Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2023

Λεωφόρος Λίνκολν - Amor Towels

Στο μίνι αφιέρωμα που έκανα στα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα τη χρονιά που πέρασε, κείμενο το οποίο βρίσκετε εδώ, έγραφα σχετικά με την επιλογή του Λεωφόρος Λίνκολν: «Η Α. είναι ίσως η πιο δύσκολη αναγνώστρια που ξέρω, κοινώς: το ένα της βρωμάει και το άλλο της ξινίζει. Τρελάθηκα με το βιβλίο αυτό, μου είπε, γεγονός ικανό να εκτοξεύσει τις προσδοκίες μου. Δεν αρκέστηκε μάλιστα στον γεμάτο ενθουσιασμό λόγο, μου το έκανε δώρο, για να μην έχω καμία δικαιολογία. Α., συγγνώμη. Το συντομότερο δυνατό, υπόσχομαι». Και να που έφτασε η στιγμή. Ήθελα ένα καλό page turner, να διαβάζεται γρήγορα και αβίαστα, αλλά στο τέλος να μην «ντρέπομαι» γι' αυτό. Αυτός ήταν ο ορίζοντας προσδοκιών τραβώντας το Λεωφόρος Λίνκολν από το ράφι με τα αδιάβαστα. Ήταν η πρώτη γνωριμία με τον Άμορ Τόουλς.

12 Ιουνίου 1954. Η διαδρομή από τη Σαλίνα στο Μόργκεν ήταν τρεις ώρες και στο μεγαλύτερο μέρος της ο Έμετ δεν είχε πει λέξη. Για καμιά εξηνταριά μίλια ο Γουίλιαμς, ο διευθυντής της φυλακής, έκανε προσπάθειες να του πιάσει φιλική κουβέντα. Διηγήθηκε μερικές ιστορίες από την παιδική του ηλικία πέρα στις Ανατολικές Πολιτείες και έκανε στον Έμετ κάποιες ερωτήσεις γύρω από τη ζωή του στο αγρόκτημα. Αλλά ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπαν ο ένας τον άλλο και ο Έμετ δεν έβλεπε τον λόγο να ασχολείται πια με όλα αυτά. Έτσι, όταν πέρασαν τα σύνορα του Κάνσας με τη Νεμπράσκα και ο διευθυντής άνοιξε το ραδιόφωνο, ο Έμετ κοίταξε έξω από το παράθυρο το λιβάδι και κράτησε τις σκέψεις του για τον εαυτό του. Όταν έφτασαν πέντε μίλια νότια της πόλης, ο Έμετ έδειξε από το παρμπρίζ.
«Στην επόμενη έξοδο στρίψτε δεξιά. Θα δείτε ένα άσπρο σπίτι τέσσερα μίλια πιο κάτω».
Ιούνιος, 1954. Ο δεκαοχτάχρονος Έμετ Γουάτσον αποφυλακίζεται νωρίτερα λόγω του θανάτου του πατέρα του· η μητέρα του τους έχει εγκαταλείψει από χρόνια. Ο νεαρός είχε καταδικαστεί σε δεκαπέντε μήνες φυλάκιση για φόνο εξ αμελείας, ποινή την οποία εξέτισε σε αναμορφωτήριο ανηλίκων. Επιστρέφει με το υπηρεσιακό όχημα στο σπίτι του στη Νεμπράσκα, όπου έχει απομείνει μόνος του ο Μπίλι, ο οκτάχρονος αδερφός του, τη φροντίδα του οποίου έχει αναλάβει η νεαρή γειτόνισσα.

Εν τω μεταξύ, το σπίτι και το αγρόκτημα έχουν κατασχεθεί, απόρροια χρεών και υποθήκης. Ο Έμετ έχει αποφασίσει να πάρει τον αδερφό του και να φύγουν, να πάνε στην Καλιφόρνια, εκεί που πιστεύει πως θα έχουν μια καλύτερη τύχη. Ο πατέρας τους είχε καταφέρει να τους αφήσει ένα φάκελο με χρήματα, κρυμμένο στη ρεζέρβα του αυτοκινήτου τού Έμετ. Φτάνοντας στην ανατολική ακτή, το σχέδιο του είναι να αγοράσει κάποιο σπίτι σε άσχημη κατάσταση, το οποίο αφιερώνοντας προσωπική εργασία να το επισκευάσει και να το πουλήσει σε ψηλότερη τιμή. Με τα χρήματα αυτά να αγοράσει ένα επόμενο και ούτω καθεξής.

Το αρχικό σχέδιο θα ανατραπεί, όταν δύο συγκρατούμενοι του Έμετ, ο Ντάτσες και ο Γούλι, εμφανίζονται μπροστά του λίγη ώρα αφού ο διευθυντής του αναμορφωτηρίου έφυγε. Είχαν καταφέρει να τρυπώσουν στο πορτμπαγκάζ, βρίσκοντας έτσι μια ανέλπιστη ευκαιρία δραπέτευσης. Μετά από έντονες διαφωνίες, ο Ντάτσες θα καταφέρει να τους πείσει να κάνουν μια παράκαμψη και να τους αφήσουν στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας του Γούλι, όπου υπάρχει ένας κρυμμένος θησαυρός. Σπουδαία ευκαιρία, λέει ο Μπίλι, θα ακολουθήσουμε τη Λεωφόρο Λίνκολν, τον πρώτο διηπειρωτικό δρόμο στην Αμερική, που ενώνει το κέντρο της Νέας Υόρκης με το Σαν Φρανσίσκο.

Κάπως έτσι, η περιπέτεια θα ξεκινήσει.

Μυθιστόρημα δρόμου που διαδραματίζεται σε μια εποχή που η καταφυγή στη γοητεία της περιπλάνησης είχε κυριεύσει μεγάλο μέρος της αμερικανικής νεολαίας και η μπητ κουλτούρα γνώριζε άνθιση. Ο Τόουλς αποτίει με τον τρόπο του έναν φόρο τιμής σε μια παρελθούσα εποχή ιδιότυπης ρομαντικότητας και δυνατοτήτων διαφυγής, όταν ένα απλό βάψιμο του αυτοκινήτου ήταν ικανό να παραπλανήσει τις διωκτικές αρχές και η ψηφιακή πραγματικότητα δεν υπήρχε παρά μόνο στις σελίδες της λογοτεχνίας του φανταστικού. Και το κάνει αυτό με τον τρόπο του, έναν τρόπο που θα τον χαρακτήριζα ασφαλή και σύμφωνο των συγγραφικών δυνατοτήτων αλλά και επιδιώξεών του. Σκοπός του Αμερικανού συγγραφέα είναι μια καλογραμμένη ιστορία, που ιδανικά να αποδειχτεί ευπώλητη, μια ιστορία με αρκετή ποσότητα δράσης, αναμενόμενες ανατροπές, ικανοποιητικά δοσμένους χαρακτήρες που ωστόσο αντλούν αρκετά από τη στερεοτυπία, χωρίς ιδιαίτερους πειραματισμούς στη φόρμα και στην αφήγηση, με στόχο ένα τίμια χορταστικό μυθιστόρημα, ικανό να χαρίσει αρκετές ώρες διασκέδασης στον αναγνώστη και, γιατί όχι, να μεταφερθεί κάποια στιγμή στη μεγάλη οθόνη.

Ο τρόπος αφήγησης είναι κλασικότροπος, σε τέτοιο βαθμό που αρκετές φορές κοίταξα να επιβεβαιώσω πως το μυθιστόρημα έχει όντως γραφεί πρόσφατα και όχι στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Και αυτή η κλασικότροπα γνώριμη αφήγηση διαθέτει κάτι το καθησυχαστικά οικείο. Το μοναδικό ίσως αφηγηματικό τρικ που ο Τόουλς κάνει είναι η εναλλαγή από πρώτο σε τρίτο πρόσωπο, με μόνη σταθερή απόφαση πως ο Έμετ δεν αφηγείται ποτέ. Το μυθιστόρημα είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, καθένα εκ των οποίων φέρει το όνομα του χαρακτήρα μέσω του οποίου παρακολουθούμε την εξέλιξη της δράσης. Η εναλλαγή αφηγηματικού προσώπου είναι ένα εύρημα μάλλον αχρείαστο, αλλά όχι ενοχλητικό, περισσότερο ευκολίας παρά χρηστικότητας, αντίθετα με τον χωρισμό των κεφαλαίων και τις διαφορετικές οπτικές γωνίες θέασης της ιστορίας που λειτουργεί άψογα. Μυθιστόρημα που πατάει με το ένα πόδι στη δράση και με το άλλο στους χαρακτήρες. Ο Τόουλς παίρνει υψηλό βαθμό και στα δύο, χωρίς να λάβει αχρείαστα ρίσκα, πετυχαίνοντας να μην ξεχειλώσει τη δράση και τις ανατροπές περισσότερο από το αληθοφανές, χωρίς να σκεπάσει η δράση τα υποκείμενά της, ενώ ταυτόχρονα παραδίδει πέντε καλοσχηματισμένους χαρακτήρες, εκ των οποίων σίγουρα ξεχωρίζει ο οκτάχρονος Μπίλι, ένας αξέχαστος, συμβατός με την ηλικία του, μπόμπιρας, που αποδεικνύεται καταλύτης στην εξέλιξη και προώθηση της πλοκής, χωρίς να πάσχει από τη συνήθη λογοτεχνική ασθένεια της ηλικίας του, να συμπεριφέρεται, δηλαδή, σαν ενήλικας σε σώμα παιδικό.

Η Λεωφόρος Λίνκολν είναι ένα μυθιστόρημα που δεν υπόσχεται περισσότερα απ' όσα έχει να προσφέρει και αποδείχτηκε ιδανική συντροφιά, ανταποκρινόμενο σε μεγάλο βαθμό στον ορίζοντα που είχα αυθαίρετα κατασκευάσει γι' αυτό πριν από την ανάγνωση.

Μετάφραση Ρηγούλα Γεωργιάδου
Εκδόσεις Διόπτρα

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2023

Μια φιλία - Silvia Avallone

Γύρευα ένα πολυσέλιδο καταφύγιο από την άρρωστη πραγματικότητα. Πέρασα κάποια ώρα ξεφυλλίζοντας τα υποψήφια βιβλία, η επιλογή έπρεπε να είναι η κατάλληλη, ελάχιστο περιθώριο υπήρχε για λάθη. Στο μυθιστόρημα της Αβαλόνε στάθηκα λίγο παραπάνω· μάλιστα, ξεκίνησα να το διαβάζω χωρίς να έχω ολοκληρώσει επίσημα τις συνεντεύξεις –μετά από ώρες και με την αναπόφευκτη ενοχή, τακτοποίησα τα απορριφθέντα πίσω στο ράφι με τα προσεχώς. Πρώτα στάθηκα στο αόριστο άρθρο του τίτλου, στη συναισθηματική αντίστιξη που αυτό το μια γεννούσε δίπλα στη φιλία, αυτή η απόπειρα κατάλυσης της μοναδικότητάς της, της ρίψης της από τον θρόνο απ' όπου βασίλευε κάποτε, παλιά. Ύστερα ήταν η πρώτη λέξη: Μπολόνια· παρότι εγώ ακόμα επιμένω να τη γράφω με ωμέγα, άλλωστε, έτσι την έγραψα πρώτη φορά στην αίτηση, έτσι βρέθηκα εκεί, πάνε πολλά χρόνια, συγχωρέστε με.

Το Μια φιλία είναι η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της τριαντατριάχρονης Ελίζα. Ζει στη Μπολώνια, παλεύει με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου που δίνει το πανεπιστήμιο και τον ρόλο του εξ ημισείας γονέα. Είναι 18 Δεκεμβρίου 2019, 2 η ώρα τη νύχτα, όταν αποφασίζει να επιστρέψει στην ημερολογιακή καταγραφή της ζωής της, συνήθεια που είχε από μικρή μα εγκατέλειψε όταν έπαψαν να είναι φίλες με τη Μπεατρίτσε. Γιατί με την Μπεατρίτσε υπήρξαν κάποτε φίλες, κολλητές. Σε εκείνη και μόνο απευθύνονται οι γραμμές αυτές, στη Μπεατρίτσε, που από μικρή ξεχώριζε, που κατάφερε να κατακτήσει τον κόσμο, να γίνει πολυπόθητη ινφλουένσερ για κάθε διαφημιστή και κέντρο προσοχής για ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης, με κάθε ψηφιακή της παρουσία να γεννά ένα τσουνάμι αντιδράσεων. Χωρίς την Ελίζα, όλα αυτά.

Η Αβαλόνε στήνει έξυπνα τον μηχανισμό που κινεί την αφήγηση. Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση στη Μπεατρίτσε δικαιολογεί όλα τα κενά, οι δυο τους, άλλωστε, τα γνωρίζουν όλα. Με διαρκείς αναλήψεις από το παρελθόν, η Ελίζα επανασυνθέτει την ιστορία των δυο τους, σε μια απόπειρα να καταλάβει, να δικαιολογήσει, να υπερασπιστεί, να κατηγορήσει,  να θυμηθεί όλα όσα έλαβαν χώρα πριν από το εκκωφαντικής σιωπής κενό που μεσολάβησε όταν έπαψαν πια να είναι φίλες. Τα ερωτήματα που αναπόφευκτα γεννούνται στον αναγνώστη απαντώνται στην εξέλιξη της αφήγησης, όταν το παζλ υποδέχεται τα τελευταία κομμάτια του, ακόμα και το κυρίως ζητούμενο: τι είναι αυτό που πυροδότησε την ανάγκη της Ελίζα να επανέλθει στην ημερολογιακή καταγραφή της ζωής της;

Η συγγραφέας πετυχαίνει να προσδώσει το απαραίτητο συναισθηματικό φορτίο στην αφήγηση της Ελίζα. Αυτό το φορτίο αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ολόκληρου του μυθιστορήματος, αυτό δικαιολογεί τον όγκο και το περιεχόμενο, την ανάγκη, εν τέλει, η ιστορία αυτή να ειπωθεί. Μια φωνή γεμάτη ειλικρινή πόνο για όσα πέρασαν και χάθηκαν, για τις δυνατότητες ευτυχίας που ξέφτισαν, για τις εναλλακτικές πραγματικότητες που πολιορκούν τον αγώνα για το σήμερα, για τον χρόνο που όλο τρέχει. Ωστόσο, η πειστικότητα της φωνής επιβάλλει και σε συναισθήματα πιο δεύτερα, λιγότερο ή καθόλου εκλεπτυσμένα, να μπλεχτούν στα κλαδιά της αφήγησης, συναισθήματα όπως ο φθόνος και η πίκρα δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν· το εγώ που γλύφει το τραύμα του, που αποδέχτηκε πως πόνεσε, που χρειάστηκε να βρει ψήγματα πίστης στον εαυτό, αν είναι να λέμε αλήθειες δηλαδή. Η Αβαλόνε ρίχνει αρκετή δόση πραγματικής ζωής στο καζάνι της ιδεατής εφηβικής φιλίας και καταφέρνει να φωτίσει επαρκώς μια σκοτεινή γωνιά της ενήλικης ζωής, την ανάγκη για μια εφηβικής έντασης φιλία.

Και αν ένα μεγάλο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης που βίωσα διαβάζοντας το μυθιστόρημα της, σχεδόν συνομήλικής μου, Αβαλόνε είχε να κάνει με τον τόπο, τη Μπολώνια δηλαδή, την πόλη εκείνη που ακόμα και ξεβράκωτος με ροζ μαλλί να κυκλοφορήσεις μέρα μεσημέρι ελάχιστοι θα στρέψουν το κεφάλι, την «κόκκινη» Μπολώνια με τις πλατείες της και το παρελθόν που τη βαραίνει,  με τους φοιτητές και τους πύργους της, ετούτο από μόνο του δεν θα ήταν αρκετό. Η οξυδερκής αποτύπωση του τόπου είναι ωστόσο μια βασική συνισταμένη της συγχρονίας, που αποτελεί ένα βασικό προσόν του μυθιστορήματος αυτού. Γεννημένη το '84, η Αβαλόνε έχει ζήσει τη μετάβαση στην ψηφιακή πραγματικότητα, τη ρομαντική αρχή και τη χαοτική εξέλιξη του διαδικτύου, το τέλος της αναλογικής εποχής. Και αυτό δεν αποτυπώνεται μόνο μέσα από την επιτυχία της Μπεατρίτσε χάρη στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά αφήνει διακριτά σημάδια σε κάθε πτυχή της ζωής, επομένως και της αφήγησης.

Η λογοτεχνία είναι πανταχού παρούσα στο μυθιστόρημα αυτό. Η αγάπη γι' αυτή, η ανάγκη γι' αυτή, η επιστροφή πάντα σ' αυτή. Η ιταλική λογοτεχνία αλλά και η μεταφρασμένη, η παλιότερη αλλά και η νεότερη, η Έλσα Μοράντε αλλά και ο Φίλιπ Ροθ, και σίγουρα η Φεράντε, που έστρεψε και πάλι το βλέμμα προς την Ιταλία. Η σύγχρονη τάση στην αυτομυθοπλασία δεν θα μπορούσε να λείπει. Η Αβαλόνε κλείνει το μάτι στο autofiction, χρησιμοποιώντας ως δούρειο ίππο την Ελίζα. Επιλέγει μεν μια παραδοσιακή φόρμα αφήγησης, εκείνη της ημερολογιακής καταχώρησης, αλλά ταυτόχρονα οπλίζει το άλτερ έγκο της με τη φιλοδοξία πως όλες αυτές οι λέξεις θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα μυθιστόρημα. Ένα έξυπνο παιχνίδι ανάμεσα στο αληθινό και το μυθοπλαστικό, που καθρεφτίζει τον χώρο ανάμεσα στην ψηφιακή και αναλογική εκδοχή της ζωής, ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι, ανάμεσα στο ειπωμένο και το ανείπωτο, επιχειρώντας να διερευνήσει στο ερώτημα για το αν η ζωή αποκτά υπόσταση αποκλειστικά και μόνο μέσα από την αφήγηση, αν απαιτείται η παρουσία ενός τρίτου, ενός αυτόπτη μάρτυρα στο δωμάτιο της ύπαρξης ή αν αλλιώς όλα είναι μάταια και χαμένα.

Χορταστικό μυθιστόρημα που επιβάλλει υψηλό αναγνωστικό ρυθμό χωρίς αυτό να βαίνει εις βάρος των ποιοτικών χαρακτηριστικών του. Φιλόδοξο, χωρίς να υποχωρεί υπό το βάρος αυτό, και καλογραμμένο. Το Μια φιλία υπήρξε το πολυσέλιδο καταφύγιο που είχα ανάγκη.

υγ. Μακάρι να συνεχιστεί και το '23 αυτό το σερί καλής ιταλικής λογοτεχνίας που ξεκίνησε το '22 και για το οποίο περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

Μετάφραση Λούλα Καραγιαννάκη
Εκδόσεις Αίολος

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2023

σωματίδια - Ματίνα Αποστόλου

Τα σωματίδια, το λογοτεχνικό ντεμπούτο της Ματίνας Αποστόλου (aka intellectual thighs), κυκλοφόρησαν σχεδόν μέσα στις γιορτές, στις καθυστερήσεις της χριστουγεννιάτικης εκδοτικής παραγωγής, με αποτέλεσμα να μην μπουν παρά σε ελάχιστες λίστες αγαπημένων, επιλεγμένων ή ό,τι άλλων βιβλίων του '22. Η αναγγελία της έκδοσης, νωρίτερα μέσα στη χρονιά, είχε προκαλέσει αρκετές, όχι αποκλειστικά λογοτεχνικές, συζητήσεις στην κόψη του κουτσομπολιού, με ρητορικά ως επί το πλείστον ερωτήματα που περισσότερο είχαν να κάνουν με την ενδεχόμενη έξοδο από την ντουλάπα της ψευδώνυμης και άνευ προσώπου παρουσίας της στο ίνσταγκραμ, παρά με τις ενδεχόμενες ή μη αρετές της γραφής της. Και το βιβλίο, όπως είπα, κυκλοφόρησε σχετικά αργά για να προλάβει το έλκηθρο με τα δώρα, κατάφερε ωστόσο να σηκώσει ένα ενθουσιαστικό κύμα, όχι τόσο συζητήσεων όσο φωτογραφιών στην επικράτεια του ίνσταγκραμ, εκεί που η Μπούτια και Διανόηση διαθέτει έναν αξιοσέβαστο (δηλαδή τεράστιο για τα δεδομένα της ελληνικής αγοράς βιβλίου) αριθμό ακολούθων.

Δεν είναι εύκολο να διαφύγει των προκαταλήψεών του κανείς. Συχνά, δε, παραμένει αιχμάλωτός τους δια βίου. Δεν κρύβω πως είχα αρκετές επιφυλάξεις, οι οποίες στηρίζονταν αποκλειστικά και μόνο στην ευκολία που θεωρούσα πως θα είχε μια διαδικτυακή διασημότητα να βρει εκδοτικό οίκο για το πόνημά της. Υπάρχουν άλλωστε αρκετά παραδείγματα που δικαίωσαν αυτή την προκατάληψη, δυνατοί λογαριασμοί που συγγραφικά αποδείχτηκαν τουλάχιστον αδύναμοι. Είχα όμως και μια περιέργεια που ίσως να έχει τις ρίζες της στο ακαδημαϊκό παρελθόν μου στα οικονομικά, σε αυτή την ψευδοεπιστήμη υποθέσεων και μοντέλων, μια περιέργεια να δω αν αυτή η οδός έλευσης ενός βιβλίου θα μπορούσε να του εξασφαλίσει μια εμπορική επιτυχία ή θα ακολουθούσε την αποτυχημένη μοίρα αντίστοιχων πονημάτων που δεν κατάφεραν να κεφαλαιοποιήσουν το δίκτυο ψηφιακής επιρροής που διέθεταν, παρά το σπαμάρισμα και τον βομβαρδισμό στον οποίο ανάλωσαν περισσότερο της συγγραφής χρόνο και κόπο· άλλωστε, κάθε τι, λένε οι Ισπανοί, υποχωρεί τελικά από το ίδιο του το βάρος. Τις προάλλες διάβασα πως επίκειται δεύτερη έκδοση, ενώ ήδη δειλά δειλά το βιβλίο κάνει την εμφάνισή του σε κάποιες λίστες με ευπώλητα. Είμαι σίγουρος πως όσο και αν ισχύει πως κάθε τι που λέγεται για ένα βιβλίο, θετικό ή αρνητικό, συμβάλλει στην καριέρα του εκεί έξω, η Αποστόλου ίσως να μην είναι ικανοποιημένη βλέποντας τις, ως τώρα λίγες, παρουσιάσεις του βιβλίου της να ξοδεύουν μεγαλύτερο εμβαδό στα παραφερνάλια παρά στο ίδιο το βιβλίο ως μορφή και ως περιεχόμενο.

Τα σωματίδια είναι ένα βιβλίο για το τραύμα, που με δυσκολία επουλώνεται, που μέχρι τότε ματώνει ξανά και ξανά, εκεί που δεν το περιμένεις πια, εκεί που μοιάζει να ανήκει σε ένα μακρινό παρελθόν, ένα βιβλίο για το τραύμα που συχνά επιφέρουμε εμείς στον ίδιο μας τον εαυτό, καταφεύγοντας στον αυτοτραυματισμό ως ένα υπόμνημα, για το κοινό τραύμα που μας δένει με άγνωστους ανθρώπους, ένα βιβλίο που άμεσα ή έμμεσα, αφήνοντας τον απαραίτητο χώρο, μιλά για το τραύμα της μνήμης, του φύλου, της γενιάς, της τάξης, της οικογένειας, της βιολογικής ρώμης, αλλά και για τα αντίστοιχα προνόμια. Ήδη από την αρχή, η Αλίκη, πιθανό άλτερ έγκο της συγγραφέως και πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια μέρους του βιβλίου, λέει: Το σώμα μου έχει μνήμη. Την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Αλίκης διαδέχεται η τριτοπρόσωπη ενός παντογνώστη αφηγητή, ενώ σε αγκύλες στην αρχή κάθε κεφαλαίου δίνονται τα πρόσωπα της επί μέρους πλοκής· η μητέρα της, που η Αλίκη επιμένει να αποκαλεί Ρένα· ο σύντροφός της, ο Κώστας, που προσπαθεί να δηλώνει παρών· φίλοι από τα παλιά, η οικογένεια που θα θέλαμε να έχουμε· μητέρες στη στάση του σχολικού, με τις οποίες η Αλίκη θα μπορούσε ίσως να πιει έναν καφέ· μια ανύπαντρη θεία που διάβαζε πολύ και πέθανε νέα.

Παρέα με τις επιφυλάξεις και την περιέργεια είχα και προσδοκίες. Βεβαίως και είχα. Πιο εύκολα ξεφορτώνεται κανείς τις προκαταλήψεις, παρά τις προσδοκίες του για τα πράγματα. Έτσι, λοιπόν, ανέμενα ένα βιβλίο σχετικό με την αναγνωστική παρουσία της Αποστόλου στο διαδίκτυο, ένα βιβλιοφιλικό βιβλίο, με ιστορίες από τα παρασκήνια της ανάγνωσης, με το ταξίδι της ανάγνωσης, με την εμπειρία της ανάγνωσης, ένα βιβλίο για την ανάγνωση δηλαδή, και πιο συγκεκριμένα για τη γυναικεία ανάγνωση, ένα φεμινιστικό αυτομυθοπλαστικό βιβλιοφιλικό βιβλίο δηλαδή για να συνοψίσω την προσδοκία που είχα. Προφανής προσδοκία, χωρίς κάποια έκπληξη, το παραδέχομαι, προσδοκία δε, υποβοηθούμενη αρκετά από την πρώτη παράγραφο.

Έχασα την παρθενιά μου στα 17. Πήρα το λεωφορείο για την πόλη που σπούδαζε το πρώτο μου αγόρι, αποφασισμένη να του προσφέρω την τιμή διάρρηξης ενός υμένα, ενώ συγχρόνως θα έχανα τη δική μου. Στην επιστροφή, πίεζα δυνατά τα πόδια μεταξύ τους, για να θυμίσω στο κορμί μου αυτό που είχε συμβεί. Με τη λεκάνη μου πιασμένη, ένωνα τους μηρούς με δύναμη μέχρι να νιώσω τρέμουλο, έκλεινα τα μάτια και το εσώρουχό μου είχε μουσκέψει, γιατί το σώμα μου είχε μνήμη.
Το σώμα μου έχει μνήμη.
Στη συνέχεια ωστόσο, ο αρχικός αναγνωστικός ορίζοντας κατέπεσε με πάταγο, τα μότο από βιβλία στην αρχή κάθε κεφαλαίου δεν ήταν αρκετά για την υποστύλωσή του, η αυτομυθοπλασία παρέμεινε κάπως στο περιθώριο της γραφής. Εκείνο που έμεινε ήταν η Αλίκη, μια γυναίκα στον σύγχρονο κόσμο, μια γυναίκα που διαθέτει χαρακτηριστικά γνώριμα, που θα ήθελε η Ελίζαμπεθ Στράουτ να γράψει ένα βιβλίο για εκείνη. Άλλωστε, στο κεφάλαιο (Το αίμα) με την Αλίκη στο κρεβάτι του νοσοκομείου και τη μητέρα της στο πλευρό της θυμίζει έντονα την αντίστοιχη σκηνή στο Το όνομά μου είναι Λούσυ Μπάρτον.

Θραυσματικό, χωρισμένο σε ολιγοσέλιδα κεφάλαια, το μυθιστόρημα της Αποστόλου διαθέτει έντονο εμβαδό στο σήμερα. Ο κόσμος που περιγράφει στο κενό της πλοκής είναι οικείος, τα πρόσωπα παρότι δοσμένα αδρά καθίστανται γνώριμα. Ωστόσο, δεν ξέρω αν έγινε σκόπιμα, συμφωνία του επιμελητή που δεν αναφέρεται στην ταυτότητα του βιβλίου, αλλά ιδιαίτερα στα πρώτα κεφάλαια υπάρχει μια συσκότιση, κάτι που μοιάζει να ζητάει ξεδιάλυμα από πλευράς αναγνώστη, που κάνει την ανάγνωση να κολλάει λίγο παραπάνω από το αναμενόμενο και το ταιριαστό. Ίσως να είναι η αμηχανία του πρωτόλειου, η ανάγκη να ειπωθούν πολλά, η λευκή σελίδα που ζητά την τροφή της, η επιτήδευση ως συγγραφική άποψη. Ίσως να μην έμενα στο σημείο αυτό αν έτσι ήταν γραμμένο το βιβλίο από άκρη σε άκρη, ίσως τότε και να λειτουργούσε διαφορετικά, όμως, με το πέρας των σελίδων, αυτή η συσκότιση υποχωρούσε, η επιτήδευση παραμέριζε και έδειχνε να δίνει τον χώρο σε εκείνο που έμοιαζε να είναι η φωνή της Αλίκης, η συγγραφική φωνή, και τότε όλα πήραν τη θέση τους και οι επιφυλάξεις τρύπωσαν στο υπόγειο, η συγκίνηση έκανε την εμφάνισή της αβίαστα, οι αρετές της γυναικείας γραφής βροντοφώναξαν παρούσες, οι επιρροές φανερώθηκαν. Και η γεύση στο στόμα ήταν γλυκιά, αφού τα σωματίδια αποδείχτηκαν τελικά ένα τίμιο μυθιστόρημα ως προς τις προθέσεις του που κατάφερνε να κερδίσει τον αναγνώστη για όλους τους σωστούς λόγους στον αντίποδα της αρχής, στον αντίποδα της αμήχανης επιτήδευσης.

Τα σωματίδια της Ματίνας Αποστόλου είναι ένα μυθιστόρημα που τελικά καταφέρνει να ξεπεράσει το βάρος της αναγνωρισιμότητας της συγγραφέως του και αυτό είναι αρκετά σημαντικό, γεγονός που πιθανότατα δεν θα συνέβαινε αν ήταν πιο έντονα αυτομυθοπλαστικό ή αν είχε περιστραφεί μονόπατα γύρω από την καθημερινότητα της ανάγνωσης, αν δηλαδή ήταν πιο σύμφωνο με τον ορίζοντα προσδοκιών που είχα προτρέξει να σκιαγραφήσω αυθαίρετα.

Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2023

Υπό τας φιλύρας - Christa Wolf

Ήταν πρωί Σαββάτου και δεν ήμουν σίγουρος αν τελικά θα βρέξει. Σκεφτόμουν την Έρπενμπεκ, αναρωτιόμουν πότε θα κυκλοφορήσει επιτέλους στα ελληνικά το τελευταίο της βιβλίο, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τα διηγήματά της (Σκύβαλα). Κάπως έτσι έπιασα να ξεφυλλίζω το Υπό τας Φιλύρας της Κρίστα Βολφ, μια από τις τόσες αξιοπρόσεκτες εκδόσεις της χρονιάς που πέρασε, σε μετάφραση Σούλας Ζαχαροπούλου. Το έργο τής σημαντικής και πολυγραφότατης (Ανατολικο–) Γερμανίδας συγγραφέως μόνο σποραδικά έχει εκδοθεί στη γλώσσα μας, με αποτέλεσμα να μην έχει καθιερωθεί με τη δέουσα σημασία στη συνείδηση του εγχώριου αναγνωστικού κοινού.

Υπό τας Φιλύρας μου άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη. Πρόσφατα ο δρόμος, αφότου τον είχα αποφύγει για καιρό, εμφανίστηκε στο όνειρό μου. Τώρα μπορώ επιτέλους να μιλήσω γι' αυτό.

Η Βολφ, από την πρώτη κιόλας παράγραφο, θέτει τους χωροχρονικούς και αφηγηματικούς άξονες της νουβέλας. Ο τόπος: η οδός Unter den Linden του τότε Ανατολικού Βερολίνου, γεμάτη φλαμουριές κατά μήκος της, δεξιά και αριστερά, δρόμος σημαντικός, χρόνια μετά τουριστικός. Ο χρόνος κάποτε απτός, στο αφηγηματικό τώρα ονειρικός, είναι εκείνος που της επιτρέπει, επιτέλους, να μιλήσει γι' αυτό, απομακρυσμένη από εκείνο το παρελθόν. Το πρώτο πρόσωπο της αφήγησης, γένους θηλυκού, η προτίμηση στην κατά μόνας πορεία, η δυναμικότητα που απορρέει από αυτό καθίσταται κύριο γνώρισμα του χαρακτήρα· το δεύτερο πρόσωπο της απεύθυνσης που η ταυτότητά του δεν αποκαλύπτεται, φανερώνει την ανάγκη της να μοιραστεί, προσδίδει μια αμεσότητα και καθιστά τον αναγνώστη ενεργά μέτοχο, εν δυνάμει αποδέκτη.

Η αφήγηση, κατά τόπους ιδιαιτέρως ερμητική παρά την έντονη λογοτεχνική γοητεία που ασκεί, κινείται στον δυσδιάκριτο χώρο ανάμεσα στο όνειρο και τις αναμνήσεις, έτσι όπως  η αφηγήτρια μπλέκεται στους ιστούς των περασμένων και των σύγχρονων, των ελπίδων και των φόβων, της ελπίδας και της απογοήτευσης, του ατομικού και του συλλογικού. Μια ονειρική ροή συνείδησης που διαμορφώνει έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, ανοιχτό σε ερμηνεία και πρόσληψη, στο οποίο η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση έχει καθοριστική λειτουργία, ιδιαίτερα για τον σύγχρονο με τη συγγραφέα αναγνώστη, μέτοχο στο όραμα της δημιουργίας ενός καλύτερα μοιρασμένου κόσμου, κομμάτι ενός υπό διαμόρφωση εμείς. Το Υπό τας Φιλύρας, όπως και συνολικά το έργο της Βολφ, δεν μπορεί να προσεγγιστεί χωρίς το πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε η ζωή και το έργο της, παρότι ειδολογικά δημιουργεί στον αντίποδα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Έτσι, η αναζήτηση του εγώ σε σχέση με το εμείς αποκτά περαιτέρω διαστάσεις, αλλά και μια σημασία επιτακτική. Το όνειρο, αλλά και η χρήση εγκιβωτισμένων παραμυθιών στην αφήγηση, αποκαλύπτει επίσης το ενδιαφέρον της Βολφ για τη θεωρία της ψυχανάλυσης.

Μόνο πολύ αργότερα, σήμερα, μου ήρθε στο νου να δώσω κατά το σύνηθες, λόγο για τα βιώματά μου, διότι πάνω απ' όλα βάζουμε τη διάθεση να είμαστε γνώριμοι. Εγώ Ευτυχισμένη ήξερα αμέσως σε ποιον μπορούσα να το διηγηθώ, ήρθα σε σένα, είδα πως ήθελες ν' ακούσεις και άρχισα: Υπό τας Φιλύρας μού άρεσε πάντα να περπατάω. Προτιμούσα, το ξέρεις, μόνη.

Η νουβέλα αυτή ανήκει στην πρώτη περίοδο της Βολφ. Το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας είναι ιδιαιτέρως κατατοπιστικό, ικανά βοηθητικό για τον αναγνώστη, ορθά τοποθετημένο στην αρχή. Το Υπό τας Φιλύρας  είναι ένα έργο ιδιαιτέρως απαιτητικό που με πείσμα κρατά κάποια κλειδιά σφιχτά, ενώ και αυτά που προσφέρει τα βουτάει μέσα στην αμφιβολία, ένα έργο που ωστόσο χαρίζει μια αναγνωστική εμπειρία που μόνο η υψηλή λογοτεχνία μπορεί.

υγ. Για τα Σκύβαλα της Έρπενμπεκ, μια δεκαετία σχεδόν πριν, εδώ.

Μετάφραση Σούλα Ζαχαροπούλου
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2023

Το άλλο όνομα - Jon Fosse

Ο πολυσχιδής Νορβηγός δημιουργός Γιον Φόσσε, έπειτα από χρόνια επιτυχημένης καριέρας ως θεατρικός συγγραφέας, αποφάσισε να επιστρέψει στη μυθοπλασία με ένα ιδιαιτέρως φιλόδοξο και πολυσέλιδο έργο, την Επταλογία. Το πρωτότυπο έργο κυκλοφόρησε χωρισμένο σε τρία βιβλία, κάτι το οποίο αναμένεται να συμβεί και στις περισσότερες μεταφραστικές εκδοχές του, μια εκ των οποίων και η ελληνική, αφού το έργο εντάχθηκε έγκαιρα στη σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg. Πρόσφατα κυκλοφόρησε, σε μετάφραση Σωτήρη Σουλιώτη, το πρώτο βιβλίο, Το άλλο όνομα, που περιλαμβάνει τα δύο πρώτα μέρη και βρέθηκε στη βραχεία λίστα για το περσινό βραβείο Booker.

«Και με βλέπω που στέκομαι και κοιτάζω τον πίνακα με τις δύο γραμμές», έτσι ξεκινά η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του ηλικιωμένου ζωγράφου Άσλε και στα δύο μέρη, μοτίβο διόλου τυχαία επιλεγμένο από τον συγγραφέα, αλλά καθοριστικό για τη συνολική πρόσληψη τόσο του αφηγητή όσο και συνολικά του έργου. Η έξοδος του αφηγητή/παρατηρητή από το σώμα του, η έξωθεν παρατήρηση του εαυτού σε μια αφήγηση σύγχρονη της πλοκής, όχι, δηλαδή, σε μια αφήγηση με προφανή χαρακτήρα αναπόλησης των περασμένων, είναι ένα εύρημα που ο Φόσσε ευφυώς χρησιμοποιεί ως αντίβαρο στον ρεαλισμό που κυριαρχεί. Σε συνδυασμό, δε, με την ιδιότυπη ροή μνήμης, που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως αφηγηματικό όχημα, χωρίς να την ανακόπτει με τελείες, επιτείνει την αμφιβολία του αναγνώστη, για το πού συμβαίνει ό,τι αφηγείται ο Άσλε πως συμβαίνει, χωρίς όμως, σε καμία στιγμή, να υπονομεύει τον αφηγητή του.

Είναι Δευτέρα και ο Άσλε αναρωτιέται αν αυτός ο μακρόστενος πίνακας, μικρού μεγέθους, που αποτελείται από δύο γραμμές, μια μοβ και μια καφέ, οι οποίες συναντιούνται στη μέση, ζωγραφισμένες αργά και με παχύρευστη λαδομπογιά που ξέφυγε και στο σημείο τομής των δύο γραμμών κάνει ένα όμορφο μείγμα να κυλάει προς τα κάτω, είναι ένας ολοκληρωμένος πίνακας, αν είναι ένας πίνακας που θα μπει μαζί με τους υπόλοιπους πίνακες, διαφόρων μεγεθών, τους τελειωμένους πίνακες που προορίζονται για την Γκαλερί Μπάιερ, που βρίσκεται στο Μπέργκεν, ή όχι. Ο Άσλε μένει μόνος σ' έναν μικρό, αραιοκατοικημένο, συνοικισμό, σχετικά απομονωμένο, στην αγροικία που αγόρασαν με τη γυναίκα του που πέθανε πριν κάποια χρόνια. Μοναδική σταθερή συντροφιά είναι ο γείτονάς του ο Όσλαϊκ. Ο Άσλε σπάνια επισκέπτεται το Μπέργκεν, παρότι έχει αυτοκίνητο, και φροντίζει όταν πηγαίνει, όπως σήμερα, μια φορά τον μήνα συνήθως, να κάνει αρκετά ψώνια. Όταν βρίσκεται εκεί, συνηθίζει να συναντά τον συνονόματό του επίσης ζωγράφο που μένει εκεί, μόνος παρέα με έναν σκύλο, παραδομένος στο αλκοόλ.

Η ροή της αφήγησης είναι συνεχής και συμβαίνει ταυτόχρονα με την εξωτερική δράση, μεγάλο μέρος της οποίας βρίσκει τον Άσλε πίσω από το τιμόνι στους χιονισμένους δρόμους. Ο Φόσσε εγκιβωτίζει αρμονικά την κάθε υποϊστορία που αναδύεται εντός της κεντρικής, αποτυπώνοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά ένα μυαλό ευάλωτο στα κεντρίσματα της μνήμης και τις παγίδες της λήθης. Οι παρεκβάσεις αυτές συμβαίνουν εντός ενός χρόνου με ακρίβεια γραμμικού, τη Δευτέρα του πρώτου μέρους θα τη διαδεχτεί η Τρίτη στο δεύτερο. Και όμως, ενώ το παρελθόν, τα παιδικά και νεανικά χρόνια του αφηγητή, έχουν μια συνοχή, ένα κοινό έδαφος το οποίο αναβιώνει μπροστά στα μάτια του, βλέποντας ξανά τη νεότερη εκδοχή του εαυτού του να πρωταγωνιστεί σε γνώριμα επεισόδια της ζωής του, κάτι τέτοιο δεν ισχύει και για το εγγύς παρόν, το οποίο πλέκεται σφικτά με το αφηγηματικό παρόν, έτσι όπως τα ονόματα των προσώπων συμπίπτουν και επαναλαμβάνονται, μαζί με τα αντικείμενα.

Ο Φόσσε, ικανότατος τεχνίτης, πετυχαίνει με αυτή την εσκεμμένη σύγχυση, που γλωσσικά εντείνεται με τις επαναλήψεις και τις δίνες, τη συνύπαρξη αφηγητή και αναγνώστη στο ίδιο δωμάτιο αμφιβολιών, στο οποίο δημιουργεί τον απαραίτητο χώρο για να διαπραγματευτεί παράλληλα με την πλοκή και ζητήματα γύρω από την τέχνη, την απώλεια, τον έρωτα, τη φιλία, αλλά και το γήρας. Ένα αποτέλεσμα καθηλωτικό, που συγγενεύει με τον σπουδαίο Αυστριακό στυλίστα Μπέρνχαρντ στη γλωσσική διαχείριση του χρόνου, ιδιαίτερα στους Παλιούς δασκάλους, αλλά και έναν ακόμα γνώριμο στο ελληνικό κοινό, τον Νταγκ Σούλστα, και το υπέροχο Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια. Βέβαια, η Επταλογία του Φόσσε, αναπόφευκτα, φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη το αυτομυθοπλαστικό έργο Ο αγώνας μου του επίσης Νορβηγού Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ, δημιουργώντας ίσως έναν αντίστοιχο αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών. Ο Φόσσε, ωστόσο, φιλοδοξεί να κάνει κάτι αρκετά διαφορετικό. Και το πετυχαίνει.

Το όνομα του Φόσσε ψιθυρίζεται κάθε χρόνο ανάμεσα σε εκείνα των φαβορί για το βραβείο Νόμπελ, Το άλλο όνομα, προστιθέμενο στο διάσημο θεατρικό του παρελθόν, απαντάει εν πολλοίς στο γιατί.

υγ. Περισσότερα για τους Παλιούς δασκάλους εδώ, ενώ για το Αιδημοσύνη και αξιοπρέπεια εδώ.
υγ.2 Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ένθετο Ανοιχτό Βιβλίο της Εφημερίδας των Συντακτών το Σάββατο 7 Γενάρη. Ο σύνδεσμος για την ψηφιακή του εκδοχή βρίσκεται εδώ.
 
Μετάφραση Σωτήρης Σουλιώτης
Εκδόσεις Gutenberg

Δευτέρα 16 Ιανουαρίου 2023

Ζυθοποιείο μαργαριταριών - Jenny Hval

Εκεί· κι όχι εκεί.
Από το παράθυρο της πανσιόν η πόλη μοιάζει κρυμμένη σε πυκνή ομίχλη. Κάτω από τα πόδια μου, δεξιά και αριστερά, ο παραλιακός δρόμος εξαφανίζεται μες στο λευκό, σαν γέφυρα που ενώνει δύο σύννεφα. Πού και πού η ατμόσφαιρα καθαρίζει λίγο και μπορώ να δω τις σιλουέτες των νησιών στον ορίζοντα· μετά κρύβονται ξανά. There, not there, there, not there, ψιθυρίζω πάνω στο τζάμι, χτυπώντας κοφτά τα δάκτυλά μου στον ρυθμό των λέξεων: μπαπ, μπα-μπαπ, λες και δημιουργώ νέους παλμούς για το καινούριο μου σπιτικό.
Έτσι καθόμουν το πρώτο εκείνο πρωί στο Έιμπορν, με το σώμα γειρτό προς το παράθυρο και το μέτωπο κολλημένο στο τζάμι.

Η Τζο, η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, αφήνει πίσω της τη Νορβηγία για να πάει στο Έιμπορν να σπουδάσει βιολογία. Είναι ένα μέρος επινοημένο, μικρό σε μέγεθος και μάλλον αραιοκατοικημένο, δίπλα στη θάλασσα, σε παρατεταμένη βιομηχανική παρακμή, μέρος στο οποίο μιλάνε αγγλικά και κάνει κρύο. Η νεαρή κοπέλα θα βρεθεί αντιμέτωπη με τις συνήθεις δυσκολίες που ένα καινούργιο περιβάλλον προσφέρει απλόχερα μέχρι να υποταχθεί στη ρουτίνα και να καταστεί οικείο και γνώριμο. Θα μείνει αρχικά σε μια πανσιόν, ενώ η βδομάδα προσαρμογής στο πανεπιστήμιο έχει ήδη ξεκινήσει, με τους γελοίους τίτλους των δράσεων που μάλλον εκνευρισμό παρά χαλαρότητα προκαλούν. Προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα αυτή συνθήκη, να κοινωνικοποιηθεί και να βρει ένα δωμάτιο, τριγυρίζει την πόλη και τσεκάρει αγγελίες, νιώθει ανεπάρκεια στην επικοινωνία στα αγγλικά που έμαθε στο σχολείο αλλά ελάχιστα χρησιμοποίησε ως τότε, παρότι τα καθημερινά νορβηγικά ενσωματώνουν διαρκώς όλο και περισσότερες λέξεις από τα αγγλικά, καθώς ένα νέο ιδίωμα αναδύεται αργά και σταθερά. 

Συνεντεύξεις με υποψήφιους συγκάτοικους, ελπίδες και απογοητεύσεις, και ο χρόνος προχωρά, τα μαθήματα ξεκινούν, και εκείνη ακόμα δεν έχει βρει πού θα μείνει και η καινούργια συνθήκη ζωής φαντάζει ακόμα πιο μετέωρη απ' ό,τι ήδη είναι. Μια παράξενη αγγελία θα την οδηγήσει σε ένα παλιό ζυθοποιείο, μακριά από το κέντρο της πόλης, όπου μένει η Καράλ, που κάποτε σπούδασε λογοτεχνία αλλά τώρα δεν αντέχει να διαβάζει τίποτα άλλο παρά άρλεκιν, όπως το Moon lips, ξοδεύοντας τη ζωή της σε αδιάφορες περιστασιακές δουλειές, μ' έναν αόριστο στόχο φυγής να νοηματοδοτεί αχνά την καθημερινότητα. Ο πρώην βιομηχανικός χώρος έχει διαμορφωθεί σε κατοικία με εκτεταμένη χρήση νοβοπάν, γεγονός που καθιστά την ηχητική διακριτικότητα σε πολυτέλεια και την υγρασία σε κυρίαρχη θεά του μέρους. Η Τζο θα μετακομίσει εκεί.

Δοσμένη κατά αυτόν τον τρόπο η υπόθεση μπορεί να είναι ακριβής, αλλά, σε καμία περίπτωση, δεν είναι αντιπροσωπευτική της νουβέλας της Νορβηγής Γιένι Βαλ, καθώς το ρεαλιστικό στοιχείο βρίσκεται διαρκώς υπό αίρεση, η βεβαιότητα αν κάτι συνέβη όντως ή όχι κλονίζεται, κάτι το ονειρικό ή υπερρεαλιστικό ενυπάρχει εδώ, το απροσδιόριστο κυριαρχεί στην αφήγηση αυτή που περισσότερο με ένα χρονικό βάδισης σε μια νέα ήπειρο προσομοιάζει, αυτό δηλαδή που μια ιστορία ενηλικίωσης είναι τη στιγμή που πραγματοποιείται, εκεί όπου όλα είναι νέα. Υπό το πρίσμα αυτό, η νουβέλα διαπραγματεύεται και το ζήτημα της σεξουαλικότητας, ως εξερεύνηση ενός καινούργιου, θαυμαστού αλλά και τρομακτικού συνάμα κόσμου, με έντονη και διαρκή την παρουσία της φαντασίας ως ενεργού και καταλυτικού παράγοντα.

Η Βαλ πετυχαίνει να δώσει την ιστορία αυτή όχι απλώς μέσα από τα μάτια ενός νεαρού ατόμου, αλλά φιλτραρισμένη από τους συναισθηματικούς, γλωσσικούς και νοηματικούς μηχανισμούς του. Θέλω να πω, πως η ιστορία αυτή δεν είναι πιο παράδοξη από ό,τι είναι από τη φύση της η ίδια η ηλικία της Τζο, η ύστερη εφηβεία, το πέρασμα στον μεγάλο κόσμο της ενήλικης ζωής, των υποχρεώσεων αλλά και των απολαύσεων, εν πολλοίς απαγορευμένων ή απροσδιόριστων μέχρι πρότινος, ο κατακλυσμός από νέα ερεθίσματα και προοπτικές και η διαχείρισή του, η υπερθέρμανση των νευρώνων, το φούντωμα των ονειρώξεων και όλα όσα έπονται εν μέσω καθεστώτος ωρίμανσης και λήψης σημαντικών για το μέλλον αποφάσεων. Χάος και παράνοια, δηλαδή.

Η Βαλ πετυχαίνει να καταστήσει λειτουργικό τον ονειρικό ή/και υπερρεαλιστικό χαρακτήρα της αφήγησης της Τζο, που διαθέτει μια ιδιότυπη οικειότητα επί της οποίας εγκαθιδρύεται και ευδοκιμεί η σχέση του αναγνώστη με την προσωπική ιστορία της αφηγήτριας, αρκεί εκείνος να εγκαταλείψει την ανάγκη για σχέσεις αιτίου και αιτιατού, την ανάγκη για έναν ρεαλισμό όπου όλα είναι όπως είναι και δεν μπορούν να είναι αλλιώς αφήνοντας χώρο στο όνειρο και τη φαντασία, την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια του τι έγινε και τι δεν έγινε, γιατί, τα περισσότερα από όσα συνέβησαν στη Τζο, δεν έχουν εξήγηση, δεν έχουν αιτιοκρατική σχέση, δεν είναι ξεκάθαρα, και σε αυτή τη ρευστή συνθήκη, περισσότερο από αλλού, εντοπίζεται ο κουήρ χαρακτήρας της νουβέλας. Η συνθήκη την οποία αφηγηματικά δίνει η Βαλ, πως όλα είναι πιθανά, όχι ωστόσο υπό το ραβδί της ωραιοποίησης, όχι, όλα είναι εδώ, τα λαμπερά και τα τερατώδη, οι μύκητες και τα μαργαριτάρια, όλα ανοιχτά, τίποτα δεδομένο. 

Μου αρέσει αυτή η λογοτεχνία που δεν προσπαθεί να είναι κάτι άλλο από αυτό που θέλει να είναι, που δεν υποκύπτει στα θέματα που θέλει να θίξει, τη διερεύνηση της σεξουαλικότητας εδώ, μεταξύ άλλων, για παράδειγμα, αλλά τα εντάσσει οργανικά στην πλοκή, ως μέρος της ζωής των χαρακτήρων, όπως συμβαίνει και στην ίδια τη ζωή άλλωστε, στην πραγματική ζωή. Είναι η λογοτεχνία που μου θυμίζει το πώς ένιωσα όταν είδα για πρώτη φορά την ταινία της Μιράντα Τζουλάι, Εγώ, εσύ και όλοι οι γνωστοί, αλλά και αργότερα διαβάζοντας το μυθιστόρημά της, Ο πρώτος κακός (περισσότερα εδώ), αλλά και τη συλλογή των διηγημάτων της Ρίτα Μπουλγουίνκελ, Ανάσκελα (περισσότερα εδώ), ένα από τα πλέον υποτιμημένα βιβλία της τελευταίας πενταετίας.

Η Βαλ, αρκετά γνωστή για τη μουσική της, αφηγείται με τον τρόπο της μια ιστορία φυγής από την πατρίδα, από το γνώριμο και ασφαλές περίκλειστο περιβάλλον της Νορβηγίας, και το πέταγμα προς μια άγνωστη νέα γη, μια ιστορία ενηλικίωσης και αναζήτησης, με τρόπο αβίαστο, παράδοξα ρεαλιστικό και πειστικό, παραμυθένιο και λυρικό, χωρίς να μακιγιάρει τις κακοτοπιές, τις παραβιαστικές συμπεριφορές, τη δυσκολία του να είσαι μια νέα γυναίκα. Το Ζυθοποιείο μαργαριταριών είναι μια νουβέλα που μουσικά θα ανήκε στην ονειρική ποπ και δεν μοιάζει με τίποτα απ' όσα έχουμε διαβάσει προερχόμενα από τη σκανδιναβική αυτή χώρα.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Πλήθος

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2023

Εξουθένωση - Μισέλ Φάις

Κάτι παραπάνω από είκοσι χρόνια μετά το Απ' το ίδιο ποτήρι και άλλες ιστορίες, για το οποίο έλαβε το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος το 2000, ο δημιουργικά πολυσχιδής και πάντα ανήσυχος Μισέλ Φάις επιστρέφει με μια συλλογή διηγημάτων, με τίτλο Εξουθένωση και επεξηγηματικό υπότιτλο ντοκιμαντέρ ονείρων. Εβδομήντα ένα διηγήματα μονολογικής ή διαλογικής μορφής, με έντονη την κινηματογραφική ή/και θεατρική αύρα, που αποπνέουν μια διάχυτη εξουθένωση, μια εξουθένωση γνώριμη.

Του κάθε διηγήματος προηγείται η παράθεση του τόπου, της εποχής και των προσώπων, το πλαίσιο εντός του οποίου ο μονόλογος ή ο διάλογος θα λάβει χώρα, ένα ιδιότυπο: κλείσε τα μάτια και φαντάσου· «Αριζόνα. Καύσωνας. Μεσημέρι. Γραφείο με φθαρμένους τοίχους και παλιά έπιπλα. Δύο άντρες κάθονται απέναντι σ' ένα μακρύ μεταλλικό τραπέζι. Ο νεότερος φοράει άσπρο κουστούμι και μιλάει αργά και σιγά. Ο μεγαλύτερος φοράει τζιν, κίτρινη μπλούζα και μιλάει δυνατά και γρήγορα. Στην οροφή ένας ανεμιστήρας λειτουργεί με πολύ θόρυβο. Πρώτος μιλάει ο νεότερος άντρας». Ύστερα ο λόγος δίνεται στα πρόσωπα· «Λοιπόν, θα πεθάνεις στη θέση ενός άλλου./Ελπίζω να αστειεύεσαι.../Δεν φημίζομαι για το χιούμορ μου...», (Ο ανεμιστήρας, σελ.19).

Δεν είναι πάντοτε ασφαλές να ποντάρει κανείς, τι προηγήθηκε, ο χώρος, η συνθήκη, τα πρόσωπα ή μήπως τα λόγια. Και τα λόγια αυτά εκτός της δεδομένης συνθήκης θα ήταν άλλα ή, διαφορετικά, στη δοθείσα συνθήκη, θα μπορούσε κάτι άλλο να ειπωθεί, το παρελθόν και το περιβάλλον, το φύλο ή η μόρφωση, σε τι βαθμό επηρεάζουν άραγε την έκφραση του συναισθήματος, της αγωνίας ή του φόβου; Ένα ζευγάρι, γύρω στα εξήντα, που τρώει σε ένα χορτοφαγικό εστιατόριο στο Όσλο και συζητά τι είναι εκείνο που κάνει τους ανθρώπους να χωρίζουν για να συμφωνήσουν πως οι άνθρωποι χωρίζουν όταν σταματούν να λένε ιστορίες· θα έδινε μια απάντηση διαφορετική ένα ζευγάρι σε νεαρότερη ηλικία στην Πόλη του Μεξικό, ή θα συμφωνούσαν, ίσως, πως όταν το σεξουαλικό παιχνίδι λήξει ο χωρισμός είναι αναπόφευκτος;

Μέσα από τα εβδομήντα ένα αυτά στιγμιότυπα, ο Φάις γυρεύει να αποτυπώσει εκείνο που ο τίτλος προοικονομεί, την εξουθένωση, άμεσο συνεπακόλουθο της ύπαρξης, στρέφοντας την κάμερα της παρατήρησης σε πρόσωπα, διάσπαρτα στον κόσμο, που ακόμα και όταν συνομιλούν, περισσότερο μονολογούν. Η επικοινωνία, η (α)δυνατότητά της για την ακρίβεια, είναι άλλωστε ένα από τα κυρίαρχα πίσω στρώματα σε κάθε στιγμιότυπο της συλλογής αυτής, αλλά και μια διαρκής αναρώτηση στο έργο του δημιουργού, αρκεί κανείς να θυμηθεί την άτυπη τριλογία που συνθέτουν οι νουβέλες Από το πουθενά, Lady Cortisol και Όπως ποτέ. Σε κρεβάτια ξενοδοχείων, σε απόμερα τραπέζια εστιατορίων ή έξω από βομβαρδισμένα θέατρα, τα πρόσωπα της Εξουθένωσης μιλούν από θέση εξουσίας, απελπισίας ή άγνοιας για όσα συνέβησαν ή επίκειται να συμβούν, φανερώνουν, κρύβουν ή επιχειρούν να παραπλανήσουν για όσα ελπίζουν, φοβούνται ή φθονούν, με το μαύρο χιούμορ και το παράλογο να δηλώνουν ενίοτε δυναμικά και αντιστικτικά την παρουσία τους στο σενάριο που τους έχει δοθεί.

Εξωτερικά, η συνοχή της συλλογής έχει κυρίως να κάνει με τη φόρμα, καθώς, μικρότερης ή μεγαλύτερης έκτασης, όλα τα διηγήματα κατασκευαστικά ακολουθούν την ίδια ανάπτυξη, ένα μοτίβο επαναλαμβανόμενο. Η επανάληψη στη μορφή, από ένα σημείο και μετά υπνωτίζει και κατά κάποιο τρόπο καθησυχάζει τον αναγνώστη, τον κάνει να νιώθει οικεία περιδιαβαίνοντας και θαυμάζοντας την τεχνική αρτιότητα της κάθε μεμονωμένης κατασκευής, αλλά και τη φιλοδοξία του συνόλου, με αποτέλεσμα οι άμυνες της συναισθηματικής εγρήγορσης να υποχωρούν, και έτσι, σχεδόν ανυποψίαστος, εκεί που δεν το περιμένει, να γυρίσει τη σελίδα και να έρθει αντιμέτωπος μ' έναν δικό του μονόλογο, σε μια συνθήκη γνώριμη, μια εύθραυστη παγίδα στην οποία αναπόφευκτα πέφτει, μία ή περισσότερες φορές κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, παγίδες που λειτουργούν ως ανακλαστήρες του προσωπικού, ενοχλώντας και αφυπνίζοντας διάφορα σημεία πυροδότησης.

Στα έργα του Φάις, ο φλοιός της κατασκευής αφήνει μια μυρωδιά συναισθηματικής αποστείρωσης, με τον συγγραφέα/σκηνοθέτη να διατηρεί απόσταση από τα πρόσωπα του δράματος, κρυμμένος κάπου στο πίσω μέρος της αίθουσας, ενώ γύρω από τη σκηνή κυριαρχεί σκοτάδι πυκνό. Αν έπρεπε να απομονωθεί μόνο ένα χαρακτηριστικό της φαϊσικής γραφής, θα ήταν η εγκεφαλικότητα της κατασκευής του φλοιού αυτού για το υψηλής θερμοκρασίας περιεχόμενο, για το καυτό ζουμί, για την εξουθένωση, εν προκειμένω, με την ανθεκτικότητα του φλοιού να καθιστά την ύπαρξη θερμοστάτη περιττή. Ο ιστός που ενώνει, και εν πολλοίς αποτελεί, το σύνολο της εργογραφίας του Φάις, καίτοι αναγνωρίσιμος, δεν έχει τον χαρακτήρα μανιέρας, όχι τουλάχιστον εκείνον με τη συνακόλουθη αρνητική χροιά της φασόν κατασκευής, αλλά εκείνον του οχήματος διερεύνησης δυνατοτήτων της γραφής και της αφήγησης, της απόπειρας κατανόησης και αποτύπωσης μέσω της γλώσσας τού μέσα και του γύρω κόσμου, αλλά και της διαπλοκής της ίδιας της ύπαρξης εντός των μηχανισμών αυτών.

Τα διηγήματα της Εξουθένωσης αποτελούν ψηφίδες ενός υπό διαρκή κίνηση και εμπλουτισμό συγγραφικού σύμπαντος, που ωστόσο διαθέτουν ικανή αυτονομία, τόσο κατά μόνας, όσο και εν συνόλω.

υγ. Το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Διάστιχο, το βρίσκετε εδώ.
υγ.2 Της Εξουθένωσης είχαν προηγηθεί τα Caput mortuum και Η ερευνήτρια, εδώ και εδώ, αντίστοιχα.

Εκδόσεις Πατάκη