Πέμπτη, 22 Φεβρουαρίου 2018

Κόκκινος καπνός - Perla Suez






Τι υπέροχο βιβλίο ήταν αυτό που διάβασα, σκέφτηκα μόλις το έκλεισα και το άφησα στο δίπλα μου κομοδίνο, και στη συνέχεια σκεφτόμουν τον Πάνο, με τον οποίο γνωριστήκαμε μέσω των ιστολογίων μας -βρείτε εδώ το δικό του, μήπως και τον κάνετε να γράφει πιο συχνά-, αφού ήταν εκείνος που μου το πρότεινε, εγώ, βλέπετε, το είχα σταμπάρει όταν κυκλοφόρησε, όμως με τον καιρό και την επέλαση τόσων βιβλίων το ξέχασα, μου το πρότεινε σχεδόν ψιθυριστά, με ένα μήνυμα που έλεγε: να διαβάσεις τον Κόκκινο καπνό, αν δεν το έχεις κάνει ήδη δηλαδή, εμένα μου άρεσε πολύ. Και ύστερα σκεφτόμουν πόσο εύστοχο και ακριβές ήταν το σχόλιο τού μεταφραστή του βιβλίου, Αχιλλέα Κυριακίδη -πόσα και πόσα διαμαντάκια από τη Λατινική Αμερική, και όχι μόνο, δεν φέρουν την υπογραφή του;-: "Σπουδαία συγγραφέας, χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού". Ακριβώς αυτό! Χωρίς κανένα ίχνος συγγραφικού ναρκισσισμού, χωρίς καμία διάθεση να εντυπωσιάσει με πυροτεχνήματα, που γρήγορα και άδοξα χάνουν τη λάμψη τους, γνωρίζοντας ξεκάθαρα πως η ιστορία της χωρίς εξεζητημένο μακιγιάζ θα ήταν αρκετή για να φέρει την αλήθεια της στον αναγνώστη. Και έτσι ακριβώς έγινε.
Απόψε δεν έκλεισα μάτι, η πόρτα της κουζίνας έτριζε και χρειάστηκε να σηκωθώ πολλές φορές και να τη δέσω μ' ένα σύρμα για να ησυχάσει. Σκέπασα με μια κουβέρτα το παράθυρο της κουζίνας για να μη βλέπω - μου φαινόταν πως κάποιος γυρόφερνε εκεί έξω.
Μία οικογενειακή σάγκα, με τις αρχές της κάπου τον 18ο αιώνα στη Ρωσία και τη Γερμανία της φτώχειας και της εξαθλίωσης. Ο Βίλχελμ Κέλερ, γιος του Μπέρνχαρντ, και η Ούτε Σούλντινγκ θα αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στην Αργεντινή, και θα φέρουν στον κόσμο δύο παιδιά, τον Όσκαρ και τον Τόμας. Η ζωή του μετανάστη και ο σκληρός και διαρκής αγώνας του για επιβίωση και δημιουργία ενός καλύτερου αύριο, η επιθυμία και η άρνηση για ενσωμάτωση στο καινούριο περιβάλλον, τα βιώματα του παρελθόντος, οι προκλήσεις του παρόντος και τα όνειρα -χέρι χέρι με τις φοβίες- του μέλλοντος.

Δεν υπάρχει σήμερα χωρίς χτες, και δεν χρειάζεται κάποιος ειδικός ψυχολόγος ή άλλης ειδικότητας επιστήμονας για να το επιβεβαιώσει, γι' αυτό και η Σουέζ κρίνει απαραίτητο -και υλοποιεί τεχνικά εξαίσια- το διαρκές μπρος πίσω στον χρόνο, ώστε να φτάσει μέχρι το κλείσιμο της αυλαίας. Η θέση της γυναίκας, τα όνειρα-εφιάλτες των γονιών για τα παιδιά τους, η διαρκής ανατροπή των δεδομένων, η φυλακή των βιωμάτων, οι ιθαγενείς που θεωρούνται εξίσου ξένοι με τους ξένους, ο έρωτας και ο γάμος, η αργεντίνικη επαρχία της ομορφιάς και της εγκατάλειψης, η πολιτική, εσωτερική και εξωτερική, ανάμεσα σε άλλα, συνθέτουν, ή περιστοιχίζουν την ιστορία των Κέλερ.

Χωρίς τη σκληρότητα του ρεαλισμού της Ντελέντα, αλλά ταυτόχρονα χωρίς τα φτιασίδια άλλων ρευμάτων, όπως του μαγικού ρεαλισμού για παράδειγμα, η Σουέζ καταφέρνει μέσα σε 180 σελίδες ενός αραιογραμμένου μυθιστορήματος να δώσει στον αναγνώστη μια δυνατή και αληθινά συγκινητική ιστορία, γεμάτη από πραγματική ζωή, χωρίς υπερβολές και εξάρσεις. Ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνεται στη μνήμη του αναγνώστη -στη συναισθηματική κυρίως μνήμη, που ευτυχώς μοιάζει πολύ πιο ισχυρή και ανυπότακτη στο πέρασμα του χρόνου.

