια το παιχνίδι.

Ο ΝτεΛίλλο δεν παρουσιάζει τον Ρος ως έναν πάμπλουτο διψασμένο απλώς για περισσότερο χρήμα, αλλά ως έναν καλλιεργημένο και συναισθηματικά ζωντανό άνθρωπο, ο οποίος δεν θέλει να χάσει τη σύντροφό του. Είναι και ένα μυθιστόρημα αγάπης αυτό, αγάπης βαθιάς, που οι εραστές αρνούνται στον θάνατο να τους χωρίσει. Είναι και ένα μυθιστόρημα για τη σχέση πατέρα γιου, για την περίπλοκη αυτή σχέση, ιδιαίτερα όταν ο πατέρας έχει εγκαταλείψει κατά το παρελθόν τη μητέρα του γιου του, είναι η στιγμή που ο πατέρας θα εξηγήσει στον γιο του τις αποφάσεις του, σε μια αντιστροφή των ρόλων, σε μια τελική πράξη ενηλικίωσης. Το Zero K είναι πολλά μυθιστορήματα, δεν είναι μόνο ένα, παρότι τριακόσιες σελίδες μόνο, άλλωστε ο ΝτεΛίλλο το έχει ήδη καταφέρει αυτό και σε λιγότερες σελίδες. Καθένας βρίσκει σε αυτό εκείνο που γυρεύει, εκείνο που πραγματικά είναι κατά βάθος. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απουσίας και της πλέον ελάχιστης συναισθηματικής καθοδήγησης και εκβιασμού, κάτι που επιτείνει την αίσθηση στεγνότητας που αποπνέουν τα μυθιστορήματα του σπουδαίου αυτού Αμερικάνου συγγραφέα, θυμίζοντας πως ο πάγος προκαλεί εγκαύματα.


Μετάφραση Λαμπρινή Κουζέλη
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας    

            

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Κίρκη - Madeline Miller




Όταν γεννήθηκα, το όνομα γι' αυτό που ήμουν δεν υπήρχε. Με αποκαλούσαν Νύμφη, υποθέτοντας πως θα ήμουν σαν τη μητέρα μου και τις θείες μου και τις χιλιάδες ξαδέρφες μου. Μια που ήμαστε κατώτερες από τις μικρότερες θεότητες, οι δυνάμεις μας ήταν τόσο περιορισμένες που μετά βίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αιωνιότητά μας. Μιλούσαμε στα ψάρια και στα λουλούδια που φροντίζαμε, καλοπιάναμε τα σύννεφα για να ρίξουν στάλες ή τα κύματα για να μας δώσουν το αλάτι τους. Η λέξη Νύμφη αποτελούσε την αρχή και το τέλος του μέλλοντός μας. Στη γλώσσα μας δεν σημαίνει μόνο θεότητα αλλά και νύφη.
Η Κίρκη ήταν προορισμένη να ζήσει μια αναμενόμενη ζωή στις παρυφές των θεοτήτων, να παντρευτεί, ευχαριστώντας έτσι τον πατέρα της Ήλιο και τη μητέρα της Πέρση, να μην προκαλεί προβλήματα και να μην ανακατεύει τα πράγματα, να κινείται διακριτικά και στο περιθώριο, να αρκείται στο δώρο της αιωνιότητας, να ζήσει δηλαδή όπως έζησαν τόσες Νύμφες πριν από αυτήν. Η Κίρκη όμως ήταν διαφορετική, διεκδίκησε δυνάμεις μεγαλύτερες μέσω της κλίσης της στη μαγεία, ύψωσε ανάστημα και τιμωρήθηκε γι' αυτό, υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα, ώστε να κατακάτσει η οργή -ποιου άλλου;- του Δία, εξορίστηκε να ζήσει μόνη της στην Αία, δεν το έβαλε όμως κάτω, διεκδικώντας μέχρι τέλους το δικαίωμα στην ευτυχία με τους δικούς της όρους, με τις δικές της δυνάμεις και αδυναμίες, το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για την ίδια.

Η Μίλερ, γνωστή από το Τραγούδι του Αχιλλέα, το οποίο επίσης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα και έχει κιόλας μπει στη λίστα με τα προσεχώς, αποφασίζει σε αυτό το μυθιστόρημα να συνθέσει τα διάσπαρτα κομμάτια της ιστορίας της Κίρκης, που αποτελούν επεισόδια άλλων μύθων, πιο γνωστών, όπως η Οδύσσεια, η Αργοναυτική Εκστρατεία, ο Μινώταυρος, ο Δαίδαλος κτλ. Η Μίλερ χρησιμοποιεί έναν παραμυθένιο τρόπο αφήγησης, κατάλληλο για τη μυθολογία και αρκετά εικονοποιητικό και οικείο για τον αναγνώστη, χωρίς όμως να στερεί καθόλου την αναγκαία αληθοφάνεια από την ιστορία, επιτυγχάνοντας αυτόν τον ακαταμάχητο συνδυασμό για τον οποίο μιλάει ο στίχος: "τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια/αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέμα"

Ναι, είναι ένας μύθος παλιός αυτός της Κίρκης, και όμως οι αναλογίες με τη σημερινή εποχή είναι δυστυχώς εμφανείς. Η Μίλερ με έναν ευφυή τρόπο, σεβόμενη τη μυθολογία για την οποία τη διακατέχει ένα τεράστιο πάθος, συνθέτει την ιστορία της μάγισσας Κίρκης, και επιτυγχάνει να γράψει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, ένα βιβλίο φεμινιστικό σε μια εποχή που η επίφαση της ισότητας επικρατεί, που ο φεμινισμός εντέχνως παρουσιάζεται ως κάτι παρωχημένο, ως μια αχρείαστη γραφικότητα. Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση για στρατευμένη λογοτεχνία, καθώς η Κίρκη διακρίνεται για τις λογοτεχνικές της αρετές, ένα χορταστικό μυθιστόρημα το οποίο μας υπενθυμίζει διάφορες πτυχές και συνδέσεις της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, της τόσο ευφάνταστης και χωρίς ταμπού μυθολογίας.

Η έλλειψη του ταμπού στην αρχαία μυθολογία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια, ο μη περιορισμός ανάμεσα στο τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να πει ο αφηγητής, αυτή η απλή διάκριση ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τα διευρυμένα όρια ελευθερίας στην έκφραση εντός μύθου, προσφέρουν μια μοναδική αίσθηση στον αναγνώστη, και όλα αυτά συνέβαιναν χιλιάδες χρόνια πριν, τη στιγμή που σήμερα ισχύουν νόμοι προσβολής Θείων και ηθών, που παραστάσεις κατεβαίνουν και συγγραφείς αφορίζονται, σε μια κοινωνία με ολοένα και πιο συντηρητικά ένστικτα καμουφλαρισμένα πίσω από μια δήθεν προοδευτικότητα.

Η μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ αποτυπώνει με ακρίβεια το ύφος της συγγραφέως, μεταφέροντας το βιβλίο στη γλώσσα που γράφτηκε ο μύθος πάνω στον οποίο στηρίζεται, γεγονός που εμπεριέχει, εκτός της γοητείας του, και πλήθος τεχνικών δυσκολιών. Η Κίρκη υπήρξε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη, παρά τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις που αφορούσαν το θέμα του βιβλίου. Η αχόρταγη ανάγνωση ενός υπέροχου βιβλίου στάθηκε η αιτία για την επιστροφή σε μια προεφηβική αναγνωστική εποχή, τότε που αχόρταγα διαβάζαμε -κάποιοι από εμάς- τους μύθους αυτούς ξανά και ξανά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα