Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Πλην - Andrew Sean Greer





Το Πλην είναι από τα βιβλία που συζητήθηκαν περισσότερο το φετινό καλοκαίρι. Συζητήθηκε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Το εξώφυλλο και οι προσδοκίες ευθύνονται γι' αυτό. Το εξώφυλλο είναι αναπόσπαστο μέρος της έκδοσης, και το εξώφυλλο αυτό είναι ένα από τα πλέον όμορφα. Από μόνο του βέβαια δεν θα ήταν αρκετό, παρά για μερικές φωτογραφίες μόνο. Και όπως συμβαίνει πάντοτε όταν ακούς πολλά, ετοιμάζεσαι να κρατήσεις λίγα, ή και τίποτα. Αυτή ήταν η πρώτη επιφύλαξη. Η δεύτερη είχε να κάνει με τον φερόμενο κωμικό χαρακτήρα του βιβλίου, τη στιγμή που ο ήρωας, ο κύριος Πλην, παρουσιαζόταν ως ένας αποτυχημένος, άσημος συγγραφέας, λίγο πριν από τα πενήντα, και εμένα τέτοιοι ήρωες με συγκινούν βαθιά. Και ένα βιβλίο με έναν τέτοιο ήρωα δεν θα μπορούσα να μην το διαβάσω.

Από την πρώτη πρόταση μας συστήνεται ο αφηγητής της ιστορίας του κυρίου Πλην, αποφασισμένος να σχολιάσει και να παρέμβει όποτε εκείνος το κρίνει απαραίτητο. "Απ' τη δική μου οπτική γωνία, η ιστορία του Άρθουρ Πλην δεν εξελίσσεται τόσο άσχημα", μας λέει. Ο αινιγματικός αφηγητής, κάποιος που γνωρίζει καλά τον κύριο Πλην και κρατάει την ταυτότητά του κρυφή. Η επιλογή της αφηγηματικής φωνής είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα αυτού του βιβλίου, η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας, το εύρημα που έκανε εφικτό το μυθιστόρημα. Η απεύθυνση στον αναγνώστη μέσω ενός διαρκώς επαναλαμβανόμενου πρώτου πληθυντικού δεν επιτρέπει στιγμή στον κύριο Πλην να δραπετεύσει από τη σκηνή. 

Όλα ξεκίνησαν όταν έλαβε ένα προσκλητήριο γάμου. Όχι ενός οποιουδήποτε γάμου αλλά του γάμου του πρώην συντρόφου του. Η ιδέα και μόνο να παραστεί στη γαμήλια τελετή και στη δεξίωση που θα ακολουθούσε τον τρελαίνει. Πρέπει πάση θυσία να βρει μια καλή δικαιολογία. Αποφασίζει να κάνει τον γύρο του κόσμου, να λείπει μίλια μακριά όταν θα τελείται το μυστήριο. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό να φαίνεται αστείο σε κάποιον και όχι βαθιά συγκινητικό. Ας είναι.
Τι εννοούσε ο Φρέντι μ' εκείνο το "ο πιο γενναίος άνθρωπος που γνωρίζω;". Για τον Πλην, το μυστήριο παραμένει άλυτο. Δεν υπάρχει μέρα, ώρα, που ο Άρθουρ Πλην να μη φοβάται. Φοβάται να παραγγείλει ένα κοκτέιλ, να πάρει ταξί, να διδάξει σε μια τάξη, να γράψει βιβλίο. Όλα αυτά τα φοβάται, όπως φοβάται σχεδόν καθετί στον κόσμο. Το παράξενο, ωστόσο, είναι το εξής: επειδή φοβάται τα πάντα, όλα είναι εξίσου δύσκολα γι' αυτόν. Η ιδέα να κάνει τον γύρο του κόσμου δεν τον τρομάζει περισσότερο από το ν' αγοράσει μια τσίχλα. Κάθε μέρα και μια δόση θάρρους.

Το Πλην είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο, με έναν ήρωα ο οποίος είναι σχεδόν αδύνατον να εγείρει αισθήματα συμπόνιας. Ένας λευκός Αμερικάνος μεσήλικας, που περιφέρεται και σκέφτεται τα βάσανα ενός λευκού Αμερικάνου μεσήλικα, ακόμα και αν είναι ομοφυλόφιλος, δεν είναι ο κατάλληλος ήρωας για συναισθηματική καθοδήγηση προς τη συμπόνια. Ένας τέτοιος ήρωας, το άλτερ έγκο του κυρίου Πλην, πρωταγωνιστεί και στο τελευταίο του βιβλίο, το οποίο και απορρίφθηκε από τον εκδοτικό οίκο. Και είναι το Πλην ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο ακριβώς γιατί έχει ως ήρωα κάποιον σαν τον κύριο Πλην, έναν μέσο άνθρωπο, ο οποίος φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει, μοιάζει δηλαδή με τους ανθρώπους που ξέρουμε, μας θυμίζει τον εαυτό μας, σε μια εποχή που το να δείχνει κανείς σίγουρος και ατρόμητος είναι ο κανόνας κάποιου άγνωστου διαγωνισμού σε εξέλιξη. Το Πλην δεν θα ήταν ένα τόσο ενδιαφέρον και σύγχρονο βιβλίο αν έλειπαν οι παράλληλες της κεντρικής ιστορίες, οι δεύτεροι και τρίτοι χαρακτήρες και τα ανά χώρα γλωσσικά ευρήματα.

Εκείνο που είναι αστείο είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, εκείνα τα μικρά πράγματα που η λοξή ματιά ενός συγγραφέα, όπως του Γκρίερ στην περίπτωσή μας, μπορεί να τα απομονώσει και να τα αναδείξει, συνήθως ορμώμενος από την απελπισία για την πορεία αυτού του κόσμου, το χιούμορ είναι ένα από τα ύστερα καταφύγια άλλωστε. Και είναι αστεία όλα αυτά όταν δεν εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μας, τότε είναι συνήθως τρομακτικά, σκεφτείτε απλώς τη μάχη με τη γραφειοκρατία για να εξασφαλίσει ένας τουρίστας την επιστροφή τού ΦΠΑ, σκεφτείτε πόσο αστείο μοιάζει στην περιγραφή του, ύστερα δοκιμάστε το. Κοιτάζοντας από μακριά όλα είναι πιο εύκολα. Πάντα συμβαίνει αυτό. Ο αφηγητής μιλάει για τον Άρθουρ Πλην με την ασφάλεια της απόστασης. Ο αναγνώστης διαβάζει με την ίδια ασφάλεια. Ο κύριος Πλην δεν νιώθει το ίδιο όμως. Ο κύριος Πλην είναι ένας από τους ήρωες εκείνους που δύσκολα ξεχνάς, και αυτό το οφείλει εν μέρει στον αφηγητή του, όσο παράδοξο και αν μοιάζει αυτό. Ο κύριος Πλην σε μιαν άλλη εποχή θα μπορούσε να είναι ήρωας του Πολ Μπόουλς, όμως η εποχή εκείνη έχει προ πολλού παρέλθει, ο εξωτισμός έχει αφομοιωθεί στην κανονικότητα του δυτικού κόσμου, τώρα πια δύσκολα συναντά κανείς ταξιδιώτες να τριγυρνούν στον κόσμο.
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Δώμα
   

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (2019)




Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ένιωσα την επιθυμία να γράψω για μια ταινία, ίσως γιατί πάει καιρός από την τελευταία φορά που είδα μια πραγματικά συγκλονιστική ταινία. Και τέτοια ταινία ήταν τα Παράσιτα του Νοτιοκορεάτη Joon ho Bong, που βγήκε αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες της Θεσσαλονίκης και θα βγει στις 17 του μήνα στην Αθήνα. Ταινία που στάθηκε πλήρως αντάξια της φήμης που κουβαλούσε μετά τη βράβευσή της με τον Χρυσό Φοίνικα και την περιοδεία της σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών και στις πρόσφατες αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας. Για την ταινία μου μίλησαν διάφοροι, μεταξύ τους διαφορετικοί ως προς τα γούστα, και όμως όλοι, με τον ίδιο ενθουσιασμό στο βλέμμα, κατέληγαν στην ίδια προτροπή: να τη δεις. Και είναι αυτό το κριτήριο της οικουμενικής αποδοχής μιας ταινίας από ένα ετερόκλητο δείγμα κοινού ένα αξιόπιστο κριτήριο, γιατί πέρα από τις ειδικές προτιμήσεις του καθενός, τις προσλαμβάνουσες και τις συνθήκες της καθημερινότητάς του, μια καλή ταινία είναι πάντα μια καλή ταινία, όσο απλοϊκό και αν μοιάζει κάτι τέτοιο.

Μια τετραμελής οικογένεια ζει σε ένα ημιυπόγειο στην άκρη ενός απόμερου δρόμου, εκεί που οι μεθυσμένοι βρίσκουν μια γωνιά ν' ανακουφιστούν. Όταν ο Μιν, φίλος του γιου, θα του προτείνει να κάνει μάθημα αγγλικών στην κόρη μιας πλούσιας οικογένειας, προσποιούμενος πως έχει τα απαραίτητα προσόντα, μια χαραμάδα για ένα καλύτερο μέλλον θα διαφανεί στον ορίζοντα. Άλλωστε αυτό είναι που χρειάζονται, μια ζαριά, μια ελάχιστη ευκαιρία ν' αλλάξουν την τύχη τους, να βρουν μια δουλειά και να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον. Δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε επαφή, το φαίνεσθαι είναι πιο σημαντικό από το είναι, η ανάγκη για επιβίωση πιο δυνατή από την όποια ηθική.

Είχα επίσης καιρό να δω μια ταινία που να στηρίζεται σε τέτοιο βαθμό στο σενάριο της. Σενάριο καλοδουλεμένο ως προς την πλοκή, τις κορυφώσεις και τα λειτουργικά ευρήματα, με μια υπόγεια απειλή να κρατάει τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση, απειλή που έφερνε στον νου τις ταινίες ενός άλλου Νοτιοκορεάτη, του Κιμ Κιμ Ντουκ, επίσης πολύ αγαπητού, κυρίως παλιότερα, των φεστιβάλ, αλλά και του σπουδαίου Χάνεκε. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να υστερεί η ταινία αυτή. H στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, οι αξιόλογες ερμηνείες και η αντιστικτική χρήση της μουσικής αναδεικνύουν το δυνατό αυτό σενάριο, αυτή την κεντρική ιδέα που ισορρόπησε με τόση μαεστρία μακριά από κινδύνους όπως ο λαϊκισμός, η επίκληση στο συναίσθημα και η άσκοπη βία. Ταινία που συγγενεύει θεματικά με την σχετικά πρόσφατη ιαπωνική ταινία Κλέφτες καταστημάτων, αλλά διαφέρει ως προς την ένταση της εκτέλεσης, δύο όψεις ενός παρόμοιου νομίσματος, δύο διαφορετικές σχολές κινηματογράφου εν τέλει.

Βγαίνοντας από την αίθουσα ένα αντιφατικό διπλό αίσθημα επικρατούσε· χαμηλά ένας κόμπος στο στομάχι, στο βλέμμα το δέος για αυτή τη σπουδαία ταινία. Μια ταινία που καταφέρνει χωρίς εκπτώσεις να απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Ανοιχτή σε αρκετές, αντίθετες μεταξύ τους, αναγνώσεις, ταινία βαθιά πολιτική, όχι όμως στρατευμένη, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι καθοδηγητικά για να το θέσω έτσι. Έτσι και αλλιώς καθένας βλέπει εκείνο που θέλει να δει, καταλαβαίνει εκείνο που θέλει να καταλάβει και ούτω καθεξής. Τα Παράσιτα είναι από τις ταινίες εκείνες για τις οποίες χαίρεσαι να συζητάς μετά το τέλος της προβολής, πίνοντας ένα αναγκαίο ποτό πριν από την επιστροφή στο σπίτι, χαίρεσαι κυρίως για τις σιωπές ανάμεσα στα λόγια, τότε που σκηνές της ταινίας περνούν μπροστά από τα μάτια σου ξανά.

υγ. Ένιωσα την έντονη ανάγκη να δω ξανά το Old Boy, σε μεγάλη οθόνη με τέρμα τον ήχο.


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Η έβδομη ιστορία - Φαίδων Ταμβακάκης





Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο είναι σχεδόν πάντα ένα γοητευτικό βιβλίο. Το λογοτεχνικό παιχνίδι που στήνεται με το βιβλίο μέσα στο βιβλίο θυμίζει κάπως εκείνα τα βράδια με τις συζητήσεις για βιβλία που κάποιοι στην παρέα τόσο τα αγαπούν και κάποιοι άλλοι δεν τα έχουν διαβάσει, και η ίντριγκα σχετικά με αυτά εντείνεται ευθέως ανάλογα με το πάθος, με το οποίο μιλούν εκείνοι που τα αγαπούν, δημιουργώντας προσδοκίες, γαργαλώντας το φαντασιακό ημών των υπολοίπων, καθώς ακόμα και το πλέον ελάχιστο στοιχείο αρκεί για να μας ξεσηκώσει, να μας αφήσει άυπνους μέχρι την ώρα που τα βιβλιοπωλεία ανοίγουν. Και εδώ υπάρχει ως δυνατότητα αυτό το καλό σενάριο, ακόμα και αν οι προσδοκίες καταρρεύσουν στις πρώτες σελίδες της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο χωρίς υλική υπόσταση είναι μια διαφορετική ιστορία. Εδώ η φαντασία γνωρίζει νέα ύψη, λειτουργώντας κατά ιδία βούληση, καθώς οι προσδοκίες παραβιάζουν χωρίς συνέπεια τον συντελεστή δόμησης. Το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται η ιστορία μετατρέπεται σε αναγνωστικό απωθημένο.

Ο συγγραφέας της Έβδομης ιστορίας, Τσιπ Ώμο, αναζητά μάταια το αρχείο στη μνήμη του υπολογιστή του, παρά τις όποιες λέξεις κλειδιά και την ακριβή ημερομηνία συγγραφής η ψηφιακή βοηθός επαναλαμβάνει διαρκώς πως το αρχείο ήταν αδύνατο να βρεθεί, τον κάνει να αμφιβάλλει ακόμα και για το αν υπήρξε ποτέ ένα αρχείο με αυτόν τον τίτλο, οι άλλες έξι ιστορίες είναι εκεί άλλωστε, ίσως να μην υπήρξε ποτέ εκείνη η έβδομη. Ήταν μια μικρή σχετικά νουβέλα, την οποία ο Τσιπ Ώμο έγραψε εντός δύο ημερών, αλλά τώρα αδυνατεί να ανακαλέσει με ακρίβεια, είναι σίγουρος όμως πως ήταν κάτι το οποίο άξιζε να δει ξανά και ίσως να το έδινε στον εκδότη του. Και ίσως να πειθόταν τελικά ο συγγραφέας της ιστορίας μας πως το συγκεκριμένο αρχείο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα, η ανάμνηση ενός ονείρου, αν δεν διάβαζε τη νουβέλα αυτή, τη δική του νουβέλα, που κυκλοφόρησε ως το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο που έπεσε από το σύννεφο, εκεί που τα ψηφιακά έγγραφα ζουν, και γνώρισε πρωτόγνωρη εκδοτική εμπειρία. Ο Τσιπ Ώμο πρέπει πάση θυσία να αποδείξει πως η Σεσάτ έκλεψε το αρχείο από τη μνήμη του υπολογιστή του.

Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται το τελευταίο βιβλίο του Ταμβακάκη δεν διεκδικεί τον έπαινο της πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν μοιάζει να απασχολεί τον συγγραφέα κάτι τέτοιο, παρότι φαινομενικά  και λόγω της κατασκευής του βιβλίου κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, η ανάγνωση όμως, ο τελικός κριτής δηλαδή, δείχνει πως η συγκεκριμένη ιδέα είναι μια ιδέα χρηστική, γύρω από την οποία τοποθετούνται αρκετές ακόμα, χωρίς η ιστορία να αναλώνεται αποκλειστικά σε αυτή. Η συγκεκριμένη έκδοση διαθέτει δύο πιθανές εισόδους, καθώς ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει να ξεκινήσει διαβάζοντας είτε την Έβδομη ιστορία, είτε Το μυστικό της Σεσάτ, κάτι το οποίο ο συγγραφέας προτείνει να αφεθεί στην τύχη καθώς τις ονοματίζει κορόνα και γράμματα αντίστοιχα. Δεν είναι απλώς δύο νουβέλες σε μια κοινή έκδοση, η σειρά ανάγνωσης δημιουργεί δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, όχι ως προς την τελική εικόνα της πλοκής, αλλά ως προς την αναγνωστική εμπειρία.

Τα βιβλία που ως κεντρικό ήρωα έχουν ένα βιβλίο είναι αναμενόμενο να διαδραματίζονται σε χώρους αμιγώς λογοτεχνικούς όπως βιβλιοπωλεία, ατελιέ τυπογραφείων, αίθουσες βραβεύσεων, γραφεία εργασίας, με δευτερεύοντες ήρωες συγγραφείς, μεταφραστές, λογοκλόπους και εκδότες, με συναισθήματα που τα γεννά η λογοτεχνία στην κατασκευή της, όπως ο πυρετός της έμπνευσης, η ματαιοδοξία, η αγωνία για την οικονομική επιβίωση στο τέλος του μήνα, η ανάγκη για περιαυτολογία. Και από τη συγκεκριμένη ιστορία δεν λείπει τίποτα από τα παραπάνω, γεγονός που της δίνει μια έντονη κριτική και κωμική χροιά.

Οι συγγραφείς που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως παιχνίδι, με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως το πλέον σημαντικό γεγονός δηλαδή, διαθέτουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του αναγνώστη, και ο Ταμβακάκης είναι ένας τέτοιος συγγραφέας.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

   

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Μέση Αγγλία - Jonathan Coe





Ναι, αυτός είναι ο παλιός Κόου! Από τη Βροχή πριν πέσει -βιβλίο εντελώς διαφορετικό από ό,τι άλλο έχει γράψει μέχρι και σήμερα- είχα να ευχαριστηθώ τόσο ένα δικό του μυθιστόρημα. Τον Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ -για κάποιον απροσδιόριστο λόγο- δεν τον διάβασα τελικά ποτέ. Το Expo58 το αφήνω εκτός συλλογισμού, ήταν ένα διαφορετικό από τη φύση του μυθιστόρημα, με εκείνη την αίσθηση ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά ακόμα παρούσα. Σκεφτόμουν τον Αριθμό 11, μυθιστόρημα στο οποίο μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετά από τα γνώριμα στοιχεία του Βρετανού συγγραφέα, και όμως, κάτι του έλειπε για να ξεχωρίσει. Διαβάζοντας τη Μέση Αγγλία και αναφωνώντας ήδη από τις πρώτες σελίδες πως αυτός είναι επιτέλους ο παλιός Κόου, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τον Αριθμό 11, να αναζητήσω τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί εν τέλει τα δύο αυτά βιβλία, που και τα δύο κλείνουν το μάτι στο παρελθόν, αποτελώντας συνέχεια προηγούμενων ιστοριών, έστω και αν στον Αριθμό 11 αυτή η σχέση είναι πολύ πιο χαλαρή. Τελικά δεν τόλμησα την επιστροφή.

Δύο στοιχεία με έκαναν επιφυλακτικό μέσα στον γενικότερο ενθουσιασμό μου για την κυκλοφορία ενός ακόμα βιβλίου του Κόου στα ελληνικά. Πρώτον, η συνέχεια μιας παλιάς ιστορίας. Τα σίκουελ είναι συνήθως προβληματικά, αφήνοντας διάχυτη την αίσθηση ευκολίας και έλλειψης έμπνευσης από πλευράς δημιουργού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση Ο κλειστός κύκλος ήταν ένα σπουδαίο βιβλίο και λειτούργησε τέλεια ως συνέχεια της υπέροχης Λέσχης των τιποτένιων, οπότε εδώ είχαμε να κάνουμε με το τρίτο μέρος. Δεύτερον, η μικρή χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Ο Κόου είναι ένας πολιτικός συγγραφέας, τα μυθιστορήματά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Η επιφύλαξη αυτή συνδέεται αναπόφευκτα και με την εγχώρια λογοτεχνία της κρίσης, η οποία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, απέτυχε να χωνέψει και να αποδώσει την εποχή. Και οι δύο αυτές επιφυλάξεις κατέρρευσαν ήδη από τις πρώτες σελίδες.

Η Μέση Αγγλία ξεκινά τον Απρίλιο του 2010 και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 2018, η ιστορία εκτυλίσσεται κυριολεκτικά στο τώρα, και όμως ο Κόου πετυχαίνει κάτι σπουδαίο και δύσκολο· όσο η ιστορία πλησιάζει στο σήμερα, τόσο εντείνεται η αίσθηση αληθοφάνειας, ναι, έτσι είναι, αναλογίζεσαι. Οι ιστορίες των ηρώων θυμίζουν ιστορίες γνώριμες, με χαρακτηριστικότερη ίσως την επίπτωση του δημοψηφίσματος στις ερωτικές σχέσεις, κάτι το οποίο αν το ισχυριζόταν κανείς παλιότερα, πως δηλαδή ένα ζευγάρι χρόνων θα χώριζε λόγω μιας τέτοιας διαφωνίας, θα προκαλούσε το γέλιο, και όμως, είναι κάτι το οποίο είδαμε να συμβαίνει παρότι εξακολουθούσε, ακόμα και τη στιγμή που συνέβαινε να μας φαίνεται απίστευτο. Αν θεωρήσουμε ως πολιτική κορύφωση του μυθιστορήματος το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Κόου χτίζει το μυθιστόρημά του, πώς και πόσο επιλέγει να εμπλέξει τις ατομικές ιστορίες με τις πολιτικές εξελίξεις, με αυτόν τον γνώριμο συγκρατημένο ανθρωπισμό του, που κατανοεί αλλά δεν δικαιολογεί απολύτως την ανθρώπινη αδυναμία, καταφεύγοντας στο χιούμορ για να εντείνει την κριτική αλλά και για να απαλύνει την ένταση. Ο Κόου μοιάζει να ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των πραγμάτων στο πέρασμα του χρόνου, ίσως γι' αυτό λειτουργεί τόσο καλά η επιλογή του να γράψει το τρίτο μέρος μιας παλιάς ιστορίας. Οι αναπόφευκτες αλλαγές στη στάση των ανθρώπων που μεγαλώνουν, των ανθρώπων που ωριμάζουν -σύμφωνα με κάποιους-, που γίνονται ολοένα και πιο συντηρητικοί -σύμφωνα με άλλους-, που συμβιβάζονται -σύμφωνα με τους νεότερους. Αποτελεί άλλωστε ανθρώπινο γνώρισμα, απότοκο του ένστικτου επιβίωσης ίσως, η προσαρμοστικότητα, όποια μορφή και αν παίρνει.      

Είχα σχεδόν ξεχάσει τον καθηλωτικό τρόπο γραφής του Κόου, τον τρόπο με τον οποίο σε εμπλέκει στην ιστορία του, το πόσο καλά ξέρει να λέει την ιστορία του. Και εδώ έχει μια πολύ καλή ιστορία να διηγηθεί. Η ικανότητα του Κόου στο χτίσιμο χαρακτήρων και πλοκής είναι ζηλευτή, εκείνο όμως που κάνει τα μυθιστορήματά του τόσο εθιστικά για κάποιους από εμάς είναι οι δεκάδες υποϊστορίες που αρχίζουν και τελειώνουν εντός του μυθιστορήματος, ταυτόχρονα ανεξάρτητες και ενταγμένες πλήρως στην πλοκή. Στη Μέση Αγγλία ακόμα και η νοσταλγία έχει υποταχθεί στην ταχύτητα της εποχής, έχει απολέσει τη χρονική της εμβέλεια, τώρα πια οι άνθρωποι νοσταλγούν καταστάσεις και γεγονότα χτεσινά, τέτοιος είναι ο ρυθμός με τον οποίο αλλάζουν τα πράγματα πια, ένα μεγάλο σήμερα με απανωτά σοκ. Και είναι αυτή η απομάκρυνση από το παρελθόν, ακόμα και όταν διαστρεβλωνόταν αυτό νοσταλγικά, ίσως η πλέον δυσοίωνη προφητεία που μεταφέρει ο Κόου. 

Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος τα δύο προηγούμενα βιβλία για να διαβάσει τη Μέση Αγγλία, είναι όμως μάλλον βέβαιο πως εκ των υστέρων θα το κάνει. Και αν σας προβληματίζει το μέγεθος του μυθιστορήματος, τότε να θυμάστε πως τα πολυσέλιδα βιβλία απαιτούν έναν αναγνωστικό ρυθμό και μόλις αυτός επιτευχθεί η απόλαυση θα ακολουθήσει. Άλλωστε ο αναγνωστικός ενθουσιασμός και η αχόρταγη ανάγνωση είναι μια καλή γροθιά στην απομάγευση των ημερών.

Παλιός καλός Κόου!

Μετάφραση  Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις   



Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Ελέφαντας - Raymond Carver






"Αδύνατον να διαβάσω βιβλία πια" μου είπε η Αμάντα πριν από δυο μέρες. "Ποιος αδειάζει για βιβλία;" Ήταν απόγευμα και ήμασταν σ' εκείνο το καφενεδάκι στη βιομηχανική περιοχή της πόλης. Την προηγούμενη μέρα είχε φύγει ο Όλιβερ. "Ποιος συγκεντρώνεται πια;" είπε η Αμάντα ανακατεύοντας τον καφέ της. "Ποιος διαβάζει; Εσύ διαβάζεις;" (Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.) "Κάποιοι πρέπει να διαβάζουν, υποθέτω. Όλα αυτά τα βιβλία στις βιτρίνες, όλες αυτές οι λέσχες... Κάποιοι διαβάζουν" είπε "αλλά ποιοι; Εγώ δεν γνωρίζω κανέναν".
Θα μπορούσα να έχω διαλέξει κάποιο άλλο απόσπασμα, σχεδόν οποιοδήποτε θα ήταν αντιπροσωπευτικό. Είναι κάποιοι συγγραφείς, βλέπετε, που ακόμα και μια απλή γραμμή ενός βιβλίου τους, επιλεγμένη τυχαία, είναι χαρακτηριστική του έργου τους, και ο Κάρβερ είναι ένας απ' αυτούς. Διάλεξα το συγκεκριμένο απόσπασμα, με την αναφορά στην ανάγνωση, κυρίως για την απορία της Αμάντα: ποιος συγκεντρώνεται πια; Ποιος άραγε τα καταφέρνει να κλείσει τα παράθυρα και ν' αφήσει τον θόρυβο και τις φωνές απ' έξω; Ποιος μπορεί να συγκεντρωθεί όταν η ζωή του είναι οριακή; Η ανάγνωση ως εμπειρία υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, η ανάγνωση ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα κόσμο.

Τα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι τα τελευταία που έγραψε ο Κάρβερ. Το μοτίβο παραμένει σταθερό και γνώριμο, σχεδόν οικείο, οι προβληματικές και απελπισμένες ανθρώπινες σχέσεις, ο βρόμικος ρεαλισμός των συναισθημάτων. Το εσωτερικό ενός σπιτιού συνήθως για σκηνικό. Η καθηλωτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση που όμως δεν στερεί από τα άλλα πρόσωπα το φως, είναι κάτι που, ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάνει τα διηγήματα του Κάρβερ να ξεχωρίζουν· αυτή η έλλειψη εγωκεντρισμού παρά την καθαρά υποκειμενική αφηγηματική φωνή, η ανάγκη του αφηγητή να κατανοήσει τα κίνητρα των άλλων, η ακλόνητη πίστη στην ανθρώπινη αδυναμία. Ελάχιστες σελίδες, και όμως ο αναγνώστης πιστεύει πως ξέρει τα πάντα για εκείνους, και όταν κάποιον τον γνωρίζεις καλά, άσχετα αν τον συμπαθείς ή όχι, τότε δεν μπορείς παρά να συμμεριστείς τις αγωνίες του, να αισθανθείς τις φοβίες του, να ελπίσεις μαζί του, ν' αναγνωρίσεις δικά σου πράγματα στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ, εκεί όπου κάθεται χαζεύοντας τηλεόρασηο αφηγητής.

Η απλότητα στα εκφραστικά μέσα, η φαινομενική και μόνο απλότητα, η αβίαστη εξέλιξη της πλοκής, οι ομαλές χρονικές μεταβάσεις στο παρελθόν της αφήγησης, οι πλήρως ενσωματωμένοι διάλογοι, η αίσθηση πως τίποτα δεν περισσεύει, η άνεση με την οποία ανοίγουν και κλείνουν τα διηγήματα. Η αυλαία μαζεύεται και ύστερα απλώνεται, οι θεατές παραμένουν στη θέση τους μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι, ξέρουν πως αντίκρισαν κάτι αληθινό και όχι ένα κατασκεύασμα με σκοπό τη συναισθηματική τους καθοδήγηση προς την ταύτιση και τη συγκίνηση, γι' αυτό και το σφίξιμο στο στομάχι. Τα διηγήματα του Κάρβερ περιέχουν αλήθεια, μια αλήθεια αλιευμένη από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζεται η αλήθεια αυτή με το βίωμα του συγγραφέα, το βίωμα από μόνο του δεν αρκεί, δεν πρέπει σε αυτό να χρεωθεί τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι, μια δύσκολη ζωή δεν αρκεί για να παράξει λογοτεχνία, χρειάζονται πολύ περισσότερα.           

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής (Το θέλημα) είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα διηγήματα του Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ, τα διηγήματα του οποίου επηρέασαν βαθιά τον Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ και είναι το τελευταίο διήγημα που δούλεψε ο Κάρβερ πριν πεθάνει, και καλό είναι να υπάρχει μέσα μας χώρος διαθέσιμος για συμβολισμούς, τους έχουμε ανάγκη. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν το διήγημα αυτό αποτελούσε την αρχή μιας διαφορετικής πορείας για τον Κάρβερ, αν ήταν δηλαδή κάποιο σημείο καμπής ή αν ήταν απλώς αυτό που ήταν, ένας φόρος τιμής στον δάσκαλο που ποτέ δεν γνώρισε· και τους δύο άλλωστε τους σκότωσε η αδυναμία των πνευμόνων τους να συνεχίσουν να αναπνέουν, όπως βέβαια και τον Κάφκα. 

Θυμάμαι κάποιον κάποτε να μου λέει πως η καλύτερη άσκηση για έναν επίδοξο συγγραφέα δεν είναι άλλη παρά η καθημερινή ανάγνωση ενός διηγήματος του Κάρβερ, διαφορετικού κάθε μέρα, πρώτο πράγμα μετά το ξύπνημα, πριν από οτιδήποτε άλλο, ιδανικά στο κρεβάτι. Δεν ισχύει το ίδιο, έλεγε, και για τα ποιήματά του, εκείνα, συνέχιζε, πρέπει να διαβάζονται τη νύχτα αργά, με ελάχιστο φως στο τραπέζι της κουζίνας· δεν μου εξήγησε ποτέ γιατί ήταν τόσο σημαντικό, και τώρα πια είναι αργά για να τον ρωτήσω.

Μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου 
Εκδόσεις Μεταίχμιο 

  

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2019

Τόποι και χρόνοι ανάγνωσης





Θυμάται να του διαβάζουν. Είναι μια σειρά από στατικές φωτογραφίες. Πρώτα στο κρεβάτι τους, ύστερα στο δικό του, πότε εκείνος και πότε εκείνη. Αργότερα τον άφησαν να τα βγάλει πέρα μόνος του. Μπορεί να το ζήτησε κι εκείνος. Ένα μικρό σιέλ πορτατίφ με μαύρο κουμπί στη βάση του. Έτσι ξεκίνησε.

Στο σπίτι που μεγάλωνε, γύρω στην εφηβεία, διάβαζε τα βράδια, και πάντα στο δωμάτιο του με την πόρτα κλειστή. Η πόρτα δεν κλείδωνε. Ησυχία και ελαχιστοποίηση του κινδύνου ξαφνικής εισβολής. Ήταν όμως και μονόδρομος. Το πρωί σχολείο, το απόγευμα φροντιστήρια και μελέτη. Πώς επέζησε, αλήθεια;

Μένοντας μόνος, φοιτητής σε άλλη πόλη, τους πρώτους μήνες δεν έβγαινε απ' το υπνοδωμάτιο. Επεκτάθηκε σταδιακά στον χώρο. Πρώτα στον καναπέ στο μικρό σαλόνι, ύστερα στο τραπέζι της παραδόξως μεγάλης κουζίνας, ούτε μία φορά στο γραφείο μελέτης, τα τραύματα ήταν ακόμα ανοιχτά. Συχνά ξημέρωνε ενώ διάβαζε.

Όταν ερωτεύτηκε πρώτη φορά συνειδητοποίησε πως το διάβασμα στο κρεβάτι πριν τον ύπνο δεν ήταν τελικά αυτό που περισσότερο επιθυμούσε. Τα βράδια που δεν ξαπλώνανε μαζί ήταν αρκετά αποσυντονισμένος για να συγκεντρωθεί. Ήταν πιο εύκολο τα πρωινά όσο εκείνη κοιμόταν δίπλα του ή όταν την περίμενε να έρθει.

Ζώντας στο εξωτερικό έμαθε να διαβάζει ξανά και ξανά τα ίδια βιβλία. Ήταν τότε που σταμάτησε οριστικά να υπογραμμίζει και να σημειώνει πάνω στα βιβλία. Αγόρασε το πρώτο του σημειωματάριο. Κάθε ανάγνωση ήταν μια καινούρια ανάγνωση και ας είχαν περάσει απλώς λίγες ώρες από την προηγούμενη.

Ακίνητος σε κίνηση ζαλιζόταν από μικρός. Κάποτε έκανε με λαχτάρα το ταξίδι Αθήνα - Θεσσαλονίκη μια με δυο φορές τον μήνα, αργότερα θα το έκανε ξανά, πάλι με λαχτάρα, πάντα με τρένο. Στο πρώτο ταξίδι έβγαλε διστακτικά το Junky, όσο αντέξω, σκέφτηκε, και άντεξε μέχρι τη στάση για αλλαγή μηχανής στον Παλαιοφάρσαλο.

Σαν φαντάρος δεν έμαθε πολλά. Διαπίστωσε όμως πως διέθετε μια ικανότητα άγνωστη ως τότε: μπορούσε να διαβάζει περπατώντας, κατά μήκος της σκοπιάς, επί ώρες. Ένα ξημέρωμα διάβαζε τη διασκευή του Αρτό στον Καλόγερο. Δεν άκουσε το φορτηγό. Ο υποδιοικητής το θεώρησε θρησκευτικό ανάγνωσμα, έτσι γλίτωσε τη φυλακή.

Η κοπέλα που δεν ήξερε ελληνικά εντόπισε το Homo Faber στο βιβλιοπωλείο. Πρέπει να το διαβάσεις αυτό το βιβλίο, αλήθεια πρέπει, αν και δεν πρέπει να βάζουμε στην ανάγνωση πρέπει, συμπλήρωσε και γέλασε μόνη της με το λογοπαίγνιο. Το εξώφυλλο ήταν απωθητικό. Εκείνη επέμεινε με το βλέμμα. Ευτυχώς.

Όταν μετακόμισε στο κέντρο, άλλο δεν ήθελε παρά να σουλατσάρει όλη μέρα. Ο κόσμος, η κίνηση, η φασαρία, ο ρυθμός της πόλης και ξαφνικά μια ήσυχη γωνιά. Κάπως έτσι άρχισε να διαβάζει στα καφέ, λίγα μόλις μέτρα μακριά από το σπίτι του, όπως άλλοι πήγαιναν στο αναγνωστήριο της βιβλιοθήκης. Αργότερα εκεί θα έγραφε κάποια κείμενα.

   

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2019

Το οριζόντιο ύψος - Αργύρης Χιόνης





Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει ως τώρα. Αν και ήταν αρκετοί εκείνοι που με προέτρεπαν να το κάνω, θα σου αρέσει, μου έλεγαν, αλλά δεν επέμεναν, τουλάχιστον όχι εκείνοι που με ξέρουν καλά και γνωρίζουν την υπομονή μου στην επιμονή. Άλλη ιστορία αυτή όμως. Αργύρη Χιόνη δεν είχα διαβάσει, λοιπόν, ως τώρα και δεν ξέρω γιατί, όπως δεν ξέρω και γιατί διάβασα τώρα. Είναι αυτά τα παράθυρα που ανοίγει η σύμπτωση και μπαίνει το μεταφυσικό στο δωμάτιο, αν είσαι τέτοιος άνθρωπος. Αυτή κι αν είναι άλλη ιστορία.

Στις πρώτες ιστορίες απογοητεύτηκα. Κάτι άλλο περίμενα. Δεν ξέρω τι. Κάτι άλλο όμως, κάτι διαφορετικό απ' αυτό που διάβαζα. Αυτό που διάβαζα ήταν γλυκό και καλογραμμένο. Δεν ήταν όμως καθόλου του γούστου μου, η αίσθηση παραμυθιού και παραβολής δεν μου ταιριάζει, με ενοχλεί κιόλας. Ήμουν έτοιμος να το εγκαταλείψω στα μισά. Είναι κάτι που κάνω σπάνια αλλά το κάνω. Ιδιαίτερα με τα διηγήματα είναι πιο απλό. Μια φίλη λέει πως τα ποιήματα δεν παρεξηγούνται αν δεν τα διαβάσεις, για την πεζογραφία δεν είναι σίγουρη, λέει, πως ισχύει το ίδιο, τη θεωρεί πιο ματαιόδοξη. 

Και ίσως να είχα παρατήσει το οριζόντιο ύψος όντως στα μισά αν δεν ήμουν εκεί που ήμουν τη στιγμή που ήμουν, όταν η ανάγνωση ήταν μια κάποια διέξοδος απέναντι στο βάρος του χρόνου. Δεν ήταν το πιο δροσερό σπίτι, αλλά τουλάχιστον πρόσφερε σκιά, για να το θέσω κάπως πιο σχηματικά. Και τα παράθυρα είχαν μείνει ανοιχτά. 

Σημασία έχει -τελικά- πως δεν άφησα το βιβλίο στα μισά. Προχωρώντας στα πιο μέσα δωμάτια, βρήκα τη δροσιά που γύρευα, όταν οι προσδοκίες είχαν καταρρεύσει και δεν περίμενα τίποτα πια. Είναι μια ιστορία γνωστή αυτή.

Ο ανδριάντας είναι ένα εξαιρετικό διήγημα. Και μόνο για αυτό θα άξιζε να διαβάσει κανείς τη συλλογή αυτή. Αφού όμως πρώτα διαβάσει όλα τα διηγήματα μέχρι να φτάσει σε αυτό, η διαδρομή είναι απαραίτητη, για να προετοιμαστεί και να μυηθεί ο αναγνώστης στον τρόπο με τον οποίο ο Χιόνης βλέπει τον κόσμο, έναν τρόπο γλυκά λοξό, με μια γλύκα στα όρια της αφέλειας, μια γλύκα που καταφέρνει να μακιγιάρει τη μελαγχολία. Ο ανδριάντας είναι το μόνο αστικό διήγημα της συλλογής και ξεκινάει έτσι:
Στη μικρή επαρχιακή πόλη Κ. υπήρχαν μόνο δύο μνημεία. Το ένα ήταν μια στήλη από ροζ γρανίτη με, χαραγμένα πάνω της, τα ονόματα των πεσόντων κατά τον τελευταίο πόλεμο, στα οποία, επειδή δεν ήσαν αρκετά, ώστε να δικαιολογείται η τοπική υπερηφάνεια, είχαν προστεθεί και μερικά φανταστικά, που, όμως, με το πέρασμα του χρόνου και το αδυνάτισμα της μνήμης των κατοίκων, είχανε τόσο καλά αφομοιωθεί απ' τα πραγματικά, ώστε κανένας πλέον δεν ξεχώριζε τους γνήσιους ήρωες απ' τους πλαστούς. Το άλλο ήταν ο ανδριάντας ενός εθνικού ευεργέτη, που έφυγε, παιδί ακόμη, από την πόλη Κ. και, αφού πούλησε κουλούρια, γυάλισε παπούτσια και έπλυνε πιάτα σε πλούσια μεγαλούπολη του εξωτερικού, έγινε τραπεζίτης, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ τις ρίζες του. 
Η γλυκύτητα είναι κάτι στο οποίο έχω δυσανεξία. Μου μυρίζει αφέλεια και μου γεννά καχυποψία. Αυτή είναι μια ιστορία για κάποιο ντιβάνι. Παραδέχομαι όμως πως η επιμονή στη γλυκύτητα μπορεί να γλυκάνει κάποιον. Κάτι τέτοιο έπαθα, έτσι νιώθω. Και ας μην κράτησε πολύ, κράτησε τόσο ώστε να διαβάσω τον Ανδριάντα και αυτό αρκεί.

Σκεφτόμουν πως εδώ ίσως η απομάγευση να προηγείται. Εξηγώ, όπως μπορώ, και λέω: Συνήθως συμβαίνει το εξής: διαβάζεις ένα βιβλίο και αυτό το βιβλίο σε συγκλονίζει, νιώθεις πως σου αλλάζει τη ζωή, ύστερα γνωρίζεις τον συγγραφέα, δυστυχώς, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό, σε απογοητεύει. Εδώ η απομάγευση προηγείται. Έτσι σκέφτομαι τώρα. Αν άκουγα τις ιστορίες αυτές, ακόμα και εκείνες που καθόλου δεν μου άρεσαν, να τις αφηγείται ο ίδιος στον κήπο του στην ορεινή Κορινθία, τότε θα ήταν μια διαφορετική εμπειρία. Μπορεί και όχι βέβαια.

Γυρίζοντας σπίτι αναρωτιόμουν πώς θα μου φαινόταν ο Μίσσιος σήμερα και ο Χιόνης τότε.  



Εκδόσεις Κίχλη