Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Καιρός - Jenny Erpenbeck

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ, γεννημένη το 1967 στην Ανατολική Γερμανία, είναι ιδιαιτέρως αγαπητή στη χώρα μας και το όνομά της συχνά ψιθυρίζεται ως ευχή κάθε που η απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας πλησιάζει. Στις 21 Μαΐου 2024 το μυθιστόρημά της Καιρός και η αγγλική του μετάφραση τιμήθηκαν με το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ. Λίγο αργότερα, πάντοτε σε μεταφραστική φροντίδα του Αλέξανδρου Κυπριώτη, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Αυτή είναι μια ερωτική ιστορία. Βερολίνο, Ιούλιος 1986. Μια ξαφνική μπόρα και μια σειρά από λοιπές, εν πολλοίς αδιόρατες, μικροσυμπτώσεις θα φέρουν τη δεκαεννιάχρονη Καταρίνα και τον πενηντατριάχρονο συγγραφέα Χανς στο ίδιο λεωφορείο. Έτσι θα ξεκινήσει η σχέση τους. Όταν εκείνος θα πεθάνει, χρόνια μετά, η Καταρίνα θα είναι χιλιόμετρα μακριά, δεν θα τηρήσει την υπόσχεσή της να παραβρεθεί στην κηδεία του. Έξι μήνες μετά μια γυναίκα θα παραδώσει στο σπίτι της Καταρίνα δύο κούτες, δύο μαύρα κουτιά της σχέσης τους, εκείνη, μαζί με δικά της αναμνηστικά φυλαγμένα σε μια βαλίτσα, θα τα ανασύρει, ο τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής θα μεσολαβήσει στην ανασύσταση της ιστορίας τους.

Ένα βασικό, αν όχι το κυρίαρχο, συστατικό της εργογραφίας της Έρπενμπεκ είναι ο πολιτικός και ιστορικός χαρακτήρας ως περιβάλλον εντός του οποίου διαδραματίζεται η εκάστοτε πλοκή, σχηματίζοντας ένα σφιχτοδεμένο ζευγάρι. Έτσι κι εδώ. Η ερωτική ιστορία, με όλες τις ιδιαιτερότητές της, εξελίσσεται όταν η Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας πνέει τα λοίσθια, όταν το Τείχος, τι και αν ακόμα δεν έχει υποχωρήσει, θρυμματίζεται κιόλας.

Την ιστορία τη γράφουν οι νικητές. Αυτή είναι μια από τις ελάχιστες αρχές της ανθρώπινης ιστορίας που δεν διαθέτει εξαιρέσεις. Και νικητές ήταν οι Δυτικοί, καμία ισονομία στη μετάβαση δεν υπήρξε, και έτσι έγραψαν την ιστορία κατά το δικό τους δοκούν, παρουσιάζοντας την απέναντι όχθη σαν ένα άθροισμα τεράτων εντός ενός διάχυτου ζόφου. Το μηδέν ένα είναι που περισσότερο απ' όλα ενοχλεί, αυτή η απλοϊκή διάκριση την οποία ενστερνίζονται επιστήμονες και μελετητές, οι άκρες του δόρατος της προπαγάνδας, όταν ήδη η συζήτηση για το τέλος της ιστορίας ολοένα και περισσότερο έδαφος κέρδιζε.

Τα προηγούμενα μυθοπλαστικά έργα αλλά και οι δημόσιες τοποθετήσεις της Έρπενμπεκ χαρακτηρίζονται από θυμό για την επικρατούσα στρέβλωση. Δυτικά όλα ήταν καλά, ανατολικά όλα άσχημα, τελεία και παύλα, ναι καλά. Αν επιχειρούσε κανείς να προσδιορίσει συνοπτικά την κύρια συγγραφική φιλοδοξία εδώ, αυτή θα ήταν η απόπειρα να δειχτεί πως η καθημερινότητα εκεί δεν περιοριζόταν στις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν, πως οι άνθρωποι ζούσαν. Ονειρεύονταν, ερωτεύονταν, γλεντούσαν, έκλαιγαν και τα λοιπά και τα λοιπά ανθρώπινα πάθη τούς χαρακτήριζαν.

Η Έρπενμπεκ συνεχίζει τη σημαντική λογοτεχνία της μη λήθης, που ως κύριο εκφραστή της είχε τον σπουδαίο Χάινριχ Μπελ, χωρίς απλοϊκές και ψευδείς ωραιοποιήσεις, μια απόπειρα αποτύπωσης των αποχρώσεων μεταξύ λευκού και μαύρου, μια υψηλής στάθμης πολιτική λογοτεχνία, διαχρονικής και οικουμενικής, που στον πυρήνα της φέρει την υποκρισία με την οποία το παρελθόν αντιμετωπίστηκε και αντιμετωπίζεται, τη γραμμή εκείνη που διέκρινε το ναζιστικό προηγούμενο, τη συνέχεια του κράτους και της πατρίδας, μιας εκ θαύματος μετάβασης και ήττας του τέρατος, για το οποίο κανείς δεν μιλάει, αντίθετα με ό,τι συνέβη, και καλώς συνέβη ως ένα βαθμό, μετά την πτώση του Τείχους, όταν όλα τα αρχεία ήρθαν στο φως.

Ο Καιρός δεν είναι το αποτέλεσμα μιας στρατευμένης λογοτεχνίας, όσο και αν κάποιοι επωφελούνται αντιμετωπίζοντάς το, όπως και την ευρύτερη λογοτεχνική παρουσία της Έρπενμπεκ, ως τέτοιο, παρακάμπτοντας την απάντηση σε πλήθος ερωτημάτων και αμελώντας να αναφερθούν στη δεδομένη λογοτεχνική αξία του έργου της. Η υψηλή λογοτεχνία πάντοτε θα αντιμετωπίζεται και ως ένα ενοχλητικό πετραδάκι που δυσκολεύει το αγέρωχο βάδισμά των εκάστοτε νικητών, θέτοντας τη βεβαιότητα εν αμφιβόλω.

Ο πολιτικός χαρακτήρας του έργου διόλου δεν υποτάσσει τη λογοτεχνική αξία, την αφηγηματική ικανότητα της Έρπενμπεκ στο χτίσιμο και τη λειτουργία του μυθιστορήματος. Ο τρόπος με τον οποίο μπλέκει τις ιστορίες των δύο εραστών, αλλά και αυτές με την Ιστορία, κυρίως, και η ομοιόμορφη από άκρη σε άκρη αφηγηματική φωνή, επίσης. Ιδιαίτερα στο καταιγιστικό τελευταίο τρίτο του μυθιστορήματος, μετά την πτώση του Τείχους, όταν για κάποιους το να αγοράσουν ένα παντελόνι τζιν δεν ήταν η απάντηση σε όλα τα ερωτήματα, όταν η Κρίστα Βολφ πίστευε πως ακόμα υπήρχε η καύσιμη ύλη για να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, δίκαιη και όχι υποταγμένη στην ατομική κατανάλωση και ιδιοκτησία.

Ο Καιρός αποτελεί μαζί με την Ιστορία του γερασμένου παιδιού και τη Δοκιμασία τις ψηλότερες κορυφές μιας σπουδαίας συγγραφέως, μιας από τις σπουδαιότερες της εποχής μας, της Τζέννυ Έρπενμπεκ.

υγ. Για τα προηγούμενα έργα της Έρπενμπεκ: Ιστορία ενός γερασμένου παιδιού (εδώ), Σκύβαλα (εδώ), Παιχνίδι με τις λέξεις (εδώ), Δοκιμασία (εδώ), Περαστικοί (εδώ), Η συντέλεια του κόσμου (εδώ).

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Η δική μας πλευρά της νύχτας - Mariana Enriquez

Η Μαριάνα Ενρίκες, γεννημένη στο Μπουένος Άιρες το 1973, συστήθηκε στο ελληνικό κοινό μέσα από δύο συλλογές διηγημάτων, το Όσα χάσαμε στις φλόγες και το Οι κίνδυνοι του να καπνίζεις στο κρεβάτι. Και οι δυο αυτές συλλογές έκαναν μια κάποια εντύπωση, διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν, το όνομά της καταγράφηκε στις σημειώσεις των αναγνωστών ως υπενθύμιση παρακολούθησης κάθε επόμενου βιβλίου της. Και να που το επόμενο βήμα πραγματοποιήθηκε με την κυκλοφορία στα ελληνικά του σχεδόν οχτακοσίων σελίδων μυθιστορήματος Η δική μας πλευρά της νύχτας σε μετάφραση Χριστίνας Θεοδωροπούλου.

Είχα διαβάσει κι εγώ τις δύο εκείνες συλλογές διηγημάτων σημειώνοντας το όνομά της περιμένοντας ακριβώς αυτό, ένα μυθιστόρημα. Πολλάκις έχω επαναλάβει στις ψηφιακές αυτές σελίδες την αναγνωστική προτίμησή μου στη μεγάλη φόρμα. Δεν είχα καταγράψει την αναγνωστική εμπειρία εκείνων των δύο συλλογών, όχι γιατί δεν μου άρεσαν, το αντίθετο μάλλον συνέβη, αλλά γιατί δεν ήξερα πώς να πιάσω το νήμα, πώς να μιλήσω γι' αυτές. Ωστόσο, η πρότερη αυτή γεύση του έργου της συνετέλεσε τα μέγιστα τόσο στη σκιαγράφηση του ορίζοντα προσδοκιών που αναπόφευκτα σκιαγράφησα με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου όσο και στην αίσθηση οικειότητας που ένιωσα ήδη από τις πρώτες σελίδες. Έμενε, ανάμεσα σε άλλα, να εξακριβώσω πώς θα λειτουργούσε η κατασκευαστική μηχανική τής Ενρίκες στην πολύ μεγάλη φόρμα.

Η αφήγηση ξεκινά με το ταξίδι ενός πατέρα, του Χουάν, και του μοναχογιού του, του Γκασπάρ, μακριά από το Μπουένος Άιρες, με προορισμό το σπίτι τής οικογένειας της νεκρής από ατύχημα μητέρας του αγοριού. Εκείνη καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια, μια από τις πλέον πλούσιες οικογένειες της Αργεντινής, που στην κατοχή της είχε χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης, μεταξύ άλλων υπαρχόντων, όπως καταθέσεων σε σκληρό νόμισμα και μετοχών σε επιχειρήσεις. Όμως, ακόμα και οι πιο πλούσιοι του κόσμου αυτού έρχονται από νωρίς αντιμέτωποι με την προοπτική του θανάτου, παρότι θεωρούν δεδομένα τα προνόμιά τους, σκιάζονται από την αντιμετώπιση της μοναδικής φιλοσοφικής βεβαιότητας, εκεί που ακόμα και οι καλύτεροι μεταξύ των γιατρών στέκουν ανήμποροι.

Κάποτε, στόχος της αλχημείας ήταν ο χρυσός, για κάποιους, τους περισσότερους ακόμα είναι. Για τους πάμπλουτους, όμως, που μοιάζει να έχουν από γενεές ανακαλύψει τη φόρμουλα του πλουτισμού, της ολοένα αύξησης του πλούτου τους, το διακύβευμα άλλο δεν είναι παρά η αθανασία, η υλική αθανασία και όχι η απλή ανάμνηση του περάσματός τους από τη γη. Μια σέκτα προνομιούχων γυρεύει τη νίκη επί του θανάτου, πρόθυμη για οποιαδήποτε θυσία, ακόμα και των πλέον προσφιλών τους προσώπων. Η δίψα για την αθανασία απανθρωποιεί τον καθένα, δεν είναι δύσκολο να το φανταστεί αυτό κανείς, ιδιαίτερα όταν μιλάμε για ανθρώπους που θεωρούν δεδομένα τα προνόμια τους, την αδικία στο μοίρασμα των χαρτιών της παρτίδας αυτής.

Λανθασμένα, κατά τη γνώμη μου, κάποιοι, μάλλον βιαστικά και επιφανειακά, εντάσσουν τη λογοτεχνία της Ενρίκες στους παραπόταμους του μαγικού ρεαλισμού, την ώρα που, χωρίς αντικειμενική δυσκολία, η συγγένεια με το γοτθικό μυθιστόρημα είναι πρόδηλη ή, σε πιο γενικές γραμμές, με τη λογοτεχνία του τρόμου.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει τη διάχυτη φιλοδοξία στην πένα της Ενρίκες, φιλοδοξία που δεν έγκειται αποκλειστικά και μόνο στην κατασκευή ενός τεράστιου σε έκταση μυθιστορήματος, αλλά, στον τρόπο που αυτό θα λειτουργήσει συνολικά, τόσο ως προς τη λογοτεχνία, όσο και ως προς το κοινωνικοπολιτικό κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής. Η σκοτεινή ατμόσφαιρα, παρούσα επίσης από την αρχή, δεν περιορίζεται στην πρόκληση τρόμου και ούτε, σε καμία περίπτωση, στο ανοίκειο. Εδώ έγκειται η μαστοριά και το όραμα της συγγραφέως, στην αφήγηση μιας ιστορίας με διάχυτο το μεταφυσικό στοιχείο, ωστόσο, ταυτόχρονα άρρηκτα συνδεδεμένης με το ρεαλιστικό πλαίσιο εντός του οποίου λαμβάνει χώρα.

Μέσα στη χρονιά είχε προηγηθεί η ανάγνωση της τριλογίας της Μπουραζοπούλου, επίσης μια πολιτική αλληγορία ντυμένη με τον μανδύα του φανταστικού.

Το Η δική μας πλευρά της νύχτας, με τον τόσο ταιριαστό και περιληπτικό χαρακτήρα του τίτλου, μπορεί να ιδωθεί από αρκετές πλευρές, για παράδειγμα ως μια ιστορία ενηλικίωσης ή της σχέσης πατέρα γιου ή μιας οικογενειακής σάγκας ή, όπως προείπα, μια λοξή και ως ένα βαθμό υπαινικτική αφήγηση της σύγχρονης ιστορίας της Αργεντινής.

Μια από τις επιφυλάξεις που πάντοτε έχω όταν πρόκειται να διαβάσω ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα όπως αυτό, επιφυλάξεις που εμπεριέχουν ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο μέρος των προσδοκιών ή των ελπίδων μου, έχει να κάνει με το αν η ανάγνωση θα μπορέσει να λειτουργήσει ως μια παράλληλη πραγματικότητα, ως ένα μπούνκερ διαφυγής από το πραγματικό. Αυτό αποτελεί το κυρίως ζητούμενο για μένα. Και η Ενρίκες αποδείχθηκε μαστόρισσα ικανή και πρόσφερε αυτή την καταφυγή, δημιουργώντας έναν κόσμο σκοτεινό, μάγευσης και απομάγευσης ταυτόχρονα, εκεί που οι διαστάσεις και τα όρια διαστέλλονται και συστέλλονται κατά βούληση, πέρα από τις ανθρώπινες αισθήσεις και την πρόσληψη του περιβάλλοντος κόσμου. Αυτό επιβεβαιωνόταν κάθε φορά που λαχταρούσα να επιστρέψω στην ανάγνωση.

Καθόλου δεν νιώθω την επιθυμία να αναλωθώ στην περίληψη της υπόθεσης, είναι κάτι που το θεωρώ άσκοπο και βαρετό συνάμα.

Είναι μάλλον αδύνατο, απέναντι σε ένα έντονα πολιτικό πολυσέλιδο μυθιστόρημα προερχόμενο από τη νέα γενιά λατινοαμερικάνων συγγραφέων, το μυαλό να μην επισκεφθεί η αναζήτηση σχέσης με τον σπουδαιότερο ύστερο εκπρόσωπό της, τον Ρομπέρτο Μπολάνιο φυσικά. Είναι επίσης αδύνατον να μην υπάρχει έστω και η υποψία επιρροής του. Και εδώ, επιστρέφοντας στην άστοχη μάλλον συσχέτιση με τον μαγικό ρεαλισμό, γίνεται εμφανής η ανάγκη εύρεσης ενός τρόπου πλεύσης απέναντι στο ζοφερό κοινωνικοπολιτικό σκηνικό των χωρών της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής, και η αναζήτηση αυτή αναζωπυρώνει διαρκώς την εκεί λογοτεχνική παραγωγή.

Κάποιος άλλος συγγραφέας, άλλης σχολής και άλλων προνομίων, θα επέλεγε ίσως το όχημα του κωμικού, κάποιος άλλος, πιο στρατευμένος, ή επιθυμώντας να φανεί ως τέτοιος, τον σκληρό ρεαλισμό, κάποιος άλλος την ποιητική αλληγορία, τη χωροχρονική μετατόπιση, κάποιος άλλος, κακώς, θα κατέφευγε στον εξωτισμό, η Ενρίκες επιλέγει τον τρόμο ως το κυρίως όχημα, ίσως γιατί αυτό το συναίσθημα την καταβάλλει απέναντι στην πραγματικότητα, μέσα στην οποία παλεύει να δημιουργήσει και να μην παραδοθεί.

Και το κάνει αυτό με έναν τρόπο υπέροχο, υποβλητικό και ταυτόχρονα καταβλητικό, εγκλωβίζοντας τον αναγνώστη στον περίτεχνο ιστό που επί σελίδες υφαίνει. Ένα από τα βιβλία της χρονιάς μου.

Μετάφραση Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη 11 Ιουλίου 2024

Ελσίνκι - Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Η Ελλάδα αποτελεί, για τη μεγάλη πλειοψηφία μεταναστών και προσφύγων, ένα αναγκαστικό πέρασμα, ένα απαραίτητο χωρικό κομμάτι του δρόμου που ελπίζουν να διανύσουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, μέχρι κάποια πλούσια ευρωπαϊκή χώρα αναζητώντας και ελπίζοντας σ' ένα καλύτερο αύριο. Συχνά, σχεδόν πάντα, αποδεικνύεται για εκείνους ένας μη τόπος εγκλωβισμού. Κάτι παράδοξο συμβαίνει τότε, με κάθε τρόπο, είτε από την κεντρική διοίκηση είτε από τα μεμονωμένα άτομα, τους γίνεται κατανοητό πως δεν είναι καλοδεχούμενοι σε έναν τόπο που, εδώ έγκειται το παράδοξο, οι ίδιοι οι μετανάστες και πρόσφυγες διόλου δεν επιθυμούν να εγκατασταθούν και να κατοικήσουν, δηλαδή, όσο δεν τους θέλουν εδώ τόσο κι εκείνοι δεν θέλουν αυτό το εδώ, ένα πέρασμα είναι γι' αυτούς η Ελλάδα, ένα πέρασμα προσδοκούν να είναι και τίποτα παραπάνω. Και αν η κεντρική διοίκηση φέρει ακέραια την ευθύνη για τις διακρατικές συμφωνίες που έχει συνάψει, οι οργισμένοι κάτοικοι διεκδικούν τη μη παραμονή των ξένων εδώ και εμπλέκονται σε μια σύγκρουση, καθίστανται, έτσι, το μακρύ χέρι της εξωτερικής πολιτικής τρίτων χωρών. Πολλοί από «εμάς» δεν τους θέλουν, οι περισσότεροι από εκείνους δεν μας θέλουν.

Το «προσφυγικό», ένα σύνθετο από κάθε άποψη ζήτημα που δεν επιδέχεται εύκολες και μονοσήμαντες ερμηνείες, ονομάστηκε έτσι το καλοκαίρι του '15, όταν ο πόλεμος στη Συρία συνέβαινε και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα μέρη του πληθυσμού να εξαναγκαστούν σε μια βίαιη φυγή προς τη σωτηρία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι, ωστόσο, τόσο παλιά όσο και η ανθρώπινη ιστορία, μια από τις μήτρες του πολιτισμού, μια διαδικασία που δεν πρόκειται να σταματήσει να λαμβάνει χώρα, ιδιαίτερα όσο οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες θα θεριεύουν την αδικία και την πείνα, όσο η κλιματική αλλαγή θα καθιστά ακατοίκητα ολοένα και περισσότερα εδάφη. Όσο και αν η διαχρονική μετακίνηση πληθυσμών διαθέτει κάποια κοινά στοιχεία και χαρακτηριστικά, δεν παύει να αποτελεί τη σύνθεση εκατοντάδων χιλιάδων ατομικών συμβάντων και ιστοριών.

Μια από αυτές τις ιστορίες είναι και εκείνη του Αβίρ, ενός Κούρδου που ξεκίνησε από το Ιράκ αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Βρέθηκε στην Ελλάδα, εγκλωβίστηκε εδώ, είδε τα μεροκάματα να πέφτουν και τις δουλειές να μειώνονται, τη γραφειοκρατία να τον κρατά δέσμιο, το όνειρο για ένα καλύτερο αύριο να ξεφτίζει μέρα με τη μέρα. Γνώρισε τον Αντώνη, έναν μεσήλικα συγγραφέα, που είχε πια αποδεχτεί τη μοναχικότητα του βίου, εκείνος του πρόσφερε το σπίτι του και την ελεύθερη από πάντα θαρρείς μεριά του κρεβατιού του. Τον άκουγε να ονειρεύεται ένα καλύτερο αύριο μακριά από την Ελλάδα και μακριά από εκείνον άρα, η αγάπη του γι' αυτόν τον όπλιζε με συναισθηματική αντοχή, όσο περισσότερο αγαπάς κάποιον, τόσο λιγότερο σκέφτεσαι τον ίδιο σου τον εαυτό, ακόμα και αν αυτό σημαίνει μια βουτιά στην παγωμένη θάλασσα της μοναξιάς και της στενοχώριας που η απώλεια επιφέρει καίρια και σκληρά.

Το Ελσίνκι είναι η ιστορία του Αβίρ πρωτίστως, αλλά και του Αντώνη δευτερευόντως, ο πρώτος ρόλος είναι του Αβίρ, του συγγραφέα ο δεύτερος, ο συμπληρωματικός. Ο Γρηγοριάδης αφηγείται μια πολύ ωραία ιστορία αγάπης και πάντα θα υπάρχει χώρος για μια ακόμα καλή ιστορία αγάπης χωρίς κανείς, ή σχεδόν κανείς, να νοιάζεται για την έξωθεν πρωτοτυπία της, μην ξεχνώντας πως κάθε ερωτική ιστορία είναι από τη φύση της μοναδική και ανεπανάληπτη, ή τουλάχιστον ως τέτοια βιώνεται από τα εμπλεκόμενα μέρη. Με διαρκή μπρος πίσω στον χρόνο, από την άφιξη του Αβίρ στην Ελλάδα και τη γνωριμία του με τον Αντώνη, μέχρι και το αφηγηματικό παρόν, μετά την επιστροφή του συγγραφέα από το ταξίδι του στο Ελσίνκι, εκεί όπου πια ζούσε ο Αβίρ, έχοντας καταφέρει να ξεπεράσει τις δυσκολίες που συνάντησε στον δρόμο του, όταν πια η ιστορία αυτή είχε με κάποιο τρόπο ολοκληρωθεί, όταν ο Αντώνης μπορούσε πια να κάτσει μπροστά από την άδεια σελίδα και να πληκτρολογήσει όλα όσα συνέβησαν.

Μικρή, κατά τη γνώμη μου, σημασία έχει εάν η ιστορία αυτή διαθέτει κάτι το αυτοβιογραφικό. Η δύναμή της δεν εδράζεται διόλου στην όποια φαινομενική αλήθεια της, στο αν συνέβη στην πραγματικότητα ή όχι δηλαδή. Ο Γρηγοριάδης εξοπλίζει τον αφηγητή-συγγραφέα με το απαραίτητο συναίσθημα ώστε η ανάγκη για την αφήγηση αυτή να είναι απόλυτη και καθηλωτική, από την πρώτη μέχρι την τελευταία της λέξη, αυτό κάνει την ιστορία αυτή αληθινή στο συναίσθημά της, στον τρόπο με τον οποίο πέρασε από τους όποιους μυθοπλαστικούς μύλους για να βρεθεί αποτυπωμένη στο χαρτί. Ωστόσο, η συναισθηματική αυτή αλήθεια δεν σπάει τον αυχένα της κατασκευής, παρότι διαπερνά κάθε σημείο της έκτασής της. Ο Γρηγοριάδης, έμπειρος και ικανός γραφιάς, καταφέρνει να σταθεί έστω και μισό εκατοστό έξω από την ιστορία αυτή, η αποστασιοποίηση, πλήρης και αποστειρωμένη, είναι αδύνατη, αυτό το μισό εκατοστό ωστόσο είναι απαραίτητο ώστε να αναμετρηθεί με το συναίσθημα του αφηγητή του, όχι να το μετριάσει, ούτε να το χειριστεί, αλλά να αναμετρηθεί μαζί του και να μαζέψει τις λέξεις, τις σκέψεις, τα συναισθήματα και να τα εντάξει σ' αυτή την ιστορία αγάπης.

Εκτός από το να περιπέσει το μυθιστόρημα αύτανδρο στον βούρκο του μελοδραματικού, ένας ακόμα κίνδυνος υπήρχε στο Ελσίνκι και αυτός άλλος δεν ήταν παρά η διαχείριση του «προσφυγικού». Συμβαίνει σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης κάθε εποχής λογοτεχνίας ο εκάστοτε δημιουργός να νιώθει την ανάγκη να αφηγηθεί μια ιστορία του παρόντος, οδηγημένος από πλήθος ετερόκλητων επιθυμιών και επιδιώξεων. Εδώ ελοχεύει ο κίνδυνος το τικ στο κουτάκι να μπει αλλά αυτό να μην σημαίνει ταυτόχρονα και καλή λογοτεχνία, αλλά να ξενίζει τον σύγχρονο αναγνώστη, να μοιάζει ψεύτικο και τοποθετημένο επί τούτου, όχι γιατί εξυπηρετεί την ίδια την ιστορία, αλλά γιατί ο συγγραφέας, για τους δικούς του λόγους, επέλεξε να το εντάξει. Το «προσφυγικό» είναι ένα από τα σύγχρονα ζητήματα που συμβαίνουν και απασχολούν, ένα μέρος στο οποίο συναντούνται υπέρμαχοι και πολέμιοι, ανθρωπιστές και μισάνθρωποι, και στην αρένα του πολλοί νιώθουν, από την ασφάλεια που το προνόμιό τους τους χαρίζει, την ευκαιρία να φανούν ανθρωπιστές και να βιάσουν το συναίσθημα. Πόσο γαμάτος, μοιάζει να λένε, είμαι που ασχολούμαι με τους κολασμένους της γης.

Ο Γρηγοριάδης όχι μόνο δεν πέφτει στην παγίδα της γενίκευσης και του στερεότυπου, αλλά δείχνει να γνωρίζει καλά τα τεχνικά κομμάτια της μετανάστευσης, το πώς λειτουργεί αυτή η εμπορία ανθρώπινων ψυχών, και πάνω σε αυτό μπολιάζει, τόσο πετυχημένα, το συναίσθημα της ατομικής ιστορίας του Αβίρ, χωρίς να το απαλλάσσει από το ανθρώπινο σε άγρα ενός απάνθρωπου ιδεαλισμού. Το ίδιο ακριβώς επιχειρεί και κατορθώνει και με τον Αντώνη. Ασχέτως αν η ιστορία αυτή συνέβη ή όχι, θα μπορούσε να έχει συμβεί και αυτό είναι το καθοριστικό κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής διαδικασίας, εκείνο που δίνει ένα ισχυρό συγκριτικό πλεονέκτημα σε αυτή την ιστορία αγάπης σε σχέση με δεκάδες άλλες παρόμοιες. Και είπαμε, πάντα θα υπάρχει χώρος, αλλά και επιθυμία, για μια ακόμη καλή ιστορία αγάπης, και ο Γρηγοριάδης με το Ελσίνκι μας χαρίζει μια πραγματικά καλή ιστορία αγάπης, χωρίς να δημιουργεί την ανάγκη αυτή να διαχωριστεί από το ίδιο το μυθιστόρημα. Το Ελσίνκι είναι, πρωτίστως, ένα πολύ καλό μυθιστόρημα. 

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα 8 Ιουλίου 2024

Χωλ - Κατερίνα Χανδρινού

Το σπίτι αυτό,  παρότι μικρό στο μέγεθος, είχε κάποτε χωλ. Όταν το είπα σπίτι μου, το χωλ, η κουζίνα, το σαλόνι είχαν ήδη γίνει ένα, μόνο το υπνοδωμάτιο διατήρησε την ανεξαρτησία του. Είχε, βέβαια, από καιρό απλοποιηθεί ορθογραφικά, ακόμα πιο πριν είχε καταδικαστεί ως αρχιτεκτονικά παρωχημένο, ένα ενοχλητικό κατάλοιπο άλλων δεκαετιών, οι επόμενες γενιές έσπευδαν να ρίξουν τοίχους και να ενώσουν χώρους, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρωτώντας απλώς: πόσο θα κοστίσει όλο αυτό το παίδεμα, ποιος θα σκουπίσει τη σκόνη του σοβά. Στο σπίτι αυτό, χωρίς χωλ —ο ορθογράφος επιμένει να υπογραμμίζει την ανορθόγραφη πια λέξη—, διάβασα την Κόρκυρα, πριν το θεωρήσω ακόμα σπίτι μου, αυτό έγινε μήνες αργότερα, και, μόλις μια σελίδα μετά, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερα πού να το τονίσω, έγινε κάτι που αχόρταγα, σχεδόν απεγνωσμένα, ήθελα να διαβάσω, ελπίζοντας πως θα έχω τον απαραίτητα ποθητό χώρο και χρόνο να επιστρέψω με υπομονή, το ίδιο κιόλας βράδυ, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του, και εκείνη η μόλις μια σελίδα είχε ήδη υποσχεθεί πολλά, εκείνη η συγγραφέας, που συστήθηκε ως ποιήτρια, είχε ήδη υποσχεθεί πολλά.

Και τήρησε μέχρι τέλους την υπόσχεση εκείνη, που δεν ξέρω αν έδωσε ποτέ ευθέως ή αν επέστρεψε αργότερα για να την υλοποιήσει, όταν πια το βασίλειο των ζώντων είχε μείνει, παρότι ιδιαιτέρως πολυπληθές, λειψό, την ανακαίνιση σε εκείνο το σπίτι στο νησί, κάνοντας όλα εκείνα που δεν πίστευε ποτέ πως θα μπορούσε, δεν χωράει αμφιβολία πως δεν ήθελε, να κάνει, τις συνεννοήσεις με τους μαστόρους, τις αθετημένες διαβεβαιώσεις, τα απρόοπτα, τη γραφειοκρατία που συναντά το χειρωνακτικό. Και όλα αυτά, βαρετά και ιδιαιτέρως εν γένει ενοχλητικά, να αποτυπωθούν στο χαρτί με τρόπο τέτοιο που κάθε σελίδα να μυρίζει χώμα και σκόνη, που κάθε λεπτομέρεια να φουσκώνει και να σκάει ως άλλη στερεοσκοπική εικόνα, εκείνη που συστήθηκε ως ποιήτρια και με τους όρους της έκανε το πέρασμα σε λόγο πιο πεζό, με ένα θέμα άκρως πεζό, την ανακαίνιση ενός σπιτιού με έωλους συναισθηματικούς και πρακτικούς δεσμούς να την ενώνουν μαζί του. 

Από τότε πέρασαν κάτι λιγότερο από πέντε χρόνια, οι εκδόσεις Κείμενα, που με εκείνο το βιβλίο επανασυστήθηκαν μετά από χρόνια σιωπής, εν τω μεταξύ έβγαλαν και άλλα καλά βιβλία, η Χανδρινού επανεμφανίστηκε με το παλιομοδίτικα —για τους ρομαντικούς— ορθογραφημένο Χωλ και εγώ —πώς αλλιώς— ήμουν πολύ χαρούμενος γι' αυτή την κυκλοφορία.

Δεν υπάρχει πια χωλ. Τα παπούτσια των καλεσμένων βρίσκονται σε παράταξη στον κοινόχρηστο χώρο. Κάποιες φορές μάλιστα φτάνουν και ως τα πρώτα σκαλοπάτια. Έτσι η διαδικασία της προσέλευσης, αλλά και, κυρίως, το κατευόδιο κρατάνε πολύ·

Στο οπισθόφυλλο, με ακρίβεια, αναγράφεται: Το Χωλ, ιδιότυπο θρίλερ δωματίου, συνεχίζει να πραγματεύεται το θέμα του οίκου που άνοιξε με το αφήγημα, Κόρκυρα. Η Χανδρινού, πάντοτε με την οξυδέρκεια και το ποιητικό ένστικτο παρά πόδας, "επιστρέφει" στο σπίτι που ζει, μοιάζει με αντίφαση αυτό, αλλά αυτό συμβαίνει, κάπου στην Καλλιθέα, με τις υποσχέσεις του εργολάβου πως τίποτα δεν θα κρύψει την πρόσβαση σε μια φλούδα θάλασσας από καιρό παραβιασμένες, επιστρέφει στην αδιέξοδη εκείνη πάροδο, κοιτάζει τα κουδούνια, ελπίζει να αποφύγει το βλέμμα του διαχειριστή, παρίσταται υποχρεωτικά στις συνελεύσεις για όσα πρέπει να γίνουν και για εκείνους που παρκάρουν όπως θέλουν, στέκεται στο χωλ, εκεί που κάποτε, σε ελάχιστο χώρο, τόσα πράγματα συνέβαιναν και χωρούσαν, ενώ από τον φωταγωγό φτάνουν φωνές και μουσικές, ρουτίνες επαναλαμβανόμενες και κραυγές που χαράσσουν ξάφνου τη νύχτα. 

Ο χώρος, πρώτα, και ο χρόνος, ακολούθως, προΐστανται της επιστροφής αυτής, τα δεύτερα και τρίτα πρόσωπα της πλοκής, ύστερα. Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, σπιθαμή παραπάνω απ' όσα ο ρόλος της παρατήρησης και της καταγραφής της επιτρέπει δεν καταλαμβάνει, σχεδόν δεν ανασαίνει, παρατηρεί, σκέφτεται και καταγράφει, χωρίς να ανοίγει την πόρτα, παρά μια χαραμάδα μόνο, στο από καιρό στριμωγμένο στο κλιμακοστάσιο συναίσθημα, σφιχταγκαλιασμένο με τα υφάδια της μνήμης, αναπόφευκτα στο μεγαλύτερο βαθμό της επινοημένης. Αυτή η απουσία χαμηλώνει το φως στο κάδρο, η σκόνη που αιωρείται γίνεται ορατή, ο χώρος, μοιάζει να λέει η Χανδρινού, συνεχίζει να υπάρχει και χωρίς εμάς, ακόμα και όταν εμείς είμαστε εκεί, παρόντες και με αυτοπεποίθηση πως αυτός ο χώρος μάς ανήκει, πως είναι το βασίλειό μας, έστω και από πάντα, θαρρείς, γυμνοί.

Δεν είναι απλό και ακριβές να εντάξει κανείς το Χωλ ειδολογικά ή μορφολογικά, ίσως λέγοντας πως πρόκειται για μια ιδιότυπη σύνθεση από εικόνες σε λεπτό χαρτί, τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη, πεζοποιήματα και μικρά θεατρικά, που ο χώρος τα συνέχει, όπως το τσιγαρόχαρτο τον καπνό, ίσως να είχε, λέγοντας κάτι τέτοιο, μια ελπίδα ευστοχίας, μια υποψία ακρίβειας. Δεν είναι ζήτημα πρωτοπορίας ή πρωτοτυπίας κυνήγι. Η Χανδρινού ελέγχει απόλυτα ένα υλικό ανομοιογενές και σε σημεία ετερόκλητο, και όμως, κάθε ψηφίδα είναι τοποθετημένη στην κατάλληλη θέση, παρότι ο αναγνώστης δυσκολεύεται και μάλλον αδυνατεί να εντοπίσει τον ακριβή μηχανισμό, στην έμπνευση, ναι στην έμπνευση, στην υψηλή έμπνευση που χαρακτηρίζει τη σπουδαία ποίηση μπορεί να εναποθέσει ο αναγνώστης την όποια απόπειρα να ξεδιψάσει την απορία του πώς το κάνει. Και αυτό το αίσθημα, πως σε ένα άναρχο περιβάλλον, ελάχιστα ελεγχόμενο όχι μόνο δημιουργικά αλλά και σε επίπεδο καθημερινής διαβίωσης, όλα μοιάζουν γεμάτα από νόημα και πρόθεση, αποπνέει μια ηρεμία, ακόμα και όταν οι κραυγές χαράσσουν τη νύχτα ξάφνου, ακόμα και όταν το βάρος της μνήμης και του συναισθήματος, παρότι στο κλιμακοστάσιο στοιβαγμένα, κόβει την ανάσα.

Η ποιήτρια παραχωρεί τη θέση της στον αναγνώστη, τον καλωσορίζει, του επιτρέπει να αφήσει τα πράγματά του, ιδανικά και τα παπούτσια του, στο χωλ, και ας μην υπάρχει πια, να κλείσει την πόρτα πίσω του, να δοκιμάσει να αναπαυτεί στον καναπέ, βλέποντας μια ταινία ή πηγαινοερχόμενος διαρκώς στο ψυγείο, να γίνεται μάρτυρας, και ας μην το θέλει και ας τον ενοχλεί ίσως, των μικρών σκηνών που διαδραματίζονται γύρω τριγύρω και από τους αεραγωγούς φτάνουν ως εκείνον. Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πως οι λέξεις, και δη οι επιτηδευμένες, εκείνες που χαρακτηρίζονται χωρίς σκέψη ποιητικές, δεν κάνουν την ποίηση, πως είναι άλλα πράγματα εκείνα που κάνουν την ποίηση, τα περισσότερα εκ των οποίων βρίσκονται στα σκοτεινά, ανάμεσα στις λέξεις και τα σημεία στίξης, πίσω από τον τίτλο μιας ταινίας που δίνεται ως υποσημείωση. Και αυτή η ελευθερία, όσο φαινομενική ή στρατηγικά υλοποιημένη ως αίσθηση και αν είναι, επιτρέπει στον αναγνώστη να περάσει στο εσωτερικό του σπιτιού, με τις αντηχήσεις της έξω ζωής, της εργασίας και της τριβής με την καθημερινότητα, να περιμένουν, σαν φαντάσματα, την ευκαιρία τους να τρυπώσουν μέσα.

Η Χανδρινού δεν βιάζει, δεν χειραγωγεί, δεν επιζητά το επιφώνημα θαυμασμού, δεν σηματοδοτεί το μονοπάτι. Πρόσφατα, σε μια παρουσίαση ποιητικής συλλογής, άκουσα την ποιήτρια να λέει πως θα ευγνωμονεί στο διηνεκές εκείνους τους ανθρώπους που δεν της έβαλαν εμπόδια, όχι εκείνους που της άνοιξαν δρόμους, σκέφτομαι εγώ, γιατί εκείνοι άλλοι από τους δικούς τους δρόμους δεν θα ήταν, αλλά, επιστρέφω στην ποιήτρια, εκείνους που δεν έβαλαν εμπόδια. Και η Χανδρινού κάνει αυτό ακριβώς, δεν τοποθετεί εμπόδια ή αυστηρή οδική σήμανση στο μονοπάτι, γιατί δεν υπάρχει ένα και μόνο μονοπάτι, ούτε καν για εκείνη την ίδια, τη δημιουργό, πόσο μάλλον για τον υποψήφιο ένοικο αυτού του βιβλίου.

Πάνω από χίλιες λέξεις, ενώ θα μπορούσα απλώς να πω: τι βιβλίο!

υγ. Για την Κόρκυρα είχα γράψει αυτό.

Εκδόσεις Κείμενα

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2024

Στόμα γεμάτο χώμα - Μπράνιμιρ Στσεπάνοβιτς

Ένα από τα βιβλία που σημάδεψαν την αναγνωστική μου εφηβεία, τότε που στις φοιτητικές παρέες εκείνα γύριζαν από χέρι σε χέρι, με αποτέλεσμα τα περισσότερα εξ αυτών να μην πέρασαν ποτέ στην ιδιωτική βιβλιοθήκη, ήταν το Στόμα γεμάτο χώμα. Παρά την ελάχιστη εμπειρία που διέθετα με μια, ίσως ακατανόητη και πιθανά αδικαιολόγητη, βεβαιότητα το είχα θεωρήσει αριστούργημα, έτσι, σκεφτόμουν, θα ήθελα να γράφω. Δεν θυμόμουν πολλά από εκείνη την ανάγνωση, πέρα από τον ξέφρενο χαρακτήρα της και τη βεβαιότητα περί αριστουργήματος, ίσως και πως ανήκε στο σώμα της υπαρξιακής λογοτεχνίας που κάποια χρόνια αργότερα τόσο με γοήτευσε και με καθόρισε, όχι μόνο αναγνωστικά. Πριν από λίγο καιρό, οι εκδόσεις Κυψέλη ανακοίνωσαν την επικείμενη επανακυκλοφορία του βιβλίου αυτού σε νέα μάλιστα μετάφραση. Προσδοκίες και φόβος απομάγευσης στα ύψη.

Και αν οι προσδοκίες μοιάζουν μάλλον δικαιολογημένες, η αναγνωστική επιστροφή σε ένα λογοτεχνικό νησί που επισκέφτηκα μικρός με γέμιζε από τον φόβο της κατάρρευσης του βωμού επί του οποίου είχα τοποθετήσει το Στόμα γεμάτο χώμα, η εμπειρία και το διαμορφωμένο μέσα στα χρόνια αισθητικό κριτήριο ακόνιζαν τα νύχια τους. Η επιστροφή είναι ταξίδι ολόκληρο, φορτωμένο αναπόφευκτα με το σαμάρι της προηγούμενης εμπειρίας, που μέσα στα χρόνια ο μύλος της αφήγησης του παρελθόντος σμίλεψε, χωρίς να νιώθει την παραμικρή υποχρέωση να υπακούσει απέναντι στην αλήθεια —ποια αλήθεια ακριβώς, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς. Κάθε αφήγηση του παρελθόντος, ακόμα και η πλέον μύχια ή ανείπωτη, διέπεται από αναπόφευκτη μυθοπλασία.

Ένας άντρας μαθαίνει από τον γιατρό πως του απομένουν μόλις λίγοι μήνες ζωής, τρεις λατινικές λέξεις, η αρρώστια, τιτλοφορούν το ελάχιστο μέλλον του. Βγαίνοντας από το ιατρείο θα βαδίσει προς τον σταθμό του τρένου, θα επιβιβαστεί και θα κατέβει νύχτα σε έναν έρημο σταθμό. Δυο άλλοι άντρες, επιθυμώντας να ξεφύγουν για λίγο από την καθημερινή ρουτίνα του άστεως ανεβαίνουν στο ίδιο εκείνο βουνό να κυνηγήσουν και να ψαρέψουν. Όταν τον αντικρίσουν θα αρχίσουν, χωρίς δεύτερη, ούτε καν πρώτη, σκέψη, να τον κυνηγούν, στην παρέα τους θα προστεθούν σιγά σιγά και άλλοι άντρες, ένας δασοφύλακας και ένας βοσκός, μεταξύ άλλων.

Αυτή είναι η υπόθεση της ιστορίας αυτής που διαδραματίζεται στα παρθένα βουνά του Μαυροβουνίου της τότε ενωμένης Γιουγκοσλαβίας. Μια απλή σε σύλληψη ιδέα, διαποτισμένη σε μεγάλο βαθμό από το παράλογο, που όμως στα χέρια του Στσεπάνοβιτς αποδεικνύεται αρκετή ως καύσιμη ύλη για τη νουβέλα αυτή, όχι απλώς για να ειπωθεί η ιστορία, αλλά για να λειτουργήσει ως η κορυφή ενός παγόβουνου, που κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και του ορατού κρύβεται το μεγαλύτερο μέρος του.

Είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματα της καλής λογοτεχνίας αυτό, όσα υπονοούνται και δεν λέγονται ευθέως να την καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό, χωρίς αυτό να συνεπάγεται, όχι όσο αφορά την καλή λογοτεχνία, μια προσποιητή κρυπτικότητα ή μια επιτήδευση ψευδοφιλοσοφικού ύφους.

Ο Στσεπάνοβιτς χρησιμοποιεί δύο αφηγητές, έναν παντογνώστη τριτοπρόσωπο που αφηγείται τις σκέψεις του κυνηγημένου και έναν πρωτοπρόσωπο στο πρόσωπο του ενός εκ των δύο αρχικών κυνηγών. Αυτή η αφηγηματική διαδοχή αποδεικνύεται υψηλά λειτουργική, καθοριστική για τη συνάρθρωση της νουβέλας, και όχι ένα απλό και στείρο εύρημα εντυπωσιασμού. Τα ερωτήματα, με κύριο εκείνο του γιατί κυνηγούν αυτόν τον άντρα, μένουν αναπάντητα, παρότι φαινομενικά είναι απλά στην απάντησή τους, απλά ωστόσο λόγω της απόστασης που χωρίζει τον αναγνώστη από τους διώκτες, από το πλήθος που βρίσκεται στο κατόπι του κυνηγημένου άντρα, η εκ του ασφαλούς θέαση της παράλογης αυτής πράξης. Είναι, θα λέγαμε, ο τρόπος με τον οποίο ο όχλος λειτουργεί, χωρίς να εκκινεί από μια στέρεα σκέψη, αλλεργικός στο διαφορετικό, σε εκείνο που στέκει έξω από την αντιληπτική του ικανότητα, εκείνη που τον καθησυχάζει και τον βεβαιώνει, μην επιτρέποντάς του να πέσει στο πηγάδια της ματαιότητας, της έλλειψης ξεκάθαρου νοήματος που χαρακτηρίζει την ύπαρξη.

Το ζήτημα της αυτοκτονίας, της ζωοφόρου αυτής προοπτικής, παρά την εν γένει αντίφαση που προκύπτει, αποτελεί ίσως τη μοναδική υπερδύναμη με την οποία είναι οπλισμένος ο άνθρωπος, που νιώθει πως μπορεί να πάρει τη ζωή στα χέρια του αφαιρώντας την. Αλλά και εκείνη η άλλη, η αντίρροπη, η επιθυμία για ζωή που απορρέει από το ένστικτο της επιβίωσης, όταν το τέλος πλησιάζει δεν αποτελεί πια λύση αλλά συνθήκη προς αποφυγή.

Μπορεί η νουβέλα αυτή να μοιάζει απλή ως προς τα ερωτήματα και τα ζητήματα που θέτει, όμως η ποιότητα αυτών των ερωτημάτων και ζητημάτων είναι που την κάνει ταυτόχρονα σύνθετη και βαθιά φιλοσοφική, ακριβώς γιατί η απλότητα παύει πάραυτα όταν αρχίζει η διαπραγμάτευση. Θα επαναλάβω: η φιλοσοφική διάσταση της νουβέλας ούτε ψευδής είναι ούτε επισκιάζει τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, αλλά, όπως της αρμόζει, διέπει τα κενά και τις ρωγμές τής αφήγησης, συνδιαμορφώνει το περιβάλλον εντός του οποίου το ανθρωποκυνηγητό λαμβάνει χώρα, και στο τέλος, ακόμα και όταν η μνήμη γύρω από την ακριβή υπόθεση φθαρεί ή χαθεί ολοκληρωτικά, εκείνη η αίσθηση της αγωνίας και της αγέλης ενάντια στο διαφορετικό θα επιζήσει στη μνήμη του αναγνώστη, επιτρέποντάς του, κατά ικανότητα ή βούληση, να την προσαρμόσει στα δικά του φίλτρα πρόσληψης και κατανόησης του φαινομένου της ζωής, ίσως και στη διαμόρφωση ενός οδηγού πλοήγησης από τον κόσμο αυτό. Μπορεί, βέβαια, πάντοτε μπορεί, να περάσει και να μην τον αγγίξει, είθισται αυτό να συμβαίνει.

Πανηγυρική υπήρξε η επιστροφή αυτή, ξέφρενη και ενισχυτική του τότε εναπομείναντος στη μνήμη συναισθήματος, αυτό είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο βιβλίο.

Μετάφραση Ισμήνη Ραντούλοβιτς
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2024

Όταν ήμασταν μικροί - Oliver Lovrenski

Η επιλογή ενός βιβλίου, του επόμενου βιβλίου, και ακολούθως η διαδικασία της ανάγνωσής του έχει πλήθος από ρίζες ορατές ή μη σε υπόβαθρο γνωστό ή όχι. Οι μετανάστες δεύτερης και τρίτης γενιάς, η ζωή τους, οι προσλαμβάνουσες, το γλωσσικό, κοινωνικό ή θρησκευτικό περιβάλλον εντός και επί του οποίου διαμορφώνονται, η εν γένει ταυτότητα, το πώς αυτοπροσδιορίζονται και το πώς νιώθουν, αποτελούν μια άγνωστη, παρότι μοιρασμένη, γη. Παρεπόμενος, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζονται, οι ζυμώσεις που λαμβάνουν χώρα, τα κανάλια μέσω των οποίων ρέουν. Ένα μόνο παράδειγμα είναι η λογοτεχνία. Να μια από τις ρίζες της επιλογής του Όταν ήμασταν μικροί ως επόμενου βιβλίου.

Ο Όλιβερ Λοβρένσκι γεννήθηκε το 2003 στην Κροατία και μεγάλωσε στη Νορβηγία όπου και ζει. Το Όταν ήμασταν μικροί, σε μετάφραση της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, είναι το πρώτο του βιβλίο. Γνώρισε θερμή υποδοχή, αποτυπωμένη σε πωλήσεις και βραβεία.

χτες το βράδυ ξύπνησα γιατί πήρε ο μάρκο κι έκλαιγε κι έλεγε πέθανε, ίβορ, πέθανε, και δεν χρειαζόταν να ρωτήσω ποιος, γιατί ήξερα, έκλεισα απλώς το τηλέφωνο

Έτσι αρχίζει η αφήγηση αυτής της ιστορίας, με έναν θάνατο που φτάνει σαν μαντάτο στη μέση μιας νύχτας, ένας φόβος που πραγματώνεται. Σε αυτό το ελάχιστο δείγμα, ο αναγνώστης διακρίνει ήδη διάφορα γλωσσικά και αφηγηματικά χαρακτηριστικά όπως την απουσία κεφαλαίων γραμμάτων, τον κοφτό λόγο, την ένταση του βιώματος του αφηγητή, αργότερα θα εμφανιστεί το έντονο χαρακτηριστικό της καινούργιας γλώσσας, αποτέλεσμα συνύπαρξης πολλών διαφορετικών καναλιών επικοινωνίας, η ανάγκη να ονομαστεί το καινούριο και η Γλυνιαδάκη αντιμετώπισε αρκετά πετυχημένα τη στενωπό αυτή, την ώρα που τα λεξικά στέκουν άχρηστα στο σκονισμένο ράφι. Το χρονικό κουβάρι τυλίγεται για να ξετυλιχτεί ξανά, από την αρχή, όταν εκείνος ακόμα ζούσε, όταν όλοι τους ήταν μικρότεροι, όταν η περιπέτεια και η περιέργεια τάιζε την καθημερινότητά τους, όταν ο φόβος δεν κατοικούσε μέσα και γύρω τους.

Το νεύρο είναι διάχυτο, στακάτο και λακωνικό, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ποιητικότητα, χωρίς απόπειρα καλλωπισμού και ωραιοποίησης, χωρίς διάθεση ηρωοποίησης ή θυματοποίησης, χωρίς απόπειρα χρήσης κοινωνιολογικών ή ανθρωπολογικών ή όποιων άλλων θεωρητικών εργαλείων, άχρηστων και ανεπαρκών στην καθημερινή ζωή. Ένας ρεαλισμός στεγνός, στον οποίο δύσκολα ανιχνεύονται ξεκάθαρες και διακριτές λογοτεχνικές επιρροές, μια έντονη προφορικότητα ή, αν προτιμάτε, μια αποτύπωση της εμπειρίας με περιορισμούς διαφόρων ειδών, περιορισμοί οι οποίοι περιγράφουν ως ένα βαθμό την πραγματικότητα του Ίβορ και των φίλων του, του συγγραφέα και της γενιάς του, όπως τουλάχιστον εμείς από απόσταση τη διακρίνουμε και την εξηγούμε, ικανοποιώντας την ανάγκη μας για θεωρία και κουτάκια.

Συμβαίνει σε βιβλία όπως αυτό, η ανάγνωση να πατάει σε δύο, τουλάχιστον, πλευρές, στην αναζήτηση της αλήθειας και της λογοτεχνικής αξίας. Και οι δυο αυτές πλευρές είναι εν πολλοίς και κύρια διαμορφωμένες από τους έχοντες το προνόμιο, την άνεση για τη θεωρητικοποίηση, ακόμα και σε ακαδημαϊκό επίπεδο, για το κυνήγι πολιτικοκοινωνικής αλλά και λογοτεχνικής ερμηνείας. Γιατί, είναι προφανές αλλά συχνά λησμονείται, πως η τέχνη, σε οποιαδήποτε μορφή της είναι η έκφραση μιας ανάγκης για δημιουργία, μια βαλβίδα εκτόνωσης, ένας δίαυλος επικοινωνίας. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στις δύο πλευρές στις οποίες η ανάγνωση πατάει: είναι αυθεντικό το περιεχόμενο; είναι αυτό λογοτεχνία;

Και αν για τη μια πλευρά δεν μας πέφτει και τόσος λόγος, ή δεν θα έπρεπε να μας πέφτει λόγος για το πώς ο καθένας βιώνει και εκφράζει τα της ζωής του, ως προς τη λογοτεχνική αξία, κρυμμένοι πίσω από το αναφαίρετο δικαίωμά μας για ένα μου αρέσει ή δεν μου αρέσει, δημιουργείται ένας χώρος κριτικής, που εναντιώνεται, μεταξύ άλλων, στον δυναμικό και ανήσυχο χαρακτήρα της τέχνης εν γένει, στην ανάγκη ή υποχρέωση η λάβα να παγώσει πριν δοκιμάσουμε να τη μελετήσουμε και να την εντάξουμε ή όχι στο κυρίως σώμα του ηφαιστείου που ανά περιόδους εκρήγνυται. Όμως, ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να κάνουμε πως οι εκρήξεις αυτές δεν συμβαίνουν, πως η λάβα δεν κυλά στους δρόμους των πόλεων.

Τι νόημα θα είχε άραγε, παρά μόνο φιλολογικό, να σταθεί κανείς στην απουσία ή τη λάθος χρήση των κανόνων, αντικειμενικών ή υποκειμενικών, που σύμφωνα με τη θεωρία διέπουν ή θα έπρεπε να διέπουν τη λογοτεχνία. Όπως η πιστή και τυφλή τήρηση των κανόνων δεν παράγει αυτόματα λογοτεχνικό αποτέλεσμα, χιλιάδες τα παραδείγματα, έτσι και το αντίθετο δεν αποκλείει βιβλία όπως αυτό, ή δεν θα έπρεπε να το κάνει, όχι πριν ο χρόνος δώσει τις απαντήσεις του. Είναι, ωστόσο, υπαρκτή μια αναγνωστική προσέγγιση κατά την οποία ο αναγνώστης επιθυμεί την ασφάλεια του παλαιού, του γνωστού και του ασφαλούς, την απόσταση από το εδώ και το τώρα. Ο Λοβρένσκι δεν είναι γι' αυτούς. Ξεκάθαρα, όχι.

Δεν είναι απλό να απαντήσω στο ερώτημα μου άρεσε δεν μου άρεσε το βιβλίο αυτό. Και δεν είναι εύκολο γιατί από αυτό απουσιάζει η κάπως παγιωμένη άποψη περί απόλαυσης. Το βιβλίο αυτό δεν έχει τίποτα το απολαυστικό, δεν έχει ήρωες, δεν έχει έρωτες, δεν έχει ελπίδα, δεν έχει καλό τέλος, δεν έχει πλατφόρμα εκτόξευσης μακριά από την απομαγευμένη πραγματικότητα, έχει ζόφο, μισανθρωπία, απογοήτευση, ακόμα και φόβο για το εκεί έξω. Όχι μόνο λόγω του περιεχομένου, το μυθιστόρημα αυτό έχει διάφορα στοιχεία που ενοχλούν, κυρίως γιατί δεν δίνονται μεταμφιεσμένα με τον μανδύα μιας ιδιότυπης εξωτικότητας, αλλά με έναν τρόπο ευθύ και απότομο, έτσι είναι, έτσι είναι στα μάτια μου και άλλα μάτια δεν έχω, δεν απολογούμαι γι' αυτό, ώχου και δεν με νοιάζει η γνώμη σου.

Αποτελούμενο από μικρά κεφάλαια, το Όταν ήμασταν μικροί αφήνει μια πικρή γεύση στον ουρανίσκο, κυρίως γιατί αντίθετα με την ωραιοποιημένη, κυρίως κινηματογραφικά, συνθήκη πως ο κόσμος είναι γεμάτος από ευκαιρίες τις οποίες αρκεί κανείς να εκμεταλλευτεί, εδώ κυριαρχεί η μη ελπίδα και η μη πίστη.

Ούτε είναι εύκολο και ασφαλές να κρίνω την αλήθεια που φέρει η ιστορία αυτή, παρότι μοιάζει οργανικά ενταγμένη, μήτρα από την οποία η αφήγηση απορρέει, ακριβώς γιατί δεν ξέρω πώς πραγματικά είναι η ζωή κάποιου που ζει στο περιθώριο μιας κοινωνίας όπως η νορβηγική, που αποτελεί λαμπρό παράδειγμα ανάμεσα στις χώρες της γης, για τους υψηλούς δείκτες, ποιοτικούς και ποσοτικούς, που τις αποδίδονται και τη φέρνουν στην κορυφή από λίστες και διαγράμματα. Και ο Ίβορ ουδόλως επιθυμεί να πείσει.

Βιβλία όπως αυτό αναδεικνύουν το κοινωνικοπολιτικό κενό που ολοένα και μεγαλώνει απέναντι στην πρόσληψη της τέχνης, στον τρόπο με τον οποίο κάθε καινούργια και από τα κάτω απόπειρα αυτομάτως οικειοποιείται από ένα δεδομένο κοινωνικοοικονομικό και πολιτικό σύστημα, που την αγκαλιάζει με σκοπό να την αφομοιώσει και να την καταστήσει ακίνδυνη, να την εντάξει στην κυρίαρχη αφήγηση, να την πασπαλίσει ταυτόχρονα με μυθοπλαστική εξωτικότητα, αχ τι ωραία ιστορία, αλλά ταυτόχρονα και με τον σπόρο της αμφισβήτησης της όποιας αλήθειας φέρει, τι ευφάνταστη ιστορία, να την καταστήσει θέαμα, να την απολυμάνει, να θέσει τη φλόγα υπό απόλυτο έλεγχο.

Η απουσία του πολιτικού είναι εκείνη που περισσότερο απ' όλα ενέτεινε την πίκρα της ανάγνωσης αυτής, αλλά, τι άλλο από επίδειξη προνομίου είναι μια θέση όπως αυτή, να ζητά κανείς από παιδιά που μεγαλώνουν μέσα στον βόθρο των λημμάτων μας να οραματιστούν έναν καλύτερο κόσμο και να παλέψουν επιπλέον γι' αυτό και όχι την επιβίωση με τους όρους που το παιχνίδι παίζεται.

Το Όταν ήμασταν παιδιά, παρότι στέκει εκτός του σώματος της λογοτεχνίας που αποζητώ και απολαμβάνω, είναι ένα σημαντικό βιβλίο γιατί ζόρισε και τελικά έτρεψε, ελπίζω, σε φυγή την απενοχοποίηση της εκ του ασφαλούς απόστασης απ' όσα περιγράφει, που πάγωσε αυτό το φρικτό συγκαταβατικό κούνημα του κεφαλιού, που φώτισε την τάφρο που με χωρίζει από αυτή την πλευρά, που προπηλάκισε την όποια ενστικτώδη απόπειρα κατανόησης και ερμηνείας, που άλλο δεν στόχευαν από ένα νοητό πατ πατ στην πλάτη του Ίβορ και της παρέας του.

Μετάφραση Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2024

Η τέχνη της φυγής - Sergio Pitol

Αυτή η κατηγορία βιβλιοφιλικών βιβλίων, όπως συνηθίζουμε να τα αποκαλούμε καλώς (γιατί χαρακτηρίζονται από την αγάπη για τη λογοτεχνία) ή κακώς (γιατί δεν υπάρχει, μάλλον, βιβλιοεθχρική λογοτεχνία), είναι η δική μου αναγνωστική ανάπαυση, ένα συχνό καταλυτικό του εκάστοτε μπλοκαρίσματος ή της πρότερης υψηλής αναγνωστικής στάθμης ή της πάσης φύσεως απελπισίας. Τέτοια βιβλία, όπως αυτό, στο όριο ανάμεσα στο δοκίμιο και την αυτοβιογραφία με τη λογοτεχνία στον πυρήνα, με ξεκουράζουν, αλλά κυρίως αναθερμαίνουν το πάθος και την εξάρτησή μου από την ανάγνωση, μου υπενθυμίζουν πως (και) εκεί βρίσκεται η διέξοδος. Στα παραπάνω συμπυκνώνονται οι προσδοκίες και το μικροκλίμα όταν έπιασα στα χέρια μου το Η τέχνη της φυγής, το πρώτο μέρος της Τριλογίας της μνήμης του Μεξικανού Σέρχιο Πιτόλ.

Κάποια χρόνια πριν, εν μέσω έρωτα κεραυνοβόλου με τον γοητευτικό Ενρίκε Βίλα Μάτας και το σύμπαν του, ακολούθησα πιστά το νήμα που μου άπλωσε, πώς αλλιώς, και διάβασα το μυθιστόρημα του Πιτόλ,  Η συζυγική ζωή. Απογοητεύτηκα. Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την ανάγνωση παρά εκείνα που το τότε κείμενο περιλαμβάνει. Η ανάγνωση είναι πάντοτε ένα παιχνίδι έρμαιο στον χρόνο και τον καιρό, τη στιγμή και τη συγκυρία, την ετοιμότητα και τις προσλαμβάνουσες, και εγώ τότε δεν μπόρεσα, παρά τις όποιες αρετές της γραφής του, κάτι που για παράδειγμα αργότερα με τη Λισπέκτορ συνέβη, να αντλήσω απόλαυση από μια ιστορία που θύμιζε, περισσότερο απ' όσο είναι του γούστου μου, σαπουνόπερα, καλογραμμένη και με διάθεση υπονόμευσης, πλην όμως σαπουνόπερα. Άλλο βιβλίο του δεν διάβασα.

Και μια μέρα ξαφνικά, όπως οι εκδόσεις Δώμα συνηθίζουν να κάνουν, εμφανίστηκε στο βιβλιοπωλείο Η τέχνη της φυγής. Έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου να το ξεφυλλίσω, να δω περί τίνος πρόκειται, να διατρέξω κάποια τυχαία αποσπάσματα, να πάρω μια γεύση, να αναζητήσω το γιατί ο εκδότης επέλεξε να βγάλει αυτό το βιβλίο· μια ακόμα μέρα στη δουλειά, δηλαδή. Με ανακούφιση, εντάξει, ίσως και να είμαι υπερβολικός, αντιλήφθηκα γρήγορα πως δεν ήταν ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, αλλά κάποιου είδους, λιγότερο ή περισσότερο, σύντομα θα αποδεικνυόταν, ιδιότυπο μεμουάρ, εκεί που το βίωμα και η λογοτεχνία συναντιούνται στα φανερά έξω από την κρυψώνα της μυθοπλαστικής συνθήκης, σε πλήρη θέα κάτω από το φως, εκεί που η περασμένη ζωή ανασκαλεύεται αναπόφευκτα, αφού πρόκειται για τη ζωή ενός ανθρώπου της γραφής, με όρους λογοτεχνίας, ανάγνωσης και συγγραφής.

Μου αρέσει να με χαρακτηρίζω αναγνώστη, περισσότερο από κάθε άλλη πιθανή ή απίθανη ιδιότητα. Και όταν αντικρίζω έναν αναγνώστη και συνομιλώ μαζί του, συνήθως περνάω καλά, ανάλογα, βέβαια, και με το πάθος και την ηθική που εκείνος φέρει. Η μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης, και πόσο μάλλον της συγγραφής, παρότι στις μέρες μας, λόγω του ψηφιακού, έχει ως ένα βαθμό μεταλλαχθεί, στον πυρήνα της αναντίρρητα διατηρεί την ιδιότητά της αυτή, εκ της οποίας πηγάζει συχνά η ανάγκη για συνάντηση με κάποιο άλλο εξαρτημένο επίσης στη λογοτεχνία πρόσωπο. Έχοντας πιθανότατα μεγάλη ιδέα για όσα αφήνω σε ετούτη την ψηφιακή γωνιά, συχνά σκέφτομαι την ενασχόληση αυτή με όρους αναγνωστικού ημερολογίου, μέσω του οποίου μια εμπειρική και προσωπική λογοτεχνική θεωρία προκύπτει, μια αναγνωστική αισθητική διαμορφώνεται, το αόριστο γίνεται τότε λίγο πιο συγκεκριμένο, οι λέξεις για τις λέξεις εμφανίζονται, ίσως για να καταπέσουν με πάταγο λίγο αργότερα, αλλά όπως και να έχει, προκύπτουν για να οδηγήσουν λίγο πιο βαθιά στη σήραγγα του εαυτού πυρήνα.

Συγγραφικές απόπειρες, όπως αυτή του Πιτόλ εδώ, υποδεικνύουν και υπενθυμίζουν πως η ανάγνωση είναι μια πράξη δυναμική, όχι παθητική και όχι απόλυτα κατανοητή και επεξηγήσιμη, όχι, τουλάχιστον, με τον τρόπο που οι θετικές επιστήμες λειτουργούν. Καλή η φιλολογία και η δοκιμιακή θεωρία, δύσκολα ωστόσο καταφέρνουν να εξηγήσουν το γιατί της ανάγνωσης, την ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παράλογο της ύπαρξης μέσα από τις ιστορίες, την ευγνωμοσύνη για εκείνον που ικανοποιώντας μια δική του ανάγκη μας πρόσφερε, σε ανύποπτη στιγμή και χωρίς εκούσια πρόθεση, το απαραίτητο δεκανίκι για ακόμα μια νύχτα, την άρση του συναισθήματος της μοναξιάς στον ακατανόητο ετούτο κόσμο. Μέσα από τις ιστορίες και την αφήγηση των άλλων ελπίζουμε να κατανοήσουμε λίγο ακόμα τον εαυτό μας, να ικανοποιήσουμε τη διαρκώς παρούσα ανησυχία μας, την ακόρεστη δίψα, την απαλοιφή του χρόνιου άλγους που το καθημερινό πεζό προκαλεί.

Και η υπενθύμιση αυτή είναι άκρως σημαντική και απαραίτητη, όταν η διέξοδος μοιάζει δεδομένη και δεν εκτιμάται δεόντως, όταν έχουμε αμελήσει την τύχη, ναι την τύχη, να έχουμε δημιουργήσει ένα μπούνκερ που συνεχώς διευρύνεται έστω και όχι ανάλογα με την επέκταση του περιρρέοντος ζόφου. Είναι, για να κάνω μια αντιστοιχία, όταν λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά από την πόλη και την εκεί ρουτίνα, σωτήρια μεν ρουτίνα δε, θυμάσαι πόσο ανάγκη είχες τη φυγή. Το λογοπαίγνιο προκύπτει μάλλον εύκολα: ο Πιτόλ κατέχει την τέχνη της φυγής.

Ας πω, παρότι το θεωρώ προφανές, πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, κάτι του στυλ πώς να δραπετεύετε μέσα από τη λογοτεχνία, τέτοια βιβλία κυκλοφορούν αρκετά τον τελευταίο καιρό, ούτε, επίσης, ένα άθροισμα λέξεων διδακτικών και βαρυφορτωμένων με ένα σπουδαίο εγώ που όλα τα έκανε σωστά και με σύστημα. Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Η απόπειρα του συγγραφέα να ανασυνθέσει και να επισκεφτεί συνειδητά τα περασμένα χρόνια τον ρίχνει ξανά και ξανά στα βράχια της τυχαιότητας και του ακατανόητου, ένα πώς τα κατάφερα ιδέα δεν έχω αιωρείται από σελίδα σε σελίδα. Η ευγνωμοσύνη, που μάλλον διαισθητικά αναδύεται, προς τη λογοτεχνία, αλλά και την τέχνη εν γένει, αλλά και στις παρέες, στη φιλία κυρίως, για να μη μιλήσουμε για την τυχαιότητα και την τύχη, και όλες τις υπόλοιπες ραγισματιές και χαραμάδες που θέτουν σε σωτήρια αστάθεια την όποια ορθολογική απόπειρα ερμηνείας και κατανόησης.

Αυτό το πάθος, με τον σεβασμό που το ανεξήγητο γεννά, ο αναγνώστης ως ένα βαθμό το μοιράζεται με τον συγγραφέα, αυτά τα κρακ που κατά καιρούς ακούγονται από το εσωτερικό του κρανίου, όλα όσα πέφτουν από το ίδιο τους το βάρος με το άγγιγμα μιας φράσης απλής, αμελητέας ποσοτικά και ποιοτικά. Και έτσι, ο αναγνώστης αναγνωρίζει δικά του βιώματα, και ας μη συμφωνεί με την κρίση για το ένα ή το άλλο βιβλίο, ποιος νοιάζεται άραγε, δεν είναι αυτό το νόημα, όχι αν δεν είσαι φιλόλογος ή αν ήθελες να είσαι ή αν έτσι έχεις στήσει τη ζωή σου, με αναχώματα ισχυρογνωμοσύνης που αργά ή γρήγορα θα ισοπεδωθούν από το πέρασμα του παράλογου, του ανερμήνευτου, όταν παρότι όλα θα τα έχεις κάνει σωστά το αποτέλεσμα θα είναι αποτυχημένο.

Βιβλία όπως αυτό του Πιτόλ, τα έχουμε ανάγκη περισσότερο ίσως από όσο τα έχει ανάγκη ο ίδιος ο συγγραφέας τους, είναι παράδοξη μια τέτοια σκέψη, το ξέρω, αλλά αυτό νιώθω.

υγ. Για το Η συζυγική ζωή έγραφα πριν από έντεκα χρόνια αυτό.

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Δώμα