Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2018

Το βαμμένο πέπλο - Somerset Maugham





Είχε προηγηθεί το εκκωφαντικό λογοτεχνικό ντεμπούτο του Ράχμαν Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε, με πλήθος αναφορών στον Σόμερσετ Μομ. Το νήμα ήταν εκεί και προσκαλούσε, εγώ έπρεπε απλώς να το ακολουθήσω.

Η Κίτι Φέιν είναι η νεαρή, ωραία αλλά επιπόλαιη  σύζυγος του Γουόλτερ, μικροβιολόγου διορισμένου στο Χονγκ Κονγκ. Ανικανοποίητη από τον γάμο της, μπαίνει σε μια εξωσυζυγική περιπέτεια με τον Τσαρλς Τάουνσεντ, έναν άντρα που βρίσκει γοητευτικό, ελκυστικό και συναρπαστικό. Όταν όμως ο Γουόλτερ ανακαλύπτει την απιστία της, την εκδικείται με έναν περίεργο και φρικτό τρόπο: την υποχρεώνει να τον συνοδεύσει σε μια απομακρυσμένη περιοχή στο εσωτερικό της Κίνας, η οποία μαστίζεται από επιδημία χολέρας.

Το βαμμένο πέπλο επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε νέα μετάφραση Τρισεύγενης Παπαϊωάννου. Πριν από κάποια χρόνια, εκκινώντας από το Πάρκο των ελαφιών του Νόρμαν Μαίηλερ -τι σπουδαίο βιβλίο, τι σπουδαίος συγγραφέας- και μια αναφορά στον Μομ, είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Βροχή (μτφρ. Δημήτρη Κωνσταντινίδη, εκδόσεις Ηριδανός). Σκέφτομαι πως δεν μπορεί να είναι απλή σύμπτωση το γεγονός πως για δεύτερη φορά οδηγούμαι αναγνωστικά στον Άγγλο συγγραφέα μέσα από την αναφορά του ονόματός του σε μυθιστόρημα τρίτου. Είναι, άλλωστε, και αυτός, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους τα βιβλία που επιθυμεί κάποιος να διαβάσει αυξάνονται διαβάζοντας, και μάλιστα με γεωμετρική πρόοδο.

Ο Σόμερσετ Μομ γνώρισε την επιτυχία εν ζωή, τα έργα του διαβάστηκαν, μεταφέρθηκαν στο θέατρο και τον κινηματογράφο, αποτέλεσε πρότυπο και αναφορά για συγγραφείς που ακολούθησαν, και το έργο του εξακολουθεί, ακόμα και σήμερα, να εκδίδεται, να μεταφράζεται, να διασκευάζεται και να διαβάζεται, γεγονός που αποτελεί μία απόδειξη για τη σπουδαιότητά του. Και υπάρχει κάτι μαγικό σε αυτό. Γιατί έχει τη δύναμη να προκαλεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον σε ένα μεγάλο μέρος του ετερόκλητου αναγνωστικού κοινού. Ας πάρουμε ως παράδειγμα Το βαμμένο πέπλο: ένα μυθιστόρημα λαϊκό, ευκολοδιάβαστο, μία κοινότοπη ιστορία ερωτικής απιστίας, ένα ρομάντσο.  Σκέψεις που επισκέπτονται τον αναγνώστη όταν βρίσκεται εκτός του μυθιστορήματος, ερωτήματα στα οποία ίσως αναζητήσει απαντήσεις μετά το πέρας της ανάγνωσης, όταν η λογική ανακτήσει μέρος της επιρροής της, παραμερίζοντας το συναίσθημα, επιχειρώντας να τα δικαιολογήσει ή να τα αμφισβητήσει, για ν' αναγκαστεί να σηκώσει τελικά τα χέρια ψηλά, να αποδεχτεί τη μεταφυσική επενέργεια της λογοτεχνίας, της καλής λογοτεχνίας, στη ψυχή και το πνεύμα, αφού πρώτα, για να δικαιολογήσει τον ίδιο του τον εαυτό, ψελλίσει κοινοτοπίες για το ταλέντο και την ικανότητα του συγγραφέα ή για τη θεματική επανάληψη της λογοτεχνίας, ήδη από τις αρχές της, και για να κατανοήσει τελικά πως εκείνο που επιχειρεί να προασπιστεί δεν είναι τίποτα άλλο από τον χαρακτηρισμό του δυνατού και απαιτητικού αναγνώστη, τη διαφορετικότητά του από το υπόλοιπο αναγνωστικό κοινό, εκείνο που με κάθε πρώτη ευκαιρία αποκαλεί μάζα, και να έρθει στην άβολη, η αλήθεια, θέση να παραδεχτεί πως η καλή λογοτεχνία δεν είναι μαθηματικό θεώρημα που πρέπει να αποδειχτεί αλλά κατάσταση που συχνά απλώς βιώνεται.

Και καθόλου δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα ότι ο Γουόνγκ Καρ Γουάι κινηματογραφώντας το In the mood for love είχε στον νου του Το βαμμένο πέπλο.


Μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2018

Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε - Zia Haider Rahman





Ο Ζία Χάιντερ Ράχμαν γεννήθηκε σε μια αγροτική περιοχή του Μπλαγκλαντές, μεγάλωσε στη Μεγάλη Βρετανία και σπούδασε σε κορυφαία πανεπιστήμια. Εργάστηκε επί σειρά ετών στον χρηματοπιστωτικό τομέα και σήμερα είναι δικηγόρος με αντικείμενο δραστηριότητας τα ανθρώπινα δικαιώματα και το διεθνές δίκαιο. Το Υπό το φως των όσον γνωρίζουμε είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.

Σπάνια ξεκινώ κάποιο κείμενο με αναφορά στο βιογραφικό του συγγραφέα, εντούτοις σήμερα νιώθω πως αυτό αποτελεί το κατάλληλο κλειδί εισόδου. Γιατί συνέβη αυτό άραγε; Για δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος είναι η αντανακλαστική κίνηση, μετά την ανάγνωση ενός τόσο σπουδαίου μυθιστορήματος, για αναζήτηση λεπτομερειών σε σχέση με τον συγγραφέα, ιδιαίτερα για όσα σχετίζονται με την υπόλοιπη εργογραφία του· και όμως, αυτό είναι το πρώτο βιβλίο του Ράχμαν. Ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την αλήθεια του βιβλίου, όχι την αλήθεια που έχουν τα γεγονότα αυτά καθαυτά, αλλά την αλήθεια του συγγραφέα, γιατί, πίσω από όλες τις τεχνικές αρετές του μυθιστορήματος, και είναι αρκετές αυτές οι αρετές, εκείνο που καθηλώνει τον αναγνώστη είναι η ανάγκη του αφηγητή να γράψει την ιστορία τού φίλου του που εμφανίστηκε, χρόνια μετά την τελευταία τους συνάντηση, ένα πρωινό στην πόρτα του σπιτιού του.
Στις πρώτες ώρες ενός πρωινού του Σεπτεμβρίου 2008, έκανε την εμφάνισή του στην πόρτα του σπιτιού μας στο νότιο Κένσιγκτον ένας εξουθενωμένος, ταλαίπωρος σκουρόχρωμος άνδρας που τα μήλα του εξείχαν πάνω από μια απεριποίητη γενειάδα. Έμοιαζε κάπου μεταξύ σαράντα και πενήντα χρονών και είχε ύψος γύρω στο ένα και ογδόντα, μερικά εκατοστά πιο κοντός από μένα.
Ο Ζαφάρ, λοιπόν, φίλος του συγγραφέα και συμφοιτητής του στην Οξφόρδη, θα χτυπήσει ένα πρωί το κουδούνι της οικίας του Ράχμαν στο νότιο Κένσιγκτον του Λονδίνου. Αρχικά δεν θα τον αναγνωρίσει. Είναι άραγε μόνο τα χρόνια που μεσολάβησαν, το ταλαιπωρημένο του παρουσιαστικό και το αναπάντεχο της επίσκεψης; Η αλήθεια είναι όμως πως ο Ράχμαν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η καριέρα του καταρρέει, ο γάμος του περνάει κρίση, οι άξονες περιστροφής της ζωής του δείχνουν προβληματικοί.

Ο Ράχμαν θα προσφέρει φιλοξενία στον Ζαφάρ, εκείνος θα την δεχτεί χωρίς να εγκαταλείψει στιγμή όμως την εικόνα του ταξιδιώτη, εκείνου που ανά πάσα στιγμή είναι έτοιμος να ανοίξει την πόρτα και να εξαφανιστεί, χωρίς προειδοποίηση. Μέσα από τις συζητήσεις των δύο αλλά και τα δεκάδες σημειωματάρια που ο Ζαφάρ φέρει μαζί του και πρόκειται να αφήσει στον φίλο του, ο Ράχμαν, αφού προσπαθήσει επανειλημμένως ανεπιτυχώς να τον πείσει να γράψει μόνος του την ιστορία του, θα καταπιαστεί ο ίδιος με την ιστορία του φίλου του, ιστορία όμως που αφορά και εκείνον, ίσως όχι εξ αρχής αλλά σίγουρα στην πορεία της, στη διαδρομή της εξιστόρησής της, όχι μόνο εξαιτίας των κοινών τόπων στους οποίους συναντήθηκαν οι δυο τους ή από τους οποίους πέρασαν οι δυο τους, αλλά και όσων ανέκυψαν παραπλεύρως, εξ αφορμής της διήγησης του Ζάφαρ, φαινομενικά άσχετων, μα ικανών να προκαλέσουν μικρότερες ή μεγαλύτερες εκρήξεις στον Ράχμαν.

Οι δύο πλευρές του Ράχμαν, ο μπαγκλαντεσιανός και ο δυτικός του εαυτός, η διαρκώς αιωρούμενη αίσθηση του απάτριδος, οι ανησυχίες σε προσωπικό, συναισθηματικό και επαγγελματικό επίπεδο, θα έρθουν να συναντήσουν τον κόσμο στις αρχές του 21ου αιώνα, με την έννοια του τοπικού να έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, τα μαθηματικά και την εφαρμογή τους στα πλέον σύνθετα χρηματοοικονομικά προϊόντα αλλά και ως φιλοσοφική προσέγγιση, το ξεθώριασμα του αμερικανικού ονείρου, παρότι πλέον έχει υποστεί κι αυτό παγκοσμιοποίηση, αλλά και τη σπουδαία λογοτεχνία, καταφύγιο και αφετηρία του κόσμου.

Ο Ράχμαν πατάει στέρεα στην κλασσική λογοτεχνία, την οποία αγαπάει και στην οποία δεν χάνει ευκαιρία να αναφέρεται. Ο απολογιστικός χαρακτήρας της αφήγησης, ευρισκόμενης μετά το πέρας του τέλους της ιστορίας, οι συνεχείς παρεκβάσεις, τόσο από πλευράς Ζαφάρ κατά τη διάρκεια των συζητήσεων, όσο και από πλευράς Ράχμαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής, αλλά κυρίως η επιτακτική ανάγκη να ειπωθεί αυτή η ιστορία δημιουργούν ένα αίσθημα αναγνωστικής αγωνίας και βαραίνουν την κάθε λεπτομέρεια, ανεξαρτήτως μεγέθους, που σε συνδυασμό με το εύρος των γνώσεων και των αναφορών του βιβλίου μετατρέπουν το Υπό το φως των όσων γνωρίζουμε σε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Ένα εκκωφαντικό λογοτεχνικό ντεμπούτο.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ανδρέας Μιχαηλίδης
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2018

Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι - Luis Fernando Verissimo





Θα ήταν δύσκολο να σκεφτεί κανείς συγγραφέα με μεγαλύτερη επιρροή από τον Μπόρχες, όποια και αν είναι η άποψή του για το έργο του, επιρροή που δεν έχει πάψει να επενεργεί σε δεκάδες συγγραφείς, κυρίως από τη Λατινική Αμερική. Όμως δεν είναι μόνο η επιρροή του στους νεότερους λογοτέχνες εκείνη που παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον, επιρροή λογική και αναμενόμενη, αλλά η μετατροπή του ίδιου σε μυθιστορηματικό χαρακτήρα, η μετατροπή της ζωής του σε μυθιστόρημα, όχι ως απλή βιογραφία μυθοπλασίας, αλλά ως μυθιστόρημα επινόησης, ο Μπόρχες ως ο ιδανικός ήρωας και η ζωή του ως κατάλληλο περιβάλλον δράσης.

Πριν από λίγο καιρό είχα διαβάσει τη Συνωμοσία Μπόρχες του Γκαστόν Φιόρδα με την ιερόσυλη για Αργεντινό ιδέα πως ο συγγραφέας Μπόρχες δεν υπήρξε ποτέ, όντας απλώς η βιτρίνα μιας λογοτεχνικής ομάδας που κρυβόταν πίσω του. Με την ανάμνηση αυτής της ανάγνωσης να είναι ακόμα ζωντανή, ήταν αναμενόμενο να αναζητήσω σχετικά σύντομα μία αντίστοιχη αναγνωστική εμπειρία, δεν είχα παρά να ρίξω μια ματιά στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία, εκεί υπήρχε Ο Μπόρχες και οι αιώνιοι ουρακοτάγκοι του Βραζιλιάνου συγγραφέα Λουίς Φερνάντο Βερίσιμο.
Θα προσπαθήσω να γίνω τα μάτια σου, Χόρχε. Ακολουθώ τη συμβουλή που εσύ μου έδωσες, όταν αποχωριστήκαμε: "Γράφε και θα θυμηθείς". Θα προσπαθήσω να θυμηθώ, με ακρίβεια αυτή τη φορά. Για να μπορέσεις να διακρίνεις αυτό που είδα εγώ, για να λυθεί το μυστήριο και να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Κι όταν κάνουμε δικές μας επινοήσεις, είναι για να τη θυμηθούμε πιο συγκεκριμένα.
Ήταν αυτό που αναζητούσα! Μπόρχες, Πόε, Λάβκραφτ, αγάπη για τη λογοτεχνία και την ανάγνωση, διάθεση για παιχνίδι και σάτιρα των λογοτεχνικών κύκλων και μια αστυνομική πλοκή ως αφορμή.

Ο Φολγκεστάιν, πρωταγωνιστής της ιστορίας, ένας μοναχικός πενηντάρης που ζει στο Πόρτο Αλέγκρε παρέα με τον γάτο του Άλεφ, ανάμεσα σε βιβλία τα οποία τον προφυλάσσουν από το απρόσμενο, έχει την ευκαιρία να πάει στο Μπουένος Άιρες όπου θα διοργανωθεί ένα συνέδριο για τον Πόε. Ευγνωμονώντας την καλή του τύχη, θα αφήσει την ασφάλεια του σπιτιού και της ρουτίνας του, θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Αργεντινής, θα γνωρίσει τον Μπόρχες και θα γίνει μάρτυρας μιας δολοφονίας στο ξενοδοχείο όπου φιλοξενούνται οι σημαντικότεροι ομιλητές του συνεδρίου.

Μέσα από την αφήγηση διακρίνεται ο φθόνος του Βερίσιμο για τον ήρωά του, που μπόρεσε να συναντήσει από κοντά τον Μπόρχες, να μιλήσει μαζί του, να τον ακούσει να εκθέτει την άποψή του για το σύμπαν, να εκφράζει την αγάπη του για τον Πόε. Ο φθόνος αυτός, η διέγερση μιας φανταστικής συνάντησης με τον δάσκαλο, αναγκάζει τον Βερίσιμο να πάρει το παιχνίδι του στα σοβαρά, να σταθεί στο ύψος της περίστασης που ο ίδιος έστησε και κάπως έτσι το τελικό αποτέλεσμα παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον, κάτι παραπάνω από ένα λογοτεχνικό παιχνίδι απότισης φόρου τιμής στον Μπόρχες.

Θυμήθηκα ακόμα ένα ωραίο βιβλίο που διάβασα πριν κάποιους μήνες, το Συνέδριο λογοτεχνίας του Σέσαρ Άιρα.

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα 

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2018

Το τέλος του δρόμου - John Barth





Και σίγουρα, αναγνώστη, δεν είναι η πρώτη φορά, όπως ξέρεις ήδη καλά, που κάποιος, σε ανύποπτο χρόνο, μου μίλησε για ένα βιβλίο ή έναν συγγραφέα που δεν γνώριζα, κι εγώ, γυρίζοντας σπίτι, για να διαφύγω άμεσα τον κίνδυνο της λήθης, αναζήτησα πληροφορίες επ' αυτού στο διαδίκτυο και έπεσα πάνω στην ένδειξη: εξαντλημένο από τον εκδότη. Και σαν να μην έφτανε αυτό, λες και υπήρχε κάποια συμπαντική συνωμοσία, μέσα στις επόμενες μέρες έπεσα ξανά και ξανά πάνω στο ίδιο βιβλίο, στο ίδιο εξαντλημένο βιβλίο, διθύραμβοι και υποσχέσεις αναγνωστικής απόλαυσης, και η ένδειξη "εξαντλημένο από τον εκδότη" να αναβοσβήνει στο μυαλό μου.

Δεν είναι η πρώτη φορά, και ούτε η τελευταία, ευτυχώς, ναι ευτυχώς, γιατί όλες αυτές η προσδοκίες και το επακόλουθο κυνήγι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της παράλληλης ζωής ως αναγνώστη, το αλατοπίπερο. Θα έλεγα το ίδιο αν τελικά δεν είχα καταφέρει να βρω το βιβλίο του Μπαρθ; Ναι, το ίδιο θα έλεγα, γιατί βρήκα μόλις ένα απ' όσα κυκλοφορούν, και τώρα, έχοντας διαβάσει Το τέλος του δρόμου, επιθυμώ διακαώς ν' αποκτήσω ό,τι δικό του κυκλοφόρησε κάποτε στα ελληνικά, και να το διαβάσω.

Ήταν απόγευμα και ένιωθα τυχερός, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, έτσι παρέκκλινα του δρόμου μου για να πάω στο παλαιοβιβλιοπωλείο. Ήμουν τόσο σίγουρος πως κάτι πραγματικά πολύ καλό θα έβρισκα ώστε κατευθύνθηκα χωρίς δεύτερη σκέψη στα ράφια με την ξένη λογοτεχνία, και εκεί, στο Μ στάθηκα έκπληκτος για μία στιγμή, την επόμενη πήγαινα ήδη στο ταμείο με το βιβλίο στο χέρι μου. Γυρίζοντας σπίτι ξεφύλλισα το νέο μου απόκτημα, για το οποίο τόσα και τόσα είχα ακούσει τον τελευταίο καιρό, και ευρισκόμενος σε ένα αναγνωστικό μεταίχμιο φλέρταρα με την ιδέα να το ξεκινήσω το ίδιο κιόλας βράδυ, όμως δίστασα. Από τη μία οι διθύραμβοι δυνατών αναγνωστών και από την άλλη ο χαρακτηρισμός του Μπαρθ ως πρωτεργάτη του μεταμοντερνισμού με φόβισαν κάπως. Έπεισα τον εαυτό μου πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, θα επανερχόμουν σε αυτό πιο ξεκούραστος και με μεγαλύτερη άνεση χρόνου (προσδοκία).

Και κάπως έτσι διάβασα Το τέλος του δρόμου αρκετές μέρες μετά. Και διαπίστωσα πως είχα κάνει λάθος. Το βιβλίο του Μπαρθ ήταν ευκολοανάγνωστο όπως κάθε σπουδαίο μυθιστόρημα. Απολαυστικό πρόταση την πρόταση, ευφυές, αστείο και μελαγχολικό.
Ξεκίνησα τη σταδιοδρομία μου ως καθηγητής κατόπιν συμβουλής του Γιατρού, και για μια περίοδο δίδαξα γραμματική στο Κρατικό Παιδαγωγικό Κολέγιο του Γουικόμικο, στο Μέρυλαντ.
Ο αφηγητής της ιστορίας γνώρισε τον Γιατρό την επόμενη των εικοστών όγδοων γενεθλίων του, όταν, ευρισκόμενος στον σταθμό των τρένων, και αφού νωρίτερα είχε ζητήσει ένα εισιτήριο για όπου μπορούσε να πάει με τριάντα δολάρια, είχε επιστρέψει στους πάγκους της κεντρικής αίθουσας, ώστε να αναλογιστεί τις δυνατότητές του, απώλεσε κάθε κίνητρο και έμεινε ακίνητος στη θέση του μέχρι την επόμενη μέρα, και ο Γιατρός που τον είχε ήδη παρατηρήσει την προηγούμενη, τον πλησίασε και τον υποχρέωσε να πάει να του πάρει έναν καφέ και να συζητήσει μαζί του. Κάπως έτσι, και μετά από κάποια ραντεβού, σε μία παράξενη, στα όρια της νομιμότητας, κλινική, ο αφηγητής θα υπακούσει τον Γιατρό και θα δεχτεί να υποδυθεί έναν ρόλο, αυτόν του καθηγητή γραμματικής σε ένα μικρό κολέγιο.

Και αφού ο Μπαρθ μας συστήσει τον αφηγητή του, θα τον οδηγήσει στο μικρό αυτό κολέγιο του Γουικόμικο και θα τον αφήσει εκεί στη βαρετή πανεπιστημιακή κοινότητα και στην ακόμα πιο βαρετή ζωή στην επαρχία, θέτοντας έτσι ένα μικρό και πεπερασμένο αριθμό μεταβλητών στην ιστορία του, ώστε με άνεση να μπορέσει να παρατηρήσει από κοντά χαρακτήρες και συνθήκες ζωής. Εκτός του αφηγητή, μεγάλο ενδιαφέρον ως χαρακτήρες παρουσιάζει και ένα ζευγάρι που θα γνωρίσει εκεί, με το οποίο ο αφηγητής θα αναπτύξει κάποιες σχέσεις.

Για τους περισσότερους μελετητές του έργου του Μπαρθ, Το τέλος του δρόμου και η Πλωτή όπερα αποτελούν την εισαγωγή του υπαρξισμού στην Αμερική της δεκαετίας του '50 μέσα από τη λογοτεχνία. Δεν μπορώ με βεβαιότητα να ισχυριστώ πως τα δύο αυτά έργα αποτελούν τα πρώτα δείγματα υπαρξιστικών μυθιστορημάτων, όμως με σιγουριά μπορώ να πω πως απόλαυσα αυτό το βιβλίο με τον ιδιαίτερο εκείνο τρόπο που απολαμβάνω τα υπαρξιστικά μυθιστορήματα, και επιπρόσθετα είχε ενδιαφέρον η αλλαγή οπτικής γωνίας παρατήρησης λόγω των ερεθισμάτων του Μπαρθ και της αμερικανικής κουλτούρας μέσα στην οποία στήνεται το μυθιστόρημα, δημιουργώντας έτσι δεδομένες διαφορές σε σχέση με το λατινοαμερικάνικο Τούνελ, τον γαλλοαλγερινό  Ξένο ή τον ελβετικό Homo Faber, που για μένα αποτελούν την Αγία Τριάδα του λογοτεχνικού υπαρξισμού, βιβλία στα οποία επιστρέφω ανά τακτά χρονικά διαστήματα.

Εξαιρετικό βιβλίο, σπουδαίος συγγραφέας και οι μηχανές αναζήτησης της Πλωτής όπερας λειτουργούν στο φουλ!

Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις Πόλις

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2018

Ο απατεώνας - Javier Cercas




Το βιβλίο αυτό δεν ήθελα να το γράψω. Δεν ήξερα ακριβώς γιατί δεν ήθελα να το γράψω, ή μάλλον ήξερα αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ή δεν τολμούσα να το παραδεχτώ· ή δεν τολμούσα να το παραδεχτώ πλήρως. Το γεγονός είναι ότι επί επτά χρόνια και βάλε αρνούμουν να το γράψω. Στο μεταξύ έγραψα δύο άλλα βιβλία, ωστόσο το βιβλίο αυτό δεν το λησμόνησα ποτέ· απεναντίας, με τον τρόπο μου, ενόσω έγραφα τα δύο εκείνα βιβλία, έγραφα επίσης και τούτο. Ή μπορεί το βιβλίο αυτό να έγραφε, με τον δικό του τρόπο, εμένα.
Τον Μάιο του 2005 ένας ιστορικός θα αποκαλύψει την απάτη του Ενρίκ Μάρκο, ο οποίος ισχυριζόταν πως υπήρξε έγκλειστος σε στρατόπεδο εκτοπισμένων κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, και πάνω στον ισχυρισμό αυτό έστησε μία ολόκληρη καριέρα θύματος της φρίκης, έγινε πρόεδρος της Ισπανικής Ένωσης Επιζώντων, τιμήθηκε, έδωσε εκατοντάδες συνεντεύξεις στον Τύπο και διαλέξεις σε σχολεία. Και ξαφνικά, μία μέρα, το ψέμα αποκαλύφθηκε, ο ήρωας ήταν απατεώνας.

Ο Θέρκας για χρόνια φλέρταρε με την ιδέα να γράψει ένα βιβλίο για τον Μάρκο. Όμως δεν το έπαιρνε απόφαση, γιατί ήξερε πως δεν θα ήταν απλώς ένα βιβλίο για έναν απατεώνα, αλλά πολύ περισσότερα.

Ο απατεώνας, μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, περιστρέφεται γύρω από τον Μάρκο και την έρευνα του Θέρκας σχετικά με τη ζωή του, μία ζωή που βασίστηκε στο ψέμα, μία ζωή που ξεπέρασε τη μυθοπλασία και κέντρισε το ενδιαφέρον ενός συγγραφέα που αρέσκεται να κινείται στα όρια της ρεαλιστικής μυθοπλασίας, και τον ανάγκασε να διαβεί αυτό το λεπτό όριο ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τον μύθο, να περάσει ξεκάθαρα στην πλευρά της πραγματικότητας, ώστε ως παρατηρητής αυτή τη φορά να καταγράψει τον επινοημένο σε πραγματικές συνθήκες ζωής μύθο του Μάρκο.

Η διαδικασία συγγραφής του βιβλίου αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του. Όχι μόνο γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο με τον οποίο ο Θέρκας πραγματοποίησε την έρευνα, αλλά κυρίως γιατί, εμπλέκοντας τον εαυτό του σε αυτή την ιστορία, θα πετύχει να δημιουργήσει την απαραίτητη σύνδεση με τους λόγους για τους οποίους η ιστορία του Μάρκο είναι μία ιστορία που αφορά τον καθένα μας, ξεχωριστά και ως σύνολο, θα μπορέσει να θέσει ευθέως τα ερωτήματα που τον απασχολούν και να αναδείξει τις παράπλευρες διαστάσεις της ιστορίας αυτής. Κάτι το οποίο δεν θα το πετύχαινε αν επέλεγε να ακολουθήσει την πεπατημένη της βιογραφίας.

Το ψέμα έχει απασχολήσει από τις απαρχές της την ανθρώπινη διανόηση, ο Πλάτωνας, ο Νίτσε και ο Καντ, μεταξύ άλλων, έχουν πάρει θέση, αυστηρότερη ή ηπιότερη, απέναντί του, έχουν αποδεχτεί την έννοια του ψέματος για καλό, του αναγκαίου ψεύδους, της καταδικαστέας, ανεξαρτήτως προθέσεων, χρήσης του. Ο Μάρκο κατάφερε να στήσει από την αρχή τη ζωή του, να ζήσει τελικά με τον τρόπο που ήθελε να ζήσει, να πετύχει εκείνα που ήθελε να πετύχει, δρέποντας τους καρπούς ενός επινοημένου παρελθόντος, άσχετα αν στο τέλος, με τα θεμέλια σαθρά, το κατασκεύασμα υποχώρησε, μία ζηλευτή για κάθε συγγραφέα μυθοπλασία, ένας σύγχρονος Δον Κιχώτης που εφάρμοσε στη ζωή του όσα φαντάστηκε αντί να αποτραβηχτεί στο γραφείο του συμπληρώνοντας λευκές αρχικά κόλλες.
  
Δεν είναι το κάθε θύμα ήρωας, από τον ήρωα απαιτήθηκε να πει κάποια στιγμή ένα Όχι υψηλού κόστους. Ο Μάρκο ανήκε πάντα στην πλειοψηφία του Ναι. Δεν είναι κακό αυτό, ούτε σημαίνει πως το να ανήκει κανείς στη σιωπηλή πλειοψηφία του Ναι τον μετατρέπει αυτόματα σε δοσίλογο, φασίστα, μαυραγορίτη κ.ο.κ. Το κακό είναι αυτή η ισχυρή πλειοψηφία, εκ των υστέρων, να επιχειρήσει να περάσει στην πλευρά των ηρώων, των λίγων εκείνων που ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στο τέρας. Τα παραδείγματα οικειοποίησης του παρελθόντος ξεπερνούν τα ισπανικά όρια, κάθε χώρα έχει τα δικά της, αλλιώς οι παρεκτροπές δεν θα διαρκούσαν, δεν θα εδραιώνονταν, δεν θα κυριαρχούσαν εις βάρος των λαών. Η ματαιοδοξία και η υστεροβουλία οδηγούν μέρος της τότε σιωπηλής πλειοψηφίας του Ναι στην απόπειρα οικειοποίησης ενός ηρωικού παρελθόντος.

Η αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα, η ιστορία του Μάρκο που ξεπερνά τα πλέον ευφάνταστα μυθιστορήματα και ο στοχασμός του Θέρκας, παρότι κάποιες στιγμές μοιάζει εύκολος και κοινότοπος, συνθέτουν ένα σπουδαίο τελικό αποτέλεσμα, φιλόδοξο, όχι μόνο γιατί η ιστορία του Μάρκο ήταν εν πολλοίς γνωστή, αλλά γιατί η ιστορία αυτή δεν αποτελεί παρά το πρώτο στρώμα αυτού του βιβλίου, για το οποίο δεν κρύβω πως αρχικά, και παρά την ιντριγκαδόρικη περίληψη στο οπισθόφυλλο, διατηρούσα αρκετές επιφυλάξεις για το αν με αφορούσε ως αναγνώστη λογοτεχνίας, επιφυλάξεις που εξανεμίστηκαν στο διάβα της ανάγνωσης.

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Πατάκη 
  


Δευτέρα, 3 Σεπτεμβρίου 2018

Φεύγω για διακοπές




Στις φλέβες μου κυλάει τροφή κουνουπιών, έτσι έλεγε. Τα σκυλιά τον γάβγιζαν, τα άλογα σηκώνονταν στα πίσω τους πόδια, τα βατράχια όμως τον πλησίαζαν. Περνούσε ώρες στον ίσκιο της μουριάς, της μουριάς που ποτέ του δεν κλάδευε. Μια μέρα έβγαλε το σημειωματάριό του απ' την τσάντα· έγραψε: Ο φασισμός θεραπεύεται με το διάβασμα και ο ρατσισμός με το ταξίδι, και από κάτω σε μια παρένθεση (Μιγκέλ ντε Ουναμούνο). Έκλεισε το σημειωματάριο και έβαλε τα γέλια.

Το κείμενο που μου έστειλε, ζητώντας τη γνώμη μου, ξεκινούσε ως εξής: Δεν είναι έτσι Μιγκέλ, δεν είναι έτσι πια. Άλλο ο ταξιδιώτης και άλλο ο τουρίστας. Συνέχιζε με αναφορές στον Θορώ και τη λίμνη του, επιχειρηματολογούσε για την ανάγκη διακοπής ακόμα και από την πλέον αγαπημένη συνήθεια, κατηγορώντας εκείνους που αναμένουν την παύση του άλλου, ώστε να κερδίσουν χώρο -ατομικό καπιταλισμό, τον αποκαλούσε εκείνος. Και συνέχιζε σε ανάλογο ύφος, δεικτικό, απαξιωτικό, εσωστρεφές. Ήταν ένα, ας πω, παράξενο κείμενο, για να μην πω ακατάληπτο. Εγώ, ανάμεσα σε τόσα που είχα σημειώσει, αρκέστηκα να του γράψω: Δεν είναι πολύ όμορφο να ξεκινάει ένα κείμενο με ένα δεν, έτσι πιστεύω δηλαδή, αν όντως θες τη γνώμη μου. Πίστευα πως ένα τέτοιο σχόλιο θα ήταν αρκετό για να τον αναγκάσει να πιάσει το κείμενο πάλι από την αρχή, και πως αν διόρθωνε την αρχή τότε και το υπόλοιπό θα παραδινόταν σε μία σωτήρια ανασύνταξη. Σε καμία περίπτωση δεν περίμενα την απάντηση που αντίκρισα λίγα λεπτά αργότερα: Δεν περίμενα κάτι τέτοιο από κάποιον που δηλώνει, όπου βρεθεί και όπου σταθεί, πόσο του αρέσει ο Μπολάνιο. Τράβα καμία φωτογραφία καλύτερα και παράτα με.

Τ' απογεύματα ήταν όπως έπρεπε να είναι. Μακριά και αργόσυρτα. Ο ίσκιος μεγάλωνε αργά αλλά σταθερά, ο ήχος των διερχόμενων αυτοκινήτων μειωνόταν στον ίδιο ρυθμό. Η πόλη ήταν χιλιόμετρα πέρα.

Άφησα δύο μέρες να περάσουν, δύο μέρες κατά τις οποίες εκείνος δεν βγήκε στον κήπο. Συνηθισμένος από τα κατά καιρούς και δια ασήμαντη αφορμή ξεσπάσματά του δεν έδωσα σημασία. Για να είμαι ειλικρινής πίστευα, ο αφελής, πως άλλο δεν έκανε από το να γράφει ξανά και ξανά το κείμενο, σκυλιάζοντας να διατηρήσει την αρνητική αρχή, ώστε να μου αποδείξει, μα τι εγωπαθής, πως είχα άδικο.

Την τρίτη μέρα αποφάσισα να του χτυπήσω την πόρτα. Με το πρώτο χτύπημα η πόρτα υποχώρησε. Η πόρτα, την οποία εκείνος κλείδωνε με μανία υποχώρησε με το πρώτο χτύπημα. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Επάνω στο γραφείο του, ακατάστατο ως συνήθως, υπήρχε ένα σημείωμα: Δεν σου ζήτησα να με παρατήσεις; Όπως και να 'χει, φεύγω για διακοπές.

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Η πέρα πραγματικότητα





Σηκώνω το βλέμμα πάνω από τις σελίδες του βιβλίου, περιγράμματα φωτός και σκότους συνθέτουν την πέρα πραγματικότητα, πιο θολή και με μεγαλύτερες αντιθέσεις τις τελευταίες αυτές μέρες. Καθένας έχει τον τρόπο του, καθένας έχει το δικαίωμα στον τρόπο του, κι εγώ, που αλλιώς σχεδίαζα αυτό το τελευταίο κείμενο πριν την αυγουστιάτικη διακοπή, νιώθω πως ό,τι και αν σκεφτώ να γράψω θα μοιάζει συναισθηματικά κενό και ποιητικά υποκριτικό.


Δευτέρα, 23 Ιουλίου 2018

Σεξ και ψέματα - Leila Slimani





Σ' αυτή την εποχή και σ' αυτή την πλευρά του κόσμου μοιάζει εύκολο να ξεστομίζει κανείς τη φράση "σεξουαλική απελευθέρωση", χωρίς συναίσθηση των αγώνων που έχουν προηγηθεί και χωρίς επίγνωση πως η σεξουαλική ζωή εξακολουθεί να είναι ένα θέμα ταμπού μίας βαθιά συντηρητικής κοινωνίας, ενώ κάποιες φορές μοιάζει εξίσου εύκολο να συνοδεύεται η φράση αυτή και από τον προσδιορισμό "πλήρης". Μία φράση κλισέ, που παρά την όποια πρόοδο το περιεχόμενό της εξακολουθεί να είναι το ζητούμενο, ή θα έπρεπε να είναι τέλος πάντων, σε μία κοινωνία φαλλοκρατική, στην οποία η σεξουαλική ταυτότητα καθενός κρίνεται με βάση την παράδοση, τη θρησκεία και την κοινή γνώμη. Η σεξουαλικότητα θεωρείται για πολλούς μία έκφανση του μάρκετινγκ, μία πρόκληση για την πρόκληση, μία στρατηγική πώλησης. Δεν αναφέρομαι στο Μαρόκο, αλλά στην "πολιτισμένη" Ελλάδα, στον "πολιτισμένο" δυτικό κόσμο. Δεν επιθυμώ μία άμεση και οριζόντια σύγκριση των δύο κόσμων, επιθυμώ όμως την τοποθέτηση του ζητήματος αυτού στην πραγματική του διάσταση.

Η Σλιμανί γεννήθηκε στο Ραμπάτ του Μαρόκου. Η ζωή της θα μπορούσε να είναι πολύ διαφορετική. Δεν με ενδιαφέρει αν είχε μία εύκολη ζωή, μία ζωή με περισσότερες επιλογές και μεγαλύτερο βαθμό ελευθερίας. Η Σλιμανί σπούδασε και έζησε στο Παρίσι. Το πρώτο της βιβλίο γνώρισε επιτυχία, ταυτόχρονα όμως προκάλεσε, όχι μόνο στο Μαρόκο, αλλά και στη Γαλλία. Στο Μαρόκο η συγγραφέας του κατηγορήθηκε ως υπέρμαχος της εκπόρνευσης της κοινωνίας, στη Γαλλία, με περισσότερο τακτ, αναρωτήθηκαν πώς μία γυναίκα γεννημένη στο Μαρόκο έγραψε ένα τέτοιο μυθιστόρημα. Ταυτόχρονα, λιγότερο σιωπηλά, κάποιες και κάποιοι άντλησαν δύναμη από εκείνο το βιβλίο, άνθρωποι που ένα μεγάλο μέρος, αν όχι όλο, της προσωπικής του ζωής βιώνεται εν κρυφώ. Η Σλιμανί ήρθε σε επαφή με συμπατριώτες της, που αγωνίζονται, καθένας από το μετερίζι του, για την πρόοδο, κάποιοι από αυτούς μέσα από οργανώσεις και δράσεις στοχεύουν στο σύνολο, κάποιοι άλλοι μάχονται για την επιβίωση, όσο υπερβολικό και αν ακούγεται κάτι τέτοιο.

Κάπως έτσι γεννήθηκε το παρόν βιβλίο, μέσα από συζητήσεις και προσωπικά βιώματα. Δεν έχει νόημα να διαβάσει κάποιος το Σεξ και ψέματα αν είναι να αναφωνεί κάθε λίγο και λιγάκι: αχ, τι τυχεροί είμαστε που ζούμε στην απέναντι πλευρά της Μεσογείου. Το βιβλίο της Σλιμανί, αν και αναφέρεται στο Μαρόκο, δεν αφορά μόνο το Μαρόκο, δεν έχει σημασία αν εδώ για παράδειγμα έχει καταργηθεί ο νόμος περί εξωσυζυγικών σχέσεων, οι αναλογίες δεν είναι γραμμικές αλλά υπάρχουν, άλλωστε πολλές φορές οι γραπτοί νόμοι μοιάζουν ανίσχυροι σε σύγκριση με τους άγραφους. Το βιβλίο της Σλιμανί δεν είναι ένα στενόχωρο βιβλίο, δεν έχει ως στόχο να λυπηθούμε τους καημένους κατοίκους του Βασιλείου του Μαρόκου· είναι ένα βιβλίο ρεαλιστικό, καταγράφει μία πραγματικότητα, ή έστω το μέρος μίας πραγματικότητας. Δεν αναφέρεται μόνο στα προβλήματα, εστιάζει εξίσου στην αντίδραση σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, αναγνωρίζει τα βήματα προόδου στο πέρασμα των χρόνων, φέρνει το ζήτημα της σεξουαλικότητας όλο και περισσότερο στον δημόσιο διάλογο, στην ατομική συνείδηση, ενισχύει την πίστη πως με τους αγώνες τα πράγματα αλλάζουν.

Μετάφραση Κική Καψαμπέλη
Εκδόσεις Νήσος


Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Κύριος Πηνελόπη - Ελένη Γιαννάτου




Τις νύχτες η μνήμη του αναβοσβήνει σαν επιγραφή στο Λας Βέγκας. Καθισμένος στο γραφείο του, ακούει μουσικές που κάνουν τα παράθυρα της σκέψης του να τρίζουν και βαλσαμώνει λέξεις.
Η μνήμη του περιέχει λέξεις, εικόνες και νότες, ανάμεσα σε άλλα· δίπλα σε χαρές και λύπες, αιτίες για χαρές και λύπες, σύμμαχοί του, πότε ως αρνητή της ζωής και πότε ως εραστή της, στον πόλεμο και την απόλαυση. Η μνήμη είναι ένας μηχανισμός, έως έναν βαθμό ετερορυθμιζόμενος, αν και κατά βάση αυτορυθμιζόμενος, τρέφεται απ' όσα της προσφέρεις, αλλά δεν αρκείται σε αυτά, θα μπορούσε να σκέφτεται. Τι με οδήγησε στην επιλογή αυτής της τροφής και όχι κάποιας άλλης;, είναι πιθανόν να αναρωτιέται.
Είναι ποιητής· από εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν πως μόνο η ποίηση και ο έρωτας κάνουν υποφερτή μια αίθουσα αναμονής·
Είναι ποιητής· από εκείνους που συνηθίζουν να κοιτάζουν το φως που τους ακολουθεί· από εκείνους που κοιτάζοντας το φως κλείνουν τα μάτια και χαζεύουν τα παιχνιδίσματα των γραμμών και των λάμψεων· από εκείνους που παλεύουν να διακρίνουν τη δική τους φωνή ανάμεσα σε τόσες όμορφες ξένες· από εκείνους που νιώθουν συνέχεια μίας φράσης που διακόπηκε με άνω τελεία και ας μην πιστεύουν πως θα είναι κάτι παραπάνω από μία φράση ανάμεσα σε παύλες· από εκείνους που δημιουργούν με γνώση του παρελθόντος που κουβαλούν, συνειδητά ή μη.

Ο αναγνώστης ανέκαθεν απολάμβανε τις συζητήσεις με τον κύριο Πηνελόπη, εξαιτίας της ικανότητάς του να ανακαλεί με ακρίβεια λεπτομέρειες, μικρότερες ή μεγαλύτερες, να πραγματοποιεί συνδέσεις που έμοιαζαν άλματα στο κενό· μία τέντα που αρχικά δεν ήταν ορατή εμφανιζόταν, θαρρείς, την κρίσιμη στιγμή. Ο αναγνώστης αναρωτιόταν αν έπρεπε να θαυμάσει αυτή τη ζωντανή μνήμη ή να κρατήσει για το τέλος ένα τουλάχιστον δυνατό χειροκρότημα για μία ενδεχόμενη επινοητικότητα.

Ο αναγνώστης είχε προσδοκίες, αν και δεν ήξερε τι να περιμένει, και γι' αυτό μάλλον είχε προσδοκίες. Ήταν πρωί όταν πήρε το βιβλίο στα χέρια του. Ήταν απόγευμα όταν άρχισε να το διαβάζει. Ήταν ξημερώματα όταν γύρισε την τελευταία σελίδα και έκλεισε το φως. Το επόμενο πρωί δυσκολεύτηκε να ξυπνήσει. Πολλά όνειρα, λίγος ύπνος, το ξυπνητήρι.

Στον αναγνώστη αρέσει να διαβάζει ιστορίες στη γλώσσα του. Του αρέσει να διαβάζει ιστορίες ανθρώπων στην ηλικία του. Του αρέσει το παιχνίδι με φανερές κάποιες από τις κάρτες μνήμης, με τις άκρες των νημάτων ορατές. Του αρέσει να βλέπει το φιλτράρισμα μίας επιρροής και το πέρασμά της στο χαρτί. 

Ο αναγνώστης σε καμία περίπτωση δεν θα ήθελε να διαβάσει έναν κατάλογο διακειμενικών αναφορών· σε καμία περίπτωση δεν πιστεύει ότι διάβασε έναν τέτοιο κατάλογο. Ένα τεχνικό κατασκεύασμα, ακόμα και το πλέον ραφιναρισμένο, σκέφτεται, θα ήταν αδύνατο να τον καθηλώσει, να τον αναγκάσει να αντιγράψει φράσεις του κυρίου Πηνελόπη. Στον αναγνώστη άρεσε πολύ ο Κύριος Πηνελόπη, καλώς έκανε και κράτησε ένα χειροκρότημα για το τέλος.

Η τελευταία λέξη όμως ανήκει δικαιωματικά σε εκείνον:
Στο ερώτημά σας γιατί θέλησα να γίνω συγγραφέας, επιτρέψτε μου να σας απαντήσω με ερώτηση: "Έχετε ποτέ ακούσει να αμφισβητούν τη μητρότητα ενός βιβλίου;".

Εκδόσεις Κίχλη

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου - Μισέλ Φάις





Ήταν ένα βιβλίο που από καιρό ήθελα να διαβάσω. Το γεγονός πως αυτό το βιβλίο ήταν εκείνο για το οποίο μιλούσαν με τόσο κολακευτικά λόγια τόσοι αναγνώστες που εκτιμώ, το πρώτο βιβλίο ενός συγγραφέα με πλούσια και συνεπή εργογραφία όπως ο Φάις, με ιντρίγκαρε. Έως τώρα είχα διαβάσει δύο νουβέλες δικές του, τις πλέον πρόσφατες (Από το πουθενά, Lady Cortisol), και είχα μείνει με τις καλύτερες εντυπώσεις. Ήταν λοιπόν αναμενόμενη και δικαιολογημένη η επιθυμία μου να διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του Φάις. Και οι περισσότεροι μου πρότειναν την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου. Ένας από εκείνους μάλιστα μου το δάνεισε.

Νήμα άμεσο δεν υπήρξε. Είχε περάσει αρκετός καιρός από τότε που το δανεισμένο αντίτυπο βρέθηκε στην κατοχή μου. Ακόμα περισσότερος καιρός από τότε που διάβασα το Lady Cortisol. Και όμως ένιωσα πως ήταν η στιγμή. Είναι ένα παράξενο συναίσθημα αυτό, ξεκάθαρο ως μήνυμα μιας δυσερμήνευτης προέλευσης. Ας είναι.

Και τώρα, μετά την ανάγνωση, εμφανίζεται μία δυσκολία να μιλήσω γι' αυτό το βιβλίο· τι και αν μου άρεσε πολύ, τι και αν απόλαυσα την ανάγνωση από την πρώτη ως την τελευταία σελίδα; αυτό δεν το κάνει πιο εύκολο. Ίσως μάλιστα να το κάνει πιο δύσκολο ακόμα. Ίσως να αρκούσε απλώς η προτροπή: διαβάστε αυτό το βιβλίο. Ίσως όχι.

Ας προσπαθήσω.

Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου είναι ακριβώς αυτό που περιγράφει ο τίτλος του, μία σύνθεση έρευνας πηγών και συγγραφικής αναζήτησης με ζητούμενα τη δομή, την πλοκή, την υπόθεση, τους πρωτεύοντες και δευτερεύοντες χαρακτήρες ενός βιβλίου. Η Κομοτηνή και ο συγγραφέας που την έχει εγκαταλείψει. Ορίστε ένα αυτοβιογραφικό παράθυρο για τον αναγνώστη. Μαρτυρίες προφορικές, αρχεία και άρθρα εφημερίδων, σε μια απόπειρα του συγγραφέα-ερευνητή να συνθέσει την Κομοτηνή, όπου γεννήθηκε το 1957 και έζησε μέχρι τα έντεκά του. Οι παιδικές αναμνήσεις, πρωτότυπες ή επίπλαστες, δεν αρκούν. Στην ιστορία θα αναζητήσει εργαστήριο αναστήλωσης ο αφηγητής-συγγραφέας, να συμπληρώσει τα κενά και να βρει εξηγήσεις στη σύνθεση του εαυτού, στην κρίσιμη σύνθεση των πρώτων χρόνων, στη διαμόρφωση αυτού που έχει απέναντί του στον καθρέφτη τη στιγμή της συγγραφής.

Αρκεί όμως αυτή η αναζήτηση για να μετατρέψει την Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου σε βιβλίο με απεύθυνση στον αναγνώστη; Όχι, σίγουρα όχι, και παρά το δεδομένο ενδιαφέρον για μία πόλη με τόσο πλούσια και πολεμική ως προς την πρόσληψη ιστορία. Και αυτό είναι, θα έλεγα, το δεύτερο ευδιάκριτο επίπεδο του βιβλίου, η συγγραφική αναζήτηση της φωνής του, αφού υποθέσουμε πως οι λόγοι συγγραφής έχουν ξεκαθαρίσει. Θα ακολουθήσουν αρκετά ακόμα θέματα προς επίλυση.

Στο πρώτο του βιβλίο ο Φάις πετυχαίνει κάτι δύσκολο, μετατρέπει σε προτέρημα τη συγγραφή του πρώτου βιβλίου, αναζητώντας τις απαντήσεις και ενσωματώνοντας στο σώμα του βιβλίου κάποιες από τις απόπειρες συγγραφής του. Και εκείνο που εν πρώτοις μοιάζει με εργαστήριο συγγραφής, μετατρέπεται σε εργαστήριο αναζήτησης του εαυτού, ενώ εκείνος, ο συγγραφέας, μεθοδικά και με σχέδιο αποσύρεται από το πρώτο πλάνο, καθώς βρίσκει βολικές και ασφαλείς κρυψώνες του προσωπικού στην εξέλιξη της απόπειρας συγγραφής.

Διαβάζω ξανά όσα έως τώρα έχω γράψει, διακρίνω τουλάχιστον ένα σημείο που χρήζει επεξήγησης. Νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω πως αυτό που χαρακτηρίζει το βιβλίο είναι η ψυχή του, παρά τις τεχνικές αρετές του -τεχνικές αρετές ως αναζήτηση απαντήσεων εκ μέρους του συγγραφέα. Γιατί συχνά η ελευθερία της μεταμοντέρνας γραφής έχει ως αποτέλεσμα απόπειρες εντυπωσιασμού τεχνικής φύσεως, άψυχες και άνευρες. Εδώ δεν έχουμε μια τέτοια περίπτωση. Η Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου θεωρείται και δικαίως ως ένα από τα καλύτερα ελληνικά μυθιστορήματα των τελευταίων χρόνων.

Εκδόσεις Καστανιώτη*

*το βιβλίο κυκλοφορεί πλέον από τις εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; - Joann Sfar




Πάνε τρεις βδομάδες που πέθανε ο μπαμπάς. Για να μην υπάρχει το παραμικρό σασπένς, σας το λέω από τώρα ότι πέθανε στα χέρια μου.

Από την Επιστολή προς τον πατέρα του Φραντς Κάφκα, που διάβασα στη μετεφηβεία μου, μέχρι το Πατέρας και γιος του Έντμουντ Γκος, που διάβασα πριν από έναν χρόνο, νιώθω μία ιδιότυπη γοητεία για αυτόν τον μονόλογο γιου προς πατέρα, παρότι αρχικά νιώθω μία κάποια επιφυλακτικότητα, ή τουλάχιστον έτσι έχω πείσει τον εαυτό μου, μία επιφυλακτικότητα τόσο απέναντι στα κίνητρα του συγγραφέα, όσο και στην υλοποίηση του εγχειρήματος, επιφυλακτικότητα που ίσως κρύβει καλά, αλλά όχι ερμητικά, κάτι βαθύτερο, μία φοβία ίσως για την ταύτιση ή τη θλίψη, για την εγγύτητα στην απόπειρα για επικοινωνία ή την απώλεια.

Τον Σφαρ δεν τον γνώριζα. Δεν είχα επομένως να αντιτάξω κάποιον αντίλογο στην επιφυλακτικότητά μου. Όμως ήξερα, από την πρώτη στιγμή, πως αυτό το βιβλίο, αργά ή γρήγορα, θα το διάβαζα.

Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν για χρόνια δεν είχατε ουσιαστικά σχέσεις; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου δημόσια και αυτό να μη μοιάζει ψεύτικο ή υστερόβουλο; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που πέθανε στα χέρια σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν η ζωή συνεχίζεται; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου χωρίς να τον εκθέσεις στα μάτια των τρίτων αλλά, ας μη γελιόμαστε, και στα δικά σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που όταν ήσουν τριών έχασε τη μητέρα σου και γυναίκα του, και σου είπε πως έφυγε ταξίδι; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που έγινε φανατικός πιστός; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου, που ποτέ δεν ένιωσες να σε στηρίζει παρά μόνο να σε κρίνει; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν έχεις εδώ και ένα χρόνο χωρίσει με τη γυναίκα σου; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι και εσύ πατέρας; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν είσαι καλλιτέχνης; Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου όταν και εσύ νιώθεις πως μεγαλώνεις;

Και η αλήθεια είναι πως ο τρόπος του Σφαρ να μιλήσει για τον πατέρα του, τον νεκρό εδώ και τρεις εβδομάδες πατέρα του, διαθέτει νεύρο, σπιρτάδα και, το κυριότερο, ειλικρίνεια, την οποία θα τολμούσα να την χαρακτηρίσω αφοπλιστική ή ακόμα και προκλητική, γιατί, η αλήθεια είναι πως, τουλάχιστον υποσυνείδητα, ο αναγνώστης περιμένει συγκεκριμένα πράγματα από κάποιον που αποφασίζει να μιλήσει για τον νεκρό πατέρα του. Και όμως ο Σφαρ, γνωστός κυρίως για τα κόμικς του, ενσωματώνει την απώλεια στο παρόν, σε ένα παρόν που μεταβάλλεται συνεχώς σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο, αυτό το συνεχές παρόν στο οποίο ο πατέρας του εδώ και χρόνια δεν έπαιζε κάποιον ενεργό ρόλο, παρά εκείνον του εξ αποστάσεως αυστηρού κριτή. Κάπως έτσι το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; μετατρέπεται γρήγορα σε πράξη κατανόησης για τον συγγραφέα, και στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας ορθώνεται η κριτική ή η πικρία απέναντι στον πατέρα του. Πράξη κατανόησης, η οποία εκτυλίσσεται ταυτόχρονα με το παρόν, χωρίς να το καθορίζει απόλυτα.

Το Πώς να μιλήσεις για τον πατέρα σου; είναι ένα συγκλονιστικό βιβλίο λόγω θέματος και όχι εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας διαχειρίζεται το θέμα του. Και έτσι θα έπρεπε να είναι. Με τον τρόπο αυτό αποκλείεται ο συναισθηματικός εκβιασμός και επιτυγχάνεται η ταύτιση του αναγνώστη.

Μετάφραση Ρούλα Γεωργακοπούλου
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2018

Στο νήσι του Ροβινσώνα





Τα περισσότερα απ' τα βιβλία που με συγκλόνισαν, ή που θυμάμαι πως με συγκλόνισαν, τα διάβαζα ξανά και ξανά στο πέρασμα των χρόνων, τον Ροβινσώνα Κρούσο όχι. Θα μπορούσα να γράψω μία ολόκληρη ανάρτηση σχετικά με τους πιθανούς λόγους για τους οποίους δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμα αυτή η αναγνωστική επιστροφή, σε μία απόπειρα να καταλάβω εγώ ο ίδιος τι είναι αυτό που με αποτρέπει, παρότι το αντίτυπο το κουβαλάω από σπίτι σε σπίτι, και παρότι την ιστορία την αναλογίζομαι ξανά και ξανά, ιδιαίτερα το σημείο εκείνο που ο Ροβινσώνας κολυμπάει μέχρι το ναυαγισμένο πλοίο και επιστρέφει στο νησί με διάφορα όπλα και εργαλεία, αυτή άλλωστε ήταν η αγαπημένη μου σκηνή απ' όλο το βιβλίο, για το οποίο επίσης θα μπορούσα να επιχειρήσω μία καταγραφή πιθανών αιτιών, γιατί αυτή η σκηνή και όχι κάποια άλλη, η συνάντηση με τον Παρασκευά για παράδειγμα.

Και αν τότε, ως παιδί, εκείνο που με έλκυε, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον, με την ιστορία του Ροβινσώνα Κρούσο ήταν η αίσθηση περιπέτειας σε συνδυασμό με μία άπειρη ελευθερία, ο τρόμος αυτός που γεννάει σε ένα παιδικό μυαλό η ιδέα της πλήρους ελευθερίας, αυτή η αντιφατική αίσθηση που προκαλεί ένα κομμάτι πάγου μες στη χούφτα· τώρα πια, και ας μη μπορώ να εξηγήσω με λόγια και επιχειρήματα το γιατί αυτό το βιβλίο είναι ένα από τα πλέον αγαπημένα μου, ξέρω πως η ιστορία αυτή επιστρέφει στον νου, έχοντας ξεκινήσει από αρκετά βαθιά έως ότου αναδυθεί στη συνειδητή επιφάνεια, όταν επιθυμώ μία τεράστια αλλαγή στην καθημερινότητά μου, να αφήσω πίσω τα πάντα, που ποτέ δεν είναι τα πάντα, όταν υπάρχει αυτή η έντονη ανάγκη για μία καινούρια αρχή, χωρίς βάρη και γνώριμα μοτίβα, ή όταν, για ν' αποτινάξω από πάνω μου την πίστη στον απόλυτο έλεγχο της ζωής, μία αλλαγή ριζική βρίσκεται προ των πυλών, είτε από εξωτερικές συνθήκες, είτε από επιλογή, που όμως δεν έχει να κάνει, σε πρώτο επίπεδο πάντοτε, με την πλήρη μεταμόρφωση του εαυτού.

Αυτό είναι για μένα το σημείο-κλειδί για το βιβλίο του Ντάνιελ Ντεφόε, ο ήρωας που βρίσκεται σε ένα καινούριο περιβάλλον, μόνος του, έχοντας μαζί του την ανάμνηση και τα βιώματα της προηγούμενης ζωής του· δεν πρόκειται δηλαδή για κάποιον που γεννήθηκε και μεγάλωσε εκτός κοινωνίας, και μάλιστα του δυτικού κόσμου, με μόνη υλική προίκα κάποια λίγα πράγματα -ίσως παιχνίδια για το παιδικό μου μυαλό;- που κατάφερε να διασώσει από το ναυάγιο. Σ' έναν κόσμο πλήρως χαρτογραφημένο και τεχνολογικά εξοπλισμένο, ώστε μία αντίστοιχη περίπτωση ναυαγού να είναι μάλλον απίθανη, είναι λογικό το μυαλό να μετατρέπει την ιστορία του Ροβινσώνα σε μία συνειδητή απόδραση από την προηγούμενη ζωή, να μετατρέπει το ναυάγιο σε ένα έρημο νησί σε μία φυγή προς την ουτοπία, εκεί που όλα είναι δυνατόν να ξεκινήσουν από την αρχή, να μηδενίσεις το κοντέρ, να μείνεις μακριά από ό,τι σε ζόριζε και σε βάραινε, να διατηρήσεις και να επικεντρωθείς σε ό,τι επιθυμείς. Βέβαια συνθήκες ουτοπίας  δεν υπάρχουν, τον εαυτό σου πάντα θα τον κουβαλάς με όλα τα παραφερνάλια και ο κάθε καινούριος κόσμος πάντα θα θυμίζει τον προηγούμενο, όμως αυτή είναι μία άλλη ιστορία.

Τους τελευταίους μήνες ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ στην επιστροφή στον Ροβινσώνα Κρούσο, στην αναγνωστική επιστροφή, γιατί νοητικά και λεκτικά επέστρεφα όλο και συχνότερα σε αυτή την ιστορία. Γράφω "ίσως να μην είχα καταφέρει να αντισταθώ" και συνειδητοποιώ ότι η γλώσσα ίσως να προτρέχει και να εκφράζει βαθύτερα συναισθήματα, κάποιο είδος φόβου στην αναγνωστική επιστροφή. Τέλος πάντων. Το θέμα είναι πως μετά την πρόταση μίας φίλης αγόρασα το βιβλίο του Michel Tournier Παρασκευάς ή Στις μονές του Ειρηνικού, και σε τυχαία βόλτα σε παλαιοβιλιοπωλείο βρήκα το βιβλίο του J.M. Coetzee Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα, και κάπως έτσι επέστρεψα σε εκείνο το νησί από άλλα ρεύματα, διέκρινα τη θέα από άλλα σημεία, μέσα από μονοπάτια που επέλεξαν δύο σπουδαίοι συγγραφείς εμπνεόμενοι από την αγάπη τους για το βιβλίο αυτό, χωρίς να ρισκάρω την επιστροφή στην πρωτότυπη ιστορία, αλλά βιώνοντας ξανά εκείνα τα μαγικά σημεία, ικανοποιώντας την ανάγκη της περιόδου, μεταθέτοντας στο μέλλον την πιθανότητα μίας επανανάγνωσης, που ίσως -ελπίζω- να μην επιβληθεί ως αναπόφευκτο συναισθηματικό καταφύγιο, μα ως αναζήτηση απόλαυσης.

Πέμπτη, 5 Ιουλίου 2018

Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης





Αν ένα πρωινό της άνοιξης ένας αναγνώστης κατέβει τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, επειδή, πέρα των τόσων και τόσων σπουδαίων που ακούει όλα αυτά τα χρόνια της σύντομης μέχρι τότε ζωής του γι' αυτόν τον Ιταλό συγγραφέα, χωρίς στην πραγματικότητα να έχει όμως διαβάσει τίποτα δικό του, ένας φίλος του -ας τολμήσουμε αυτή τη λέξη- του μίλησε επανειλημμένως γι' αυτόν με μάτια που γυάλιζαν από το πάθος, θα βρεθεί μπροστά στο ράφι με τα βιβλία του Καλβίνο, όχι και λίγα, πλαγιάζοντας λίγο το κεφάλι, πότε προς τα αριστερά και πότε προς τα δεξιά, ανάλογα με τη φορά των γραμμάτων στη ράχη του κάθε τόμου, θέαμα αστείο για έναν πιθανό παρατηρητή, τον υπάλληλο ίσως του βιβλιοπωλείου, που στέκει λίγα μόλις μέτρα πίσω του, έτοιμος να βοηθήσει κάποιον σε μία επιλογή ή να αποτρέψει κάποιον άλλον από μία κλοπή, τι πράγμα κι αυτό, αναγνώστες-κλέφτες, όμως ο υπάλληλος μόνο φαινομενικά τον παρατηρεί, το θέαμα δεν του φαίνεται επουδενί αστείο, ίσως τις πρώτες μέρες του σε αυτή τη δουλειά, η οποία τότε έμοιαζε ονειρική και στην οποία τώρα υποδύεται με σχετική επιτυχία τον ρόλο του παρατηρητή, ενώ σκέφτεται την κοπέλα που αγαπάει, το μεσημεριανό διάλειμμα, τον λογαριασμό που ο ταχυδρόμος πρόλαβε να ρίξει κάτω από την πόρτα πρωί πρωί, πριν εκείνος φύγει για να προλάβει το λεωφορείο των οκτώ και είκοσι, ή κάτι άλλο· ας αφήσουμε όμως τον υπάλληλο του βιβλιοπωλείου στα προβλήματα και τις σκέψεις του, ας επιστρέψουμε στον αναγνώστη, που κατέβηκε πριν από λίγο τα σκαλάκια που οδηγούν στο υπόγειο βιβλιοπωλείο με σκοπό να διαλέξει ένα βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο, και αυτό ακριβώς κάνει τώρα, προσπαθεί να επιλέξει κάποιο απ' όλα τα βιβλία, έχοντας επίγνωση της σημασίας της πρώτης επαφής, γνωρίζοντας πως επιθυμεί να ξεκινήσει με ένα μυθιστόρημα, αφήνοντας έτσι απέξω, σε αυτή την πρώτη διαλογή διηγήματα και αφηγήματα, ανάμεσα στα οποία και το Πάλομαρ, που ο φίλος του με μάτια που γυάλιζαν, και ύστερα από αρκετή σκέψη και πλήθος αμφιβολιών, το ξεχώρισε ανάμεσα σε άλλα -όλα είναι σπουδαία, ο Καλβίνο είναι σπουδαίος, μονολογούσε ο φίλος-, ο αναγνώστης της ιστορίας μας το απέρριψε ως πιθανό πρώτο ανάγνωσμα, εφόσον δεν ήταν μυθιστόρημα, το έβαλε ξανά πίσω στο ράφι για να τραβήξει στη συνέχεια και να πάρει στα χέρια του εκείνο το βιβλίο με τον γνωστό τίτλο, με εκείνον τον πολλά υποσχόμενο τίτλο με την υποθετική πρόταση, που αφήνει ανοιχτή στη φαντασία την εξέλιξη της ιστορίας. Κι ύστερα ο αναγνώστης πληρώνει στο ταμείο -καλημέρα, ευχαριστώ, ορίστε τα ρέστα σας και να πάτε στο καλό-, ανεβαίνει τα σκαλοπάτια και βγαίνει έξω στο φως του ήλιου. Κι είναι ένα ζεστό πρωινό της άνοιξης, προπομπός του καλοκαιριού.

Κι ύστερα ο αναγνώστης επιστρέφει σπίτι του, ελαφρώς ιδρωμένος από την ανηφόρα, βγάζει το βιβλίο από την τσάντα και διαβάζει ξανά τις πρώτες γραμμές: Είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να διαβάζεις το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Χαλάρωσε. Συγκεντρώσου. Διώξε από πάνω σου κάθε άλλη σκέψη. Άσε τον κόσμο που σε περιβάλλει να διαλυθεί στην ασάφεια. Την πόρτα είναι καλύτερα να την κλείσεις· από την άλλη μεριά, είναι πάντα αναμμένη η τηλεόραση. Πες το αμέσως στους άλλους: "Όχι, δεν θέλω να δω τηλεόραση!" Ύψωσε τη φωνή σου, ειδάλλως δεν θα σε ακούσουν: "Διαβάζω! Δεν θέλω να μ' ενοχλήσει κανείς!" Ίσως δεν σε άκουσαν, με όλη αυτή τη φασαρία· πες το πιο δυνατά, φώναξε: "Αρχίζω να διαβάζω το νέο μυθιστόρημα του Ίταλο Καλβίνο!" Ή αν πάλι δεν θες, μην το φωνάζεις· ας ελπίσουμε πως θα σε αφήσουν στην ησυχία σου. Ο αναγνώστης εντυπωσιάζεται από τις πρώτες αυτές γραμμές, που τις διάβασε πριν λίγη ώρα στο υπόγειο του βιβλιοπωλείου, νιώθει σίγουρος για την επιλογή του, νιώθει ασφαλής, αφού μένει μόνος του και κανείς δεν βλέπει τηλεόραση στο διπλανό δωμάτιο, νιώθει πως ο αφηγητής σε αυτόν και μόνο απευθύνεται, νιώθει έτοιμος να αφήσει μισοαρχινισμένο το βιβλίο που διάβαζε εκείνες τις ημέρες, για καλό και για κακό κοιτάζει αριστερά δεξιά, να δει αν τον παρατηρεί κανείς να παίρνει αυτή την απόφαση, παραμερίζει τα ρούχα από το μπράτσο του καναπέ και βολεύεται, αφού πρώτα βγάλει τα παπούτσια του, κάτι που πάντα αμελεί να κάνει μπαίνοντας στο σπίτι, κι ύστερα συνεχίζει την ανάγνωση: Πάρε την πιο αναπαυτική στάση: καθισμένος, πλαγιασμένος, κουλουριασμένος, ξαπλωμένος. Ξαπλωμένος ανάσκελα, στο ένα πλευρό, μπρούμυτα. Σε πολυθρόνα, σε ντιβάνι, σε κουνιστή καρέκλα, σε σεζ λονγκ, σε πουφ. Σε αιώρα, αν βέβαια διαθέτεις αιώρα. Πάνω στο κρεβάτι ή και κάτω από τα σεντόνια. Μπορείς, ακόμα, να βολευτείς με το κεφάλι κάτω σε στάση γιόγκα. Με το βιβλίο αντεστραμμένο, εννοείται. Βέβαια, κανένας ακόμα δεν μπόρεσε να βρει ποια είναι η ιδανικότερη στάση για διάβασμα.

Ο αναγνώστης, διαβάζει ξανά τη δεύτερη αυτή παράγραφο, της πρώτης σελίδας, του πρώτου βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο που επέλεξε να διαβάσει, κι ύστερα απομένει σκεπτικός, αναλογίζεται σχετικά με την ιδανικότερη στάση για διάβασμα. Δεν καταλήγει πουθενά. Τότε συμβαίνουν δύο γεγονότα: πρώτα δέχεται ένα μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, συνοδευόμενο από την χαρακτηριστική ηχητική ειδοποίηση, ειδοποίηση που τον αναγκάζει να αφήσει το βιβλίο στο μπράτσο του καναπέ και να πάρει στα χέρια του το κινητό τηλέφωνο· το μήνυμα είναι μια υπενθύμιση για την κράτηση στο ξενοδοχείο, σε μία παραθαλάσσια πόλη, τουριστική αλλά όμορφη, στην οποία και θα βρεθεί σε τρεις μέρες για τον γάμο ενός καλού του φίλου -δεύτερη φορά γίνεται χρήση της λέξης-, είναι η πρώτη φορά που θα μείνει μόνος του σε ξενοδοχείο, γεγονός που του προκαλεί ανάμεικτα συναισθήματα, κι ύστερα συνειδητοποιεί πως η ώρα έχει περάσει και πρέπει να φύγει για τη δουλειά του πριν να είναι αργά. Φεύγει βιαστικά λοιπόν, αφήνοντας πίσω το βιβλίο -και το τάπερ με το βραδινό του φαγητό.

(Τρεις μέρες μετά.) Το αεροπλάνο προσγειώνεται και η αεροσυνοδός εύχεται στους επιβάτες καλή διαμονή. Η υπάλληλος του ξενοδοχείου έχει ετοιμάσει το δωμάτιο για δύο άτομα. Ο αναγνώστης την ευχαριστεί και κλείνει την πόρτα πίσω του. Τώρα είναι η στιγμή να διαβάσει το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο. Διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Διαβάζει σε ένα ήσυχο καφέ δίπλα στη θάλασσα. Διαβάζει σε έναν κήπο περιμένοντας να έρθει η ώρα του γάμου. Την επόμενη μέρα ακολουθεί το ίδιο πρόγραμμα, αυτή τη φορά μέχρι αργά τη νύχτα. Στην πτήση της επιστροφής διαβάζει την τελευταία σελίδα, στη συνέχεια την εισαγωγή του ίδιου του Καλβίνο, εισαγωγή απάντηση σε έναν κριτικό της εποχής. Ο αναγνώστης συμμερίζεται τον θυμό του συγγραφέα, τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας εκφράζει τον θυμό του για την ακρίβεια. Ο αναγνώστης είναι χαρούμενος που η ανάγνωση του πρώτου βιβλίου του Καλβίνο οριοθετήθηκε χωροχρονικά, ο συγγραφέας έπαιξε με το μυαλό του αναγνώστη και ο αναγνώστης απόλαυσε το παιχνίδι αυτό, κατάλαβε όμως και γιατί ο φίλος, με μάτια που γυάλιζαν, δεν ήταν σίγουρος αν το συγκεκριμένο βιβλίο ήταν και το ιδανικό για την πρώτη επαφή με το έργο του συγγραφέα, ο αναγνώστης όμως πιστεύει πως ήταν το ιδανικό, ίσως επειδή νιώθει πως όποιο έργο αυτού του σπουδαίου συγγραφέα -τον αποκαλεί σπουδαίο έχοντας διαβάσει ένα και μοναδικό βιβλίο, μήπως βιάζεται;- και αν διάβαζε θα ήταν ιδανικό, από τη στιγμή που αργά ή γρήγορα θα νιώσει την έντονη επιθυμία να διαβάσει ακόμα κάτι δικό του -ήδη επιστρέφει στο υπόγειο βιβλιοπωλείο και αγοράζει το Πάλομαρ, αν και φλέρταρε με τις Αόρατες πόλεις.

Ύστερα ο αναγνώστης θυμάται το μουσικό κομμάτι που συνέθεσε ένας φίλος του -χρήση της λέξης για τρίτη φορά- με αφορμή ένα διήγημα του Ίταλο Καλβίνο από τη συλλογή Κοσμοκωμικά, και μάλιστα μετά από υπόδειξη του ίδιου του αναγνώστη -αν, του είπε, διαβάσεις κάτι συγκλονιστικό, ή όχι απαραίτητα συγκλονιστικό, αλλά εμπνευστικό, κάτι τέλος πάντων που να σε κάνει να κολλήσεις, γιατί να μην δοκίμαζες να αποδώσεις την εμπειρία της ανάγνωσης μέσα από ένα κομμάτι μουσικό;- αυτό του είπε ο αναγνώστης, και λίγους μήνες μετά το μουσικό κομμάτι ήταν έτοιμο· και πού μπορώ να ακούσω αυτό το κομμάτι, ρώτησε τον αναγνώστη κάποιος γνωστός του -επιτέλους-, πατώντας εδώ, απάντησε ο αναγνώστης.

Μετάφραση Ανταίος Χρυστοστομίδης
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου - Ευγένιος Αρανίτσης





Η μυθολογία κάποιων έργων σε μία εποχή απομάγευσης, σε μία εποχή διαρκούς απομάγευσης· σε απόσταση από την έκδοσή τους και την -όποια- εφήμερη -και ίσως άστοχη- δημοσιότητα καταχωρήσεων και βραβείων, ελάχιστα βήματα από τη μαύρη τρύπα της λήθης, που χάσκει ορθάνοιχτη και οριστική· εκείνοι οι ψίθυροι -αρχικά ψίθυροι και εν συνεχεία κραυγές πηγαίου ενθουσιασμού- σε μία τυχαία συζήτηση -σπάνια βέβαια μία συζήτηση είναι τυχαία-, ψίθυροι που πυκνώνουν και δημιουργούν κάποιες στιγμές μία αίσθηση καθολικού, εκείνα τα μικρότερα ή μεγαλύτερα σημαδάκια της διαγράμμισης ενός σχεδόν αδιόρατου μονοπατιού -ακόμα και κατά την πορεία σ' αυτό-, η αναζήτηση του περί ου ο λόγος έργου σε σκονισμένα υπόγεια και ψηφιακά αρχεία -και ας είναι λιγότερο μυθιστορηματική ως εικόνα-, η ηδονή της εύρεσης -αν είσαι τυχερός-, το δέος -τέκνο της μυθολογίας του έργου- στην οπτική αναμέτρηση μαζί του σε κλειστό χώρο -εκείνο ακουμπισμένο στο γραφείο, εσύ καθισμένος στην καρέκλα-, η περισυλλογή για τον καθορισμό της κατάλληλης αναγνωστική στιγμής -χωρίς υπαρκτά, ας είμαστε ειλικρινείς, δεδομένα-, ο δαίμονας που ψιθυρίζει: υπερβολές· κι ύστερα η ανάγνωση.

Άπαξ και η ανάγνωση ξεκινήσει, τα παραφερνάλια της προαναγνωστικής περιόδου θα εξαφανιστούν, το έργο θα απομείνει γυμνό, χωρίς συμμάχους· η λογική θα παραμερίσει και η ανάγκη για απόλαυση -πεινασμένη- θα καταλάβει τον ελεύθερο χώρο, τίποτα άλλο δεν θα έχει πια σημασία μέχρι την τελευταία σελίδα, τότε θα δημιουργηθεί ξανά χώρος για θεωρητικές συζητήσεις γύρω από την πιθανή λογοτεχνική σπουδαιότητα του έργου, έστω και αν εκείνο άφησε συναισθηματικά ακάλυπτο τον αναγνώστη.

Η τυχαιότητα έχει απολέσει τη δυναμική της. Τώρα είναι η στιγμή της αναγνώρισης. Στην κορυφή, όπως τους πρέπει, το έργο και ο δημιουργός, λίγο χαμηλότερα οι πιστοί, οι ιεροκήρυκες εκείνοι που, χωρίς να υψώνουν τους τόνους -εμποτισμένοι από το πνεύμα του έργου-, φροντίζουν για τη διάδοση και τον επιμερισμό της απόλαυσης, ακόμα πιο χαμηλά στέκουν εκείνα που καθορίζουν τον κάθε αναγνώστη: εμπειρίες, προσλαμβάνουσες, αναγνώσματα· στο τέλος εμφανίζεται και η τυχαιότητα.

Περιγράφω τα παραπάνω εκ του ασφαλούς. Έχοντας διανύσει τα περιγραφηθέντα στάδια, τώρα μπορώ να αναφερθώ σε αυτά με ακρίβεια, χωρίς περιστροφές σχετικά με πιθανές υπερβολές, προσδοκίες, ποιητικές κορώνες. Η επιβεβαίωση της μυθολογίας ενός έργου -Λεπτομέρειες για το τέλος του κόσμου- αποτελεί την πλήρωσή της. Η μυθολογία άλλωστε δεν εγκλωβίζεται στη μετριότητα ή την αδιαφορία· γεννά την πόλωση, είτε καταρρέει -δυστυχώς συχνά- είτε γιγαντώνεται, και κάπως έτσι δικαιολογείται, συντηρείται και εξαπλώνεται.

Τώρα πια, νιώθω κι εγώ μέρος της μυθολογίας.



 

Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2018

Μια άλλη θάλασσα - Claudio Magris




Ίσως εκεί να είχαν αρχίσει όλα, όταν μπαίνοντας στις αίθουσες εκείνες αισθανόταν ότι κάτι έλειπε· το καλαμάρι πάνω στο θρανίο ήταν το βαθύ και σκοτεινό μάτι ενός Κύκλωπα, αλλά το μελάνι αυλάκωνε το γυαλί του δοχείου με γαλάζιες ανταύγειες που ανακαλούσαν τη θάλασσα πέρα μακριά, ή, έστω, τους λόφους του Κόλιο, όπου τόσο εύκολα έφτανες μόλις έβγαινες από το σχολείο, και η επιθυμία να πας μέχρις εκείνο το γαλάζιο άδειαζε από νόημα τις ώρες μες στην τάξη καθώς ανυπομονούσες να περάσουν το ταχύτερον δυνατόν, ήταν ο πόνος για τη μηδαμινότητα των πραγμάτων, που πάντα θέλουν να έχουν ήδη υπάρξει.

Ίσως εκεί να άρχισαν όλα, όταν ο νεαρός Ενρίκο Μρέουλε, μπαίνοντας στις αίθουσες εκείνες να διδάξει, αισθανόταν ότι κάτι έλειπε· ίσως και όχι. Δεν είναι εύκολο να καθορίσει κανείς, ούτε για τον ίδιο του τον εαυτό, πότε γεννιέται η ανάγκη να περιστραφεί εκατόν ογδόντα μοίρες με άξονα τον ίδιο του τον εαυτό, να στρέψει την πλάτη προς όλο εκείνο το συνεχές και ελάχιστα διαιρετό παρόν, που από εκείνη τη στιγμή και μετά θα φέρει τον τίτλο: προηγούμενη ζωή· και να διασχίσει μία θάλασσα, μιλώντας κυριολεκτικά στην περίπτωση του Μρέουλε, για να βρεθεί στην Παταγωνία, ένας μοναχικός και ανώνυμος γκαούτσο, λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος.

Η αναζήτηση της τελειότητας, μία χίμαιρα χωρίς σώμα, μια διαισθητική καταδίωξη, μια φευγαλέα αίσθηση, εκείνο που μοιάζει να γυρεύει ο Μρέουλε, ελληνιστής και φιλόσοφος, που διαβάζει ξανά και ξανά τα ίδια βιβλία, τι και αν μπορεί από μνήμης να επαναλάβει τα πλέον αγαπημένα και συγκλονιστικά αποσπάσματα, εκείνο, λοιπόν, που γυρεύει ο Μρέουλε, ακαθόριστο στη μορφή, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πέπλο γοητευτικού μυστηρίου γύρω από τον ήρωα, όμως όχι, η αγωνία δεν διαθέτει τίποτα το γοητευτικό.

Ο Μάγκρις, στο γνώριμο ύφος τού ποιητικού μυθοπλαστικού δοκιμίου δρόμου, αν ένας τέτοιος όρος θα μπορούσε να σταθεί, διηγείται την ιστορία φυγής ενός ανθρώπου λίγο πριν η Ευρώπη περιέλθει στον εφιάλτη του Μεγάλου Πολέμου, και με ένα ύφος περίτεχνο και ποιητικό, καταφέρνει να γοητεύσει τον αναγνώστη, να τον καθηλώσει όπως ξέρουν να κάνουν οι παραμυθάδες. Αν και δεν θα μπορούσα να απομονώσω κάποιες φράσεις ή περιόδους, να τις υπογραμμίσω ώστε κάποια στιγμή, ξεφυλλίζοντας ξανά το βιβλίο, να σταθώ ξανά σε αυτές, το σύνολο των λέξεων διαθέτει μια γοητεία, έμφυτη θαρρείς, γοητεία που έρχεται να ισορροπήσει την αγωνία της αναζήτησης του ήρωα.

Χωρίς να αποτελεί κορυφή στην εργογραφία του γεννημένου στην Τεργέστη συγγραφέα, το μυθιστόρημα Μια άλλη θάλασσα διαθέτει κάτι από την πάστα μιας λογοτεχνίας παλαιάς κοπής, λογοτεχνίας που παρότι ενίοτε αναβλύζει έντονα κάτι το παρωχημένο, κατορθώνει να τρυπώσει στα μύχια της ψυχής του αναγνώστη, και στην περίπτωσή μου να ξυπνήσει την έντονη επιθυμία να διαβάσω Ζέμπαλντ ξανά.


Μετάφραση Μαρία Σπυριδοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
    

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2018

Κυριακή, νωρίς το πρωί




Ανοίγεις τα μάτια, είναι Κυριακή πρωί, πολύ πρωί, όχι μόνο για Κυριακή, για οποιαδήποτε μέρα, ακόμα δεν έχει ξημερώσει καν, κάπως εκνευρισμένος σκέφτεσαι, μα σήμερα βρήκα να ξυπνήσω τόσο νωρίς, σήμερα που δεν υπάρχει υποχρέωση για ξυπνητήρι και βιαστικές πρωινές κινήσεις πριν τη δουλειά; Δοκιμάζεις να κλείσεις τα μάτια, να γυρίσεις πλευρό. Τίποτα.

Το παίρνεις απόφαση. Όμως δεν θέλεις να εγκαταλείψεις το κρεβάτι, τουλάχιστον αυτό, σκέφτεσαι και ανασηκώνεσαι για να βολευτείς λίγο καλύτερα, να τοποθετήσεις το κορμί σου κάπου στο ενδιάμεσο ξαπλωμένου και καθιστού, ανάβεις τη λάμπα στο κομοδίνο, το φυσικό φως δεν είναι ακόμα αρκετό, παίρνεις στα χέρια ένα βιβλίο, τη νουβέλα της Νεμιρόφσκι Οι μύγες του φθινοπώρου στην προκειμένη περίπτωση, συγγραφέως για την οποία μια καλή φίλη σού είχε μιλήσει κάποτε με λόγια ενθουσιασμού, όμως εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει κάτι δικό της, και η πρόσφατη έκδοση αυτής της νουβέλας σού φάνηκε ιδανική ευκαιρία εκείνη τη μέρα στο βιβλιοπωλείο, και τώρα μοιάζει η κατάλληλη στιγμή, αφού χτες το βράδυ ξενύχτησες να τελειώσεις το βιβλίο που διάβαζες, τα υπόλοιπα αδιάβαστα μπορούν να περιμένουν, σκέφτεσαι, πάντα θα υπάρχουν αδιάβαστα βιβλία να περιμένουν, καθησυχάζεις τον εαυτό σου, αν και δεν ξέρεις από τι ακριβώς.

Και κάπως έτσι, ένα πρωινό, που δεν έπρεπε και όμως ξεκίνησε τόσο νωρίς, στερώντας σου την ανάγκη για ξεκούραση, μετατρέπεται, κάποιες ώρες μετά σε ένα κερδισμένο πρωινό, γεγονός που σε κάνει να νιώθεις όμορφα και με την απαραίτητη θέληση να εγκαταλείψεις επιτέλους το κρεβάτι λίγο πριν το πρωί μετατραπεί σε μεσημέρι, και να σβήσεις το φως της λάμπας που εδώ και ώρα ήταν αχρείαστο, κάτι που εσύ μόλις συνειδητοποιείς.

Λίγο αργότερα, τρώγοντας πρωινό, ξεφυλλίζεις ξανά το βιβλίο, και σκέφτεσαι πως κάποια βιβλία είναι σημαντικό να τα διαβάζει κανείς μία κι έξω, με το μυαλό καθαρό και το σώμα άτονο, και πως, συνεχίζεις να σκέφτεσαι, θα ήταν κρίμα να μην γράψω αυτή την ιστορία στο ημερολόγιο μου, προσθέτοντας ως απαραίτητη σημείωση στο τέλος: να μην αμελήσω να διαβάσω και άλλα βιβλία αυτής της συγγραφέως, που γεννήθηκε στο Κίεβο το 1903 και εκτελέστηκε στο Άουσβιτς το 1942.  

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2018

Άμμος στο στόμα - Hervé Le Corre





Η γυναίκα κουτσαίνει. Δυσκολεύτηκε να κατεβεί από το βαγόνι, στρίβοντας αδέξια με άξονα το γερό της πόδι. Ένας ώριμος άντρας, κομψός, με ευγενικό χαμόγελο στα χείλη, αναμφίβολα γοητευμένος από τα πελώρια μαύρα μάτια και το σκεπτικό  και θεληματικό προφίλ, βοήθησε το ελαφρό της σώμα να πατήσει στην τσιμεντένια αποβάθρα. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε μ' ένα ψέλλισμα και μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού.

Μία επιχειρησιακή ομάδα Βάσκων αυτονομιστών ανατινάζει ένα υπό ανέγερση ξενοδοχείο στη νοτιοδυτική Γαλλία, στη συμπλοκή με την αστυνομία ένα από τα μέλη της ομάδας τραυματίζεται, η Εμίλια τον φυγαδεύει αρχικά στο Μπορντό με στόχο να περάσουν στην ισπανική πλευρά της Χώρας των Βάσκων, ώστε να του παρασχεθεί ιατρική φροντίδα κρυφά από τις αρχές. Ταυτόχρονα, ο Άνχελ Ματάνθας, κυνηγός κεφαλών, στην υπηρεσία της ισπανικής κυβέρνησης, βρίσκεται στο κατόπι των αυτονομιστών.

Με λίγα λόγια, και χωρίς λεπτομέρειες που θα κατέστρεφαν την αναγνωστική έκπληξη του αναγνώστη, αυτή είναι η υπόθεση του μυθιστορήματος Άμμος στο στόμα του Ερβέ Λε Κορ. Με βάση την περιγραφή της ιστορίας, κάποιος θα περίμενε είτε ένα μυθιστόρημα καταιγιστικής δράσης είτε ένα πολιτικά στρατευμένο μυθιστόρημα, στο οποίο ο συγγραφέας θα έπαιρνε θέση υπέρ ή κατά της αυτονομιστικής δράσης των Βάσκων. Όμως ο Λε Κορ δεν μοιάζει να επιθυμεί κάτι τέτοιο, ή τουλάχιστον δεν αποτυπώνεται κάποια τέτοια πρόθεση στις σελίδες του μυθιστορήματός του. Και συνήθως προκύπτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον λογοτεχνικό υβρίδιο όταν η συγγραφή ενός μυθιστορήματος πατάει στις αρχές κάποιου είδους, στο κατασκοπευτικό ή στο πολιτικό θρίλερ στην προκειμένη περίπτωση, όμως ο συγγραφέας του δοκιμάζει, και ενίοτε πετυχαίνει, να ξεφύγει από τα όρια του συγκεκριμένου είδους και να διερευνήσει με αυτόν τον τρόπο νέα εδάφη.

Μέσα από το Άμμος στο στόμα, μυθιστόρημα που διαβάζεται αχόρταγα και με ένταση, ο Λε Κορ επιτυγχάνει να αναδείξει και παράπλευρες πτυχές στην κεντρική του ιστορία, όπως για παράδειγμα το τίμημα της αλληλεγγύης, τίμημα που όμως δεν ηρωοποιείται ούτε και καθαγιάζεται. Η όποια ταύτιση με τους ήρωες, είτε από τη μία, είτε από την άλλη πλευρά, δεν είναι άμεση, παρά έμμεση και σε ένα δεύτερο επίπεδο, και αυτό είναι μία ξεκάθαρη επιτυχία του γεννημένου στο Μπορντό συγγραφέα. Για να δώσω ένα παράδειγμα επ' αυτού, η έμμεση ταύτιση με την ηρωίδα θα μπορούσε να προέλθει από το ερώτημα: εσύ μέχρι πού θα έφτανες για να βοηθήσεις έναν σύντροφο, όχι άμεσα, δηλαδή έναν αυτονομιστή σύντροφο στον αγώνα για αυτονομία, αλλά έναν σύντροφο που έχει την ανάγκη σου και εσύ θα πρέπει να ρισκάρεις κάποια πράγματα;

Το φυσικό τοπίο και οι ακραίες καιρικές συνθήκες συμβάλλουν στην ατμόσφαιρα, ένα πέπλο ομίχλης και καταχνιάς μοιάζει να καλύπτει την ιστορία. Η γλώσσα είναι αρκετά απλή και λακωνική σε περιγραφές και λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα το μυθιστόρημα να είναι αρκετά σφιχτό και συμπαγές, μια τραχιά επιφάνεια που συντελεί στην άβολη, λόγω και της ιστορίας, αναγνωστική διαδικασία.

Ενδιαφέρον μυθιστόρημα, ειλικρινών προθέσεων -με πολιτικές προεκτάσεις-, το Άμμος στο στόμα είναι ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα της καλής και χαμηλών τόνων σχολής του γαλλικού νουάρ μυθιστορήματος.

Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου    

Δευτέρα, 18 Ιουνίου 2018

Ο συνοδοιπόρος - Viet Thanh Nguyen




Είμαι κατάσκοπος, κοιμώμενος, διπρόσωπος. Δεν εκπλήσσει ίσως το ότι είμαι και δίβουλος. Δεν είμαι κάποιος μεταλλαγμένος απ' αυτούς στα κόμικς ή στις ταινίες τρόμου, καίτοι μου έχουν φερθεί σαν να είμαι. Απλώς, είμαι ικανός να δω κάθε θέμα από δύο μεριές. Καμιά φορά, κολακεύομαι να πιστεύω ότι αυτό είναι ταλέντο, και μολονότι είναι, ήσσονος φύσεως βέβαια, πιθανόν να είναι και το μοναδικό που διαθέτω. Άλλοτε πάλι, όταν σκέφτομαι ότι δεν μπορώ παρά μόνον έτσι να παρατηρώ τον κόσμο, αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να θεωρηθεί ταλέντο αυτό που διαθέτω. Άλλωστε, ταλέντο σημαίνει κάτι που χρησιμοποιείς, κι όχι κάτι που σε χρησιμοποιεί. Το ταλέντο που δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, το ταλέντο που σε κατέχει -είναι κάτι επικίνδυνο, οφείλω να πω. Αλλά τον μήνα που αρχίζει αυτή εδώ η εξομολόγηση, ο τρόπος μου να βλέπω τα πράγματα έμοιαζε να είναι μάλλον αρετή παρά ελάττωμα, κι έτσι εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένοι κίνδυνοι.

Κάπως έτσι ξεκινάει η απολογία(;) του αφηγητή, ο οποίος στον πόλεμο του Βιετνάμ έπαιξε διπλό παιχνίδι, συνεργαζόμενος φαινομενικά με τους Νότιους αλλά επιθυμώντας να προασπίσει τα συμφέροντα των Βορείων. Μέσα από την καταιγιστική, πρωτοπρόσωπη αφήγηση, θα επιχειρήσει να αποτυπώσει στο χαρτί όλα όσα συνέβησαν με πρωταγωνιστή τον ίδιο, να εξηγήσει τον διπλό του ρόλο, να υπερασπιστεί όλα όσα αναγκάστηκε να κάνει και να καυχηθεί για όσα πέτυχε κάτω από τη μύτη του εχθρού, ακόμα και όταν δεν είναι σίγουρος για το ποιος πραγματικά είναι ο εχθρός.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν πίστευα ποτέ ότι ένα μυθιστόρημα για τον πόλεμο στο Βιετνάμ θα μου προσέφερε τόση μεγάλη αναγνωστική απόλαυση, ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως κατασκοπευτικό, αλλά σε καμία περίπτωση ένας τέτοιος χαρακτηρισμός δεν θα ήταν αρκετός για τον Συνοδοιπόρο του γεννημένου στο Βιετνάμ αλλά μεγαλωμένου στις ΗΠΑ Viet Thanh Nguyen. Το νεύρο στην αφήγηση και ο πολυεπίπεδος χαρακτήρας του μυθιστορήματος είναι τα δύο εκείνα στοιχεία που κάνουν τον Συνοδοιπόρο ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, ένα εντυπωσιακό λογοτεχνικό ντεμπούτο, που έλαβε πλήθος βραβείων και διακρίσεων, με αποκορύφωμα το βραβείο Πούλιτζερ.

Η αναζήτηση ταυτότητας, το αίσθημα του να νιώθει κανείς ξένος ακόμα και στην ίδια του την πατρίδα, η φιλία που συγκρούεται με το καθήκον, η ανασφάλεια για το τι είναι σωστό και τι λάθος, η αντίθεση Ανατολής και Δύσης, ανάμεσα σε άλλα, αποτελούν πυλώνες εξίσου σημαντικούς με τη δράση, αναπόσπαστα κομμάτια της πλοκής του μυθιστορήματος. Κάποιες ανατροπές εντείνουν ακόμα περισσότερο το αίσθημα αγωνίας, που πηγάζει ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου, ενισχύοντας, πάντα μαζί με το νεύρο της αφήγησης, την πείνα του αναγνώστη να δει τι γίνεται παρακάτω, σε ένα μυθιστόρημα στο οποίο δεν υπάρχουν ξεκάθαροι καλοί και κακοί, στο οποίο κανείς δεν έχει απόλυτο δίκιο.

Ίσως το γεγονός της διπλής ταυτότητας του συγγραφέα, πάντα μαζί με το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, να δίνει την εξήγηση για το πώς κατάφερε να συλλάβει και να υλοποιήσει αυτό το μυθιστόρημα, αποδεχόμενος την ύπαρξη πολλαπλών εκδοχών για το ίδιο γεγονός, πατώντας στη Δύση αλλά και σε ένα βαθμό και στην Ανατολή, φέροντας αρκετά από τα στοιχεία ταυτότητας του αφηγητή του, ακόμα και χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου εκείνου, και έτσι επιτυγχάνει ακόμα κάτι σπουδαίο, να γράψει ένα μυθιστόρημα οικουμενικό, παρότι αναφέρεται σε κάτι συγκεκριμένο όπως ο πόλεμος του Βιετνάμ.  

Μετάφραση Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Utopia

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2018

Ένας ζωγράφος του καιρού μας - John Berger





Όλα ξεκίνησαν όταν μία φίλη μού πρότεινε το μυθιστόρημα Από την Άιντα στον Χαβιέρ. Ήταν λίγο μετά τον θάνατο του συγγραφέα και ιστορικού τέχνης Τζον Μπέργκερ, τον οποίο εγώ μέχρι εκείνη τη στιγμή πρακτικά αγνοούσα, αν και το όνομά του μου ήταν γνωστό. Διάβασα το μυθιστόρημα και ενθουσιάστηκα -περισσότερα επ' αυτού μπορείτε να διαβάσετε εδώ-, έτσι άρχισα να αναζητώ και άλλα βιβλία δικά του, τόσο μυθοπλασίας όσο και δοκίμια. Ακόμα ένα νήμα είχε ξεδιπλωθεί εμπρός μου, γεγονός που με έκανε να νιώθω τρομερά χαρούμενος. Στο παζάρι της Πλατείας Κοτζιά έπεσα πάνω στο Ένας ζωγράφος του καιρού μας.

Το συγκεκριμένο μυθιστόρημα είναι το πρώτο που έγραψε ο Μπέργκερ (1958). Χρησιμοποιώντας το εύρημα της ανακάλυψης του ημερολογίου του ζωγράφου Γιάνος Λάβιν, Ούγγρου κομμουνιστή που έφτασε στο Λονδίνο το 1938, ο Μπέργκερ στήνει το πορτραίτο ενός ζωγράφου του καιρού εκείνου, συνδυάζοντας εκτός των καλλιτεχνικών ανησυχιών και τις σκέψεις ενός κυνηγημένου ανθρώπου, μακριά από την πατρίδα του, η οποία τελεί πλέον υπό κομμουνιστικό καθεστώς, τα συναισθήματά του, τις ελπίδες και τους φόβους του.
Σ' αυτό το σημειωματάριο δεν θα κάνω κανένα σχέδιο. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που κράτησα ημερολόγιο. Στο Βερολίνο κρατούσα σημειώσεις και αποσπάσματα από λόγους άλλων, για να τα χρησιμοποιήσω αργότερα σε διαλέξεις, συζητήσεις και πολιτικές αντιπαραθέσεις. Αλλά σ' αυτό θα κρατώ μόνο τις δικές μου σκέψεις. Είμαι πλέον πολιτικό παρελθόν· δεν πρέπει να καταγράφω τις καταστάσεις σαν εξωτερικά φαινόμενα, ούτε και είναι αυτός ο λόγος που θα κρατώ σημειώσεις. Θέλω να ξαναδώ τον εαυτό μου. Κατά το παρελθόν αναγνώριζα τον εαυτό μου μέσα από τα γεγονότα στα οποία συμμετείχα. Αλλά τα τελευταία δέκα χρόνια σ' αυτή την απομονωμένη και τυχερή χώρα η ζωή μου δεν έχει σκαμπανεβάσματα. Υπηρετώ την τέχνη μου. Η ζωγραφική όμως δεν αποτελεί γεγονός παρά μόνο όταν τη βλέπουν οι άλλοι.

Ο συγγραφέας εμπλέκει τον εαυτό του στην ιστορία λόγω της -επινοημένης- στενής φιλικής σχέσης του με τον Λάβιν, γεγονός που του επιτρέπει να ενσωματώσει στο ημερολόγιο επεξηγηματικά σχόλια, να αναφερθεί αναλυτικότερα σε καταστάσεις τις οποίες ο ζωγράφος αναφέρει επιγραμματικά και στις οποίες εκείνος, ο Μπέργκερ, ήταν παρών, ή ακόμα και να εκφράσει την έκπληξή του για το πόσο διαφορετικά έμοιαζε να βιώνει ο φίλος του διάφορες καταστάσεις σε σχέση με το πώς τις κατέγραψε αργότερα.

Το στοιχείο εκείνο που κάνει το μυθιστόρημα αυτό τόσο υπέροχο είναι το νεύρο του Λάβιν στην καταγραφή των ημερολογιακών καταχωρήσεων, χωρίς το οποίο το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν άψυχο, καθώς ούτε οι σκέψεις περί τέχνης από μόνες τους ούτε τίποτε άλλο δεν θα ήταν αρκετό για να το μετατρέψει σε ένα βαθιά υπαρξιακό μυθιστόρημα. Σε κάποια σημεία η αίσθηση της ανάγνωσης είναι τόσο συγκλονιστική που μου θύμισε την αξέχαστη εμπειρία της ανάγνωσης του Σμιλεύοντας τον χρόνο του Αντρέι Ταρκόφσκι.

Μυθιστόρημα -και- πολιτικό, με το διαρκές ερώτημα, τι είναι δυνατόν να προσφέρει η τέχνη στην ανθρωπότητα, να βασανίζει τον Λάβιν, που νιώθει προνομιούχος ζώντας σε ένα μέρος όπως το μεταπολεμικό Λονδίνο, ενώ οι περισσότεροι από τους συντρόφους του επέστρεψαν στην Ουγγαρία, επιχειρώντας να υλοποιήσουν το όραμα για μια δικαιότερη κοινωνία, παίρνοντας ρίσκα ακόμα και για την ίδια τους τη ζωή, την ώρα που εκείνος, αν και με διάφορες οικονομικές δυσκολίες, έχει να αναμετρηθεί σχεδόν αποκλειστικά με την ανάγκη του να ζωγραφίζει διαρκώς, την απογοήτευση και την ικανοποίηση που προσφέρει η τέχνη.

Πραγματικά σπουδαίο βιβλίο, αναζητήστε το!    

Μετάφραση Γιώργος Δ. Ματθιόπουλος
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Το μεγαλείο της ζωής - Michael Kumpfmüller





Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ με κάποια επιφύλαξη είναι η αλήθεια. Θα ήταν άραγε δυνατόν να αποδώσει κάποιος τα τελευταία χρόνια της ζωής του Φραντς Κάφκα, να ενσωματώσει αποσπάσματα από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία του, να συμπληρώσει τα κενά, να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων; Και όλο αυτό να μη θυμίζει μία άψυχη βιογραφία, αλλά να αποπνέει κάτι το συγκλονιστικό, γιατί φαντάζομαι πως δεν θα είναι λίγοι οι συγγραφείς εκείνοι που, γοητευμένοι από τη ζωή και το έργο του Κάφκα ή παρακινημένοι από μία σίγουρη εκδοτική επιτυχία, δεν θα φλέρταραν κάποια στιγμή με την ιδέα να ασχοληθούν με τον καταραμένο συγγραφέα.

Η όποια επιφύλαξη παραμέρισε σύντομα, ο συνδυασμός της ικανότητας -αλλά και της έρευνας και της αγάπης- του Κουμπφμέλλερ από τη μία και της αύρας του Κάφκα ως -μυθιστορηματικού- ήρωα από την άλλη συνετέλεσαν σε ένα αποτέλεσμα σαγηνευτικό παρά τη θλίψη της ιστορίας αλλά κυρίως της εκ των προτέρων επίγνωσης του τέλους. Είναι από τα παραδείγματα εκείνα που αποδεικνύουν πως συχνά δεν έχει σημασία αν η ιστορία είναι γνωστή και ειπωμένη, αλλά είναι ο τρόπος να διηγηθεί κανείς μία ιστορία εκείνος που αληθινά μετράει.
Καλούν ταξί, εκείνη ετοιμάζει τις βαλίτσες, ο Φραντς γράφει στους γονείς. Βρέχει και φυσάει, η διαδρομή είναι ένας εφιάλτης. Για κάποιο λόγο ανεξήγητο δεν υπάρχει κλειστό αυτοκίνητο κι έτσι κάνουν όλο το δρόμο χωρίς καμιά προστασία από τις καιρικές συνθήκες, η Ντόρα στέκεται όρθια μπροστά του και τον σκεπάζει με το παλτό της, σαν υπνωτισμένη, μη μπορώντας να το πιστέψει. Στην κλινική τον παίρνουν αμέσως και περνάει μια αιωνιότητα προτού της επιτρέψουν να μπει στο δωμάτιό του -που μοιάζει μάλλον κελί.

Μία από τις πλέον συγκινητικές ιστορίες που έχω ακούσει, ιστορία πραγματική, της ζωής και όχι της μυθοπλασίας, η Ντόρα να στέκεται όρθια μπροστά από τον άρρωστο Φραντς για να του κάνει απάγκιο, στο ανοιχτό αυτοκίνητο που τους μεταφέρει σε ένα ακόμα δωμάτιο κλινικής.


