Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Μπερλίν - Άντζη Σαλταμπάση



Το Βερολίνο είναι ιδανική πόλη για να καταδυθείς στον εαυτό σου, μου είπε η Κ. ένα βράδυ που πίναμε κοκτέιλ στο Γκέρλιτσερ Μπάνχοφ.
Όταν κάποιος συγγραφέας είναι διατεθειμένος να αφηγηθεί μια κατάδυση προσωπική, και μάλιστα με ένα ιδιαίτερο αφηγηματικό στυλ, επηρεασμένο κυρίως από την ενασχόληση με τη γερμανόφωνη λογοτεχνία και την αγάπη του για αυτή, και ιδιαίτερα από το στυλ του Ζέμπαλντ -θα ήθελα να βάλω κάποιον επιθετικό προσδιορισμό όμως θα ήταν τόσο φτωχός και ανακριβής για έναν συγγραφέα όπως ο Ζέμπαλντ-, τότε υπάρχει περίπτωση το αποτέλεσμα να είναι άρτιο, τόσο τεχνικά -που για κάποιους είναι το αποκλειστικό ζητούμενο- όσο και συναισθηματικά, όχι μόνο για τον συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη.

Ήδη από τη φωτογραφία του εξωφύλλου, το τραπέζι με τις δύο καρέκλες, δύο συνομιλητές -δύο κόσμοι- που επιχειρούν να συνδιαλεχθούν, η μία καρέκλα πεσμένη στο έδαφος, ο ηττημένος που κείτεται στο πάτωμα ή που έτρεξε μακριά -όπως προτιμά κανείς-, αφήνοντας πίσω του ένα λουλούδι, η Σαλταμπάση δίνει το στίγμα στον επίδοξο αναγνώστη. Αφηγείται μία κατάδυση έντονα αυτοβιογραφικής απόχρωσης, με έναν λόγο ιδιαίτερο, μακροπερίοδο και στυλιζαρισμένο, μια περιδιάβαση σε ένα Βερολίνο που, μόνο φαινομενικά, έχει επουλώσει τις πληγές της ιστορίας του, ένα Βερολίνο φιλόξενο για τον ξένο, μόνο φαινομενικά, κανένας τόπος δεν είναι πραγματικά φιλόξενος για έναν ξένο άλλωστε. Το προσωπικό εμπλέκεται με τη μελέτη και την ανάγκη για κατανόηση και επιτόπια έρευνα, τα ερωτήματα ξεπηδούν κατά την περιδιάβαση στην πόλη και στα αρχεία, οι απαντήσεις, όχι πάντοτε ικανοποιητικές, έρχονται από αυτόπτες μάρτυρες, μιας εποχής περασμένης, και από την τριβή με την καθημερινότητα. Ούτε ο τόπος, ούτε ο άνθρωπος μπορούν να απαλλαγούν ποτέ ολοκληρωτικά από τα βιώματά τους.  

Και δεν ξέρω αν θα μπορούσε άλλη πόλη να αποτελεί το σκηνικό μίας αφήγησης, όπως αυτής της Σαλταμπάση, σκηνικό που, εκτός από το προσωπικό βίωμα, φέρει τέτοιο ιστορικό βάρος, σκηνικό που επιτρέπει τις ευθείες αναλογίες ανάμεσα στο προσωπικό και το πανανθρώπινο, σκηνικό που μπορεί να επηρεάσει ακόμα και τον τρόπο σκέψης και αφήγησης, την οπτική των πραγμάτων και την αναμέτρηση με τον εαυτό. Το Βερολίνο είναι μια ιδιαίτερη πόλη, ακόμα και ο πλέον αφελής τουρίστας μπορεί να το νιώσει αυτό, χωρίς καν να μιλάει γερμανικά, περνώντας μόνο λίγες μέρες, πάντα με τον χάρτη ανά χείρας, επιχειρώντας να δει τα πιο σημαντικά και να ενισχύσει την ψευδαίσθηση πως κατάφερε να πιάσει τον παλμό της πόλης, παλμός που χτυπάει βαθιά μέσα στο σώμα του Βερολίνου.
Ένα ξενοδοχειάκι που έχει διατηρήσει το βερολινέζικο στιλ της δεκαετίας του '20 και είναι διάσημο γι' αυτό, αλλά και γιατί φέρει το όνομα του αυθεντικού ξενοδοχείου "Ασκάνισερ Χοφ" που βρισκόταν στη σημερινή Στρέζενμανστράσε, εκεί όπου ο Φραντς Κάφκα συνδέθηκε με τη Φελίτσε Μπάουερ την Κυριακή του Πάσχα του 1914, εκεί όπου το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς τον επισκέφτηκε η Φελίτσε μαζί με την αδερφή της και την Γκρέτε Μπλοχ και διέλυσε τον αρραβώνα τους.
Διάβασα το Μπερλίν απνευστί. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς και νιώθω τυχερός που οι εξωτερικές συνθήκες μου επέτρεψαν μία τέτοια ανάγνωση. Φτάνοντας στην τελευταία σελίδα ένιωσα το συναίσθημα του ανικανοποίητου, θα ήθελα κι άλλο.

Εκδόσεις Πόλις 

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Οι τυφλοί - Νίκος Μάντης






Θα ξεκινήσω κάπως απότομα το κείμενό μου σχετικά με το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη. Θεωρείται δεδομένος, και όμως καθόλου συνήθης δεν είναι, και για τον λόγο αυτό πρέπει να επισημαίνεται όταν συναντάται, ο ρεαλισμός στην περιγραφή καταστάσεων και τόπων, η αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση, πως ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, έχει περπατήσει τους δρόμους και έχει παρατηρήσει από κοντά το αστικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιβάλλον. Ο Νίκος Μάντης κινείται στην Αθήνα, γνωρίζει την Αθήνα και ιδιαίτερα το κέντρο της. Αυτό, σε συνδυασμό με την αφηγηματική του ικανότητα, του επιτρέπει να παρουσιάζει μυθιστορήματα που όντως λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα, στην Αθήνα όπως -καλώς ή κακώς- είναι, και όχι σε μία πόλη αποκύημα της φαντασίας, της εξ αποστάσεως πληροφόρησης και δοσμένης με τρόπο που να εξυπηρετεί την αφήγηση. Κουράζουν οι δημιουργοί εκείνοι οι οποίοι μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, κουράζουν γενικότερα εκείνοι που μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, διαθέτοντας επιπλέον το ύφος εκείνου που τα ξέρει όλα. Είναι ένα φαινόμενο που όλο και διογκώνεται και περιλαμβάνει κάθε πιθανή πλευρά της καθημερινότητας. Με τον Μάντη μπορεί κανείς να διαφωνήσει για τη γωνία παρατήρησης που επιλέγει αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τον κατηγορήσει πως δεν ήταν εκεί.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάντη, Οι Τυφλοί, αποτελεί ένα στοίχημα για τον συγγραφέα -αλλά και για τον εκδοτικό οίκο. Μυθιστόρημα πολυσέλιδο και με διάθεση πειραματισμού, με επίκεντρο την Αθήνα και το καλοκαίρι των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, με πολυεπίπεδη αφήγηση και έντονο το στοιχείο του φανταστικού -ή συνομωσιολογικού-, με την ιστορική έρευνα να παντρεύεται με διάφορες θεωρίες, την υπέργεια Αθήνα να συναντά την υπόγεια -κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ήταν η εποχή των διαδηλώσεων. Καλοκαίρι του 2011. Περπατούσαν για ώρες, για ώρες περπατούσαν, μέχρι που τα πόδια τους πληγιάζανε απ' το περπάτημα και την ορθοστασία, απ' την ορθοστασία και το περπάτημα, εναλλάξ, και κάποτε η εναλλαγή ορθοστασίας και περπατήματος διακοπτόταν κι από ένα άλλο είδος ταλαιπωρίας του σώματος και των ποδιών, εκείνης του τρεξίματος, κι ύστερα ακόμα κι από την ακραία καταπόνηση των συμπλοκών, έτσι που όλα γίνονταν κουβάρι μες στο σώμα και πια δεν άντεχαν, αλλά με κάποιον ανεξιχνίαστο τρόπο άντεχαν, γιατί δεν τους είχανε πάρει τα χρόνια, ο μεγαλύτερος ίσως να είχε πατήσει τα τριάντα δύο, όσο για τον μικρότερο, ε, αυτό το μέγεθος, ή μάλλον το μη μέγεθος, χανόταν στα απροσδιόριστα χωράφια της κρυψίνοιας και της αοριστίας, γιατί κανείς δεν ήθελε να είναι ο Βενιαμίν, ο αναμφισβήτητα χλωρός και αθώος, αν όμως έπρεπε κάπως, πάση θυσία να διαπιστωθεί το ληξιαρχικό τετελεσμένο της νεαρότερης ζωής ανάμεσά τους, εκείνη ίσως να προσδιοριζόταν χρονικά κάπου ανάμεσα στο δέκατο ένατο και το εικοστό έτος [...] 

Η ιστορία ξεκινά το καλοκαίρι του 2011, ο Ισίδωρος, οικονομικά απόκληρος από την οικογένειά του, λόγω της επιλογής του να ασχοληθεί με την υποκριτική, παλεύει να επιζήσει στην Αθήνα. Συναντά τη Σοφία και την ερωτεύεται ακαριαία. Εκείνη δέχεται να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα, όμως λίγες μέρες αργότερα θα εξαφανιστεί. Εκείνος θα μείνει στο άδειο, από την παρουσία της, σπίτι και θα γυρίζει στους δρόμους μήπως και τη συναντήσει. Μάταια όμως. Καθώς ψάχνει, θα γνωρίσει τον Κλεάνθη, έναν παράξενο ηλικιωμένο, ερασιτέχνη συλλέκτη στοιχείων, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει τον Ισίδωρο στην αναζήτησή του.

Συμπέρασμα πρώτο: ο Μάντης έχει κατακτήσει ένα υψηλού επιπέδου αφηγηματικό στυλ, έντονα μακροπερίοδο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, το οποίο δεν κουράζει και δεν χάνει τον βηματισμό του. Επιπλέον, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα τόσο εκτενές κείμενο με αξιομνημόνευτη συνοχή.

Συμπέρασμα δεύτερο: έρευνα και γνώση συνδυάζονται με την προαναφερθείσα αφηγηματική ικανότητα.

Συμπέρασμα τρίτο: διαθέτει όραμα. Όραμα προσωπικό, για το οποίο δεν δίστασε να αφιερώσει χρόνο και κόπο, και το τελικό αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Δεν καταφεύγει σε καμία σχεδόν ευκολία -ακόμα και το κλείσιμο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως επιλογή. Διαλέγει τον δύσκολο τρόπο, αρνείται να σκεφτεί με όρους αποδοχής, και επιμένει να διερευνήσει τα όρια της ιστορίας του, να βάλει δύσκολα στον εαυτό του, να φέρει στα άκρα τη δυνατότητα για συνοχή, να παρασυρθεί από την ίδια του τη φαντασία και να διασπάσει τον χρόνο και τον τόπο.

Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε, μέχρι και το τέλος της ανάγνωσης, είναι η πολιτική άποψη του συγγραφέα, παρασυρμένος ίσως από την ιδιαιτερότητα της εποχής, κατά την οποία κάθε τι οφείλει να παίρνει τη θέση του στην πολιτική αρένα. Ίσως να μην έχει κανένα νόημα ή ίσως αυτή η σύγχυση να αποτελεί κεντρική επιδίωξη του συγγραφέα, να αποτυπώσει αυτή τη σύγχυση που επικρατεί, το θόλωμα και την αμηχανία, κυρίως στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και της αναρχίας. Ίσως ο προβληματισμός μου εντάθηκε εξαιτίας της ικανότητας του Μάντη, στην οποία, πριν από οτιδήποτε άλλο, αναφέρθηκα, να αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση που επικρατεί στο κέντρο αυτής της πόλης.

Στοίχημα κερδισμένο. Ο Μάντης επιτυγχάνει αποτυπώνοντας τη σημερινή εποχή -χωρίς να αμελεί το εγγύς παρελθόν-, επιλογή που δεκάδες άλλοι συγγραφείς επιχείρησαν να υλοποιήσουν με αποτελέσματα τουλάχιστον αμήχανα. Οι Τυφλοί είναι ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνει με υψηλή ευκρίνεια το κέντρο της Αθήνας, αφήνοντας όμως χώρο να αναδειχθούν η οργιαστική φαντασία και η αφηγηματική δεινότητα, το όραμα και ο μόχθος του Μάντη. Τέτοια μυθιστορήματα, ακόμα και αν σε κάποιον δεν αρέσουν, είναι σημαντικό να εκδίδονται και να διαβάζονται, καθώς φέρουν κάτι νέο και φρέσκο στην εγχώρια παραγωγή.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ. Εδώ μπορείτε να βρείτε τις αναρτήσεις για τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Μάντη: Άγρια Ακρόπολη και Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί

Εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Μπέττυ - Georges Simenon



Την ενοχλούσε που είχαν φύγει πόντοι σε κάθε γάμπα. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν είχε αλλάξει κάλτσες εδώ και μια αιωνιότητα. Δυο μέρες; Τρεις μέρες; Δεν ήθελε και τόσο πολύ να το θυμάται. Ούτε μπάνιο είχε κάνει, πράγμα που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση αργότερα. Άραγε θα υπήρχε μπανιέρα, και θα έβρισκε χρόνο να πλυθεί;
Μια γυναίκα, η Μπέττυ, συνοδευόμενη από έναν άντρα, θα μπουν στην Τρύπα, ένα κέντρο διασκέδασης στα περίχωρα του Παρισιού, εξίσου μεθυσμένοι και οι δύο. Εκεί θα συνεχίσουν να πίνουν. Εκείνον τον γνωρίζουν στο μαγαζί και φροντίζουν να τον συνοδεύσουν διακριτικά στο σπίτι του λίγο πριν χάσει εντελώς τον έλεγχο. Θα το αναλάβει ο Μάριο, ιδιοκτήτης του μαγαζιού με το αναμενόμενο σκοτεινό παρελθόν. Εκείνη όμως; Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπουν, δεν ξέρουν τίποτε γι' αυτή. Θα την περιμαζέψει η Λωρ, μόνιμη θαμώνας και ερωμένη του αφεντικού, θα φροντίσει να της εξασφαλίσει το δπλανό δωμάτιο με το δικό της στο ξενοδοχείο που μένει η ίδια, μάλιστα τα δύο δωμάτιο επικοινωνούν με εσωτερική πόρτα, θα τη συνοδεύσει ως το κρεβάτι και θα την πλύνει... Ένα ακόμα σκληρό μυθιστόρημα του Σιμενόν ξεκινά!

Ποια είναι η Μπέττυ; Γιατί η Λωρ προθυμοποιείται να τη βοηθήσει; Ποιο ρόλο θα παίξει ο Μάριο, ο σκληρός της διανομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, αρχικά. Ύστερα θα προκύψουν και άλλα, έτσι συμβαίνει πάντα στα έργα του Σιμενόν. Ακόμα και αν για κάποιον αυτή είναι η πρώτη επαφή με τον Βέλγο συγγραφέα, ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες θα νιώσει μια αιωρούμενη απειλή, καθώς η ιστορία μοιάζει να κυλάει ομαλά, φυσιολογικά ή και ανθρώπινα, ο φόβος και η πλήρης ανατροπή κρύβονται θαρρείς στην επόμενη γωνία, μέχρι την οποία ο αναγνώστης φτάνει επιφυλακτικά για να διαπιστώσει πως τίποτα δεν κρύβεται εκεί, για να συνεχίσει την ανάγνωση στον ίδιο πυρετώδη ρυθμό. Από τις πολλές φορές που έχει χρησιμοποιηθεί ο επιθετικός προσδιορισμός ατμοσφαιρικός, σίγουρα θα έχει χάσει κάτι από την αξία και τη σημασία του, όμως εδώ η χρήση του φαντάζει υποχρεωτική. Δεν υπάρχει αθώα πρόταση, υπονοούμενα και σκοτάδια καιροφυλακτούν, ο κοφτός λόγος επιτείνει το συναίσθημα αυτό.

Εκτός των δεδομένων αρετών της γραφής του Σιμενόν, πιστεύω πως η επιτυχία του, η διαχρονική επιτυχία του, και ιδιαίτερα σε ένα είδος όπως το νουάρ μυθιστόρημα, έγκειται στην ικανότητά του να προσφέρει στον αναγνώστη ένα γνώριμο έδαφος ταύτισης, ένα περιβάλλον ανεπιθύμητα οικείο μέσα στο οποίο τον εγκλωβίζει παρέα με τους ήρωές του, καλλιεργώντας το εθιστικό συναίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς αγωνίας για την κάθε ελάχιστη απόφαση που πρέπει να λάβουν οι ήρωες, για την υπαρκτή ή ανύπαρκτη δυνατότητα διαφυγής. Έτσι και εδώ, το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, η απώλεια του συντρόφου και η επικείμενη μοναξιά, τα καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστικτα, η σαγήνη της νύχτας, η δίψα για εξουσία και η ανάγκη για υποτέλεια, και ίσως και άλλα, ανάλογα με τα βιώματα του αναγνώστη, σχήματα διαμέσου των οποίων διαβαίνουν η Μπέττυ, η Λωρ και ο Μάριο καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή.

Αγαπημένος, σκοτεινός Σιμενόν!

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα  

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Δύο μητέρες και ένα όνειρο - Αποστόλη Καραπαναγή




Μάζεψα τις λέξεις μου για να της ζωγραφίσω το λάθος, μα όλες τους σχημάτιζαν μια φράση: "Τρέξε λοιπόν τρέξε". Όποια ζαριά και αν έριχνα για να κερδίσω το λάθος, οι λέξεις έγραφαν πεισματικά: "Τρέξε λοιπόν τρέξε".

Και τι γράμμα να γράψει κανείς με μια μονάχα φράση;

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα· για τις κακοτοπιές του ποταμού.
Και πώς να γράψει κανείς ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα; Πώς; Και μάλιστα με μια μονάχα φράση. Να χωρέσει εκείνα, να παραλείψει τα άλλα, να περιγράψει και να διευκρινίσει. Να διαχωρίσει την ποίηση από το ψέμα, τα συναισθήματα από την υπερβολή των κλισέ, το παρελθόν από την επιλεκτική μνήμη, που είναι ταγμένη να το ωραιοποιεί.

Να βρει τις λέξεις πρώτα. Να τις βάλει στη σειρά μετά. Να τις διακρίνει με τα κατάλληλα σημεία στίξης. Να πιάσει να διαβάσει το κείμενο από την αρχή, να μη σκαλώνει, να μην έχει κενά. Να διαβάζει και να ακούει τον εαυτό του πίσω από τις λέξεις. Να διαβάζει και να βλέπει τον παραλήπτη πίσω από τις λέξεις.

Και αν πει πολλά, και αν πει λίγα ο κίνδυνος παραμονεύει, και τα λίγα να περισσεύουν και τα πολλά να μην αρκούν. Ο ένας, που γράφει, να ελαφρύνει, ο άλλος, που διαβάζει, να βαρύνει. Ο ένας να πιεστεί και ο άλλος να γελάσει. Το γράμμα να μην φτάσει ποτέ.

Το σπίτι έστεκε στην άκρη του ποταμού.
Ο μεταλλωρύχος έμεινε στα βάθη του ορυχείου.

Να μη διστάσει να αναγνωρίσει τον παράγοντα της τυχαιότητας. Να μη διστάσει να εκφράσει το προσωπικό. Να μην φανερωθεί αλλά και να μην κρυφτεί. Να μην αναγκάσει αλλά να μην προκαλέσει αδιαφορία. Ακόμα και χωρίς κάποιο φυλαχτό.

Μπορεί να δει έναν αναγνώστη να μπαίνει στο βιβλιοπωλείο και απ' όλα τα βιβλία να διαλέγει αυτό. Και ας μην απευθυνόταν σε εκείνον αλλά σε έναν και μοναδικό παραλήπτη. Και ας ήταν η έκδοση κρυψώνα και ανάχωμα συστολής. Ας ήταν η έξοδος βουτιά προς τα μέσα.

Το γράμμα θα γεννήσει ένα κείμενο. Μπορεί. Το γράμμα θα το παρεξηγήσεις, θα το ωραιοποιήσεις, θα το οικιοποιηθείς. Το γράμμα θα σε γοητεύσει, θα σε συγκινήσει, θα σε θυμώσει. Το γράμμα θα παραπέσει και θα ξεχαστεί. Μπορεί.

Εκδόσεις Ίνδικτος




Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Η ξάγρυπνη πόλη - Bill Hayes





Ο πόνος της απώλειας. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η λήθη επιβάλλεται. Η μνήμη ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα. Η λογική ελάχιστα υποστηρίζει, παρά την όποια επιμονή. Η νέα αρχή πρέπει να επιβληθεί, όχι από τη λογική αλλά από το αδιέξοδο, η σύγκρουση με τον τοίχο δείχνει τον μονόδρομο, και ας χρειάζεται να καθίσεις με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο κάποιο χρόνο, μέχρι ο ορίζοντας να αποκτήσει βάθος. Τα κοινά βιώματα να απομακρυνθούν με κάποιον τρόπο, οι γωνιές της πόλης, το φως του απογευματινού ήλιου στο σαλόνι, η τελετουργία πριν από τον βραδινό ύπνο.

Η αγρύπνια, κτήνος της κόλασης. Εδώ και αν δεν λειτουργούν η λογική και οι συμβουλές. Εδώ και αν το σώμα δεν υπακούει στον νόμο της κόπωσης και της εξάντλησης. Οι νύχτες είναι μεγάλες και μοναχικές. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η αποδοχή δεν συνιστά πράξη παραίτησης, όπως θα σπεύσουν να διακηρύξουν οι εκτός χορού.

Η απώλεια του συντρόφου του θα οδηγήσει τον Hayes στη Νέα Υόρκη. Με ελάχιστες αποσκευές σε ένα περιβάλλον καθαρό από αναμνήσεις. Το γράψιμο και η φωτογραφία. Η μεγάλη πόλη, γεμάτη αντιφάσεις, απαιτεί κόπο για να γίνει αντικείμενο αγάπης. Διώχνει μακριά όσους αρνούνται να την αγαπήσουν, σε όσους αρνούνται να καταβάλουν το δυσθεώρητο κόστος. Οι περίπατοι στους νυχτερινούς δρόμους, τα πάρκα, το μετρό, οι άνθρωποι. Οι νέοι φίλοι. Η γνωριμία με τον Oliver Sacks. Η μνήμη εξακολουθεί να ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα.

Πώς διηγείται κανείς μια προσωπική ιστορία απώλειας, χωρίς να καταφύγει στην ευκολία ενός διαρκούς συναισθηματικού εξαναγκασμού; O Hayes μοιάζει να γνωρίζει τον τρόπο.

Η επιλογή του ρόλου του θύματος δεν λειτουργεί σε κανένα επίπεδο. Κουράζει τον αναγνώστη. Δεν απαλύνει τον πόνο του γράφοντος. Πρέπει κανείς να κάνει ένα, έστω και ελάχιστο, βήμα προς τα πίσω, να αντικρίσει την ίδια την ιστορία του, να την παρατηρήσει και να την καταγράψει. Μόνο τότε, ίσως, καταφέρει να ξεγελάσει τους δαίμονες, να βρει το κουράγιο να διηγηθεί ακόμα μία προσωπική απώλεια, χωρίς να αμελήσει όσα υπέροχα συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα σκληρά συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο τέλος πάντων.

