Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Η Γοργόνα - Emilia Pardo Bazán




Δεν πέρασε καιρός από τότε που έγραφα:

Πλέον η Ισλανδία, στο μυαλό μου, έχει πια απομακρυνθεί από τις σκανδιναβικές χώρες, πλησιάζοντας την Ιρλανδία και τη βορειοδυτική μεριά της Ιβηρικής. Μη ρωτάτε γιατί. Είναι μια αίσθηση απλώς. Και είναι τώρα, που γράφεται το κείμενο, παρούσα η ανάγκη για εξωτισμό και μαγεία, η μεταφυσική εκείνη αίσθηση, ανάλογη με εκείνη που νιώθει κανείς, ακόμη και ο πλέον ορθολογιστής, στο υγρό τοπίο της Γαλικίας· εκεί που λίγο πριν ο ήλιος δύσει λέγονται οι πιο παράξενες ιστορίες, με τον αφηγητή να αδιαφορεί να πείσει για την εγκυρότητα των λεγομένων του, ενισχύοντας την ανασφάλεια του ξενοφερμένου, του άμαθου. Το επόμενο πρωί όμως, ο ορίζοντας, καθαρός από τη νυχτερινή βροχή, φαντάζει διαφορετικός, τα όρια της αντιληπτής πραγματικότητας σωτήρια, αν και ελάχιστα, διευρυμένα. 

Λίγο αργότερα παρακολούθησα την εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο Επί Λέξει, με αφορμή την κυκλοφορία της συλλογής διηγημάτων του Schiller, Εγκληματίας για την χαμένη του τιμή, απόρροια της συνεργασίας των Εκδόσεων Πάπυρος με το Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών "Μετάφραση-Μεταφρασεολογία" του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανάμεσα στα βιβλία της σειράς αυτής, και ένα που είχε διαφύγει της προσοχής μου το 2010, όταν κυκλοφόρησε, αλλά που τώρα ήταν ακριβώς αυτό που ζητούσα. Αναφέρομαι στη νουβέλα της Μπαθάν, η Γοργόνα.

Στις μέρες μας, το κάστρο και το αρχοντικό δεν είναι παρά μόνο ερείπια σκεπασμένα από πράσινες αψίδες πυκνού και άγριου κισσού, ρημαγμένα, με τοίχους που οι πέτρες τους, στο πέρασμα του χρόνου, έχουν κυλήσει στις απότομες πλαγιές του βουνού φθάνοντας μέχρι τη μεγάλη παραλία, όριο της κυριαρχίας των Απόντε, γνωστών σε όλη την περιοχή ως "οι άρχοντες της Γοργόνας".
Αναμφίβολα, ο λόγος που τους αποκαλούσαν έτσι ήταν το μικρό λιτό οικόσημο, άτεχνα σκαλισμένο σε γρανίτη, που κοσμούσε τον πύργο τους.

Εκεί, στις ακτές της Γαλικίας, ο ωκεανός δίνει και παίρνει ζωή, χτυπά και διαμορφώνει τραχιά και δίχως έλεος τις ακτές, παρασύρει στο βυθό του ναύτες και καράβια, ξεγελά με τη φαινομενική του ηρεμία, προσφέρει πλούσιες ψαριές, με τέτοια συχνότητα που του αποδίδονται τελικώς θεϊκές ιδιότητες, με αποτέλεσμα να γίνεται δέκτης μιας υστερόβουλης λατρείας. Εκεί, στο βυθό του, σε σπηλιές ντυμένες με χρυσό, λέγεται πως κατοικούν πλάσματα τρομαχτικής ομορφιάς, ένας υδάτινος κόσμος γνωστός μέσα από τις διηγήσεις και τα τραγούδια που περνούν από γενιά σε γενιά. Θρύλοι και δοξασίες που σχεδόν κανείς δεν παραδέχεται πως συμμερίζεται, και όποιος το κάνει υπάγεται αυτόματα στην κατηγορία του ελαφροΐσκιωτου, μα όμως όταν τα σημάδια αρχίσουν, στην αρχή δειλά μα αργότερα με περίσσιο θράσος, να εμφανίζονται, ο ιδρώτας όλων παγώνει.

Αυτή τη μεταφυσική ατμόσφαιρα καταφέρνει να αιχμαλωτίσει στις σελίδες της νουβέλας η, γεννημένη στη Λα Κορούνια, Μπαθάν. Και μπορεί να μην καταφέρνει -ίσως και να μη γίνεται πια- να τρομάξει τον σημερινό αναγνώστη αφήνοντάς τον άυπνο, γεννά όμως μια ιδιαίτερη, σκοτεινή έλξη, ένα συναίσθημα παιδικό, όταν ταυτόχρονα ήθελες να ακούσεις τη συνέχεια της ιστορίας αλλά κρυβόσουν κάτω από το σεντόνι, πιέζοντας τα αυτιά με τα χέρια σου, και εκείνη σου έλεγε, μήπως να μη συνεχίσω; και εσύ έβγαζες το κεφάλι για να πεις, πες, πες, πριν χωθείς ξανά κάτω από το σκέπασμα.  

Όμως, μια προσωπικότητα όπως η Μπαθάν σίγουρα θα είχε και άλλα πράγματα στο νου της όταν αποφάσιζε να διηγηθεί την ιστορία των Απόντε. Η προσέγγιση της νουβέλας ως παραβολής θα είχε βέβαια κάποια ενδιαφέροντα και προφανή σημεία, όμως αναγκαστικά στο βωμό της εκλογίκευσης και της αντιστοιχίας θα χανόταν η μαγεία. Σημειώνω μόνο, αφού έκλεισα τον κύκλο της ανάγνωσης διαβάζοντας ξανά τις πρώτες γραμμές, το στίχο εκείνο του Θανάση από το Σαμπάχ:

Όσοι με γέλασαν, όσοι με κέρασαν
πικρό ποτήρι κι άχρηστους κανόνες,
θα ηττηθούν απ' ό,τι πιο αδύναμο
από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.

Από τη χλόη που σκεπάζει ερειπιώνες.


υ.γ Η Μπαθάν (1851-1921) δεν υπήρξε μόνο μια σημαντική πεζογράφος, διαβάστε περισσότερα για εκείνην εδώ.




Μετάφραση: Θεώνη Κάμπρα
                     Δώρα Δημητρίου
                     Νάντια Γιαννούλια
Επιμέλεια Μετάφρασης - Εισαγωγή: Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Πάπυρος


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου