Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκωτία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκωτία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Νοεμβρίου 2024

Μελέτη περίπτωσης - Graeme Macrae Burnet

Πριν από έξι χρόνια, διάβασα και απόλαυσα Το ματωμένο του έργο τού, άγνωστου ως τότε σε μένα, Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ, γεννημένου στη Σκοτία το 1967. Στο μυθιστόρημα εκείνο ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή ένα τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. 

Άγνωστες οι βουλές του αναγνωστικού κοινού αλλά και της συγκυρίας, το μυθιστόρημα εκείνο δεν γνώρισε και την πιο ένθερμη υποδοχή, παρότι, μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα, ένα αντίστοιχης ατμόσφαιρας βιβλίο, ο λόγος για Τα έθιμα ταφής, διαβάστηκε με ενθουσιασμό και βρέθηκε για καιρό στα πλέον ευπώλητα μυθιστορήματα μεταφρασμένης λογοτεχνίας. Έκανα τον πρόλογο αυτό για να πω πως περίμενα με ενδιαφέρον κάποιο επόμενο βιβλίο του Μπερνέτ στα ελληνικά, φοβούμενος μήπως η χλιαρή υποδοχή εκείνου του πρώτου μυθιστορήματος αποθάρρυνε τον εκδοτικό οίκο. Όμως, όχι! Πρόσφατα σχετικά κυκλοφόρησε η Μελέτη περίπτωσης.

Στον, οργανικά ενταγμένο στο μυθιστόρημα, πρόλογο ο συγγραφέας πληροφορεί τον αναγνώστη πως κάποιος άγνωστος σε εκείνον επικοινώνησε μαζί του για να τον πληροφορήσει πως, ύστερα από το θάνατο μιας συγγενούς του, είχαν πέσει στα χέρια του κάποια τετράδια που αναφέρονταν στην εμπειρία της συγγραφέως στο δωμάτιο του αμφιλεγόμενου ψυχοθεραπευτή Κόλινς Μπρέιθγουεϊτ. Για τον Μπερνέτ, ο Μπρέιθγουεϊτ αποτέλεσε για καιρό αντικείμενο ενδελεχούς έρευνας, γεγονός το οποίο κατέστησε άκρως ιντριγκαδόρικη την ύπαρξη αυτών των τετραδίων ασχέτως αν διατηρούσε επιφυλάξεις σχετικά με την εγκυρότητά τους. Το εύρημα της ύπαρξης ενός χειρογράφου που πέφτει στα χέρια του συγγραφέα είναι αρκετά παλιό και σύνηθες, για μένα ως αναγνώστη πάντοτε δελεαστικό ως ύπαρξη, παρότι δεν είναι λίγες οι φορές που οι ενθουσιώδεις προσδοκίες που αυτό γέννησε δεν ικανοποιήθηκαν εντέλει.

Στα τετράδια της άγνωστης συγγραφέως, ο Μπερνέτ ενσωματώνει και παρεμβάλλει βιογραφικά αποσπάσματα σχετικά με τη ζωή του Μπρέιθγουεϊτ. Το αφηγηματικό αυτό εύρημα αποδεικνύεται ιδιαιτέρως λειτουργικό και καθοριστικό για τη σύλληψη και οικοδόμηση αυτού του απολαυστικού μυθιστορήματος που μας μεταφέρει στο Λονδίνο της δεκαετίας του '60, όταν πια ήδη είχε γίνει σύνηθες η επίσκεψη στο δωμάτιο της ψυχοθεραπείας, την ώρα που η αντικουλτούρα επιτελούσε τον καθοριστικό της ρόλο στη διαμόρφωση όχι μόνο του πολιτισμικού αλλά και του ευρύτερου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου.

Η συντάκτρια των τετραδίων θα αποφασίσει να επισκεφθεί ως πελάτισσα το ιατρείο του Μπρέιθγουεϊτ πιστεύοντας πως η υπόθεση της αδερφής της, της Βερόνικα, που αυτοκτόνησε και  που για καιρό τον συναντούσε ως ειδικό ψυχικής υγείας, είχε γίνει περιστατικό με το όνομα Ντόροθυ, με αλλαγμένα κάπως τα πρόσωπα και τις καταστάσεις, σ' ένα από τα διάσημα βιβλία που εκείνος εξέδωσε. Θα επινοήσει μια διαφορετική ταυτότητα, εκείνη της Ρεβέκκα Σμάιθ, και όχι Σμιθ, όπως θα έσπευδε σε κάθε αφορμή να διευκρινίσει, ελπίζοντας να τον παραπλανήσει και να μην αντιληφθεί πως είναι η αδερφή της, έτσι ώστε να μπορέσει, με την πρώτη ευκαιρία, να ψαχουλέψει στους φακέλους με τα περιστατικά του για να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Εκείνος θα αποδειχτεί ωστόσο ένας ικανός αντίπαλος.

Σε αυτή την ευφυή μυθοπλαστική κατασκευή, ο Μπερνέτ, με την τρομερή αφηγηματική άνεση και την έκδηλη ικανότητα στη διαχείριση μιας σύνθετης πρώτης ύλης που τον διακρίνει, θα πετύχει σε μεγάλο βαθμό τις επιδιώξεις του, με κύρια εκείνη της παιγνιώδους, αλλά όχι ελαφριάς, διάθεσης που επιθυμεί και καταφέρνει να διαπνέει από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος αυτού, προσφέροντας γενναιόδωρα μια ιλιγγιώδη ανάγνωση, χωρίς να παραμένει εγκλωβισμένος στην ίδια του την ιστορία, αλλά χρησιμοποιώντας τη συνολική κατασκευή με τέτοιο τρόπο που κατορθώνει να την υπερβεί, αποτυπώνοντας συνολικά εκείνη την ενδιαφέρουσα και σκληρή, όπως κάθε εποχή, εποχή, τη γεμάτη από ετερόκλητες ζυμώσεις. Αλλά, και πέρα από την χρονική εκείνη περίοδο, να αναφερθεί, έστω και πλάγια διαμέσου της μυθοπλαστικής οδού, σε ζητήματα ακόμα και σήμερα, ή ιδιαιτέρως σήμερα, επίκαιρα, που σχετίζονται με την ψυχική υγεία, το σκοτεινό πλαίσιο που την χαρακτηρίζει, καθώς μοιάζει, ίσως περισσότερο από κάθε άλλο επάγγελμα, ένα ξέφραγο αμπέλι για τον κάθε επίδοξο σύμβουλο ή ειδικό, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για το εκάστοτε θύμα του.

Και αν η σύλληψη και εμψύχωση της Ρεβέκκας Σμάιθ δεν αποτελεί κάποιο ιδιαίτερης μνείας συγγραφικό παράσημο, παρότι εκείνη αργά και σταθερά χάνεται ανάμεσα στον πραγματικό και επινοημένο εαυτό της, ο χαρακτήρας του Μπρέιθγουεϊτ, παρέα με όλα τα εργοβιογραφικά συστατικά του, σίγουρα αποτελεί ένα παράσημο στο πέτο του Μπερνέτ, λειτουργώντας ως ο κεντρικός άξονας περιστροφής γι' αυτό το ωραίο μυθιστόρημα, χαρακτήρας που αποτυπώνει υπέροχα την έννοια του αμφιλεγόμενου και προκαλεί τα ανάμεικτα συναισθήματα τόσο όσων τον γνώρισαν και τον συναναστράφηκαν αλλά και του ίδιου του αναγνώστη, που ποτέ δεν είναι σίγουρος αν πρόκειται για μια ιδιοφυΐα ή για έναν απατεώνα που εκμεταλλεύεται τους εύπιστους ασθενείς του. Αλλά και παραπέρα, ο Μπερνέτ πετυχαίνει μέσω του Μπρέιθγουεϊτ να αποτυπώσει τον εν γένει αμφιλεγόμενο χαρακτήρα του επαγγέλματος και της επιστήμης της ψυχολογίας αλλά και της ψυχιατρικής, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη, αλλά για τον αναγνώστη αδιάφορη, θέση υπέρ ή κατά, παρότι από τον τίτλο που επιλέγει για το μυθιστόρημά του, Μελέτη περίπτωσης, μοιάζει να ενστερνίζεται τη μοναδικότητα του κάθε περιστατικού, την απουσία, δηλαδή, μιας ξεκάθαρης και γενικευμένης θεωρίας και άρα και θεραπείας. Και αυτή η μοναδικότητα του κάθε ατόμου βρίσκεται ανέκαθεν ανάμεσα στις συμπληγάδες πέτρες της επιβεβλημένης κανονικότητας που την καθιστά ευάλωτη και της ψυχοθεραπείας που συχνά αδυνατεί να τη διακρίνει και να τη φροντίσει.

Η Μελέτη περίπτωσης είναι ένα ωραίο μυθιστόρημα, παρά τον ιδιαιτέρως εγκεφαλικό, σε όλες τις εκφάνσεις, χαρακτήρα του. Ο Μπερνέτ καταφέρνει και εδώ να αναμείξει την επινοημένη πραγματικότητα με τη μυθοπλασία, χωρίς αυτό να μοιάζει με μανιέρα ευκολίας, αλλά, μάλλον, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συγγραφικής του ματιάς.

Θα επαναληφθώ: ελπίζω κάποια στιγμή να κυκλοφορήσει και κάποιο άλλο από τα βιβλία του Σκοτσέζου συγγραφέα.

υγ. Για Το ματωμένο του έργο έγραφα αυτά εδώ, ενώ για τα Έθιμα ταφής εδώ.

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη 27 Μαΐου 2021

Χαμένα κορμιά - Alasdair Gray

Εκείνη επέμενε. Κάθε φορά που χάζευα τη βιβλιοθήκη της, μου υπενθύμιζε πόσο της είχε αρέσει το βιβλίο αυτό. Δεν της έδινα σημασία. Το θυμόμουν το βιβλίο. Το συναντούσα συχνά πυκνά σε βιβλιοπωλεία, παλαιοβιβλιοπωλεία και παζάρια. Ο τίτλος και το εξώφυλλο δεν με τραβούσαν. Έλειπε και η περίληψη από το οπισθόφυλλο που ίσως να βοηθούσε. Όπως και να 'χει το προσπερνούσα. Μέχρι εκείνο το βράδυ. Φεύγοντας το πήρα μαζί μου.

Ο γιατρός που έγραψε τα απομνημονεύματά του πέθανε το 1911 κι όσοι αναγνώστες δεν γνωρίζουν τίποτα για τους τολμηρούς πειραματισμούς της σκωτσέζικης ιατρικής θα νομίσουν ότι πρόκειται για ένα παρανοϊκό παραμύθι. Αν, όμως, διαβάσουν προσεχτικά τα στοιχεία στο τέλος της εισαγωγής, δεν θα έχουν την παραμικρή αμφιβολία ότι την τελευταία εβδομάδα του Φεβρουαρίου του 1881, στην οδό Παρκ Σίρκους 18, μια μεγαλοφυΐα της χειρουργικής χρησιμοποίησε ένα πτώμα για να δημιουργήσει μια εικοσιπεντάχρονη γυναίκα. Ο Μάικλ Ντόνελυ, ειδικός στην ιστορία της Γλασκώβης, διαφωνεί μαζί μου· όμως, επειδή είναι αυτός που διέσωσε το κείμενο το οποίο και αποτελεί το μεγαλύτερο τμήμα του βιβλίου, θα ήταν ορθό να αναφέρω πώς το βρήκε.

Τα απομνημονεύματα, με τίτλο Επεισόδια από τη νεανική ζωή ενός γιατρού του Δημόσιου Οργανισμού Υγείας της Σκωτίας, τα ανακάλυψε τυχαία ο βοηθός της επιμελήτριας του μουσείου ιστορίας της Γλασκώβης, Μάικλ Ντόνελυ, σ' έναν σωρό νομικών και συμβολαιογραφικών εγγράφων, στοιβαγμένων σε κάποιο πεζοδρόμιο για πέταμα. Είναι η δεκαετία του '70 και η πόλη ανοικοδομείται πλήρως. Η ξεθωριασμένη από τον χρόνο επιγραφή στο σφραγισμένο δέμα ανέφερε ρητώς πως δεν έπρεπε να ανοιχθεί πριν από τον Αύγουστο του 1974. Ο Ντόνελυ υποστηρίζει πως το περιεχόμενο των απομνημονευμάτων πρόκειται για προϊόν καθαρής και πλούσιας μυθοπλασίας. Ο συγγραφέας-αφηγητής, Άλασντερ Γκρέυ, διαφωνεί, θεωρεί πως τα όσα περιγράφονται στα απομνημονεύματα του γιατρού όντως συνέβησαν. 

Μετά την εισαγωγή, στην οποία γίνεται λόγος για την εύρεση του βιβλίου και τη διαφωνία των δύο φίλων σχετικά με το αν πρόκειται για έργο μυθοπλασίας ή επιστημονικό ντοκουμέντο, ο Γκρέυ εγκιβωτίζει ακέραιο και χωρίς καμία παρέμβαση το πρωτότυπο κείμενο με τα απομνημονεύματα του Δρος Άρτσιμπαλντ ΜακΚέρι, διακοσμημένο από χαλκογραφίες δια χειρός κάποιου Γουίλιαμ Στρανγκ. Στο τρίτο μέρος του βιβλίου, με τίτλο Ιστορικά στοιχεία και κριτικές σημειώσεις, ο Γκρέυ επιχειρηματολογεί υπέρ της θέσης του. 

Ένα τρελό βιβλίο από κάθε άποψη, στο οποίο ο Γκρέυ μετέρχεται του κλασικού και ιδιαιτέρως γοητευτικού ευρήματος της εύρεσης ενός χειρογράφου. Βιβλίο ευφυούς σύλληψης και άψογης εκτέλεσης. Τα απομνημονεύματα του γιατρού ακολουθούν την παράδοση κλασικών συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού και του τρόμου όπως ο Ένγκαρ Άλαν Πόε, η Μαίρη Σέλεϋ, ο Χέρμπερτ Τζορτζ Γουέλς, ο Λούις Κάρολ και ο Μπραμ Στόκερ. Ο Άρτσιμπαλντ αφηγείται το πώς γνώρισε και παντρεύτηκε τη γυναίκα του, την οποία δημιούργησε ο συμφοιτητής του στην ιατρική, Θεόνικος Μπάξτερ, στο χειρουργικό τραπέζι. Σύμφωνα με την αφήγηση του Άρτσιμπαλντ, η μετέπειτα γυναίκα του, είκοσι πέντε χρονών και ούσα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, έπεσε από μια γέφυρα στα παγωμένα νερά του ποταμού με σκοπό να αυτοκτονήσει. Το άψυχο σώμα της δεν το αναζήτησε κανείς. Ο Μπάξτερ μεταμόσχευσε τον εγκέφαλο του ακόμα ζωντανού εμβρύου στη νεκρή, κάτι το οποίο είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μιας γυναίκας σωματικά είκοσι πέντε χρονών και εγκεφαλικά νεογέννητης, για την οποία ο Θεόνικος ήταν ο Θεός της, εκείνος που τη δημιούργησε και ακολούθως ανέλαβε το καθήκον της διαμόρφωσης της σκέψης και του χαρακτήρα της. Θα ακολουθήσει μια σειρά κωμικοτραγικών καταστάσεων, ακόμα πιο ευφάνταστων και από την ίδια τη γέννηση της γυναίκας.

Το κεντρικό αφηγηματικό εύρημα επιτρέπει στον Γκρέυ να χρησιμοποιήσει εμμέσως τα απομνημονεύματα του Άρτισμπαλντ για να σχολιάσει την κατάσταση που επικρατεί στη Γλασκώβη του '70, και υπό αυτό το πρίσμα, η αναγνωστική πρόσληψη του βιβλίου εμπλουτίζεται με το στοιχείο της παραβολής. Το παλιό σώμα με το νεαρό μυαλό σε μια πόλη που ανοικοδομείται εκ βάθρων και ό,τι παλιό πετιέται ως άχρηστο, την ώρα που οι εργαζόμενοι του υποχρηματοδοτούμενου μουσείου ιστορίας της πόλης παλεύουν να ανασύρουν από τα σκουπίδια τεκμήρια πολιτισμού, τι άλλο άραγε συμβολίζει από μια αστική τερατογένεση σε εξέλιξη;

Τα Χαμένα κορμιά (Poor things ο πρωτότυπος τίτλος) με το παλιακό στυλ αφήγησης είναι ένα πραγματικά απολαυστικό βιβλίο, δείγμα συγγραφικής δεινότητας, που ταιριάζει απόλυτα στο κινηματογραφικό σύμπαν του Λάνθιμου, ο οποίος σύμφωνα με όσα διάβασα ενδιαφέρεται για τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη. 

Μετάφραση Δημήτρης Βαρδουλάκης
Εκδόσεις Νεφέλη

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2020

Οι καταρράκτες - Ian Rankin




Ίαν Ράνκιν δεν είχα διαβάσει έως τώρα, χωρίς να υπάρχει κάποια προφανής εξήγηση γι' αυτό, πέραν της σύμπτωσης ίσως και του πλήθους των διαθέσιμων βιβλίων δηλαδή, που πάντα είναι μια καλή και πειστική εξήγηση εδώ που τα λέμε, χρήσιμη και ως καθησυχαστική δικαιολογία στον εαυτό μας, και μόνον σε αυτόν, όταν νιώθουμε ευάλωτοι απέναντι σε ακόμα ένα βιβλίο που θα θέλαμε να έχουμε διαβάσει. Ιάν Ράνκιν δεν είχα διαβάσει έως τώρα, παρότι τουλάχιστον τρεις αναγνώστες που εκτιμώ με προέτρεψαν κατά καιρούς να το κάνω, επέμειναν, όσο ακριβώς έπρεπε, να διαβάσω τουλάχιστον τους Καταρράκτες, τουλάχιστον αυτό, συμφωνούσαν χωρίς να το ξέρουν μεταξύ τους, θα δεις, ισχυρίζονταν, δεν είναι ένα απλό αστυνομικό, αλλά πρόκειται για πραγματικά καλή λογοτεχνία, που λίγα έχει να ζηλέψει από τη μη αστυνομική λογοτεχνία. Πριν διαβάσω Ίαν Ράνκιν, είχα διαβάσει τον θεωρούμενο διάδοχό του στον θρόνο της σκοτσέζικης αστυνομικής λογοτεχνίας, Μάλκολμ Μακέι, μια τριλογία που πολύ την ευχαριστήθηκα και για την οποία περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ

Η στιγμή να διαβάσω Ίαν Ράνκιν έφτασε ένα απόγευμα που είχε βαριά συννεφιά στο κέντρο της Αθήνας και κάποιο παιχνίδι του μυαλού μου μου θύμισε εκείνη την κοπέλα να λέει κάποτε πως δεν επισκέπτεται ποτέ δεύτερη φορά το ίδιο μέρος, γιατί η ζωή είναι τόσο μικρή για τα ταξίδια που θέλουμε να κάνουμε, αν και θα έκανε, είπε, μια εξαίρεση για το Εδιμβούργο, ίσως για να δικαιώσει τον κανόνα της, σκέφτηκα εγώ, που στο Εδιμβούργο είχα πάει μικρός, κάπου στο γυμνάσιο, δύο μέρες εκεί και δύο στη Γλασκώβη, της οποίας το σκηνικό ταίριαξε περισσότερο στην τότε ψυχοσύνθεσή μου, εντυπώθηκε στη μνήμη μου εκείνη η σκοτεινιά, τότε που ακόμα δεν γνώριζα τη ψυχολογική χροιά τού επιθέτου βιομηχανικός. Σε ένα αντίστοιχο δίπολο βρίσκομαι επίσης με τη μειοψηφία, καθώς δηλώνω σαφέστατη προτίμηση στη Μαδρίτη έναντι της Βαρκελώνης, αλλά αυτό είναι άσχετο με το απόγευμα εκείνο που κατέβηκα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου και αγόρασα τους Καταρράκτες του Ίαν Ράνκιν, και που λίγο αργότερα ξεκίνησα να τους διαβάζω σε μια από τις αγαπημένες μου μπάρες, χωρίς να γνωρίζω εκείνη τη στιγμή πως ο επιθεωρητής Ρέμπους θα επικροτούσε την επιλογή μου αυτή.

Πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μου, πίσω στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου, η αλήθεια είναι πως δεν εκτίμησα σωστά το πραγματικό του μέγεθος, ίσως γιατί υποσυνείδητα ανέμενα τις μεγάλες γραμματοσειρές και τις παχιές σελίδες που μετατρέπουν ενίοτε βιβλία τριακοσίων σελίδων σε τούβλα κατά το κοινώς λεγόμενο. Ξεκινώντας όμως να διαβάζω τους Καταρράκτες συνειδητοποίησα πως οι εξακόσιες εξήντα σελίδες της ελληνικής έκδοσης αντιστοιχούσαν πράγματι σε εξακόσιες εξήντα σελίδες, ίσως μάλιστα και σε περισσότερες, καθώς μια αρκετά μικρή -καθόλου ενοχλητική- γραμματοσειρά είχε χρησιμοποιηθεί στη χωρίς αχρείαστα κενά και περιθώρια έκδοση.  

Μια νεαρή κοπέλα, κόρη μεγαλοτραπεζίτη, εξαφανίζεται στο Εδιμβούργο και η αστυνομία επιχειρεί  να την εντοπίσει. Έχουμε μια σειρά από πιθανούς υπόπτους σε συνδυασμό με αρκετές ανατροπές και ευρήματα. Το πλέον εντυπωσιακό προτέρημα του μυθιστορήματος αυτού είναι η έλλειψη κοιλιάς, παρά το μέγεθός του, καθώς ο Ράνκιν καταφέρνει να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον, όχι μόνο εξελίσσοντας την κυρίως πλοκή, αλλά αναπτύσσοντας δευτερεύουσες υποπλοκές, που λειτουργούν παράλληλα με το κυρίως ζητούμενο της αφήγησης, και χτίζοντας αρκετούς και πολύπλευρους χαρακτήρες που πλαισιώνουν τον αδιαφιλονίκητο πρωταγωνιστή Ρέμπους. Οι Καταρράκτες δεν είναι η πρώτη ιστορία στην οποία πρωταγωνιστεί ο επιθεωρητής Ρέμπους, γεγονός που σημαίνει πως η πορεία, τόσο η δική του όσο και κάποιων εκ των συναδέλφων του, βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Και αυτό το στοιχείο, η εξέλιξη των ηρώων δηλαδή, είναι κάτι το οποίο πολλοί αναγνώστες αγαπούν σε λογοτεχνικές σειρές όπως αυτή και δικαίως όταν μιλάμε για τέτοιους χαρακτήρες όπως του Ρέμπους για παράδειγμα.

Οι δεκάδες μουσικές αναφορές και ο οργανικά ενταγμένος στην ιστορία σχολιασμός, ενίοτε αρκετά πικρόχολος, ορισμένων μουσικών, προσθέτουν ακόμα μία διάσταση στην απόλαυση, με τους Mogwai να φαντάζουν ως οι πλέον κατάλληλοι για ακρόαση την ώρα της ανάγνωσης. Το διαδικτυακό παιχνίδι ρόλων με τους γρίφους αποτελεί ένα έξυπνο εύρημα, δεδομένου και του πότε γράφτηκε το μυθιστόρημα, ενώ η ερωτική ιστορία του Ρέμπους και της Τζιν θα μπορούσε άνετα να σταθεί και αυτόνομη. Το Εδιμβούργο είναι παρόν, περισσότερο σκοτεινό από ό,τι το περίμενα η αλήθεια είναι, ίσως γιατί τα έντονα φώτα γεννούν πιο πυκνό σκοτάδι, ίσως γιατί τους έρημους παράπλευρους δρόμους των κεντρικών λεωφόρων, εκεί που βρίσκονται τα παρακμιακά μπαρ που αγαπά ο Ρέμπους, οι τουρίστες σχεδόν ποτέ δεν τους περπατούν. Από το μυθιστόρημα δεν λείπει το βρετανικό χιούμορ και η κοινωνικοπολιτική αποτύπωση της σκοτσέζικης πραγματικότητας, καθώς η εξαφάνιση της κοπέλας δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια απλή αφορμή, ώστε να αφηγηθεί ο Ράνκιν μια αρκετά μεγαλύτερη ιστορία, της οποίας το ενδιαφέρον σίγουρα δεν περιορίζεται στην επίλυση της εξαφάνισης.

Τώρα ξέρω πως η στιγμή που θα θελήσω να διαβάσω μια ακόμα ιστορία του επιθεωρητή Ρέμπους δεν θα αργήσει, ξεκινώντας από το πρώτο μυθιστόρημα της σειράς, γιατί όπως είπε και ο Π. πολύ τον συμπάθησα αυτόν τον μαλάκα τον Ρέμπους!

Μετάφραση Γιώργος Τζήμας
Εκδόσεις Μεταίχμιο       




Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

Γη χωρίς τέλος - Martin Maclnnes





Ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό ήθελα να διαβάσω, σκοτεινό, με έναν ντέτεκτιβ ατελή, λοξό, σχεδόν αντιπαθητικό, να περπατά σε κακόφημες γειτονιές επιστρέφοντας στο γεμάτο σκόνη γραφείο του. Και το Γη χωρίς τέλος έμοιαζε να πληροί αυτές τις προδιαγραφές, κυρίως λόγω της σκοτσέζικης καταγωγής του συγγραφέα. Κάτι στο ύφος του Mackay θα ήταν ιδανικό. 
Του τηλεφώνησαν νύχτα, για κάποιον λόγο. Θα εκτιμούσαν τη βοήθειά του σε μια υπόθεση. Η χρονική εγγύτητα του περιστατικού ήταν ασυνήθιστη -ο άντρας ήταν άφαντος μόνο τρεις βδομάδες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, θα έπρεπε να αφήσει τα πάντα στην άκρη και να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στην υπόθεση. Θα του διέθεταν τους απαραίτητους πόρους. Θα του παρείχαν κάθε δυνατή υποστήριξη.
Εξήγησε τις αμφιβολίες του και έλαβε τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις: θα είχε αρμοδιότητα και πόρους· θα μπορούσε να δουλέψει ανεξάρτητα ή σε συνεργασία με άλλους· αν και επισήμως είχε συνταξιοδοτηθεί, από κάθε άποψη θα ήταν σαν να παρέμενε ανώτερος ερευνητής της αστυνομίας.
Η ταύτιση αναγνώστη και ήρωα δεν περιορίζεται -όχι πάντα τουλάχιστον- στη συναισθηματική ή βιωματική κοινή επιφάνεια των δύο μερών. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως η συγκεκριμένη, κατά τις οποίες αναγνώστης και ήρωας εκκινούν καθένας από τον δικό του ορίζοντα προσδοκιών για να διαπιστώσουν στην πορεία πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονταν αρχικά. Ο συνταξιούχος αστυνομικός επιθεωρητής αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της μυστηριώδους εξαφάνισης ενός άντρα, υπόθεση που τον επαναφέρει στον στίβο της έρευνας, προσφέροντάς του ένα διάλειμμα από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και του ατελείωτου ελεύθερου χρόνου, το δικαίωμα να νιώσει ξανά σημαντικός και απαραίτητος. Είναι αποφασισμένος να φέρει σε πέρας την αποστολή του το ταχύτερο δυνατόν, διαθέτει άλλωστε σε αφθονία τα πλέον σημαντικά προσόντα: την εμπειρία και τον χρόνο. 

Διαβάζοντας λοιπόν τις πρώτες αυτές γραμμές ένιωθα δικαιωμένος για την επιλογή μου, κρατούσα στα χέρια μου ένα σκοτεινό αστυνομικό μυθιστόρημα, καλογραμμένο και πολλά υποσχόμενο, με ευδιάκριτη την προσωπική φωνή του συγγραφέα. Σύντομα όμως άρχισα να αναθεωρώ, στην αρχή διστακτικά, στη συνέχεια ολοκληρωτικά, αυτό που διάβαζα καμία σχέση δεν είχε με αυτό που περίμενα να διαβάσω. Μη βιαστείτε να ποντάρετε στην απογοήτευση. Δεν είναι τέτοια περίπτωση αυτή. Διάβαζα αχόρταγα την ιστορία αυτή, που γινόταν ολοένα και πιο παράξενη, ολοένα και πιο χαοτική, δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο, απροετοίμαστος δεχόμουν το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Εκεί ένιωσα να ταυτίζομαι με τον ήρωα, όπως εκείνος, έτσι κι εγώ, προχωρούσα στα τυφλά, παραδομένος στις ορέξεις του παντογνώστη αφηγητή.

Η ανατροπή των προσδοκιών υπήρξε καθολική, δεν ήταν αστυνομικό μυθιστόρημα αυτό που διάβαζα, για την ακρίβεια δεν ήταν απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, περισσότερο έμοιαζε με επιστημονική φαντασία ή με δυστοπικό μεταποκαλυπτικό θρίλερ, καθώς ο ήρωας βυθιζόταν ολοένα βαθύτερα στο τροπικό δάσος αναζητώντας στοιχεία, αμφιβάλλοντας όχι μόνο για τους συνεργάτες του αλλά και για όσα αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις του. Ο Μακλνές στο συγγραφικό του ντεμπούτο παραδίδει ένα ολοκληρωμένο υβριδικό μυθιστόρημα, σχεδόν αδύνατο να καταταχτεί, γεμάτο πρωτότυπες ιδέες και ευρήματα, τυλιγμένο σε μια ατμόσφαιρα ασφυκτική, μυθιστόρημα εντυπωσιακό στη σύλληψη και την υλοποίησή του, ό,τι πιο παράξενα γοητευτικό διάβασα εδώ και μήνες.


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κριτική
           


Δευτέρα 16 Απριλίου 2018

Το ματωμένο του έργο - Graeme Macrae Burnet





Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που προφυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μού φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει.

Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, που ζει με τον πατέρα και τα αδέρφια του στο Κολντούι, ένα απομονωμένο χωριό του Ρος-σάιρ στα  Χάιλαντς, κατηγορείται για τριπλή δολοφονία, και εκείνος αποδέχεται την ενοχή του. Ο διορισμένος από το κράτος δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπεράσπισή του του ζητάει να γράψει την ιστορία του, ενώ σκοπεύει να ισχυριστεί ενώπιον της έδρας πως ο πελάτης του έδρασε εκτός εαυτού χωρίς να έχει προσχεδιάσει το φονικό. Η αγχόνη περιμένει τον Μακρέι. Βρισκόμαστε στο έτος 1869.

Ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή το τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. Το κείμενο που γράφει ο Μακρέι και η διαδικασία της δίκης θα φέρουν στο προσκήνιο μια ζοφερή πραγματικότητα, αντικαθρέφτισμα της εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο στήνει την ιστορία του ο Μπερνέτ, με αυτόν τον ψευδοντοκουμενταρίστικο χαρακτήρα, επιτυγχάνει να καθηλώσει τον αναγνώστη και να αναδείξει με ακρίβεια τους χαρακτήρες, σε ένα υπέροχο μυθιστόρημα, που θυμίζει ως αίσθηση τα Έθιμα ταφής της Κεντ, και έφτασε, χωρίς να είναι φαβορί, μέχρι τη βραχεία λίστα του βραβείου Booker για το 2016. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ευφυΐα του συγγραφέα διακρίνεται ως αναπόσπαστο μέρος του ταλέντου του, όπου ο χαρακτηρισμός του βιβλίου ως δικαστικού θρίλερ μοιάζει εν τέλει πολύ περιοριστικός για να περιγράψει πλήρως τα όσα καταφέρνει ο Μπερνέτ με Το ματωμένο του έργο, και πως τελικά ο απόλυτος συνδυασμός επιτυχίας είναι η παρουσία μιας δυνατής ιστορίας δοσμένης με έναν τρόπο που να την αναδεικνύει περαιτέρω.

Το απομονωμένο τοπίο άγριας ομορφιάς των Χάιλαντς και οι συνθήκες διαβίωσης της εποχής επιτρέπουν στον Μπερνέτ να επικεντρωθεί στην ιστορία και τους χαρακτήρες του, χωρίς να χρειάζεται να πασπαλίσει τις περιγραφές του με υπερβολικές λεπτομέρειες, και παρ' όλ' αυτά να μεταδώσει την αίσθηση ασφυξίας με την οποία, όχι μόνο ο αναγνώστης του σήμερα, αλλά και ο κάτοικος κάποιου αστικού κέντρου της εποχής, αντικρίζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Η ιστορία, με την αγωνία που φέρει ως προς την εξέλιξή της, όσο προδιαγεγραμμένη και αν αυτή μοιάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες με την παραδοχή της ενοχής εκ μέρους του Μακρέι, είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδείξει τους χαρακτήρες και το περιβάλλον στο οποίο ζουν· με αποκορύφωμα τον Μακρέι, έχουμε χαρακτήρες πλήρεις, με αδυναμίες, πάθη και ιδανικά, με την αίσθηση δικαίου να μην απουσιάζει εντελώς από κανέναν, παρά την όποια υποκειμενική θέση από την οποία παρατηρεί την ιστορία ο αναγνώστης, σε μια απόπειρα κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, με τα πάθη της εξουσίας, το φόβο της επιβίωσης, το ένστικτο της εκδίκησης, την πίστη στην απόδοση δικαιοσύνης, την επίδραση του περιβάλλοντος, την ασφυξία της ατομικότητας μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Αν και δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχω την αίσθηση πως η Χίλντα Παπαδημητρίου έφερε εις πέρας με επιτυχία το δύσκολο έργο της μετάφρασης.

Υπερκαλυμμένες και με το παραπάνω αναγνωστικές προσδοκίες, Το ματωμένο του έργο είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο αξίζει να διαβαστεί.
 
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Όταν η βία πλησιάζει - Malcolm Mackay





Ζεις τη ζωή σου κρατώντας μεγάλα μυστικά και αυτά καταλήγουν να σε καθορίζουν. Το ότι ξαφνικά τα αποκαλύπτεις σε κάποιον  είναι αγχωτικό. Συνέχισε· σταματάς και διακινδυνεύεις να μην αρχίσεις ποτέ ξανά.
Πέρασαν σχεδόν τρία χρόνια απ' όταν διάβασα το πρώτο μέρος της τριλογίας του Μάλκολμ Μακέι Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, και τελειώνοντάς το ευχήθηκα, απόρροια της αναγνωστικής απόλαυσης, να εκδοθούν και τα υπόλοιπά δύο, όχι τόσο για να δω την κατάλληξη της ιστορίας του επαγγελματία εκτελεστή συμβολαίων θανάτου Κάλουμ Μακλίν, όσο γιατί η αφηγηματική ικανότητα του Μακέι, με τις κοφτές προτάσεις, τον στακάτο ρυθμό και τη διαρκή δευτεροπρόσωπη απεύθυνση στον αναγνώστη με είχαν κερδίσει. Θα ήταν, βέβαια, ψέμα να ισχυριστώ πως η αφηγηματική ικανότητα του Σκοτσέζου συγγραφέα θα μπορούσε να είναι από μόνη της αρκετή, το μυθιστόρημα διέθετε και τις υπόλοιπες αρετές του είδους, δράση, μια σκοτεινή πόλη, τη Γλασκώβη στην προκειμένη περίπτωση, πειστικούς χαρακτήρες, ανατροπές και σασπένς. Η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Τώρα ήταν η σειρά του τρίτου και τελευταίου μέρους.

Ένας στυλίστας της γραφής, όπως ο Μακέι, δύσκολα σε απογοητεύει. Λίγες μόνο προτάσεις είναι αρκετές για να επανέλθεις στη Γλασκώβη των συμμοριών, παρότι έχει περάσει τόσος καιρός από την τελευταία βόλτα σου εκεί. Το ίδιο συνέβη και αυτή τη φορά. Ο Κάλουμ Μακλίν στον δρόμο για μία ακόμα δουλειά, μια τελευταία δουλειά. Αυτό είναι μυστικό όμως. Είναι κάτι που τα αφεντικά του δεν γνωρίζουν. Εκείνος είναι αποφασισμένος· ν' αφήσει πίσω του τη Γλασκώβη, να εξαφανιστεί από εργοδότες και εχθρούς, να ζήσει μια ζωή κανονική. Κι αυτή είναι η πλέον απαιτητική δουλειά της καριέρας του.

Η Γλασκώβη του Μακέι αντανακλά τη ζωή του Κάλουμ Μακλίν, σκοτεινή και ήσυχη, φαινομενικά ήσυχη. Δεν αποτελεί, και πώς θα μπορούσε άλλωστε, έναν τουριστικό οδηγό της βιομηχανικής πόλης. Ο συγγραφέας δεν έχει σκοπό να διαφημίσει την πόλη, είναι μία πόλη όπως όλες οι μεγάλες πόλεις, με τα μυστικά της, με τις συμμορίες να επιχειρούν να αποκτήσουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο έλεγχο και να διευρύνουν τη ζώνη επιρροής τους, ταυτόχρονα όμως αποτελεί την πόλη που τον ενέπνευσε ως σκηνικό για την ιστορία του, γεγονός γοητευτικό.

