Δευτέρα, 15 Ιανουαρίου 2018

Ο αυτόπτης μάρτυρας - Ernst Weiss





Η μοίρα με όρισε να παίξω έναν συγκεκριμένο ρόλο στη ζωή ενός από τους σπάνιους ανθρώπους που μετά τον Μεγάλο Πόλεμο επρόκειτο να προκαλέσουν τρομερές αλλαγές και ανυπολόγιστα πάθη στην Ευρώπη. Αρκετές φορές μετέπειτα αναρωτήθηκα τι με ώθησε τότε το φθινόπωρο του 1918 να εμπλακώ σ' εκείνη την υπόθεση, αν ήταν η φιλομάθεια, η κύρια ιδιότητα ενός ερευνητή που ασχολείται με την ιατρική επιστήμη, ή ένα είδος παντοδυναμίας, η επιθυμία να ορίσω μια φορά κι εγώ τα πράγματα.
Πριν όμως ο αφηγητής φτάσει στο φθινόπωρο του 1918, τότε που, ως νέο ακόμα γιατρό, η μοίρα τον έφερε αντιμέτωπο με την υστερική τύφλωση του Α.Χ., τύφλωση η οποία αντιμετωπίστηκε με επιτυχία, γεγονός που, μετά τη σύντομη αίσθηση επιστημονικής ευτυχίας, έμελλε να καθορίσει το μέλλον, το ζοφερό μέλλον εκατομμυρίων ανθρώπων, εξιστορεί τη ζωή του μέχρι τότε, για να φτάσει στο κρίσιμο σημείο, και να συνεχίσει μέχρι κάποια χρόνια αργότερα, ενώ, παράλληλα με τη δική του ιστορία, που παρά τη διασταύρωσή της με τον Α.Χ. μικρή αξία θα είχε ως ιστορική μνήμη, αφηγείται την ιστορία της Γερμανίας, κυρίως, και της Ευρώπης, γενικότερα. Και είναι αυτή η απόφαση του Βάις που μετατρέπει το μυθιστόρημα αυτό από ένα απλό μυθιστόρημα ευρήματος σε ένα πραγματικά σπουδαίο μυθιστόρημα.

Ο Βάις, γιατρός και ιδεολογικός αντίπαλος του Χ. και όσων εκείνος πρέσβευε και εφάρμοζε, παίρνει τη θέση του συναδέλφου του που θεράπευσε τον Χ. από την υστερική τύφλωση. Σε πρώτο πρόσωπο, λοιπόν, και με το βάρος του γεγονότος εκείνου στους ώμους, ο αφηγητής, ξεκινώντας από την παιδική του ηλικία, λίγα χρόνια πριν μπει η Γερμανία στον Μεγάλο Πόλεμο για να βγει ηττημένη και πολιτικά ασταθής, αφηγείται μια -αρχικά- ιστορία ενηλικίωσης, μέσα από την οποία ο αναγνώστης έρχεται σε επαφή με την εποχή εκείνη, όχι απλώς με τα σημαντικά και καταγεγραμμένα πολιτικά γεγονότα, αλλά και με την κοινωνική πραγματικότητα. Οι οικογενειακές σχέσεις και η σεξουαλική αναζήτηση, το εκπαιδευτικό πλαίσιο και οι αγκυλώσεις του παρελθόντος, ο ναζισμός που ρίζωνε πριν καν οριστεί, θεωρητικοποιηθεί και εν τέλει εφαρμοστεί, οι διακρίσεις με βάση τη θρησκεία, την καταγωγή και την τάξη αποτελούν κάποιες από τις συνισταμένες της αφήγησης του Βάις, που μέχρι το σημείο καμπής θυμίζει έντονα έναν άλλον σπουδαίο συγγραφέα, τον Ρόμπερτ Βάλζερ.

Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα σχετικά με μια περίοδο της ιστορίας για την οποία τόσα γνωρίζουμε -αν και κάποια πράγματα είναι απαραίτητο να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά-, το κεντρικό ερώτημα του μυθιστορήματος, εκείνο που απασχολεί και τον αφηγητή άλλωστε, είναι η απάντηση στο ερώτημα για το αν ο γιατρός έπραξε ορθά θεραπεύοντας τον Χ. Ερώτημα που δεν έχει μία και μόνη απάντηση, πόσο μάλλον απλή, αλλά αποτελεί ένα σύνθετο φιλοσοφικό ερώτημα και μάλιστα σε μια περίοδο που η ηθική της επιστήμης δεν ήταν ανεξάρτητος κλάδος του στοχασμού. Ο Βάις χειρίζεται έξυπνα τον βασικό πυλώνα του μυθιστορήματός του, αποφεύγοντας να λαϊκίσει και να ωθήσει τον αφηγητή του στην απόλυτη καταδίκη ή αθώωση του εαυτού του, καταφεύγει στην αφήγηση της ατομικής ιστορίας, η οποία έρχεται να συναντήσει τη μεγάλη ιστορία από μία συγκυρία, ώστε να θέσει και να αφήσει παρακαταθήκη το πλέον σημαντικό και, διαχρονικά σύγχρονο, ερώτημα: πώς βρέθηκε μια τόσο μεγάλη πλειοψηφία του λαού να ακολουθήσει τις προσταγές ενός αρρωστημένου μυαλού, πώς διαμορφώθηκαν οι συνθήκες εκείνες, ώστε το έδαφος να γίνει γόνιμο για τον σπόρο του μίσους.

Ο αφηγητής δεν είναι ήρωας. Είναι ένας απλός άνθρωπος με πάθη, αρετές και ελαττώματα, που προσπαθεί να αποκτήσει βηματισμό σε μια εποχή που κυριαρχεί βαθύ σκοτάδι, παλεύοντας να ορίσει έναν προσωπικό κώδικα αξιών, να γνωρίσει τον εαυτό του, να συμφιλιωθεί μαζί του και να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην ευτυχία.

Είναι η πρώτη φορά που κάποιο έργο του Ερνστ Βάις μεταφράζεται στα ελληνικά και αυτό από μόνο του θα μπορούσε να αποτελεί ένα σπουδαίο γεγονός. Όμως, αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο σπουδαίο και δυνατό μυθιστόρημα, τότε η παρούσα έκδοση θα αποτελούσε απλώς τον εμπλουτισμό της μεταφρασμένης λογοτεχνίας με ακόμα έναν τίτλο. 

Στην κατατοπιστική εισαγωγή του μεταφραστή Αλέξανδρου Κυπριώτη, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα, βρίσκεται και η ιδιαίτερη σχέση του Βάις με τον Κάφκα ως αντίδωρο για τον αναγνώστη!

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Σώμα - Αχιλλέας Κυριακίδης





"Μη γίνεσαι μακάβριος," επιμένει η φωνή να επιπλήττει τον αφηγητή, που σκέφτεται τηλεγραφικά, την ώρα που μεσολαβεί μέχρι το ραντεβού του με τον ογκολόγο, "περνάω απέναντι STOP, ζέστη STOP, ζωή ST..", έτσι σκέφτεται την ώρα που έχει να σκοτώσει μέχρι το ραντεβού με τον ογκολόγο, αυτή ακριβώς την έκφραση χρησιμοποιεί, "έχω μια ώρα να σκοτώσω", ενώ, όσο το σκέφτεται αυτό, κάποια ώρα έχει κιόλας ήδη σκοτωθεί, έχει περάσει ανεπιστρεπτί στο βασίλειο του παρελθόντος. Και είναι το σώμα εκείνο πάνω στο οποίο εγγράφεται κυρίως το παρελθόν του καθενός, είναι βέβαια και η μνήμη, που όμως έχει ως αντίπαλο τη λήθη, ενώ το σώμα έχει ως αντίπαλο τον θάνατο, τον βέβαιο νικητή, το οριστικό πέρασμα στο παρελθόν. Βέβαια, αυτό είναι κάτι που συνηθίζουμε να αμελούμε, μαζί με το ίδιο το σώμα, και όταν το θυμόμαστε, όταν, για την ακρίβεια, το σώμα το ίδιο μάς το υπενθυμίζει, τότε, άραγε τότε, αν δεν είναι κιόλας αργά, πώς αλλιώς, παρά μακάβρια, μπορεί κάποιος τότε να αναφερθεί στο παρελθόν; "Τι θα θυμάται όταν ξεχάσω;", αναρωτιέσαι για το σώμα σου.

Και κάπου ανάμεσα σε μια βαθιά ανάσα και στο ραντεβού του αφηγητή με τον ογκολόγο του, μεσολαβεί, σε τρίτο πρόσωπο, η ιστορία του Μαρτινιανού Σταύρου, σε πέντε πράξεις, πέντε σωματικές πληγές, και μένει στον αναγνώστη να συσχετίσει τον αφηγητή με τον Σταύρου, τον φέρελπι φιλόλογο.

Ο Κυριακίδης, πιστός στρατιώτης της μικρής φόρμας, με το Σώμα, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, επανέρχεται ως συγγραφέας, τοποθετώντας στο κέντρο αυτό ακριβώς που τόσο ξεκάθαρα ο τίτλος αναφέρει, λιτά και απέριττα, το σώμα, ως το μοναδικό ακριβές όργανο μέτρησης του χρόνου. Η κάθε εμφανής πληγή, μαζί με τους άπειρους, στιγμιαίους μα οριστικούς, μικρούς θανάτους, καθορίζει την πορεία προς τη μοναδική φιλοσοφική βεβαιότητα, αυτή του τέλους. Το σώμα, που αντίθετα με τη μνήμη, δεν ξεχνά.

Γύρω από τον κεντρικό άξονα δεν θα μπορούσαν να μην περιστρέφονται οι γνώριμες εμμονές του δημιουργού Κυριακίδη, όπως η τέχνη, ο κινηματογράφος, η μουσική και η λογοτεχνία, ή η μνήμη, με τις αδυναμίες και τη γοητεία της, γοητεία που πηγάζει ακριβώς από τις αδυναμίες της εκείνες, ή ο έρωτας, κοινό υποσύνολο του σώματος και της μνήμης. Οι λίγες λέξεις σε καμία περίπτωση δεν σημαίνουν την έλλειψη λεπτομερειών, αλλά αντίθετα αναδεικνύουν την προσεχτική επιλογή και τη σοφή τοποθέτησή τους στο σώμα της ιστορίας, κάποιες πινελιές στον καμβά, διακοσμητικές και χρηστικές ταυτόχρονα, όπως ταυτόχρονα, με έναν τρόπο αβίαστο, γεννιούνται στον αναγνώστη η συγκίνηση και το γέλιο. Οι ιστορίες του Κυριακίδη διαθέτουν κάτι το στερεοσκοπικό, από κάθε ανάγνωση ξεπετάγεται ακόμα μία μεγάλη εικόνα, ανάμεσα σε δύο προτάσεις συχνά μοιάζει να χωράει ένα μυθιστόρημα.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που ισχυρίζονται πως η μικρή φόρμα ταιριάζει στους Έλληνες συγγραφείς, λες και πρόκειται για κάτι το γονιδιακό. Λίγοι είναι σίγουρα οι συγγραφείς που έχουν την ικανότητα να καταπιαστούν μαζί της, ο Κυριακίδης είναι προφανώς ένας από αυτούς τους λίγους και το Σώμα είναι ακόμα μία -λες και χρειάζεται- απόδειξη.

Εκδόσεις Πατάκη    

   

Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Παίζοντας το παιχνίδι, 2017

Είναι κάπως παράξενο να αξιολογεί κανείς το έτος που πέρασε· έχει, η πράξη αυτή, μία υπόνοια πίστης στο μεταφυσικό, λες και μια ανθρώπινη σύμβαση, με βάση συνήθως ένα χρονικά τουλάχιστον αμφισβητήσιμο γεγονός, δύναται να επηρεάσει ποιοτικά τη ζωή του καθενός από εμάς, και που τελικά μοιάζει με παιχνίδι μεταφοράς ευθύνης και βάφτισης· εσύ -λέω στο χ έτος- μου έφερες εκείνο ή το άλλο, εσύ μου το πήρες, εσύ είσαι καλό, εσύ είσαι κακό κ.ο.κ.

Ας είναι, ας παίξω κι εγώ το παιχνίδι αυτό.

Χτες βράδυ έκανα μια λίστα με κουκκίδες, γράφοντας όσα όμορφα μπόρεσα να ανακαλέσω, σίγουρα υπήρξαν ακόμα κάποια που τα ξέχασα, και σίγουρα εθελοτύφλησα ως προς τα μη όμορφα. Η σχέση με το σώμα, τα ταξίδια, του μυαλού και της φαντασίας συμπεριλαμβανομένων, οι σχέσεις που άντεξαν και άνθισαν, αλλά και εκείνες που δεν άντεξαν και σαν χάρτινοι πύργοι κατέρρευσαν, το γέλιο, το γλυκό και το πικρό, η αγάπη για όσα κανείς κάνει, η επιμονή στις επιθυμίες, η αλλεργία στον συμβιβασμό και την υποκρισία, η αυτοκριτική, η μάχη ενάντια στους εθισμούς και τις κακές συνήθειες, ο μικρόκοσμος ως μοντέλο ουτοπίας, η αλήθεια, με το κόστος και την ικανοποίηση, η ανοχή, που έδειξα και έλαβα, τα σχέδια για το μέλλον, η ρουτίνα, η Κυρία Κη, τα βιβλία, οι εικόνες από τον βορρά, η γειτονιά, η θάλασσα, οι ράγες που ενώνουν πόλεις και ανθρώπους. Κοιτάζοντας προς τα πίσω διακρίνω μια προσωπική πορεία και αυτό είναι κάτι που, πάνω και πέρα απ' όλα τ' άλλα, με χαροποιεί και με οπλίζει με ηρεμία και δύναμη για όσα είναι να 'ρθουν, και μάλλον αυτή τη στιγμή αυτό έχει τη μεγαλύτερη σημασία.

Σκεφτόμουν πως ο πιο αδικημένος μήνας των ανασκοπήσεων είναι ο Δεκέμβρης, καθώς οι περισσότερες από αυτές κάνουν την εμφάνισή τους ενώ εκείνος ακόμα εκτυλίσσεται, σαν να μην πιστεύουν πως κάτι ωραίο ή αξιοσημείωτο μπορεί να συμβεί, σαν να βιάζονται να αποχαιρετίσουν τον χρόνο που φεύγει.

Για παράδειγμα τον Δεκέμβρη διάβασα κάποια πολύ όμορφα βιβλία, όπως για παράδειγμα τον Αυτόπτη Μάρτυρα του  Ερνστ Βάις (εκδόσεις Σκαρίφημα) και την καινούρια νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη Σώμα (εκδόσεις Πατάκη). Χάρηκα επίσης με το δεύτερο, στέρεο και υποσχόμενο, βήμα δύο συγγραφέων της γενιάς μου, του Θανάση Σταμούλη (Ab Ovo, εκδόσεις Ποταμός) και του Κωστή Μαλούτα (Το τελευταίο σήμερα, εκδόσεις Εκάτη). Αν είχα κάνει την ανασκόπησή μου αρχές Δεκέμβρη θα έλειπαν και θα ήταν κρίμα.  

Πόσο διαρκεί μια ανασκόπηση; Πότε αρχίζει και πότε τελειώνει; Κάθε πότε θα ήταν καλό να συντάσσεται μία;

Καταφεύγω στα σίγουρα καταφύγια, στις αναρτήσεις του μπλογκ και στις σελίδες του τετραδίου, εκεί βρίσκω ξανά την έκπληξη και τη συγκίνηση από τις οποίες με χώρισε η λήθη· κάποιες αναρτήσεις με έκαναν να ανατριχιάσω. Τα έντεκα βιβλία που με στοίχειωσαν τη χρονιά που πέρασε:

Η μελαγχολία της αντίστασης, Η συντέλεια του κόσμου, Το χέρι του σημαιοφόρου, Η ξάγρυπνη πόλη, Στο Κάσελ δεν υπάρχει λογική, Η μυστική ιστορία, Illska, Η μπαλάντα της αμμουδιάς των σκύλων, 2666, Άσωτοι, Το Νιξ.

Ακολουθούν οι φωτογραφίες, περισσότερες αυτή τη χρονιά -παρατήρηση που σημειώνω στο τετράδιο- τόποι, βιβλία και πρόσωπα εμφανίζονται. Ένα καινούργιο πρότζεκτ "Η Κυρία Κη κι Εγώ" ολοκλήρωσε τον δεύτερο χρόνο του. Κάποιες απ' αυτές είναι οι παρακάτω:









Ζούμε στα χρόνια του φαίνεσθαι και του κλαίγεσθαι, πάντα ζούσαμε σε αυτά τα χρόνια· ανεξάρτητα απ' το ότι ορισμένοι δεν μπορούμε να το συνηθίσουμε. Όπως κι αν έχει: ας είναι το 2018 μια καλή χρονιά, με υγεία, χαρά και δημιουργίες, μακριά από την τοξικότητα. Τα υπόλοιπα θα έρθουν.



Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Καταδίωξη στη Βενετία - Patricia Highsmith




Ο Ρέι περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό, χωρίς καπέλο, και με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες του πανωφοριού του. Τουρτούριζε. Ο νυχτερινός αέρας της Ρώμης ήταν τσουχτερός, γεμάτος από τον χειμώνα που ερχόταν. Καθόλου δεν διευκόλυνε τα πράγματα, σκεφτόταν ο Ρέι, το γεγονός ότι η Πέγκι δεν είχε αδέλφια. Σίγουρα δεν τα διευκόλυνε για τον Κόουλμαν. Ήταν σκοτεινά στον δρόμο που περπατούσαν. Ο Ρέι σήκωσε το κεφάλι ψάχνοντας για πινακίδα με το όνομα του δρόμου, αλλά δεν βρήκε καμία.
Η Πέγκι, γυναίκα του Ρέι και μοναχοκόρη του Κόουλμαν, αυτοκτόνησε πριν λίγο καιρό. Ο Κόουλμαν δυσκολεύεται να κατανοήσει αυτή την πράξη της και επιρρίπτει τις ευθύνες του ηθικού αυτουργού στον γαμπρό του, που, έτσι και αλλιώς, ποτέ δεν του γέμιζε το μάτι. Ο Ρέι επιθυμεί να του εξηγήσει. Ο Κόουλμαν αρνείται την οποιαδήποτε δικαιολογία, σ' έναν σκοτεινό δρόμο στη Ρώμη θα τον πυροβολήσει και πιστεύοντας πως είναι πια νεκρός θα πετάξει το όπλο και θα φύγει για τη Βενετία. Όμως ο Ρέι τη γλιτώνει με μια απλή αμυχή και ακολουθεί τον Κόουλμαν στη Βενετία.

Μέσα από την αλληλοκαταδίωξη των δύο, η Χάισμιθ, η σπουδαία αυτή συγγραφέας, καταφέρνει εκτός από το σασπένς, να δώσει επιπλέον διαστάσεις στην ιστορία της, να χτίσει δύο κυρίως χαρακτήρες με πάθη και αδυναμίες, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ κάποιου απ' τους δυο, και δίνοντας, ενδεχομένως, στον αναγνώστη τη δυνατότητα αυτή. Τα ανθρώπινα πάθη, τα σκοτεινά εκείνα σημεία της ψυχής, οι εμμονές και η διάθεση για εκδίκηση, ο έρωτας, οι απλοί άνθρωποι και η Βενετία με την κοσμοπολίτικη αλλά και την καθημερινή πλευρά της, ιδανικό σκηνικό δράσης για μια συγγραφέα όπως η Χάισμιθ. Κινηματογραφικό και ατμοσφαιρικό είναι δύο προφανείς χαρακτηρισμοί για να προσδιορίσει κανείς την Καταδίωξη στη Βενετία, όμως δεν θα ήταν από μόνοι τους αρκετοί, ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς πόσα και πόσα μυθιστορήματα δεν αρκούνται απλώς και μόνο σε αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς, χωρίς να έχουν κάτι παραπάνω να προσφέρουν στον αναγνώστη.

Η έννοια του ξένου, έστω και με τη μορφή του τουρίστα με την οικονομική άνεση, είναι κάτι το οποίο με γοητεύει, όπως για παράδειγμα στα έργα του Μπόουλς, η επαφή με μια ανοίκεια πραγματικότητα, οι δυσκολίες επικοινωνίας, η ελευθερία της ανωνυμίας και η ζωή που συνεχίζεται με τις αποσκευές γεμάτες από βιώματα και στοιχεία του χαρακτήρα, εκείνα που παραμένουν σταθερά και ακολουθούν τον ξένο παρά την αλλαγή σκηνικού, και στην προκειμένη περίπτωση, στην περίπτωση του πλούσιου τουρίστα, με μια αίσθηση ανωτερότητας και παντοδυναμίας να τον χαρακτηρίζει.

Η αλήθεια είναι πως δεν ένιωσα την ίδια απόλαυση όπως κατά την ανάγνωση του αριστουργήματος της, για μένα, Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η Καταδίωξη στη Βενετία δεν είναι ένα υπέροχο νουάρ μυθιστόρημα.

Μετάφραση Βασίλης Πουλάκος
Εκδόσεις Μίνωας



Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Το Νιξ - Nathan Hill





Ήταν ακριβώς η μέρα που χρειαζόμουν καταφύγιο σε μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση, μεγάλη όπως κυρίως οι Αμερικανοί ξέρουν να τη στήνουν, όταν πήρα στα χέρια μου Το Νιξ· άφησα στην άκρη το όμορφο αλλά στενάχωρο, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, βιβλίο που διάβαζα· γύρισα την πρώτη σελίδα.
Αν ο Σάμιουελ ήξερε ότι η μητέρα του θα έφευγε, ίσως να έδινε μεγαλύτερη σημασία. Ίσως να την άκουγε πιο προσεκτικά, να την παρατηρούσε πιο στενά, να κρατούσε σημειώσεις για τα σημαντικά πράγματα. Ίσως να φερόταν διαφορετικά, να μιλούσε διαφορετικά, να ήταν ο ίδιος διαφορετικός.

Ίσως να μπορούσε να γίνει ένα παιδί για το οποίο να άξιζε να μείνει κανείς.

Όμως ο Σάμιουελ δεν ήξερε ότι η μητέρα του έφευγε.
Για τον Σάμιουελ όλα ξεκίνησαν τότε. Βέβαια πέρασαν χρόνια μέχρι να μπορέσει να ορίσει την αρχή των πάντων. Πέρασαν χρόνια μέχρι να αντιληφθεί όχι μόνο τη σημασία της ξαφνικής εξαφάνισης της μητέρας του, αλλά και το γεγονός πως μπορεί στη ζωή μας να κρατάμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως δεν παύουμε να παίζουμε ταυτόχρονα δεύτερους και τρίτους ρόλους στις ζωές των άλλων, κάτι που κάνει τα πράγματα πολύ πιο σύνθετα και συγχρόνως επαναπροσδιορίζει τη θέση μας στο σύμπαν, ως απογοήτευση ή λύτρωση. Ανάλογα πώς θα το δει ο καθένας.

Ανάμεσα σε άλλα, εκείνο που λατρεύω στους ικανούς μάστορες της μεγάλης φόρμας, και ο Χιλλ, αν και στο πρώτο του βιβλίο, που του πήρε δέκα ολόκληρα χρόνια να το τελειώσει, είναι σίγουρα ένας ικανός μάστορας, είναι η σταδιακή και κλιμακούμενη επαφή με τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο τρόπος με τον οποίο αποκτούν σάρκα και οστά. Οι αποφάσεις τους κρίνονται με βάση τον χαρακτήρα τους και το παρελθόν τους, η επαφή μαζί τους αποκτά κάτι το ανθρώπινο, όχι απαραίτητα της ταύτισης και του ρεαλισμού, αλλά της κοινής ανθρώπινης αγωνίας.

Όλες αυτές οι ιστορίες που σαν κισσός τυλίγουν τα κλαδιά τους γύρω από το σώμα της κυρίως ιστορίας, αυτής του Σάμιουελ, οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι που αποκτούν τη δική τους ιστορία, που πότε πλησιάζει και πότε απομακρύνεται από εκείνη του αποτυχημένου συγγραφέα, που κάποτε θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα νέα ταλέντα, εξαιτίας ενός και μόνο διηγήματός του, και έλαβε μια τεράστια προκαταβολή για ένα μυθιστόρημα, και στο παρόν της αφήγησης εργάζεται ως καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο.

Η μητέρα που τον εγκατέλειψε, η κοπέλα που ερωτεύτηκε στο γυμνάσιο, ο φίλος που πέθανε στη Μέση Ανατολή, ο πατέρας που ζει τη ζωή των προαστίων, οι συμπαίκτες στο διαδικτυακό παιχνίδι ρόλων, ο εκδότης του και ο Σάμιουελ, που προσπαθεί να κατανοήσει και να εκκινήσει εκ νέου. Όλοι αυτοί συνθέτουν, ο καθένας με το ποσοστό που ο παντογνώστης αφηγητής τού χαρίζει, το Νιξ.

Η κατάρα των συγγραφέων που επιχειρούν να γράψουν εκείνο που είναι γνωστό ως το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα είναι πως τελικά κρίνονται με βάση το όραμα που ειδικοί και απλοί αναγνώστες αποδίδουν στον συγγραφέα. Όραμα, που μάλλον είναι υποκειμενικό για τον καθένα μας, και ίσως όχι απόλυτα ξεκάθαρο και για τον ίδιο ακόμα τον συγγραφέα, αποτελώντας μια συζήτηση παράπλευρη της αναγνωστικής απόλαυσης.

Κάποιοι, που ίσως δεν τους ταιριάζει η μεγάλη φόρμα, βιάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις μυθιστορημάτων να μιλήσουν για περιττές σελίδες και αδικαιολόγητη πολυλογία, μοιάζοντας να επιθυμούν μια συνοπτική περίληψη της ιστορίας, αρνούμενοι να επενδύσουν στον χρόνο και τον χώρο που απαιτεί μια ιστορία για να καρποφορήσει, να κορυφωθεί, να αποκτήσει νόημα και ψυχή. Στο τέλος της ανάγνωσης άλλωστε, και με γνώση όλων των ψηφίδων που επέλεξε ο συγγραφέας για να στήσει την ιστορία του, μοιάζει άτοπο να συζητάμε για περιττά και αναγκαία συστατικά, καθώς ούτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για όσα το καθένα πυροδότησε μέσα μας, αλλά ούτε και για την τελική στατικότητα της κατασκευής. Είναι, σε έναν παραλληλισμό, όπως όταν διηγούμαστε σε κάποιον ανυπόμονο ακροατή κάτι που μας συνέβη, και επιθυμούμε να σταθούμε στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που για εμάς ήταν κομβικής σημασίας για την εξέλιξη και την τελική κατάληξη του περιστατικού, ενώ εκείνος, για τους δικούς του λόγους, θέλει απλώς το τέλος της αφήγησης για να πάρει τον λόγο, να πει τη γνώμη του, να συνεχίσει με κάτι που θεωρεί περισσότερο σημαντικό.

Το Νιξ είναι ένα στενάχωρο μυθιστόρημα επειδή είναι αληθινό, γίνονται πράγματα τα οποία δεν θα ήθελες να γίνουν, αλλά ξέρεις καλά πως έτσι γίνονται. Το ποτάμι της ιστορίας κυλάει ορμητικό και παρασέρνει όνειρα και αξίες, η βουή του αποκοιμίζει και μεταφέρει άβουλα πλάσματα, εκεί όμως έρχεται μια αχτίδα ελπίδας, πως κάποια στιγμή θα ξυπνήσεις, θα μαζέψεις τα κομμάτια σου και θα επιχειρήσεις να εκκινήσεις εκ νέου, με όλα τα προγνωστικά εναντίον σου, παρ' όλ΄αυτά εσύ θα επιχειρήσεις να εκκινήσεις εκ νέου.

Τελειώνοντας ένα μυθιστόρημα, όπως το Νιξ, νιώθω πάντα ένα συναίσθημα απογοήτευσης, που τελείωσε και δεν έχει λίγο ακόμα, που επιστρέφοντας σπίτι δεν θα μπορέσω να χωθώ ξανά σε εκείνη την παράλληλη της ζωής μου ζωή. 

Μετάφραση Γιάννης Βογιατζής
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
   

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ψεύτικοι δίδυμοι - Χρήστος Αγγελάκος




Συχνά ο κόσμος τούς περνούσε για δίδυμους, ενώ δεν ήταν ούτε αδέρφια. Μια δεύτερη ματιά κατάφερνε να εντοπίσει τα ανόμοια χαρακτηριστικά τους, επιμένοντας ωστόσο στα κοινά χρώματα και στο ύφος τους, στον "αέρα" όπως έλεγαν μερικοί, σ' αυτή την αύρα που τους κύκλωνε, και που οι ψεύτικοι δίδυμοι την αντιμετώπιζαν σαν κάτι συμπαγές: την κόβανε με το μαχαίρι για να τη μοιραστούνε στη μέση. Οι δύο φίλοι διασκέδαζαν με την εντύπωση που προκαλούσαν, κι όταν τους ρώταγε κανείς αν είναι δίδυμοι, απαντούσαν ο ένας "ναι" κι ο άλλος "όχι", εντείνοντας τη σύγχυση. Στην πραγματικότητα, τα πάντα ήταν διαφορετικά. Μπορεί ο Νικ και ο Ιβ να είχαν γεννηθεί στο ίδιο χωριό, στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, τον ίδιο μήνα της ίδιας χρονιάς, αλλά τα κοινά τους σημεία εξαντλούνταν εκεί.
Είναι απλό και σινάμα σύνθετο να αναφερθεί κάποιος στην υπόθεση του μυθιστορήματος του Χρήστου Αγγελάκου Ψεύτικοι δίδυμοι. Είναι η ιστορία δύο φίλων, που γεννήθηκαν με απόσταση δύο ημερών, στην ίδια αυλή, προερχόμενοι από δύο οικογένειες εκ διαμέτρου διαφορετικές σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο· ο Νίκος παιδί μιας πλούσιας οικογένειας, ο Ιβάν γιος μεταναστών, που δουλεύουν για την οικογένεια του Νίκου. Και όμως η ζωή τούς έκανε αχώριστους, να μοιάζουν με δίδυμους, έστω και εξ αγχιστείας. Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο παιδιά που θα αφήσουν μεγαλώνοντας λίγο το χωριό για την Αθήνα, με όνειρα και φιλοδοξίες, για να δουλέψουν κομπάρσοι σε κινηματογραφικές παραγωγές, Με την Ισμήνη συνθέτουν μια τριάδα, κανονική και φυσιολογική για εκείνους, για τους άλλους όχι, τι σημασία έχει όμως;

Εκείνο που κάνει σύνθετη την αναφορά στην υπόθεση του μυθιστορήματος και στην πρόσληψή της κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι ο τρόπος που επέλεξε ο Αγγελάκος να διηγηθεί την ιστορία. Δεν είναι μόνο η έλλειψη ξεκάθαρης χρονικής γραμμικότητας στην αφήγηση, αλλά κυρίως όσα υπαινίσσεται χωρίς να ξεκαθαρίζει, όπως εύστοχα αναφέρει το οπίσθόφυλλο: οι Ψεύτικοι δίδυμοι προτιμούν τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις. Και όταν υπάρχουν απαντήσεις συχνά καλύπτονται από ένα πέπλο ομίχλης. Και όμως αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά πλεονέκτημα του βιβλίου, δεν μπερδεύει τον αναγνώστη αλλά αντίθετα τον βάζει στην ιστορία, και αυτό συμβαίνει γιατί αποτελεί ξεκάθαρη συγγραφική επιλογή και όχι αδυναμία στην εξέλιξη της αφήγησης.

Το εύρημα των κινηματογραφικών γυρισμάτων, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας ως κομπάρσοι, είναι λειτουργικότατο. Οι κομπάρσοι της ιστορίας ως πρωταγωνιστές των δικών τους ιστορίων προσδίδουν επιπλέον αναγνώσεις στην κεντρική ιστορία των δύο φίλων. Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα, κυρίως η αναζήτησή της δεν θα μπορούσαν να λείπουν, όπως δεν θα μπορούσε να λείπει και η αναφορά σε κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου που λαμβάνει χώρα η ιστορία, όπως δεν θα μπορούσε να λείπει η αγάπη για τη λογοτεχνία, η λογοτεχνία ως διέξοδος του μυαλού όταν το σώμα είναι εγκλωβισμένο.

Αναρωτιέμαι αν στην κεντρική επιλογή του Αγγελάκου για υπαινιγμό βρίσκεται και η ανάγκη για μια κρυψώνα του προσωπικού βιώματός του, κυρίως λόγω της αίσθησης πως οι Ψεύτικοι δίδυμοι μοιάζουν να είναι μια ιστορία αρκετά προσωπική που όμως, για έναν, ανεξήγητο ως έναν βαθμό, λόγο αφορούν τον αναγνώστη. Ίσως γιατί καταφέρνει τόσο ξεκάθαρα να αποφύγει τον οποιοδήποτε διδακτισμό και τη βαλσαμοποίηση της ιστορίας του, επιτρέποντάς της να αναπνέει αυτόνομη.  

Η γλώσσα και η ματιά του συγγραφέα στα πράγματα καταφέρνουν ακόμα κάτι, να προσδώσουν μια γλυκύτητα σε μια σκληρή ιστορία, να πασπαλίσουν με την απαραίτητη μαγεία κάποιες στιγμές απομάγευσης.

Εκδόσεις Μεταίχμιο 


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο τσιμεντόκηπος - Ian McEwan





Το έψαχνα αυτό το βιβλίο, όχι απελπισμένα αλλά το έψαχνα, και το είδα ένα βράδυ στη βιτρίνα ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, και μέχρι να ξημερώσει, να πάω και να γυρίσω από τη δουλειά, γύριζε στο μυαλό μου η σκέψη -συνοδευόμενη από μία ιδέα άγχους- αν θα υπήρχε ακόμα όταν θα έμπαινα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, αργά το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, που έχει πια περάσει από καιρό, και ήταν εκεί, το πήρα στο χέρια μου μόνος μου από την άκρη της βιτρίνας μπαίνοντας και πήγα κατευθείαν στο ταμείο. Το είχα βρει.

Η γνωριμία με το λογοτεχνικό σύμπαν του ΜακΓιούαν ήταν κάπως παράξενη. Αξίζει να πω αυτή την ιστορία, νομίζω. Πάνε χρόνια, αρκετά χρόνια, από τότε που ένας φίλος διάβασε το Σάββατο και μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό, σίγουρα δέκα χρόνια, ίσως και έντεκα, με βάση τη χρονολογία έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το βιβλίο με ενόχλησε. Δεν μου άρεσε καθόλου. Μια τετραμελής οικογένεια, όλοι τους υπερεπιτυχημένοι και υπέροχοι, μια ανατροπή στην καθημερινότητα και η επαφή τους με έναν κόσμο μέχρι πρότινος αθέατο και άγνωστο σ' εκείνους. Δεν ταυτίστηκα και δεν μου άρεσε η ιστορία παρότι διέκρινα δεδομένες αρετές στη γραφή του συγγραφέα. Και εκεί ήταν το κλειδί για την απόφασή μου να διαβάσω και κάτι ακόμα δικό του, και διάβασα τα Μαύρα Σκυλιά, και συγκλονίστηκα, και διάβασα το Στην Ακτή, και μου άρεσε πάρα πολύ, και βρήκα το εξαντλημένο Άμστερνταμ και το απόλαυσα. Στο ενδιάμεσο είχα διαβάσει και άλλα δικά του, της πρώτης περιόδου (Ξένοι στη Βενετία, Ο αθώος). Και είχα -και ακόμα έχω- άρνηση να διαβάσω τα τελευταία του, και αναζητούσα τον Τσιμεντόκηπο, και τον βρήκα, και την Έμμονη αγάπη, που ακόμα την αναζητώ.
Δεν σκότωσα εγώ τον πατέρα μου, αλλά καμιά φορά μου φαινόταν ότι τον είχα βοηθήσει να πεθάνει. Και με εξαίρεση το γεγονός ότι συνέπεσε μ' ένα ορόσημο στη δική μου σωματική ανάπτυξη, ο θάνατός του μου φάνηκε ασήμαντος σε σύγκριση μ' αυτά που ακολούθησαν. Οι αδερφές μου κι εγώ μιλούσαμε γι' αυτόν τη βδομάδα μετά τον θάνατό του, κι η Σου οπωσδήποτε έκλαιγε όταν οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου τον τύλιξαν σε μια ζωηρόχρωμη κόκκινη κουβέρτα και τον πήραν από το σπίτι. Ήταν ένας φιλάσθενος, ευέξαπτος, ψυχαναγκαστικός άνθρωπος με κιτρινωπά χέρια και πρόσωπο. Συμπεριλαμβάνω την ιστοριούλα του θανάτου του, μόνο και μόνο για να εξηγήσω πώς οι αδερφές μου κι εγώ βρεθήκαμε να έχουμε μια  τόσο μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στη διάθεσή μας.
Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του έφηβου γιου, ο ΜακΓιούαν διηγείται την ιστορία τριών αδερφών που βρέθηκαν χωρίς γονείς, σ' ένα τεράστιο σπίτι σ' ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κατοικιών, με μια μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στην κατοχή τους.

Ο τσιμεντόκηπος λοιπόν, το πρώτο βιβλίο ενός σημαντικού σύγχρονου συγγραφέα, του Ίαν ΜακΓιούαν, διαθέτει αρκετές από τις αρετές των πρωτόλειων έργων, την ένταση και το πάθος, τη δεδομένη ανάγκη για γραφή, την επιθυμία να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν, αλλά και αρκετά από τα προβλήματα κάθε πρωτόλειας απόπειρας, την ένταση της φωνής και το αδάμαστο πάθος, την επίδειξη της δεδομένης ανάγκης για γραφή, τη βιασύνη να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν. Όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εκείνο που αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν το μυθιστορήματος είναι η επιλογή του αφηγητή. Ο έφηβος με το ψυχρό βλέμμα καταφέρνει να μετατρέψει κάθε υπόνοια συναισθηματικού εκβιασμού του συγγραφέα σε καθαρό συναίσθημα, να δικαιολογήσει κάθε αποκρουστική και πρόστυχη εικόνα, να μετατρέψει σε άκρως ανθρώπινη την κάθε μη συμβατική συναισθηματική αντίδραση του ήρωα-αφηγητή.

Ο τσιμεντόκηπος είναι μια ιστορία οικογενειακή, οικιακή, που ελάχιστα κοιτάζει τον εξωτερικό κόσμο ή επηρεάζεται απ' αυτόν, ένα δράμα δωματίου, σε μεγάλο βαθμό άχρονο, με διάθεση για παραβολή -που πότε λειτουργεί και πότε όχι-, μια ιστορία δυνατή, σφιχτή και σκοτεινή, ένα υποσχόμενο πρώτο δείγμα δουλειάς, σίγουρα όχι αριστούργημα, αλλά χωρίς αμηχανία και με πίστη στη γραφή εκ μέρους του συγγραφέα.

Τώρα μένει η Έμμονη αγάπη.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Γράμματα