Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

Το κρύο




Εκτιμώ το κρύο για τη σιωπή που επιβάλλει. Δεν είναι μόνο που οι άνθρωποι μένουν στα σπίτια τους, αποφεύγοντας, συχνά καθ' υπόδειξη, τις άσκοπες μετακινήσεις, είναι κυρίως που δεν μπορούν ν' ανοίξουν το στόμα τους και να φωνάξουν, γιατί κρυώνουν, και έτσι, απλώς ψιθυρίζουν τα πιο σημαντικά ή βρίσκουν την ευκαιρία να μην λένε τίποτα. Αυτή τη συνήθεια, που την επιβάλλει ο φόβος του κρύου, τη διατηρούν οι άνθρωποι, συνήθως, και σε κλειστούς χώρους, όπως στο οδοντιατρείο, στην τράπεζα, στο ταχυδρομείο ή στο μετρό, χωρίς να είναι απαραίτητο να έχουν μεσολαβήσει κάποια χρόνια γάμου μεταξύ τους. Αφαιρώντας λίγη ένταση και λίγο θόρυβο από την κάθε μία ελάχιστη πηγή ήχου αθροίζεται μια σεβαστή ποσότητα σιωπής τελικά. Σιωπή αστική, την αποκαλεί μία φίλη, ένα φίλτρο που απορροφά τον περιττό θόρυβο, έτσι περιγράφει εκείνη το κρύο. Και πιστέψτε με, η φίλη μου κρυώνει πολύ, περισσότερο απ' όσο παραπονιέται. Η αλήθεια είναι πως δεν παραπονιέται καθόλου. Αλλά αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά, να παραπονιέται δηλαδή περισσότερο αυτός που υποφέρει λιγότερο. Όταν κάνει κρύο, είναι περισσότεροι εκείνοι οι άνθρωποι που κοιτάζουν έξω απ' το παράθυρο, κάτι το οποίο αποτελεί μια όμορφη εικόνα· εξαρτάται, βέβαια, τι κοιτάζουν ή τι σκέπτονται όταν κοιτάζουν ό,τι κοιτάζουν· ως καρέ όμως δεν παύει να είναι όμορφο, όπως κι αν έχει.

Σήμερα κάνει κρύο και η γειτονιά είναι ήσυχη, πιο ήσυχη απ' όσο είναι συνήθως, γιατί η γειτονιά είναι συνήθως ήσυχη, πιο ήσυχη απ' όσο κατηγορείται. Και κατηγορείται πολύ, και άδικα. Ισχύει, μάλλον, εκείνο που λένε για το μάτι και το όνομα, ή -άλλοι ισχυρίζονται- εκείνο το άλλο με την αλεπού. Όταν επικρατεί τόση ησυχία, βέβαια, ακούγεται πιο ευδιάκριτα η φωνή του γείτονα που όλο βρίζει, πάντα κάποιος του φταίει, αλλά ακόμα και εκείνος, ο γείτονας που όλο βρίζει, δεν αντέχει πολύ, κλείνει πίσω του τη μπαλκονόπορτα καθώς μπαίνει πάλι στο σπίτι. Ο γείτονας που όλο βρίζει είναι σίγουρα πιο ενοχλητικός από το ζευγάρι στον δεύτερο που κάνει έρωτα με ανοιχτά τα παράθυρα, όταν ο καιρός το επιτρέπει. Εγώ μένω στον τέταρτο και αντιλαμβάνομαι μόνο τις κορυφώσεις του ζευγαριού, αντίθετα τον γείτονα που όλο βρίζει τον ακούω καθαρά, μάλιστα, μερικές φορές, καταφέρνει να καλύψει τις κορυφώσεις του ζευγαριού. Όταν κάνει κρύο μοιάζει συχνά με Κυριακή, ίσως όμως να πρόκειται για μια προσωπική εμμονή.

Σήμερα είναι Δευτέρα, κάνει κρύο και η γειτονιά είναι ήσυχη. Μια κοπέλα διασχίζει τον δρόμο. 

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Τα κορίτσια - Emma Cline



Σήκωσα το κεφάλι και κοίταξα εξαιτίας του γέλιου, και συνέχισα να κοιτάζω εξαιτίας των κοριτσιών.
Πρώτα πρόσεξα τα μαλλιά τους, μακριά και αχτένιστα. Μετά τα μπιχλιμπίδια τους που άρπαζαν τον ήλιο. Τρεις ήταν, και αρκετά μακριά ώστε να μην μπορώ να διακρίνω παρά το περίγραμμα των χαρακτηριστικών τους, αλλά δεν είχε σημασία -ήξερα ότι ήταν διαφορετικές απ' οποιονδήποτε άλλο στο πάρκο.
Η λάμψη του διαφορετικού, στον ωκεανό της ομοιομορφίας των πλούσιων προαστίων, είναι ικανή να θαμπώσει το βλέμμα, που υποσυνείδητα την αναζητούσε στα κοριτσίστικα περιοδικά, κάτω από τα σκεπάσματα και στα αποτυχημένα πάρτυ, στο ξύπνημα της σεξουαλικότητας. Η Ίβι, με την τότε κολλητή της, όχι ιδιαίτερα δημοφιλής, για να το θέσουμε με τακτ, ένιωθε κάπως άβολα στο περιβάλλον, χωρίς απαραίτητα να έχει εξήγηση για το συναίσθημα αυτό, γύρευε σε μέρη ετερόκλητα, μα πλήρως ελεγχόμενα, το διαφορετικό· και το βρήκε στο πάρκο, μόλις κοίταξε τα κορίτσια.

Χρόνια μετά, φιλοξενούμενη στο σπίτι ενός φίλου, θα συναντήσει τον γιο του και τη φίλη του. Ο νεαρός, μόλις συνειδητοποίησε πως επρόκειτο για την Ίβι, για την οποία τόσα και τόσα είχε ακούσει από τον πατέρα του, είπε ενθουσιασμένος στην κοπελιά του: ήταν σε εκείνη τη σέκτα! Και κάπως έτσι αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι της αφήγησης.

Μια παρένθεση πριν απ' οτιδήποτε άλλο: το παρελθόν έχει λάμψη είτε για όσους το έζησαν αλλά έχουν ασθενή μνήμη, είτε για εκείνους που δεν ήταν εκεί. Για την Ίβι δεν έχει λάμψη άλλη εκτός από εκείνη του κεραυνού.

Τότε δεν θα της περνούσε ποτέ από το μυαλό η λέξη σέκτα, ούτε καν μετά το αποτρόπαιο έγκλημα, τότε ήταν κάτι το διαφορετικό, άνθρωποι που ζούσαν με άλλους όρους, αντιμετωπίζοντας το σώμα και το πνεύμα τους με ελευθερία και άρνηση καλουπώματος. Ο Ράσελ, αρχηγός του κοινόβιου, με το χάρισμα της γοητείας, η Σούζαν με τον μαγνητισμό που ασκούσε στην Ίβι, αλλά και οι υπόλοιποι, ξαναζωντανεύουν στη μνήμη της καθώς διηγείται, πότε στους δύο νεαρούς και πότε στον εαυτό της, την παλιά εκείνη ιστορία. Και αν και εκείνη γλίτωσε από κάθε συνέπεια του νόμου, αφού ποτέ δεν ταυτοποιήθηκε ως μέλος της ομάδας από τις αρχές, εντούτοις τα τραύματα της εμπειρίας ελάχιστα επουλώθηκαν από τη μνήμη.

Γιατί άραγε η Έμα Κλάιν, γεννημένη το 1989, ενδιαφέρεται να διηγηθεί μια ιστορία παλιά; Ίσως γιατί το σκοτάδι που άφηνε μέσα της η λάμψη των διηγήσεων στάθηκε ικανό να τη στοιχειώσει. Ίσως και όχι.

Αν και γενικά απόλαυσα το μυθιστόρημα αυτό, υπήρχε κάτι που με ενοχλούσε διαρκώς, σαν ένα μικρό πετραδάκι στο παπούτσι, το οποίο δεν είμαι σίγουρος τι ακριβώς ήταν· ίσως μία επιτήδευση στην αφήγηση, ίσως και όχι.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Τσιρώνη
Εκδόσεις Ψυχογιός 
  

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Paterson (2016)





Το βράδυ που θα ερχόταν η παγωνιά, η καινούρια ταινία του Τζάρμους, η ουρά για τα εισιτήρια, το κατάμεστο ΑΣΤΥ.

Ο Πάτερσον ζει στο Πάτερσον και οδηγεί το λεωφορείο που πραγματοποιεί τη γραμμή Πάτερσον. Ζει με την ιδιαίτερη κοπέλα του και τον σκύλο της. Κάθε πρωί ξυπνάει από μόνος του κάπου ανάμεσα στις έξι και δέκα και στις έξι και μισή, φιλάει την Λάουρα, που θα συνεχίσει να κοιμάται, τρώει το πρωινό του, που είναι πάντα το ίδιο φλιτζάνι με γάλα και δημητριακά, παίρνει το μεσημεριανό του φαγητό στο μεταλλικό βαλιτσάκι του και πηγαίνει στον σταθμό των λεωφορείων με τα πόδια. Λίγο πριν αρχίσει η βάρδιά του γράφει ποιήματα στο σημειωματάριο του, κάτι που συνεχίζει και στο μεσημεριανό διάλειμμα με θέα τους καταρράκτες του Πάτερσον, και ίσως γυρίζοντας από τη δουλειά στο μικρό, γεμάτο από βιβλία, δωμάτιο γραφείο του. Το βράδυ βγάζει βόλτα τον σκύλο και πίνει μια μπύρα στο μπαρ. Αυτή είναι η ζωή του Πάτερσον, και εκείνος είναι ευχαριστημένος με τη ζωή αυτή.

Ο Τζάρμους ξέρει πώς να διηγηθεί μια απλή ιστορία χωρίς επιτήδευση, να προκαλέσει ομαλά και αβίαστα τη συγκίνηση και το γέλιο, να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα αξέχαστο χωρίς να διαθέτει καμία αρετή υπερήρωα. Σενάριο δουλεμένο στη λεπτομέρεια, με τα απαραίτητα ευρήματα να το υποστηρίζουν. Ίσως ο πλέον Ευρωπαίος Αμερικανός σκηνοθέτης.

Έλλειψη επιτήδευσης. Η έμμονη σκέψη που αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της ταινίας και παρέμεινε στην επιφάνεια και τις επόμενες μέρες. Η ποίηση του Πάτερσον και η κινηματογράφηση του Τζάρμους.

Άργησα, αλλά κατάλαβα, άπαξ και δια παντός, τι είναι εκείνο που κυρίως με ενοχλεί στην ποίηση -όπως αυτή ετεροπροσδιορίζεται: η επιτήδευση. Η αναζήτηση της δύσκολης λέξης, του δυσνόητου εντυπωσιασμού· έτσι δημιουργείται η απόσταση ανάμεσα στις λέξεις και τον αναγνώστη. Και προφανώς αυτό εφαρμόζεται και στις υπόλοιπες μορφές έκφρασης. Η δυσκοιλιότητα στο απλό, η επικράτηση του δήθεν σύνθετου και τελικώς κενού νοήματος, αποτελεί μία μάστιγα. Όχι τη μόνη.

Ήπιων τόνων και έντονης ειλικρίνειας, έτσι θα χαρακτήριζα -επιστρέφοντας στο Paterson- με πέντε λέξεις την τελευταία ταινία του Τζάρμους, με έναν στοχασμό ψιθυριστό και ευδιάκριτο, θα συμπλήρωνα. Μια ωραία ταινία, ίσως να φτάνει μόνο αυτό.

Έξω από την αίθουσα απλώς χιονόνερο, τίποτα παραπάνω. Παρασκευή βράδυ στο κέντρο της πόλης. 

Ή μήπως θα προτιμούσες να είσαι ψάρι;      

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Η γυναίκα που περίμενε - Andreï Makine





Μια γυναίκα τόσο δυνατά προορισμένη για την ευτυχία -για μια ευτυχία, έστω, τελείως σωματική· ναι, μια κοινότοπη σαρκική ευχαρίστηση- που επέλεξε, αμέριμνα θα 'λεγε κανείς, την μοναξιά, την πίστη σ' έναν απόντα, την άρνηση να αγαπήσει...
Η στέρεη εικόνα που συνθέτουμε για τον άλλον, καθορισμένη από τις προσλαμβάνουσες, τις απόψεις και τις εμπειρίες μας, υποβοηθούμενη πάντα από τη δεδομένη απόσταση και την άγνοια. Και αυτό μας απωθεί και μας έλκει, κάποιες φορές ταυτόχρονα. Παράξενο. Και ύστερα, όταν οι δικές μας βεβαιότητες έχουν πια καταρρεύσει, έρχεται αναπόφευκτα η απομάγευση.

Όταν ο νεαρός αφηγητής βρέθηκε στην απομακρυσμένη και ξεχασμένη Σιβηρία, ερχόμενος από την πόλη με τους τίτλους των σπουδών του να τον συνοδεύουν, με τη δεδομένη αντιπάθεια για το καθεστώς και την αγάπη για ό,τι δυτικό, με σκοπό την έρευνα των τοπικών ηθών και εθίμων, γνώρισε τη Βέρα· πρώτα του μίλησαν για τη Βέρα, τη γυναίκα, λίγο μετά τα σαράντα, που είδε τον πρώτο της έρωτα να φεύγει για το μέτωπο στο τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, και έδωσε μια υπόσχεση, να τον περιμένει να γυρίσει, και όχι μόνο δεν γύρισε εκείνος αλλά ούτε και υπήρξε κάποια επίσημη ενημέρωση για το τι απέγινε, και εκείνη έμεινε πιστή στην υπόσχεσή της, να τον περιμένει, και έγινε σχεδόν περίγελος, αντικείμενο ζήλιας όπως όλοι όσοι μένουν πιστοί σε μια απόφασή τους, σε ένα χωριό που ο μέσος όρος ηλικίας είναι μεγάλος, που μία μία οι ηλικιωμένες χήρες πεθαίνουν, εκείνη έχει αναλάβει να τις φροντίζει και να υλοποιεί τις τελευταίες τους επιθυμίες, γι' αυτή τη Βέρα τού μίλησαν, και εκείνος μόλις την είδε κατέγραψε τη βεβαιότητά του στο σημειωματάριο του.

Ο Μακίν είναι από εκείνες τις περιπτώσεις συγγραφέων, που η ανάγνωση του βιογραφικού τους είναι σημαντική για την προσέγγιση του έργου τους· ένας Ρώσος εμιγκρές στη Γαλλία, που ποτέ δεν επέστρεψε πίσω στον τόπο του, γίνεται συγγραφέας και γράφει στα γαλλικά, αν και αρχικά, αδυνατώντας να εξασφαλίσει εκδότη, επέλεξε να παίξει το χαρτί του Ρώσου συγγραφέα, ισχυριζόμενος πως τα κείμενά του, αν και γραμμένα στα γαλλικά, ήταν μεταφράσεις από τα ρωσικά, και έτσι να βρει επιτέλους τον δρόμο προς την έκδοση, πάντα είναι πιο εξωτικός ένας μεταφρασμένος συγγραφέας από έναν ακόμα που επιχειρεί να γράψει  στη μητρική μας, ισχύει και αλλού εκτός από τη μικρή μας χώρα αυτή η ξενομανία. Ο Μακίν πατάει, λοιπόν, αναπόφευκτα σε δύο πραγματικότητες, και αυτό γίνεται εμφανές στο μυθιστόρημά του, παρότι πουθενά δεν γίνεται αναφορά στη Γαλλία.

Και ενώ το βιβλίο αυτό θα μπορούσε άνετα να πάρει τον εύκολο και κακό δρόμο που οδηγεί σε μια ακόμα γλυκανάλατη ερωτική ιστορία, μια ακόμα καταδίκη του υπαρκτού σοσιαλισμού, μια ακόμα αδιάφορη τελικά ιστορία, ο Μακίν καταφέρνει να ακροβατήσει στο όριο και να παραδώσει ένα γλυκό μυθιστόρημα, που σίγουρα δεν αλλάζει τον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας αλλά αποτελεί μια τίμια και ειλικρινή προσπάθεια, δικαιωμένη εκ του αποτελέσματος, στον δρόμο που -για μένα- πρωτοπόρος είναι ακόμα ένας υιοθετημένος Γάλλος, ο Μίλαν Κούντερα.

Τον Μακίν δεν τον γνώριζα, και ήρθε η κυκλοφορία ενός ακόμα μυθιστορήματός του στα ελληνικά (Η ζωή ενός άγνωστου άντρα, μτφρ. Αγγελική Σιγούρου, εκδόσεις Καστανιώτη) για να αποτελέσει την αφορμή για συζήτηση με μια αναγνώστρια που εκτιμώ πολύ, και μετά η τυχαία ανακάλυψη αυτού του μυθιστορήματός του, κατά τι παλαιότερου και δυσεύρετου μάλλον πλέον, για να γίνει η αρχή μιας γνωριμίας που προβλέπεται να έχει μέλλον.


Μετάφραση Μαρία Κράλλη
Εκδόσεις Ηλέκτρα

Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Ανασκόπηση 2016






Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες καταφεύγω στην ανασκόπηση για να διαπιστώσω την πρόοδο, την εξέλιξη, να υψώσω μια ασπίδα απέναντι στη ματαιότητα, μια ασπίδα ίσως μάταιη, αλλά ασπίδα τελικά. Και κάθε χρόνο καταλήγω στο ίδιο πρώτο συμπέρασμα, που αυτόματα μετατρέπεται σε στόχο για την επόμενη χρονιά, για να καταλήξει συμπέρασμα στο τέλος της και να επαναπροσδιοριστεί ως στόχος, για ακόμα μια χρονιά -είναι η πέμπτη ή έκτη φορά νομίζω- και το συμπέρασμα/στόχος ήταν και είναι πως θα έπρεπε/ήθελα να αναρτώ δημόσια ή ιδιωτικά περισσότερα σχετικά με ταινίες, παραστάσεις και μουσικές, γιατί στο τέλος η πλάστιγγα μοιάζει κάπως να γέρνει αποκλειστικά στα βιβλία, γεγονός αναληθές μεν, μα λόγω της αδυναμίας της μνήμης, δύσκολα διαχειρίσιμο και αποδείξιμο. Οπότε έχουμε στόχο: σημειώσεις δημόσιες ή ιδιωτικές για ταινίες, παραστάσεις και μουσικές.

Ω, οι λίστες! Ω, οι λίστες! Τις αγαπώ και τις μισώ, τις μισώ και τις αγαπώ. Από τον Νοέμβρη κιόλας κάνουν την εμφάνισή τους τα καλύτερα της χρονιάς. Ω! Λίστες τεράστιες με πλήθος υποκατηγοριών για όλα τα γούστα, πωλητών και αγοραστών. Λίστες από τις οποίες λείπει ένα ρήμα βασικό, το ρήμα διαβάζω, σε πρώτο ενικό (ή έστω πληθυντικό της ευγενείας) και χρόνο παρελθοντικό, και αφού λείπει ο συντάκτης δεν λέει ψέματα. π.χ. Τα δύο χιλιάδες δεκαεννέα βιβλία της χρονιάς· δεν υπάρχει ψέμα και αναλήθεια, είναι δύο χιλιάδες δεκαεννέα βιβλία, όχι; Σταματώ πάραυτα όμως την γκρίνια, όχι λόγω των ημερών τόσο, όσο γιατί δεν ανακάλυψα την Αμερική.

Ω, οι λίστες! Ω, οι λίστες! Πόσα μαθαίνουμε από τις λίστες, πόσα ανακαλύπτουμε ότι μας διέφυγαν, βιβλία που κάποιοι άλλοι διάβασαν και συγκλονίστηκαν. Οι λίστες μάς τιθασσεύουν το Εγώ, μας υπενθυμίζουν ότι χρειαζόμαστε και τους άλλους, ακόμα και για κάτι τόσο προσωπικό όσο η ανάγνωση, οι λίστες αναδεικνύουν και τις υπέροχες συγγένειες, τους κοινούς τόπους, που διαβήκαμε εν αγνοία μας, αλλά και τις διαφορές, που και πάλι έμειναν αγεφύρωτες..  

Επιστρέφω στην ανασκόπηση πριν από τη λίστα, εκείνη είναι άλλωστε η αόρατη βάση του παγόβουνου. Φέτος έκανα ένα πείραμα, δοκίμασα να φτιάξω μια λίστα χωρίς να καταφύγω στα αρχεία του ιστολογίου, σημείωσα τα βιβλία σε ένα χαρτί, δεν έβαλα περιορισμό αριθμητικό αρχικά, στην πορεία κάποια τα διέγραψα και κάποια άλλα τα υπογράμμισα, δύο και τρεις φορές. Μετά μισή ώρα περίπου είχα μια λίστα. Δεν έχει σημασία και αξία να τη φανερώσω. Εκείνο που έχει σημασία είναι κάποια ποιοτικά χαρακτηριστικά της λίστας αυτής, που, επαναλαμβάνω, συντάχθηκε στηριζόμενη αποκλειστικά στη μνήμη, και τα χαρακτηριστικά αυτά αποκαλύφθηκαν όταν άρχισα να ψαχουλεύω στα αρχεία του ιστολογίου. Χαρακτηριστικό πρώτο: η χρονικά άνιση κατανομή· δηλαδή μεγαλύτερη συγκέντρωση των χρονικά πιο πρόσφατων βιβλίων που διάβασα. Λογικό. Χαρακτηριστικό δεύτερο: η συναισθηματική κατάσταση κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Για να φτιάξει κανείς μια λίστα πρέπει να αποκλείσει κάποια βιβλία, μελετώντας, λοιπόν, μία μία τις αναρτήσεις συνειδητοποίησα πως η μνήμη πέταξε έξω σημαντικά και σπουδαία βιβλία για χάρη άλλων, σαφώς πιο αδύναμων, τα οποία όμως διαβάστηκαν σε κρίσιμες περιόδους και συσχετίστηκαν άπαξ και δια παντός με πρόσωπα και καταστάσεις. Λογικό επίσης.

Για παράδειγμα, και αποκαλύπτοντας λίγο τα χαρτιά μου, στην πρώτη λίστα, εκείνη της μνήμης, ένα από τα πρώτα βιβλία που σημειώθηκαν ήταν Το βιβλίο των παράξενων νέων πραγμάτων του Faber, βιβλίο που στη δεύτερη λίστα δεν υπάρχει. Η πρώτη λίστα έχει την ατέλεια της μνήμης, έχει όμως το συναίσθημα ανόθευτο από τη συγκριτική σκέψη. Η δεύτερη λίστα έχει κάτι αντικειμενικό, η διαδικασία σύνταξής της για την ακρίβεια. Και αυτό το αντικειμενικό, αφού πρώτα το λοιδορήσει κανείς, έρχεται να φωτίσει το συναισθηματικό: η χρονιά ξεκίνησε και τελείωσε με ανάγνωση πολυσέλιδων μυθιστορημάτων, από την Πόλη στις Φλόγες και την Καρδερίνα έως τη Λίγη Ζωή και την Αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, και αυτό δείχνει κάτι, κάτι που μπορεί να φανεί χρήσιμο ως πυξίδα, μπορεί και όχι. Επίσης, η δεύτερη λίστα με οδήγησε σε κενά στα ράφια της βιβλιοθήκης: έχω δανείσει αρκετά από αυτά. Φέτος δάνεισα περισσότερο από κάθε άλλη χρονιά, κάθε χρονιά και πιο εύκολα, χωρίς δεύτερες σκέψεις, χωρίς φόβους και διάθεση προάσπισης περιουσίας, αλλά και πόσα βιβλία δανείστηκα παράλληλα, βιβλία εξαντλημένα και υπέροχα, και ναι, είναι ωραίο να κλείνει ένα κείμενο ανασκόπησης με έναν στόχο που πραγματοποιήθηκε!

Και το ερώτημα που μοιάζει να μένει αναπάντητο: η λίστα σου, No14U;
 

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις που ξέμειναν σε ένα βιβλίο





"Δεν μπορούν να ζήσουνε μονάχοι τους οι άνθρωποι, βιάζονται να συνθέσουν ζεύγη, δεν αντέχουνε τον εαυτό τους τον ίδιο. Τριγυρνούν αγχωμένοι, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανόρεχτα, σαν από υποχρέωση, θαρρείς. Μοιάζει να γυρεύουν μια χωματερή, κάπου να αποθέσουν ό,τι μισούν, να ασχοληθούν με την δυσωδία του άλλου, θα αλλάξει, λένε, θα τον φέρω στα μέτρα μου, σκέφτονται. Είμαστε στην εποχή της σεξουαλικής και συναισθηματικής απελευθέρωσης, έτσι λένε. Κοιτάξτε γύρω σας και πείτε μου τι βλέπετε εσείς. Ανθρώπους, μεταξύ τους ξένους, που η σεξουαλική τους ζωή είναι ταμπού. Όχι; Και οι δικαιολογίες έτοιμες στη φαρέτρα: η ρουτίνα, η τριβή, το τέλος του έρωτα και του ενθουσιασμού. Εν κατακλείδι: έτσι συμβαίνει, λένε. Ύστερα κάνουνε παιδιά και η γνώση ταξιδεύει στους αιώνες. Ας μην είμαστε αυστηροί, ας μην είμαι δηλαδή. Δεν είναι αποδεκτό να είναι μόνος του κανείς. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να παραλάβει το δέμα για λογαριασμό σας, με ρώτησε με φυσικότητα η υπάλληλος του γραφείου ταχυμεταφορών τις προάλλες. Είναι και η πίεση της οικογένειας, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά. Είναι και οι αποκατεστημένοι που υψώνουνε σαν λάβαρα παιδιά και συζύγους. Είναι και η ανάγκη για συντροφικότητα, κυρίως αυτή είναι. Είναι πολλά. Και είμαστε αδύναμοι."

Η υπογραφή στο τέλος ήταν δυσδιάκριτη, αντίθετα με την πόλη: Αθήνα, και την ημερομηνία: 18/5/2015. Μια σελίδα τετραδίου σπιράλ, με δύο κόκκινες κάθετες γραμμές να διατηρούν τα όρια, και αρκετές παράλληλες μπλε να εξασφαλίζουν την ευθεία. Δεν το βρήκα παρά όταν έφτασα σπίτι, στο παλαιοβιβλιοπωλείο ήμουν χαρούμενος που ανακάλυψα το μυθιστόρημα του Πελέβιν, Η ζωή των εντόμων. Το μυθιστόρημα δεν το έχω διαβάσει ακόμα.   



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινός στόχος - Ricardo Piglia





Ο Τόνι Ντουράν ήταν ένας τυχοδιώκτης και επαγγελματίας τζογαδόρος και βρήκε την ευκαιρία να κερδίσει το μεγαλύτερο στοίχημα όταν συνάντησε τυχαία τις αδερφές Μπελαντόνα. Ήταν ένα ménage á trois που σκανδάλισε την κωμόπολη και απασχόλησε για μήνες την προσοχή των κατοίκων. Παρουσιαζόταν πάντα με μία απ' αυτές στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Πλάσα, κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν αυτή που είχε μαζί του μιας και οι δίδυμες ήταν τόσο όμοιες μεταξύ τους που είχαν ίδιο ακόμη και τον γραφικό τους χαρακτήρα. Ο Τόνι δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ και με τις δύο ταυτόχρονα, αυτό το κρατούσε για τις πολύ ιδιωτικές στιγμές, κι εκείνο που εντυπωσίαζε περισσότερο όλο τον κόσμο ήταν η σκέψη ότι οι δίδυμες κοιμούνταν μαζί. Όχι τόσο ότι μοιράζονταν τον ίδιο άντρα αλλά ότι μοιράζονταν η μία την άλλη.
Και αν η εμφάνιση του Τόνι Ντουράν στάθηκε ικανή απλώς να αναστατώσει τη μικρή πόλη, η δολοφονία του πυροδότησε, πέρα από το αναμενόμενο κουτσομπολιού και την έμφυτη τάση για υποθέσεις και σενάρια, και μια σειρά από κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις.

Και αν αρχικά ο Τόνι Ντουράν μοιάζει  να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, έστω και νεκρός, ο Πίλια εμπλέκει στην ιστορία του αρκετούς ακόμα πρωταγωνιστές, χαρίζοντας σε καθέναν απ' αυτούς το μερίδιο που του αναλογεί στην ιστορία, μετατοπίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνεχώς τη φωτεινή δέσμη με την οποία σημαδεύει τη σκηνή.