Ένα συχνό μειονέκτημα της αστυνομικής λογοτεχνίας είναι η αγιοποίηση του ήρωα· ο καλός επιθεωρητής, ο κοινωνικός τιμωρός, ο δολοφόνος εκδικητής. Αυτό είναι κάτι που δεν λειτουργεί, που κάνει μη ρεαλιστικό το περιβάλλον δράσης, περισσότερο και από ένα ακραίο σενάριο. Ο Μακέι δεν πέφτει στην παγίδα αυτή, όλοι οι ήρωές του είναι ατελείς και απλώς φλερτάρουν με τη συμπάθεια του αναγνώστη σε έναν διαγωνισμό εσωτερικό.

Γεννημένος το 1982, ο Μακέι θεωρείται από πολλούς ο αδιαμφισβήτητος διάδοχος του Ίαν Ράνκιν στη σκοτσέζικη λογοτεχνία, και εγώ δεν έχω κανένα λόγο να διατυπώσω οποιαδήποτε ένσταση σ' αυτόν τον ισχυρισμό.

Είχαν προηγθεί: Ο αναγκαίος θάνατος του Λιουίς Γουίντερ,
                           Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Παρασκευή 14 Οκτωβρίου 2016

Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο - Malcolm Mackay






Είχε προηγηθεί πέρυσι Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, πρώτο μέρος της τριλογίας της Γλασκώβης.

Με τις τριλογίες συνήθως συμβαίνει το εξής: όταν τελειώνει η ανάγνωση κάποιου πρώτου μέρους, έχω όλον τον ενθουσιασμό για τα επόμενα, που πρόκειται κάποια στιγμή -αν όλα πάνε καλά- να κυκλοφορήσουν· ύστερα περνά ο καιρός, η πρώτη ιστορία ξεθωριάζει και η έλευση του δεύτερου μέρους με αφήνει ασυγκίνητο. Ο Μακέι δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία.
Κάθεσαι έξω από μια πολυκατοικία, κοιτάζεις τη βροχή να αναπηδά στο παρμπρίζ. Περιμένεις και παρακολουθείς. Ελέγχεις ότι δεν είσαι ορατός. Βαρετό αλλά απαραίτητο κομμάτι της δουλειάς. Το πιο βαρετό κομμάτι αυτής της δουλειάς ξεπερνά το πιο ενδιαφέρον κομμάτι μιας κανονικής δουλειάς. Θα τον περνάνε για περίεργο, καθισμένο έτσι στο αυτοκίνητό του. Οποιοσδήποτε περαστικός θα μπορούσε να σε δει και να θυμάται το πρόσωπό σου. Να πάρει τον αριθμό των πινακίδων σου. Δύο μέρες μετά ακούνε για έναν φόνο που έγινε εκεί γύρω· κάνουν το καθήκον τους ως πολίτες και σε αναφέρουν στην αστυνομία. Ο Φρανκ έχει ακούσει κάθε ιστορία που υπάρχει. Όλους τους διαφορετικούς τρόπους που παγιδεύεται κάποιος. Τις δακρύβρεχτες ιστορίες εκατοντάδων ηλιθίων που φυλακίστηκαν εξαιτίας ενός λάθους.
Από τις πρώτες κιόλας γραμμές ο συγγραφέας επιτυγχάνει την πλήρη επαναφορά του αναγνώστη στη δική του Γλασκώβη, όσος καιρός και αν έχει μεσολαβήσει, διαβάζεις τις πρώτες γραμμές και σκέφτεσαι: Μάλκολμ Μακέι· και ας έχεις διαβάσει μόνο ένα δικό του βιβλίο, τόσο αναγνωρίσιμο είναι το ύφος του, κοφτό και άμεσο, τέτοια είναι η δυναμική της δευτεροπρόσωπης απεύθυνσης.

Ο Φρανκ, ο καλύτερος εκτελεστής στην πόλη, επιστρέφει μετά την απαραίτητη ανάρρωση από μια εγχείρηση στον γοφό, η δουλειά που του αναθέτει το αφεντικό φαινομενικά απλή, η κατάλληλη ευκαιρία για να δηλώσει εκ νέου το παρών. Αποτυγχάνει. Είναι τυχερός που σώζει το τομάρι του. Ας είναι καλά ο Κάλουμ ΜακΛιν. Πώς ένας εκτελεστής λέει αντίο;

Η Γλασκώβη σκοτεινή ακόμα και κατά τη διάρκεια της ημέρας, κλαμπ και μπιλιαρδάδικα που λειτουργούν μόνο ως βιτρίνες και πλυντήρια χρήματος, νέες συμμορίες που επιχειρούν να διεκδικήσουν μερίδιο στην αγορά, συμβόλαια θανάτου και νυχτερινά τηλεφωνήματα. Ο Μακέι επιμένει περισσότερο στην καθημερινότητα των εκτελεστών, στη ρουτίνα και τη μοναξιά τους, στη δυσκολία τους να σχετιστούν με ανθρώπους, να κάνουν σχέση ή οικογένεια, στα συνεχή μέτρα προστασίας, στο αδιάκοπο βλέμμα πίσω από την πλάτη. Ο Κάλουμ ΜακΛιν, που δεν επιθυμεί να δουλεύει μόνιμα για μια οργάνωση και προτιμά να είναι ελεύθερος επαγγελματίας και να επιλέγει ο ίδιος τις δουλειές του, τώρα έχει και μία σχέση -μετά από πόσα χρόνια αλήθεια;-, εκείνη δεν ξέρει τίποτα, υποψιάζεται, ρωτάει, σκαλίζει. Και ο Φρανκ, μεγαλύτερος σε ηλικία, που έχει περάσει όλη του τη ζωή ως εκτελεστής, τώρα βλέπει το τέλος να πλησιάζει, αντικρύζει το κενό που αφήνει η χρόνια προσήλωση στη δουλειά. Οι εκτελεστές του Μακέι δεν είναι αδίσταχτοι, αιμοσταγείς ή ό,τι άλλο επίθετο συνήθως επιλέγεται, δεν διαθέτουν τίποτα το ηρωικό, και αυτό τους κάνει -όσο είναι δυνατόν βέβαια- ανθρώπινους και οικείους, θλιμμένους και φέροντες το βάρος της ύπαρξης που αναλογεί στον καθένα.

Ο παντογνώστης αφηγητής σπάει σε κομμάτια την ιστορία, έτσι ώστε σε κάθε μικρό κεφάλαιο να ενδύεται και έναν διαφορετικό χαρακτήρα, οδηγώντας έτσι τον αναγνώστη στην απάντηση του ερωτήματος μέσα από μια πορεία κυκλική, καθώς ο χώρος συρρικνώνεται και το αίσθημα της ασφυξίας γίνεται πνιγηρό.

Αξίζει να διαβάσει κανείς Μακέι.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις    


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ - Malcolm Mackay




Εγώ πάντως προτιμώ τη Γλασκώβη, αν με ρωτάς, και ας έχω περάσει μόλις δυο μέρες εκεί και άλλες τόσες στο αντίπαλο δέος, το Εδιμβούργο, που αντικειμενικά θεωρείται πιο όμορφη πόλη. Η ομορφιά είναι υποκειμενική. Η Γλασκώβη θα αποτελούσε σκηνικό ταιριαστό για ένα μυθιστόρημα νουάρ, έτσι σκοτεινή και βιομηχανική όπως τη θυμάμαι. Ο τόπος με κάλεσε (και) αυτή τη φορά. Ο τόπος πρώτα, και ύστερα ο επιθετικός προσδιορισμός μπροστά στον θάνατο: αναγκαίος. Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ, λοιπόν.

Όλα αρχίζουν με ένα τηλεφώνημα. Ανέμελο, οικείο, φιλικό, τίποτα επαγγελματικό. Κανονίζετε να βρεθείτε σε ουδέτερο μέρος, κατά προτίμηση σε δημόσιο χώρο. Πρέπει να είσαι προσεκτικός, ανεξάρτητα από το ποιος σου τηλεφώνησε, ανεξάρτητα από το σημείο συνάντησης. Να είσαι προετοιμασμένος για κάθε ενδεχόμενο, να μη θεωρείς τίποτα δεδομένο. Είναι δελεαστικό να αρχίσεις να εμπιστεύεσαι· δελεαστικό, αλλά λάθος. Μπορεί κάποιος να είναι έμπιστος φίλος σου για είκοσι χρόνια και μετά να σου γυρίσει την πλάτη απ' τη μια στιγμή στην άλλη. Συμβαίνει. Όποιος έχει μυαλό, θυμάται αυτή την πικρή πραγματικότητα· όποιος δεν έχει, θα τη μάθει.

Σάββατο απόγευμα, στο βάθος ακούγεται ο ποδοσφαιρικός αγώνας από το ραδιόφωνο, κάθεται στον καναπέ με ένα βιβλίο. Το βαμμένο πέπλο του Ουίλιαμ Σόμερσετ Μωμ, αν θες να ξέρεις, και τον έχει συναρπάσει.

Η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση του αφηγητή εμπλέκει εξαρχής τον αναγνώστη στην ιστορία, τον κάνει συνένοχο, καθώς του απαριθμεί τα απαραίτητα μέτρα προστασίας και τον προειδοποιεί για τις πιθανές παγίδες, και ας μην αναφέρεται ξεκάθαρα, αρχικώς τουλάχιστον, σε μια πράξη έκνομη. Είναι δελεαστικό, σου λέει, να αρχίσεις να εμπιστεύεσαι, δελεαστικό αλλά λάθος· κάποιος μπορεί να είναι φίλος σου έμπιστος για είκοσι χρόνια και να σου γυρίσει την πλάτη. Μοιάζει με μια γενικότερη στάση ζωής, όχι; Άμεσα, όμως, εμφανίζει επί σκηνής τον Κάλουμ Μακλίν, έναν εικοσιεννιάχρονο πληρωμένο δολοφόνο, που ζει στη Γλασκώβη και εργάζεται ως ελεύθερος επαγγελματίας, αναλαμβάνοντας τόσες δουλειές ώστε να μπορεί να ζει λιτά, αποφεύγοντας να ενταχθεί σε κάποια από τις υπάρχουσες συμμορίες της πόλης.

Το συμβόλαιο θανάτου αφορά τον Λιουίς Γουίντερ, χρόνια στο κουρμπέτι, μα ακόμα πολύ χαμηλά στην πυραμίδα. Το τελευταίο καιρό κάνει ανοίγματα όμως, μοιάζει να έχει αποκτήσει γερές πλάτες. Οι εντολοδόχοι του Μακλίν ακριβώς αυτό φοβούνται, αυτό θέλουν να προλάβουν. Η δουλειά μοιάζει απλή. Είναι εύκολο να σκοτώσεις έναν άνθρωπο, όμως είναι δύσκολο να σκοτώσεις έναν άνθρωπο καλά. Τόσο απλά.

Τον δολοφόνο τον ξέρουμε, άλλο είναι το διακύβευμα του μυθιστορήματος. Παραμερίζοντας το προφανές της αναμενόμενης αστυνομικής έρευνας, ο Μακέι επικεντρώνεται στην ανάγκη του Μακλίν για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, να δουλεύει αυτόνομα, ορίζοντας εκείνος τις συνθήκες, να είναι αφεντικό του εαυτού του. Ξεπερνώντας τα (συχνά στενά) όρια της αστυνομικής ιστορίας, ο συγγραφέας εντοπίζει και εντάσσει ένα έξυπνο σημείο ταύτισης ανάμεσα στον ήρωά του και τον αναγνώστη, πρωταρχικό ζητούμενο σε ένα μυθιστόρημα νουάρ. Ενταγμένο σε αυτόν τον συλλογισμό, το μετρημένο βάθος των χαρακτήρων μοιάζει απόφαση συνειδητή εκ μέρους του.

Η αφήγηση φανερώνει έναν συγγραφέα που έχει εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του -και στη σκληρή δουλειά από μεριάς του, το ταλέντο δεν φτάνει. Ο επιβλητικός τόνος του αφηγητή παντογνώστη, η ριψοκίνδυνη απόφαση της διαρκούς απεύθυνσης στον αναγνώστη και ο στακάτος ρυθμός είναι κάποια από τα στοιχεία που το φανερώνουν, δίνοντας στο τελικό αποτέλεσμα ένα στίγμα ιδιαιτέρως προσωπικό -και μελλοντικά αναγνωρίσιμο. Και αν ξεχωρίζει για την αφήγηση, αυτό δεν σημαίνει πως από το μυθιστόρημα του Μακέι λείπουν τα απαραίτητα εκείνα συστατικά της νουάρ λογοτεχνίας· κάθε άλλο μάλιστα. 

info: Ο αναγκαίος θάνατος του Λιούις Γουίντερ αποτελεί το πρώτο μέρος της Τριλογίας της Γλασκώβης.


Μετάφραση Άλκηστις Τρίμπερη
Εκδόσεις Πόλις