Πολύ μεγάλη έκπληξη το βιβλίο αυτό!

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Opera  

Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.





Στην αρχή η βροχή έγινε δεκτή κυρίως με αδιαφορία, μόνο κάποιοι λίγοι βρέθηκαν να εκφράσουν, με έκδηλη ανακούφισή, τη χαρά τους, η γη θα ξεδιψούσε. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, στον τόπο αυτόν η βροχή είναι κάτι το πρόσκαιρο, μια απλή αφορμή για δυσφορία της λεγεώνας των καιριστών -φράξιας η οποία ασχολείται, απουσία άλλου ενδιαφέροντος ή ελλείψει θάρρους, συνεχώς με τον καιρό, χωρίς να υπάρχει συνήθως κάποιος λόγος. Μία εβδομάδα μετά, κατά την οποία κάποια διαστήματα ψιλόβροχου αποτελούσαν μία απλή παύση στα κυβικά εκατοστά νερού ανά τετραγωνικό μέτρο, κανείς ακόμα δεν ήξερε με ακρίβεια να πει πόσα, η δυσαρέσκεια είχε πάρει διαστάσεις συλλογικού συναισθήματος, μία από τις ελάχιστες -η μοναδική ίσως;- περιπτώσεις ύπαρξης ενός συλλογικής σύμπνοιας, χωρίς φωνές διαμαρτυρίας. Δεν ήταν μόνο το στέγνωμα των ρούχων, αλλά, κυρίως, η ύφεση στην αγορά. Τις πρώτες ημέρες, δύο ή τρεις για την ακρίβεια, υπήρξε μια πρόσκαιρη, όπως έμελλε να αποδειχτεί, άνθηση -λέξη αστεία- στην αγορά αλεξιβρόχιων -κοινώς: ομπρελών- και αδιάβροχων ενδυμάτων, ενώ κάποιοι προνοητικοί έσπευσαν να αγοράσουν και αδιάβροχα υποδήματα -κοινώς: γαλότσες. Αξιοσημείωτες αγορές πλεούμενων σκαφών ή σωσιβίων γιλέκων δεν παρατηρήθηκαν.

Στην πτώση της αγοράς -κάποιοι έπαιξαν με τις λέξεις χρησιμοποιώντας τη λέξη στέγνωμα- αναφέρθηκαν πρώτοι -όπως πάντα- οι δημοσιογράφοι, αρχικά με εξωτερικές συνδέσεις-υπό την προστασία ομπρέλας και με έκδηλες τις κακουχίες στο πρόσωπο και τη φωνή από τη βροχή αλλά και τις σκηνοθετικές οδηγίες για θεατρικότητα στο στήσιμό τους. Αργότερα, τη δωδέκατη ή δέκατη τρίτη ημέρα, επέστρεψαν στην οικεία στεγανότητα των κλειστών χώρων, δεδομένου ότι η ταλαιπωρία για να προσεγγίσουν το στούντιο ήταν μάλλον αρκετή. Σταδιακά, και ενώ η βροχή συνεχιζόταν, τα περισσότερα καταστήματα παρέμεναν κλειστά, στους δρόμους κυκλοφορούσε ελάχιστος κόσμος, οι καπνιστές επιδείκνυαν το θάρρος τους απέναντι στον νόμο, οι εθελοντές ένιωθαν μια πρωτόγνωρη εγγύτητα με τους άστεγους και για τον λόγο αυτό έπαψαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους, προτιμώντας τη θαλπωρή του σπιτιού τους, οι πιστοί πείσθηκαν χωρίς ιδιαίτερο κόπο και χωρίς κατήχηση για το αληθινό νόημα της φράσης "πανταχού παρών", οι ερωτευμένοι κουράστηκαν. Μόνο οι ποιητές συνέχισαν να στρέφονται ενάντια στην ποίηση γράφοντας ποιήματα.

Μετά από πενήντα τρεις ή πενήντα τέσσερις ημέρες η βροχή σταμάτησε.

Στην αρχή κυριάρχησε μια κάποια επιφύλαξη, παρά τον λαμπρό ήλιο. Οι δρόμοι στέγνωσαν και άρχισαν να γεμίζουν πεζούς και οχήματα. Ελάχιστοι όμως παρατήρησαν την εξαφάνιση των πουλιών. Το μυστήριο λύθηκε αργότερα: καθώς ήταν αδύνατον να πετάξουν, κατέφυγαν σε υπόστεγα, και έτσι έπεσαν θύματα των διωκτών τους.

Λίγα χρόνια μετά κανείς δεν θυμόταν τίποτα πια.

(Μου στέλνει συχνά τέτοια κείμενα. Για την ακρίβεια, μου στέλνει τέτοια κείμενα κάθε φορά που έχει διαβάσει ένα βιβλίο που του δημιούργησε την ανάγκη να γράψει όπως του επέβαλε εκείνο, το βιβλίο· πολύ συχνά τότε, αν όχι πάντα, έχει αναπτύξει μια ιδέα που τον απασχολούσε -κάποιες φορές λέει "βασάνιζε"- πριν ή κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης. Έτσι, λέει, πρέπει να είναι οι παρουσιάσεις των βιβλίων.

Αυτή τη φορά στο υστερόγραφο έγραψε ότι το κείμενο που μου έστειλε το έγραψε μετά την ανάγνωση του βιβλίου Οι εργάτες του κρύου, του Αργεντίνου Ραμίρο Κιντάνα.)



Μετάφραση Ρομίνας Κηπουρίδου
Εκδόσεις Σαιξπηρικόν

Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Οι Τέσσερις Δίκαιοι - Edgar Wallace




Εξοχότατε,
το νομοσχέδιο που προτίθεστε να καταθέσετε στη Βουλή είναι άδικο. Έχει σχεδιαστεί ώστε να παραδώσει σε μια διεφθαρμένη και εκδικητική κυβέρνηση άτομα που αυτή τη στιγμή βρίσκουν στην Αγγλία άσυλο από τις διώξεις των δικτατόρων και των τυρράνων.
Συνεπώς, βρισκόμαστε στη θλιβερή θέση να σας προειδοποιήσουμε πως, εκτός και αν η κυβέρνησή σας αποσύρει το νομοσχέδιο, θα υποχρεωθούμε να σας εκτελέσουμε, και όχι μόνο εσάς αλλά και όποιον άλλον αναλάβει να προωθήσει ένα τόσο άδικο σχέδιο νόμου.
Την παραπάνω προκήρυξη υπογράφουν οι Τέσσερις Δίκαιοι, γνωστοί ανά την υφήλιο για την πολιτική τους δράση και την επιτυχημένη υλοποίηση των υποσχέσεων/απειλών τους. Ο ισχυρός υπουργός δικαιοσύνης ετοιμάζεται να φέρει προς ψήφιση έναν νόμο που θα επιτρέπει την έκδοση αλλοδαπών που διώκονται στις χώρες τους και έχουν βρει καταφύγιο στην Αγγλία. Οι Τέσσερις Δίκαιοι, αριστοκράτες με υψηλό αίσθημα δικαιοσύνης, δεν είναι διατεθειμένοι να επιτρέψουν κάτι τέτοιο, και στέλνουν το απειλητικό σημείωμα, το οποίο και αξιολογείται από τις αρχές ως αληθινά απειλητικό, ενώ ταυτόχρονα ετοιμάζουν το σχέδιο για τη δολοφονία του υπουργού σε περίπτωση που εκείνος επιμείνει να φέρει προς ψήφιση τον συγκεκριμένο νόμο.

Μια αφήγηση παράλληλη, από τη μία οι ετοιμασίες των τεσσάρων και από την άλλη η άμυνα της αστυνομίας, θα οδηγήσει στην κορύφωση του τέλους: θα κάνει πίσω ο υπουργός; Και αν όχι, τότε πώς θα υλοποιήσουν την απειλή τους οι Τέσσερις Δίκαιοι απέναντι στα δρακόντεια μέτρα της αστυνομίας; Οι Τέσσερις Δίκαιοι, πρώτο μέρος έξι βιβλίων του Έντγκαρ Γουάλας, δημοσιεύτηκε το 1905. Πολιτικό θρίλερ, στο οποίο ενυπάρχει επίσης το υποείδος "το μυστήριο του κλειδωμένου δωματίου", και σήμερα, παρότι έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια, εξακολουθεί να εντυπωσιάζει με την απλότητά του, αφήνοντας την αίσθηση μιας ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά, χωρίς αχρείαστες φιοριτούρες για τη δημιουργία ατμόσφαιρας, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την εποχή, επιλέγοντας ένα θέμα αμφιλεγόμενο, χωρίς να κάνει διάκριση ανάμεσα σε απόλυτα κακούς και καλούς. Οι Τέσσερις Δίκαιοι αποπνέουν μια ρομαντικότητα με διαχρονική ισχύ, καθώς, ενώ ανήκουν στην προνομιούχα τάξη, σε μια εποχή έντονης ανισότητας, επιλέγουν τη δράση και ρισκάρουν την προσωπική τους ελευθερία γι' αυτό που θεωρούν κοινό καλό.

Μυθιστόρημα το οποίο διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, με κτίσιμο χαρακτήρων και απόδοση εποχής, λογοτεχνική αξία που δεν έχει αλλοιώσει ο χρόνος, το αντίθετο μάλιστα, την έχει περιβάλλει με τον μανδύα του κλασικού και διαχρονικού.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφαση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

    

Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ταίναρον - Leena Krohn





Με τη σκανδιναβική λογοτεχνία να γνωρίζει παγκοσμίως τεράστια απήχηση, κυρίως -αλλά όχι μόνο- λόγω της αστυνομικής λογοτεχνίας, απόρροια μιας αναγνωστικής τάσης αλλά και της πολιτικής σχετικά με το βιβλίο αυτών των βόρειων χωρών, το γεγονός πως δεν είχα διαβάσει κανένα βιβλίο Φινλανδού συγγραφέα ήταν ένας λόγος που με οδήγησε στην πρόσφατη και για πρώτη φορά στα ελληνικά έκδοση του βιβλίου της Λέενα Κρουν με δύο νουβέλες. Το οπισθόφυλλο, μαζί με τις πρώτες σελίδες, διαβασμένες σε όρθια στάση στο βιβλιοπωλείο, ενέτειναν την επιθυμία μου.

Πώς να ξεχάσω εκείνη την άνοιξη που πηγαίναμε περίπατο στον Βοτανικό Κήπο του Πανεπιστημίου, αφού ένας τέτοιος κήπος υπάρχει κι εδώ, στο Ταίναρο, μεγάλος και καλοσυντηρημένος; Αν τον έβλεπες, θα έμενες άφωνος. Έχει πολλά φυτά που δεν τα γνωρίζει κανείς, ακόμα και ένα είδος που ανθίζει κάτω από το χώμα.

Η πρώτη νουβέλα, που δίνει και τον τίτλο στην έκδοση, γράφτηκε το 1985 και έχει μορφή επιστολική· εκείνη, η αποστολέας των αναπάντητων επιστολών, ζει πια μακριά από τον άγνωστο τόπο της, κάπου στον αντίποδα του Ταίναρου. Μέσα από τις τριάντα σύντομες επιστολές ένας μαγικός κόσμος κάνει την εμφάνιση του. Ο καλύτερός της φίλος στον νέο τόπο είναι ένα σκαθάρι. Ναι, ένα σκαθάρι. Όμως είναι τέτοιος ο τρόπος με τον οποίο διηγείται η Κρουν την ιστορία της, που οι ρεαλιστικές διαστάσεις της δεν τίθενται καμία στιγμή εν αμφιβόλω, ενδεδυμένη ταυτόχρονα με κάτι το παραμυθένιο, στις παρυφές του μαγικού ρεαλισμού, με σημείο εκκίνησης όμως την κεντροευρωπαϊκή λογοτεχνία. Είναι ο ξεχωριστός τρόπος με τον οποίο η Κρουν αντικρίζει τη σκοτεινή πλευρά του κόσμου, επιθυμώντας να δώσει μία διάσταση μαγική, χωρίς να αναλωθεί στον στεγνό καταγγελτικό ρεαλισμό, φλερτάροντας οριακά με το μελό και αρνούμενη να παραδοθεί ολοκληρωτικά στην παραβολή. Το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικό -επίσης: γλυκό, τρυφερό και συγκινητικό.

Στη δεύτερη νουβέλα, γραμμένη το 2013, με τίτλο Hotel Sapiens, η Κρουν ορίζει επίσης έναν νέο τόπο, αυτή τη φορά ένα ξενοδοχείο ανθρώπων, που θυμίζει φρενοκομείο, φυλακή ή στρατόπεδο συγκέντρωσης, αλλά ταυτόχρονα είναι και καταφύγιο από τον έξω κόσμο που έχει πια ισοπεδωθεί, ένα ξενοδοχείο που το διαχειρίζονται μηχανές, ένα περιβάλλον άχρονο, όπου το μόνο τικ τακ που ακούγεται είναι εκείνο του μηχανισμού του προσωπικού του. Εδώ η Κρουν, με τον ευδιάκριτο προσωπικό της τρόπο, όπως ήδη αποτυπώθηκε ευκρινώς εκείνος στην πρώτη νουβέλα, διηγείται μια δυστοπική ιστορία, που ανήκει στην ευρύτερη οικογένεια της Επιστημονικής Φαντασίας. Η μνήμη του παλιού κόσμου που σταδιακά ξεθωριάζει, τα όνειρα που καταγράφονται από τους φύλακες και οι ομιλίες γνωστών επισκεπτών -φιλοσόφων, ψυχολόγων και λογοτεχνών-, για την ακρίβεια μηχανών μεταμφιεσμένων σε πρωτοπόρους της σκέψης και της επιστήμης του παρελθόντος, συνυπάρχουν με την καθημερινότητα του ξενοδοχείου και τις αγωνίες των ενοίκων του.

Ένα βιβλίο μαγικό, που φανερώνει ένα πνεύμα με ποικίλα ενδιαφέροντα και μεγάλο εύρος γνώσεων, ένας ξεκάθαρα προσωπικός τρόπος γραφής, που συγγενεύει με άλλες σπουδαίες σύγχρονες συγγραφείς ταυτόχρονα όμως χωρίς να τις θυμίζει. Η Κρουν επιλέγει το λογοτεχνικό περιβάλλον που ταιριάζει καλύτερα στην ιστορία της και το διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι λειτουργικό και γόνιμο, για να χωρέσει και να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο εκείνη αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω της.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μαρία Μαρτζούκου
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Μυθιστόρημα - Θωμάς Συμεωνίδης





Τετάρτη βράδυ. Εκείνη έχει απ' ώρα αποκοιμηθεί. Κάτι βράδια, όπως αυτό, τη ζηλεύω για την ευκολία της στον ύπνο. Εγώ στριφογυρίζω, δεν βολεύομαι, και εκείνη δυσανασχετεί μες στον ύπνο της. Χωρίς ν' ανάψω το φως, βρίσκω τον δρόμο για το σαλόνι, το καλώδιο του ηλεκτρικού καλοριφέρ υπήρξε το πλέον απαιτητικό εμπόδιο, στη συνέχεια, ιεραρχικά, η αποφυγή του τριξίματος της πόρτας, μεγεθυμένου εκκωφαντικά μες στην ησυχία της νύχτας. Στο τραπέζι η κούπα του μισοτελειωμένου πρωινού καφέ και το βιβλίο του Συμεωνίδη. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις φωτογραφίες με μια κούπα καφέ και ένα βιβλίο που τόσο απεχθάνομαι. Σκέφτομαι την αντίστιξη της στιγμής, και γελάω μόνος μου ενώ τραβάω τη φωτογραφία και την ανεβάζω στα κοινωνικά δίκτυα. Τετάρτη βράδυ.

Κάποιες σελίδες αργότερα, και με την κούπα άδεια, συμβιβάζομαι με την αϋπνία. Ένα ακόμα βράδυ κερδισμένο ή ένα ακόμα βράδυ χαμένο. Όπως προτιμάτε.

Αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση της βραδιάς, λίγο πριν μετακινήσω το βιβλίο από πάνω μου και αναζητήσω το ξυπνητήρι που σημαίνει πρωί. Ο συμβιβασμός επιφέρει την παράδοση, σκέφτομαι ενώ ντύνομαι, εκείνη κοιμάται στο δωμάτιο και η ησυχία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα. Στο λεωφορείο, συνεχίζω το βιβλίο του Συμεωνίδη, οπισθοχορώ λίγες σελίδες από τη σήμανση του σελιδοδείκτη, να πιάσω το νήμα πριν την οριστική παράδοση στον ύπνο. Κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ελάχιστα είναι εκείνα που διαφέρουν. Η ρουτίνα της διαδρομής και των αστικών εικόνων. Στο διάζωμα, τα συνεργεία του δήμου αναχαιτίζουν την πορεία των φυτών προς το οδόστρωμα. Η κυρία δίπλα μου μυρίζει όμορφα. Εκείνη δεν θα ξυπνήσει παρά αργότερα.

Κοιτάζω το εξώφυλλο. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Η εικόνα του γνωστού πίνακα της πίπας με τον υπότιτλο Αυτό δεν είναι μία πίπα, μου έρχεται στο νου, δυσκολεύομαι να ανακαλέσω το όνομα του δημιουργού και καταφεύγω στην ψηφιακή αναζήτηση, Ρενέ Μαγκρίτ, ναι, ναι, μονολογώ, Ρενέ Μαγκρίτ. Δεν είναι μυθιστόρημα, μάλλον, έτσι, τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Θυμάμαι εκείνο το Πάσχα -Μεγάλη Βδομάδα στο χωριό, βαρετά και ανούσια, χωμένος στο κρεβάτι μου να διαβάζω Μπέκετ για πρώτη φορά. Είναι η στιγμή να πατήσω το κουμπί της στάσης, η κυρία δίπλα μου με προλαβαίνει, κατεβαίνουμε και περιμένουμε υπομονετικά το φανάρι για τους πεζούς, να μας προστατεύσει από την ορμή της λεωφόρου.

Φτάνω στη δουλειά είκοσι λεπτά νωρίτερα. Η μαγεία του απρόοπτου των αστικών συγκοινωνιών. Ζυγίζω τις σελίδες που απομένουν μέχρι το τέλος, παίρνω το ρίσκο, αργώ τελικά τρία λεπτά να περάσω την πόρτα, σύμφωνα με το ρολόι μου τουλάχιστον, με τον σελιδοδείκτη πλέον, παρά την ομορφιά του, άχρηστο. Αργότερα, στο μεσημεριανό διάλειμμα κοιτάζω τις σημειώσεις μου για το βιβλίο: Πάσχα/Μπέκετ, καφές/βιβλία, Παρίσι/Μετρό. Ποιος είπε ότι οι σημειώσεις μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια μία ανάγνωση;

Σήμερα είναι Κυριακή και αυτό είναι το κείμενο για ένα ιδιαίτερα όμορφο βιβλίο.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε - Δημήτρης Καρακίτσος





Τις περισσότερες συλλογές διηγημάτων τις βρίσκω μάλλον κακές, σίγουρα ασύνδετες και ξεκάθαρα άνισες. Κάποιες ελάχιστες με γοητεύουν. Τέτοια η περίπτωση της συλλογής από Ιστορίες του Βαρθολομαίου Ολίβιε, του ρεσεψιονίστ και διηγηματογράφου Βαρθολομαίου Ολίβιε, όπως γνωστοποιεί ο υπότιτλος.

Η ανάγνωση των ελάχιστων αυτών συλλογών έχει ακόμα ένα χαρακτηριστικό, είναι συνήθως αργή καθώς ανάμεσα σε δύο διηγήματα νιώθω την ανάγκη για ένα διάλειμμα, να κλείσω το βιβλίο για να το ανοίξω ξανά λίγο αργότερα, έτσι ώστε να μπορέσω εκ νέου να βυθιστώ στην επόμενη ιστορία. Η συγκεκριμένη ανάγνωση δεν διέθετε αυτό το χαρακτηριστικό, γεγονός που δεν οφειλόταν μόνο στη "μανία" να διαβάσω λίγο ακόμα, αλλά σε μία διάχυτη αίσθηση συνοχής, ορατής από την πρώτη κιόλας μετάβαση στο επόμενο διήγημα, αίσθηση η οποία εντεινόταν καθώς η ανάγνωση προχωρούσε, και ο Βαρθολομαίος Ολίβιε, ο αφηγητής των ιστοριών, αποκτούσε σάρκα και οστά -κάπως κλισέ ως φράση, το παραδέχομαι-, και ο τρόπος, του να παρατηρεί και να διηγείται διέθετε τη γοητεία ενός γνήσιου παραμυθά, κάτι που παραδόξως εντεινόταν στις ιστορίες εκείνες που λόγω θέματος έμοιαζαν εν πρώτοις αδιάφορες. Και έτσι, ο Καρακίτσος, με τον αφηγητή που επινοεί, μένει στα παρασκήνια των ιστοριών, μία κίνηση που μοιάζει να είναι συνειδητή, και, επιτρέψτε μου να πω, ευφυής.
Ξημερώνει. Οι ήρωες του ανά χείρας διηγήματος έχουν αποκοιμηθεί στις ξαπλώστρες. Είναι εξουθενωμένοι. Τους κακομεταχειρίστηκα όλο το βράδυ. Δεν τους επέτρεψα να κάνουν έρωτα. Η νύχτα ήταν ζεστή, έριξα την κιθάρα του αγοριού στις πλάκες της βεράντας για να τους τρομάξω. Έλυσα το άλογο και οι νέοι το ακολούθησαν, βρήκαν την πόρτα του γειτονικού σπιτιού ανοιχτή. Μια τηλεόραση έπαιζε σιγανά, το χρυσόψαρο άστραφτε μέσα στο ενυδρείο.
Άλλα μικρότερα, άλλα μεγαλύτερα, τα διηγήματα του Καρακίτσου διαθέτουν τη μη διαπραγματεύσιμη ιδιότητα, να είναι σφιχτά και σμιλεμένα στη λεπτομέρεια, δικαιολογώντας απόλυτα και χωρίς συμβιβασμούς την επιλογή της μικρής φόρμας. Και αν χωρικά οι ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, είναι περιορισμένες, έχοντας ως άξονα την Κέρκυρα, με την παράδοση στη μουσική και την επιρροή της Δύσης, δεν συμβαίνει το ίδιο ως προς τον χρόνο εξέλιξης των ιστοριών, που εκτείνεται σε ένα μεγάλο εύρος, όπως επίσης συμβαίνει και με τη θεματική τους. Ιστορίες κατασκοπείας και καθημερινά περιστατικά, θρύλοι και ρεαλισμός, ιστορίες στις οποίες ο Ολίβιε υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας και άλλες για τις οποίες άκουσε, αναφορές στον Μπόρχες και στον Λόβκραφτ αλλά και σε μουσικοσυνθέτες. Και παρά τις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες, καθώς η ανάγνωση περνά στο παρελθόν, παρατηρώ πως δυσκολεύομαι να επιμείνω στον χαρακτηρισμό του βιβλίου ως συλλογής διηγημάτων, αλλά τείνω να προτιμήσω εκείνον του σπονδυλωτού μυθιστορήματος, έχοντας επίγνωση του ατοπήματος αυτού, ίσως γιατί τελικά οι ωραίες ιστορίες ανήκουν στον αφηγητή τους, και στο πέρασμα του χρόνου συνθέτουν μια ιδιότυπη βιογραφία του ίδιου.


Η καλαίσθητη έκδοση, με την επιλογή του σχεδίου του Ανρί Ματίς και την ξεχωριστή υφή του χαρτιού, αποτελούν -απαραίτητες- λεπτομέρειες που καλό είναι να επισημαίνονται. 

Εκδόσεις Ποταμός  

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο - Mário de Andrade




Θα αρκούσε ο τίτλος για να τραβήξει την προσοχή του υποψήφιου αναγνώστη, ρόλο που θα πάρω εγώ, αγαπητέ αναγνώστη -μαζί με τον χαρακτηρισμό ρομαντικός-, και μετά δεν θα υπήρχε γυρισμός -εκτός από τον απαραίτητο μέχρι το βιβλιοπωλείο-, το όνομα του μεταφραστή Νίκου Πρατσίνη ακόμα μία εγγύηση, και η έκδοση ακόμα μία. Το είχα βάλει στο μάτι, όπως συνηθίζουν κάποιοι να λένε, όχι εγώ όμως, αγαπητέ αναγνώστη, εγώ θα έλεγα: αυτό το βιβλίο θέλω να το διαβάσω, απευθυνόμενος στον εαυτό μου κατά πάσα πιθανότητα, όμως αυτό είναι άσχετο, συμπληρώνοντας κάπως χαμηλόφωνα: κάποια στιγμή. Μου το έκαναν δώρο, χωρίς να το έχω ζητήσει, μια μεταβατική πράξη αγάπης. Έτσι απέφυγα τουλάχιστον τον απαραίτητο γυρισμό.

Παρέκβαση:


Μία από τις αναγνωστικές διαμάχες των περασμένων μηνών αφορούσε το βιβλίο της Λισπέκτορ Η ώρα του αστεριού. Πόλωση: από τη μία εκείνοι -μαζί κι εγώ- που το αποκαλούσαν αριστούργημα, από την άλλη εκείνοι -ίσως μαζί κι εσύ- που το αποκαλούσαν κακό και με βεβαιότητα έλεγαν πως η Λισπέκτορ δεν ξέρει να γράφει. Χμ. Υπερασπίζομαι μέχρι τελικής πτώσης το δικαίωμα στο προσωπικό γούστο: μου άρεσε ή δεν μου άρεσε. Αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Δύο όμως πράγματα με προβλημάτισαν στη συγκεκριμένη εχθρότητα απέναντι στη Λισπέκτορ. Πρώτον, η έλλειψη οποιασδήποτε αιτιολόγησης όσον αφορούσε τον χαρακτηρισμό του ως κακό βιβλίο, καμία αναφορά στο πλαίσιο και στις λογοτεχνικές αρχές που εκείνη υπηρέτησε. Δεύτερον, το πάθος με κάτι που δεν άρεσε σε κάποιον, αντί για το πάθος με κάτι που τον συγκλόνισε, αν τον συγκλόνισε. Βέβαια, παρά τα όσα ειπώθηκαν, κανέναν από τους αρνητές της δεν τον απασχόλησε το γιατί ενοχλήθηκε τόσο από το συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Γιατί η παρέκβαση με τη Λισπέκτορ αναρωτιέσαι, αγαπητέ αναγνώστη, και με το δίκιο σου. Λίγη υπομονή, παρακαλώ. Ο Μάριο Αντράντε υπήρξε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μοντερνισμού. Η Λισπέκτορ, λίγα χρόνια αργότερα, μία από τις πλέον γνωστές εκπροσώπους του βραζιλιάνικου μεταμοντερνισμού. Είναι κάπως πιο ξεκάθαρο τώρα; Δεν έχω την απαίτηση από κανέναν να εντρυφήσει στη λογοτεχνική θεωρία, πριν αποφασίσει να διαβάσει το ένα ή το άλλο βιβλίο μυθοπλασίας. Μακριά από μένα κάτι τέτοιο. Όμως, αν ενοχληθείς, αν δεν μπορέσεις να καταλάβεις γιατί κάποιο έργο θεωρείται αριστούργημα, δεκαετίες μετά την αρχική του έκδοση, δεν θα βοηθούσε η καταφυγή στη θεωρία; Όχι για να σου αρέσει μετά με το ζόρι, αλλά για να καταλάβεις γιατί δεν σου άρεσε. Στην παρούσα έκδοση κάτι τέτοιο είναι πιο απλό, καθώς η κατατοπιστική εισαγωγή και τα σχόλια του μεταφραστή αποτελούν ένα σημαντικό εργαλείο στα χέρια του αναγνώστη. 

Ο πατέρας μιας πλούσιας οικογένειας συμφωνεί με μια Γερμανίδα γκουβερνάντα και την προσλαμβάνει. Πίσω από το προφανές της εκπαίδευσης των παιδιών βρίσκεται κάτι ακόμα, η σεξουαλική διαπαιδαγώγηση του δεκαεξάχρονου υιού. Μη βγει τοιούτος το παιδί, μην μπλέξει με καμία πόρνη.

Μοιάζει με σενάριο σαπουνόπερας. Αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος.

Και τι με αφορά εμένα μια ιστορία όπως αυτή, μπορεί να αναρωτηθείς, αγαπητέ αναγνώστη, και δεν θα είχες εντελώς άδικο. Πριν αμφισβητήσουμε την ικανότητα και το εύρος της φαντασίας του Μάριο ντε Αντράντε, θα ήταν χρήσιμο να αναλογιστούμε τη χρονολογία συγγραφής του Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο, και τις προθέσεις του συγγραφέα, να αναζητήσουμε εκεί επιπλέον λόγους ανάγνωσης. Ο Μάριο ντε Αντράντε επιθυμεί να διηγηθεί μια λαϊκή ιστορία, αυτό είναι ξεκάθαρο, με έναν τρόπο όμως διαφορετικό, γοητευμένος από το κίνημα του μοντερνισμού και την ανάγκη για αναζήτηση της εθνικής και κατ' επέκταση της γλωσσικής ταυτότητας, την αναζήτηση της βραζιλιανικότητας. Ο ενεργός ρόλος που ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον αναγνώστη με τη διαρκή του απεύθυνση σε αυτόν αποτελεί βασικό γνώρισμα του μοντερνισμού. Ο αφηγητής, που πότε είναι παντογνώστης και πότε δεν είναι, πότε ξέρει και πότε φαντάζεται, είναι σίγουρα παιχνιδιάρης και ταυτόχρονα απαιτητικός από τον υποψήφιο αναγνώστη της ιστορίας, μην αφήνοντάς τον στιγμή να εφησυχάσει. Εδώ έχουμε ένα δείγμα -μια απόπειρα που τελικά κατέληξε να συμπεριληφθεί στον κανόνα- του βραζιλιάνικου μοντερνισμού.

Η απόσταση, χωρική και χρονική, από το μυθιστόρημα είναι μάλλον σίγουρο πως θα στερήσει από τον αναγνώστη ένα μέρος της απόλαυσης, όπως και η μη ανάγνωση στο πρωτότυπο. Όμως, υπάρχουν στοιχεία ικανά να γοητεύσουν, όπως για παράδειγμα η γλώσσα και η προφορικότητα ή η διάθεση του συγγραφέα για κριτική και σάτιρα. Ακόμα και στοιχεία της ίδιας της υπόθεσης όμως, ο χαρακτήρας της γκουβερνάντας για παράδειγμα ή η ερωτική απογοήτευση ενός νεαρού ανθρώπου ή, σε γενικότερο πλαίσιο, η σχέση υπερπροστατευτικότητας των γονιών απέναντι στα παιδιά τους και του ευνουχισμού τους.

Αγαπητέ αναγνώστη,
το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο δεν είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα εξαιτίας της θέσης του στη λογοτεχνική θεωρία και μόνο. Το Αγαπώ, ρήμα αμετάβατο είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα για πολλούς ακόμα λόγους, τους περισσότερους εκ των οποίων θα ανακαλύψεις ίσως μόνο εσύ, και αυτό είναι το μαγικό, ξέρεις, με τη λογοτεχνία, ο υποκειμενικός της χαρακτήρας, αυτή η αδυναμία να εκφράσεις τα συναισθήματα, τόσο έντονα και παρόντα, που σου γέννησε ένα βιβλίο. Βέβαια, μπορεί καθόλου να μη σου αρέσει, και τότε, ακόμα κάτι μαγικό, θα έχεις σμιλεύσει με ακόμα μεγαλύτερη ακρίβεια την προσωπική σου αισθητική.
Με ευχαριστίες για την προσοχή σου
(δυσανάγνωστη υπογραφή)

Μετάφραση Νίκος Πρατσίνης
Εκδόσεις Ροές