Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυστραλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Τα θέλω όλα - Dominic Amerena

Μυθιστορήματα που έχουν στον πυρήνα τους άλλα μυθιστορήματα, υπαρκτά ή φανταστικά, και συγγραφείς, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της συγγραφής, είναι πολύ του γούστου μου, η όχι και τόσο ένοχη απόλαυσή μου, η εμπειρία της ανάγνωσης και η αγάπη για τη λογοτεχνία ως βασικό συστατικό της γραφής. Το οπισθόφυλλο του Τα θέλω όλα μίλησε κατευθείαν στα βάθη της αναγνωστικής μου επιθυμίας, ο συγγραφέας ως φανατικός αναγνώστης, προσκυνητής σε έναν τόπο ιερό, μέσα από τον οποίο έμαθε τα περισσότερα απ' όσα έμαθε, ένιωσε τα περισσότερα απ' όσα ένιωσε και άλλη διαδρομή δεν υπήρχε εμπρός του παρά η συγγραφή, μια συγγένεια μεταξύ μας, ένας τόπος κοινός.

Ένας νεαρός wannabe συγγραφέας, που ζει κάπως χίπικα, ζωή που συνίσταται εν πολλοίς στην όσο το δυνατόν ελάττωση των εξόδων, σε μια χώρα πανάκριβη όπως η Αυστραλία, παρέα με τη σύντροφό του, επίσης επίδοξη συγγραφέα, θα συναντήσει μια μέρα στο κολυμβητήριο μια άγνωστη ηλικιωμένη κυρία, που όμως το πρόσωπό της κάτι του λέει, θα τη φωτογραφίσει στα κρυφά, θα τσεκάρει ξανά και ξανά τη φωτογραφία, θα συνειδητοποιήσει πως πρόκειται για την ερημίτισσα συγγραφέα, Μπρέντα Σέιλς, δημιουργό δύο βιβλίων που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, που για διάφορους λόγους βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης, της αποθέωσης και της διαφωνίας, μια συγγραφέας που όπως ακόμα λίγοι, ο Πίντσον, ο Σάλιντζερ και η Φεράντε, για παράδειγμα, ζει εν κρυπτώ, η συγγραφέας ως παρατηρήτρια και όχι ως παρατηρούμενη, το βιβλίο ως ένα αυτοδύναμο κατασκεύασμα χωρίς τα εξωκειμενικά παραφερνάλια της ζωής και του λόγου της δημιουργού του. Η Σέιλς επέλεξε να παραμείνει στο περιθώριο, μόνο μια φωτογραφία της, εκείνη στην έκδοση του βιβλίου, κυκλοφορεί, κανείς δεν ξέρει τι να απέγινε εκείνη η κυρία, παρότι πολλοί δοκίμασαν να μάθουν, ως κύριο ή δευτερεύον σκέλος μιας ακαδημαϊκής ή κριτικής ενασχόλησης με το έργο της.

Μια ευκαιρία τεράστια παρουσιάζεται εμπρός του, μια παρεξήγηση θα του επιτρέψει να παρουσιαστεί ως ο εγγονός της, γιος του γιου της που από βρέφος δόθηκε σε υιοθεσία, κάθε δυνατότητα ή συγκυρία ώστε να δείξει ειλικρίνεια απολύεται, ακόμα και στη σύντροφό του λέει ψέματα, έχει, ωστόσο, ένα βιβλίο για να γράψει, μετά από δεκάδες ατέρμονες απόπειρες, τέλματα και αποτυχίες, μια ευκαιρία ανατέλλει στον προσωπικό του ορίζοντα, επιτέλους και αυτός στάθηκε λίγο τυχερός, ένα μυθιστόρημα για μια άγνωστη παρότι διάσημη συγγραφέα, ένα βιβλίο που σίγουρα θα βρει εκδότη, σίγουρα θα ταρακουνήσει τα ρηχά ύδατα της αυστραλέζικης λογοτεχνίας, με συνοδοιπόρο την ηχογράφηση του κινητού του θα την επισκεφτεί ξανά και ξανά, ένα βιβλίο γεννιέται.

Όμως, το Τα θέλω όλα δεν είναι το βιβλίο που γράφει, αλλά η ιστορία της συγγραφής του βιβλίου που προτίθεται να γράψει, ένα ημερολόγιο γραφής και έρευνας, ένας επίδοξος συγγραφέας, μια εξαφανισμένη συγγραφέας, δύο βιβλία σταθμός της εκεί λογοτεχνίας, μια σειρά από συνεντεύξεις, η πραγματική ζωή που κυλά παράλληλα. Και αν όλα αυτά ίσως μοιάζουν κάπως μπερδεμένα, ο Αμερένα, στο πρωτόλειο βιβλίο του, καταφέρνει να τα διατάξει με τρόπο όχι απλώς λειτουργικό αλλά και απολαυστικό, και είναι αυτό, το κομμάτι της απόλαυσης, κάτι το οποίο ολοένα και περισσότερο παραμερίζεται στη σύγχρονη λογοτεχνία, αυτό το παιγνιώδες της γραφής αρχικά, της ανάγνωσης μετέπειτα, είναι ένα καθοριστικό συστατικό του μυθιστορήματος αυτού.

Ο συγγραφέας υπονομεύει εξαρχής τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, ένα πιθανό άλτερ έγκο του, τον γδύνει από κάθε υψηλό ιδανικό, από κάθε ηθική στάση, τον οπλίζει με την αποφασιστικότητα της επιθυμίας να γίνει ο σημαντικότερος Αυστραλός συγγραφέας, η φιλοδοξία αυτή τον τυφλώνει, ακόμα και όταν νιώθει πως ο δρόμος που ακολουθεί είναι γεμάτος βρωμιές και λακκούβες, είναι ωστόσο καλό παιδί, θέλω να πω, παρά τις αμφίβολες αποφάσεις και ενέργειές του δεν γίνεται απεχθής, είναι ένας άνθρωπος, νέος και σύγχρονος της εποχής του, παράγωγο και συστατικό της, ένας από εμάς, τι και αν δεν φιλοδοξούμε, φανερά τουλάχιστον, να γίνουμε σπουδαίοι συγγραφείς, οι ευκαιρίες, μας λένε, μια φορά παρουσιάζονται και αλίμονο σε όποιον δεν τις εκμεταλλευτεί, δεν θα πετύχει. 

Από τη μια, λοιπόν, έχουμε τον νεαρό επίδοξο συγγραφέα, που νιώθει και πάλι γεμάτος αυτοπεποίθηση και όρεξη να κάτσει μπροστά από την οθόνη του υπολογιστή του, ενώ από την άλλη, η Σέιλς, που ζει πια σε ένα γηροκομείο, μετά από δεκαετίες σπάει τη σιωπή της, μιλάει για τα χρόνια που πέρασαν, κυρίως για το πώς έγραψε τα δύο βιβλία εκείνα που ανυψώθηκαν στη σφαίρα του μύθου. Με μια αφήγηση ρέουσα, σε υψηλό τέμπο, ο Αμερένα παρασέρνει μαζί του τον αναγνώστη σε αυτή την ιστορία, επιτρέποντάς του να πάρει θέση φανερή μέσα στο μυαλό και το δωμάτιο εργασίας ενός συγγραφέα, να του επιτρέψει να δει πώς η πραγματική ζωή επιχειρείται να μετατραπεί σε λογοτεχνία.

Στον πυρήνα της κατασκευής, είπα κιόλας, βρίσκονται η συγγραφέας και τα δύο εκείνα βιβλία, ο Αμερένα, ίσως έχοντας στο μυαλό του κάποιο πρότυπο, επινοεί τη φανταστική ζωή μιας συγγραφέα και του έργου της, και, εκτός των άλλων, με όχημα το έργο της και την επίδραση που είχε στα λογοτεχνικά και όχι μόνο πράγματα, κάνει μια βόλτα στις παρελθούσες εκείνες δεκαετίες, μέσα από τα θέματα που με οξυδέρκεια η Μπρέντα Σέιλς διαπραγματεύτηκε, με επιμονή και καθαρή ματιά στον κόσμο γύρω της, και εξ αυτών αναδύονται οι τότε κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες, όπως για παράδειγμα η θέση των γυναικών. Και αν το πρώτο βιβλίο είχε να κάνει με μια κοπέλα εγκλωβισμένη σε ένα δωμάτιο της πατρικής κατοικίας, αντιμέτωπη με τους εφιάλτες, τις τύψεις, τις ενοχές και τη βαρεμάρα, μεταξύ άλλων, στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Οι χήροι, έχουμε τις μαρτυρίες κάποιων ανδρών που στην προοπτική το διαζύγιο να διευκολυνθεί νομικά, διαμαρτύρονται για την απώλεια της θέσης τους, για την καταστρατήγηση των δικαιωμάτων τους, για την ανατροπή ενός σεπτού τρόπου ζωής.

Το μυθιστόρημα διαβάζεται αχόρταγα, ο Αμερένα κατορθώνει να μετατρέψει ένα εγκεφαλικό κατασκεύασμα σε απολαυστική λογοτεχνία, μην αμελώντας το παιγνιώδες, παίρνοντάς το ωστόσο στα σοβαρά, χωρίς εκπτώσεις και βαρετές ευκολίες, με κάποια μετρημένα ρίσκα και ξεκάθαρο πλάνο. Η γραφή και η διαδικασία της γραφής, ο λογοτεχνικός κόσμος, η σχέση μυθοπλασίας και πραγματικότητας, οι αμφιβολίες και οι φιλοδοξίες του συγγραφέα, του κάθε συγγραφέα, σε διαφορετικό βαθμό, η ματαιοδοξία πως έχουμε κάτι να πούμε που αφορά και ενδιαφέρει και τους άλλους, ο φθόνος που συχνά μας τυφλώνει απέναντι στην επιτυχία των άλλων. Ωστόσο, επειδή πρώτιστα επιθυμεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, δεν αμελεί τα ευρήματα, μικρότερα ή μεγαλύτερα ώστε η πλοκή να προωθείται πιο συντεταγμένα, δεν αμελεί και τις ανατροπές, μικρότερες ή μεγαλύτερες ώστε να υπενθυμίζει διαρκώς στον αναγνώστη πως σε ένα παιχνίδι, εξαπάτησης στην προκειμένη περίπτωση, ποτέ δεν παίζει ένας μονάχα.

Το Τα θέλω όλα, το πέμπτο βιβλίο των νεόκοπων εκδόσεων Γεννήτρια, με τα προσεγμένα και καλαίσθητα βιβλία, είναι μια σύγχρονη πρόταση από μια αχανή μα λογοτεχνικά όχι αντίστοιχα γνωστή χώρα/ήπειρο, όπως η Αυστραλία.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα) 

υγ. Ένα βιβλίο και ένας συγγραφέας μου ήρθαν στο μυαλό, ένα νήμα διασύνδεσης προέκυψε, Το Oh! Canada του Ράσελ Μπανκς, για το μπρα ντε φερ δύο δημιουργών στον πυρήνα της πλοκής, περισσότερα εδώ. Και τον Ζοέλ Ντικέρ που σε κάθε βιβλίο του στήνει ένα ενδολογοτεχνικό σκηνικό, ένα πρώτο νήμα εδώ.
 υ.υγ. Αν θέλετε να «με κεράσετε έναν καφέ», μπορείτε εδώ!
 
Μετάφραση Δημήτρης Καρακίτσος
Εκδόσεις Γεννήτρια

Δευτέρα 14 Απριλίου 2025

Ο Μπαχ για παιδιά - Helen Garner

Τις παραμονές της απονομής του περσινού πια Νόμπελ Λογοτεχνίας κυκλοφόρησε έντονα η φήμη, κυρίως μέσα από τις αποδόσεις των στοιχηματικών εταιρειών, πως κάποιος Αυστραλός συγγραφέας θα βραβευόταν. Τελικώς το βραβείο κατέληξε στη Χαν Γκανγκ από τη Νότιο Κορέα. Λίγο καιρό αργότερα κυκλοφόρησε ετούτο το μικρό μυθιστόρημα, νουβέλα μόνο αν ως κριτήριο χρησιμοποιηθεί το μέγεθος, Ο Μπαχ για παιδιά, της, γεννημένης το 1942, Αυστραλής συγγραφέως Έλεν Γκάρνερ, το πρώτο βιβλίο της που εκδίδεται στα ελληνικά.

Παρένθεση από τη ζωή ενός βιβλιοϋπαλλήλου: όσο τα Χριστούγεννα πλησιάζουν τόσο οι εργασιακοί ρυθμοί εντείνονται, δεκάδες νέες εκδόσεις φτάνουν σχεδόν καθημερινά και πρέπει να πάρουν τη θέση τους στα ράφια. Δεν είναι μόνο η κούραση όταν ευκαιρείς να διαβάσεις αλλά και η, ας βάλω εισαγωγικά, «υποχρέωση» να έχεις ιδία άποψη για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της βιβλιοπαραγωγής ώστε να μπορείς να συντρέξεις τον αναγνώστη που μοιάζει χαμένος σε τόσες κυκλοφορίες, που το μέγεθος ενός βιβλίου αποτελεί παράγοντα επιλογής. Την περίοδο αυτή βγαίνουν και τα πλέον δυνατά βιβλία του εκάστοτε εκδοτικού προγράμματος, για κάποια από αυτά γνωρίζει κανείς τη σημασία τους, την εν γένει πέρα του προσωπικού γούστου αξία τους, καταλαβαίνετε σε ποια βιβλία αναφέρομαι. Αναπόφευκτα, κάποια βιβλία αδικούνται, ο χρόνος είναι δεδομένος και ανεπαρκής. Η ποσότητα είναι απαιτητή την περίοδο αυτή. Κλείνω την παρένθεση του γιατί διάβασα το βιβλίο της Γκάρνερ σχεδόν με την κυκλοφορία του.

Τίποτα δεν ήξερα για το βιβλίο αυτό, ούτε κανείς μου είχε μιλήσει σχετικά,  μια βουτιά στα τυφλά χωρίς καν το σωσίβιο του οπισθόφυλλου. Χαράσσοντας τον ορίζοντα προσδοκιών, στο μυαλό μου συνειρμικά και διαισθητικά ήρθε ένα κοινής καταγωγής μυθιστόρημα, το Στους δικούς μας κύκλους της Ελίζαμπεθ Χάρογουερ, ένα μυθιστόρημα που μάλλον πέρασε αδιάφορο, ανάμεσα σε τόσα και τόσα βιβλία, εσωτερικής και αργής καύσης, διακριτής χρήσης της γνώριμης πρώτης ύλης από την οποία ήταν φτιαγμένο, βιβλίο που ως αίσθηση παρέμεινε ζωντανό μέσα μου αυτά τα σχεδόν πέντε χρόνια που μεσολάβησαν. Η (κοντόφθαλμη) προσδοκία από την ανάγνωση έγκειτο στο να περάσω ένα όμορφο και πλήρες πρωινό αρχίζοντας και τελειώνοντας ένα βιβλίο, με υπολείμματα του καφέ ακόμα στο φλιτζάνι, κάτι που συνήθως σημαίνει Κυριακή πρωί.

Ο Ντέξτερ και η Αθίνα ζουν μια απλή συντροφική καθημερινότητα παρέα με τα δύο παιδιά τους, χωρίς ιδιαίτερες εξάρσεις, παραδομένοι και ίσως ανακουφισμένοι από τη ρουτίνα της επανάληψης, συναισθηματικά καθησυχασμένοι, δίνουν εκ του μακρόθεν τη στερεοτυπική εικόνα της ζωής σ' ένα οικιστικό προάστιο. Ο Ντέξτερ θα συναντήσει τυχαία, χρόνια πολλά μετά, μια παλιά του συμμαθήτρια. Το αναμενόμενο θα ήταν να ανταλλάξουν δύο τρεις αμήχανες κουβέντες, να ρωτήσουν, χωρίς πρώτα να σκεφτούν το παράλογο, τι κάνεις, να απαντήσουν ένα καλά, ίσως και ένα όπως τα ξέρεις να ξεφύγει, να αποχαιρετιστούν με μια αβέβαιης υλοποίησης δέσμευση να πιουν έναν καφέ κάποια στιγμή. Όχι. Εκείνη, και ακολούθως η αδερφή της και ο πρώην της, θα εμπλακούν στην άλλοτε απλή οικογενειακή καθημερινότητα. Τίποτα το τραβηγμένο από τα μαλλιά δεν θα συμβεί, απλώς, όπως η πέτρα που πέφτει στο βυθό προκαλεί κάποια διατάραξη στην ήσυχη επιφάνεια, πριν να αναπαυτεί στο βυθό και χαθεί στο σκοτάδι, έτσι θα συμβεί και με την, ας βάλω πάλι εισαγωγικά, «εισβολή» των τριών.

Όσο διάβαζα το μυθιστόρημα, δύο άλλα βιβλία μου ήρθαν στον νου, μια κάποιου είδους συναισθηματική περισσότερο παρά ξεκάθαρα λογοτεχνική διακειμενικότητα άνθησε, το Ο κόσμος είναι ένας γάμος και το Πρόσωπα σε απόγνωση, αν και μάλλον μόνο με το δεύτερο θα μπορούσε κανείς να βρει μια προφανή θεματική συνάφεια.

Η Γκάρνερ, θεωρώ συνειδητά, καταφεύγει στην πύκνωση, αποφεύγοντας να νερώσει, να αραιώσει και να δώσει πιο διακριτά τα στιγμιότυπα που συνθέτουν το μυθιστόρημα. Και αυτή η απόφαση, όπως κάθε συνειδητή συγγραφική επιλογή επί της οποίας στηρίζεται μεγάλο μέρος της συνολικής κατασκευής, δημιουργεί συχνά αντιφατικά συναισθήματα. Κάποιοι θα επιδοκιμάσουν, κάποιοι άλλοι θα απορήσουν και ίσως να κλείσουν εκνευρισμένοι το βιβλίο. Σε μένα λειτούργησε, παρότι κάποιες στιγμές, στις ελάχιστες που η ανάγνωση του Ο Μπαχ για παιδιά διαρκεί, ένιωσα κάπως χαμένος, όχι σίγουρος πως μπορώ να έχω μια ξεκάθαρη εικόνα του τι ακριβώς συμβαίνει και κυρίως του γιατί συμβαίνει, η τελική γνωμοδότηση υπήρξε σαφέστατα θετική. Και αυτό συνέβη, αν μπορώ να είμαι σίγουρος για κάτι τόσο αόριστο όπως η αναγνωστική αίσθηση που ένα βιβλίο σου αφήνει τελικά, γιατί αυτή η συσκότιση ένιωσα πως κειμενοποίησε την ξαφνική εισβολή και διατάραξη της οικογενειακής νηνεμίας, έτσι όπως σκούντησε και ξύπνησε συναισθήματα, απωθημένα και παραιτήσεις από καιρό εν υπνώσει. Η Γκάρνερ δεν επιθυμεί την οικουμενική διάσταση της ιστορίας, ούτε επιζητά κάποιον παραβολικό χαρακτήρα. Αφηγείται μια ξαφνική μπόρα που έρχεται να αναδείξει το ατελές στα παρασκήνια της φωτογράφησης για την ευτυχισμένη οικογένεια στα προάστια της πόλης. Ακόμα ακόμα, δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να διδάξει ή να ειρωνευτεί, όχι όσο τουλάχιστον κάποιος δεν επιθυμεί να το πράξει απέναντι στην ίδια, υμνώντας, για παράδειγμα ένα πρότυπο ζωής έναντι κάποιας άλλης.

Δεν είμαι σίγουρος, όχι σε απόλυτο βαθμό, για τον λόγο για τον οποίο τώρα τελευταία, σχεδόν σε κάθε κείμενο, επιθυμώ να προσθέσω τη διευκρίνηση πως το τάδε ή δείνα έργο μπορεί να μην αλλάζει το ρου της λογοτεχνικής ιστορίας αλλά εμένα μου άρεσε και να συνεχίσω τονίζοντας πως πρόκειται για καλή λογοτεχνία. Τα ίδια και σήμερα. Όλα στη ζωή θα ήταν ευκολότερα, σίγουρα βαρετά, κάτι με το οποίο και η Γκάρνερ στον ρόλο της συγγραφέως του  Ο Μπαχ για παιδιά θα συμφωνούσε, αν ήταν απλά και διακριτά δίπολα, ναι και όχι, άσπρο και μαύρο. Επίσης, θα πω ξανά, είναι αδύνατο να είναι κανείς εκατό τοις εκατό βέβαιος για το γιατί του άρεσε ή όχι ένα βιβλίο, παρά την όποια καταφυγή στη φιλολογία. Η ανάγνωση, ακόμα μια φορά θα πω, είναι μια ενεργητική διαδικασία γνωριμίας με τον εαυτό κύρια και πρώτιστα, ακολούθως με την πρόσληψη και τη διέλευση εντός του περιβάλλοντος κόσμου. Είπα πολλά, ξανά.

Το Ο Μπαχ για παιδιά είναι ένα ωραίο βιβλίο. Προσδοκίες και με το παραπάνω καλυμμένες. Μια ακόμα εισροή στη λίστα με τους συγγραφείς προς παρακολούθηση.

υγ. Αναφέρθηκα παραπάνω σε τρία βιβλία, περισσότερα θα βρείτε στους συνδέσμους: Στους δικούς μας κύκλους (εδώ), Ο κόσμος είναι ένας γάμος (εδώ) και Πρόσωπα σε απόγνωση (εδώ). Για άλλους Αυστραλούς συγγραφείς που έχω διαβάσει, περισσότερα θα βρείτε (εδώ). 

(το παρόν κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Ελένη Ηλιοπούλου
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2023

Σανταράμ - Gregory David Roberts

Πέρυσι τον Δεκέμβρη, συντάσσοντας τη λίστα με τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22, ανάμεσά τους και το Σανταράμ, έγραφα: «Πίστευα πως το βιβλίο αυτό θα ήταν ένα μεγάλο μέρος του Αυγούστου μου. Μια μεγάλη, χορταστική αφήγηση, δίπλα στο κύμα, ανάμεσα σε βουτιές, καφέδες και μπύρες. Ξέρετε τι λένε για τα σχέδια όμως, ε; Και καμία σημασία δεν έχει ποιον κατηγορεί καθένας ως αυτουργό. Αλλά πού θα πάει, θα έρθει η στιγμή που η πραγματικότητα θα γίνει τόσο δυσβάσταχτη, για ακόμα μια φορά, που η καταφυγή σε μια παράλληλή της θα είναι μονόδρομος. Άλλωστε, η πίστη πως θα το χρειαστώ το βιβλίο αυτό είναι που με κάνει να αρνούμαι την τηλεοπτική του μεταφορά». Και τα έφερε έτσι η ζωή που το Σανταράμ ήταν όντως το μεγαλύτερο μέρος του Αυγούστου μου, απλά με έναν χρόνο καθυστέρηση.

Και μόνο το βιογραφικό σημείωμα στο αυτάκι του βιβλίου να διαβάσει ο αναγνώστης σχετικά με τον Γκρέγκορι Ντέιβιντ Ρόμπερτς, θα νιώσει πως, ακόμα και αν επρόκειτο για μυθοπλαστική σύνθεση, διαθέτει το στοιχείο της υπερβολής. Αντίστοιχα νιώθω κάθε φορά που επανέρχομαι στη βιογραφία τού Τομ Ρόμπινς. Ήταν ήδη προφανές πως το περιεχόμενο του βιβλίου αυτού, σχετικά με την πολυετή παρουσία τού συγγραφέα στην Ινδία, θα ήταν ανάλογο και σε περιεχόμενο, εκεί που η πραγματικότητα υπερβαίνει τη φαντασία και τη λογοτεχνική επινόηση, ένα αρκετά έκκεντρο μεμουάρ με αρκετό πασπάλισμα εξωτισμού απόρροια της ίδιας της χώρας. Εκείνο που κυρίως με δελέασε για να διαβάσω το Σανταράμ ήταν η έννοια της ξενότητας, ένας άνθρωπος που φτάνει σε μια χώρα έξω από τη γνώριμη σύσταση και λειτουργία που έχουμε οι κάτοικοι του δυτικού κόσμου. Δεν ανέμενα κάτι ανάλογο των βιβλίων του Μπόουλς ή του Τσάτουιν, οι προσδοκίες μου, σε επίπεδο λογοτεχνίας, δεν ήταν τόσο υψηλές, ενώ και το πλαίσιο ήταν εξαρχής αντιδιαμετρικά διαφορετικό.

Δραπέτης από τις αυστραλιανές φυλακές, ο Ρόμπερτς, με πλαστά ταξιδιωτικά έγραφα, θα βρεθεί στην Ινδία. Το παρόν βιβλίο αποτελεί την καταγραφή της εκεί εμπειρίας του. Το γεγονός πως η προσέγγισή μου απέναντι στο βιβλίο ήταν εξαρχής λογοτεχνική και όχι ρεπορταζιακή με απάλλαξε από το μικρόβιο της αμφισβήτησης. Θέλω να πω πως δεν με ένοιαζε να εξακριβώσω την ειλικρίνεια και την πραγματικότητα των γεγονότων. Ακόμα και αν φαντάστηκε το μεγαλύτερο μέρος των όσων περιγράφει, αυτό ήταν κάτι που δεν με απασχόλησε στιγμή και δεν αποτέλεσε σε καμία περίπτωση κριτήριο σχετικά με την απόλαυση που μου χάρισε εν τέλει το βιβλίο αυτό. Η αλήθεια είναι πως στην προκειμένη περίπτωση το περιεχόμενο υπερβαίνει τη λογοτεχνική αξία, είναι αυτό, δηλαδή, που κυρίως χαρακτηρίζει το Σανταράμ, τα ίδια τα γεγονότα και η διαδοχή τους αποτελούν το κυρίως καύσιμο για την ανάγνωση του βιβλίου αυτού.

Αν και σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα κακογραμμένο βιβλίο, υπάρχουν λογοτεχνικά στοιχεία που το βαραίνουν. Ο Ρόμπερτς διέθετε συγγραφική φιλοδοξία, υποκινούμενος ίσως από την ίδια την εμπειρία του στην Ινδία, μια σπουδαία ιστορία, σχεδόν απίστευτη, από την οποία κατάφερε να βγει ζωντανός. Δεν ήθελε απλώς να κάνει μια ημερολογιακή καταγραφή των γεγονότων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δοκιμάσει, στιγμές στιγμές, έναν λόγο πιο ποιητικό, να χρησιμοποιήσει αρκετούς επιθετικούς προσδιορισμούς, να αποπειραθεί να προσδώσει μια λογοτεχνικότητα. Αυτό είναι ένα μειονέκτημα του βιβλίου, που του στερεί την ευκολία στο γύρισμα των σελίδων, που το κάνει λίγο πιο δύστροπο από εκείνο που του αναλογούσε. Η φύση της γραφής, ο αφηγητής που είναι και πρωταγωνιστής της ιστορίας, αναπόφευκτα τοποθετεί ένα τεράστιο, διαρκώς παρόν, εγώ. Κάποιες στιγμές μοιάζει να επιδιώκει κάπως βεβιασμένα να ανυψωθεί στο ίδιο επίπεδο των γεγονότων, με αποτέλεσμα να υπάρχει μια υπόνοια ηρωικής χροιάς, μια ιδιότυπη εγωπάθεια, μια απόπειρα επιτηδευμένης σύνθεσης του εαυτού, που δεν αναδύεται ομαλά και μέσα από την ίδια την ανάγνωση, αλλά προσφέρεται, κάποιες στιγμές, ως μασημένη τροφή, μια υπόνοια πως γυρεύει τον θαυμασμό και τον εντυπωσιασμό. Θυμίζει κάπως τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις της αστυνομικής λογοτεχνίας, όταν ο ιδιωτικός αστυνομικός αναφέρεται στον χαρακτήρα του αλλά και στον συναισθηματικό του κόσμο επεξηγώντας πώς αυτό επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις. Δεν με πείραξε ιδιαίτερα αυτό, ήταν μια σύμβαση που σύντομα την αποδέχτηκα και τη συνήθισα.

Από την άλλη, αυτή η διαρκής παρουσία του εγώ αναδεικνύει ικανοποιητικά την αίσθηση του ξένου, το πώς δοκιμάζει να ενταχθεί και να επιβιώσει κάποιος σε ένα περιβάλλον ανοίκειο του οποίου το λεξιλόγιο δεν το κατέχει. Η σταδιακή κατανόηση εκ μέρους του Ρόμπερτς του τρόπου με τον οποίο λειτουργεί η ινδική κοινωνία αποδεικνύεται ιδιαίτερα λειτουργική, καθοδηγητική για τον αναγνώστη σε ένα εξωτικό περιβάλλον. Είναι ένα σημείο που ο συγγραφέας τα καταφέρνει καλά, φροντίζοντας να μην αναμείξει την εμπειρία με τη μετέπειτα γνώση, πέρα από κάποιες παρεκβάσεις και προοικονομίες απαραίτητες για την προώθηση της πλοκής και τη σύνδεση των γεγονότων. Το περιβάλλον, η Ινδία δηλαδή, κατέχει αναπόφευκτα πρωταγωνιστικό ρόλο. Αναγνωρίζω στον Ρόμπερτς πως δεν προσπάθησε να πουλήσει εξωτισμό, πέρα από κάποιες ποιητικές περιγραφές, όπως προείπα. Η αποφυγή αυτή βοηθάει να αναδυθεί η αγωνία της επιβίωσης που αποτελεί και τον κυρίως πυρήνα της ιστορίας του. Αυτή άλλωστε είναι η συνθήκη της παρουσίας του εκεί, σε αυτή την ιδιότυπη ομηρία στην οποία βρίσκεται όντας φυγάς. Το Σανταράμ δεν είναι οι αναμνήσεις ενός πλάνητα που βρέθηκε στην Ινδία με ένα σακίδιο στην πλάτη και αυτό καλό είναι να το γνωρίζει ο επίδοξος αναγνώστης αν πιστεύει πως θα διαβάσει κάτι μαγικό και εξωτικό, με χρώματα και αρώματα, καθώς εδώ κυριαρχεί το μαύρο και η αποφορά, η πραγματικότητα δηλαδή.

Αν και για μένα το γεγονός πως είναι μια πραγματική ιστορία, έστω με τις παρεμβάσεις και τις αλλοιώσεις της αφήγησης, δεν αποτέλεσε κυρίαρχο αναγνωστικό παράγοντα, αντιλαμβάνομαι πως για αρκετούς αναγνώστες θα λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Πραγματικά ή επινοημένα, τα όσα ήρθε αντιμέτωπος ο Ρόμπερτς αποτελούν μιας πρώτης τάξεως υλικό προς αφήγηση. Όπως προείπα, το περιεχόμενο εδώ υπερβαίνει των άλλων λογοτεχνικών συστατικών, είναι μια σύμβαση την οποία ο αναγνώστης οφείλει να δεχτεί, ειδάλλως θεωρώ πως, αργά ή γρήγορα, θα απορρίψει το βιβλίο. Διαβάζοντας όσα ως τώρα έγραψα αντιλαμβάνομαι πως στάθηκα κυρίως στις αδυναμίες του βιβλίου αυτού. Και αυτό συνέβη ακριβώς γιατί, παρότι είχα όλα τα χαρτιά φανερά, διάβασα το βιβλίο αυτό ως μυθιστόρημα και όχι ως μεμουάρ.

Ωστόσο, οι προσδοκίες που είχα για το Σανταράμ ικανοποιήθηκαν σε μεγάλο, αν και όχι σε απόλυτο, βαθμό. Η ξενότητα, η καταιγιστική δράση, η ανοίκεια, σε όλα τα επίπεδα εκτός ίσως του τουριστικού, ινδική συνθήκη και η μεγάλη απόσταση της πραγματικότητάς μου από εκείνη του Ρόμπερτς ήταν που με κράτησαν στην ανάγνωση παρά τις όποιες λογοτεχνικές ενστάσεις κατέγραψα παραπάνω. Η διαρκής πάλη ανάμεσα στο ηρωικό και το αντιηρωικό, η δυσκολία ταύτισης ή ενσυναίσθησης με τον ίδιο τον πρωταγωνιστή είναι καθοριστική, η εναλλαγή συμπάθειας και αντιπάθειας, επιδοκιμασίας και αποδοκιμασίας, χτίζει σταδιακά μια ιδιαίτερη αναγνωστική σχέση, αρκετά ιδιαίτερη και μάλλον περίπλοκη, σχέση που συνεχίζει να λειτουργεί και μετά το τέλος της αφήγησης. Υπάρχει και μια ωραία, δυνατή ερωτική ιστορία, η οποία ζέχνει ρεαλισμό, ένα καλοδεχούμενο αντίδωρο.

Ένα σίγουρα ιδιαίτερο βιβλίο.

υγ. Την ανάρτηση για τα δέκα καλύτερα βιβλία που δεν διάβασα το '22 θα τη βρείτε εδώ. Για τα βιβλία του Μπόουλς: Τσάι στη Σαχάρα (εδώ), Ψηλά πάνω από τον κόσμο (εδώ), Ο καιρός της φιλίας (εδώ). Για τα βιβλία του Τσάτουιν: Ουτς (εδώ), Στην Παταγωνία (εδώ).

Μετάφραση Ευαγγελία Μούμα
Εκδόσεις Κυψέλη

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2020

Το χαστούκι - Χρήστος Τσιόλκας




Το χαστούκι του γεννημένου στη Μελβούρνη από Έλληνες μετανάστες Χρήστου Τστιόλκα, το οποίο όταν κυκλοφόρησε έκανε αρκετό ντόρο, δεν το είχα διαβάσει  ως τώρα. Δεν νιώθω πως διαθέτω κάποια ξεκάθαρη απάντηση σε αυτό το γιατί. Έτυχε, θα έλεγα. Θα μπορούσε να πρόκειται για μια περίπτωση αντίστοιχη του Middlesex: ένας ακόμα Έλληνας ομογενής, για τον οποίο είχα τις επιφυλάξεις μου, επιφυλάξεις παρελκόμενες του μάρκετινγκ και της ιδιότυπης αυτής παραφιλολογίας σχετικά με τους Έλληνες που κατακτούν τον κόσμο. Όμως δεν ήταν αυτή η περίπτωση. Ίσως το κάπως ενοχλητικό εξώφυλλο, αλλά και πάλι όχι. Και σίγουρα δεν ένιωθα υπερβολικές προσδοκίες, ώστε να φοβάμαι μια πιθανή κατάρρευσή τους. Το χαστούκι, λοιπόν, δεν το είχα διαβάσει ως τώρα, χωρίς να υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος γι' αυτό, είναι κάτι που συμβαίνει άλλωστε με τα περισσότερα από τα βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει. Το διάβασα τώρα που το πέτυχα στη βιβλιοθήκη ενός φιλόξενου σπιτιού, έχοντας μόλις τελειώσει το βιβλίο του Ευγενίδη, επιθυμώντας να συνεχίσω με ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, σε μια περίοδο που αναλογιζόμουν συχνά τις Διορθώσεις του Φράνζεν.

Θα ήθελα να σταθώ για λίγο ακόμα στο Middlesex και να σημειώσω πως η ανάγνωση ενός εθιστικού, πολυσέλιδου μυθιστορήματος προσομοιάζει αρκετά με την προετοιμασία για έναν αγώνα δρόμου. Η καθημερινή ανάγνωση πολλών σελίδων ενισχύει την αντοχή του αναγνώστη, την ικανότητά του να βυθίζεται και να παρασύρεται από μια μεγάλη αφήγηση, να διαχειρίζεται με άνεση όλες τις παράλληλες ιστορίες, να αναγνωρίζει και να σχετίζεται με το πλήθος των προσώπων που εμφανίζονται. Κάπως έτσι λοιπόν, αρκετά ζεστός από την ανάγνωση που είχε προηγηθεί, άρχισα να διαβάζω Το χαστούκι.

Όπως και ο τίτλος φανερώνει, η υπόθεση του μυθιστορήματος περιστρέφεται γύρω από το χαστούκι που ένας ενήλικας δίνει σε ένα τετράχρονο πιτσιρίκι, κατά τη διάρκεια ενός κυριακάτικου μπάρμπεκιου μεταξύ συγγενών και φίλων. Δύο στρατόπεδα δημιουργούνται σχεδόν άμεσα, στο ένα εκείνοι που υποστηρίζουν την ποινική δίωξη του δράστη, το δικαίωμα των γονιών του παιδιού να κινηθούν νομικά απέναντί του, και στο άλλο όσοι πιστεύουν πως δεν έγινε και κάτι σπουδαίο, πως και το πιτσιρίκι είχε βγει εκτός ελέγχου και πως καλό θα ήταν οι γονείς του να το έχουν μάθει να συμπεριφέρεται καλύτερα.

Το χαστούκι αποτελεί την αφορμή. Το μυθιστόρημα δεν εξαντλείται απλώς σε μια διαμάχη ηθικής φύσεως σχετικά με το περιστατικό, ούτε δημιουργεί κάποιο αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στο πριν και το μετά. Είναι ένα απλό και λειτουργικό εύρημα, ένας αρχικός πυρήνας γύρω από το οποίο συστήνονται στον αναγνώστη τα πρόσωπα, ένα σημείο στο οποίο συναντιούνται όλοι οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε πολυσέλιδα κεφάλαια, σε καθένα από τα οποία πρωταγωνιστεί ένας διαφορετικός κάθε φορά χαρακτήρας, από την οπτική γωνία του οποίου προσεγγίζει ο συγγραφέας τα πράγματα. Και όπως όλοι σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο μεταξύ τους, αυτή η αλλαγή στη γωνία λήψης προσφέρει στον αναγνώστη μια πιο σφαιρική εικόνα, μια σύνθεση υποκειμενικών προσεγγίσεων. Με τον τρόπο αυτό ο Τσιόλκας καταφέρνει να δώσει ένα αρκετά σύνθετο μυθιστόρημα ως προς την πλοκή, δημιουργώντας αρκετά παρακλάδια στην κεντρική ιστορία, φωτίζοντας τη διαδρομή του κάθε χαρακτήρα, εξηγώντας με αυτό τον τρόπο τη στάση τους απέναντι στο χαστούκι, αλλά και στη ζωή γενικότερα.

Οι χαρακτήρες είναι ένα από τα δυνατά χαρτιά του βιβλίου. Είναι σύγχρονοι, αληθοφανείς και καλοσχηματισμένοι. Χρηστικοί για το μυθιστόρημα που ο Τσιόλκας επιθυμεί να γράψει. Κανείς τους δεν ξεχωρίζει, καθένας τους έχει τα θετικά και τα αρνητικά του, σημεία με τα οποία μπορεί ο αναγνώστης να ταυτιστεί ή να απωθηθεί, αν και η ανάπτυξη ενός δεσμού ενσυναίσθησης μοιάζει να είναι το ζητούμενο εδώ. Όπως συμβαίνει συνήθως με τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, έτσι κι εδώ, η οικειότητα που αναπτύσσει ο αναγνώστης με τους ήρωες αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αναγνωστικής εμπειρίας. Γραμμένο το 2008, Το χαστούκι είναι ένα μυθιστόρημα του 21ου αιώνα, όχι ως προς τη μορφή, καθώς καμία καινοτομία δεν φέρει, αλλά ως προς το περιεχόμενο, ως προς τα ζητήματα που απασχολούν τους χαρακτήρες, ως προς τον σχολιασμό της καθημερινότητας. Ζητήματα διαχρονικά όπως η μετανάστευση, οι οικογενειακές σχέσεις και η απιστία, συνδυάζονται με την ανάγκη των γυναικών για ανεξαρτησία και καριέρα, μακριά από τον ρόλο της εσώκλειστης στο σπίτι μητέρας, την υπερβολή στην αντιμετώπιση των παιδιών σήμερα, τη σεξουαλική παρενόχληση και την ερωτική ζωή των εφήβων, ανάμεσα σε άλλα.    

Εκείνο που αποτελεί κατά κάποιον τρόπο το ενοποιητικό νήμα του μυθιστορήματος είναι η αποτύπωση της μοναξιάς, που ο κάθε χαρακτήρας νιώθει, μοναξιά βαθιά και αίσθημα μη κατανόησης, ματαιότητα στην επικοινωνία και επιφανειακές σχέσεις. Μόνοι και μόνες νιώθουν άπαντες, ανεξαρτήτως ηλικίας, οικογενειακής ή επαγγελματικής κατάστασης. Καθένας βιώνει τη μοναδικότητα των προβλημάτων της δικής του ζωής. Μια αποτύπωση αρκετά ρεαλιστική της γύρω πραγματικότητας, μιας εποχής που το εγώ γίνεται ολοένα και πιο σημαντικό, καθώς ο όρος εξατομίκευση χρησιμοποιείται και προβάλλεται ολοένα και πιο συχνά ως το κατ' εξοχήν ζητούμενο. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό που ζούμε, η αυστραλιανή πραγματικότητα δεν μοιάζει ούτε εξωτική ούτε μακρινή.

Με τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα είμαι αρκετά πιο ανεχτικός ως προς την κρίση μου, από τη μια, η δεδομένη κατασκευαστική δυσκολία, από την άλλη, η πολυήμερη κοινή συνύπαρξη. Το χαστούκι του Τσιόλκα είναι από εκείνα τα βιβλία τα οποία προσφέρουν μια χορταστική ανάγνωση, μια επιθυμία στα όρια της βουλιμίας για λίγες ακόμα σελίδες παρά το πρωινό ξυπνητήρι. Δύσκολα θα χρησιμοποιούσε όμως κάποιος επίθετα όπως αριστουργηματικό, στοιχειωτικό, αξέχαστο, μνημειώδες κτλ. Ελάχιστα είναι τα βιβλία για τα οποία μπορεί ο καθένας μας να χρησιμοποιήσει τέτοια επίθετα. Η καλή λογοτεχνία, και σε αυτή σίγουρα ανήκει Το χαστούκι, είναι μια κατηγορία αρκετά διευρυμένη, η οποία εκτός της ψυχαγωγίας που προσφέρει, βοηθάει στη διαμόρφωση του αισθητικού κριτηρίου, και αυτό δεν πρέπει καθόλου να το υποτιμά κανείς.

υγ. Για το Middlesex της προάλλες έγραψα αυτό.

Μετάφραση Βασίλης Κιμούλης
Εκδόσεις Ωκεανίδα         

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2020

Στους δικούς μας κύκλους - Elizabeth Harrower





Κάποτε, σ' ένα, δυστυχώς βραχύβιο, ηλεκτρονικό περιοδικό με το όνομα Bookstand, διατηρούσα μια στήλη με τον ακριβή, αν και διόλου ευφάνταστο, τίτλο "Πριν την ανάγνωση". Στα πλαίσια της στήλης αυτής έγραφα κείμενα για βιβλία πριν τα διαβάσω, επιχειρώντας να χαρτογραφήσω μια περιοχή αποτελούμενη από κίνητρα και προσδοκίες, να ρίξω φως σε μια πλευρά της αναγνωστικής διαδικασίας στην οποία φαινομενικά και μόνο επικρατούν η τυχαιότητα και το μάρκετινγκ. Εκείνα τα επτά ή οκτώ πριν την ανάγνωση κείμενα δημιούργησαν μια προαναγνωστική ρουτίνα, καθώς ακόμα και τώρα σημειώνω τους λόγους για τους οποίους επέλεξα ένα βιβλίο, που τις περισσότερες φορές στην πραγματικότητα αποτελούν τους λόγους που με επέλεξε ένα βιβλίο. Τις προσδοκίες, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό, επιχειρώ να τις αφήνω απέξω. 

Ένα τέτοιο κείμενο για το βιβλίο Στους δικούς μας κύκλους, θα ξεκινούσε με αναφορά στον τίτλο, που μου τράβηξε την προσοχή, σε μια εποχή που αναρωτιόμουν έντονα για το αν στην ψηφιακή κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε εξακολουθεί να ισχύει η έννοια του κύκλου, η παράλληλη μικροπραγματικότητα, μέσα στην οποία νιώθουμε μια ασφάλεια, και την οποία σε κάθε έξοδο στον μεγάλο κόσμο αναπολούμε και επιζητούμε ή αν αυτός ο κόσμος έχει πια μολυνθεί εποικισμένος από τοξικούς εισβολείς. Στους δικούς μας κύκλους οι άνθρωποι διαθέτουν κάποιες συγκεκριμένες προδιαγραφές βάσει των οποίων αντιμετωπίζουν τα μικρότερα ή μεγαλύτερα ζητήματα της καθημερινότητας, ξέρουμε τι να περιμένουμε από αυτούς, έχουμε απαιτήσεις, απογοητευόμαστε συχνά αλλά όχι αδίκως, γοητευόμαστε, αγκαλιαζόμαστε και προχωράμε. Κάπως έτσι γύρισα να διαβάσω το οπισθόφυλλο της έκδοσης. Η υπόθεση του βιβλίου διαδραματίζεται στο μεταπολεμικό Σίντνεϊ. Ακόμα ένας λόγος για να διαβάσω το βιβλίο αυτό, σκέφτηκα. Αναζητώντας κάποια στοιχεία για τη συγγραφέα Ελίζαμπεθ Χάρογουερ, ξεκίνησα να διαβάζω το προλογικό σημείωμα της έκδοσης, εκεί κατέστη οριστικό πως αυτό θα ήταν το επόμενο βιβλίο που θα διάβαζα:
Το 1971 η Χάρογουερ είχε έτοιμο για έκδοση το έργο της In Certain Circles, το οποίο όμως απέσυρε ανεξήγητα αμέσως μετά τον θάνατο της μητέρας της την ίδια χρονιά. Κατέθεσε το χειρόγραφο του έργου στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστραλίας και σταμάτησε εντελώς να ασχολείται με τη συγγραφή. Αρκετά χρόνια αργότερα, κι ενώ όλα τα έργα της είχαν εξαντληθεί και η ίδια θεωρούσε πως κανείς δεν την ήξερε ως συγγραφέα, της προτάθηκε ξαφνικά από τον εκδοτικό οίκο Text Publishing η έκδοση των μυθιστορημάτων της. [...] Το In Certain Circles εκδόθηκε τελικά για πρώτη φορά το 2014, και το 2015 κέρδισε το βραβείο Voss Literary Prize για το καλύτερο μυθιστόρημα της προηγούμενης χρονιάς στην Αυστραλία.
Ένας συγγραφέας -ένας καλλιτέχνης εν γένει- που σταματά να γράφει κάποια δεδομένη στιγμή της ζωής του είναι κάτι που στα μάτια μου μοιάζει συγκλονιστικό, άσχετα με τους λόγους και τις όποιες λογικοφανείς εξηγήσεις μπορεί κάποιος τρίτος να επικαλεστεί. Ο Σάλιντζερ αποτελεί ένα πιο γνωστό παράδειγμα. Δεν σταματά όμως εκεί η ιστορία αυτή. Όταν ανασύρθηκε από τη λήθη των χρόνων η Χάρογουερ και το επί τριάντα και πλέον χρόνια ανέκδοτο μυθιστόρημά της βρέθηκε στα ράφια των βιβλιοπωλείων, όχι απλώς γνώρισε μια κάποια εμπορική επιτυχία αλλά βραβεύτηκε ως το βιβλίο της χρονιάς. Ένα βιβλίο γραμμένο το 1971 βρήκε το κοινό του το 2014. Και μπορεί τις περισσότερες φορές τα βραβεία να μην αποτελούν κάποιον ασφαλή οδηγό ποιοτικής πλοήγησης, στην περίπτωσή μας όμως υπάρχει ένας ξεκάθαρος συμβολισμός. Διαβάζοντας το Στους δικούς μας κύκλους είχα διαρκώς αυτή τη μεταχρονολογημένη συνάντηση βιβλίου-αναγνωστών στο μυαλό μου, αναζητώντας τα λογοτεχνικά στοιχεία που άντεξαν στο πέρασμα των χρόνων, με τις έννοιες κλασικό και ρετρό να αναβοσβήνουν εναλλάξ.

Μοντερνισμός και γυναικεία γραφή, επιρροές από Βιρτζίνια Γουλφ, ροή συνείδησης αλλά και μεγάλα διαλογικά μέρη, χαρακτηρίζουν το βιβλίο αυτό, που αφηγείται την ιστορία δύο αδερφιών, της Ζόι και του Ράσελ, γόνων αστικής οικογένειας, που κάνουν στενή παρέα με δύο ορφανά αδέρφια, την Άννα και τον Στίβεν, μια ιστορία ενηλικίωσης που εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα και φέρνει στην επιφάνεια καταπιεσμένα συναισθήματα, αλλαγές στη δυναμική των σχέσεων, τη δύναμη της μοίρας, τους δρόμους που ενώ μοιάζουν να απομακρύνονται, ξαφνικά διασταυρώνονται. Το μυθιστόρημα αυτό αποτελεί ένα καλό παράδειγμα για τη σημασία που έχει ο τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας έναντι στο περιεχόμενό της. Η ιστορία ως ιστορία είναι κάπως παρωχημένη, κάπως απλοϊκή θα μπορούσε κάποιος να πει. Όμως, ο τρόπος με τον οποίο διηγείται η Χάρογουερ είναι τέτοιος, που μετατρέπει την ανάγνωση σε απολαυστική εμπειρία.

Η ιστορία των τεσσάρων ηρώων αποτελεί απλώς αφορμή για την Χάρογουερ, γι' αυτό αναφέρει επιγραμματικά κάποια κομβικά γεγονότα από τη ζωή τους, όπως γάμους ή θανάτους κοντινών τους προσώπων για παράδειγμα, για να επικεντρωθεί στα απόνερα των γεγονότων αυτών. Αυτό το εύρημα λειτουργεί έξοχα, αποτελεί δείγμα συγγραφικής ωριμότητας, το οποίο επιπλέον, μαζί με τις σελίδες ημερολογίων αλλά και την αλληλογραφία των ηρώων, προωθεί αβίαστα την πλοκή, δημιουργώντας σχέσεις αιτιότητας και συνοχής. Έτσι, παρά τις λίγες σελίδες του μυθιστορήματος σε σχέση με τον δραματικό χρόνο της ιστορίας, ο αναγνώστης δεν νιώθει πως διάβασε κάτι αποσπασματικό, τη συρραφή κάποιων στιγμιοτύπων, αλλά πως παρακολούθησε από κοντά τους ήρωες στην πορεία της ζωής τους.    

Χαμηλών τόνων αλλά υψηλής απόλαυσης βιβλίο.

Μετάφραση Κερασία Σαμαρά
Εκδόσεις Gutenberg

Πέμπτη 9 Μαΐου 2019

Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης - Heather Rose






Για το βιβλίο αυτό δεν ήξερα τίποτα, δεν είχα ακούσει κάτι γι' αυτό, δεν ανυπομονούσα για την κυκλοφορία του στα ελληνικά. Το είδα στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, και με κυρίευσε μια έντονη επιθυμία να το διαβάσω. Έτσι απλά.

Μπήκα στο βιβλιοπωλείο, πήρα το βιβλίο στα χέρια μου, στήθηκα στην ουρά, πλήρωσα, το έβαλα στην τσάντα μου και βγήκα στον δρόμο (γέννηση επιθυμίας, υλοποίηση επιθυμίας, χρόνος ελάχιστος).

Έκανα μια μεγάλη βόλτα. Εξ αρχής γι' αυτό είχα φύγει από το σπίτι, για να περπατήσω μέχρι τη θάλασσα, παρά την απειλή της βροχής. Η στάση στο βιβλιοπωλείο προέκυψε στην πορεία.

Κατά τη διάρκεια της βόλτας σκεφτόμουν διάφορα, ανάμεσα στα οποία και την επιθυμία να διαβάσω αυτό το βιβλίο για το οποίο -ακόμα- τίποτα δεν γνώριζα, εκτός από τον τίτλο, αλλά και αυτόν δεν τον θυμόμουν με απόλυτη ακρίβεια. Ίσως να ήταν το εξώφυλλο, το κόκκινο που τραβάει το βλέμμα -πρώτο μάθημα μάρκετινγκ σε οποιοδήποτε προπτυχιακό πρόγραμμα οικονομικής σχολής- ή ίσως αυτό το τρισδιάστατο εφέ με τα τετραγωνάκια. Τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε το ένστικτό μου αναζητούσα μάλλον να εντοπίσω, αλλιώς: τι ήταν εκείνο που ενεργοποίησε την ανάγκη κατανάλωσης. Σκεφτόμουν ακόμα τι είδους προσδοκίες θα μπορούσε να έχει κάποιος -εγώ στην προκειμένη περίπτωση- από μια τόσο βιαστική αγορά. Η κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε δεύτερη φορά πριν χτυπήσει το βιβλίο στην ταμειακή, κάτι το οποίο μπορεί να είναι α) ιδέα μου, β) τυχαίο γ)άσχετο με το βιβλίο. (Είχα και άλλες σκέψεις εκ των οποίων κάποιες δεν μπορώ να ανακαλέσω, ενώ κάποιες άλλες είναι εντελώς άσχετες με το παρόν κείμενο, μάλλον βαρετές παρά άκρως προσωπικές).

Μέχρι εκείνη τη στιγμή - που έφτασα στη θάλασσα, κάθισα σε ένα παγκάκι, έβγαλα το βιβλίο από τη τσάντα- δεν ήξερα πως είχε να κάνει με τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Κάτι το οποίο με έκανε να γελάσω, πρώτον γιατί αναφερόταν -έστω με μικρά γράμματα- στο εξώφυλλο και δεύτερον γιατί θεώρησα πως όλη η στρατηγική προώθησης του βιβλίου θα έπρεπε να σχετίζεται με τη Σέρβα καλλιτέχνη, τη στιγμή που εγώ αναζητούσα στο βαθύτερο ασυνείδητο τις απαντήσεις σχετικά με τη γέννηση της επιθυμίας.

Ομολογώ πως ελάχιστα είναι τα όσα γνωρίζω για την Αμπράμοβιτς. Ελάχιστα με δεδομένο το πόσο γνωστή είναι. Υποθέτω πως το όνομά της δεν θα ήταν αρκετό για να μου δημιουργήσει αναγνωστική επιθυμία. Πάλι πίσω στο άγνωστο λοιπόν.

Στο παγκάκι δίπλα στη θάλασσα ξεκίνησα να διαβάζω Το μουσείο της σύγχρονης αγάπης της Χέδερ Ρόουζ, εμπνευσμένο από τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς, σε μετάφραση της Βάσιας Τζανακάρη από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Δεν σηκώθηκα παρά όταν ο ήλιος άρχισε να δύει.

Το μυθιστόρημα περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς Η καλλιτέχνις είναι εδώ, την οποία η Μαρίνα Αμπράμοβιτς εκτέλεσε το 2010 στο ΜοΜΑ. Ο Άρκι Λέβιν, μουσικοσυνθέτης που ζει στη Νέα Υόρκη, επισκέπτεται καθημερινά την αίθουσα στην οποία η Αμπράμοβιτς κάθεται σε μία καρέκλα έχοντας απέναντί της μία κενή στην οποία μπορεί να καθίσει κάθε επισκέπτης που το επιθυμεί -και που έχει την υπομονή να αναμείνει στην ουρά.

Στο ανθρώπινο σύμπαν που περιστρέφεται γύρω από την περφόρμανς με προεξέχουσα την Αμπράμοβιτς, τους συνεργάτες της και τους επισκέπτες τής έκθεσης, η Ρόουζ προσθέτει τον εαυτό της ως αφηγηματική φωνή που ακούγεται από το μυθιστορηματικό υπερπέραν, αλλά και τη νεκρή μητέρα της Αμπράμοβιτς από το υπερπέραν γενικότερα. Το μυθιστόρημα αποτελεί μία σύνθεση πραγματικών και φανταστικών προσώπων και γεγονότων. Κάτι το οποίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρον κατά την ανάγνωση, αυτά τα ασταθή όρια μεταξύ αναπαράστασης και επινόησης.

Αν στο ένα άκρο εντοπίζεται η πρωτοτυπία της περφόρμανς αλλά και η ιδέα της Χέδερ να την τοποθετήσει στον κέντρο του μυθιστορήματός της, τότε στο άλλο άκρο εντοπίζονται αρκετά κλισέ και κάποιες ευκολίες ως προς την εκτέλεση του εγχειρήματος, ενώ, κάπου στο ενδιάμεσο, στέκει το μυθιστόρημα.

Στα θετικά του βιβλίου η αποτύπωση της ατμόσφαιρας και διαφόρων στιγμιοτύπων της περφόρμανς αλλά και η γενικότερη αίσθηση του ΜοΜΑ κατά τη διάρκεια της περφόρμανς αλλά και της αναδρομικής έκθεσης με έργα της Αμπράμοβιτς.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος θυμήθηκα το Σημείο ωμέγα του ΝτεΛίλο, ένα βιβλίο το οποίο είχα απολαύσει πάρα πολύ.       

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Ψυχογιός

Πέμπτη 14 Απριλίου 2016

Στη νεκρή καρδιά της ηπείρου - Kenneth Cook



Έκατσε στην έδρα του, παρακολουθώντας εξουθενωμένος τα παιδιά να αποχωρούν ένα ένα από την αίθουσα, και σκέφτηκε ότι, τουλάχιστον αυτό το τρίμηνο, ήταν λογικό να υποθέσει ότι κανένα από τα κορίτσια δεν έμεινε έγκυο.
Ο Τζον Γκραντ, ήρωας του μυθιστορήματος του Κένεθ Κουκ, επένδυσε χρόνο και χρήμα, κυρίως χρήμα, για να σπουδάσει, με σκοπό να δουλέψει ως δάσκαλος. Στο τέλος των σπουδών του, και με ορίζοντα τη μονιμοποίηση, αναγκάζεται να εγκαταλείψει το Σίδνεϊ, για να κάνει το διετές αγροτικό του στη Δυτική Αυστραλία, άγονη γραμμή της ηπείρου, στην πόλη Τιμπούντα, μια μικρή κωμόπολη στη μέση της ερήμου, εκεί που το πόσιμο νερό είναι πολυτέλεια και μόνο η μπύρα μπορεί πραγματικά να ξεδιψάσει κάποιον. Καθώς το τρίμηνο φτάνει στο τέλος του και ακολουθούν οι διακοπές των Χριστουγέννων, ο Γκράντ άλλο δεν ονειρεύεται απ' το να βρεθεί μακριά, χιλιάδες μίλια μακριά από τον άγονο εκείνο τόπο, άλλο δεν επιθυμεί παρά την απαλλαγή του, έστω και προσωρινή, από την ιδιότυπη εκείνη εξορία, την επιστροφή του στον πολιτισμό, στους φίλους του και σε εκείνη την κοπέλα με τα ξανθιά μαλλιά και τα αέρινα φορέματα, άλλο δεν λαχταρά από το να αντικρίσει τον ωκεανό και να νιώσει τον φρέσκο αέρα να του χτυπάει το πρόσωπο. Πρώτος σταθμός στο ταξίδι του αυτό η Μπουντανιάμπα, η κοντινή, κατ' ευφημισμό, μεγαλούπολη, η οποία οφείλει την ύπαρξή της στα ορυχεία. Εκεί, μια λανθασμένη απόφαση, μια στιγμιαία παράδοση στο πάθος του τζόγου θα τον αφήσει δίχως λεφτά. Το όνειρο γίνεται εφιάλτης.

Μια πόλη φάντασμα, της οποίας οι κάτοικοι δηλώνουν ευτυχισμένοι και περήφανοι για τον τόπο τους, ακόμα και εκείνοι οι πολλοί που μετανάστευσαν εκεί, μοιάζουν να βρήκαν το ιδανικό καταφύγιο από το παρελθόν τους. Η φιλοξενία, που χαρακτηρίζει τους κατοίκους, σε τίποτα δεν θυμίζει όσα ο Γκραντ έχει στο μυαλό του από την προηγούμενη ζωή του, στηρίζεται στο κάλεσμα για αλκοόλ, μια μελαγχολική γιορτή. Άσχημα μεθύσια, αιματοβαμμένα κυνήγια στην έρημο με θύματα άρρωστα, κατά κύριο λόγο, καγκουρό και μια διεστραμένη σεξουαλικότητα σε έξαρση· κάπως έτσι κυλούν οι μέρες του ήρωα εκεί.

Ο Κουκ καταφέρνει μαεστρικά να αποδώσει το κλίμα απομόνωσης, το τέλμα με το οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος ο ήρωάς του, σε έναν τόπο αχαρτογράφητο, δίπλα σε ανθρώπους με έναν συναισθηματικό κόσμο ακατονόητο, με μόνο μαξιλάρι τη μοίρα. Ο Γκραντ θα φτάσει στον πυρήνα της ύπαρξης, θα βρει δυνάμεις άγνωστες έως τότε, θα αναμετρηθεί κυρίως με τον ίδιο του τον εαυτό και στη συνέχεια με το περιβάλλον. Μυθιστόρημα καθαρά υπαρξιστικό, σχηματικό ως προς την έρημο στην οποία ο καθένας μπορεί να βρεθεί από τη μια στιγμή στην άλλη, ή να συνειδητοποίησει την χρόνια ύπαρξή της. Στο αποπνιχτικό περιβάλλον της ερήμου, με τη μυρωδιά του κακού αλκοόλ να αποτελεί αποκούμπι ακόμα και για τον αναγνώστη, ο Κουκ, δίχως ίχνος διδακτισμού και ηθικής, ακολουθεί τον ήρωα στην περιπλάνησή του αυτή, την οποία αποτυπώνει με μια γλώσσα τραχιά, δίχως φτιασίδια, επιτυγχάνοντας να αποτυπώσει το άνυδρο περιβάλλον και τον ορίζοντα που χάνεται στο βάθος της ατέλειωτης ερήμου.

Ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, σκληρό και ωμό, μια αυστραλιανή Πανούκλα, μου θύμισε πως θέλω να δω ξανά την ταινία The Proposition, σε σενάριο Nick Cave.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δημήτρης Κωνσταντίνου
Εκδόσεις Εξάρχεια

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015

Αλήθεια - Peter Temple



Ήταν ξαπλωμένη πάνω στον σάκο διακομιδής σε στάση ανάπαυσης γιόγκα -πόδια σε διάσταση, οι παλάμες προς τα πάνω, τα νύχια των ποδιών βαμμένα κατακόκκινα, μακριά πόδια, αραιές τρίχες εφηβαίου, μικρά στήθη.
Για έναν επιθεωρητή, σαν τον Στίβεν Βιλάνι, με πολυετή προϋπηρεσία στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών της Μελβούρνης, ο οποίος έχει ακολουθήσει όλη τη διαδρομή ανέλιξης, από την αρχή μέχρι τη θέση του επικεφαλής, η θέα ενός πτώματος αποτελεί ακόμα μια μέρα στη δουλειά. Όμως, η ομοιότητα της δολοφονημένης με την κόρη του αρκεί να τον αναστατώσει, ιδιαίτερα στο τέλος μιας δύσκολης μέρας. Το πτώμα βρέθηκε στο μπάνιο ενός διαμερίσματος, σε ένα νεόδμητο υπερπολυτελές συγκρότημα κατοικιών, μία από τις προβαλλόμενες αρετές του οποίου, για να προσελκύσει αγοραστές, είναι η υψηλού επιπέδου ασφάλεια. Τα συμφέροντα είναι μεγάλα και συνοψίζονται στα λόγια του υπουργού Δημόσιας Τάξης προς τον Βιλάνι: Δεν θέλουμε ένα περιστατικό με μια καριολίτσα να αμαυρώσει ένα έργο εκατομμυρίων δολαρίων, που είναι αιχμή του δόρατος για την πολεοδομία μας και ανεκτίμητο στολίδι για την περιοχή.

Με τις εκλογές να είναι προ των πυλών και τις κατασκευαστικές να οραματίζονται -μεταξύ άλλων- πολεοδομικές επενδύσεις ανάπλασης, ιδιαίτερα στον τομέα των μεταφορών και της ασφάλειας, οι πιέσεις που ασκούνται είναι τεράστιες, και αν σε αυτές προσθέσει κανείς και τη δημοσιογραφική έρευνα, έτοιμη να προσαρμοστεί στις εκάστοτε συνθήκες, αναζητώντας το οποιοδήποτε μελανό σημείο μπορεί να εντοπίσει, τότε το μείγμα γίνεται εκρηκτικό και η ηθική μετατοπίζεται εκτός κάδρου. Και ο Βιλάνι δεν είναι τέλειος. Έριξε το βάρος στην καριέρα του σε μια προσπάθεια να απεμπλακεί από το άσωτο παρελθόν του, που έθεσε τον γάμο του σε κίνδυνο, όμως η απουσία του συνεχίζει να αποτελεί την καθοριστική σταθερά αποτυχίας, κυρίως στο ρόλο του πατέρα, με την μικρότερη κόρη του, τη Λίζι, να περιπλανιέται στους δρόμους της Μελβούρνης αποπροσανατολισμένη υπό την επήρρεια ναρκωτικών ουσιών. Η σχέση του με τον πατέρα του, ο οποίος ζει πια μόνος του στη φάρμα, με το δάσος, που το φύτεψαν δέντρο δέντρο, και τα αγωνιστικά άλογα, ενώ το πύρινο μέτωπο, ευνοούμενο από τις υψηλές θερμοκρασίες και τους θυελώδεις ανέμους, αφήνει πίσω του μαύρη γη και πλησιάζει απειλητικά, πολύπλοκη.   

Ο Πίτερ Τεμπλ παραδίδει ένα πολυεπίπεδο και πολυδιάστατο αστυνομικό μυθιστόρημα, δικαιολογώντας τόσο τα βραβεία όσο και τις επαινετικές κριτικές που κατά καιρούς έχει λάβει, αρνούμενος να διηγηθεί μια απλή ιστορία διελεύκανσης ενός εγκλήματος, επιχειρώντας -και επιτυχάνοντας- να αποδώσει πειστικά μια πραγματικότητα, εκείνη της πολιτείας της Βικτόρια, με χαρακτήρες -προεξέχοντος του επιθεωρητή Βιλάνι- στέρεους και φυσικούς, με γωνίες που δημιουργούν σκιές και σύνθετες επιφάνειες, αντίθετα με όσους παρελαύνουν στην πλειονότητα ομοειδών ιστοριών. Όμως, το στοιχείο εκείνο που με έθελξε περισσότερο και με έκανε να εκτιμήσω, και τελικώς να απολαύσω, ακόμα περισσότερο την Αλήθεια, ήταν η σύνθετη καθημερινότητα του Βιλάνι, και δεν αναφέρομαι τόσο στην προσωπική του ζωή, στοιχείο που δεν είναι πρωτότυπο, αν και το εύρος και η ένταξή της στην κεντρική ιστορία είναι αδιαπραγμάτευτα ένα ακόμα ατού στη φαρέτρα του Τεμπλ, όσο στην επαγγελματική του καθημερινότητα. Είναι κάπως βαρετοί και ψεύτικοι οι επιθεωρητές εκείνοι που έχουν την πολυτέλεια να ασχολούνται με μία και μόνη υπόθεση για μέρες ή και για μήνες, απαλλαγμένοι από οτιδήποτε άλλο συμβαίνει στον έξω κόσμο και άπτεται της αστυνομικής αρμοδιότητας. Ο Βιλάνι, επικεφαλής τμήματος μην ξεχνάμε, προΐσταται πλήθους υποθέσεων, έστω και αν ξεκάθαρα υπάρχει μία η οποία τον βασανίζει περισσότερο και γι' αυτό άλλωστε είναι αρκούντως ενδιαφέρουσα ώστε να την αφηγηθεί κανείς.   

Η Αλήθεια διαθέτει όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά μιας καλής αστυνομικής ιστορίας, γεγονός που όμως δεν θα ήταν αρκετό αν ο Τεμπλ δεν ήταν τόσο ικανός στη διαχείριση του υλικού και στην αφήγησή της, γεγονός που ξεχωρίζει το μυθιστόρημα αυτό ανάμεσα σε τόσα άλλα του είδους, άποψη την οποία ενισχύει η βράβευσή του με ένα αμιγώς λογοτεχνικό βραβείο ( 2010, Miles Franklin Literary Award).  


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιώργος Μπέτσος
Εκδόσεις Τόπος

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Έθιμα ταφής - Hannah Kent




Η Χάνα Κεντ, γεννημένη στην Αυστραλία το 1985, βρέθηκε στην Ισλανδία ως υπότροφη της Λέσχης Ρόταρι· εκεί άκουσε πρώτη φορά την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ. Ήταν έφηβη.

Τη λένε Άγκνες Μάγκνουσντότιρ. Είναι μια από τις παραδουλεύτρες που καταδικάστηκαν για τους φόνους του Νάταν Κέτιλσον και του Πέτουρ Γιόνσον. Την έστειλαν να μείνει εδώ ώσπου να την εκτελέσουν.
Η Άγκνες, σε αναμονή της επικύρωσης της ποινής της, ζητά την πνευματική καθοδήγηση ενός νεαρού ιερέα, του Τότι. Μεταφέρεται πίσω στην κοιλάδα όπου γεννήθηκε, όπου, και για λόγους οικονομίας, θα φιλοξενηθεί, με εντολή του Νομαρχιακού Επιτρόπου, στο σπίτι του Νομαρχιακού Υπαλλήλου Γιον Γιόνσον, ο οποίος, παρά τις ενστάσεις της οικογένειάς του, δεν μπορεί να αρνηθεί. Η αναγκαστική συμβίωση και οι δυσκολίες της καθημερινότητας με τις δουλειές στο σπίτι και στον αγρό θα επαναπροσδιορίσουν σιγά σιγά την πραγματικότητα.    

Η ιστορία, που έλαβε χώρα στη Βόρεια Ισλανδία το 1829, στοιχειώνει την Κεντ, και της γεννά την επιθυμία να τη διηγηθεί. Δεν είναι η πρώτη που θα το επιχειρήσει. Με συστηματική έρευνα φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές της πρώτης αφήγησης, τα στοιχεία δεν πτοούν τη φαντασία της, η πραγματικότητα, άλλωστε, πολλές φορές ξεπερνά τον μύθο, ιδιαίτερα σε έναν τόπο όπως η Ισλανδία.

Η νεαρή συγγραφέας φροντίζει να αξιοποιήσει το σκηνικό στο οποίο διαδραματίζεται η ιστορία της Άγκνες, ένα περιβάλλον σκληρό και αφιλόξενο, με ακραία καιρικά φαινόμενα και στοιχειώδεις υποδομές, μια αραιοκατοικημένη χώρα που στηρίζεται στη γεωργία και την κτηνοτροφία, με τρομερή προσήλωση στην προετοιμασία για την αντιμετώπιση του χειμώνα, άνθρωποι που περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους στο σκοτάδι, με ελάχιστες κοινωνικές συναναστροφές, με ένα κεντρικό σύστημα διοίκησης, υπόλογο στον Δανό βασιλιά και με έντονη την επιρροή της εκκλησίας. Ταυτόχρονα, όμως, και μια χώρα με πλούσια παράδοση, θρύλους και ήρωες, τις Ισλανδικές Σάγκα. Έτσι λοιπόν, η Κεντ δεν χρειάζεται να καταφύγει σε μια γλώσσα ποιητική ή επιτηδευμένη για να αποδώσει την ατμόσφαιρα, δίχως αυτό να σημαίνει γλωσσική αδυναμία, βέβαια, αλλά αποφυγή ενός αχρείαστου φορτώματος και επικέντρωση στη σκιαγράφηση των χαρακτήρων και την αφήγηση της ιστορίας.

Και είναι εκεί, στην αφήγηση, που η Κεντ δείχνει την οξυδέρκειά της, βασίζοντάς την σε μια παράλληλη εναλλαγή πρώτου και τρίτου προσώπου αφήγησης. Σε πρώτο πρόσωπο, η Άγκνες, μια μελοθάνατη σε ένα νέο περιβάλλον, καλύτερο ως προς τις συνθήκες σε σχέση με την προηγηθείσα απομόνωση της φυλακής, μα εξίσου εχθρικό, η σιωπή των τοίχων δεν πονά τόσο όσο εκείνη των ανθρώπων, κλεισμένη στον εαυτό της, στις σκέψεις της, φοβάται, και πώς να μη φοβάται, πως ό,τι και αν πει θα χρησιμοποιηθεί σε βάρος της. Όσο ανοίγεται, απόρροια της σχέσης της με τον ιερέα Τότι και της οικειότητας με τις γυναίκες του σπιτιού, τόσο παίρνει θάρρος και δύναμη να διηγηθεί την ιστορία της, την ιστορία που σίγουρα εκείνη γνωρίζει καλύτερα από τους κριτές της. Σε τρίτο πρόσωπο, ένας παρατηρητής βοηθάει τη διήγηση να προχωρήσει, ευρισκόμενος και σε μέρη εκτός σπιτιού, εκεί που η Άγκνες πάλι πρωταγωνιστεί παρά την απουσία της. Παρατηρητής που ενδιαφέρεται πρωτίστως για τη δράση και δευτερευόντως για τον ψυχισμό των χαρακτήρων, γνωρίζοντας πως η φλόγα της Άγκνες αρκεί.
   
Σελίδα τη σελίδα η ένταση κορυφώνεται, υπολογισμένα και μαεστρικά, από την παράθεση, στις πρώτες σελίδες, του αρχειακού υλικού και τις πρώτες πληροφορίες σχετικά με την Άγκνες, μέχρι το τέλος, η Κεντ ανεβάζει την ένταση, εμπλέκοντας τον αναγνώστη στην ιστορία στηγ οποία πρώτη εκείνη ενεπλάκη, και εκεί, μάλλον, βρίσκεται το μυστικό, στην ιστορία της Άγκνες που στοίχειωσε τη δημιουργό.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Ίκαρος