Το βιβλίο του Κουμπφμέλλερ διαθέτει αδιαμφισβήτητη λογοτεχνική αξία πέρα από την αλήθεια που φέρει· οι μακροπερίοδες προτάσεις, με τον πλάγιο λόγο και τις ενσωματωμένες σκέψεις· ο τρόπος με τον οποία προωθεί την πλοκή, ενώ ταυτόχρονα μας καταβυθίζει στον συναισθηματικό κόσμο του Κάφκα αλλά και της Ντόρας· η ικανότητά του να μην δειχθεί αλλά ταυτόχρονα να μη λυγίσει υπό το καφκικό βάρος· η γλώσσα.

Δεν θα ήταν αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως και μόνο η παρουσία του Κάφκα θα ήταν αρκετή. Υπάρχουν αρκετά αντιπαραδείγματα συγγραφέων που πάτησαν πάνω στη ζωή και το έργο σπουδαίων δημιουργών και όμως δεν κατάφεραν τίποτα παραπάνω από ένα βιαστικό και ανώριμο κοίταγμα από την κλειδαρότρυπα. Θα ήταν όμως αληθές να ισχυριστεί κάποιος πως η παρουσία του Κάφκα έδωσε κάτι παραπάνω στην αναγνωστική απόλαυση -όσο και αν το ουσιαστικό απόλαυση μοιάζει παράδοξο στην ανάγνωση μιας ιστορίας όπως αυτής. Το μεγαλείο της ζωής είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο καιρό.  
   
Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Τα πλούτη μας - Kaouther Adimi




Πρώτα, μια βαθιά σιωπή απλώθηκε στην οδό Χαμανί, πρώην Σαρράς. Τέτοια γαλήνη είναι σπάνια σε μια πόλη σαν το Αλγέρι, πάντα με κίνηση και θόρυβο, που δεν σταματά να πάλλεται, να παραπονιέται, να βογκάει. Ύστερα κάποιοι άντρες κατέβασαν τα ρολά στη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη και η σιωπή έσπασε. Ω, έχει πάψει να είναι βιβλιοπωλείο από τη δεκαετία του 1990 και από τότε που το Κράτος το πήρε από την κυρία Σαρλό, τη νύφη του παλιού ιδιοκτήτη. Είναι ένα απλό παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου. Ένα μέρος χωρίς όνομα, μπροστά στο οποίο σπάνια στέκονται οι διαβάτες. Αλλά συνεχίζουμε να το λέμε το βιβλιοπωλείο Τα Αληθινά Πλούτη, όπου συνεχίσαμε για χρόνια να λέμε οδός Σαρράς αντί οδός Χαμανί. Είμαστε οι κάτοικοι τούτης της πόλης και η μνήμη μας είναι το άθροισμα των ιστοριών μας.

Κάποτε στο Αλγέρι υπήρχε ένα βιβλιοπωλείο, Τα Αληθινά Πλούτη, στην οδό Σαρράς, πλέον οδός Χαμανί. Η, γεννημένη το 1986, Αλγερινή συγγραφέας Αντιμί περπατώντας μια μέρα στους δρόμους του Αλγερίου θα πέσει πάνω σε ένα μικρό κατάστημα, πλέον παράρτημα της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Αλγερίου, στην πρόσοψή του υπάρχει ακόμα το έμβλημα που χάραξε ο εκδότης Εντμόντ Σαρλό: Ένας άνθρωπος που διαβάζει αξίζει για δύο. Η συγγραφέας θα γοητευτεί από την ιστορία του βιβλιοπωλείου και θα αποφασίσει να γράψει το παρόν μυθιστόρημα. Μελετώντας και επινοώντας, στηριζόμενη στην εικασία πως ένα τέτοιο μέρος σήμερα θα έκλεινε για να δώσει τη θέση του σε ένα κατάστημα με λουκουμάδες, θα επιχειρήσει να διηγηθεί την ιστορία του βιβλιοπωλείου, του εκδότη του, της εποχής και τελικά του Αλγερίου.

Ο Σαρλό υπήρξε ο πρώτος εκδότης αρκετών γνωστών συγγραφέων, ανάμεσα στους οποίους δεσπόζει ο Αλμπέρ Καμύ, ο οποίος πέρασε ώρες στο πατάρι του βιβλιοπωλείου διορθώνοντας και γράφοντας, πριν περάσει στη Γαλλία και από εκεί στο πάνθεον της λογοτεχνίας και της διανόησης. Ανάμεσα στα επινοημένα αποσπάσματα από το προσωπικό ημερολόγιο του Σαρλό και την ιστορία του νεαρού μηχανικού που θα αναλάβει ως μέρος της πρακτικής του άσκησης να έρθει από το Παρίσι για να αδειάσει το βιβλιοπωλείο και να κάνει τις απαραίτητες εργασίες μετατροπής του σε κατάστημα με λουκουμάδες η Αντιμί θα επιτύχει την αναβίωση μιας ολόκληρης εποχής, με ελάχιστα διαστήματα γαλήνης, μιας εποχής όμως που έφερε μια ελπίδα για το μέλλον και μια πίστη για τα βιβλία.

Ο ντοκουμενταρίστικος χαρακτήρας της πλοκής, στηριγμένος εν πολλοίς σε επινοημένα περιστατικά, αν και στον πυρήνα του εμπνευσμένος από την πραγματική ιστορία του βιβλιοπωλείου Τα Αληθινά Πλούτη, δίνει αυτό το κάτι παραπάνω στο μυθιστόρημα της Αντιμί, ένα μυθιστόρημα νοσταλγικό αλλά όχι μελό, μία ιστορία γλυκιά παρότι πικρή. Ο τρόπος με τον οποίο η νεαρή συγγραφέας διαχειρίστηκε την έμπνευσή της είναι άξιος αναφοράς, επιτυγχάνοντας να παραμερίσει την προσωπική της συναισθηματική εμπλοκή στην ιστορία, επιμένοντας αρκετά στη δομή, στον σχεδιασμό και στην αληθοφάνεια των γεγονότων, καταφέρνοντας έτσι να παραδώσει ένα όμορφο μυθιστόρημα, το οποίο, χωρίς να διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, θα γοητεύσει τους αναγνώστες, ιδιαίτερα εκείνους για τους οποίους τα βιβλία και η ανάγνωση αποτελούν τρόπο ζωής.

Μετάφραση Έφη Κορομηλά
Εκδόσεις Πόλις

  

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2018

Όταν δεν το περιμένεις - Bodo Kirchhoff




Κι αυτή την ιστορία, που ακόμα τόσο τον πονάει, του σκίζει κατά πώς λένε την καρδιά, πώς θα ξεκινούσε να την αφηγείται; Ίσως να ξεκινούσε με τα βήματα μπροστά στην πόρτα του, όταν είχε αναρωτηθεί αν άκουγε στ' αλήθεια βήματα ή ήταν πάλι η αντήχηση της δικής του εσωτερικής ανησυχίας, της ανησυχίας που ένιωθε από τότε που είχε σταματήσει να βάζει σε τάξη το χάος άλλων ανθρώπων, έτσι ώστε από αυτό το χάος να γεννηθεί ένα βιβλίο. Επομένως: Ήταν στ' αλήθεια βήματα αυτά που άκουγε, περασμένες εννιά το βράδυ, την ώρα που άρχιζαν να σβήνουν τα φώτα στην κοιλάδα, ή μήπως κάτι δεν πήγαινε καλά με τον ίδιο;

Μέχρι πρότινος ο Ράιτερ είχε έναν μικρό εκδοτικό οίκο. Τον πούλησε, εγκατέλειψε τη μεγάλη πόλη και αποσύρθηκε σε ένα μικρό χωριό στους πρόποδες των Άλπεων. Μια ζωή ανάμεσα σε βιβλία, χειρόγραφα, διορθώσεις και επιμέλειες ανήκει πια στο παρελθόν. Μια ζωή συναισθηματικά μοναχική. Αν και κάποτε υπήρξε ερωτευμένος, πολύ ερωτευμένος, η κοπέλα έμεινε έγκυος, σε ένα ταξίδι στην Ιταλία αποφάσισαν από κοινού πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, εκείνη όμως δεν άντεξε, έτρεξε προς τον σταθμό των τρένων, εκείνος δεν έτρεξε πίσω της, δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά. Όσες ιστορίες και αν διάβασε αυτά τα χρόνια, όσες ιστορίες και αν έζησε αυτά τα χρόνια, καμία δεν μπόρεσε να πάρει τη θέση εκείνης της ιστορίας. Πώς θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει να αφηγείται μία ιστορία όπως αυτή; Μία άλλη ιστορία, πραγματική ή φανταστική, θα γίνει το όχημα, το κινητό κρησφύγετο.

Όταν έχεις να διηγηθείς τη δική σου ιστορία, γίνεσαι πιο ανεκτικός στις γλωσσικές υπερβολές, συγχωρείς στον εαυτό σου φράσεις κλισέ, λογοτεχνικά ανάξιες, που ως εκδότης θα έσπευδες να διαγράψεις από το χειρόγραφο ή που θα σε έκαναν να απορρίψεις το χειρόγραφο συνολικά. Τώρα όμως, σκέφτεσαι, πρόκειται για πραγματική ζωή, και ας προσπαθείς να την καμουφλάρεις πίσω από ένα νέο ταξίδι στην Ιταλία, πίσω από τα βήματα μιας άλλης γυναίκας, πίσω από αποφάσεις πιο παράτολμες που τότε δεν μπόρεσες να πάρεις, και το μετάνιωσες καθώς βρέθηκες να παίζεις μία ζωή με αν και ίσως.

Το Όταν δεν το περιμένεις του Γερμανού συγγραφέα Κίρχοφ είναι ένα φαινομενικά απλό μυθιστόρημα, μία ερωτική ιστορία που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο έχει πολλάκις ειπωθεί, αλλά ο τρόπος, και εκεί έγκειται η μαστοριά του συγγραφέα και τελικά η αξία του μυθιστορήματος αυτού, με τον οποίο την αφηγείται εγκλωβίζει αργά και χαμηλότονα τον αναγνώστη. Το εύρημα του αφηγητή-εκδότη, που αδυνατεί να πετάξει από πάνω του τον ρόλο του επιμελητή της ίδιας του της ιστορίας, λειτουργεί θαυμάσια, καθώς δημιουργεί ένα δεύτερο επίπεδο αφήγησης, εκείνο του σχολιασμού, που θέτει διαρκώς εν αμφιβόλω την τελική μορφή της ιστορίας, μετατρέποντάς την σε μια εν εξελίξει διαδικασία συγγραφής, εκεί που τα όρια του στοχασμού του αφηγητή πάνω στην ίδια του την ιστορία έρχονται να πλεχτούν με την ιστορία όχημα, σε μία διαρκή αναζήτηση της απάντησης στο ερώτημα: πώς θα ξεκινούσε να αφηγείται την ιστορία εκείνη, που ακόμα τόσο τον πονάει;

Μετάφραση Δέσποινα Κανελλοπούλου
Εκδόσεις Αιώρα


Πέμπτη, 31 Μαΐου 2018

Η μοναδική ιστορία - Julian Barns





Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μόνο μία ιστορία να αφηγηθούμε. Δεν θέλω να πω ότι μας συμβαίνει ένα μονάχα πράγμα όσο ζούμε: στο διάβα της ζωής μας συντελούνται αναρίθμητα γεγονότα τα οποία μετατρέπουμε σε αναρίθμητες ιστορίες. Όμως ένα μονάχα έχει σημασία, ένα μονάχα αξίζει πραγματικά να αφηγηθούμε. Και να ποιο είναι το δικό μου.

Ο Πολ, στα δεκαεννέα του χρόνια, επιστρέφει στο πατρικό του για τις καλοκαιρινές διακοπές από το πανεπιστήμιο. Μαθημένος ήδη στην ανεξαρτησία της φοιτητικής ζωής, θα δυσκολευτεί να προσαρμοστεί στο ίδιο περιβάλλον με τους γονείς του, ώσπου η απόφασή του να γραφτεί στον τοπικό όμιλο αντισφαίρισης θα του αλλάξει τη ζωή. Εκεί θα γνωρίσει τη Σούζαν Μακλάουντ, υπολογίζει πως είναι λίγο πάνω από τα σαράντα, παντρεμένη με δύο κόρες στην ηλικία του Πολ. Η ερωτική έλξη θα είναι αμοιβαία. Και εκείνο που θα ξεκινήσει ως μια περιπέτεια θα εξελιχθεί μέσα στα χρόνια σε μια μοναδική ιστορία.

Το συνηθέστερο ίσως μοτίβο των ιστοριών του Μπαρνς, η πάλη των ηρώων με την κοινωνία και η αναπόφευκτη συντριβή τους, επανέρχεται σ' αυτό το μυθιστόρημα. Ο Μπαρνς επιτυγχάνει σε κάτι που γνωρίζει καλά, και ας υπάρχουν στην πλούσια εργογραφία του αρκετά αδύναμα, για τις δυνατότητές του πάντα, βιβλία. Η αφήγηση, και ειδικά σε πρώτο πρόσωπο, εν είδει εξομολόγησης πρέπει οπωσδήποτε να διαθέτει κάτι το πυρετικό, ώστε να δικαιολογείται και ταυτόχρονα να μπορεί να συμπαρασύρει στο δράμα της τον αναγνώστη, και η αφήγηση του Πολ διαθέτει αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό. Όμως δεν είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο αφηγείται την ιστορία του αλλά και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, αποφεύγοντας, όσο αυτό είναι δυνατόν, τόσο την ηρωοποίηση, όσο και τη θυματοποίηση του εαυτού του, προσφέροντας στη Σούζαν τον χώρο της ιστορίας που της αναλογεί.

Κάποια στιγμή η αφήγηση γυρίζει σε τρίτο πρόσωπο, ο Πολ μετατρέπεται σε θύμα της μάχης με τον χρόνο και τη μνήμη, οι αναμνήσεις και τα συναισθήματα χάνουν την έντασή τους, αδυνατεί να θυμηθεί πώς ήταν να κάνει έρωτα με τη Σούζαν, τι σχήμα είχαν τα στήθη της, τα μυστικά λόγια που μοιράζονται μεταξύ τους οι εραστές. Με αυτό το απλό φαινομενικά εύρημα ο Μπαρνς κατορθώνει να εξισορροπήσει την αφήγηση, να προσδώσει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία του, να εγκλωβίσει περαιτέρω συναισθηματικά τον αναγνώστη οδεύοντας προς το τέλος, να πάρει ο παντογνώστης αφηγητής τον λόγο τη στιγμή που ο χρόνος δημιουργεί απόσταση, αναπόφευκτα κενά, ξεθώριασμα εικόνων και εξασθένιση συναισθημάτων.

Η μοναδική ιστορία είναι ένα από τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του Βρετανού συγγραφέα, αν και η προσωπική μου αναγνωστική απόλαυση δεν γνώρισε τα ύψη εκείνης του Ένα κάποιο τέλος. Άλλωστε, όσο και αν αναγνωρίζουμε και αγαπάμε έναν συγγραφέα, πάντα θα υπάρχει ένα έργο του που θα αγαπάμε περισσότερο, για τους δικούς μας προσωπικούς και συχνά αδιευκρίνιστους λόγους.

Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Μεταίχμιο