Και αν εσύ, αναγνώστη, πιστεύεις πως θα διαβάσεις ένα απλό νουάρ μυθιστόρημα, με μια δολοφονία και μια πικάντικη ερωτική ιστορία, τότε ίσως να απογοητευτείς ή μάλλον, πιθανότερα, να γοητευτείς από την απαράμιλλη ικανότητα του Πίλια στη διήγηση.
Η μητέρα μου λέει ότι το να διαβάζεις σημαίνει να σκέφτεσαι, είπε η Σοφία. Δεν εννοεί ότι διαβάζουμε και μετά σκεφτόμαστε, αλλά ότι σκεφτόμαστε κάτι και το διαβάζουμε σε ένα βιβλίο που μοιάζει γραμμένο από μας αλλά δεν έχει γραφτεί από μας, αλλά κάποιος σε κάποια άλλη χώρα, σε άλλο τόπο, στο παρελθόν, το έχει γράψει ως μια σκέψη που ακόμα δεν την έχουμε σκεφτεί, μέχρι και τυχαία, πάντα τυχαία, ανακαλύπτουμε το βιβλίο όπου βρίσκεται εκφρασμένο με σαφήνεια εκείνο που, με τρόπο θολό, δεν είχαμε ακόμα σκεφτεί εμείς. Όχι όλα τα βιβλία, βέβαια, αλλά ορισμένα βιβλία που μοιάζουν να είναι αντικείμενα της δικής μας σκέψης και προορίζονται για μας. Ένα βιβλίο για τον καθένα από μας.  
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν, ή μάλλον ένιωθα, πως ο τρόπος που αφήνει ο Πίλια τις προτάσεις στο χαρτί, όχι όλες είναι η αλήθεια, και όχι απαραίτητα μόνο εκείνες που συνοδεύουν ως σκέψη τις προτάσεις εκείνες που εξελίσσουν την πλοκή, ένιωθα, λοιπόν, πως μοιάζουν, κάποιες από τις προτάσεις του Πίλια, με κομήτες. Και οι κομήτες έχουν την ιδιότητα να εντυπωσιάζουν και να παραπλανούν αρχικά με τη λάμψη τους, να καθηλώνουν με την κίνησή τους και να στρέφουν το βλέμμα του παρατηρητή προς την πορεία στην οποία κατευθύνονται, αλλά η πραγματική μαγεία και εκείνο που ισχυρότερα εντυπώνεται στη μνήμη είναι η φωτεινή ουρά τους, που διαγράφεται στο στερέωμα.

Το έρημο εργοστάσιο, υπό την απειλή της οριστικής και αμετάκλητης χρεοκοπίας καθώς τα χρέη προς τις τράπεζες είναι δυσθεώρητα, το όραμα και η δονκιχωτική επιμονή του Λούκα Μπελαντόνα, αδελφού των διδύμων, το πάθος του για την έρευνα, αλλά κυρίως η ματαιότητα μοιάζουν μια ευθεία αναφορά σε ένα άλλο εμβληματικό έργο της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, Το ναυπηγείο του Ουρουγουανού Χουάν Κάρλος Ονέτι.

Και επανερχόμενος στο πλήθος των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, αξίζει ειδική μνεία ο δημοσιογράφος Ρένσι, ο οποίος βρέθηκε τυχαία στη μικρή πόλη κατά την εξέλιξη της υπόθεσης και τον οποίο ο Πίλια μετατρέπει σε αφηγητή, αποκαλύπτοντάς τον σταδιακά -ειπωμένο καλύτερα- ως αφηγητή, έναν αφηγητή που για χρόνια διηγιόταν την ιστορία του Τόνι Ντουράν και της οικογένειας Μπελαντόνα, χρόνια μετά το τέλος της ιστορίας, αν υποθέσουμε πως οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν, και το βιβλίο αποτελεί ακριβώς αυτή την αποσπασματική και εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία διήγηση, σε ένα λογοτεχνικό εύρημα εντυπωσιακά λειτουργικό.

Και ποιος καταλληλότερος από τον ίδιο τον συγγραφέα, έστω και διαμέσου του αφηγητή του, για να μιλήσει για το ίδιο το βιβλίο, μέσα από το ίδιο το βιβλίο; Κανείς.
Θα έπρεπε να επινοήσουμε ένα καινούριο αστυνομικό λογοτεχνικό είδος, την παρανοϊκή μυθοπλασία. Οι πάντες είναι ύποπτοι, οι πάντες νιώθουν κυνηγημένοι. Ο εγκληματίας πλέον δεν είναι ένα άτομο απομονωμένο, αλλά μια συμμορία που έχει την απόλυτη εξουσία. Ουδείς αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει· τα ίχνη και οι μαρτυρίες αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι υποψίες μένουν στον αέρα, σαν να αλλάζουν μαζί με κάθε ερμηνεία. Το θύμα είναι ο πρωταγωνιστής και το επίκεντρο της πλοκής· όχι πια ο έμμισθος ντετέκτιβ ή ο πληρωμένος δολοφόνος.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη