Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Born to run - Christopher McDougall




Για έναν αναγνώστη, σαν κι εμένα, που τα ενδιαφέροντά του περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη λογοτεχνία, η απόφαση για την ανάγνωση ενός βιβλίου non-fiction απαιτεί πάντα λίγη παραπάνω σκέψη, εμπεριέχει ένα ποσοστό ρίσκου, καθώς λαμβάνει χώρα σε αχαρτογράφητα ύδατα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα στοίχημα για τη διάρρηξη της αναγνωστικής μονομανίας.

Το βιβλίο αυτό το είχα βάλει καιρό στο μάτι, όχι τόσο για τον προφανή λόγο, δηλαδή το τρέξιμο, όσο για την αναφορά στη φυλή των Ταραουμάρα, ιθαγενών που ζουν σχεδόν απομονωμένοι στις οροσειρές του Μεξικού, μιας χούφτας ανθρώπων στην παραμεθόριο του πολιτισμένου τρόπου ζωής. Αυτές οι απομονωμένες κοινότητες ανέκαθεν μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Παράλληλα ήλπιζα το βιβλίο αυτό να περιέχει ακόμα ένα συστατικό, το πάθος του συγγραφέα για το θέμα του βιβλίου του. 
Μέρες έψαχνα στην οροσειρά Σιέρα Μάδρε του Μεξικού το φάντασμα που είναι γνωστό ως Καμπάγιο Μπλάνκο -το Λευκό Άλογο. Είχα φτάσει επιτέλους στο τέρμα της διαδρομής, στο τελευταίο σημείο που θα φανταζόμουν ότι μπορώ να το βρω -όχι βαθιά στις ερημιές όπου έλεγαν ότι έχει στοιχειώσει, αλλά στο μισοσκότεινο λόμπι ενός παλιού ξενοδοχείου, στις παρυφές μιας κατασκονισμένης πόλης της ερήμου.
Ο ΜακΝτούγκαλ ξεκινά την έρευνα αυτή χωρίς να το ξέρει, οδηγήθηκε εκεί προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να μπορεί να συνεχίσει το καθημερινό χαλαρό τρέξιμο, το οποίο τόσο του άρεσε όμως παρ' όλ' αυτάτου προκαλούσε διαρκείς και επίπονους τραυματισμούς· οι γιατροί, οι πλέον εξειδικευμένοι, του συνιστούσαν ομόφωνα να εγκαταλείψει το τρέξιμο και να δοκιμάσει πιο ήπιες μορφές άσκησης, που θα καταπονούσαν λιγότερο το κορμί του. Εκείνος, από πείσμα περισσότερο, δεν το έβαλε κάτω. Έτσι έφτασε μέχρι τους Ταραουμάρα, συνάντησε προπονητές υπερμαραθωνοδρόμων, διάβασε έρευνες σχετικά με την τεχνολογία των υποδημάτων τρεξίματος, γοητεύτηκε από ιστορίες δρομέων με αντισυμβατικές συχνά μεθόδους προπόνησης.

Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο δεν διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο φανερό όταν γίνεται προσπάθεια εμπλουτισμού του δημοσιογραφικού κειμένου έρευνας με περιγραφές συναισθημάτων και τοπίων, αλλά αυτή είναι μια παρατήρηση κάποιου που διαβάζει κυρίως λογοτεχνία. Ο ΜακΝτούγκαλ -και οι επιμελητές του βιβλίου- δεν στόχευσαν τόσο στη λογοτεχνικότητα, όσο στον εξωραϊσμό του κειμένου, που κινδύνευε να κατολισθήσει από το βάρος των τεχνικών λεπτομερειών, και στην απαραίτητη επίκληση στο συναίσθημα του αναγνώστη, του αναγνώστη που είτε τρέχει, είτε είναι υποψήφιος δρομέας και απλώς ψάχνει για ένα κίνητρο. Αν και ορισμένα στοιχεία επαναλαμβάνονται, ο ΜακΝτούγκαλ έχει κάνει καλή έρευνα και σύνθεση του υλικού του, επιτυγχάνοντας να γράψει ένα βιβλίο για το τρέξιμο, χωρίς να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον αγώνα με τους Ταραουμάρα.

Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει μια διάθεση για φιλοσοφικό στοχασμό, κάπως κλισέ και παιδικού, όπως για παράδειγμα η φράση: δεν σταματάς να τρέχεις επειδή γερνάς, γερνάς επειδή σταματάς να τρέχεις. Όμως, έχει ενδιαφέρον ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο από διάφορους δρομείς, το οποίο έγκειται στη ψυχική διάσταση του τρεξίματος και συχνά το παρουσιάζει ως μια μορφή διαλογισμού εν κινήσει, ως μία συνεδρία του δρομέα με τον εαυτό του, μια κατάσταση αποκοπής από την πραγματικότητα.

Έτσι, και επιχειρώντας να αξιολογήσω το βιβλίο με βάση τις προσδοκίες μου πριν την ανάγνωση, το πάθος του συγγραφέα στο οποίο ήλπιζα υπάρχει ευδιάκριτο, ενισχυμένο μάλιστα με το πάθος των υπόλοιπων προσώπων που εμφανίζονται στο βιβλίο. Ως προς τους Ταραουμάρα τώρα, σίγουρα δεν πρόκειται για μία επιστημονική ανθρωπολογική μελέτη, όμως παρουσιάζει το δικό της ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς το τρέξιμο, το οποίο προβάλλεται ως το κυρίως χαρακτηριστικό τους, αλλά και ως προς μια νοοτροπία και αντίληψη ζωής, που μάλλον δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται  "άγρια" ελαφρά τη καρδία. Τέλος, ως προς το τρέξιμο, είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, παρότι κάνει κοιλιά σε ορισμένα σημεία, διαθέτει ταυτόχρονα άλλα που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν και να προκαλέσουν την ταύτιση του αναγνώστη ακόμα και αν δεν είναι -συνειδητά- δηλωμένος οπαδός του τρεξίματος. 

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη
Εκδόσεις Key Books

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Άμπωτη και πλημμυρίδα




Δεν παίρνουν τον δρόμο για την οθόνη οι λέξεις, λιμνάζουν, θαρρείς, στην επιφάνεια των πραγμάτων. Και η στάθμη ανεβαίνει. Και η ανάγκη επιτείνεται. Και η αδυναμία απόθεσης γονατίζει. Τώρα, σκέφτεσαι, τώρα που το έχω ανάγκη πραγματικά, ζωτική ανάγκη, τώρα είναι που αδυνατώ. Παράπονο και οργή. Και ο ήλιος έξω λάμπει. Και η άνοιξη διακρίνεται στο βάθος να καλπάζει.

Όμως, εσύ δεν ξέρεις άλλον τρόπο. Ή μάλλον ξέρεις, αλλά δεν τον εμπιστεύεσαι πια. Και επιμένεις. Να πετάξεις κάποιες λέξεις με το ζόρι, άναρχα, ποντάροντας στην τύχη. Μία λέξη. Κι ύστερα άλλη μία. Και κάπως έτσι ξεχνιέσαι. Ίσως στο τέλος σχηματιστεί εκείνο που δεν ήξερες να πεις. 'Εχει συμβεί ξανά, θυμάσαι; Θυμάσαι, αλλά δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει απλώς να συμβεί ξανά.

Ξέρεις πως ξαφνικά, όταν η στάθμη θα έχει πια κατακάτσει, οι λέξεις θα ξεχυθούν, αβίαστα και συντεταγμένα, το ένα κείμενο θα διαδέχεται το άλλο, η μια ιδέα την άλλη, όλα θα είναι εύκολα, ίσως και απλά, ευδιάκριτα και περιγράψιμα. Το ξέρεις, αλλά δεν βοηθάει. Όχι σήμερα, όχι τώρα τουλάχιστον. Ό,τι προηγείται πονάει. Το ξέρεις και σε φοβίζει.

Και αν δεν εμφανιστεί ποτέ ξανά η παλίρροια; Βιάζεσαι ν' απαντήσεις: μακάρι. Το ξανασκέφτεσαι. Δεν ξέρεις.


(Σήμερα το μπλογκ κλείνει επτά χρόνια. Γενέθλια, λοιπόν. Γιορτή.)

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα - Πάνος Τσίρος




Είχε προηγηθεί, δύο χρόνια πριν, η χρονικά δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου, Δεν είν' έτσι; Τότε, η πρώτη συλλογή, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, ήταν εξαντλημένη από τον εκδότη, συλλογή για την οποία αρκετοί μου είχαν μιλήσει με εγκωμιαστικά σχόλια, που έμοιαζαν βάσιμα και καθόλου υπερβολικά, κρίνοντας απ' όσα είχα σκεφτεί και νιώσει διαβάζοντας τη δεύτερη συλλογή του. Έψαχνα για καιρό δεξιά και αριστερά, σε σπίτια φίλων και σε παλαιοβιβλιοπωλεία, και η λύση τελικά ήρθε από την επανακυκλοφορία της συλλογής από καινούριο εκδοτικό οίκο. Ήταν ένα όμορφο νέο αυτό.

Νομίζω πως, υποσυνείδητα ίσως, αναζητώ με επιμονή τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα αποδείξουν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο πίσω από τις ιστορίες, σαν να επιθυμώ την εξάλειψη της αμφιβολίας σχετικά με την τυχαιότητα της έμπνευσης, τη σύνθεση -αυθαίρετη και υποκειμενική- της ταυτότητας του δημιουργού· τις εμμονές, τα βιώματα, τον τρόπο του να αφηγηθεί. Είναι μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών που έχω κατά την επιστροφή στο έργο ενός συγγραφέα που έχω γνωρίσει και έχω εκτιμήσει στο παρελθόν. Έτσι και τώρα, ο λόγος για τον οποίο θέλησα να διαβάσω αυτό το βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα πιθανά ήταν η σκέψη/επιθυμία: θέλω να διαβάσω ξανά κάτι δικό του.

Και έχει η επιστροφή κάτι το οικείο ακόμα και αν πρόκειται για ιστορίες διαφορετικές, ο τρόπος του Τσίρου -ειδικά αυτό- να ξετυλίγει και να απλώνει την ιστορία του, η εγκοπή από την οποία επιλέγει να πιαστεί και να κινήσει την αφήγηση της ιστορίας του, ο τρόπος με τον οποίο η έμπνευσή του περνάει από παράγραφο σε παράγραφο είναι κάποιες στιγμές τόσο ορατός, χωρίς αυτό να στερεί κάτι από τη μαγεία και το απρόοπτο στην τροπή της εξέλιξης.
Το πρώτο μας σπίτι ήταν κοντά στις γραμμές του τρένου. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έπαιζα ένα παιχνίδι. Περίμενα πότε θα φύγουν όλοι, και πήγαινα στην κουζίνα. Έβαζα τρία ποτήρια πάνω στο τραπέζι, ύστερα ακουμπούσα το κεφάλι μου στην επιφάνεια και περίμενα πότε θα περάσει το τρένο. Όταν το τρένο πλησίαζε, τα πάντα γύρω άρχιζαν να κουνιούνται. Διάλεγα ένα από τα ποτήρια και το κοίταζα επίμονα, κάνοντας ότι έχω τηλεπαθητικές δυνάμεις. Κέρδιζα αν κουνιόταν το ποτήρι που είχα διαλέξει.
Έχει και κάτι ακόμα αυτή η επιστροφή: την ανακούφιση να διαβάζω μια συλλογή διηγημάτων όπου συμβαίνει το προφανές -μα τόσο σπάνιο-, να μην περισσεύει λέξη. Να δικαιολογείται (και) με αυτόν τον τρόπο η επιλογή της μικρής φόρμας εκ μέρους του συγγραφέα, ως επιλογή και όχι ως ευκολία, όχι απλώς για να μοιραστεί μια ωραία ιδέα, αλλά για να αφηγηθεί μια ιστορία.
Υπάρχει μια αράχνη που δεν κάνει ιστό, αλλά φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα. Σκάβει βαθιά, και ύστερα την κλείνει από μέσα με μια πορτούλα. Η μεγάλη κοιλιά της είναι γεμάτη δηλητηριώδες υγρό. Μπορείς να τη βγάλεις έξω από τη φωλιά της μόνο αν την εκνευρίσεις. Παίρνεις ένα λεπτό κλαδάκι και, αφού τρυπήσεις την πορτούλα, το χώνεις μέσα, ξανά και ξανά, ερεθίζοντάς την. Κάποια στιγμή θα γραπωθεί απ' αυτό, και τότε είναι εύκολο να τη σύρεις έξω.
Η ευδιάκριτη αφηγηματική φωνή αποτελεί το απαραίτητο νήμα συνοχής της συλλογής. Ο χαμηλών τόνων λόγος με στολίδια κομψά, και όχι φανταχτερά που να χτυπούν στο μάτι, επιτρέπει την αβίαστη ροή της αφήγησης από σκέψη σε σκέψη. Εκείνα που κινητοποιούν την έμπνευση του συγγραφέα, λεπτομέρειες και ασήμαντα σε έναν κόσμο που κινείται σε γρήγορους ρυθμούς, προσωπικές μνήμες και ιστορίες που ίσως άκουσε κάποια στιγμή, προσθέτουν την ομορφιά εκείνη που επιτείνει το συναίσθημα πως στο γραφείο του δημιουργού επικρατεί μια γόνιμη ηρεμία, η δημιουργία ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα θόρυβο, μια πράξη υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, ένα συναίσθημα το οποίο μέσω των διηγημάτων μεταγγίζεται στον αναγνώστη.
Σήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για τον χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί σε βάθος το φαινόμενο, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. 

Εκδόσεις Μικρή Άρκτος


Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Μία από τις δύο - Daniel Sada





Τώρα, πώς να το πεις; Μία σε δύο ή δύο σε μία ή τι. Οι αδελφές Γκαμάλ ήταν ολόιδιες... Να πεις, ακόμα, όπως συνήθως λένε: "Ήταν σαν δυο σταγόνες νερό", ίδια ηλικία, ίδιο ύψος και, από επιλογή, το ίδιο χτένισμα. Επιπλέον, ίσως να ζύγιζαν γύρω στα εξήντα κιλά -ας πάμε στο παρόν-: δηλαδή, από απόσταση: ποια είναι ποια; Η μία είναι η άλλη και η άλλη το αρνείται μερικές φορές, βέβαια πάντα στα κρυφά, γιατί είναι πολύ εκνευριστικό να έχει σωσία, σχεδόν σχεδόν μια κολλιτσίδα, αλλά το φταίξιμο είναι δικό τους που, με το πέρασμα των χρόνων, προσπαθούν να μιμηθούν η μια την άλλη ολοένα και περισσότερο. Τα τικ τους, οι κινήσεις τους, οι μορφασμοί τους, όλα ίδια, σαν να είναι αντικριστοί καθρέφτες. Δεν βαριούνται;
Όχι, καθόλου δεν βαριούνται οι αδελφές Γκαμάλ· και όχι μόνο δεν βαριούνται αλλά η ομοιότητα αυτή τούς δίνει νόημα στη ζωή. Βέβαια, όπως μπορεί εύκολα, και χωρίς πολλή πολλή σκέψη, να υποθέσει κανείς, οι δύο αδελφές έχουν κάτι ελάχιστο που της ξεχωρίζει στα μάτια ενός έμπειρου παρατηρητή, κάτι ελάχιστο όπως μια μικρή ελιά, η οποία όμως εύκολα κρύβεται κάτω από στρώσεις ρούχων, και μένει μακριά από τα ξένα βλέμματα όσο το επιθυμεί η μία ή η άλλη. Όμως ναι, σωστά, ένας εραστής θα μπορούσε να ανακαλύψει αυτό το σημάδι. Μα για μια στιγμή; Μοιράζονται μέχρι και εραστή; Ω, ναι! Οι αδελφές Γκαμάλ μοιράζονται τα πάντα.

Μια ιστορία λαϊκή, που εύκολα θα μπορούσε να είναι σενάριο σε μεξικανική σαπουνόπερα, αποφασίζει να διηγηθεί ο Ντανιέλ Σάδα, αμετάφραστος μέχρι πρότινος στα ελληνικά, στη νουβέλα του Μία από τις δύο, την ιστορία δύο δίδυμων αδελφών, ολόιδιων, που λειτουργούν ως μονάδα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, όμως, όταν κάνει την εμφάνισή του ο έρωτας, ο δεσμός τους θα κλονιστεί.

Και δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς, όσο και αν η ιστορία ως ιστορία τον αφήνει εκτός και ασυγκίνητο, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την τεχνική του Σάδα, την παιχνιδιάρικη διάθεση με την οποία προσεγγίζει το θέμα του, φλερτάροντας με το κλισέ και τη φαρσοκωμωδία, τηρώντας όμως ξεκάθαρα όρια αμιγώς λογοτεχνικά, με ευδιάκριτη διάθεση για πειραματισμό στη φόρμα, και πόσο μάλλον σε μια τέτοια φόρμα με τέτοια συστατικά.

Γιατί υπάρχουν, και είναι καλό να τα γνωρίζει κανείς, κάποια λογοτεχνικά -και όχι μόνο- έργα, που μπορεί να μην είναι του γούστου του, αλλά διαθέτουν μια δεδομένη ποιότητα, μια διαφορετική προσέγγιση αισθητική και όχι μόνο, έργα που κάνουν τον αναγνώστη να διαβαίνει δρόμους άγνωστους και ας μην επιστρέψει ποτέ ξανά εκεί. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σάδα για μένα. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Πόνος φάντασμα - Arnon Grunberg





Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που υπάρχει ολλανδική λογοτεχνική σχολή, κάτι που πριν λίγα χρόνια προφανώς αγνοούσα· όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο -όπως αποδείχτηκε- Κέες Νόοτεμποομ (Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες), συνέχισαν με τον Χάρι Μούλις (Τα στοιχεία) και η σκυτάλη πέρασε στη νέα γενιά με τον ιδιοφυή Ντε Βρις (Ο καθηγητής είναι νεκρός), ενώ είχε μεσολαβήσει το αδιάφορο -προς κακό- μυθιστόρημα του Κοχ (Το δείπνο). Κάθε κανόνας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει μια τρανταχτή εξαίρεση. Μια αντίληψη, για την ύπαρξη σχολής, που χτίστηκε αργά και σταθερά, ακολουθώντας το νήμα και την τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή. Για το βιβλίο του Γκρούνμπεργκ μου είχε επιστήσει την προσοχή ένας φίλος, ιδιαίτερα δυνατός αναγνώστης. Με το βιβλίο φλέρταρα επανειλημμένως στα βιβλιοπωλεία αλλά ποτέ δεν έκανα το βήμα, ώσπου έπεσα πάνω του στο παζάρι της πλατείας Κοντζιά, το βιβλίο που ήθελα σε τιμή εξαιρετική, το αγόρασα.
Όταν είσαι νέος, η χρεοκοπία έχει ακόμα έναν αέρα ρομαντισμού. Όσο κι αν είναι ενοχλητική, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της, και στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει πάντα η προοπτική της ανάκαμψης. Αλλά στην ηλικία μου, η χρεοκοπία μόνο ντροπή προκαλεί. Ένα αίσθημα ντροπής και αποτυχίας που δεν σβήνει ούτε με το ποτό ούτε με αντικαταθλιπτικά. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, δεν λέει να φύγει. Όλη η ζωή σου μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει στη χρεοκοπία, σ' εκείνη τη μέρα που σου κατάσχουν την περιουσία, μια περιουσία που θα βγάλουν στο σφυρί για το ένα πέμπτο της αξίας της.
Ο πατέρας του αφηγητή δεν αποτελούσε ακριβώς το ιδανικό πρότυπο πατέρα· χρωστούσε στις τράπεζες, απατούσε τη γυναίκα του, νόμιζε ότι του άξιζε μια ακριβή ζωή, δεν καταδεχόταν να τρώει σπιτικό φαγητό, πίστευε πως ο κόσμος του χρωστούσε, έπινε, ενίοτε έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, έκανε γιο για να μην τον πρήζει η γυναίκα του. Τελικά δικαιώθηκε, ο κόσμος μπορεί να ξέχασε τα λογοτεχνικά του βιβλία, όμως του χάρισε πλούτη και δόξα για ένα βιβλίο μαγειρικής που έγραψε με τίτλο: Η πολωνοεβραϊκή κουζίνα σε 69 συνταγές.

Καρικατούρα διανοούμενου δοσμένη με αφηγηματική άνεση, χιούμορ σε αποχρώσεις του μαύρου κυρίως, οξύτητα στην παρατήρηση του γύρω κόσμου, εμμονή με τα στερεότυπα και φλερτ με το κλισέ, συναισθηματικά εγκεφαλικό. Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο πολύ απόλαυσα, με το οποίο πολύ γέλασα, αλλά είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν τολμώ να προτείνω, παρά μόνο σε ανθρώπους που νιώθω να γνωρίζω καλά, όχι μόνο για τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, αλλά -κυρίως- για την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν. Αστείος ή εξυπνάκιας; εγώ θα έλεγα αστείος και ευφυής, αλλά δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος δεν τον θεωρούσε αστείο τον Γκρούνμπεργκ.

Και μπορεί να καταφεύγει στην υπερβολή της καρικατούρας, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να μη διακρίνει σημάδια του πατέρα του αφηγητή στην καθημερινότητα που μας περιβάλλει τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, στην ένδεια του πνευματικού κόσμου, στην αντίληψη και στην επίδειξη, στην παρακμή εν τέλει. Γιατί ο Γκρούνμπεργκ, παρά τη δεδομένη αχαλίνωτη φαντασία του, άλλο δεν κάνει από το να τονίζει δεδομένα και υπαρκτά πρότυπα ανθρώπων από τα οποία βρίθει ο κόσμος μας. Και εκεί έγκειται μια θλίψη, μια γλυκόπικρη γεύση της ιστορίας· γελάς και ύστερα συννεφιάζεις, γελάς γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, η σύγχυση και τα νεύρα δεν θα οδηγήσουν πουθενά, σκέφτεσαι και γελάς.

Απολαυστικό και ιδιαίτερο, στη λίστα με τα προσεχώς και το άλλο μυθιστόρημα του Γκρούνμπεργκ που κυκλοφορεί -και μάλιστα σε προσφορά- στα ελληνικά με τίτλο Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου (εκδόσεις Καστανιώτη).

Μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Η ιδιωτική ζωή των δέντρων - Alejandro Zambra




Ο Χουλιάν διασκεδάζει τη μικρή με την "Ιδιωτική ζωή των δέντρων", μια σειρά παραμύθια που σκάρωσε για να τη νανουρίζει. Κεντρικοί ήρωες των παραμυθιών είναι μια λεύκα κι ένα μπαομπάμπ που, τις νύχτες, όταν δεν τα βλέπει κανείς, κουβεντιάζουν για φωτοσυνθέσεις, για σκίουρους ή για τα αναρίθμητα πλεονεκτήματα του να είσαι δέντρο και όχι άνθρωπος ή ζώο ή, όπως λένε τα ίδια, ηλίθιος τσιμεντένιος όγκος.
Η μικρή δεν είναι κόρη του Χουλιάν. Είναι κόρη της Βερόνικας, της δεύτερης συζύγου του από τον προηγούμενο γάμο της. Τη λένε Ντανιέλα. Κανονικά, τέτοια ώρα, η Βερόνικα θα έπρεπε να έχει ήδη επιστρέψει σπίτι. Καθυστερεί. Τρόποι να γυρίζεις σπίτι. Ο Χουλιάν διασκεδάζει την Ντανιέλα διαβάζοντάς της κάποια ιστορία από την Ιδιωτική ζωή των δέντρων. Με τον τρόπο αυτό παράλληλα τη νανουρίζει. Μια χαραμάδα χρειάζεται ο φόβος για να καταλάβει τη σκέψη, μια χαραμάδα ελάχιστη, ένα αν. Τι θα γίνει αν η Βερόνικα δεν επιστρέψει ποτέ;

Η ροπή στην κατασκευή ιστοριών περιπλέκει τα πράγματα. Ο Χουλιάν δουλεύει το μικρό του μυθιστόρημα κάθε Κυριακή. Αναπολεί την πρώην του, την Κάρλα, μια μέρα γύρισε σπίτι και είδε στον καθρέφτη γραμμένο με κραγιόν: Σήκω φύγε από το σπίτι μου καριόλη. Βρίζει για τα πράγματα που άφησε πίσω του φεύγοντας, κυρίως τα βιβλία που όταν τα χρειάζεται δεν είναι εκεί, στο νέο του σπίτι. Φεύγοντας πήρε μαζί του το μπονσάι που του είχαν χαρίσει κάποιοι φίλοι. Τώρα ανήκει σε μια κανονική οικογένεια. Η Βερόνικα όμως δεν επιστρέφει, ο Χουλιάν συνεχίζει τις υποθέσεις.

Δημιουργεί ένα μέλλον για την Ντανιέλα, ένα μέλλον χωρίς τη Βερόνικα. Σε εκείνο το μέλλον η θετή του κόρη θα διαβάσει το μυθιστόρημα του Χουλιάν. Αυτολογοκρισία και άγχος για την κρίση της. Θραύσματα μνήμης, μόνο όποιος επινοεί επιτυγχάνει γραμμικότητα και πληρότητα στην εξιστόρηση του παρελθόντος του, όσο μικρό και απλό και αν είναι. Ιδιότροπο όργανο ο εγκέφαλος. Οι συγγραφείς μας γοητεύουν γιατί μοιάζουν υπεράνθρωποι καθώς αναπλάθουν το παρελθόν με έναν τρόπο ζηλευτά πλήρη. Ίσως ο Χουλιάν να μη γίνει ποτέ σπουδαίος συγγραφέας.

Ζηλευτός είναι σίγουρα ο τρόπος που γράφει ο Σάμπρα, ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διηγηθεί εν είδει θραυσμάτων μία μεγάλη ιστορία σε ελάχιστη έκταση, υπονοώντας περισσότερα απ' όσα δηλώνει, αφαιρώντας ό,τι περιττό, επιτρέποντας στο προσωπικό -ή στην υπόνοια του προσωπικού- να εισχωρήσει, να σπείρει διακειμενικές αναφορές στο διάβα του, να φλερτάρει με τον ρεαλισμό και την ποιητικότητα, τη νοσταλγία και την προσδοκία, τη θλίψη και τη συγκίνηση, τη σκληρότητα και την τρυφερότητα· ένας στυλίστας του καιρού μας σ' ένα ακόμα κομψοτέχνημα.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

 

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Αύριο - Graham Swift




Υπάρχουν κάποια βιβλία τη δυναμική των οποίων δεν μπορείς να αντιληφθείς επακριβώς τη στιγμή της ανάγνωσης, ούτε καν τις επόμενες μέρες, αλλά καιρό μετά ορθώνουν το τελικό τους ανάστημα, έχοντας διεκδικήσει τον χώρο που τους αναλογεί και ας ξεθωριάζουν εντωμεταξύ οι λεπτομέρειες της ιστορίας, ενώ η αίσθηση εντείνεται, η επιθυμία για επιστροφή γεννιέται. Τέτοιο βιβλίο ήταν ο Τελευταίος γύρος του Γκράχαμ Σουίφτ. Από τότε έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια, και όλο έλεγα: κάτι δικό του θέλω να διαβάσω ξανά· από αναβολή σε αναβολή πήγαινε η απόφαση, ώσπου τις προάλλες στο παλαιοβιβλιοπωλείο έπεσα πάνω στο δικό του Αύριο. Η αλήθεια είναι ότι σκέφτηκα κάποιο λογοπαίγνιο με εκείνα που πρέπει να κάνουμε σήμερα και να μην αναβάλλουμε για αύριο αλλά μάλλον δεν είναι ταιριαστό τώρα που το σκέφτομαι ξανά.
Πρέπει να κοιμάστε πια, αγγελούδια μου. Εκείνο που μου προξενεί κατάπληξη, αλλά και ανακούφιση συνάμα, είναι πως το ίδιο κάνει κι ο πατέρας σας, σαν άνθρωπος που βρίσκει το κουράγιο να κοιμηθεί την προηγούμενη της εκτέλεσής του. Κι αύριο θα χρειαστεί να το μαζέψει όλο. Είμαι η μόνη που αγρυπνά σ' αυτό το σπίτι την ημέρα που θα αλλάξει τη ζωή  όλων μας, την ημέρα που ξεκίνησε ήδη -τα φωτεινά χεράκια στο ξυπνητήρι μου (που δεν το ρύθμισα να χτυπήσει) δείχνουν πως μόλις πέρασε η μία το πρωί.
Το Αύριο στηρίζεται σε ένα εύρημα, σε ένα μυστικό για την ακρίβεια. Η μητέρα-αφηγήτρια απευθύνεται στα δίδυμα παιδιά της, που, όπως και ο πατέρας τους, κοιμούνται εκείνη την ώρα, και αποφασίζει, αδυνατώντας να κοιμηθεί η ίδια, να δώσει τη δική της εκδοχή, όχι απαραίτητα αντίθετη ή διαφορετική από εκείνη του πατέρα, σχετικά με όσα συνέβησαν κάποτε, μια σύντομη ανασκόπηση της ζωής μέχρι εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν ξημερώσει το αύριο, μέρα κατά την οποία, συμφωνημένο εδώ και χρόνια, θα αποκαλύψουν στα δεκαεξάχρονα παιδιά τους το μυστικό. Η αγωνία της είναι έντονη, τα ερωτήματα πολλά, πώς θα είναι η επόμενη μέρα της αποκάλυψης;

Παρότι το οικοδόμημα στηρίζεται στην αποκάλυψη του μυστικού, μυστικό που δεν είναι δύσκολο ή απίθανο να υποψιαστεί ο αναγνώστης, εντούτοις αυτό καθαυτό το μυστικό δεν αποτελεί το διακύβευμα της ανάγνωσης ούτε τον στόχο του συγγραφέα. Η ταύτιση με την αφηγήτρια και την αγωνία της, την ταυτόχρονη ανάγκη της να δικαιολογηθεί αλλά και να μη δώσει λογαριασμό, είναι εκείνο πάνω στο οποίο χτίζεται σελίδα τη σελίδα, αυτή η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η στοχευμένη απεύθυνση  είναι που δημιουργεί την ανάγκη να ακολουθήσει κανείς την αφήγηση μέχρι τέλους, γνωρίζοντας πως ποτέ δεν θα μάθει πώς τελικά εξελίχθηκαν τα γεγονότα την επόμενη μέρα.

Η εξιστόρηση μιας παρελθούσας ζωής, η απεικόνιση μιας εποχής περασμένης, η οποία μάλλον ελάχιστα πράγματα σημαίνει για τη νέα γενιά, η ανάγκη της αφηγήτριας, η ανάγκη του καθενός μας τελικά, να δείξει τις αποφάσεις ως αλληλουχία γεγονότων και όχι ως σπασμωδικές κινήσεις, να δώσει το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, να καταφύγει στο έσχατο επιχείρημα: έτσι έκαναν όλοι· να διακρίνει το καλό από το κακό, να δώσει παραδείγματα και αντιπαραδείγματα, να βρει το κουράγιο να σταθεί στο οικογενειακό τραπέζι και να πει: αυτή είμαι εγώ.

Και σε αυτό το μυθιστόρημα συνάντησα τα στοιχεία της γραφής του Σουίφτ που με γοήτευσαν και στον Τελευταίο γύρο: η οριακή συναισθηματική φωνή που δεν ολισθαίνει στο εύκολο μελό, η προώθηση της αφήγησης, δύο βήματα μπροστά, ένα πίσω και μία παύση στο παρόν, το χτίσιμο των χαρακτήρων, έστω και αν μόνο η μητέρα έχει φωνή, η απεικόνιση μιας περασμένης εποχής με μια αίσθηση ακρίβειας και έλλειψης υπερβολής είτε προς την ωραιοποίηση είτε προς την καταβαράθρωση, ένα παρελθόν το οποίο είδε την επιστήμη να αλλάζει τα δεδομένα και να μεταβάλλει άπαξ και διά παντός συναισθηματικές βεβαιότητες αιώνων.  

Η ανάγκη για επιστροφή στο λογοτεχνικό σύμπαν αυτού του σπουδαίου σύγχρονου Βρετανού συγγραφέα καλύφθηκε, προσωρινά τουλάχιστον.


Μετάφραση  Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας