Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν - Flannery O'Connor





ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ
ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται
καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.
                                 Κατά Ματθαίον, 11:12
Μόνο μισή μέρα είχε πεθαμένος ο θείος του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, όταν το αγόρι παραμέθυσε για να μπορέσει ν' αποσκάψει το λάκκο του και ένας νέγρος, ονόματι Μπάφορντ Μάνσον, που είχε έρθει για να γεμίσει ένα σταμνί, αναγκάστηκε να τον αποτελειώσει και να σύρει το πτώμα από το τραπέζι του πρωινού όπου ακόμα ήταν καθισμένος και να το θάψει πρεπούμενα και χριστιανικά, με το σημείο του Σωτήρος στην κεφαλή του τάφου και με χώμα κάμποσο από πάνω, ώστε να μην το ξεθάψουνε τα σκυλιά. Κοντά μεσημέρι ήταν σαν έφτασε ο Μπάφορντ και όταν έφευγε κατά το ηλιοβασίλεμα το αγόρι, ο Ταργουότερ, δεν είχε γυρίσει ακόμα από το αποστακτήριο.
Δύο ήταν οι επιθυμίες του Μέισον Ταργουότερ μετά τον θάνατό του, και υπεύθυνος για την υλοποίησή τους ο ανιψιός του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, δεκατεσσάρων ετών, όταν πέθανε ο Μέισον· να ταφεί χριστιανικά και κατά το πρέπον, αρκετά βαθιά για να μην τον φτάσουν τα σκυλιά, και να βαφτίσει τον Μπίσοπ, τον ξάδερφό του, τον γιο του δασκάλου Ρέιμπερ. Ο Μέισον Ταργουότερ, αυτόκλητος προφήτης, είχε περισυλλέξει τον ορφανό ανιψιό του, και δεν είχε επιτρέψει στον Ρέιμπερ να τον πάρει παρά τη συνδρομή μιας κοινωνικής λειτουργού, είχαν αποσυρθεί στο δάσος, δύο αναχωρητές, με σκοπό ο Φράνσις Μάριον να μεγαλώσει με ισχυρές αρχές και χριστιανικές διδαχές μακριά από την αλλοτρίωση της κοινωνίας και της εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί.

Ο νεαρός Ταργουότερ, ξυπνώντας από το μεθύσι του, θα εγκαταλείψει το σπίτι, θα κάνει οτοστόπ μέχρι την πόλη και το σπίτι του θείου του Ρέιμπερ. Εκεί θα συνεχίσει η μάχη εντός του ανάμεσα στις επιθυμίες του Μέισον και στις απόπειρες του ορθολογιστή Ρέιμπερ να τον εντάξει στο κοινωνικό σύνολο, ένα μικρό αγρίμι μακριά από τα λημέρια του.

Η σπουδαία Φλάνερυ Ο'Κόννορ, όμορφη και ταλαντούχα νεαρή, που στα είκοσι πέντε της χρόνια, ενώ έβλεπε ήδη τα διηγήματά της να φιλοξενούνται στα σπουδαιότερα και αυστηρότερα αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά, είδε τη ζωή της να ανατρέπεται, όταν διαγνώστηκε με μια ανίατη μορφή αθροίτιδας, που θα της παραμόρφωνε τα κάτω άκρα και το πρόσωπο, και θα την καθήλωνε  σχεδόν μόνιμα στο κρεβάτι, αυτή η βαθιά θρησκευόμενη συγγραφέας σε αυτό το δεύτερο -και τελευταίο της- μυθιστόρημα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της southern gothic λογοτεχνίας, επιχειρεί να αναφερθεί στη χαμένη πνευματικότητα μέσα σε έναν κόσμο που πάει κατά διαόλου, να αναδείξει την ανάγκη για πίστη και αναχώρηση, για μια διαρκή μάχη με τον διάβολο, να αφηγηθεί την ικανότητα του σώματος να μεταμορφώνεται, με μία ιστορία της αρχαίας αιγυπτιακής ερήμου τοποθετημένη στον αμερικανικό νότο.

Οι δύο πόλοι, ο νεκρός προφήτης και ο ορθολογιστής δάσκαλος, καθρεφτίζουν τον σύγχρονο κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνεται η Ο'Κόννορ, δύο μέρη με άνιση πια ισχύ, σε ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει -παρά τη δεδομένη και ισχυρή πίστη της συγγραφέως- το θρηκευτικό, και θέτει ερωτήματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα σχετικά με την ατομικότητα και την απαραίτητη ενδοσκόπηση, τη σύνδεση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Μυθιστόρημα, επίκαιρο στο σήμερα και κάπως προκλητικό, σίγουρα όχι ευθύνη της Ο'Κόνορ, προκλητικό στην ανάγνωση και την πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη, με το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό πως ο ορθολογιστής Ρέιμπερ δείχνει πιο οικείος, πιο κανονικός σε σχέση με τον αυτοαποκαλούμενο προφήτη, σε μια εποχή που ο θρησκευτικός φομενταλισμός είναι ακόμα πιο έντονος σε σχέση με το παρελθόν.

Το συνοδευτικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Τζιαννόνε, του σημαντικότερου ίσως μελετητή της Ο'Κόννορ,  αποτελεί το ιδανικό συνοδευτικό αυτής της έκδοσης. Η επιμέλεια της μετάφρασης του Κοτζιά με το υπόμνημα στο τέλος του βιβλίου, αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη λογοτεχνία στους Αντίποδες.


υγ. Πριν από πέντε χρόνια, στο τρένο για Θεσσαλονίκη, διάβασα τη συλλογή διηγημάτων τής Ο'Κόννορ Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, και εντυπωσιάστηκα. Διαβάζοντας ξανά εκείνη την ανάρτηση, και βλέποντας κάποια λάθη, εκτίμησα, για ακόμα μια φορά, την τύχη να υπάρχει πια ένας ικανός επιμελητής πίσω από κάθε ανάρτηση. Εκείνη την ανάρτηση μπορεί κανείς να την βρει εδώ.


Μετάφραση Αλέξανδρος Κοτζιάς
Εκδόσεις Αντίποδες     

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Στριπτήζ - Georges Simenon






Η πρώτη που είδε την καινούρια ήταν η Σελίτα. Η άφιξή της ανατάραξε τη ρουτίνα στο Μονικό, ένα καμπαρέ στις Κάννες, κοντά στο λιμάνι. Η άγουρη και κάπως ντροπαλή πρώτη παρουσία της δεκαεννιάχρονης Μοντ στη σκηνή, θα ξεσηκώσει τους θαμώνες με την αθωότητά της, θα ξεμυαλίσει τον κύριο Λεόν, το αφεντικό της επιχείρησης, και θα την μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη στην απόλυτη σταρ του προγράμματος. Η Σελίτα, δεχόμενη ήδη από καιρό τις κατ' ιδίαν περιποιήσεις του κυρίου Λεόν και βλέποντας τη σύζυγό του να πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, είναι φυσικό να έχει βλέψεις για τη θέση της αφεντικίνας της πίσω από το ταμείο, επαγγελματική εξέλιξη που μοιάζει  μονόδρομος για μια τριανταδυάχρονη χορεύτρια στη δύση της καριέρας της. Η Μοντ μετατρέπεται για εκείνη σχεδόν αμέσως, όχι σε απλή αντίζηλο, αλλά σε ανυπέρβλητο εμπόδιο προς τον στόχο της.
Αργά η κοπέλα έσκυψε για να ελευθερώσει τα πόδια της και τότε, ίσως χωρίς να το ξέρει, έκανε κάποια θαυμάσια κίνηση. Τα χέρια της ανέβηκαν πάλι αργά χαϊδεύοντας απαλά τις μεταξωτές κάλτσες και, φθάνοντας στο κομπιναιζόν, άφησαν σιγά σιγά να εμφανιστεί η σάρκα που φάνταζε πιο ζεστή και φυσική από των υπόλοιπων κοριτσιών.
Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνική, και όχι μόνο, απεικόνιση αυτής της πλευράς της νύχτας, της πορνείας και των καμπαρέ, δεν με έλκει, μου βρομάει ωραιοποίηση μιας σχέσης εκμετάλλευσης, μια παραμορφωμένη εικόνα λόγω της απόστασης που χωρίζει το γραφείο του συγγραφέα από το πεζοδρόμιο, μου δημιουργεί, τέλος πάντων, μια έντονη επιφύλαξη. Είναι απαραίτητη, νομίζω, η διευκρίνηση αυτή σε ένα κείμενο όπως αυτό, αφιερωμένο στο Στριπτήζ, το οποίο ανήκει στα "σκληρά μυθιστορήματα" του Σιμενόν, έτσι όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, και τα οποία είναι πάνω από εκατό (!), ικανοποιητικό μέρος των οποίων έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας την οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας οι εκδόσεις Άγρα σε συνεργασία με τη μεταφράστρια Αργυρώ Μακάρωφ. Ο Σιμενόν, παραγνωρισμένος στην εποχή του, αν και τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία, διαβάζεται και εκτιμάται τα τελευταία χρόνια, μια αποκατάσταση έστω και με καθυστέρηση.

Στα βιβλία του Σιμενόν υπάρχει μία κρίσιμη στιγμή, μια ελάχιστη χρονική στιγμή, μετά την οποία τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, το σημείο απ' το οποίο αρχίζει η πτώση του ήρωα. Και είναι αυτή η σκιαγράφηση της σκοτεινής πλευράς των χαρακτήρων μπροστά στη ριζική αυτή ανατροπή, του άγχους και της φιλοδοξίας, της δολοπλοκίας και της ενοχής, μα πάνω απ' όλα και κυρίως του φόβου, του πιο ανθρώπινου συναισθήματος, η μεγάλη αρετή της γραφής του Σιμενόν, εκείνη τουλάχιστον που με γοητεύει περισσότερο, αν και με αγχώνει, ίσως γιατί αγγίζει κάτι χαμηλότερα από το στρώμα του συνειδητού.

Στο Στριπτήζ η κομβική στιγμή είναι ο πρώτος χορός της Μοντ, η στιγμή που η Σελίτα συνειδητοποιεί πως η καθημερινότητα όπως την γνώριζε δεν υπάρχει πια, ενώ το μέλλον, στο οποίο στόχευε, απομακρύνεται. Λόγω θέματος, και εξαιτίας όσων ανέφερα παραπάνω, η προσωπική μου εμπλοκή υπήρξε ελάχιστη, έως και μηδαμινή, και ακριβώς λόγω αυτού συνέβη κάτι φαινομενικά παράλογο, μα τελικά εξηγήσιμο: διέκρινα καθαρότερα την τεχνική του Σιμενόν, τον τρόπο με τον οποίο αυξομειώνει τις εντάσεις, εμφανίζει τα πρόσωπα, περνά από τη μια σκηνή στην επόμενη, παραλείπει το περιττό και επιμένει στο σημαντικό, δημιουργεί αργά και σταθερά αυτό το αίσθημα ασφυξίας και φτάνει στην τελική λύση του δράματος, κοφτά και απότομα. Τώρα που δεν με έννοιαζε τόσο η μοίρα της πρωταγωνίστριας, διαβάζοντας πιο χαλαρά και χωρίς τη μανία να δω τι θα συμβεί παρακάτω, αναγνώρισα τις τεχνικές αρετές του Σιμενόν, ίσως σε ένα μυθιστόρημα αδύναμο σε σχέση με τα υπόλοιπα, κατάρα για τους δημιουργούς η σύγκριση με τον ίδιο τους τον εαυτό, ένα μυθιστόρημα που αν το είχε γράψει κάποιος άλλος θα καμάρωνε και θα συνέλλεγε επαίνους για την αποτύπωση της ζωής στα καμπαρέ και στις νυχτερινές Κάννες, τον υπόκοσμο και τους νόμους του, και φυσικά για την αποτύπωση της ψυχής και των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα     


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Όσα δεν σου είπα ποτέ - Celeste Ng






Υπάρχουν κάποια βιβλία που σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον με την πρώτη ματιά στο βιβλιοπωλείο, έτσι απλά, χωρίς να έχεις ακούσει κάτι γι' αυτά, χωρίς να ξέρεις κάτι για τον δημιουργό, σου προκαλούν ένα αίσθημα οικειότητας, ναι, αυτό είναι: ένα αίσθημα οικειότητας. Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται, κάποιες άλλες όχι. Δεν συμβαίνει μόνο με τα βιβλία αυτό, όχι;
Η Λίντια είναι νεκρή. Αλλά ακόμα δεν το ξέρουν. Είναι 3 Μαΐου του 1977, έξι και μισή το πρωί, και κανένας δεν ξέρει τίποτε, πέρα από τούτο το απλό γεγονός: Πως η Λίντια έχει αργήσει για το πρωινό.
Η πέτρα, που θα αναταράξει την επιφάνεια του νερού, έχει ήδη πέσει. Η Λίντια είναι νεκρή. Δεν θα εμφανιστεί για πρωινό, το δωμάτιο της είναι άδειο, το τηλεφώνημα στην αστυνομία για τη δήλωση εξαφάνισης θα ακολουθήσει. Τι προηγήθηκε όμως; Η Λίντια είναι νεκρή από την πρώτη γραμμή, η Λίντια θα πεθάνει στην τελευταία γραμμή. Ένας κύκλος, στο κέντρο του οποίου κείτεται νεκρή η κόρη της οικογένειας. Ο πατέρας, ο Τζέιμς, ασιατικής καταγωγής αντιμετώπισε -και ακόμα αντιμετωπίζει παρότι καθηγητής πανεπιστημίου πια- το πρόβλημα της διαφορετικότητας, ένας κίτρινος ανάμεσα σε λευκούς. Η μητέρα, η Μέριλιν, που θέλησε να ξεφύγει από τη μοίρα της δικής της μητέρας, μοίρα συνυφασμένη με τα οικοκυρικά, και να σπουδάσει ιατρική, βρέθηκε, λίγο πριν τελειώσει το κολέγιο, παντρεμένη με παιδί. Μετατόπισε τα δικά της όνειρα στη Λίντια, εκείνη έπρεπε να τα υλοποιήσει. Ο αδερφός, ο Νέιθαν, ζει στο περιθώριο της οικογενειακής προσοχής, στη σκιά της αδερφής του. Και η Χάνα, η τρίχρονη αδερφή, στη σκιά της σκιάς.

Ο τρόπος με τον οποίο η Σελέστ Ινγκ αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία της καθορίζει απόλυτα και την ίδια τη διήγηση, ορίζοντας ένα δεδομένο χρονικό σημείο περιστροφής, τον θάνατο της Λίντια. Όλα όσα προηγήθηκαν θα οδηγήσουν εκεί, έμμεσα ή άμεσα, με τον θάνατο στην τελευταία πράξη αναπόφευκτα να τα βαραίνει με έναν τρόπο διαφορετικό, μη αναστρέψιμο, τελεσίδικο. Ο παντογνώστης αφηγητής θα μοιράσει ισόποσα τον χρόνο σε καθένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, θα δώσει το βήμα για να ακουστεί η ιστορία του καθενός, μικρότερη ή μεγαλύτερη, η οποία θα συνθέσει, παρέα με τις άλλες, την κοινή οικογενειακή ιστορία.

Τα χαμένα όνειρα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, το αίσθημα του ανικανοποίητου διαιωνίζεται, όλες οι έξοδοι κινδύνου αποδεικνύονται τελικά άχρηστες, το αμερικανικό όνειρο διαθέτει πλήθος ρηγμάτων, οι δυνατότητες δεν είναι άπειρες τελικά. Πυκνογραμμένο και ασφυκτικό, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Ινγκ, διαβάζεται γρήγορα και αχόρταγα, με ένα μόνιμο σφίξιμο όμως, με έναν διαρκή θυμό από την πλευρά του αναγνώστη, κινείται στο όριο της αστυνομικής λογοτεχνίας  -πού οφείλεται ο θάνατος της Λίντια- χωρίς να το περνάει όμως ποτέ πραγματικά, καθώς επικεντρώνεται σε εκείνα που οδήγησαν στον θάνατό της. Ένα οικογενειακό δράμα, που θεωρητικά δεν φέρνει κάτι καινούργιο, κάτι άγνωστο, και όμως διαθέτει μια δυναμική ικανή να το χαράξει βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη.

Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται. Ευτυχώς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Αριθμός 11 - Jonathan Coe




Η Ρέιτσελ γύρισε τις σελίδες ως το "Τ" και βρήκε γρήγορα το Τι Ωραία Κομπίνα.
Βαρετή βρετανική κωμωδία, διάβασε, για μια παρέα μπίτνικ που ταξιδεύουν στο Λοχ Νες για να φτιάξουν τη φιγούρα του τέρατος.
1962. Συνέχεια του Τι Ωραίο Πλιάτσικο! (1961); Όχι ακριβώς. Δύο ίδιοι ηθοποιοί.
*Συνέχειες που δεν είναι πραγματικά συνέχειες. Συνέχειες όπου η σχέση με το πρωταρχικό είναι πλάγια, πονηρή.

Ο Τζόναθαν Κόου, αγαπημένος του ελληνικού κοινού, επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα Αριθμός 11, και φροντίζει να ορίσει με σαφήνεια τη σχέση του με το Τι Ωραίο Πλιάτσικο!: πλάγια, πονηρή. Η ιστορία, με ένα πλήθος πρωταγωνιστών, ξεκινά, λίγο μετά το 2000, από τη σχέση δύο κοριτσιών, της Ρέιτσελ και της Άλισον, για να φτάσει μέχρι σήμερα. Μετά από ένα διάλειμμα από το γνώριμο ύφος των μυθιστορημάτων του, με αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα αυτής της αλλαγής πλεύσης το (συγκλονιστικό) Σαν τη βροχή πριν πέσει και το (ελαφρύ) Expo58, επιστρέφει στη γνωστή συνταγή του πολιτικοκοινωνικού μυθιστορήματος που στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές, με σκοπό να αποτυπώσει τη σύγχρονη τού μυθιστορήματος βρετανική πραγματικότητα, που πλέον, και παρά τις τελευταίες εξελίξεις, διαθέτει πλήθος κοινών στοιχείων με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.

Η οικειότητα της επιστροφής σε ένα γνώριμο σύμπαν, ένας "παλιόφιλος" που διηγείται μια γνώριμου ύφους καινούρια ιστορία, είναι, έως ένα σημείο τουλάχιστον, ικανή να γοητεύσει τον υποψιασμένο αναγνώστη. Είναι όμως αρκετό αυτό το συναίσθημα; Έως ένα σημείο ναι, η αφηγηματική άνεση του Κόου, οι καλοσχηματισμένοι και πειστικοί χαρακτήρες, η οξυδερκής ματιά του στη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά του στους διαλόγους και στη διασταύρωση των επιμέρους ιστοριών, οι διακειμενικές αναφορές -όχι μόνο λογοτεχνικές- αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Αποτελεί ευχή και κατάρα για έναν δημιουργό η σύγκριση του κάθε έργου του με το σύνολο της εργογραφίας του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, και παρά το αρχικό αίσθημα ανακούφισης: ο παλιός καλός Κόου επέστρεψε, είναι αδύνατο να μην δημιουργηθούν συγκρίσεις με τα προηγούμενα μυθιστορήματά του, όπως το Τι ωραίο πλιάτσικο, Η λέσχη των τιποτένιων, ο Κλειστός Κύκλος, και βεβαίως -τη δική μου αξεπέραστη αδυναμία- Το σπίτι του ύπνου. Και αυτή η σύγκριση αναδεικνύει κάποιες αδυναμίες στο παρόν.

Οφείλω να παραδεχτώ, πριν αναφερθώ στις αδυναμίες του μυθιστορήματος, πως με τους συγγραφείς -και όχι μόνο- που αγαπώ είμαι πιο αυστηρός, αλλά και να ξεκαθαρίσω πως οι συγκεκριμένες αδυναμίες το μόνο που θέτουν εν αμφιβόλω είναι ο χαρακτηρισμός του Αριθμού 11 ως αριστούργημα. Είναι μια διαδικασία ψειρίσματος.

Το εύρημα του εγκιβωτισμού του βιβλίου μέσα στο βιβλίο: η Ρέιτσελ αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο διηγούμενη την ιστορία της· στα κεφάλαια που αποτελούν τον Αριθμό 11 το αφηγηματικό πρόσωπο μετακινείται συχνά από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τέλος υπάρχει μια αφηγηματική ανατροπή· εύρημα που, παρότι τεχνικά στέκει και δεν ενοχλεί, εντούτοις δεν μοιάζει πραγματικά λειτουργικό στο τελικό αποτέλεσμα. Η στροφή προς το αστυνομικό: αναζητώντας έναν τρόπο να κλείσει την αφήγηση ο Κόου καταφεύγει στη λύση της ενσωμάτωσης στοιχείων αστυνομικής λογοτεχνίας στο μυθιστόρημά του, οδηγώντας σε ένα κλείσιμο που μοιάζει κάπως αμήχανο και επιτηδευμένο.

Και μια παρατήρηση κάπως γενικότερη: ίσως επειδή είναι μια σύγχρονη της γενιάς μου πραγματικότητας, η αναφορά των συγγραφέων στα κοινωνικά δίκτυα και τα παιχνίδια τύπου Big Brother -ανάμεσα σε άλλα- μοιάζει λίγο βεβιασμένη, όχι καλά χωνεμένη, γεμάτη εύκολα κλισέ και διαπιστώσεις προφανείς. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις σε αυτό, αν και λίγες προς το παρόν.

Αλλά ας κλείσω αυτό το κείμενο αναφερόμενος στις αρετές του μυθιστορήματος, αρετές δεδομένες όταν κανείς αναφέρεται σε έναν συγγραφέα όπως ο Κόου, όμως οι αρετές πρέπει να εξυμνούνται με κάθε ευκαιρία και να μην θεωρούνται στιγμή δεδομένες. Η ικανότητά του να εισάγει νέα πρόσωπα στη σκηνή, να τα συστήνει γρήγορα και στοχευμένα στον αναγνώστη, τοποθετώντας τα στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που ανήκουν, είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω τάξης, χωρίς να ανακόπτει τη δυναμική της αφήγησης, ενώ η εισαγωγή κάθε νέου προσώπου κατευθύνει την ιστορία σε νέα μονοπάτια. Και μιλώντας για την ιστορία, όπως έγκαιρα διευκρινίζει ο υπότιτλος του βιβλίου: Ιστορίες που μαρτυρούν τρέλα· αξίζει να αναφερθεί κανείς στην άνεση με την οποία ο Κόου δένει τις επιμέρους ιστορίες στον κορμό της κεντρικής αφήγησης, χωρίς να ξενίζουν, χωρίς να γίνονται αντιληπτές ως ανούσιες παρεκβάσεις. 

Ο γνώριμος Κόου επέστρεψε και δεν θα απογοητεύσει τους πιστούς αναγνώστες του.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Nyos - Βασίλειος Δρόλιας






Δεν προσπαθώ πια να κρυφτώ. Δεν μπορώ να κρυφτώ από τον εαυτό μου. Από το μέλλον μου. Έφτασε η Ώρα. Τους ακούω έξω, τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου, ανάμεσα από τις χαραμάδες που αφήνουν το φως της μέρας να περνάει. Δε θέλω να βλέπω, δε θέλω να ακούω. Κρατώ στο μυαλό μου όλα όσα θα μπορούσαν να με αφήσουν σε κάποιο άλλο σημείο στον πλανήτη τούτη τη στιγμή. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο εκτός από αυτό. Όμως με τίποτα δε θα άλλαζα τούτη την ώρα, αυτή την απόφαση.
Ο Ρότζερ, βιολόγος στο επάγγελμα, αποφασίζει να αφήσει το Λονδίνο, αποδεχόμενος της πρόταση της εταιρείας για την οποία δουλεύει, να πάει στο Καμερούν και να μελετήσει από κοντά τη λίμνη Nyos, λίμνη που απέκτησε παγκόσμια φήμη όταν εξερράγη, σκορπώντας τον θάνατο σε εκατοντάδες ανθρώπους, και που φαίνεται να είναι ένα κατάλληλο περιβάλλον για να μελετηθούν τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου του θερμοκηπίου. Δεν ήταν όμως αποκλειστικά και μόνο το επιστημονικό ενδιαφέρον αυτό που οδήγησε τον Ρότζερ στην καρδιά της Αφρικής. Στα τριάντα πέντε του, ανάμεσα στην οικογενειακή σταθερά και έναν μεγάλο έρωτα, νιώθει πελαγωμένος, μην ξέροντας τι να κάνει. Τότε παίρνει την απόφαση να τα αφήσει όλα πίσω του και να αποδεχτεί την επαγγελματική προσφορά που του έγινε.

Ο Δρόλιας στήνει έξυπνα και λειτουργικά το μυθιστόρημά του, το χωρίζει σε δέκα κεφάλαια, καθένα από τα οποία είναι χωρισμένο σε τρία υποκεφάλαια: το ημερολόγιο του Ρότζερ, οι επιστολές στην ερωμένη του Τζέσικα, η Τζέσικα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αφήγησης, που προωθεί την ιστορία ομαλά, με έναν ρυθμό σταθερό που εισάγει νέα στοιχεία, δίνει βάθος στους δύο ήρωες και τη διαρκώς μεταβαλλόμενη ψυχολογική τους κατάσταση, σπάει τη σιωπή της Τζέσικα, φανερώνει τα μυστικά που κρατάει ο Ρότζερ για τον εαυτό του. Η μοναχική ζωή των δύο με μόνη παρουσία την ανάμνηση του άλλου.

Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, από μόνη της μια τέτοια ιστορία, παρά την ενδιαφέρουσα αφηγηματική δομή της, θα ήταν μάλλον βαρετή και παρωχημένη. Όλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνονται στα ευρήματα του συγγραφέα, και ο Δρόλιας προφανώς το γνωρίζει και φροντίζει να αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι μόχθου και επιμονής σε αυτή την κατεύθυνση. Η Αφρική για παράδειγμα, η άγνωστη μεγάλη ήπειρος, η παρουσία ενός ευρωπαίου εκεί, το αίσθημα του ξένου, το αργό βύθισμα στην εκεί πραγματικότητα, η σταδιακή μεταμόρφωση από τουρίστας σε κάτι άλλο, δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια. Η απόσταση από τον κόσμο του, τόσο ποσοτική, μετρημένη σε χιλιάδες χιλιόμετρα, όσο και ποιοτική, αποτυπωμένη στις εικόνες γύρω του, απόσταση που φιλτράρει ξανά από την αρχή όλα όσα τον ορίζουν, όσα τον προβληματίζουν, την προηγούμενη ζωή. Το επιστημονικό σκέλος του μυθιστορήματος, αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του Ρότζερ, η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας, το αίσθημα της ματαιότητας και η επέλαση της συνωμοσιολογίας σε ένα ορθολογικό μυαλό. Η Τζέσικα, και εκεί -για μένα- βρίσκεται το μεγάλο αβαντάζ του Nyos, δημιουργός εγκαταστάσεων μοντέρνας τέχνης, το ετερώνυμο συμπλήρωμα ενός απόλυτα ταγμένου στην επιστήμη μυαλού όπως αυτό του Ρότζερ, μια εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και της ιστορίας στο σύνολό της, αλλά και η περιγραφή των έργων της, που πάντα -όταν είναι επιτυχημένη όπως εδώ- μαγεύει και δελεάζει τη φαντασία.  

Στα προηγούμενα ευρήματα ίσως θα έπρεπε να προσθέσω τη συγγραφική επιλογή για μη ελληνικό περιβάλλον, ίσως και όχι, καθώς αποτελεί παράπλευρη επιλογή, που όμως η αλήθεια είναι ότι βοηθάει στην πρόσληψη του μυθιστορήματος έξω από ένα πιθανώς δεδομένο και γνώριμο εγχώριο πλαίσιο, εκεί που βρίσκονται και οι συγγραφικές αναφορές του Δρόλια.

Επείδη όμως μιλάμε για μια ιστορία αγάπης, ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν συναισθηματικά ο Ρότζερ και η Τζέσικα, πώς γίνεται συναίσθημα η λογική και πώς η λογική κρύβεται πίσω από ένα έργο τέχνης. Σφιχτοδεμένο και με μικρές προτάσεις, το Nyos διαβάζεται αβίαστα, διαθέτοντας όμως ταυτόχρονα ικανό πλήθος αναφορών και σημείων επιστροφής και επανεξέτασης, φέροντας κάτι γόνιμα χωνεμένο από έργα όπως για παράδειγμα το Τσάι στη σαχάρα του Bowles και τις Τοπικές καταιγίδες του Boyd ή ακόμα και το Ένα ολόγραμμα για τον βασιλιά του Eggers.


Εκδόσεις Κέδρος  


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο χρόνος γερνάει γρήγορα - Antonio Tabucchi







Το έχω πει, το ξαναλέω: ζηλεύω αυτούς που διαβάζουν για πρώτη φορά κάποια βιβλία. Ίσως να ενίσχυε περισσότερο το Εγώ μου αν έλεγα: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει Ταμπούκι (για παράδειγμα); Η ζήλια όμως δεν αφήνει ούτε υποψία χώρου στο Εγώ. Κάποιος θα διαβάσει για πρώτη φορά Ταμπούκι. Ζήλια. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία αυτή.

Σκέφτομαι, είπε, να διαβάσω τη Χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου. Αντέδρασα: όχι, είπα, να μη γνωρίσεις τον Ταμπούκι απ' αυτό το βιβλίο, θα σου δανείσω το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Έτσι θα γίνει, συμπλήρωσα. Συμφώνησε. Εγώ ένιωσα και χαρά μαζί με τη ζήλια. Για τέτοια ζήλια μιλάω.

Κάποιες μέρες αργότερα, σπίτι του ξανά. Δεν σου είπα, είπε, τελείωσα τον Ταμπούκι. Και; ρώτησα με αγωνία. Τι και; μου άρεσε, είπε με φυσικότητα.

Εγώ σκέφτηκα: καιρό έχω να διαβάσω κάτι δικό του, για την ακρίβεια νιώθω πως έχω καιρό να διαβάσω κάτι συγκλονιστικό, κάτι που θα καθορίσει -ανάμεσα σε τόσα άλλα- και τη δική μου αφηγηματική φωνή, θα στοιχειώσει τα επόμενα κείμενα με έμπνευση και δέος. Το σκέφτηκα και το είπα. Εκείνος μπορούσε πια να καταλάβει επακριβώς τι εννοούσα, παρ' όλα αυτά ρώτησα: καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Πέρασαν δύο ή τρεις εβδομάδες από εκείνο το βράδυ. Θα τελείωνα μέσα στη μέρα τη συλλογή διηγημάτων του Πένκοφ, Ανατολικά της δύσης, ήδη σε κάποια άκρη του μυαλού γύριζε το γρανάζι επιλογής του επόμενου βιβλίου, είχα διάφορες ιδέες, ο Ταμπούκι είχε κάπου καταχωνιαστεί, ξαφνικά, από το πουθενά, θαρρείς, εμφανίστηκε ολόλαμπρος. Μα ναι, Ταμπούκι θα διαβάσω.
Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε ήδη κάνει στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία, δηλαδή να πας σε μια πισίνα ή να τρέξεις με κοντά παντελόνια όπως κάνουν κάποιοι συνομήλικοί σου, εσύ κάθεσαι μέρες ολόκληρες σκυμμένος να γράφεις τα βιβλία σου, κι όχι μόνο σκύβεις προς τα εμπρός, όπως είδα, αλλά και κάθεσαι στραβά σαν κακοχυμένος λουκουμάς, η σπονδυλική σου στήλη μοιάζει με θάλασσα όταν έχει λίβα, είναι θεόστραβη, τώρα πια δεν προλαβαίνεις να τη διορθώσεις, θα μπορούσες όμως να τη βασανίζεις λιγότερο, επειδή νομίζω δεν ξέρεις να διαβάσεις τις ακτινογραφίες που σου έφερα, για να καταλάβεις μια για πάντα, θα σου φέρω αύριο μια πλαστική σπονδυλική στήλη που μελετούσα στο πανεπιστήμιο και είναι λυόμενη, θα τη φτιάξω με πρότυπο τη δική σου, έτσι θα δεις μια για πάντα πώς την έχεις καταντήσει.
Ο χρόνος γερνάει γρήγορα, πολύ γρήγορα, θα συμπλήρωνα εγώ με την υπερβολή που ενίοτε με διακρίνει, ίσως να έλεγα και τάχιστα, όμως όταν διαβάζω κάτι δικό του ο χρόνος παρεκτρέπεται ή τιθασεύεται, δεν είμαι σίγουρος, υπακούει πάντως σε κάποιες άλλες μεταβλητές, χωρίζεται σε εσωτερικό και εξωτερικό χρόνο, η βουή του γεμάτου καφέ υποχωρεί, ο σερβιτόρος τρέχει πιο αργά, τα μουσικά μέρη μακραίνουν, και η διάσπαση προσοχής που με βασανίζει με ερωτήματα ασήμαντα και άσχετα παραδίδεται, κρατάει την ανάσα της για να την ελευθερώσει ξαφνικά με το κλείσιμο του βιβλίου. Αυτό είχα ανάγκη, εκείνη τη στιγμή, που ένιωθα ταυτόχρονα χαρά και λύπη, τι συναίσθημα και αυτό, το πιο ακραίο, το πιο μπάσταρδο, το πιο περίπλοκο απ' όλα, χαρά και λύπη μαζί. Για άλλα βιβλία θα έπρεπε να γράφω και όμως γι' αυτό ένιωσα την ανάγκη να πω τόσα για να πω τελικά: νιώθω χαρά και λύπη ταυτόχρονα. Και λέω πως νικάει η χαρά. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται. Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία. Και αν το πεις, φέρνεις τον ίδιο σου τον εαυτό προ τετελεσμένων γεγονότων, το είπες: Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία.


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Ανατολικά της δύσης - Μίροσλαβ Πένκοφ





Δεν ξέρω γιατί μου έκανε τόση εντύπωση, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του συνομήλικού μου Πένκοφ μόλις το έπιασα στα χέρια μου, αρκετό καιρό πριν τελικά το διαβάσω, το γεγονός πως πήγε για σπουδές στην Αμερική, για σπουδές ψυχολογίας και δημιουργικής γραφής, και τελικά εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στα αγγλικά, όμως μου έκανε, και ήταν μια σκέψη που έτρεχε παράλληλα με την ανάγνωση, συνδιαμορφώνοντας τελικά την ίδια την ανάγνωση.

Λίγο καιρό νωρίτερα είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του Εμίρ Κοστουρίτσα, Ξένος μες στον γάμο. Και οι δύο αυτές συλλογές μου άρεσαν με τον ίδιο τρόπο, ίσως και για τον ίδιο λόγο, ίσως εξαιτίας της ικανότητας των συγγραφέων να εντάσσουν την Ιστορία σε κάθε μία από τις ιστορίες των διηγημάτων τους. Η μεγάλη εικόνα στο βάθος του κάδρου, δεδομένη και γνωστή, την ώρα που στο μπροστινό μέρος της σκηνής εκτυλίσσεται η ιστορία των ηρώων, η ζωή που συνεχίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Ο Πένκοφ, παρότι στην Αμερική, κουβαλάει μαζί του την ιστορία του τόπου του, μέσα από διηγήσεις και διαβάσματα, έχει την ανάγκη να μιλήσει και γι' αυτό, ίσως ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη εξαιτίας της απόστασης από τον τόπο του, ενώ αυτή η απόσταση του επιτρέπει να σταθεί πιο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος, να διαχειριστεί με μεγαλύτερη άνεση το βάρος του συλλογικού παρελθόντος. Γεννημένος το 1982 μόνο κάποιες αμυδρές αναμνήσεις θα έχει από το παρελθόν της Βουλγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού, αναμνήσεις πιθανότατα επίκτητες μέσα από διηγήσεις. Δεν αρκείται όμως μόνο στο άμεσο παρελθόν, τον ενδιαφέρουν και τα προηγούμενα, η τουρκοκρατία, οι βαλκανικοί πόλεμοι, το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, ο βουλγαρικός εικοστός αιώνας στο σύνολό του αλλά και το άγχος για το μέλλον.
Αφήνω στην άκρη το μικρό βιβλίο και σβήνω τη λάμπα. Σκοτάδι. Κοιμούνται, ήσυχα, ήρεμα.  Είναι λάθος να ζηλεύεις τον ίδιο σου τον εγγονό. Κι όμως τον ζηλεύω. Ζηλεύω και τη Νόρα. Κανείς δεν έχει γράψει σε μένα με αυτόν τον τρόπο. Δεν ζηλεύω όμως πια αυτόν τον άλλο άντρα. Επειδή, όπως κι εγώ, αποδείχθηκε δειλός και, παρότι ξέρω πως είναι λάθος, αυτό με ηρεμεί.
Υπάρχει ένα τεχνικό σημείο στον τρόπο που δομεί τα διηγήματά του ο Πένκοφ, που μου φάνηκε λειτουργικός και έξυπνος, και αυτός είναι πώς ξεκινάει την ιστορία του από μια δεδομένη μεταγενέστερη στιγμή, ξαφνικά και με ορμή, φανερώνοντας τις απαρχές και τις λεπτομέρειες της ιστορίας του παρά μόνο αργότερα, στην εξέλιξη της πλοκής. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει να καταπνίξει οποιοδήποτε κίνδυνο αμηχανίας, αφήνει στην άκρη τις σκηνές γνωριμίας μεταξύ αναγνώστη και ηρώων, προσδίδοντας δυναμική και νεύρο στις ιστορίες παρά τη μικρή φόρμα τους.

Η οικογένεια, η πολιτική αστάθεια, οι θρησκευτικές διαφορές, τα σύνορα, η ζωή στην ύπαιθρο και την πόλη, ο έρωτας, η απομάγευση, η εμμονή με το παρελθόν, η αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος κάπου στη Δύση είναι κάποια από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των διηγημάτων διαμορφωμένα ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Ομολογώ πως ένιωσα μεγαλύτερη αναγνωστική έλξη για τρία διηγήματα της συλλογής ( Αγοράζοντας τον Λένιν, Φωτογραφία με τη Γιούκι, Ντεσβιρμέ), στα οποία ο ήρωας έχει μεταναστεύσει στην Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, με την αναμενόμενη κατάρρευση (μέρους) του ορίζοντα προσδοκιών. Ίσως σ' αυτό το μοτίβο ο Πένκοφ να νιώθει μια οικειότητα. Και είναι αυτή η οικειότητα που αντανακλάται στις ιστορίες αυτές, σε συνδυασμό με το σύγχρονο χρονικό πλαίσιο, τα δύο στοιχεία εκείνα που τελικά κάνουν ξεχωριστά σε μένα τα διηγήματα αυτά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Αντίποδες