Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Άμμος στο στόμα - Hervé Le Corre





Η γυναίκα κουτσαίνει. Δυσκολεύτηκε να κατεβεί από το βαγόνι, στρίβοντας αδέξια με άξονα το γερό της πόδι. Ένας ώριμος άντρας, κομψός, με ευγενικό χαμόγελο στα χείλη, αναμφίβολα γοητευμένος από τα πελώρια μαύρα μάτια και το σκεπτικό  και θεληματικό προφίλ, βοήθησε το ελαφρό της σώμα να πατήσει στην τσιμεντένια αποβάθρα. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε μ' ένα ψέλλισμα και μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού.

Μία επιχειρησιακή ομάδα Βάσκων αυτονομιστών ανατινάζει ένα υπό ανέγερση ξενοδοχείο στη νοτιοδυτική Γαλλία, στη συμπλοκή με την αστυνομία ένα από τα μέλη της ομάδας τραυματίζεται, η Εμίλια τον φυγαδεύει αρχικά στο Μπορντό με στόχο να περάσουν στην ισπανική πλευρά της Χώρας των Βάσκων, ώστε να του παρασχεθεί ιατρική φροντίδα κρυφά από τις αρχές. Ταυτόχρονα, ο Άνχελ Ματάνθας, κυνηγός κεφαλών, στην υπηρεσία της ισπανικής κυβέρνησης, βρίσκεται στο κατόπι των αυτονομιστών.

Με λίγα λόγια, και χωρίς λεπτομέρειες που θα κατέστρεφαν την αναγνωστική έκπληξη του αναγνώστη, αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος Άμμος στο στόμα του Ερβέ Λε Κορ. Με βάση την περιγραφή της ιστορίας, κάποιος θα περίμενε είτε ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης είτε ένα πολιτικά στρατευμένο μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας θα έπαιρνε θέση υπέρ ή κατά της αυτονομιστικής δράσης των Βάσκων. Όμως ο Λε Κορ δεν μοιάζει να επιθυμεί κάτι τέτοιο, ή τουλάχιστον δεν αποτυπώνεται κάποια τέτοια πρόθεση στις σελίδες του μυθιστορήματός του. Και συνήθως προκύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον λογοτεχνικό υβρίδιο όταν η συγγραφή ενός μυθιστορήματος πατάει στις αρχές κάποιου είδους, στο κατασκοπευτικό ή στο πολιτικό θρίλερ στην προκειμένη περίπτωση, όμως ο συγγραφέας του δοκιμάζει, και ενίοτε πετυχαίνει, να ξεφύγει από τα όρια του συγκεκριμένου είδους και να διερευνήσει με αυτόν τον τρόπο νέα εδάφη.

Μέσα από το Άμμος στο στόμα, μυθιστόρημα που διαβάζεται αχόρταγα και με ένταση, ο Λε Κορ επιτυγχάνει να αναδείξει και παράπλευρες πτυχές στην κεντρική του ιστορία, όπως για παράδειγμα το τίμημα της αλληλεγγύης, τίμημα που όμως δεν ηρωοποιείται ούτε και καθαγιάζεται. Η όποια ταύτιση με τους ήρωες, είτε από τη μία, είτε από την άλλη πλευρά, δεν είναι άμεση, παρά έμμεση και σε ένα δεύτερο επίπεδο, και αυτό είναι μία ξεκάθαρη επιτυχία του γεννημένου στο Μπορντό συγγραφέα. Για να δώσω ένα παράδειγμα επ' αυτού, η έμμεση ταύτιση με την ηρωίδα θα μπορούσε να προέλθει από το ερώτημα: εσύ μέχρι πού θα έφτανες για να βοηθήσεις έναν σύντροφο, όχι άμεσα, δηλαδή έναν αυτονομιστή σύντροφο στον αγώνα για αυτονομία, αλλά έναν σύντροφο που έχει την ανάγκη σου και εσύ θα πρέπει να ρισκάρεις κάποια πράγματα;

Το φυσικό τοπίο και οι ακραίες καιρικές συνθήκες συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα, ένα πέπλο ομίχλης και καταχνιάς μοιάζει να καλύπτει την ιστορία. Η γλώσσα είναι αρκετά απλή και λακωνική σε περιγραφές και λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να είναι αρκετά σφιχτό και συμπαγές, μια τραχιά επιφάνεια που συντελεί στην άβολη, λόγω και της ιστορίας, αναγνωστική διαδικασία.

Ενδιαφέρον μυθιστόρημα, ειλικρινών προθέσεων -με πολιτικές προεκτάσεις-, το Άμμος στο στόμα είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της καλής και χαμηλών τόνων σχολής του γαλλικού νουάρ μυθιστορήματος.

Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου    

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ο συνοδοιπόρος - Viet Thanh Nguyen




Είμαι κατάσκοπος, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ' αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόμου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμιά φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον έτσι να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει -είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι.

Κάπως έτσι ξεκινάει η απολογία(;) του αφηγητή, ο οποίος στον πόλεμο του Βιετνάμ έπαιξε διπλό παιχνίδι, συνεργαζόμενος φαινομενικά με τους Νότιους αλλά επιθυμώντας να προασπίσει τα συμφέροντα των Βορείων. Μέσα από την καταιγιστική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θα επιχειρήσει να αποτυπώσει στο χαρτί όλα όσα συνέβησαν με πρωταγωνιστή τον ίδιο, να εξηγήσει τον διπλό του ρόλο, να υπερασπιστεί όλα όσα αναγκάστηκε να κάνει και να καυχηθεί για όσα πέτυχε κάτω από τη μύτη του εχθρού, ακόμα και όταν δεν είναι σίγουρος για το ποιος πραγματικά είναι ο εχθρός.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ποτέ ότι ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ θα μου προσέφερε τόση μεγάλη αναγνωστική απόλαυση, ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κατασκοπευτικό, αλλά σε καμία περίπτωση ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν θα ήταν αρκετός για τον Συνοδοιπόρο του γεννημένου στο Βιετνάμ αλλά μεγαλωμένου στις ΗΠΑ Viet Thanh Nguyen. Το νεύρο στην αφήγηση και ο πολυεπίπεδος χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι τα δύο εκείνα στοιχεία που κάνουν τον Συνοδοιπόρο ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό ντεμπούτο, που έλαβε πλήθος βραβείων και διακρίσεων, με αποκορύφωμα το βραβείο Πούλιτζερ.

Η αναζήτηση ταυτότητας, το αίσθημα του να νιώθει κανείς ξένος ακόμα και στην ίδια του την πατρίδα, η φιλία που συγκρούεται με το καθήκον, η ανασφάλεια για το τι είναι σωστό και τι λάθος, η αντίθεση Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα σε άλλα, αποτελούν πυλώνες εξίσου σημαντικούς με τη δράση, αναπόσπαστα κομμάτια της πλοκής του μυθιστορήματος. Κάποιες ανατροπές εντείνουν ακόμα περισσότερο το αίσθημα αγωνίας, που πηγάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ενισχύοντας, πάντα μαζί με το νεύρο της αφήγησης, την πείνα του αναγνώστη να δει τι γίνεται παρακάτω, σε ένα μυθιστόρημα στο οποίο δεν υπάρχουν ξεκάθαροι καλοί και κακοί, στο οποίο κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο.

Ίσως το γεγονός της διπλής ταυτότητας του συγγραφέα, πάντα μαζί με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, να δίνει την εξήγηση για το πώς κατάφερε να συλλάβει και να υλοποιήσει αυτό το μυθιστόρημα, αποδεχόμενος την ύπαρξη πολλαπλών εκδοχών για το ίδιο γεγονός, πατώντας στη Δύση αλλά και σε ένα βαθμό και στην Ανατολή, φέροντας αρκετά από τα στοιχεία ταυτότητας του αφηγητή του, ακόμα και χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου εκείνου, και έτσι επιτυγχάνει ακόμα κάτι σπουδαίο, να γράψει ένα μυθιστόρημα οικουμενικό, παρότι αναφέρεται σε κάτι συγκεκριμένο όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ.  

Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Utopia

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ένας ζωγράφος του καιρού μας - John Berger





Όλα ξεκίνησαν όταν μία φίλη μού πρότεινε το μυθιστόρημα Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα και ιστορικού τέχνης Τζον Μπέργκερ, τον οποίο εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή πρακτικά αγνοούσα, αν και το όνομά του μου ήταν γνωστό. Διάβασα το μυθιστόρημα και ενθουσιάστηκα -περισσότερα επ' αυτού μπορείτε να διαβάσετε εδώ-, έτσι άρχισα να αναζητώ και άλλα βιβλία δικά του, τόσο μυθοπλασίας όσο και δοκίμια. Ακόμα ένα νήμα είχε ξεδιπλωθεί εμπρός μου, γεγονός που με έκανε να νιώθω τρομερά χαρούμενος. Στο παζάρι της Πλατείας Κοτζιά έπεσα πάνω στο Ένας ζωγράφος του καιρού μας.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι το πρώτο που έγραψε ο Μπέργκερ (1958). Χρησιμοποιώντας το εύρημα της ανακάλυψης του ημερολογίου του ζωγράφου Γιάνος Λάβιν, Ούγγρου κομμουνιστή που έφτασε στο Λονδίνο το 1938, ο Μπέργκερ στήνει το πορτραίτο ενός ζωγράφου του καιρού εκείνου, συνδυάζοντας εκτός των καλλιτεχνικών ανησυχιών και τις σκέψεις ενός κυνηγημένου ανθρώπου, μακριά από την πατρίδα του, η οποία τελεί πλέον υπό κομμουνιστικό καθεστώς, τα συναισθήματά του, τις ελπίδες και τους φόβους του.
Σ' αυτό το σημειωματάριο δεν θα κάνω κανένα σχέδιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κράτησα ημερολόγιο. Στο Βερολίνο κρατούσα σημειώσεις και αποσπάσματα από λόγους άλλων, για να τα χρησιμοποιήσω αργότερα σε διαλέξεις, συζητήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αλλά σ' αυτό θα κρατώ μόνο τις δικές μου σκέψεις. Είμαι πλέον πολιτικό παρελθόν· δεν πρέπει να καταγράφω τις καταστάσεις σαν εξωτερικά φαινόμενα, ούτε και είναι αυτός ο λόγος που θα κρατώ σημειώσεις. Θέλω να ξαναδώ τον εαυτό μου. Κατά το παρελθόν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα από τα γεγονότα στα οποία συμμετείχα. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια σ' αυτή την απομονωμένη και τυχερή χώρα η ζωή μου δεν έχει σκαμπανεβάσματα. Υπηρετώ την τέχνη μου. Η ζωγραφική όμως δεν αποτελεί γεγονός παρά μόνο όταν τη βλέπουν οι άλλοι.

Ο συγγραφέας εμπλέκει τον εαυτό του στην ιστορία λόγω της -επινοημένης- στενής φιλικής σχέσης του με τον Λάβιν, γεγονός που του επιτρέπει να ενσωματώσει στο ημερολόγιο επεξηγηματικά σχόλια, να αναφερθεί αναλυτικότερα σε καταστάσεις τις οποίες ο ζωγράφος αναφέρει επιγραμματικά και στις οποίες εκείνος, ο Μπέργκερ, ήταν παρών, ή ακόμα και να εκφράσει την έκπληξή του για το πόσο διαφορετικά έμοιαζε να βιώνει ο φίλος του διάφορες καταστάσεις σε σχέση με το πώς τις κατέγραψε αργότερα.

Το στοιχείο εκείνο που κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο υπέροχο είναι το νεύρο του Λάβιν στην καταγραφή των ημερολογιακών καταχωρήσεων, χωρίς το οποίο το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν άψυχο, καθώς ούτε οι σκέψεις περί τέχνης από μόνες τους ούτε τίποτε άλλο δεν θα ήταν αρκετό για να το μετατρέψει σε ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα. Σε κάποια σημεία η αίσθηση της ανάγνωσης είναι τόσο συγκλονιστική που μου θύμισε την αξέχαστη εμπειρία της ανάγνωσης του Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μυθιστόρημα -και- πολιτικό, με το διαρκές ερώτημα, τι είναι δυνατόν να προσφέρει η τέχνη στην ανθρωπότητα, να βασανίζει τον Λάβιν, που νιώθει προνομιούχος ζώντας σε ένα μέρος όπως το μεταπολεμικό Λονδίνο, ενώ οι περισσότεροι από τους συντρόφους του επέστρεψαν στην Ουγγαρία, επιχειρώντας να υλοποιήσουν το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία, παίρνοντας ρίσκα ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, την ώρα που εκείνος, αν και με διάφορες οικονομικές δυσκολίες, έχει να αναμετρηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ανάγκη του να ζωγραφίζει διαρκώς, την απογοήτευση και την ικανοποίηση που προσφέρει η τέχνη.

Πραγματικά σπουδαίο βιβλίο, αναζητήστε το!    

Μετάφραση Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Το μεγαλείο της ζωής - Michael Kumpfmüller





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ με κάποια επιφύλαξη είναι η αλήθεια. Θα ήταν άραγε δυνατόν να αποδώσει κάποιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φραντς Κάφκα, να ενσωματώσει αποσπάσματα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του, να συμπληρώσει τα κενά, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Και όλο αυτό να μη θυμίζει μία άψυχη βιογραφία, αλλά να αποπνέει κάτι το συγκλονιστικό, γιατί φαντάζομαι πως δεν θα είναι λίγοι οι συγγραφείς εκείνοι που, γοητευμένοι από τη ζωή και το έργο του Κάφκα ή παρακινημένοι από μία σίγουρη εκδοτική επιτυχία, δεν θα φλέρταραν κάποια στιγμή με την ιδέα να ασχοληθούν με τον καταραμένο συγγραφέα.

Η όποια επιφύλαξη παραμέρισε σύντομα, ο συνδυασμός της ικανότητας -αλλά και της έρευνας και της αγάπης- του Κουμπφμέλλερ από τη μία και της αύρας του Κάφκα ως -μυθιστορηματικού- ήρωα από την άλλη συνετέλεσαν σε ένα αποτέλεσμα σαγηνευτικό παρά τη θλίψη της ιστορίας αλλά κυρίως της εκ των προτέρων επίγνωσης του τέλους. Είναι από τα παραδείγματα εκείνα που αποδεικνύουν πως συχνά δεν έχει σημασία αν η ιστορία είναι γνωστή και ειπωμένη, αλλά είναι ο τρόπος να διηγηθεί κανείς μία ιστορία εκείνος που αληθινά μετράει.
Καλούν ταξί, εκείνη ετοιμάζει τις βαλίτσες, ο Φραντς γράφει στους γονείς. Βρέχει και φυσάει, η διαδρομή είναι ένας εφιάλτης. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο δεν υπάρχει κλειστό αυτοκίνητο κι έτσι κάνουν όλο το δρόμο χωρίς καμιά προστασία από τις καιρικές συνθήκες, η Ντόρα στέκεται όρθια μπροστά του και τον σκεπάζει με το παλτό της, σαν υπνωτισμένη, μη μπορώντας να το πιστέψει. Στην κλινική τον παίρνουν αμέσως και περνάει μια αιωνιότητα προτού της επιτρέψουν να μπει στο δωμάτιό του -που μοιάζει μάλλον κελί.

Μία από τις πλέον συγκινητικές ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορία πραγματική, της ζωής και όχι της μυθοπλασίας, η Ντόρα να στέκεται όρθια μπροστά από τον άρρωστο Φραντς για να του κάνει απάγκιο, στο ανοιχτό αυτοκίνητο που τους μεταφέρει σε ένα ακόμα δωμάτιο κλινικής.


Το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ διαθέτει αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία πέρα από την αλήθεια που φέρει· οι μακροπερίοδες προτάσεις, με τον πλάγιο λόγο και τις ενσωματωμένες σκέψεις· ο τρόπος με τον οποία προωθεί την πλοκή, ενώ ταυτόχρονα μας καταβυθίζει στον συναισθηματικό κόσμο του Κάφκα αλλά και της Ντόρας· η ικανότητά του να μην δειχθεί αλλά ταυτόχρονα να μη λυγίσει υπό το καφκικό βάρος· η γλώσσα.

Δεν θα ήταν αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως και μόνο η παρουσία του Κάφκα θα ήταν αρκετή. Υπάρχουν αρκετά αντιπαραδείγματα συγγραφέων που πάτησαν πάνω στη ζωή και το έργο σπουδαίων δημιουργών και όμως δεν κατάφεραν τίποτα παραπάνω από ένα βιαστικό και ανώριμο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα. Θα ήταν όμως αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως η παρουσία του Κάφκα έδωσε κάτι παραπάνω στην αναγνωστική απόλαυση -όσο και αν το ουσιαστικό απόλαυση μοιάζει παράδοξο στην ανάγνωση μιας ιστορίας όπως αυτής. Το μεγαλείο της ζωής είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό.  
   
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Τα πλούτη μας - Kaouther Adimi




Πρώτα, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στην οδό Χαμανί, πρώην Σαρράς. Τέτοια γαλήνη είναι σπάνια σε μια πόλη σαν το Αλγέρι, πάντα με κίνηση και θόρυβο, που δεν σταματά να πάλλεται, να παραπονιέται, να βογκάει. Ύστερα κάποιοι άντρες κατέβασαν τα ρολά στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη και η σιωπή έσπασε. Ω, έχει πάψει να είναι βιβλιοπωλείο από τη δεκαετία του 1990 και από τότε που το Κράτος το πήρε από την κυρία Σαρλό, τη νύφη του παλιού ιδιοκτήτη. Είναι ένα απλό παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου. Ένα μέρος χωρίς όνομα, μπροστά στο οποίο σπάνια στέκονται οι διαβάτες. Αλλά συνεχίζουμε να το λέμε το βιβλιοπωλείο Τα Αληθινά Πλούτη, όπου συνεχίσαμε για χρόνια να λέμε οδός Σαρράς αντί οδός Χαμανί. Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Κάποτε στο Αλγέρι υπήρχε ένα βιβλιοπωλείο, Τα Αληθινά Πλούτη, στην οδό Σαρράς, πλέον οδός Χαμανί. Η, γεννημένη το 1986, Αλγερινή συγγραφέας Αντιμί περπατώντας μια μέρα στους δρόμους του Αλγερίου θα πέσει πάνω σε ένα μικρό κατάστημα, πλέον παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου, στην πρόσοψή του υπάρχει ακόμα το έμβλημα που χάραξε ο εκδότης Εντμόντ Σαρλό: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο. Η συγγραφέας θα γοητευτεί από την ιστορία του βιβλιοπωλείου και θα αποφασίσει να γράψει το παρόν μυθιστόρημα. Μελετώντας και επινοώντας, στηριζόμενη στην εικασία πως ένα τέτοιο μέρος σήμερα θα έκλεινε για να δώσει τη θέση του σε ένα κατάστημα με λουκουμάδες, θα επιχειρήσει να διηγηθεί την ιστορία του βιβλιοπωλείου, του εκδότη του, της εποχής και τελικά του Αλγερίου.

Ο Σαρλό υπήρξε ο πρώτος εκδότης αρκετών γνωστών συγγραφέων, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζει ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πέρασε ώρες στο πατάρι του βιβλιοπωλείου διορθώνοντας και γράφοντας, πριν περάσει στη Γαλλία και από εκεί στο πάνθεον της λογοτεχνίας και της διανόησης. Ανάμεσα στα επινοημένα αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Σαρλό και την ιστορία του νεαρού μηχανικού που θα αναλάβει ως μέρος της πρακτικής του άσκησης να έρθει από το Παρίσι για να αδειάσει το βιβλιοπωλείο και να κάνει τις απαραίτητες εργασίες μετατροπής του σε κατάστημα με λουκουμάδες η Αντιμί θα επιτύχει την αναβίωση μιας ολόκληρης εποχής, με ελάχιστα διαστήματα γαλήνης, μιας εποχής όμως που έφερε μια ελπίδα για το μέλλον και μια πίστη για τα βιβλία.

Ο ντοκουμενταρίστικος χαρακτήρας της πλοκής, στηριγμένος εν πολλοίς σε επινοημένα περιστατικά, αν και στον πυρήνα του εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη, δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο μυθιστόρημα της Αντιμί, ένα μυθιστόρημα νοσταλγικό αλλά όχι μελό, μία ιστορία γλυκιά παρότι πικρή. Ο τρόπος με τον οποίο η νεαρή συγγραφέας διαχειρίστηκε την έμπνευσή της είναι άξιος αναφοράς, επιτυγχάνοντας να παραμερίσει την προσωπική της συναισθηματική εμπλοκή στην ιστορία, επιμένοντας αρκετά στη δομή, στον σχεδιασμό και στην αληθοφάνεια των γεγονότων, καταφέρνοντας έτσι να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα, το οποίο, χωρίς να διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, θα γοητεύσει τους αναγνώστες, ιδιαίτερα εκείνους για τους οποίους τα βιβλία και η ανάγνωση αποτελούν τρόπο ζωής.

Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις

  

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Όταν δεν το περιμένεις - Bodo Kirchhoff




Κι αυτή την ιστορία, που ακόμα τόσο τον πονάει, του σκίζει κατά πώς λένε την καρδιά, πώς θα ξεκινούσε να την αφηγείται; Ίσως να ξεκινούσε με τα βήματα μπροστά στην πόρτα του, όταν είχε αναρωτηθεί αν άκουγε στ' αλήθεια βήματα ή ήταν πάλι η αντήχηση της δικής του εσωτερικής ανησυχίας, της ανησυχίας που ένιωθε από τότε που είχε σταματήσει να βάζει σε τάξη το χάος άλλων ανθρώπων, έτσι ώστε από αυτό το χάος να γεννηθεί ένα βιβλίο. Επομένως: Ήταν στ' αλήθεια βήματα αυτά που άκουγε, περασμένες εννιά το βράδυ, την ώρα που άρχιζαν να σβήνουν τα φώτα στην κοιλάδα, ή μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ίδιο;

Μέχρι πρότινος ο Ράιτερ είχε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Τον πούλησε, εγκατέλειψε τη μεγάλη πόλη και αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό στους πρόποδες των Άλπεων. Μια ζωή ανάμεσα σε βιβλία, χειρόγραφα, διορθώσεις και επιμέλειες ανήκει πια στο παρελθόν. Μια ζωή συναισθηματικά μοναχική. Αν και κάποτε υπήρξε ερωτευμένος, πολύ ερωτευμένος, η κοπέλα έμεινε έγκυος, σε ένα ταξίδι στην Ιταλία αποφάσισαν από κοινού πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη όμως δεν άντεξε, έτρεξε προς τον σταθμό των τρένων, εκείνος δεν έτρεξε πίσω της, δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Όσες ιστορίες και αν διάβασε αυτά τα χρόνια, όσες ιστορίες και αν έζησε αυτά τα χρόνια, καμία δεν μπόρεσε να πάρει τη θέση εκείνης της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει να αφηγείται μία ιστορία όπως αυτή; Μία άλλη ιστορία, πραγματική ή φανταστική, θα γίνει το όχημα, το κινητό κρησφύγετο.

Όταν έχεις να διηγηθείς τη δική σου ιστορία, γίνεσαι πιο ανεκτικός στις γλωσσικές υπερβολές, συγχωρείς στον εαυτό σου φράσεις κλισέ, λογοτεχνικά ανάξιες, που ως εκδότης θα έσπευδες να διαγράψεις από το χειρόγραφο ή που θα σε έκαναν να απορρίψεις το χειρόγραφο συνολικά. Τώρα όμως, σκέφτεσαι, πρόκειται για πραγματική ζωή, και ας προσπαθείς να την καμουφλάρεις πίσω από ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία, πίσω από τα βήματα μιας άλλης γυναίκας, πίσω από αποφάσεις πιο παράτολμες που τότε δεν μπόρεσες να πάρεις, και το μετάνιωσες καθώς βρέθηκες να παίζεις μία ζωή με αν και ίσως.

Το Όταν δεν το περιμένεις του Γερμανού συγγραφέα Κίρχοφ είναι ένα φαινομενικά απλό μυθιστόρημα, μία ερωτική ιστορία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχει πολλάκις ειπωθεί, αλλά ο τρόπος, και εκεί έγκειται η μαστοριά του συγγραφέα και τελικά η αξία του μυθιστορήματος αυτού, με τον οποίο την αφηγείται εγκλωβίζει αργά και χαμηλότονα τον αναγνώστη. Το εύρημα του αφηγητή-εκδότη, που αδυνατεί να πετάξει από πάνω του τον ρόλο του επιμελητή της ίδιας του της ιστορίας, λειτουργεί θαυμάσια, καθώς δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, εκείνο του σχολιασμού, που θέτει διαρκώς εν αμφιβόλω την τελική μορφή της ιστορίας, μετατρέποντάς την σε μια εν εξελίξει διαδικασία συγγραφής, εκεί που τα όρια του στοχασμού του αφηγητή πάνω στην ίδια του την ιστορία έρχονται να πλεχτούν με την ιστορία όχημα, σε μία διαρκή αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: πώς θα ξεκινούσε να αφηγείται την ιστορία εκείνη, που ακόμα τόσο τον πονάει;

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Αιώρα


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Η μοναδική ιστορία - Julian Barns





Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μόνο μία ιστορία να αφηγηθούμε. Δεν θέλω να πω ότι μας συμβαίνει ένα μονάχα πράγμα όσο ζούμε: στο διάβα της ζωής μας συντελούνται αναρίθμητα γεγονότα τα οποία μετατρέπουμε σε αναρίθμητες ιστορίες. Όμως ένα μονάχα έχει σημασία, ένα μονάχα αξίζει πραγματικά να αφηγηθούμε. Και να ποιο είναι το δικό μου.

Ο Πολ, στα δεκαεννέα του χρόνια, επιστρέφει στο πατρικό του για τις καλοκαιρινές διακοπές από το πανεπιστήμιο. Μαθημένος ήδη στην ανεξαρτησία της φοιτητικής ζωής, θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στο ίδιο περιβάλλον με τους γονείς του, ώσπου η απόφασή του να γραφτεί στον τοπικό όμιλο αντισφαίρισης θα του αλλάξει τη ζωή. Εκεί θα γνωρίσει τη Σούζαν Μακλάουντ, υπολογίζει πως είναι λίγο πάνω από τα σαράντα, παντρεμένη με δύο κόρες στην ηλικία του Πολ. Η ερωτική έλξη θα είναι αμοιβαία. Και εκείνο που θα ξεκινήσει ως μια περιπέτεια θα εξελιχθεί μέσα στα χρόνια σε μια μοναδική ιστορία.

Το συνηθέστερο ίσως μοτίβο των ιστοριών του Μπαρνς, η πάλη των ηρώων με την κοινωνία και η αναπόφευκτη συντριβή τους, επανέρχεται σ' αυτό το μυθιστόρημα. Ο Μπαρνς επιτυγχάνει σε κάτι που γνωρίζει καλά, και ας υπάρχουν στην πλούσια εργογραφία του αρκετά αδύναμα, για τις δυνατότητές του πάντα, βιβλία. Η αφήγηση, και ειδικά σε πρώτο πρόσωπο, εν είδει εξομολόγησης πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει κάτι το πυρετικό, ώστε να δικαιολογείται και ταυτόχρονα να μπορεί να συμπαρασύρει στο δράμα της τον αναγνώστη, και η αφήγηση του Πολ διαθέτει αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό. Όμως δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, αποφεύγοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, τόσο την ηρωοποίηση, όσο και τη θυματοποίηση του εαυτού του, προσφέροντας στη Σούζαν τον χώρο της ιστορίας που της αναλογεί.

Κάποια στιγμή η αφήγηση γυρίζει σε τρίτο πρόσωπο, ο Πολ μετατρέπεται σε θύμα της μάχης με τον χρόνο και τη μνήμη, οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα χάνουν την έντασή τους, αδυνατεί να θυμηθεί πώς ήταν να κάνει έρωτα με τη Σούζαν, τι σχήμα είχαν τα στήθη της, τα μυστικά λόγια που μοιράζονται μεταξύ τους οι εραστές. Με αυτό το απλό φαινομενικά εύρημα ο Μπαρνς κατορθώνει να εξισορροπήσει την αφήγηση, να προσδώσει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία του, να εγκλωβίσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη οδεύοντας προς το τέλος, να πάρει ο παντογνώστης αφηγητής τον λόγο τη στιγμή που ο χρόνος δημιουργεί απόσταση, αναπόφευκτα κενά, ξεθώριασμα εικόνων και εξασθένιση συναισθημάτων.

Η μοναδική ιστορία είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του Βρετανού συγγραφέα, αν και η προσωπική μου αναγνωστική απόλαυση δεν γνώρισε τα ύψη εκείνης του Ένα κάποιο τέλος. Άλλωστε, όσο και αν αναγνωρίζουμε και αγαπάμε έναν συγγραφέα, πάντα θα υπάρχει ένα έργο του που θα αγαπάμε περισσότερο, για τους δικούς μας προσωπικούς και συχνά αδιευκρίνιστους λόγους.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

Περί φυσικής της μελαγχολίας - Georgi Gospodinov




Γράφω σε πρώτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως ζω ακόμα. Γράφω σε τρίτο πρόσωπο για να είμαι σίγουρος πως δεν είμαι απλή προβολή του δικού μου εγώ, πως είμαι τρισδιάστατος και έχω σώμα. Μερικές φορές πετάω κάτω ένα ποτήρι και διαπιστώνω με ικανοποίηση πως πέφτει και σπάει. Αυτό σημαίνει πως υπάρχω και πως η ύπαρξή μου έχει συνέπειες.
Αν κανείς δεν με παρατηρεί, θα χρειαστεί να παρατηρήσω ο ίδιος τον εαυτό μου, για να μη μετατραπώ σε κβαντική σούπα.

Ήδη από την αναγγελία της επικείμενης έκδοσης του μυθιστορήματος αυτού, το ένστικτό μου σήμανε συναγερμό. Πρόκειται για σπουδαίο βιβλίο, σπεύσε, έλεγε με επιμονή. Υπάκουσα σχεδόν τυφλά. Ταυτόχρονα σχεδόν με την κυκλοφορία του ξεκίνησα να το διαβάζω. Και -τουλάχιστον αυτή τη φορά- είχε δίκιο.

Ο Μινώταυρος, σώμα ανθρώπου με κεφάλι ταύρου, γνωστός και ως Αστερίων, ήταν η τιμωρία του Ποσειδώνα στον Μίνωα, που παράκουσε και δεν έσφαξε τον λευκό ταύρο, και ο Ποσειδώνας, στο σώμα του ταύρου, άφησε έγκυο την Πασιφάη. Ο Μίνωας ζήτησε από τον Δαίδαλο να κατασκευάσει έναν λαβύρινθο ώστε να κρύψει το νόθο τέρας. Ο Μινώταυρος, ο αθώος Μινώταυρος, θύμα των διαφορών θεών και ανθρώπων, έμεινε στην ιστορία ως ένα αιμοσταγές τέρας και ο δολοφόνος του, ο Θησέας, ως ήρωας, κανείς δεν βρέθηκε να μιλήσει για το φοβισμένο πλάσμα στα σκοτάδια του λαβύρινθου.

Ο αφηγητής, από πολύ μικρός, διέθετε την ικανότητα να μπαίνει στο σώμα του πρωταγωνιστή κάθε ιστορίας που άκουγε, και στη συνέχεια να τη βιώνει από την αρχή και να παρασύρεται σε διαφορετικά μονοπάτια από εκείνα της πρωτότυπης. Κάποια στιγμή, μεγαλώνοντας, απόλεσε την ικανότητα αυτή.

Στους λαβύρινθους αυτούς μεγάλωσε ο αφηγητής, εκεί γνώρισε και συμπάθησε τον Μινώταυρο, χάθηκε και βρέθηκε να περνάει ξανά και ξανά από τα ίδια σημεία, γνώρισε όμως και νέες γωνιές, και η απόπειρά του να διηγηθεί τη ζωή του, και μέσω αυτής τη ζωή πολλών ακόμα, δεν θα μπορούσε παρά να ακολουθεί μία διαρκώς ανακοπτόμενη και επαναπροσδιοριζόμενη πορεία. Μία σύνθεση δεκάδων μικροιστοριών, το Περί φυσικής της μελαγχολίας του Βούλγαρου συγγραφέα Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ μοιάζει να γράφτηκε αποσπασματικά, με μία διαδικασία που θυμίζει κατασκευή κολάζ, ωστόσο το τελικό αποτέλεσμα διαθέτει συνοχή και λογική στην κατασκευή του, αλλά διαθέτει και αίσθημα που απαιτεί την ανάγνωση για να κατανοηθεί, να βιωθεί και εν τέλει να αποθεωθεί από τον εκστασιασμένο αναγνώστη.

Δεν περίμενα πως κάποιος άλλος συγγραφέας θα μου δημιουργούσε συναισθήματα παρόμοια με εκείνα του σπουδαίου Ενρίκε Βίλα-Μάτας, και μάλιστα χωρίς να έχει, την πάντοτε γοητευτική, βιβλιοφιλική διάσταση. Και αυτό, για μένα, είναι ένα σπουδαίο προτέρημα.  

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου
Εκδόσεις Ίκαρος   




Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

Η συνείδηση του Ζήνωνα - Italo Svevo




Είμαι ο γιατρός για τον οποίο μιλάει αυτή η ιστορία, μερικές φορές με διόλου κολακευτικά λόγια. Όποιος καταλαβαίνει από ψυχανάλυση ξέρει πού να αποδώσει την αντιπάθεια που μου δείχνει ο ασθενής μου.
Ο Δόκτωρ Σ. αποφασίζει να δημοσιεύσει τις αναμνήσεις του Ζήνωνα, για να τον εκδικηθεί που εγκατέλειψε τη θεραπεία του. Δική του ιδέα ήταν να τις καταγράψει ως πρελούδιο για τη θεραπεία του, όμως ο Ζήνων τα παράτησε πριν ολοκληρωθεί η θεραπεία. Με κάποιον εμφανή δισταγμό στην αρχή, με μία άρνηση να υπακούσει στις εντολές του γιατρού του, η οποία όμως σύντομα υποχωρεί, ο Ζήνων διηγείται διάφορα περιστατικά της ζωής του.

Βιβλίο σταθμός στη λογοτεχνία, το οποίο παρέμενε για αρκετό καιρό εξαντλημένο, κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις αντίποδες σε μετάφραση της Έφης Καλλιφατίδη, η οποία δυστυχώς δεν πρόλαβε να πιάσει το βιβλίο στα χέρια της. Η συνείδηση του Ζήνωνα εκδόθηκε το 1923, γεγονός που δεν θα είχε ίσως συμβεί αν ο Σβέβο, που απογοητευμένος από την υποδοχή των δύο πρώτων του βιβλίων είχε σταματήσει να γράφει, δεν έκανε μάθημα αγγλικών με τον Τζέημς Τζόυς. Ο Τζόυς διάβασε εκείνα τα δύο πρώτα βιβλία, και ενθουσιασμένος τον πίεσε να επιστρέψει στη συγγραφή, ενώ παράλληλα φρόντισε να προωθήσει το έργο του στο εξωτερικό. Και αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς γιατί το βιβλίο αυτό αποτέλεσε σταθμό στη λογοτεχνία, καθώς ο τρόπος με τον οποίο ο Σβέβο επιλέγει να διηγηθεί την ιστορία του Ζήνωνα, εντάσσοντας σε αυτή την ψυχανάλυση, είναι πρωτοποριακός, ενώ δημιούργησε και έναν ήρωα, που αποτέλεσε καλούπι για αρκετούς που ακολούθησαν (όπως για παράδειγμα ο Ιγνάτιος στον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζον Κένεντυ Τουλ).

Βέβαια, λίγη σημασία θα είχε για το αναγνωστικό κοινό η σημασία του βιβλίου του Σβέβο, αν δεν συνοδευόταν από την απαραίτητη αναγνωστική απόλαυση. Και Η συνείδηση του Ζήνωνα είναι ένα πράγματι απολαυστικό βιβλίο, με σημεία που μένουν αξέχαστα στη μνήμη του αναγνώστη, όπως η προσπάθεια του ήρωα να κόψει το τσιγάρο ή να φανερώσει τον έρωτά του στην αδερφή εκείνης την οποία τελικά παντρεύτηκε.

Ο Ζήνων -ο αξέχαστος Ζήνων- προκαλεί πλήθος αντικρουόμενων συναισθημάτων, και μάλιστα ταυτόχρονα, ο αναγνώστης τον αντιπαθεί αλλά και τον λυπάται, γελάει μαζί του αλλά και εξοργίζεται, τον κατανοεί αλλά και όχι. Αποτελεί, μαζί με τους υπόλοιπους χαρακτήρες της ιστορίας, το όχημα που χρησιμοποιεί ο Σβέβο για να οδηγήσει τον αναγνώστη στην Τεργέστη της εποχής εκείνης, μιας κοινωνίας συντηρητικής, υποκριτικής και αφελούς, παρά τον φαινομενικά κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, σε ένα περιβάλλον πνιγηρό αλλά ταυτόχρονα ενδιαφέρον από κοινωνιολογική και ανθρωπολογική άποψη, σε μία αργά μεταβατική περίοδο εν μέσω σημαντικών ιστορικών και πολιτικών ανακατατάξεων.

Ο Σβέβο σαμποτάρει τη σοβαρότητα της ιστορίας του με ένα υπόγειο, διαρκώς παρόν και ενίοτε μαύρο χιούμορ -αυτός άλλωστε μοιάζει να είναι ο τρόπος του να φιλτράρει την πραγματικότητα- χωρίς να πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα ευθυμογράφημα, αλλά για ένα υπαρξιακό μυθιστόρημα -πριν την εμφάνιση του υπαρξισμού ως φιλοσοφικού κινήματος. Και αυτός ο συνδυασμός προσδίδει περαιτέρω βάρος στο μυθιστόρημα, καθώς ο αναγνώστης, παρά την όποια δυσαρέσκεια μπορεί να του προκαλεί, νιώθει μια περίεργη, και ίσως φαινομενικά ανεξήγητη, ταύτιση με τον Ζήνωνα, κυρίως με την απόπειρά του να ξεγελάσει κάποιες στιγμές τον ψυχαναλυτή του -αλλά, ας μη γελιόμαστε, εκείνο που πραγματικά επιθυμεί είναι να καθησυχάσει και να απαλλάξει από τις ενοχές τον ίδιο του τον εαυτό.

Σπουδαίο μυθιστόρημα -το οποίο, μοιάζει απίστευτο, πρωτοκυκλοφόρησε σχεδόν έναν αιώνα πριν- σε μια καλαίσθητη έκδοση, η οποία συνοδεύεται από το κατατοπιστικό επίμετρο του Τζέιμς Γουντ.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Έφη Καλλιφατίδη
Εκδόσεις αντίποδες

Δευτέρα, 21 Μαΐου 2018

M Train - Patti Smith




Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.

Και δεν θα υπήρχε ιδανικότερη εναρκτήρια φράση για το βιβλίο αυτό από τα λόγια ενός καουμπόη που κάποιο βράδυ εμφανίστηκε σε ένα όνειρο της Πάτι Σμιθ. Δεν είναι εύκολο να γράφεις για το τίποτα, όταν όμως κάποιος επιτυγχάνει να γράψει για το τίποτα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συγκλονιστικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο M Train. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να κατατάξει λογοτεχνικά το βιβλίο αυτό, πέφτοντας πιθανότατα στην παγίδα του memoir, αφήνοντας το παράθυρο ανοιχτό στην εγωπάθεια του γράφοντος, εξοστρακίζοντας έτσι την ψυχή από το σώμα, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτό το τίποτα, που καμία σχέση δεν έχει με τη ματαιότητα ή τον μηδενισμό, με μια ημερολογιακή διαθήκη για τους αναγνώστες. Και τότε, περί τίνος πρόκειται;
Η παραμονή της πρωτοχρονιάς πέρασε λίγο πολύ το ίδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη απόφαση για τον καινούριο χρόνο. Καθώς χιλιάδες μεθυσμένοι γλεντζέδες κατέκλυζαν την Τάιμς Σκουέαρ, η μικρή Αβησσυνίας έκοβε βόλτες στο δωμάτιο μαζί μου ενώ εγώ πήγαινα πέρα δώθε παλεύοντας με ένα ποίημα που σκόπευα να ολοκληρώσω για να υποδεχτώ το νέο έτος, έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον - ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666. Μακάρι να είχε υπάρξει κάποια ειδική παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας που θα του είχε επιτρέψει να ζήσει. Γιατί το 2666 έμοιαζε να είναι στημένο ώστε να συνεχίζεται στο διηνεκές, για όσο καιρό ο συγγραφέας του θα ήθελε να γράφει. Τέτοιο θλιβερό και άδικο ριζικό έλαχε στον ωραίο Μπολάνιο, να πεθάνει στα πενήντα του χρόνια, πάνω στην ακμή των δυνάμεών του. Η απώλειά του και αυτά που δεν πρόλαβε να γράψει μας στέρησαν τουλάχιστον ένα μυστικό του κόσμου.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Το M Train γράφτηκε για να ικανοποιήσει μια βαθύτερη ανάγκη της Πάτι Σμιθ. Ποια ανάγκη ακριβώς είναι δύσκολο να εντοπιστεί, θυμίζει την ανάγκη ενός ποιητή να ξεφορτωθεί στο χαρτί έναν στίχο ή ενός ζωγράφου να λερώσει τον καμβά του. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο καταγράφει η Σμιθ το χάος μέσα από το οποίο αναδύονται σκέψεις, όνειρα και συμβάντα, έναν τρόπο ήρεμο και χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση για ήρωες και θύματα, το ελάχιστο που ξεπηδά και δίνει τον ρυθμό, η απουσία διάθεσης να κινήσει από κάπου και να καταλήξει κάπου άλλου, οι κύκλοι που όλο ολοκληρώνονται και όλο μοιάζουν φαύλοι, η ιεροτελεστία της καθημερινότητας που όμως απέχει τόσο από το να χαρακτηριστεί ρουτίνα, αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, παρασέρνουν τον αναγνώστη σε έναν τόπο ρεαλιστικό και μαγικό ταυτόχρονα, σε έναν τόπο, όπου πρωταγωνιστεί η αγάπη για το φαινομενικά ελάχιστο, χωρίς να φωνάζει και να αυτοϊκανοποιείται.

Αν το μυαλό σας πάει σε μια ανθρώπινη Πάτι Σμιθ, τότε λυπάμαι αλλά πάλι θα σας απογοητεύσω, ούτε αυτό συμβαίνει. Σκεφτόμουν, σε απόσταση από τη μαγεία που αποπνέει το βιβλίο, κάτι πρακτικό: πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης με το διαμέτρημα και την αναγνωρισιμότητά της να περιδιαβαίνει τους δρόμους, να καταφεύγει στο ίδιο καφέ, να ταξιδεύει με το τρένο και να μην βιώνει την ένταση της αγάπης των θαυμαστών, την ανάγκη τους για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο; Η απάντηση κάποιου πως η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος αρκετά κουλ δεν με ικανοποίησε. Θα είναι η αύρα της, αυτή που ενώ γοητεύει ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας από τον έξω κόσμο, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα από το βιβλίο τουλάχιστον.

Και όμως χρειάζεται απόσταση για να σκεφτεί κανείς την Πάτι Σμιθ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Μοιάζει παράξενο κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως κεντρικό άξονα εκείνη, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία· ίσως μόνο αν κάποιος διαβάσει το M Train θα μπορέσει να καταλάβει αυτό που λέω.

Ένας παραμυθένιος τρόπος περιδιάβασης στην καθημερινότητα από μία ποιήτρια, ίσως κάτι τέτοιο να με ικανοποιούσε ως διατύπωση, υπενθυμίζοντας πως τα παραμύθια μπορεί να είναι και σκοτεινά, η καθημερινότητα πεζή και η ποιήτρια αμήχανη μπροστά στη λευκή σελίδα.

Ένα τρομερό βιβλίο, την έκδοση του οποίου στα ελληνικά περίμενα με πραγματική λαχτάρα.

υγ. Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το επίσης υπέροχο Πάτι και Ρόμπερτ (περισσότερα εδώ).  


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 17 Μαΐου 2018

Το πάθος ως ναρκωτικό





Αργά ή γρήγορα η κουβέντα θα έφτανε σ' εκείνον, το ξέραμε καλά κι οι δυο. Ίσως, σκεφτόμουν αργότερα το ίδιο βράδυ, δεν υπάρχει επιδραστικότερο ναρκωτικό από το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπά. Λένε, και μάλλον έχουν δίκιο, πως η επανάληψη σχεδόν ποτέ δεν προκαλεί την ποιότητα συναισθημάτων της πρώτης φοράς, όμως υπάρχουν και οι εξαιρέσεις· μάλιστα, κάποιες φορές, τη δεύτερη ή την τρίτη φορά -καμιά σημασία δεν έχει η αρίθμηση- τα συναισθήματα είναι ακόμα πιο έντονα. Έτσι κι έγινε. Στον δρόμο για το σπίτι την πήρα τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ ήταν στη θέση τους, στο δεύτερο ράφι της μικρής βιβλιοθήκης, και πως δεν τους είχε δανείσει, πράγμα που συνήθιζε πολλές φορές να κάνει, ή πως δεν είχαν εξαφανιστεί. Ναι, εκεί είναι, μου απάντησε, κάπως παραξενεμένη. Αν και δεν ζήτησε να μάθει, εγώ ένιωσα την ανάγκη να απολογηθώ, της είπα πως ο καιρός πια ήταν καλός και ήταν όμορφα έξω στον πεζόδρομο, μύριζε άνοιξη και ήμουν βέβαιος πως στα διπλανά τραπέζια σχεδίαζαν καλοκαιρινές διακοπές, της είπα πως το πάθος με το οποίο εκφράζεται κάποιος για κάτι που αγαπάς είναι ίσως το επιδραστικότερο ναρκωτικό, αυτό την μπέρδεψε, αν και πάλι δεν είπε κάτι, της είπα πως το ξέραμε κι οι δυο πως η συζήτηση, αργά ή γρήγορα, θα έφτανε στον Μπολάνιο και στους Άγριους ντετέκτιβ, που ακόμα δεν τους έχω διαβάσει, κάτι που εκείνη το ήξερε, αλλά και πως εκείνος όχι μόνο τους είχε διαβάσει, και μάλιστα παραπάνω από μία φορά -πώς αλλιώς;- και πως εγώ ένιωσα πάλι, ίσως μάλιστα εντονότερα από τις άλλες φορές, εκείνο το συναίσθημα της ηδονής που μου προκαλούσε η προσμονή της μελλοντικής ανάγνωσης, και να, της είπα, γι' αυτό σε πήρα έτσι απροειδοποίητα τηλέφωνο.

Και ίσως όλ' αυτά να τα είχα ξεχάσει αν δεν διάβαζα τώρα σ' ένα φιλόξενο μπαλκόνι το M Train της Πάτι Σμιθ, που επιτέλους κυκλοφόρησε στα ελληνικά, και όπου, ανάμεσα σε τόσα άλλα, υπάρχει εκείνο το απόσπασμα για μια παραμονή Πρωτοχρονιάς στη Νέα Υόρκη, εκείνο το ευχαριστώ στον Μπολάνιο, που τους τελευταίους μήνες της σύντομης ζωής του επέλεξε να αφοσιωθεί στο 2666, και κάπως έτσι να αναδυθεί από κάπου μέσα μου η σκέψη για το πάθος ως ναρκωτικό, και αν δεν ήταν τόσο νωρίς το πρωί, να ξέρεις, θα σε έπαιρνα πάλι τηλέφωνο για να βεβαιωθώ πως Οι άγριοι ντετέκτιβ είναι εκεί και με περιμένουν.

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Μοντεχρίστο - Martin Suter





Το χρονικό μιας απογοήτευσης.

Είναι δεδομένη η αγάπη μου για τους γερμανόφωνους Ελβετούς συγγραφείς, κι υπεύθυνοι γι' αυτό είναι κυρίως ο Ντύρενματ και ο Φρις. Το όνομα του Ντύρενματ στο εξώφυλλο με έκανε να πιάσω το βιβλίο στο χέρια μου και να το ξεφυλλίσω. Παρότι η υπόθεση δεν μου κέντρισε το ενδιαφέρον, αποφάσισα να διαβάσω το βιβλίο εξαιτίας μίας αντικειμενικά παράδοξης προσδοκίας, ότι μία αδιάφορη υπόθεση στα χέρια κάποιου που παρομοιάζεται με τον Ντύρενματ μπορεί να αποδειχτεί ιδανική, έτσι σκέφτηκα.
Ένας πωρωμένος βιντεοδημοσιογράφος θα κατέβαινε και θα κινηματογραφούσε από κοντά το ανθρώπινο κουβάρι που ήταν πεσμένο εκεί. Ο Γιόνας όμως δεν ήταν πωρωμένος. Δεν ήταν κανονικός βιντεοδημοσιογράφος. Απλώς βρέθηκε στο επάγγελμα εξαιτίας μιας σειράς συμπτώσεων. Ήταν μόνο ένας ενδιάμεσος σταθμός της διαδρομής που θα τον οδηγούσε στην σκηνοθεσία.
Ήδη από τις πρώτες σελίδες η γλώσσα με απογοήτευσε, απλοϊκή και επίπεδη. Είπα όμως να δώσω μία ευκαιρία. Στις πρώτες πενήντα περίπου σελίδες αποφάσισα να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα του Ζούτερ ως ένα απλό μυθιστόρημα δράσης και ανατροπών, υπάρχουν άλλωστε αρκετά αξιόλογα παραδείγματα λογοτεχνίας σε αυτή την κατηγορία. Λίγο μετά τα μισά το πήρα απόφαση πως αυτό το βιβλίο ήταν αδιάφορο, και τίποτα χειρότερο δεν υπάρχει από ένα αδιάφορο βιβλίο.

Βεβιασμένες και αναμενόμενες ανατροπές, μπουκωμένη πλοκή από συμπτώσεις και σκηνές δράσης, συνωμοσιολογία και έρωτας, χαρακτήρες επίπεδοι και άψυχοι. Η όποια παρομοίωση με τον σπουδαίο Ντύρενματ αποπνέει ιεροσυλία, ένα κατασκεύασμα μάρκετινγκ, το οποίο δεν επιτελεί καν τον σκοπό του, καθώς απευθύνεται στο λάθος αναγνωστικό κοινό.

Είχα καιρό να διαβάσω ένα τόσο αδιάφορο βιβλίο, είχα καιρό να μη νιώσω έστω κάτι, να σκεφτώ έστω κάτι άσχετο παράλληλα με την ανάγνωση, μία διεκπεραίωση αναγνωστική απλώς και μόνο επειδή δεν μου ταιριάζει να παρατάω βιβλία στη μέση.

Μετάφραση Γιώτα Λαγουδάκου
Εκδόσεις Πατάκης

Πέμπτη, 10 Μαΐου 2018

Χέρια μικρά - Andrés Barba





Ο πατέρας μου πέθανε επιτόπου, η μητέρα μου στο νοσοκομείο.

Η εφτάχρονη Μαρίνα επαναλαμβάνει τη φράση αυτή χωρίς λύπη, όπως λέει το όνομά του κανείς μπροστά σε ξένους όταν συστήνεται. Ήταν και εκείνη στο αυτοκίνητο. Εκείνη επέζησε, ο πατέρας της πέθανε επιτόπου, η μητέρα της στο νοσοκομείο, εκείνη έμεινε μόνη. Η Μαρίνα πηγαίνει σε ένα ορφανοτροφείο, για την ακρίβεια καταλήγει εκεί.

Με το παραπάνω υλικό ως πρώτη ύλη κάποιος συγγραφέας δεν θα δυσκολευόταν, μάλλον, να στήσει μια σπαραξικάρδια ιστορία ενηλικίωσης, γεμάτη ευκολίες και συναισθηματική καθοδήγηση. Ο Αντρές Μπάρμπα δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αυτό από μόνο του, βέβαια, δεν είναι αρκετό για να μετατρέψει το Χέρια μικρά σε σπουδαίο βιβλίο.

Το Χέρια μικρά, μια ολιγοσέλιδη νουβέλα, διαβάζεται απνευστί κυρίως λόγω όγκου. Ο Μπάρμπα ποντάρει αρκετά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας του και τα καταφέρνει περίφημα σε αυτό το κομμάτι, χωρίς να είμαι βέβαιος πως αυτή η απόφασή του δεν αποτελεί μια ευκολία ή φυγοπονία, ένα καταφύγιο στο απροσδιόριστο και στο φλου, μια υπαινικτικότητα που ίσως ξεπερνάει τα όρια. Εκείνο που σίγουρα λειτουργεί είναι η συναισθηματική αποστασιοποίηση της αφηγηματικής φωνής, λόγος κοφτός και ακριβής, χωρίς παραχωρήσεις, ρυθμός σταθερός, χωρίς άρσεις και υφέσεις, που τελικά ενσωματώνει την υπαινικτικότητα, δικαιολογεί τη διάθεση για αφαίρεση και προσδίδει ένα αίσθημα τρόμου στην ιστορία χωρίς τεχνάσματα. Είναι σημαντικό να γίνει αναφορά στην παιδικότητα που αποπνέει η ιστορία, γεγονός που δεν θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο λόγω του ότι πρόκειται για μια ιστορία με παιδιά, καθώς πολλά είναι τα παραδείγματα εκείνα των ενήλικων φωνών σε παιδικά χείλη, σε κάποιες αποτυχημένες απόπειρες συγγραφέων να αποτυπώσουν τη μικρή ηλικία. Βέβαια, η παιδικότητα των ηρωίδων του Μπάρμπα διαθέτει μια σκληρότητα, που ωστόσο δεν ξενίζει.

Τέσσερις μέρες μετά την ανάγνωση, και ακόμα δεν είμαι σίγουρος για το βιβλίο αυτό. Σίγουρα δεν είναι αριστούργημα. Σε καμία περίπτωση δεν είναι σκουπίδι. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο βιβλίο, όμως αδυνατώ να καταλλήξω πού γέρνει τελικά η πλάστιγγα. Διαβάζοντάς το θυμήθηκα το Εμείς τα θηρία (Justin Torres, μτφρ Θωμάς Σκάσσης, εκδόσεις Πατάκη) και ένιωσα μια συγγένεια ανάμεσα στα δύο, κυρίως λόγω της ατμόσφαιρας που ως ανάμνηση μου έμεινε από εκείνη την ανάγνωση. Τώρα, συνειδητοποιώ πως η Έρπενμπεκ στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού (μτφρ Αλέξανδρος Κυπριώτης, εκδόσεις Ίνδικτος), εκκινώντας από παρεμφερή αφετηρία και στοχεύοντας σε κάτι αρκετά πιο φιλόδοξο, την ενσωμάτωση της Ιστορίας μέσα από μια παραβολή κρυμμένη με τρόπο τέτοιο ώστε η ιστορία να μη χάνει την αυτόνομη λειτουργία της, πέτυχε πολλά περισσότερα. Ο συσχετισμός με τα παραπάνω βιβλία δεν έχει ως πρωταρχικό στόχο την αναπόφευκτη σύγκριση, είναι περισσότερο η αποτύπωση ενός μεταναγνωστικού ταξιδιού στην προσπάθεια μου να καταλλήξω σε ένα πόρισμα, επειδή είναι κάπως άβολο το μετεώρισμα αυτό.

Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Μεταίχμιο
  

Δευτέρα, 7 Μαΐου 2018

Γιατί γράφω κείμενα για εξαντλημένα βιβλία





Για πολλούς λόγους.

Ο κύριος λόγος είναι καθαρά προσωπικός. Το ιστολόγιο αυτό αποτελεί ένα ημερολόγιο ανάγνωσης πρώτα και πάνω απ' όλα. Η ημερομηνία έκδοσης ενός βιβλίου και το αν εξακολουθεί να κυκλοφορεί ή όχι αποτελούν δευτερεύουσες παραμέτρους. Θέλω να πιστεύω πως, μετά τόσα χρόνια, και οι συστηματικοί αναγνώστες του ιστολογίου συμμερίζονται την προσέγγιση αυτή, ακόμα και αν συχνά απογοητεύονται, όταν αδυνατούν να βρουν κάποιο βιβλίο. Για μένα η ανάγνωση αποτελεί την αφορμή, η κριτική ή η παρουσίαση του βιβλίου δεν αποτελούν αυτοσκοπό, συχνά οι λόγοι ή η διαδρομή επιλογής κάποιου βιβλίου αρκούν για να με φέρουν μπροστά από τον υπολογιστή.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι όμως. Ανασύροντας ένα βιβλίο από τη λήθη υπάρχει πάντα η πιθανότητα κάποιος εκδότης να ενδιαφερθεί για την επανακυκλοφορία του. Δεν είναι λίγα τα παραδείγματα. Βιβλία που παρέμεναν εξαντλημένα για χρόνια γνωρίζουν -και- εμπορική επιτυχία κατά την επανακυκλοφορία τους, αρκετές φορές μάλιστα σε νέες μεταφράσεις. Η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή, όσο μεγάλη και αν είναι, δεν περιέχει παρά λίγα μόνο σπουδαία και πραγματικά αξιόλογα βιβλία, επομένως η ανάγκη για εμπλουτισμό της ανάγνωσης με παλαιότερα σπουδαία βιβλία είναι πάντοτε επίκαιρη. Βιβλία συγγραφέων που κυκλοφόρησαν πριν ακόμα γίνουν γνωστοί οι ίδιοι, γιατί κάποιοι εκδότες είχαν τη διορατικότητα να τα εκδώσουν, ανήκουν συχνά σε αυτή την κατηγορία, γεγονός που στερεί από τους αναγνώστες τη δυνατότητα να έχουν συνολική επαφή με την εργογραφία τού -έστω και όψιμα- αγαπημένου τους συγγραφέα. 

Η λογοτεχνία αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα, τα νήματα που οδηγούν από το ένα βιβλίο στο άλλο είναι αμέτρητα, οι συνδέσεις του μυαλού, ανάμεσα σε συγγραφείς και έργα, συχνά περίεργες, και οι ημερομηνίες είναι πάντα σχετικές.  

υγ. η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από εδώ.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί - Ignacio Aldecoa





Παράξενοι οι δρόμοι που μας οδηγούν στο επόμενο βιβλίο, παράξενοι μα θαυμάσιοι, παιδιά της τύχης, μικρονήματα που μας ενώνουν παντοτινά με ανθρώπους, τι και αν εκείνοι μένουν μακριά, το σχεδόν αόρατο δια γυμνού οφθαλμού νήμα αντέχει.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ένας απλός ψηφιακός διάλογος με οδήγησε σε ένα βιβλίο. Αφού τελειώσαμε με τα τι κάνεις και πώς είσαι, εκείνος μου είπε για τον Αλδεκόα (1925-1969), διηγηματογράφο που εν ζωή έμεινε στην αφάνεια -αλήθεια, τι πρωτότυπο!- αλλά τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι εκτιμούν το έργο του. Αμέσως άνοιξα νέο παράθυρο και προχώρησα σε αναζήτηση στη Βιβλιονέτ, μπίνγκο!

Από τότε πέρασε καιρός.

Πριν λίγες μέρες, εν μέσω ισπανόφωνης αναγνωστικής περιόδου, ένιωσα πως ήταν η στιγμή να διαβάσω τα τέσσερα διηγήματα της συλλογής Η καρδιά και άλλοι πικροί καρποί, ενδεικτικά, σύμφωνα με τον Τάσο Δενέγρη που έκανε την επιλογή, του συγγραφέα.

Το σταχτί φως του πρωινού θαμπώνει, καλύπτει το τοπίο. Το φορτηγό τρένο, μ' ένα τελευταίο βαγόνι για επιβάτες, διασχίζει τους κάμπους αργά, τελετουργικά. Σ' ένα παραθυράκι, το πρόσωπο ενός άντρα υφίσταται τις αλλαγές, την αβεβαιότητα του αγνώστου... Τόπος που τον αντικρίζει για πρώτη φορά. Ο άντρας κατεβάζει το τζάμι με τις τρεμάμενες σταγόνες δροσιάς. Αναπνέει ένα μείγμα καπνού από την αμαξοστοιχία και κρύου, τραχύ, τσουχτερού αέρα της υπαίθρου. Αναπνέει θλίψη και ελευθερία.
Γραφή γεμάτη απλότητα, χωρίς περιττές λέξεις και αχρείαστα στολίδια, διηγήματα της υπαίθρου και της μεγάλης πόλης, που απεικονίζουν την τότε Ισπανία, χωρίς διάθεση για ωραιοποίηση, αν και μακριά από τον νεορεαλισμό. Επιστροφή στις πηγές της λογοτεχνίας, ευκαιρία για ανάπαυση από τις ολοένα και πιο σύνθετες συγγραφικές απόπειρες των τελευταίων χρόνων, ανάγνωση που ενεργοποίησε σχεδόν αποκλειστικά την καρδιά, αφήνοντας τον εγκέφαλο αμέτοχο, αν μπορεί να το πει κανείς αυτό.

Μετάφραση Ειρήνη Οικονόμου, Τατιάνα Φραγκούλια, Ελίνα Χέλμη
Επιλογή κειμένων -Επιμέλεια Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Ύψιλον

Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Αργός σίδηρος - Σωφρόνης Σωφρονίου





Ήμουν σκακιστής στην πλατεία Γιούνιον. Μπορώ να πω με σιγουριά ότι αυτό έκανα, ήταν αν θέλετε το επάγγελμά μου προτού φύγω από τη γη. Συνήθιζα να μένω εκεί για ώρες, παρακινούσα τους περαστικούς να κάτσουν για μια παρτίδα. Στον βιαστικό που ψιθύριζε ότι δεν ήξερε καλό σκάκι έλεγα: " Σε δέκα λεπτά θα είσαι τουλάχιστον δυο φορές καλύτερος απ' όσο είσαι τώρα, άμα δεν γίνεις, ας μου πάρουν τη σκακιέρα για πάντα". Δεν το έκανα για τα λεφτά, λεφτά είχα.

Τη μέρα που με πυροβόλησαν κόντευα τα εξήντα έξι· τώρα είμαι στα είκοσι εννιά. Από τους λίγους μήνες που μου έχουν απομείνει στη Μικρή Ζωή σκοπεύω να περάσω τον τελευταίο σε μια πλατεία όμοια με τη Γιούνιον: στην Τρίνες ή στη Σιέκλε.

Ο αφηγητής πέθανε στις 5 Μαΐου 1948. Όταν έφτασε στη Μικρή Ζωή ήταν γυμνός, και, όπως θα έκανε ο καθένας στη θέση του, ρώτησε πού βρισκόταν. Του εξήγησαν. Κάθε άνθρωπος που πεθαίνει στη γη, ανεξαρτήτως ηλικίας, "ξυπνάει" στον πλανήτη Μικρή Ζωή, είκοσι ετών και ζει εκεί μέχρι τα τριάντα του. Μετά το πέρας του Μήνα Μνήμης, θα ανατεθεί στον αφηγητή η αποστολή της ανασυγκρότησης του μυθιστορήματος 4001 του Αυστριακού Ρόμπερτ Κράους, παράλληλα με την έρευνα για το αν ο συγγραφέας βρίσκεται στον πλανήτη. Για τον λόγο αυτό θα χρειαστεί να πάει με τρένο σε μια απομακρυσμένη περιοχή του πλανήτη. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή.

Και φαντάζομαι πως θα έχετε ήδη ένα κάποιο βλέμμα απορίας διαβάζοντας τόσο το απόσπασμα όσο και την υπόθεση του μυθιστορήματος του Κύπριου Σωφρόνη Σωφρονίου, και είναι κάτι το αναμενόμενο καθώς πρόκειται για μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται, κατ' εμέ, το πρώτο σημείο αξιολόγησης ενός μυθιστορήματος όπως ο Αργός σίδηρος, στο κατά πόσο δηλαδή ο συγγραφέας επιτυγχάνει να καλωσορίσει ομαλά τον αναγνώστη σε αυτή τη σύμβαση, κάτι το οποίο απαιτεί αρκετή δουλειά και επιπλέον φαντασία με ιδέες ξεκάθαρες, έτσι ώστε εκείνο που υπάρχει στο μυαλό του συγγραφέα να περάσει και στο χαρτί, να επιτύχει να δώσει πνοή σε μια νέα πραγματικότητα, χωρίς να αναλωθεί σε δαιδαλώδεις περιγραφές και εξηγήσεις. Σε αυτό το σημείο ο Σωφρονίου τα καταφέρνει περίφημα. Ο αναγνώστης γρήγορα νιώθει οικεία στη Μικρή Ζωή.

Και αφού καταφέρνει να χτίσει από την αρχή έναν νέο κόσμο, με τις ιδιαιτερότητες και τις καινοτομίες του, στη συνέχεια ο συγγραφέας θα κριθεί για την ιστορία του ως ιστορία, μία τελευταία, μα απαραίτητη επιβεβαίωση της ανάγκης για τη διάσταση του φανταστικού την οποία επιλέγει να ακολουθήσει. Εδώ τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, γιατί ναι μεν από τη μία ο Σοφρωνίου επιτυγχάνει, με ευρήματα δομικά και ιδέες ενδιαφέρουσες, να εξάψει και να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη κατά την "περιήγησή" του στη Μικρή Ζωή, ακολουθώντας τον αφηγητή στις περιπέτειές του, από την άλλη όμως δεν δίνει τις μάλλον απαραίτητες για το λογοτεχνικό είδος απαντήσεις στα ερωτήματα που τίθενται ή προκύπτουν, ευθέως ή πλαγίως, επιμένοντας περισσότερο στην εξέλιξη της δράσης και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος δυστοπικής αγωνίας. Και είναι αυτό το σημείο στο οποίο ένιωσα κάπως μετέωρος διαβάζοντας το μυθιστόρημα, που δεν επέτρεψε την ολοκλήρωση της αναγνωστικής απόλαυσης, παρά το γεγονός πως οι αρετές του είναι δεδομένες, και μάλιστα κάποια σημεία σχετικά με την ανασυγκρότηση της μνήμης και τη νοσταλγική αναβίωση της προηγούμενης ζωής στη Γη είναι εξαιρετικά.

Εκδόσεις αντίποδες 

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Τι κάνεις όταν κάποιος μιλάει άσχημα για ένα βιβλίο που αγαπάς





-τσαντίζεσαι
-ανασηκώνεις τους ώμους
-απελπίζεσαι
-επιχειρηματολογείς -μάταια συνήθως- και γρήγορα εγκαταλείπεις.
-επιστρέφεις στο σπίτι σου και διαβάζεις τυχαία αποσπάσματα απ' το βιβλίο ή άλλα που έχεις υπογραμμίσει
-αναζητάς/ανακαλύπτεις στο σώμα του βιβλίου ίχνη της τότε εποχής (σελιδοδείκτες, εισιτήρια κ.τ.λ.)-κοιτάζεις τις σημειώσεις σου -τις αναρτήσεις στη δική μου περίπτωση
-συνειδητοποιείς -ακόμα μια φορά- τη διαφορετικότητα των ανθρώπων
-συνειδητοποιείς -ακόμα μια φορά- τη ροπή στα πικρόχολα σχόλια και τη συνοδευτική δυσανεξία στο πάθος

- δεν κάνεις τίποτα από τα παραπάνω, απλώς αδιαφορείς.

Δευτέρα, 23 Απριλίου 2018

4 3 2 1 - Paul Auster




Πέρασα κάτι λιγότερο από έναν μήνα διαβάζοντας το πολυαναμενόμενο μυθιστόρημα του Όστερ. Ξεκινώ το κείμενο με αυτή την πληροφορία, για να δικαιολογήσω την αμηχανία που νιώθω αυτή τη στιγμή μπροστά στη λευκή οθόνη του υπολογιστή. Πώς να χωρέσεις σε ένα κείμενο μια τέτοια εμπειρία άραγε; Συνέβησαν τόσα πράγματα όλον αυτόν τον καιρό, που η καθημερινότητα έμοιαζε -και ήταν- χωρισμένη στα δύο: από τη μία η πραγματική ζωή, από την άλλη η ιστορία του Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον. Και δεν ήταν μόνο ο όγκος -1200 σελίδες- του βιβλίου αλλά και το εύρημα του Όστερ, με τις διαφορετικές εκδοχές της ζωής του ήρωά του, εύρημα που με διαφορετικό τρόπο χρησιμοποίησε και η Έρπενμπεκ στο μυθιστόρημά της Η συντέλεια του κόσμου, που επέτειναν το συναίσθημα της διχοτόμησης της δικής μου ζωής εν τέλει.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η ιδέα του Όστερ, πάνω στην οποία δομεί το 4 3 2 1, είναι εκείνη του τι θα συνέβαινε αν, ιδέα προκλητική, καθώς μεταφέρει αυτό το σύνηθες ρητορικό ερώτημα, στη γοητεία του οποίου έχουμε όλοι μας, λιγότερο ή περισσότερο, κάποια στιγμή ενδώσει, από την πραγματικότητα στη μυθοπλασία, στον κατ' εξοχήν χώρο, όπου οι δυνατότητες μοιάζουν άπειρες και ο συγγραφέας δεν έχει παρά να επιλέξει εκείνες που του ταιριάζουν ή που τον ιντριγκάρουν περισσότερο από τις υπόλοιπες. Του Όστερ όμως δεν του αρκεί αυτό. Αποφασίζει λοιπόν να διηγηθεί τέσσερις εκδοχές της ιστορίας του ήρωά του, παιχνίδια της μοίρας και αποφάσεις τρίτων, ελάχιστες συχνά λεπτομέρειες που διασταυρώθηκαν σε διαφορετικό μονοπάτι με τη ζωή του ήρωα -μαζί με τις ατομικές ιστορίες των υπόλοιπων χαρακτήρων φυσικά- μέσα στο μεγάλο κάδρο της Αμερικής στα μέσα του εικοστού αιώνα.

Μυθιστόρημα ενηλικίωσης, και μάλιστα σκληρής ενηλικίωσης, όχι απαραίτητα για τα όσα περνάει σε κάθε εκδοχή της ιστορίας του ο Φέργκιουσον, αλλά για την επιβεβαίωση της τυχαιότητας και της πολυπαραγοντικής εξίσωσης της ύπαρξης, των δυνατοτήτων, των περιορισμών και των εκβάσεων. Είναι τέτοια η δομή της ιστορίας, που ο αναγνώστης ταυτίζεται με τον ήρωα χωρίς να έχει το περιθώριο ελαφρά την καρδία να τον δείξει με το δάχτυλο λέγοντας: εγώ δεν θα το έκανα έτσι. Εκεί βρίσκεται, κατά την προσωπική μου γνώμη, η ευφυΐα του Όστερ. Αυτό το φαινομενικά απλό εύρημα -απλό μόνο ως σκέψη, γιατί ως προς την εκτέλεση είναι κάτι παραπάνω από σύνθετο- πατάει σε μια βαθιά υπαρξιακή ανθρώπινη αγωνία, στο ελάχιστο εμβαδόν που καθένας μας καταλαμβάνει στον κόσμο, στο εύπλαστο της ζωής. Όχι όμως ως ματαιότητα ή μεμψιμοιρία.

Και παράλληλα, γύρω από τη ζωή του Φέργκιουσον, ένας κόσμος σε διαρκή αλλαγή και αναβρασμό, κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές, πόλεμοι αλλά και ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο, η λογοτεχνία και η ποίηση, η μετάφραση, η Ευρώπη ως καταφύγιο και έμπνευση, ο έρωτας και η αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας, τα σπορ και η φιλία, και τόσα άλλα, που αποτελούν τη ζωή.

Και επανέρχομαι στον αρχικό προβληματισμό μου: Πώς να μιλήσει κανείς για μια τέτοια αναγνωστική εμπειρία, παρότι εν τω μεταξύ έχω καταφέρει να γράψω αρκετές λέξεις. Γιατί, εγώ προσωπικά, δυσκολεύομαι να μείνω πιστός σε μια κριτική ή φιλολογική προσέγγιση. Θα μπορούσα να μιλήσω, για παράδειγμα, για τον μακροπερίοδο λόγο που χρησιμοποιεί σε αυτό το μυθιστόρημα ο Όστερ, ή για την ικανότητά του στην αφήγηση και την ενσωμάτωση του προφορικού λόγου σε αυτήν. Θα μπορούσα επίσης να αποθεώσω τη μαστοριά του Όστερ στο χτίσιμο ενός τόσου μεγάλου βιβλίου. Όλα αυτά, και άλλα τόσα, ισχύουν. Όμως, η ανάγνωση, αποτελεί πρωτίστως ψυχαγωγία, και η απόφαση να διαβάσω ένα τέτοιας έκτασης μυθιστόρημα ήταν συνειδητή και ταιριαστή της περιόδου, η ανάγκη να γυρίσεις στο βιβλίο για να διαβάσεις λίγο έστω ακόμα, η αγωνία, που σιγά σιγά δημιουργείται στον αναγνώστη μέσα από την ταύτιση με τον Φέργκιουσον, για την εξέλιξη της ιστορίας, η αίσθηση οικειότητας, από κάποια στιγμή και μετά, ανάμεσα στους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι συναισθήματα μοναδικά. Σίγουρα αν δεν επρόκειτο για ένα τόσο καλογραμμένο βιβλίο όλα αυτά δεν θα γεννιόντουσαν, οπότε ναι, η λογοτεχνική αρτιότητα δεν είναι επ ουδενί άχρηστη και ελάσσονος σημασίας, αλλά η απαραίτητη βάση για την ψυχαγωγία και την αναγνωστική απόλαυση.

Τη μετάφραση, τον άθλο της μετάφρασης για την ακρίβεια, υπογράφει η συγγραφέας και βραβευμένη μεταφράστρια Μαρία Ξυλούρη, η μεγαλύτερη φαν του Όστερ που γνωρίζω, και της ανήκει -δικαιωματικά- ένα σημαντικό μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο       

Πέμπτη, 19 Απριλίου 2018

Μπλε υγρό - Βίβιαν Στεργίου




Στο κατάστημα πιάνων δεν ήταν κανείς. Η κίνηση στον δρόμο ήταν μέτρια. Μάλλον θα είχαν φύγει από ώρα οι ιδιοκτήτες καθώς και όσοι ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ή να δοκιμάσουν κάποιο πιάνο, οπότε ο Ανδρέας κοιτούσε απλώς ένα σκοτεινό μαγαζί με τα καπάκια των πιάνων κατεβασμένα μασουλώντας ένα καλαμάκι κοτόπουλο. Στη Αθήνα μπορούσες να φας και να πιεις μπίρες στον δρόμο, μπορούσες να περπατάς χαζεύοντας τις ταμπέλες των μαγαζιών και τις διαφημίσεις των φαρμακείων κατά τις τριχόπτωσης, μπορούσες να χτενίζεις με την άκρη του ώμου σου τα βρώμικα, μίζερα και αδικαιολόγητα φυτεμένα δέντρα στα πεζοδρόμια, αλλά, καταπώς φαινόταν, δεν μπορούσες να βρεις ανοιχτό δύο η ώρα τη νύχτα ένα κεντρικότατο κατάστημα πιάνων. Όμως αυτό δεν τον ενοχλούσε, αφού πιάνο δεν ήξερε να παίζει. Πιο πολύ τον πείραζε που αύριο το πρωί είχε να πάει στα κεντρικά της ΔΕΗ στην Αριστοτέλους.
Με τις δεδομένες επιφυλάξεις απέναντι σε κάθε συλλογή διηγημάτων, ενισχυμένες λόγω της εντοπιότητας και του νεαρού της ηλικίας της συγγραφέως, ξεκίνησα, από περιέργεια κυρίως το παραδέχομαι, να διαβάζω το πρώτο διήγημα της συλλογής διηγημάτων της γεννημένης το 1992 Βίβιαν Στεργίου, Μπλε υγρό. Και τελειώνοντας το πρώτο διήγημα, ένιωσα πως είχα κάτι ενδιαφέρον στα χέρια μου, και παρότι οι επιφυλάξεις δεν υποχώρησαν εντελώς, ήταν δεδομένο πως θα συνέχιζα μέχρι τέλους την ανάγνωση του βιβλίου.

Παρά τα όσα αντικειμενικά, ή θεωρούμενα ως τέτοια, μπορεί κάποιος αναγνώστης να επισημάνει για ένα λογοτεχνικό έργο, σχόλια φιλολογικά σχετικά με το ύφος, την πλοκή ή τις επιρροές, ανάμεσα σε άλλα, εντούτοις, και ας μην κρυβόμαστε, η ανάγνωση και επομένως και η αποτίμησή της, ποτέ δεν παύει να είναι υπόθεση άκρως προσωπική, και άρα υποκειμενική, καθώς καθένας μας αναζητά διαφορετικά πράγματα σε κάθε ανάγνωση, ακόμα και αν δεν ξέρει πως τα αναζητά. Ένα παράπονο τεράστιο, που δεν αφορά μόνο τα διηγήματα αλλά συνολικά την εγχώρια λογοτεχνία, παράπονο δικό μου, με βάση τα δικά μου βιώματα και τις προσλαμβάνουσες της δικής μου καθημερινότητας, είναι η απουσία, ή η όχι και τόσο συχνή εμφάνιση, για να μην είμαι ισοπεδωτικός, ενός αέρα φρέσκου και μιας ματιάς καθαρής στα πράγματα, ματιάς σύγχρονης, ματιάς του αυτόπτη μάρτυρα, ματιάς του συγγραφέα που να γράφει για το κέντρο της πόλης αφού πρώτα το έχει περπατήσει, και όχι εκ του μακρόθεν από κάποιο προάστειό της. Βεβαίως και δεν αρκεί κάποιος να περπατά στα πεζοδρόμια του κέντρου για να μπορεί να γράψει γι' αυτά, χρειάζονται και άλλες προϋποθέσεις. Εδώ έρχεται δίπλα στην καθαρή ματιά ο φρέσκος αέρας, κάτι το οποίο, έως ένα βαθμό, σχετίζεται και με την ηλικία της Στεργίου· δεν αναφέρομαι ούτε σε πρωτοπορία, ούτε σε καινοτομία αλλά στην αίσθηση του φρέσκου και του σπινθηροβόλου στην αφήγηση, δύο χαρακτηριστικά -κατά τη γνώμη μου αρετές- που τα διηγήματα της συλλογής διαθέτουν.

Κάποια μοτίβα, αναπόφευκτα, επαναλαμβάνονται, και κάποια διηγήματα, ίσως και λόγω της επανάληψης, μοιάζουν κάπως πιο αδύναμα, με αποτέλεσμα ο αρχικός ενθουσιασμός της ανάγνωσης των πρώτων διηγημάτων να υποχωρήσει, ίσως γιατί πλέον την έκπληξη απέναντι στην κατάρρευση των επιφυλάξεων διαδέχεται η απαίτηση για διατήρηση των απαιτήσεων σε υψηλά στάνταρντ, εκεί που η Στεργίου τις τοποθέτησε, όμως, ταυτόχρονα, η παρουσία αυτών των διηγημάτων δίνει την αίσθηση ολοκλήρωσης της συλλογής, επιτρέπουν να διαφανεί με σαφήνεια ο θεματικός καμβάς που απασχολεί και εμπνέει τη Στεργίου, αφήνουν και μάλιστα αφήνουν μία αίσθηση -αρκετά υπόγεια- ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος με αρκετούς ήρωες, με την Αθήνα να είναι παρούσα.

Και δεν είναι μόνο η Αθήνα που είναι -επιτέλους- αναγνωρίσιμη μέσα από τις σελίδες των διηγημάτων, είναι και οι ήρωες παρέα με τους προβληματισμούς και τις αποφάσεις που παίρνουν, η ασφυξία και η ελευθερία που το περιβάλλον τους προκαλεί ή τους επιτρέπει, ήρωες που ανάμεσά τους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει δικούς του φίλους ή ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό, ίσως λίγο νεότερο, ήρωες που εμένα μου θύμισαν τους ήρωες της Δημητρακάκη, ρεαλιστικοί στα δικά μου μέτρα.

(Πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Εκδόσεις Πόλις



Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

Το ματωμένο του έργο - Graeme Macrae Burnet





Γράφω αυτό το κείμενο κατόπιν επιθυμίας του δικηγόρου μου κυρίου Άντριου Σίνκλερ, ο οποίος από τότε που προφυλακίστηκα εδώ στο Ινβερνές μού φέρεται με πολύ περισσότερη ευγένεια απ' όση αξίζω και δικαιούμαι. Η ζωή μου υπήρξε σύντομη και άνευ σημασίας, και δεν επιθυμώ να απαλλαγώ από την ευθύνη για τις πρόσφατες πράξεις μου. Ο μόνος λόγος, επομένως, για τον οποίο εμπιστεύομαι αυτές τις λέξεις στο χαρτί είναι για να ανταποδώσω στον δικηγόρο μου την καλοσύνη που μου έχει δείξει.

Ο νεαρός Ρόντερικ Μακρέι, που ζει με τον πατέρα και τα αδέρφια του στο Κολντούι, ένα απομονωμένο χωριό του Ρος-σάιρ στα  Χάιλαντς, κατηγορείται για τριπλή δολοφονία, και εκείνος αποδέχεται την ενοχή του. Ο διορισμένος από το κράτος δικηγόρος που αναλαμβάνει την υπεράσπισή του του ζητάει να γράψει την ιστορία του, ενώ σκοπεύει να ισχυριστεί ενώπιον της έδρας πως ο πελάτης του έδρασε εκτός εαυτού χωρίς να έχει προσχεδιάσει το φονικό. Η αγχόνη περιμένει τον Μακρέι. Βρισκόμαστε στο έτος 1869.

Ο Μπερνέτ, στον ρόλο του αφηγητή-ερευνητή, μεταφέρει τον αναγνώστη στα Χάιλαντς του 19ου αιώνα, με αφορμή το τριπλό φονικό και τη δίκη που ακολούθησε, για να διηγηθεί μια ιστορία με τεράστιο ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς την εξέλιξη της δίκης, αλλά κυρίως για τις συνθήκες διαβίωσης σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή, όπου η ζωή ήταν ένας καθημερινός αγώνας επιβίωσης, η γη ανήκε σε έναν μεγαλογαιοκτήμονα, η εκπαίδευση ήταν αχρείαστη πολυτέλεια, οι βεντέτες κάτι συνηθισμένο και η πατρική εξουσία απόλυτη, χωρίς να παραλείψει κανείς να αναφερθεί στις επικρατούσες δεισιδαιμονίες, την ισχύ της εκκλησίας και τη σεξουαλική καταπίεση. Το κείμενο που γράφει ο Μακρέι και η διαδικασία της δίκης θα φέρουν στο προσκήνιο μια ζοφερή πραγματικότητα, αντικαθρέφτισμα της εποχής. Ο τρόπος με τον οποίο στήνει την ιστορία του ο Μπερνέτ, με αυτόν τον ψευδοντοκουμενταρίστικο χαρακτήρα, επιτυγχάνει να καθηλώσει τον αναγνώστη και να αναδείξει με ακρίβεια τους χαρακτήρες, σε ένα υπέροχο μυθιστόρημα, που θυμίζει ως αίσθηση τα Έθιμα ταφής της Κεντ, και έφτασε, χωρίς να είναι φαβορί, μέχρι τη βραχεία λίστα του βραβείου Booker για το 2016. Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες όπου η ευφυΐα του συγγραφέα διακρίνεται ως αναπόσπαστο μέρος του ταλέντου του, όπου ο χαρακτηρισμός του βιβλίου ως δικαστικού θρίλερ μοιάζει εν τέλει πολύ περιοριστικός για να περιγράψει πλήρως τα όσα καταφέρνει ο Μπερνέτ με Το ματωμένο του έργο, και πως τελικά ο απόλυτος συνδυασμός επιτυχίας είναι η παρουσία μιας δυνατής ιστορίας δοσμένης με έναν τρόπο που να την αναδεικνύει περαιτέρω.

Το απομονωμένο τοπίο άγριας ομορφιάς των Χάιλαντς και οι συνθήκες διαβίωσης της εποχής επιτρέπουν στον Μπερνέτ να επικεντρωθεί στην ιστορία και τους χαρακτήρες του, χωρίς να χρειάζεται να πασπαλίσει τις περιγραφές του με υπερβολικές λεπτομέρειες, και παρ' όλ' αυτά να μεταδώσει την αίσθηση ασφυξίας με την οποία, όχι μόνο ο αναγνώστης του σήμερα, αλλά και ο κάτοικος κάποιου αστικού κέντρου της εποχής, αντικρίζει τη ζωή στο μικρό χωριό. Η ιστορία, με την αγωνία που φέρει ως προς την εξέλιξή της, όσο προδιαγεγραμμένη και αν αυτή μοιάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες με την παραδοχή της ενοχής εκ μέρους του Μακρέι, είναι δομημένη με τέτοιο τρόπο, ώστε να αναδείξει τους χαρακτήρες και το περιβάλλον στο οποίο ζουν· με αποκορύφωμα τον Μακρέι, έχουμε χαρακτήρες πλήρεις, με αδυναμίες, πάθη και ιδανικά, με την αίσθηση δικαίου να μην απουσιάζει εντελώς από κανέναν, παρά την όποια υποκειμενική θέση από την οποία παρατηρεί την ιστορία ο αναγνώστης, σε μια απόπειρα κατανόησης της ανθρώπινης φύσης, με τα πάθη της εξουσίας, το φόβο της επιβίωσης, το ένστικτο της εκδίκησης, την πίστη στην απόδοση δικαιοσύνης, την επίδραση του περιβάλλοντος, την ασφυξία της ατομικότητας μέσα στον κοινωνικό ιστό.

Αν και δεν έκανα αντιπαραβολή με το πρωτότυπο, έχω την αίσθηση πως η Χίλντα Παπαδημητρίου έφερε εις πέρας με επιτυχία το δύσκολο έργο της μετάφρασης.

Υπερκαλυμμένες και με το παραπάνω αναγνωστικές προσδοκίες, Το ματωμένο του έργο είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο αξίζει να διαβαστεί.
 
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Μεταίχμιο


Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος





Η ανάγνωση, όπως κάθε πάθος άλλωστε, δεν περιορίζεται στον εαυτό της, ο αναγνώστης, συγχωρέστε με αλλά η λέξη βιβλιόφιλος δεν με συγκινεί, δεν περιορίζεται στην ανάγνωση, και ένας αναγνώστης όπως ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, κι αυτή είναι μία από τις ιδιότητές του ανάμεσα στις άλλες, του ποιητή, του μεταφραστή, του κριτικού, του φιλολόγου -και ίσως και άλλων που καταφέρνει να κρατάει κρυφές- όχι μόνο το γνωρίζει καλά, αλλά αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παθιασμένου αναγνώστη, για τον οποίο η ανάγνωση είναι ένα μόνο μέρος της σχέσης του με τα βιβλία, τους συγγραφείς, τις ιστορίες, μιας σχέσης με εμμονές -πώς αλλιώς;

Γιατί η ανάγνωση, πριν και πάνω απ' ό,τι άλλο, είναι μια σχέση συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή, από το πλέον απλό ημερολογιακό συμβάν, όπως ποια κοπέλα κοιμόταν δίπλα του όταν εκείνος ξενύχτησε διαβάζοντας λίγες ακόμα σελίδες από την Καρδιά τόσο άσπρη, για την ακρίβεια τις σελίδες εκείνες με τον ήρωα να προσπαθεί να ξεχωρίσει τις λέξεις θυμού που ακούγονταν από τον δρόμο κάτω ακριβώς από το δωμάτιο του ξενοδοχείου, σε αντίστιξη με τη φαινομενική γαλήνη του δωματίου του ήρωα, αλλά και του αναγνώστη, μέχρι την αφιέρωση στην πρώτη σελίδα στο αντίτυπο του Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο, δώρο από έναν καλό φίλο, αφιέρωση που αν είναι δυνατόν την έκανε με στυλό, αλλά πώς να του κρατήσεις κακία -φροντίζεις να αγοράσεις ακόμα ένα αντίτυπο. Και ύστερα σκέφτεσαι τον Ξένο του Καμύ, και αναλογίζεσαι τι θα έκανες αν δεν υπήρχε αυτό το βιβλίο, ώστε να μπορείς να επιστρέφεις σ' αυτό όταν ο κόσμος καταρρέει;

Από τη μία πλευρά είναι η γοητεία να ακούς κάποιον να μιλάει για ένα πάθος, πάθος που νιώθεις και εσύ, πάθος για το οποίο συχνά νιώθεις πως δεν μπορείς να το μοιραστείς εύκολα με κάποιον, πάθος για το πλέον απλό, όπως την ταξινόμηση των βιβλίων στη βιβλιοθήκη, ή τη σημασία του να βρίσκεις το απόκομμα από το εισιτήριο κάποιου ΚΤΕΛ χρόνια μετά διαβάζοντας ξανά Το μαύρο κουτί  του Άμος Οζ. Όμως από την άλλη πλευρά, ακριβώς επειδή μιλάμε για πάθος, ορθώνεται η αντίδραση, όχι, εμένα η Λολίτα δεν μου άρεσε, ίσως γιατί μου θύμιζε έντονα την προυστική Αλμπερτίν, όχι, εγώ διαφωνώ με το μη δανεισμό βιβλίων.

Η γοητεία και η αντίδραση, ταυτόχρονα συναισθήματα με εκρηκτικά αποτελέσματα, συνοδεύουν την ανάγνωση των κειμένων που αποτελούν Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη, κειμένων από τα οποία ξεχειλίζει το πάθος, κείμενα στα οποία αφθονούν οι αναφορές σε βιβλία γνωστά και αγαπημένα, αλλά και σε άλλα είτε άγνωστα είτε σκονισμένα στη στοίβα των προσεχώς. Και ο τρόπος με τον οποίο ο Γιαννακόπουλος μιλάει για την ανάγνωση και τα βιβλία είναι, για μένα, ο πλέον κατάλληλος, ακριβώς λόγω του πάθους του, πάθους που οδηγεί σε συγκλίσεις και αντεγκλήσεις γόνιμες, μακριά από διάθεση για επίδειξη και απλή επανάληψη μισητών φράσεων όπως: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει αυτό, μα καλά, (δεν) σου άρεσε το άλλο, και άλλων παρεμφερών. Στόχος του Γιαννακόπουλου δεν είναι να μιλήσει για τον εαυτό του αλλά για εκείνο που αγαπά, όπως ο ποιητής που μιλάει για τον έρωτα μιλάει για το αντικείμενο του πόθου του και όχι για τον ερωτευμένο εαυτό του, ή -ακριβέστερα- όπως το παιδί που μιλάει για το παιχνίδι. Και ακριβώς επειδή είναι τέτοιο το πάθος των κειμένων, Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη επιτελεί μια πράξη υπηρέτησης προς τη λογοτεχνία, προς την ανάγνωση, ανανεώνοντας εν τέλει τη δίψα μας για ιστορίες.


Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Χάρισέ μου μια παράλληλη πραγματικότητα ακόμα





Τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα λειτουργούν ως παράλληλη πραγματικότητα στη ζωή του αναγνώστη, ένα καταφύγιο ημερών, εβδομάδων ή και μηνών ακόμα. Παράλληλη πραγματικότητα σε μια ολοένα επιταχυνόμενη καθημερινότητα, υπερπληθώρας ερεθισμάτων, κυριαρχίας του εφήμερου ή μάλλον ακριβέστερα του στιγμιαίου, με την πεποίθηση της έλλειψης χρόνου, του χρόνου που δεν υπάρχει και όχι του χρόνου που σπαταλιέται στη διασπαστική κυριαρχία της πληροφορίας, της επιφανειακής γνώσης επί παντός επιστητού, της ανάγκης ή της υποχρέωσης καλύτερα να μπορεί κανείς ανά πάσα στιγμή να έχει γνώμη για οτιδήποτε, άσχετα αν δεν τον ενδιαφέρει, άσχετα αν δεν το γνωρίζει παρά επιδερμικά μονάχα ή ως τελευταίος δέκτης ενός εξ αρχής χαλασμένου τηλεφώνου, της κατανάλωσης και της μανίας προσθήκης στη φαρέτρα ασχημάτιστων και εν τέλει άχρηστων βελών, και αυτού και εκείνου αλλά και του άλλου. Της ποσοτικής απεικόνισης των πάντων.

Και ξαφνικά ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα ξεφυλλίζεται μπροστά στα μάτια σου, απαιτεί τον χρόνο και την προσοχή σου, σε δέχεται στις σελίδες του και σε καλωσορίζει στην πραγματικότητά του, πραγματικότητα στην οποία αρχικά νιώθεις ξένος και ίσως την προσεγγίζεις με μια διάθεση ανυπομονησίας, πες αυτό που θες να πεις και τελείωνε, μην πλατειάζεις, δώσε μου γρήγορα αυτό που χρειάζομαι -αλήθεια τι είναι αυτό που χρειάζομαι;-, τελείωνε να πάμε παρακάτω, ωστόσο το πολυσέλιδο μυθιστόρημα στέκει ατάραχο, ενώ εσύ δεν διστάζεις να το αφήσεις με μια οποιαδήποτε αφορμή -τι ώρα έχει πάει, τι καιρό θα κάνει αύριο, πού να βρίσκεται εκείνη ή εκείνος, πόσα τικ έχουν βάλει στη λίστα εν τω μεταξύ οι άλλοι- και επανέρχεσαι κάνοντας βιαστικά και συνήθως λαθεμένα μαθηματικές πράξεις για το υπολειπόμενο της ιστορίας, πόσες σελίδες, πόσες ώρες, πόσες μέρες, πόσα χαμένα τικ και φωτογραφικά κλικ, και ξάφνου γίνεται κάτι μαγικό, όλα εκείνα τα πρόσωπα, αρχικά απλώς ονόματα που δυσκολευόσουν να συγκρατήσεις και να συνδυάσεις με γεγονότα και λεπτομέρειες, ξαφνικά μεταμορφώνονται σε παλιούς γνώριμους, συμπάθειες και αντιπάθειες, μια λαχτάρα για το τι θα γίνει παρακάτω εμφανίζεται, και πριν καλά καλά το καταλάβεις ζεις μια παράλληλη ζωή.

Κάτι τέτοιες εμπειρίες έρχονται και σε βρίσκουν εκεί που δεν το περιμένεις, αδιανόητος μοιάζει ο εκ των προτέρων σχεδιασμός τους, κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει ότι θα μπει σε μια παράλληλη πραγματικότητα, απλώς βρίσκεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα χωρίς να το καταλάβει, παρά μόνο αργότερα, ίσως ακόμα και αφού εκείνη περάσει στο παρελθόν, όταν πια τα απογεύματα ή οι πρώτες πρωινές ώρες ή οι τελευταίες βραδινές είναι όπως πριν.

Δεν νομίζω πως για μένα υπάρχει αντιπροσωπευτικότερο παράδειγμα από την εξάμηνη σχεδόν παραλληλία της τότε ζωής μου, με την αδιάφορη και μηχανιστική από ένα σημείο και μετά πρωινή δουλειά της παροχής τηλεφωνικών πληροφοριών, με τη ζωή των ηρώων του Μαρσέλ Προυστ, από τόμο σε τόμο, με την Αλμπερτίν να μου γεννά αισθήματα μίσους που δεν γνώριζα πως είχα και την Υπόθεση Ντρέιφους να με παθιάζει με έναν τρόπο επίσης πρωτόγνωρο, και ξαφνικά, μια μέρα διάβασα την τελευταία σελίδα, και έμεναν δύο μήνες ακόμα για τη λήξη της σύμβασης, και δεν ήξερα τι μου έφταιγε τα απογεύματα που γύριζα στο σπίτι, παρότι οι μέρες είχαν μεγαλώσει, η καλοκαιρία επέλαυνε, οι σειρήνες του έξω κόσμου τραγουδούσαν πιο γλυκά από ποτέ και οι περιπέτειες της καρδιάς ξεδιπλώνονταν σε επεισόδια άνισα, και ήταν εκείνο το κενό της έλλειψης της παραλληλίας, εκείνο το καταφύγιο το οποίο πια ξεθώριαζε στο βάρος της λήθης, όπως όλα εκείνα που υπόσχεσαι πως δεν θα ξεχάσεις ποτέ.

Αλλά υπάρχει ακόμα κάτι συγκλονιστικό στα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, το γεγονός πως ο συγγραφέας διέθεσε μήνες ή χρόνια από τη ζωή του ασχολούμενος με την κατασκευή ενός οικοδομήματος, παράλληλα κι εκείνος με τόσα άλλα της δικής του καθημερινότητας, υποχρεώσεις και περισπάσεις, άγχη και απογοητεύσεις, λογαριασμούς και κοινωνικές υποχρεώσεις, ξενύχτια και πρωινά ξυπνήματα, φαντασία και ρεαλισμό.

Μη βιαστείς να κρίνεις όσα είπα με όρους συγκριτικούς, η μεγάλη φόρμα απέναντι στη μικρή, δεν είναι αυτό το νόημα, απλώς άκουσα κάποιον αναγνώστη ελαφρά την καρδία να λέει: εγώ θα έκοβα εκατόν πενήντα σελίδες· και διαολίστικα, γιατί, όπως και να το κάνεις, δεν είναι ωραίο να ακούς κάποιον να κόβει σελίδες από τη ζωή σου.

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Ο τρομπετίστας - Fernando Aramburu





Βιβλίο Βάσκου συγγραφέα δεν είχα διαβάσει πριν από τον Τρομπετίστα του Φερνάντο Αράμπουρου, αν θυμάμαι βέβαια καλά, βιβλίο που από κάποιον έχω δανειστεί και δεν θυμάμαι από ποιον, και παρακαλείται, εκείνος, αν διαβάσει το κείμενο, να προχωρήσει σε υπενθύμιση.

Ο μόνος τρόπος για τον Μπενίτο Λακούνθα ώστε να ξεφύγει από την πατρική καταπίεση ήταν οι σπουδές, έτσι βρέθηκε στη Μαδρίτη, όπου έκανε οτιδήποτε άλλο από το να σπουδάζει, αν και η μηνιαία επιβίωσή του εξαρτιόταν από τα χρήματα που του έστελνε ο πατέρας του, μέχρι που ανακάλυψε την αλήθεια. Τώρα ζούσε με την Πάουλι, γεγονός που του εξασφάλιζε στέγη και ζεστό φαγητό, ενώ δούλευε περιστασιακά στο μπαρ Ουτοπία, του οποίου ο ιδιοκτήτης του επέτρεπε πού και πού να παίζει τρομπέτα στους θαμώνες.

Τα όνειρά του για καριέρα στη μουσική βιομηχανία πάντα προσέκρουαν σε κάποιο άτυχο περιστατικό, και εκείνος, αν και κατέβαλλε την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια, επέμενε να διακηρύσσει πως αργά ή γρήγορα θα έπιανε την καλή.

Η είδηση σχετικά με τον θάνατο του πατέρα του θα τον αφήσει αρχικά αδιάφορο, όμως, ύστερα από την πίεση της Πάουλι, ορμώμενης από τη διεκδίκηση του μερίδιου που του αναλογούσε από την κληρονομιά, ο Μπενίτο Λακούνθα θα βρεθεί, μετά από χρόνια, πίσω στο χωριό που γεννήθηκε.

Δεν ενθουσιάστηκα ιδιαίτερα από το μυθιστόρημα αυτό, αν και το διάβασα ευχάριστα, αναγνωρίζοντας κάποιες αρετές στην υποβόσκουσα παρωδία και στο στήσιμο της ιστορίας, όμως η ίδια η ιστορία μου φάνηκε κάπως απλοϊκή και η προσοχή μου επικεντρώθηκε εξ ολοκλήρου στην ιστορία, γεγονός που είναι ίσως αρκετό για να δείξει την έλλειψη ενθουσιασμού, καθώς, κακά τα ψέματα, δύσκολα μια ιστορία από μόνη της, χωρίς άλλες αρετές λογοτεχνικές να την υποστηρίζουν και να την αναδεικνύουν, μπορεί να σταθεί, εφόσον οι περισσότερες ιστορίες, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, έχουν ειπωθεί, και μάλιστα με εκπληκτικούς τρόπους.

Για παράδειγμα, διέκρινα την πρόθεση του Αράμπουρου να προσδώσει στους ήρωές του μία σχηματικότητα, να τους μετατρέψει σε πρότυπα, πρόθεση η οποία δεν ευωδόθηκε, στερώντας από το μυθιστόρημα τη ρεαλιστική διάσταση που ο συγγραφέας τού αφαίρεσε.

Θυμήθηκα όμως έναν αγαπημένο Ισπανό συγγραφέα, τον Μολίνα, βιβλίο του οποίου, άγνωστο γιατί, έχει καιρό να κυκλοφορήσει στα ελληνικά.

Μετάφραση Χριστίνα Αμαργιανού
Εκδόσεις Gema

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Το βιβλίο των κατόπτρων - E.O. Chirovici





Ο Πίτερ, λογοτεχνικός ατζέντης, θα λάβει ένα μέηλ από κάποιον Ρίτσαρντ Φλυν, το οποίο αρχικά μοιάζει με ακόμα ένα μέηλ από κάποιον υποψήφιο συγγραφέα. Όταν όμως θα διαβάσει τη συνοδευτική επιστολή του συνημμένου αρχείου, ο Πίτερ θα νιώσει πως πρόκειται για κάτι διαφορετικό, πως δεν είναι μία ακόμα αδέξια και άψυχη επιστολή. 

Το 1987 ο διάσημος καθηγητής Τζόζεφ Βίντερ θα βρεθεί δολοφονημένος στο σπίτι του, στο Πρίνστον. Η ανεξιχνίαστη αυτή δολοφονία αποτελεί το θέμα του χειρόγραφου που θα πάρει στα χέρια του ο Πίτερ. Πρόκειται άραγε για ομολογία ή για έργο μυθοπλασίας;

Ξεκινώντας να γράφω το κείμενο αυτό, φλέρταρα με την ιδέα να αναφερθώ πιο αναλυτικά απ' ό,τι συνήθως στην υπόθεση, κυρίως για να αναδείξω την ικανότητα του συγγραφέα στη σύνθεση της ιστορίας, με τις ανατροπές να κυριαρχούν και τον αναγνωστικό ορίζοντα προσδοκιών να τίθεται συνεχώς υπό αμφισβήτηση. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησα πως οποιαδήποτε αναφορά στην υπόθεση θα αποτελούσε σπόιλερ για τον πιθανό αναγνώστη, οπότε και εγκατέλειψα την αρχική ιδέα.
Πιστεύω πως, για τους περισσότερους ανθρώπους, το να μεγαλώνεις σημαίνει, δυστυχώς, να αποκτάς την ικανότητα να κλειδώνεις τα όνειρά σου σ' ένα κουτί και να το πετάς στον ποταμό Ιστ. Κατά τα φαινόμενα, δεν αποτέλεσα εξαίρεση στον κανόνα. Όμως πριν από μερικούς μήνες ανακάλυψα κάτι σημαντικό, το οποίο επανέφερε στη μνήμη μου ορισμένα τραγικά περιστατικά που συνέβησαν το φθινόπωρο και τον χειμώνα του 1987, στο τελευταίο έτος μου στο Πρίνστον. Κατά πάσα πιθανότητα καταλαβαίνεις τι εννοώ: θεωρείς ότι έχεις λησμονήσει κάτι -ένα περιστατικό, έναν άνθρωπο, μία κατάσταση- και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η ανάμνηση μαράζωνε σε κάποιο κρυφό δωμάτιο του μυαλού σου αλλά ήταν πάντοτε εκεί, σαν να δημιουργήθηκε μόλις την προηγούμενη μέρα. Σαν να ανοίγεις μια παλιά ντουλάπα γεμάτη άχρηστα πράγματα και δεν έχεις παρά να μετακινήσεις ένα κουτί για να καταρρεύσουν τα πάντα πάνω σου.
Τι είναι αυτό που οδηγεί κάποιον να μιλήσει για μια ιστορία που συνέβη τόσο παλιά; Ο Κίροβιτς γνωρίζει καλά πως ο αφηγητής οφείλει να διαθέτει το απαραίτητο πάθος, να καθιστά ξεκάθαρο στον αναγνώστη πως η ζωή του εξαρτάται τρόπον τινά από την αφήγηση αυτή. Ήδη από τη συνοδευτική επιστολή διαφαίνεται η αγωνία του Φλυν, κανένα στοιχείο δεν μπορεί να θεωρηθεί λεπτομέρεια παρά μόνο ένα απαραίτητο κομμάτι του παζλ που επιχειρεί να συνθέσει.

Εκείνο που τελικά είναι δευτερεύον κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι η ανακάλυψη του δολοφόνου, και είναι δευτερεύον γιατί προηγούνται τα μυστικά που τα κρατούν κρυμμένα, χρόνια μετά, τα πρόσωπα της ιστορίας, όχι μόνο εκείνα που ανήκαν στον περίγυρο του καθηγητή, όπως ο Φλυν, αλλά και όσοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ασχολήθηκαν με την ιστορία της δολοφονίας και του χειρογράφου τόσο τότε όσο και τώρα, χρόνια μετά, ενώ τα κάτοπτρα που αναπαράγουν την πρώτη  εικόνα συχνά την παραμορφώνουν, για να χαθεί τελικά εκείνη μέσα σε μια σειρά αντικατοπτρισμών.

Το βιβλίο, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, συνδέεται με τα βιβλία της Ντόνα Ταρτ και του Ζοέλ Ντικέρ, και, παρά την πιθανότητα κάτι τέτοιο να αποτελούσε απλώς ένα προωθητικό τρικ, στάθηκε ικανό να με ιντριγκάρει και να με οδηγήσει στην ανάγνωση. Τελειώνοντας το βιβλίο δεν έχω καμία αμφιβολία, οι λάτρεις της Ταρτ και του Ντικέρ θα το αγαπήσουν, είναι καταιγιστικός, αλλά σε καμία περίπτωση κενός, ο τρόπος με τον οποίο ο Κίροβιτς χτίζει την ιστορία του, ενώ οι ανατροπές στηρίζονται στην αλήθεια των ηρώων, με τους οποίους ο αναγνώστης αναπτύσσει έναν συναισθηματικό δεσμό, βάση του οποίου διαμορφώνει τις προσωπικές του προτιμήσεις για την τελική έκβαση της ιστορίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αντώνης Καλοκύρης
Εκδόσεις Πατάκη 


Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Περιστρεφόμενο άπειρο





Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Ας περάσουμε επί τροχάδην τα προφανή και κοινότοπα: πώς περνάει έτσι ο καιρός και σαν χτες μου φαίνεται και τα λοιπά και τα λοιπά. Ας προχωρήσουμε παρακάτω, ρίχνοντας λίγο τον ρυθμό: αρκετοί επαΐοντες προβλέπουν το τέλος των ιστολογίων, την επιβλητική και οριστική επικράτηση των κοινωνικών δικτύων, όμως μοιάζει να έχουν άδικο, όχι μόνο γιατί εστιάζουν τη ματιά τους στη δική τους "προσωπική γνώμη" -βλ. κούραση ή βαρεμάρα- αλλά και γιατί συνεχώς όλο και κάποια νέα ιστολόγια εμφανίζονται -για να εξαφανιστούν λίγο αργότερα τα περισσότερα είναι η αλήθεια- και γιατί εν γένει τα ιστολόγια ούτως ή άλλως υπερτερούν έναντι των κοινωνικών δικτύων λόγω του μη εφήμερου χαρακτήρα τους· ο χρόνος τα βαραίνει και τα αξιολογεί διαρκώς.

Ας χαλαρώσουμε τώρα τον ρυθμό. Οκτώ χρόνια, λοιπόν. Οκτώ χρόνια από την πρώτη δημοσίευση, που αναρτήθηκε αρκετούς μήνες μετά την πρώτη εμφάνιση της ιδέας για τη δημιουργία ενός ψηφιακού χώρου απόθεσης σκέψεων για ό,τι διάβασα, είδα και άκουσα, ένα απόγευμα κάπου στην παγωμένη ισπανική επαρχία, σε ένα σπίτι χωρίς σύνδεση στο διαδίκτυο και πριν την εμφάνιση των έξυπνων κινητών. Έτσι ξεκινάει το επετειακό αυτό κείμενο, με μια ανασκόπηση προσωπική, παράλληλη της πορείας του ιστολογίου, και, για ακόμα μία φορά, αναδεικνύεται, ο σημαντικότερος ίσως λόγος ύπαρξης αυτού εδώ του ψηφιακού τόπου, λόγος που τότε μου διέφευγε: η ανάγκη για έκφραση, η φιλοδοξία πως και κάποιον άλλον θα ενδιαφέρουν όσα θα έχω να λεω. Αυτοί ήταν οι τότε λόγοι, που σχετίζονται με τον ημερολογιακό χαρακτήρα της καταγραφής των εντυπώσεων και των σκέψεων, με αυτές τις, συχνά αδιόρατες, προσωπικές ψηφίδες, τη διάθεση της ημέρας, την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό κ.τ.λ. κ.τ.λ. Γιατί δεν μεγάλωσε μόνο το ιστολόγιο κατά οκτώ χρόνια, αλλά κι εγώ -σκέψη προφανής και κοινότοπη μα όχι χωρίς αξία-, γιατί τελικά διαρκώς επιβεβαιώνεται η πίστη μου στη σημασία δημιουργίας παρελθόντος, του απαραίτητου αυτού φορτίου εξέλιξης, έτσι ώστε τα αρχικά προφανή και κοινότοπα ερωτήματα να μην έχουν χαρακτήρα αφαίρεσης αλλά πρόσθεσης. 

Ξεχωριστή μνεία οφείλω στα πρόσωπα που εμφανίστηκαν ή εξαφανίστηκαν, πρόσωπα που συνδιαμόρφωσαν, συνειδητά ή ασυνείδητα, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό το παρόν ιστολόγιο, αλλά και εμένα τον ίδιο, στους ιδανικούς αναγνώστες και ιδανικούς φίλους που φώτισαν περαιτέρω το μονοπάτι αυτό αλλά και -τι τύχη!- στα πλείστα αντιπαραδείγματα που λειτούργησαν, και συνεχίζουν να λειτουργούν, ως φάροι αποφυγής σκοτεινών υδάτων.

Οκτώ χρόνια, λοιπόν, και αρκετοί με ρωτούν αν βαρέθηκα ή αν έμπλεξα στα γρανάζια της ρουτίνας -αυτής της άδικα αρνητικά επιβαρημένης λέξης- ή αν με κατάπιε το σύστημα. Και μπορεί να μην έχω απάντηση για το σύστημα, όμως μπορώ να πω με σιγουριά πως απολαμβάνω τη ρουτίνα και στιγμή δεν έχω βαρεθεί, το αντίθετο μάλλον, διαρκώς νιώθω να αντικρίζω νέες προκλήσεις.

Και τι μας νοιάζουν εμάς όλ' αυτά; Σ' αυτό δεν έχω απάντηση, και να με συγχωράτε.