Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Η ζωγραφική του Μανέ - Michel Foucault





Η κυκλοφορία στα ελληνικά της δεύτερης αναθεωρημένης έκδοσης της απομαγνητοφωνημένης διάλεξης, που έδωσε ο Φουκώ στο κλαμπ Tahar Haddad της Τυνησίας στις 20 Μαΐου του 1971, σχετικά με τον Μανέ, μου κίνησε κατευθείαν το ενδιαφέρον ακριβώς για όσα αναφέρει ο ίδιος ο φιλόσοφος στην αρχή της διάλεξής του.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να ζητήσω συγγνώμη, καθώς είμαι λιγάκι κουρασμένος. Να με συγχωρήσετε επίσης για το γεγονός ότι θα σας μιλήσω για τον Μανέ, γιατί φυσικά δεν είμαι ειδικός στον Μανέ· ούτε είμαι ειδικός στη ζωγραφική, γι' αυτό δεν μου είναι οικείο να σας μιλήσω για τον Μανέ. Εν συντομία, αυτό που ήθελα να σας πω είναι το εξής: δεν σκοπεύω να σας μιλήσω για τον Μανέ, αλλά θα σας παρουσιάσω δέκα με δώδεκα πίνακες αυτού του ζωγράφου τους οποίους θα προσπαθήσω, αν όχι να αναλύσω, τουλάχιστον να εξηγήσω κάποια από τα σημεία τους.
Επιθυμούσα την κριτική, καθαρή και οξεία ματιά ενός από τους σημαντικότερους διανοητές του περασμένου αιώνα πάνω σ' ένα θέμα, που -φαινομενικά- δεν ανήκει στη γκάμα των μελετών του. Όμως, αυτό δεν είναι που ξεχωρίζει τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα, η ικανότητά τους να διακρίνουν και να επισημαίνουν, οδηγημένα από μια κλίση φυσική και από την πνευματική διεύρυνση, αποτέλεσμα μελέτης και στοχασμού χρόνων; Δεν ήθελα να διαβάσω μια τεχνική ανάλυση, την οποία πιθανότατα θα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω λόγω άγνοιας και έλλειψης εργαλείων, αλλά το βλέμμα αυτό.

Ο Φουκώ ξεκαθαρίζει από την αρχή τον σκοπό της διάλεξής του, απολογείται τόσο για την κούραση, όσο και για τη μη ειδίκευσή του. Επισημαίνει τα σημεία στα οποία θα σταθεί προβάλλοντας μέσα από διαφάνειες τους πίνακες του Μανέ, που έχει επιλέξει, με σκοπό να αναδειχθούν τρία σημεία της ζωγραφικής του Γάλλου ζωγράφου: i) ο χώρος του πίνακα, ii) ο φωτισμός, και iii) η θέση του παρατηρητή.

Και παρά τις αρχικές δικαιολογίες εκ μέρους του, ο Φουκώ επιτυγχάνει να αναδείξει μέσα από τους επιλεγμένους για την περίσταση πίνακες τα τρία αυτά σημεία, που πέραν της δεδομένης καλλιτεχνικής αξίας του Μανέ, αποτέλεσαν τη βάση για την εξέλιξη του ιμπρεσιονισμού, κίνημα που επικράτησε, αφήνοντας πίσω του οριστικά την παραστατική ζωγραφική της Δύσης που κυριαρχούσε ήδη από τον 15ο αιώνα. Με έναν λόγο απλό, και πάντα με αναφορά σε έναν συγκεκριμένο πίνακα, ο Φουκώ παρουσιάζει μια προσέγγιση στο έργο του Μανέ, προσέγγιση ιδιαίτερη αν και δεν γνωρίζω αν είναι και πρωτότυπη ή αν παρόμοιες σκέψεις και απόψεις είχαν ήδη διατυπωθεί και από άλλους μελετητές.

Οι πίνακες στους οποίους αναφέρεται ο Φουκώ υπάρχουν στην παρούσα έκδοση, έκδοση η οποία συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον επίμετρο του Ανδρέα Ιωαννίδη, ο οποίος διατυπώνει επιπλέον παρατηρήσεις σε σχέση με τη ζωγραφική του Μανέ, εντάσσοντας και το χρώμα ως ένα εν δυνάμει τέταρτο στοιχείο.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο, το οποίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους γνώστες της τέχνης της ζωγραφικής, γεμάτο με προεκτάσεις κοινωνικές και φιλοσοφικές.

Μετάφραση Πόλα Καπόλα, Γεράσιμος Κουζέλης
Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Ο Στόουνερ - John Williams




Ο Γουίλιαμ Στόουνερ γράφτηκε στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου του Μιζούρι το 1910, σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του, έπαιρνε το διδακτορικό του δίπλωμα και γινόταν μέλος του διδακτικού προσωπικού στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, το 1956. Δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του. Όταν πέθανε, οι συνάδελφοί του, αντί μνημοσύνου, δώρισαν ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Δεν αποκλείεται το χειρόγραφο αυτό να βρίσκεται ακόμη στη Συλλογή Σπανίων Βιβλίων, με την αφιέρωση: "Δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Μιζούρι, στη μνήμη του Γουίλιαμ Στόουνερ. Εκ μέρους των συναδέλφων του του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας".

Αν έχεις έναν τέτοιο ήρωα, όπως ο Γουίλιαμ Στόουνερ στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, και να του δώσεις το επίθετό του για τίτλο. Έναν ήρωα που φαινομενικά δεν διαθέτει τίποτα ενδιαφέρον προς αφήγηση στη βιογραφία του. Ο Γουίλιαμ Στόουνερ έφυγε από το πατρικό του για να σπουδάσει γεωπονική, επειδή ένας αγροκόμος μίλησε γι' αυτό το νέο τμήμα στον πατέρα του. Ένα μάθημα επιλογής όμως στάθηκε ικανό να τον μαγέψει και να τον στείλει στη φιλολογία. Η τυχαιότητα οδηγούσε τα βήματά του. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η λειψανδρία που ακολούθησε του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει καθηγητής. Του πήρε καιρό να καταλάβει την κλίση του στη διδασκαλία. Κάποιο βράδυ αντίκρυσε την Ίντιθ, την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε σε γάμο. Ένας γάμος αποτυχημένος με χάιλαϊτ τη γέννηση της Γκρέις. Η ξεροκεφαλιά του και η ανικανότητά του στις δημόσιες σχέσεις τον καταδίκασαν να μείνει ακαδημαϊκά στάσιμος. Δίδαξε μέχρι τον θάνατό του. Σπουδές από σπόντα, ένας αποτυχημένος γάμο, μια ακαδημαϊκή καριέρα στην αφάνεια, μια ερωτική ιστορία που έσβησε νωρίς, ένας θάνατος ελάχιστα ηρωικός. Και όμως, ο Γουίλιαμ Στόουνερ είναι ένας από εκείνους τους ήρωες που παραμένουν αξέχαστοι στον αναγνώστη, ακριβώς γι' αυτή τη φαινομενική μετριότητά τους που τους κάνει ανθρώπινους, για την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, όχι με ξεσπάσματα, μα με μια καρτερικότητα κάπως πρωτόγονη, αντίστοιχη εκείνης των αγροτών γονιών του Στόουνερ απέναντι στις αναποδιές του καιρού και του χώματος. Αξίζει να πλησιάσει κανείς κοντά για να παρατηρήσει έναν κοινό άνθρωπο, να διακρίνει τις, μακρόθεν δυσδιάκριτες, αρετές του, να σιχτιρίσει την ανικανότητά του να επιβληθεί πιο δυναμικά, να ταυτιστεί μαζί του με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Και όμως ο Στόουνερ δεν έζησε μια θλιβερή ζωή, όσο παράδοξο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο από την πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος.

Δεν γνώριζα τίποτα για το μυθιστόρημα αυτό, δεν γνώριζα τον συγγραφέα Τζον Γουίλλιαμς, του οποίου κανένα έργο δεν είχε, έως τώρα, μεταφραστεί στα ελληνικά, και όμως, από την πρώτη στιγμή που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ένιωσα μια έντονη έλξη, μια επιθυμία να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό, ίσως λόγω του ότι επρόκειτο για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα (campus novel), είδος που μου είναι διαχρονικά ιδιαίτερα αγαπητό. Και η διαίσθηση επιβεβαιώθηκε -τι όμορφο που είναι το συναίσθημα της επιβεβαίωσης μιας διαίσθησης, σχεδόν μεταφυσικό- από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και η ανάγνωση ολοκληρώθηκε τάχιστα, με μια διάθεση πρωτόγνωρα αχόρταγη για τη δεδομένη αναγνωστική περίοδο που διάγω. Η ικανότητα στην αφήγηση και ο Στόουνερ είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η επιτυχία του μυθιστορήματος, τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα μου μείνουν -πιστεύω- αξέχαστα.

Όμως δεν θα αρκούσαν μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, σε καμία περίπτωση δεν θα αρκούσαν. Αν και σε δεύτερο πλάνο, ο Γουίλλιαμς διατρέχει ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα· δύο πόλεμοι έστω και μακριά από το Μιζούρι, θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την περίοδο αυτή, σημαδεύοντας αναπόφευκτα και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Η ακαδημαϊκή ζωή με τις χαρές και τα μελανά της σημεία, αυτό το άσυλο μακριά από τον πραγματικό κόσμο, με πολλές από τις παθογένειές του όμως παρούσες, μια θρυαλλίδα ελευθερίας της σκέψης. Οι δεύτεροι χαρακτήρες, δουλεμένοι ενδελεχώς, έτοιμοι, θαρρείς, να λάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο επόμενο μυθιστόρημα. Στους γυναικείους χαρακτήρες υπάρχει μια ένσταση, ή μάλλον ένας προβληματισμός, για να το θέσω ακριβέστερα· τόσο η γυναίκα του Στόουνερ, η Ίντιθ, όσο και η κόρη του, η Γκρέις, και η ερωμένη του, η Κάθριν, οι τρεις βασικές γυναικείες παρουσίες δηλαδή σε αυτό το ανδροκρατούμενο μυθιστορηματικό σύμπαν, δεν διαθέτουν παρά ψήγματα θετικών στιγμών και χαρακτηριστικών, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν τα όσα ήθελε να δείξει ο Γουίλλιαμς θα ήταν μη υλοποιήσιμα σε διαφορετική περίπτωση. Δεν νομίζω όμως ότι θα ευσταθούσε, σε καμία περίπτωση, μια κατηγορία για μισογυνισμό. Ενδιαφέρον έχει και ο στοχασμός, διαμέσου του Στόουνερ κυρίως, ως προς την φιλία, τον έρωτα, το αίσθημα καθήκοντος, την έννοια του δασκάλου, τη σχέση πατέρα-κόρης, τη βαρβαρότητα του πολέμου, την ανάγκη για σταθερότητα. Αποτυπώνει επίσης μια περίοδο σε μια συντηρητική πλευρά της Αμερικής με την παρουσία της ακαδημαϊκής ζωής, πιο προοδευτικής από τη φύση της, να λειτουργεί θαυμάσια ως αντιδιαστολή.

Σπουδαία αμερικανική λογοτεχνία, μου έφερε στον νου δύο άλλους μεγάλους συγγραφείς τον Μπέλοου και τον Μαίηλερ, αναγνωστική απόλαυση και ανυπομονησία για τη μετάφραση κάποιου ακόμα έργου του Γουίλλιαμς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδη
Εκδόσεις Gutenberg

    

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Μητροπολιτική αίσθηση - Georg Simmel




Ο τίτλος ήταν αρκετός για να μου κινήσει το ενδιαφέρον σε μια περίοδο που το ζήτημα της εγκατάλειψης ή όχι της Αθήνας στριφογυρίζει όχι μόνο στο δικό μου μυαλό αλλά και σε διάφορες συζητήσεις με ανθρώπους κυρίως της ηλικίας μου, κάπου στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργένικη ζωή και στην απόφαση για δημιουργία οικογένειας. Ξεφυλλίζοντάς το στάθηκα στην ημερομηνία έκδοσης, 1903, και αυτόματα έκανα τη σκέψη: πόσο επίκαιρη μπορεί να είναι μια κοινωνιολογική μελέτη για τις μητροπόλεις γραμμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα; Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να το διαβάσω.

Και η απάντηση ήταν η προφανής. Ένας διορατικός και καταρτισμένος επιστήμονας, όπως αποδείχτηκε με την ανάγνωση ο Georg Simmel, είναι ικανός να διαγνώσει σταθερές και χαρακτηριστικά που παρατηρούνται διαχρονικά, παρατηρήσεις που, προσαρμοσμένες ανάλογα, μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία κατανόησης του σύγχρονου κόσμου πάνω από έναν αιώνα μετά.
Τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης ζωής πηγάζουν από την αξίωση του ατόμου να διατηρήσει  την αυτονομία και την ιδιοτυπία του Είναι του απέναντι στις υπερκείμενες δυνάμεις της κοινωνίας, της ιστορικής κληρονομιάς, της εξωτερικής κουλτούρας και της τεχνικής οργάνωσης της ζωής -η πιο πρόσφατη μορφή της μάχης με τη φύση, την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος έπρεπε να δώσει για την ίδια του τη σωματική ύπαρξη.
Έτσι ξεκινάει το πρώτο από τα δύο δοκίμια της έκδοσης με τον τίτλο Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης, και μοιάζει τόσο, μα τόσο επίκαιρος ως συλλογισμός· ίσως μόνο να πρόσθετε κανείς και την υπερπληροφόρηση ανάμεσα στους "εχθρούς" του ατόμου στην προσπάθεια διατήρησης της αυτονομίας και της ιδιοτυπίας του Είναι του. Και ο Simmel συνεχίζει, επιχειρώντας την αντιπαραβολή ανάμεσα στη ζωή στη μεγαλούπολη και στην κωμόπολη, εκεί που ο χρόνος για παράδειγμα δεν είναι τόσο σημαντικός, αντίθετα με τη μεγαλούπολη, όπου μια στιγμιαία βλάβη των ρολογιών είναι ικανή να προκαλέσει χάος και σύγχυση. Επισημαίνει την απάθεια των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, απάθεια που δεν πηγάζει από κάποια νοητική αδυναμία, αλλά από την υπέρμετρη τροφοδότηση των αισθήσεων, αυτή τη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων και την επακόλουθη προσαρμογή σε αυτή τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα.

Διαβάζοντας κείμενα όπως αυτό, αναπόφευκτα ο αναγνώστης κάνει σκέψεις και συνδέσεις με τις δικές του εμπειρίες. Έτσι κι εγώ. Όταν είχα πρωτοέρθει στην Αθήνα, εκεί γύρω στην ενηλικίωση, και με το σύμπλεγμα της μικρής κοινωνίας στην οποία τίποτα δεν παραμένει κρυφό, μου φαινόταν θαυμάσιο το γεγονός της αποξένωσης. Δεν ήξερα τη διπλανή μου στην πολυκατοικία και δεν με ένοιαζε, ποτέ δεν χρειάστηκα άλλωστε να ζητήσω ένα λεμόνι ή λίγο αλάτι, και έτσι ένιωθα ήσυχος και απαλλαγμένος απ' το άγχος της παρατήρησης και της κριτικής. Περπατούσα στους δρόμους και δεν πετύχαινα σχεδόν ποτέ κάποιον γνωστό, συνάντηση η οποία θα ανέκοπτε τη ροή της βόλτας μου στη μεγάλη πόλη με τα τόσα ερεθίσματα. Πόσο σοκαριστικό, αναλογιζόμενος τις πιθανότητες, ήταν όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε στα πιο απίθανα μέρη. Με τον καιρό η μεγάλη πόλη με κούρασε, οι αποστάσεις και η ανάγκη οργάνωσης και της πλέον μικρής καθημερινής λεπτομέρειας, ο νεκρός χρόνος σε μετακινήσεις και αναμονές, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος, χρηματικό και συναισθηματικό. Έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στη φυγή και την εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, επέλεξα το δεύτερο και ανακάλυψα στον πυρήνα της τεράστιας πόλης μια μικρή πόλη, βιώσιμη και προσβάσιμη, με άπειρες δυνατότητες, με διαρκή ζωή και κίνηση, μια ήρεμη γωνιά στο χάος. Και η καθημερινότητά μου μεταβλήθηκε άμεσα, περπατώ περισσότερο, απολαμβάνω τις δυνατότητες και τις επιλογές εκείνες που λείπουν από τη ζωή στην επαρχία, γυρίζω χαρούμενος στο σπίτι.

Ας επανέλθω όμως στο βιβλίο του Simmel. Στο δεύτερο δοκίμιο της συλλογής, συμπληρωματικό κατά μία έννοια του πρώτου, με τίτλο Κοινωνιολογία των αισθήσεων, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναφέρεται κυρίως στην όραση και στην ακοή, επισημαίνοντας τις διαφορές και την κατά κάποιο τρόπο υπεροχή της όρασης έναντι της ακοής, αυτή την ικανότητα ταυτόχρονου πομπού και δέκτη που έχει το μάτι σε αντίθεση με το αυτί. Αλλά και την όραση στη ζωή στην πόλη, με τις εναλλαγές και την απώλεια της μεταβολής και της διάκρισης των λεπτομερειών, μέρος της προαναφερθείσας απάθειας του ατόμου της μεγάλης πόλης που αντίθετα με εκείνον της επαρχίας δέχεται μέγα πλήθος οπτικών πληροφοριών. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο κάτοικος της μεγαλούπολης αναγκάζεται να καταφεύγει στην, συχνά στιγμιαία, παρατήρηση του άλλου για να βγάλει ένα συμπέρασμα σχετικά με αυτόν, να κρίνει βιαστικά και να βιώσει ακολούθως συνήθως το συναίσθημα της αδιαφορίας, όμως ενίοτε και εκείνο του φόβου, του οίκτου, της αποστροφής, της οικειότητας ή και της γοητείας.  Επίσης αναφέρεται στην όσφρηση, ως κατώτερη όμως αίσθηση, και γι' αυτό πιο συνοπτικά, ενώ αντίθετα απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στην αφή, ίσως δείγμα συντηρητισμού της εποχής και της κοινωνικής τάξης του συγγραφέα, αναπόσπαστο κομμάτι όμως της ζωής στη μεγαλούπολη με τον συνωστισμό και τη διαρκή επαφή αγνώστων μεταξύ τους σωμάτων, απουσία που ίσως οφείλεται σε μια σεξουαλική προέκταση της αφής, ίσως και όχι, πάντως, όπως και αν έχει, σίγουρα δεν αποτελεί αμέλεια εκ μέρους του Simmel αλλά συνειδητή αποφυγή αναφοράς στην αίσθηση της αφής.

Κλείνοντας, τα δύο μικρού μεγέθους δοκίμια της έκδοσης περιέχουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, διαχρονικές και επίκαιρες ως προς τη ζωή στη μεγάλη πόλη, αν και εκπονημένα πάνω από εκατό χρόνια πριν, τότε που άρχισαν να διαμορφώνονται οι μητροπόλεις. Σκέψεις και παρατηρήσεις χρήσιμες στον αναγνώστη, αφορμή για επαναπροσέγγιση της καθημερινότητας και της πλοήγησής του στην πόλη, αφορμή για να παρατηρήσει από κοντά και να επαναπροσδιορίσει ίσως τη θέση του στον αστικό ιστό.

Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη
Εκδόσεις Άγρα

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ένα δικό σου δωμάτιο - Virginia Woolf




Μα, μπορείτε να πείτε, εμείς σου ζητήσαμε να μιλήσεις για τις γυναίκες και την πεζογραφία - τι δουλειά έχει αυτό μ' ένα δικό σου δωμάτιο; Θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Όταν μου ζητήσατε να μιλήσω για τις γυναίκες και την πεζογραφία κάθισα στην όχθη ενός ποταμού κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι τι σήμαιναν οι λέξεις. Μπορεί να σήμαιναν απλώς μερικές παρατηρήσεις για την Φάνυ Μπάρνεϋ· μερικές άλλες για την Τζέην Ώστεν· κάποιο φόρο τιμής προς τις Μπροντέ κι ένα σκίτσο του Πρεσβυτέριου του Χάουρθ σκεπασμένο απ' το χιόνι· αν ήταν δυνατόν, μερικά ευφυολογήματα για την μις Μίτφορντ· μια σύντομη και γεμάτη σεβασμό μνεία για την Τζωρτζ Έλιοτ· μιαν αναφορά στην κυρία Γκάσκελ και θα 'χαμε τελειώσει. Όταν όμως τις ξανακοίταξα, οι λέξεις δεν φαίνονταν και τόσο απλές.

Δεν ξέρω τι περίμεναν οι διοργανωτές και οι ακροατές ν' ακούσουν από τα χείλη της Γουλφ σχετικά με τις γυναίκες και την πεζογραφία, το σίγουρο πάντως είναι ότι ο τρόπος σκέψης και προσέγγισης των πραγμάτων της συγγραφέως, που τοποθέτησε το δικό της τεράστιο λιθαράκι στο οικοδόμημα της λογοτεχνίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερος, εγκεφαλικός και συναισθηματικός ταυτόχρονα, ακαδημαϊκός και διαισθητικός μαζί. Και ο όρος δοκίμιο δύσκολα μπορεί να περιγράψει ικανοποιητικά το κείμενο αυτό, παρότι ξεκάθαρα πρόκειται για δοκίμιο, αλλά όχι μόνο. Το ξεκαθαρίζει και η ίδια η Γουλφ, ήδη από την αρχή: Εδώ είναι δυνατόν η πεζογραφία να περιέχει περισσότερες αλήθειες παρά γεγονότα. [...] Δεν χρειάζεται να πω ότι αυτό που θα περιγράψω δεν υπάρχει. Το Όξμπριτζ είναι πλαστό το ίδιο και το Φέρναμ. Το Εγώ είναι μονάχα ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν υπάρχει πραγματικά.

Με έναν τρόπο απλό και κατανοητό, λογοτεχνικό και δοκιμιακό, θα περιδιαβεί την ιστορία της γυναικείας ιστορίας, μέσα από τη λογοτεχνία, χωρίς να αφήσει εκτός τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, τα όρια ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την πατριαρχική επιβολή και το φεμινιστικό κίνημα. Οι ελευθερίες που βίωναν το 1928 οι γυναίκες δεν ήταν ούτε πολύχρονες ούτε απεριόριστες, ο αγώνας βρισκόταν (και ακόμα βρίσκεται) σε εξέλιξη, όμως σίγουρα είχαν γίνει κάποια σπουδαία βήματα ενάντια στον αποκλεισμό των γυναικών (και) από τη λογοτεχνία. Η γυναικεία λογοτεχνία, δειλά και διστακτικά, είχε αρχίσει να χτίζει κάποιο παρελθόν, κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε και μεγάλωσε, βάσεις οι οποίες έδωσαν τη δυνατότητα σε περισσότερες συγγραφείς να γράψουν γυναικεία, όχι με τον τρόπο τον οποίο οι πατριάρχες όριζαν (και ακόμη ορίζουν) αλλά με τον τρόπο που εκείνες ένιωθαν (και πάντα θα νιώθουν) ν' αναβλύζει από μέσα τους.

Δεν έχει νόημα, μοιάζει να λέει η Γουλφ, να αναφερθούμε στο παρελθόν απλώς και μόνο με χαρακτηρισμούς καλολογικούς και φιλολογικούς, πρέπει, επιμένει, να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της αρχής, την επανάσταση που έφεραν η Ώστεν, η Έλλιοτ, οι αδερφές Μπροντέ, τη σημασία που έχουν για εμάς σήμερα -για όλους μας, όχι μόνο για τις γυναίκες, αν και κυρίως για αυτές- εκείνα τα πρώτα μυθιστορήματα που ίσως σε κάποιους μοιάζουν, όχι απλώς παρωχημένα, αλλά και δεδομένα ως προς την ευκολία των συνθηκών που καθόριζαν (και πάντα καθορίζουν) τη γραφή, όπως για παράδειγμα ένα δικό σου δωμάτιο.

Βιβλίο εξαντλημένο εδώ και καιρό, το οποίο αναζητούσα, για να το βρω τελικά, πού αλλού;, σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο μια Κυριακή πρωί. Βιβλίο απολαυστικό και σημαντικό, το οποίο επιβάλλεται να κυκλοφορήσει ξανά και να διαβαστεί με προσοχή -όπως και όλα τα βιβλία της Γουλφ.

Μετάφραση Μίνα Δαλαμάγκα
Εκδόσεις Οδυσσέας


Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Μόνος - August Strindberg




Ύστερα από δεκάχρονη παραμονή στην επαρχία, ξαναβρίσκομαι στη γενέθλια πόλη μου και κάθομαι τώρα σ' ένα μεσημεριανό τραπέζι μαζί με τους παλιούς φίλους.
Με όποιες προσδοκίες ή σκέψεις και αν επιστρέψει κανείς, κάποτε, στην παλιά του ζωή, στη γενέθλια πόλη του για παράδειγμα, αναπόφευκτα, ακόμα και ενάντια στις προσδοκίες ή τις σκέψεις που προηγήθηκαν της επιστροφής αυτής, θα βρεθεί να αναζητά την επανασύνδεση με το νήμα εκείνο, η συνέχεια του οποίου διακόπηκε με την αναχώρησή του. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαπιστώσει, με κάποια θλίψη -ή ίσως ανακούφιση-, πως η τομή δεν γίνεται να αποκατασταθεί, πως ένα χάσμα υπάρχει να χωρίζει εκείνον από εκείνους τους παλιούς φίλους, πως οι ζωές -και πώς όχι;- εξελίχθηκαν διαφορετικά, οι υποσχέσεις και τα κοινά όνειρα ματαιώθηκαν. Δύο δρόμοι θα ανοίξουν τότε μπροστά σε εκείνον που επιστρέφει, από τη μία η απόπειρα για δημιουργία νέων συνεκτικών ιστών, από την άλλη η μοναξιά.

Ο συγγραφέας, επιτυχημένος πια, επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Συναντά στο καφενείο τους παλιούς του φίλους και διαπιστώνει πως δεν υπάρχει πια εκείνο το παλιό συναίσθημα οικειότητας. Νοικιάζει δύο δωμάτια επιπλωμένα, και σιγά σιγά προσαρμόζεται σ' αυτό το νέο περιβάλλον. Συνεχίζει να δουλεύει, αναζητώντας την έμπνευση λίγο στο παρελθόν και λίγο στο παρόν, ο ρόλος του παρατηρητή τού ταιριάζει, περιφέρεται στην πόλη, επιλέγοντας δρόμους κεντρικούς ή ερημικούς, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμή και την εποχή του χρόνου. Στοχάζεται πάνω στη νέα αυτή κατάσταση, επιχειρεί να ορίσει τον εαυτό του απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς, θηρίο, που με την κατάλληλη εσωτερική δύναμη και αντιμετώπιση, δεν αποκλείεται να εξημερωθεί και να μετατραπεί σε συνοδοιπόρο ζωής. Συνειδητοποιεί πως η ύπαρξη εναλλακτικής, κυρίως λόγω της οικονομικής του δυνατότητας, τον ανακουφίζει, του προσφέρει την αίσθηση πως η παρούσα κατάσταση δεν αποτελεί μονόδρομο μα επιλογή. Δεν αναφέρεται  ευθέως στα θεατρικά έργα που γράφει εκείνη την περίοδο, αν και παραθέτει διάφορα σκηνικά που του προσφέρουν έμπνευση, όπως η παρατήρηση από το χωρίς κουρτίνα παράθυρο μιας συντροφιάς συγκεντρωμένης γύρω από ένα τραπέζι ή η διασταύρωση με εκείνους τους άλλους περιπατητές των δρόμων.

Πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του Στρίντμπεργκ, εκείνο που κάνει το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο ξεχωριστό είναι η αλήθεια που περιέχει. Η μάχη ενάντια στη μοναξιά και τη θλίψη, η διαχείριση του νεκρού χρόνου, το αίσθημα ανακούφισης κατά τη βραδινή κατάκλιση, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή μέσα από το άγγιγμα με αγνώστους στο τραμ, η -υποχρέωση για- δημιουργία και τα αισθήματα απέναντι στους κοντινούς του ανθρώπους συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου αληθινού, με οξεία παρατήρηση του εαυτού, με διάθεση (αυτο)κριτικής και στοχασμού. Η αντιμετώπιση του παρελθόντος, το οποίο ο χρόνος έχει ντύσει με έναν μανδύα νοσταλγίας, το παρόν που δυσκολεύει και ανακουφίζει την ίδια στιγμή, το μέλλον που πλησιάζει με απειλές και υποσχέσεις.

Το Μόνος, πέρα από ένα σπουδαίο λογοτεχνικά κείμενο, είναι σημαντικό γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης και τις οπτικές γωνίες ενός σημαντικού θεατρικού συγγραφέα. Η συγκεκριμένη έκδοση βασίστηκε στη μετάφραση του Ε. Χρυσάφη, που κυκλοφόρησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, διορθωμένη και επιμελημένη από τις εκδόσεις Σκαρίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ε.Ι. Χρυσάφης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Η νόσος του Μοντάνο - Enrique Vila-Matas





Η αγάπη για τη λογοτεχνία, η ικανότητα ένταξής της σε ένα μυθιστορηματικό πλαίσιο, το πλήθος των αναφορών, η κρυψώνα του προσωπικού και η διάθεση για παιχνίδι. Έτσι θα συνόψιζα το έργο του Βίλα-Μάτας. Αυτοί, επίσης, είναι οι λόγοι που τόσο απολαμβάνω, μαγεύομαι και εμπνέομαι από τα βιβλία του. Η εμμονή με το τέλος της λογοτεχνίας, φόβος διάχυτος σε κάθε έναν από εμάς, τους πιστούς της, και το αντίδοτο, το μοναδικό αντίδοτο: μια ακόμα ιστορία, ένας ακόμα φόρος τιμής σε όλους εκείνους τους σπουδαίους που, χωρίς να μας γνωρίζουν προσωπικά, μας έσωσαν τη ζωή κάποια δεδομένη στιγμή.
Και να που τώρα βρίσκομαι εδώ, σε χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι ήμουν όταν έφυγα από τη Βαρκελόνη, πιο άρρωστος μετά την εμπειρία της πνιγηρής συνάντησης ενός πατέρα και ενός γιου, που είναι λαβωμένοι κι οι δυο από την καταραμένη τη λογοτεχνία, αλλά με διαφορετικές ουλές ο καθένας: ο ένας (ο Μοντάνο) θέλει ασυζητητί να επιστρέψει στη λογοτεχνία· και ο άλλος θέλει να την ξεχάσει, τουλάχιστον για μερικές μέρες, αλλά μέχρι στιγμής δεν το έχει καταφέρει και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχει κολλήσει στην αρχή μιας λογοτεχνικής τρόπον τινά αφήγησης, την οποία μάλιστα γράφει στο ημερολόγιό του.
Πόσο παράλογο φαίνεται αλήθεια να προσπαθεί κάποιος να διαφύγει από τη λογοτεχνία, να πάψει πια να σκέφτεται τα πάντα λογοτεχνικά, να βρίσκει καταφύγιο σε ένα ημερολόγιο, εξιστορώντας αυτόμ ακριβώς τον αγώνα διαφυγής από τη λογοτεχνία, αποφασίζοντας να γίνει ο ίδιος η ενσάρκωση της λογοτεχνίας και να πολεμήσει μέχρι τελικής πτώσης τους εχθρούς της λογοτεχνίας.

Η ευχέρεια στην αφήγηση και το καθαρό μυαλό επιτρέπουν στον Βίλα-Μάτας ένα διαρκές παιχνίδι δημιουργίας και αφανισμού αναγνωστικών προσδοκιών, η αλήθεια καταρρίπτεται, το ψέμα ομολογείται, ο μύθος χτίζεται, η αφήγηση συνεχίζεται, τα λογοτεχνικά είδη εναλλάσσονται διαδοχικά και αβίαστα το ένα το άλλο, η κάθε αφήγηση προσεγγίζεται από την επόμενη, η οποία την περιλαμβάνει, οι λογοτεχνικοί και επινοημένοι ήρωες αποκτούν ζωή. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε αυτό το παιχνίδι, απομένοντας μαγεμένος να παρακολουθεί τη σκέψη και τις ευφάνταστες εναλλαγές πορείας μιας αφήγησης οργιαστικής, εκεί που η μόνη αλήθεια είναι η επίδραση της λογοτεχνίας στον ανθρώπινο εγκέφαλο, η δεδομένη διάκρισή της από τον στείρο ρεαλισμό.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας δεδομένος λάτρης της λογοτεχνίας, να διηγηθεί μια οποιαδήποτε ιστορία, ειδικότερα σε πρώτο πρόσωπο μέσω ενός εναλλακτικού εαυτού, αν όχι κάνοντας εκτεταμένη χρήση της ίδιας της λογοτεχνίας;

Και εκτός από τη δεδομένη αναγνωστική απόλαυση, τα έργα του Βίλα-Μάτας ενισχύουν την αγάπη για τη λογοτεχνία, δημιουργώντας επιπλέον ανάγκη για καταβύθιση σε αυτόν τον χωρίς όρια κόσμο. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, είναι και η έμπνευση που αντλεί ο αναγνώστης, η επιθυμία που του δημιουργείται να προσλαμβάνει τον κόσμο μέσω της λογοτεχνίας, να εξιστορεί το προσωπικό με έναν τρόπο λογοτεχνικό, να εκφράζεται διαφορετικά. Ένας εργάτης της λογοτεχνίας είναι ο Βίλα-Μάτας, υπενθυμίζοντας διαρκώς την επίδραση και τη σημασία της, απομακρύνοντάς την από τα περίκλειστα και αποστειρωμένα μέρη, όπου ζει συχνά φυλακισμένη, αφήνοντάς την ελεύθερη στην καθημερινότητα και τον καθαρό αέρα, στο απροσδόκητο της πραγματικής ζωής. Και όλα αυτά χωρίς να κάνει απλή επίδειξη γνώσεων αλλά προτάσσοντας την ανάγκη και την επιθυμία να διηγηθεί μια ακόμα ιστορία.

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη


Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Το Μέσα Από Τα Βλέφαρά Μας - Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης




2015
Το μυθιστόρημα είναι ντοκιμαντέρ.

...της δικής σου ζωής και της παρατήρησης, των βιωμάτων και των φίλων, των μυθιστορημάτων, των τραγουδιών, των ταινιών, της τέχνης. Του έρωτα. Προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων. Όλων εκείνων που οι φωτογραφίες δεν έχουν τη δύναμη να πουν. Είναι σύνθεση μέσω της αφαίρεσης, το περιττό υποχωρεί από το βάρος του, και παραχωρεί -με το ζόρι, και καλώς παθαίνει- τη θέση του στο ξεχωριστό, στο υποκειμενικά αξιολογημένο ως ξεχωριστό. Η έμπνευση είναι μέσα και γύρω μας, αυτόφωτη και ετερόφωτη, είναι εγώ και οι άλλοι, το άλφα κεφαλαίο, αλλά και το έψιλον. Οι τόποι και η τυχαιότητα, οι φίλοι -ναι ξανά οι φίλοι- και οι επιλογές. Οι χωρισμοί, οριστικοί και προσωρινοί. Οι μάχες: νίκες, ήττες, εκεχειρίες -με όποια σειρά και σε όσες επαναλήψεις. Η πόλη το βράδυ, κάθε βράδυ, η ύπαιθρος την άνοιξη, κάθε άνοιξη. Τα στέκια της Αθήνας, το κέντρο του κόσμου, τα όνειρα της επαρχίας, η περιφέρεια του κύκλου. Το αλκοόλ και ο καφές. Οι εξαρτήσεις: αποδοχή, έξοδος, πτώση -με όποια σειρά και με όσες επαναλήψεις. Τα πάθη και ο τοίχος απέναντι, λευκός με πιτσιλιές κόκκινες, ένας καμβάς. Είναι ο χρόνος, ποτέ όμως γραμμικός.

Βιωματικά θραύσματα που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα εν τη απουσία του. Το παρελθόν μαγεύει, όμως και το παρόν μαγεύει. Κάποιοι ίσως αύριο περισσέψουν, όμως κάποιοι άλλοι ίσως αύριο προστεθούν. Ο αναγνώστης και ο δημιουργός, ο δημιουργός που διαβάζει και ο αναγνώστης που δημιουργεί, χορός αέναος προς το μέλλον. Η έκταση ποτέ δεν ήταν συνώνυμο της σπουδαιότητος. Ευτυχώς κάποιοι κυκλοφορούν με το υποδεκάμετρο να προεξέχει από την πίσω τσέπη του καλοσιδερωμένου τους παντελονιού, έτσι τους ξεχωρίζουμε, έτσι τους αποφεύγουμε ακόμα και στο τέλος της βραδιάς, όταν οι ατέλειες παίρνουν την εκδίκησή τους. Ευτυχώς κάποιοι άλλοι προβάλλουν το πάθος για την ομορφιά, αφήνοντας πίσω, ορατή μα στο βάθος, την απέχθεια για την ασχήμια. Ευτυχώς για κάποιους η τέχνη είναι ακόμα γιορτή και όχι μόνο κουτσομπολιό στο προαύλιο της εκκλησίας, μία μέρα την εβδομάδα και αν. Ευτυχώς κάποιοι ακόμα επιμένουν να τριγυρνούν στο κέντρο του κόσμου, αφήνοντας τους άλλους να κρίνουν από απόσταση, επιμένουν να στήνουν εκεί γιορτές, βιβλιοπωλεία, βραδιές, μυθιστορήματα.


Εκδόσεις Bibliothéque