Η ξάγρυπνη πόλη δεν αποτελεί εγχειρίδιο αυτοβοήθειας. Σε καμία περίπτωση. Δεν αποτελεί ούτε μία ωραιοποίηση του πόνου, της απώλειας, της νέας αρχής, του νέου έρωτα, της νέας απώλειας. Σε καμία περίπτωση. Ο συγγραφέας δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει, δεν ξέρει καν ούτε γιατί έκανε ό,τι έκανε. Και ας μοιάζει έτσι στην ασφάλεια της παρατήρησης του παρελθόντος από το μακρινό πια παρόν της αφήγησης. Η μάχη ενάντια στη λήθη είναι μόνο μία μάχη, η οποία, μάλιστα, αν δεν δοθεί σωστά, κινδυνεύει να αποτύχει οικτρά, παραπαίοντας ανάμεσα σε τέλειους ταφικούς τύμβους και δακρύβρεχτους στύλους δόξας.

Κανείς, πιστεύω, δεν θα επιθυμούσε την ταύτιση με τον προσωπικό του πόνο διηγούμενος σε κάποιον την ιστορία του. Δεν επιθυμώ να με θαυμάσεις, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, δεν επιθυμώ να με λυπηθείς, μοιάζει να φωνάζει, δεν επιθυμώ να σε βοηθήσω, μοιάζει να ισχυρίζεται σχεδόν υπεροπτικά. Επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν, με έναν τρόπο για τον οποίο δεν είμαι σίγουρος, για τον οποίο ποτέ δεν θα είμαι σίγουρος, επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν επειδή δεν ξέρω άλλον δρόμο.

Και κάπως έτσι το βιβλίο του Hayes δεν αποτελεί ένα καταθλιπτικό ανάγνωσμα, και ας εμπεριέχει αρκετή θλίψη. Πρόκειται για ένα δυνατό βιβλίο λόγω της αλήθειας που περιέχει, αλήθεια που αποτελεί το κυρίως μέρος ενός ψηφιδωτού στο οποίο συνυπάρχουν η Νέα Υόρκη, ο σπουδαίος Oliver Sacks, η Björk και οι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βαγγέλης Προβιάς
Εκδόσεις Ροπή


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το νησί γάμα - Παρασκευάς Ακαμάτης





Το περιβάλλον, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, οδηγεί το κωμικό στην τραγωδία. Αναγκάζει όλο και περισσότερους δημιουργούς να καταφύγουν στη σάτιρα για να αντιμετωπίσουν αυτό το πέπλο στάχτης που έχει σκεπάσει την καθημερινότητα, και ενώ αρχικά θέλουν να επιτύχουν, μέσα από την υπερβολή κυρίως, τη διακωμώδηση μιας κατάστασης, πέφτουν αναπόφευκτα σε ένα χιούμορ μαύρο, αναζητούν τη σχέση του εγώ με τον έξω κόσμο, και το συγκριτικό πλεονέκτημα μοιάζει να αποτελεί ζητούμενο, η ανάδειξη της διαφορετικότητας μέσω της παρατήρησης και του αυτοσαρκασμού. Κάπως έτσι, κείμενα που εκκινούν ως πρόζα καταστάσεων κωμικών, γρήγορα μεταμορφώνονται σε μια απόπειρα ενδοσκόπησης και διαφυγής για συναισθήματα όπως η θλίψη και η απογοήτευση, έξοδοι κινδύνου για τη ματαιότητα, φωνές υπαρξιακής αγωνίας.

Και είναι μια ισορροπία αυτή η οποία δεν επιτυγχάνεται πάντα, δύσκολη από τη φύση της, προσωπική υπόθεση του δημιουργού καθώς είναι, μένει να φανεί αν μπορεί να αποτελέσει ένα έδαφος κοινό με τον αναγνώστη. Το χιούμορ αρκετές φορές δεν λειτουργεί, όχι πάντα λόγω έλλειψης έμπνευσης, αλλά λόγω των καταστάσεων. Δεν είναι πάντα εύκολο να γελάσει κανείς, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο για να κάνει.

Και καταλλήγοντας τον παραπάνω συλλογισμό εκεί από όπου ξεκίνησε, στο βιβλίο του Ακαμάτη δηλαδή, μοιάζει να είναι ακόμα πιο ευκρινής, μέσα από τη σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του, τα Ζωνιανά Gold, με πρωτοπρόσωπο αφηγητή επίσης τον Παρασκευά. Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς το βάρος που προστέθηκε στους ώμους του συγγραφέα στο διάστημα που μεσολάβησε, την πίκρα, τον θυμό, την απογοήτευση, επίσης. Και όλο αυτό το βάρος περνάει στις σελίδες του βιβλίου, στις ατάκες του Παρασκευά, στη διαχείριση της κεντρικής ιδέας.

Ο Παρασκευάς αναγκάζεται να επιλέξει την παραμονή του στο νησί Γάμα, συμφερόντων μιας ιδιωτικής εταιρείας, ως μια εναλλακτική ποινή αντί για τον εγκλεισμό του σε κάποια φυλακή. Βρισκόμαστε στο κοντινό μέλλον, ένα περιβάλλον παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και κρατικής καταστολής. Η διαφορετικότητα τιμωρείται αυστηρά, η μη προσαρμογή επίσης.

Ο Παρασκευάς είναι ένας αντιήρωας με κραυγαλέες ατέλειες, σε σύγκριση όμως με το περιβάλλον είναι συμπαθής, διαθέτει μια αφέλεια ώρες ώρες ενοχλητική, μια πίστη στο εγώ του κάπως ιδιότυπη. Μοιάζει με μοναχικό καβαλάρη, ή καλύτερα με μοναχικό σέρφερ, και αυτό είναι κάτι που δεν τον ενοχλεί, μάλλον, να του το προσάψει κανείς.

Επιστρέφοντας όμως στο βάρος των χρόνων που μεσολάβησαν, θα μπορούσε κανείς να αποδεχτεί και να δικαιολογήσει την ανάγκη του συγγραφέα να διηγηθεί την ιστορία της παραμονής του άλτερ έγκο του στο νησί Γάμα, μια αναγκαία βαλβίδα αποσυμπίεσης από την πραγματικότητα, ακόμα και μέσω μιας πραγματικότητας ακόμα πιο σκληρής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, και έχοντας ανάμεικτα μάλλον συναισθήματα, μου ήρθε ξαφνικά στον νου η θεατρική του μεταφορά: ο Παρασκευάς στη μπάρα να διηγείται, πίνοντας Jameson, την ιστορία της παραμονής του στο νησί, σε έναν μονόλογο παραληρηματικό κάποιες στιγμές, εκεί που ο ακροατής πρέπει κάποιες στιγμές να του προσφέρει ξανά το χαμένο νήμα της αφήγησης. Έτσι ναι, θα μπορούσε να λειτουργήσει θαυμάσια.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Ωκεανίδα

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η σκιά στο δέντρο - Θανάσης Σταμούλης





Καμία σημασία δεν έχει αν η ιστορία που επιλέγει κάποιος να διηγηθεί είναι ήδη γνωστή, ως πλαίσιο τουλάχιστον και όχι ως προς τις επιμέρους λεπτομέρειες ή τις συγγραφικές επιλογές. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να την αφηγηθεί, η γλώσσα και η ψυχή, δηλαδή, της ιστορίας. Το γιατί έχει επιλέξει να διηγηθεί αυτή την ιστορία, και όχι κάποια άλλη, πιο πρωτότυπη, θα κριθεί μόνο μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Δεκάδες βιβλία Ελλήνων δημιουργών ξεπηδούν διαρκώς και χρειάζεται αρκετή τύχη -γνώση και ένστικτο επίσης- για να ξεπεράσει ο κουρασμένος, από την επανάληψη και τις χαμηλές προσδοκίες των δημιουργών, αναγνώστης τις προκαταλήψεις, το δέλεαρ των πολλών μεταφρασμένων, από κάθε γωνιά της γης, έργων, έργων ενίοτε υπερτιμημένων ή αριστουργημάτων, και να επιλέξει στο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο ενηλικίωσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όπως στην προκειμένη περίπτωση το μυθιστόρημα του Σταμούλη, Η σκιά στο δέντρο. Και, όπως συμβαίνει συνήθως με το ρίσκο, ελλοχεύει ο κίνδυνος της άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο φρικτής απογοήτευσης, όμως, περιμένετε μια στιγμή, σπάνια - είναι η αλήθεια- υπάρχει η περίπτωση της ανακάλυψης ενός θησαυρού εν μέσω αδιάφορων πραγμάτων. Τέτοια είναι η περίπτωση για την οποία γράφω σήμερα.

Άκουσα κάποια δυνατή αναγνώστρια να το παινεύει. Πήγα στο βιβλιοπωλείο και διάβασα το οπισθόφυλλο. Άφησα το βιβλίο στη θέση του. Δεν με ενδιαφέρει, σκέφτηκα. Άκουσα επαίνους από ακόμα έναν δυνατό αναγνώστη. Μίλησε και εκείνος για τον αρχικό προβληματισμό του σε σχέση με τη θεματική, όμως επέμεινε ότι γλωσσικά ο Σταμούλης επιχειρεί κάτι σπουδαίο, κάτι δυνατό. Πήγα ξανά στο βιβλιοπωλείο. Αυτή τη φορά το πήρα μαζί μου. Άτιμο πράγμα οι φοβίες, άτιμο.

Οι αρχικές επιφυλάξεις είχαν κιόλας υποχωρήσει όταν έκλεισα το βιβλίο για πρώτη φορά κάπου στη σελίδα είκοσι πέντε, πράγματι, κάτι σπουδαίο επιχειρούσε εδώ ο συγγραφέας, σκέφτηκα -ένιωσα, καλύτερα. Η γλώσσα και τα ευρήματα, για να την υπηρετήσει, η επιμονή στην κατασκευή της κάθε φράσης, η απουσία πυροτεχνημάτων εντυπωσιασμού, η συνοχή του ύφους.

Δεν είναι ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο κάποιες ιστορίες αποτελούν αγαπημένο τόπο για τους συγγραφείς της κάθε χώρας. Είναι το βάρος που εκείνες φέρουν μαζί τους, είναι η επίδραση που έχουν στο σήμερα, είναι η ανάγκη του συγγραφέα να τις διηγηθεί υπό το δικό του πρίσμα, είναι μια πράξη πολιτική εν τέλει. Ανεξαρτήτως αν για την πλειοψηφία οι ιστορίες αυτές αποτελούν ένα εύκολο μοτίβο με στόχο κάποια εμπορική επιτυχία, που όλο και πιο σπάνια έρχεται.

Ο νεαρός Φέντια εγκαταλείπει, με απόφαση του πατέρα του, το σπίτι του, κάπου στην Εύβοια, εκεί όπου βρέθηκαν φεύγοντας από τη Σοβιετική Ένωση, για να πάει σε κάποιους συγγενείς στην Αθήνα, μήπως και γλιτώσει από τα μολυσμένα με ελονοσία κουνούπια. Λίγο αργότερα θα ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το έπος της Αλβανίας θα διαδεχτεί η γερμανική κατοχή. Κάποιοι θα επιβιώσουν, κάποιοι πάντα επιβιώνουν και πλουτίζουν σε παρόμοιες καταστάσει. Οι περισσότεροι θα αντιμετωπίσουν την πείνα και την ανέχεια, αρκετοί δεν θα τα καταφέρουν.
Όταν διασχίζεις τον κόσμο με τα πόδια σού φαίνεται μικρός· οι σόλες των παπουτσιών κολλάνε στο χώμα, το καταπίνουν και μοιάζεις ακίνητος. Όταν καβαλάς τέσσερις μεγάλες ρόδες, το έδαφος δεν σταματά να σβήνει.
Για τριακόσιες πενήντα σελίδες ο Σταμούλης δεν χάνει τον βηματισμό του, το επιτηδευμένο γλωσσικό ύφος ρέει αβίαστο και φυσικό, το αποτέλεσμα κρύβει καλά την προσπάθεια δόμησής του, η ιστορία μένει στο προσκήνιο και ο δημιουργός -όπως πρέπει- στο παρασκήνιο, έχοντας κάνει όσα έπρεπε να κάνει, τώρα το βιβλίο μπορεί να σταθεί μόνο του στη σκηνή. Και ας ξεχνάει κάποιες στιγμές ο αναγνώστης την ιστορία απολαμβάνοντας το κείμενο φράση-φράση, η ιστορία είναι εκεί, με συνοχή, αρχή και τέλος, οι χαρακτήρες αποκτούν υπόσταση και βάθος, η εποχή αποτυπώνεται με ευκρίνεια. Η ανάγνωση απαντά στο καίριο ερώτημα: γιατί αυτή την ιστορία; Γιατί αυτή η ιστορία απασχολούσε τον συγγραφέα, για τους δικούς του λόγους, γιατί αυτή είναι μια ιστορία πανανθρώπινη, η οποία, αν της αφαιρέσει κανείς τα τοπωνύμια, θα μπορούσε να είναι η ιστορία πολλών χωρών, πολλών ανθρώπων, όχι μόνο της Ελλάδας ή του Φέντια.

Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Ιστορίες της ζωής σου - Ted Chiang






Η ταινία, The arrival, σε σκηνοθεσία του Denis Villeneuve, βασισμένη στο διήγημα του Ted Chiang Η ιστορία της ζωής σου, απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές ακόμα και από εκείνους που δεν δηλώνουν λάτρεις των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Υπήρξαν βέβαια και αρνητικές γνώμες, πάντα υπάρχουν άλλωστε. Την ταινία δεν την είδα, τώρα όμως, μετά την ανάγνωση των διηγημάτων του γεννημένου στο Πορτ Τζέφερσον της Νέας Υόρκης συγγραφέα, θα επιδιώξω να τη δω κάποια στιγμή.

Είναι κάπως παράξενο αλλά, ενώ δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ πως η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας είναι από τα αγαπημένα μου είδη, εντούτοις κάποια από τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία ανήκουν σε αυτό το είδος. Σαν ένα στερεότυπο, το οποίο, ενώ καταρρίπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, παραμένει ακλόνητη πεποίθηση. Δεν νομίζω βέβαια πως τα διηγήματα του Chiang θα μπορούσαν κάποτε να πάρουν θέση ανάμεσα στα αγαπημένα μου βιβλία. Παρότι αναγνώρισα δεδομένες αρετές σε αυτά, υπήρξαν και κάποιες αδυναμίες που μετρίασαν την τελική εικόνα.

Η κυρίαρχη αρετή των διηγημάτων είναι η ενδελεχής γνώση του συγγραφέα σχετικά με το εκάστοτε θέμα που διαπραγματεύεται, είτε πρόκειται για γλωσσολογία, είτε για φυσική, ο Chiang εκτός από την επιβεβλημένη έρευνα καταφέρνει να εντάξει στην υπόθεσε έννοιες δύσκολες με έναν τρόπο ομαλό, χωρίς να πετάει τον αναγνώστη εκτός. Ίσως, βέβαια, η αρετή αυτή να επιστρέφει ως αδυναμία τελικά, ίσως η επιμονή στην επιστημονικότητα, η αναζήτηση του ευρήματος, γύρω από το οποίο θα περιστραφεί η ιστορία κάθε διηγήματος, να αφαιρεί τελικά κάτι από την ψυχή τους, να τα μετατρέπει σε κατασκευάσματα τεχνικά άρτια μεν αλλά χωρίς θύρα εισόδου για τον αναγνώστη. Αυτό φαίνεται επίσης από το γεγονός πως τα διηγήματα που ξεχωρίζουν είναι εκείνα τα προσωποκεντρικά, όπως το ομώνυμο της συλλογής, ή το Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα της ανάγνωσης είναι κάπως άνισο. Στο Η ιστορία της ζωής σου, έχουμε την άφιξη κάποιων εξωγήινων πλασμάτων, η κεντρική ηρωίδα, διακεκριμένη γλωσσολόγος, θα επιστρατευτεί σε μια προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους, κατανόησης των λόγων που τους έφεραν ως τη γη, διερεύνησης των τεχνολογικών και επιστημονικών επιτευγμάτων τους. Παράλληλα με την κεντρική διήγηση, εκείνη ανακαλεί στη μνήμη της την κόρη της, που σκοτώθηκε κάνοντας αναρρίχηση. Το πρόβλημα της επικοινωνίας με τους εξωγήινους δίνεται παράλληλα με το αντίστοιχο μάνας-κόρης, σε μία στιγμή θαυμάσιασ έμπνευσης του συγγραφέα. Στο Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;, η επιστήμη έχει επιτύχει να μπορεί να απομονώσει τις νευρικές απολήξεις που τρέφονται από την εξωτερική εμφάνιση, εκείνοι που φέρουν το "κάλλι" αδυνατούν να νιώσουν διαφορετικά, είτε έχουν απέναντί τους ένα μοντέλο, είτε κάποιον με παραμορφωμένο πρόσωπο. Σε κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο πρόκειται να γίνει μια ψηφοφορία σχετικά με το αν οι φοιτητές επιθυμούν να φέρουν ή όχι το κάλλι. Οι εκατέρωθεν απόψεις και επιχειρηματολογίες έχουν αρκετό ενδιαφέρον, σε ένα διήγημα όπου η επιστημονική φαντασία λειτουργεί ως όχημα κοινωνικού προβληματισμού.

Η γλώσσα είναι απλή και χωρίς φιοριτούρες, έτσι όπως πρέπει δηλαδή, ώστε να υπηρετεί την κεντρική ιδέα, τα περισσότερα διηγήματα είναι αρκετά εκτενή, δίνοντας έτσι τον χώρο στον συγγραφέα να αναπτύξει τόσο την ιδέα του όσο και το επινοημένο περιβάλλον και τους χαρακτήρες. Με αρκετά ενδιαφέροντα σημεία η συλλογή του Chiang, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, χωρίς όμως να είναι κάτι ξεχωριστό τελικά.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις Κέδρος

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το χέρι του σημαιοφόρου - Δημήτρης Καλοκύρης




Υπάρχουν τα βιβλία εκείνα, των συγγραφέων εκείνων, τα οποία, όσες προσδοκίες και αν έχεις, καταφέρνουν να σε εκπλήξουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες, επιτρέποντάς σου την είσοδο σε έναν καινούριο κόσμο, όμως συνάμα γνωστό και οικείο, μέσα από ένα πρίσμα τοποθετημένο περίτεχνα από τον δημιουργό, εκεί όπου αναγνωρίζεις πράγματα γνωστά, από τις προσωπικές σου εμπειρίες και από τις εξωτερικές γνώσεις, δοσμένα με έναν τρόπο διαφορετικό, καθώς η φαντασία και η έμπνευση διακλαδώνονται πυκνά με την αλήθεια και την πραγματικότητα, την όποια αλήθεια και την όποια πραγματικότητα. Έτσι συνέβη και με το βιβλίο του Καλοκύρη, συγγραφέα με πλούσιο έργο, γνωστού και για τις μεταφράσεις τού Μπόρχες, του οποίου κανένα βιβλίο δεν είχα διαβάσει ως τώρα, παρά τις προσδοκίες μου, οι οποίες στηρίζονταν στη διαίσθηση και τα λόγια που άκουγα γύρω τριγύρω. Και είναι όμορφο όταν οι προσδοκίες γκρεμίζονται, για ν' ανοικοδομηθούν υψηλότερες και πιο εντυπωσιακές, πάνω σε στέρεα θεμέλια.

Μια μυθιστορία καταιγιστικής ακινησίας, όπως επεξηγεί ο υπότιτλος στο εξώφυλλο, επεξήγηση για κάποιους αποτρεπτική, στην εποχή της δράσης και της ταχύτητας, για κάποιους άλλους όμως γοητευτική και ιντριγκαδόρικη, αντιπροσωπευτική, όπως και αν έχει, του περιεχομένου. Η ιστορία ξεκινά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, με δύο εραστές, λίγα λεπτά μετά τη δεύτερη συνάντησή τους στην αίθουσα διαλέξεων κάποιου συνεδρίου, να φτάνουν στο δωμάτιο, αφού πρώτα άφησαν το άρωμα του πάθους στο πέρασμά τους, στον ανελκυστήρα και στον διάδρομο, όπου ίδιοι κτήνη θα ορμήσουν να κατασπαραχθούν και να κατασπαράξουν το αντικείμενο του σεξουαλικού πόθου τους, για να περάσει στα χρόνια του Βυζαντίου και μέσα από μονοπάτια ευφάνταστα και δυσδιάκριτα -από ελάχιστη χλόη είναι η αλήθεια- να ξαναφτάσει στο σήμερα της αφήγησης.
Μιλώντας για τη Θάλεια Δροσινού πώς βρεθήκαμε στους Παλαιολόγους; Η νεανική εκδρομή της στον Μυστρά με σημαιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού (που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή δοκίμων κι έπαιρνε την πρώτη του άδεια) και οι ερωτικές τους διαπλέξεις στην παρακείμενη Σπάρτη το ίδιο βράδυ επηρέασαν τάχα τον υπόγειο ειρμό της αφήγησης, ή ο ποταμός του λόγου μάς λοιδορεί, οπότε τα πάντα υποτίθεται πως συμπλέκονται κατά μήκος του ακοίμητου χρόνου;
Δεκάδες πρόσωπα βιογραφούνται, χρονικές περίοδοι αναλύονται, τα βήματα συναντούνται και ο χρόνος προχωρά γραμμικά, παρά τις αφηγηματικές παρεκβάσεις. Δύσκολα μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος αν κάποια πρόταση είναι αποτέλεσμα της ευρυμάθειας του Καλοκύρη ή της αχαλίνωτης φαντασίας του, αν όχι συγκερασμός και των δύο, αν προσεγγίζει το παιχνίδι με σοβαρότητα ή τη σοβαρότητα με παιγνιώδη διάθεση. Δεδομένες μπορούν να θεωρηθούν μόνο η αλλεργία του στη σοβαροφάνεια και η απόλαυση που πρέπει να αντλεί ο ίδιος από τη γραφή. Και πώς να μιλήσει κανείς για ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, μυθιστορία όπως την αποκαλεί ο Καλοκύρης, όπου το χάος βασιλεύει συγκροτημένα και η Ιστορία αφήνει ρωγμές για να περάσει ο μύθος; Θαρρείς και το Παν χώρεσε μέσα στις διακόσιες εβδομήντα σελίδες της αφήγησης της ιστορίας της Θάλειας Δροσινού.

Δεν περίμενα να διαβάσω ένα τέτοιο βιβλίο στα ελληνικά, και δεν αναφέρομαι στην ποιότητα, αλλά στην ψυχή. Οι επιρροές υπάρχουν, αλλά δεν θα ήταν αρκετές αν δεν συναντούσαν ένα γόνιμο έδαφος στο μυαλό του Καλοκύρη. Μία ανάγνωση που σε κάνει να νιώθεις υπέροχα από τη μία, αλλά και μοναξιά ταυτόχρονα, μοναξιά γιατί δεν μπορείς με λέξεις να μοιραστείς με κάποιον τα συναισθήματα και τις εικόνες της ανάγνωσης, την εμπειρία αυτών των σελίδων, ίσως μονάχα με μια συγχρονισμένη ανάγνωση με κάποιον άλλον, σκυμμένοι πάνω από το βιβλίο, διαβάζοντας την ίδια γραμμή ταυτόχρονα, μοιραζόμενοι το βλέμμα της έκπληξης και το χαμόγελο της ικανοποίησης.

Οι ιστορίες μπορεί να έχουν κιόλας τελειώσει, όλα να έχουν ειπωθεί, όμως πάντα θα υπάρχει ακόμα μία συναρπαστική αφήγηση που θα σε μεταφέρει κάπου άλλου, όχι απαραίτητα μακριά.

Εκδόσεις Νεφέλη

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης





Πέρασαν έξι χρόνια από τότε που διάβασα για πρώτη -και τελευταία- φορά κάποιο βιβλίο του πολυγραφότατου Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, με τίτλο Λαγού Μαλλί. Αν και η αναγνωστική ανάμνηση έχει υποχωρήσει, φαντάζομαι πως το συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης δεν μου δημιούργησε την ανάγκη για επιστροφή. Πρόσφατα μου έκαναν δώρο το Ήλιος με δόντια. Το δώρο συνοδεύτηκε με ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια. Υποσχέθηκα να το διαβάσω άμεσα, υπόσχεση που δεν ήμουν σίγουρος πως θα τηρήσω. Ένα μεγάλης διάρκειας ταξίδι με τρένο όμως στάθηκε η αφορμή. Και το ταξίδι μίκρυνε. Και η νύχτα που ακολούθησε, παρά την κόπωση της ημέρας που προηγήθηκε, με βρήκε να αντιστέκομαι στις Σειρήνες του Ύπνου, με σκοπό να φτάσω μέχρι το τέλος. Αυτή η αναγνωστική εμπειρία ναι, σίγουρα θα με οδηγήσει στο άμεσο μέλλον στην επιστροφή σε κάτι δικό του.
Ναι. Εγώ είμ' αυτός. Ο Κωσταντής με τ' όνομα, που δούλευα κάλφας στο μηχανουργείο του μαστρο-Μιμάκη στη Φτωχιά Προκυμαία, άκρη άκρη στο λιμάνι της Χώρας, εκεί όπου αράζουνε τα βαπόρια. Μπορείς να με φωνάζεις και Ιδιώνυμον. Ακούω και σ' αυτό ακόμα, δεν το ξέχασα. Μην κοιτάς που τώρα, εν έτει 1969, με λένε Κωνσταντίνο, αφράτεψα και είμαι μες στα μαύρα, ας όψονται εκείνες οι μαύρες μέρες, οι άραχνες.
Χίος, γερμανική κατοχή. Ο Κωσταντής, θύμα σχολιασμών και πειραγμάτων, θα βρει καταφύγιο σε μια νέα οικογένεια, θα τον πάρει στο σπίτι του ο μαστρο-Μιμάκης και θα τον κάνει βοηθό του στο μηχανουργείο. Σχολιασμοί και πειράγματα είναι χαρακτηρισμοί ελάχιστοι για να αποτυπώσουν την κόλαση που ζούσε, ήδη από την προεφηβική του ηλικία, ο Κωσταντής. Έμαθε, όμως, να αδιαφορεί, να ζει μονάχος, να ακούει το σώμα του, να ερωτευτεί. Όλα έβαιναν καλώς, έστω και σχετικά, μέχρι εκείνη την αποφράδα μέρα. Τώρα, χρόνια μετά, επιχειρεί να πιάσει το νήμα της αφήγησης από την αρχή, μήπως και καταφέρει να φτάσει μέχρι εκείνη την ημέρα, ημέρα την οποία η μνήμη έχει κρύψει βαθιά σε μια αντίδραση επιβίωσης. Τι συνέβη εκείνη την ημέρα;

Το κυρίαρχο γνώρισμα της γραφής του Μακριδάκη είναι η άψογη αποτύπωση του προφορικού λόγου, η μεταφορά του στο χαρτί, η διατήρηση της ορμής του, η ντοπιολαλιά που δεν ξενίζει στιγμή, και μιλάει κατ' ευθείαν στην καρδιά ακόμα και του μη εξοικειωμένου με την τοπική διάλεκτο αναγνώστη. Η πυρετώδης προσπάθεια του Κωσταντή να ανασυνθέσει την ιστορία του, να φτάσει μέχρι το τέλος, ο αγώνας του, να μη χαθεί στον λαβύρινθο των παρεκβάσεων και των λεπτομερειών, να επιβληθεί στον πόνο που του δημιουργεί η ανάμνηση.

Η προφορικότητα όμως, όσο ζωντανή και αν είναι, όση δύναμη και αν διαθέτει, δεν αρκεί για να μετατραπεί σε μυθιστόρημα. Χρειάζεται μαστοριά στη δομή και στο στήσιμο. Και ο Μακριδάκης τη διαθέτει. Με ευρήματα λειτουργικά, με μια ανατροπή καίρια και με ένα φινάλε ανάλογο της ιστορίας. Επιτυγχάνει να δέσει το μυθιστόρημά του με συνδέσεις που αντέχουν, να το θέσει πάνω σε στέρεες βάσεις, να μεταφέρει την ιστορία του Κωσταντή να συναντήσει την ιστορία του νησιού, να εντάξει στο προσωπικό το πανανθρώπινο, να αναφερθεί σε εχθρούς και σωτήρες, σε ντόπιους και ξένους, και να καταστήσει τα όρια μεταξύ τους δυσδιάκριτα, έτσι που τελικά να μην ξέρει κανείς ποιος είναι σύμμαχος και ποιος εχθρός, ποιος ντόπιος και ποιος ξένος, να σπάσει έτσι τα στερεότυπα της εθνικής ενότητας και της απόλυτης ανάγνωσης της Ιστορίας.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Παράδεισος και κόλαση - Jón Kalman Stefánsson




Ήταν εκείνα τα χρόνια που, πιθανόν, ήμασταν ακόμα ζωντανοί. Μάρτης, ένας κόσμος λευκός απ' το χιόνι, αν και όχι εντελώς. Εδώ η λευκότητα δεν είναι ποτέ απόλυτη, λίγο μετράει πόσες νιφάδες ξεχύνονται, ακόμα και αν το ψύχος και ο παγετός κολλάνε τον ουρανό με τη θάλασσα και η πάχνη διεισδύει στα τρίσβαθα της καρδιάς εκεί όπου τα όνειρα έχουν το σπιτικό τους, το λευκό δεν βγαίνει ποτέ νικηφόρο. Οι βραχώδεις ζώνες των βουνών το ξεφορτώνονται αμέσως και ξεπροβάλλουν, μαύρες σαν το κάρβουνο, στην επιφάνεια του άσπιλου σύμπαντος. Προεξέχουν, επιβλητικές και σκοτεινές, πάνω απ' το κεφάλι του Μπάρδουρ και του παιδιού καθώς ετούτοι δω απομακρύνονται απ' το Χωριό, την αρχή και το τέλος μας, το κέντρο του κόσμου. 
Ο Μπάρδουρ και το παιδί απομακρύνονται απ' το Χωριό για να επιστρέψουν στον καταυλισμό των ψαράδων στον μικρό κολπίσκο, ίσως απόψε ο καιρός να είναι κατάλληλος για να βγει η εξάκωπος βάρκα στα ανοιχτά για το κυνήγι του μπακαλιάρου. Μάρτης, και στην Ισλανδία κυριαρχεί το σκοτάδι, μέσα στην καλύβα οι άντρες, μέλη του πληρώματος, κοιμούνται μέχρι τη στιγμή που ο καπετάνιος θα δώσει το πρόσταγμα για έγερση, βιαστικό πρωινό και μηχανικές ετοιμασίες. Σπρώχνουν το σκάφος στη θάλασσα και αρχίζουν να κωπηλατούν, το ξημέρωμα αργεί ακόμα. Ταυτόχρονα κινούν και τα άλλη σκάφη, πρέπει να βιαστούν να φτάσουν στον ψαρότοπο πρώτοι, να ρίξουν τα παραγάδια τους, να περιμένουν τους μπακαλιάρους να τσιμπήσουν, να φορτώσουν την ψαριά, να γυρίσουν, αν πάνε όλα κατ' ευχή, πίσω στη στεριά σώοι και αβλαβείς. Η θάλασσα τους προσφέρει τον πλούτο της, μα η στεριά την ανακούφιση της επιστροφής. Ο Μπάρδουρ δανείστηκε στο Χωριό τον Απολεσθέντα Παράδεισο του Μίλτον, του τυφλού ποιητή, διαβάζει κάποιες στροφές στο μισοσκόταδο της καλύβας, απομνημονεύει τους στίχους που θα επαναλαμβάνει για εκείνον και το παιδί στο ταξίδι. Ο καιρός καθορίζει, κυρίως, το πεπρωμένο των ανθρώπων σε εκείνη τη γωνιά του πλανήτη, και πολύ περισσότερο τη ζωή εκείνων που βγαίνουν στην ανοιχτή θάλασσα. Ο άνθρωπος ενάντια στη φύση, ένας αγώνας άνισος.

Το κλίμα και η γεωγραφική ιδιαιτερότητα του τόπου επιβάλλουν το στίγμα τους στην αφήγηση του Στέφανσον, ακόμα και η γλώσσα η ίδια τούς υποτάσσεται. Η ιστορία που διηγείται ο συγγραφέας είναι κοινότοπη, ειδικά σε ένα μέρος ναυτικών, εκεί που κάθε οικογένεια, θαρρείς, έχει και μια αντίστοιχη ιστορία απώλειας να μοιραστεί. Είναι εντυπωσιακό όταν μία ιστορία πατάει σε άξονες εκ διαμέτρου αντίθετους με τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις, και, παρ' όλα αυτά επιτυγχάνει όχι μόνο να με συναρπάσει, αλλά και να με συγκινήσει βαθιά. Οι άξονες αυτοί είναι η ναυτική ζωή και η χρήση μιας γλώσσας έντονα ποιητικής.

Η -στα όρια της εμμονής- αγάπη μου για την Ισλανδία αποτέλεσε την ξεκάθαρη ώθηση για την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Στέφανσον, χωρίς καν να διαβάσω την περίληψη της ιστορίας στο οπισθόφυλλο, απ' την πρώτη κιόλας σελίδα με συνεπήρε η γλώσσα, ποιητική και με απόλυτη συνοχή, στην ίδια συχνότητα διαρκώς, μια αφηγηματική φωνή ξεκάθαρη, χωρίς να χάνει σε καμία στιγμή τη δυναμική της, που υπηρετεί την ιστορία, γλώσσα υποταγμένη στο φυσικό περιβάλλον, καθοδηγημένη από τις σιωπές των ναυτικών, παρασυρμένη από τις ριπές του ανέμου, όχι με εξάρσεις εντυπωσιασμού, μα δουλεμένη στην εντέλεια, στην παραμικρή λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να μοιάζει σαν να κύλησαν απλώς οι λέξεις στο χαρτί, αβίαστα, η μία μετά την άλλη.

Μυθιστόρημα για τη φιλία, την ενηλικίωση, την Ισλανδία και τη θάλασσα. Ποιητικός ρεαλισμός που μαγεύει αλλά δεν αποπροσανατολίζει, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την Ισλανδία και τους ανθρώπους της, μεταδίδει το συναίσθημα της απομόνωσης του ναυτικού σε μια απομονωμένη χώρα, την καθημερινή μάχη για επιβίωση. Ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί, όχι μόνο για τη γλώσσα του, αλλά και για την ιστορία που αφηγείται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού - Άρης Μαραγκόπουλος




Ο Πολ έκανε μια γκριμάτσα κούρασης και σήκωσε το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει ακόμα και την ιδέα να επεκταθούν στο θέμα που άθελά του ο ίδιος είχε προκαλέσει. Γύρισε, όμως, και την κοίταξε τρυφερά. Κοιτάχτηκαν. Αντάλλαξαν για χιλιοστή φορά εκείνη τη συνωμοτική ματιά που τους είχε κρατήσει όρθιους όλα αυτά τα χρόνια. Κι ένιωσαν, πάλι, για μερικά δευτερόλεπτα στα γερασμένα σώματά τους αυτή την κρυφή, καταδική τους ηδονή, αυτή τη σχεδόν ερωτική απόλαυση που εκλυόταν αβίαστη, ακάλεστη, κάθε φορά που έκριναν μαζί τον κόσμο και τα πράγματα, χωρίς να πολυνοιάζονται ποιου απ' τους δύο η γνώμη θα επικρατήσει· και το κυριότερο χωρίς καθόλου να ανησυχούν μήπως ο σύντροφός τους εκείνη την ώρα "έχει κάτι διαφορετικό στο μυαλό του". (Η Λόρα πάντα θυμόταν κάτι άλλο, ο Πολ πάντα συζητούσε κάτι ακόμα. Η Λόρα πάλευε, ο Πολ ξέφευγε.)
Λόρα Μαρξ και Πολ Λαφάργκ, ένα από τα πλέον γνωστά ζευγάρια της (πολιτικής) ιστορίας, η κόρη ενός από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους πολιτικούς φιλοσόφους, εκείνος, μεταξύ άλλων, συγγραφέας του Δικαιώματος στην Τεμπελιά, δοκίμιο που μπόλιασε -και συνεχίζει να μπολιάζει- τη σκέψη τόσων και τόσων αναγνωστών ενάντια στην εξουθενωτική εργασία στο βωμό της κατ' όνομα προόδου, που δεν περιλαμβάνει τον παράγοντα άνθρωπο στην εξίσωσή της. Μια ιστορία ερωτική και ταυτόχρονα πολιτική, μια ιστορία γεμάτη από θεωρία, δράση, ουτοπία, ελπίδα, πίστη, δυσκολίες και απογοητεύσεις. Κυρίως απογοητεύσεις. Το βάρος, ασήκωτο και διαρκώς παρόν, πως εκείνοι οι δύο, παρά τις ιδέες τους, παρά την αλληλεγγύη τους στους κολασμένους αυτής της γης, ποτέ δεν υποχρεώθηκαν να υποστούν όσα αυτοί, ζώντας μια ζωή, θαρρείς, παράλληλα με τον πόνο και τη δυστυχία της ανέχειας και της εξαθλίωσης. Γνώρισαν την απώλεια τριών παιδιών, για την οποία κατηγόρησαν τον εαυτό τους, ψυχράνθηκαν, απορροφήθηκαν από τη δράση παραμελώντας ο ένας τον άλλον, όμως έμειναν μαζί μέχρι το τέλος, το κοινά σχεδιασμένο τέλος.

Ο Άρης Μαραγκόπουλος δεν επιθυμεί να υποδυθεί τον ιστορικό, καταφεύγει στη μυθιστορία για να κατευνάσει τους δαίμονες και να ικανοποιήσει την έλξη που νιώθει για την ιστορία του Πολ και της Λόρα, εδώ και πολλά χρόνια, όταν είκοσι έξι ετών πρωτοδιάβασε το Δικαίωμα στην τεμπελιά, και από τότε, σε κάθε βιβλίο του, σε κάθε ιστορία που διηγήθηκε, πάντοτε υπήρχε η αναφορά σε εκείνους τους δύο. Ένα σχέδιο φιλόδοξο, επιτυχώς υλοποιημένο, εξαιτίας του πάθους του για τη συγκεκριμένη ιστορία και όχι μόνο λόγω της δεδομένης ικανότητας του συγγραφέα. Η ερωτική ιστορία και η Ιστορία κάνουν κύκλους, επαναλαμβάνονται, οι άνθρωποι υποπίπτουν στα ίδια λάθη, παθιάζονται το ίδιο έντονα, επιμένουν και απογοητεύονται. Η μυθιστορία του Μαραγκόπουλου, με άλλα ονόματα και μεταγενέστερους χρόνους εξέλιξης, θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη ιστορία αγάπης και πολιτικής, και ίσως να είναι και αυτή μία από τις κινητήριες δυνάμεις που ώθησαν τον Μαραγκόπουλο να απομακρυνθεί από το σήμερα, το ιστορικό σήμερα του κοντινού παρελθόντος, για να ερμηνεύσει, να κατανοήσει, να δείξει όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν, με κέντρο τον άνθρωπο, τη μονάδα, τον έρωτα, και σε δεύτερο κάδρο, μέσα στον ίδιο καμβά, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, να προσεγγίσει το ένα και μοναδικό ζητούμενο: μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, να εξαλειφθεί η αδικία, να αποδοθεί η δικαιοσύνη;

Έρευνα και γνώση, αφηγηματική ικανότητα και πάθος, αυτοί είναι οι τέσσερις πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται το τελευταίο αυτό βιβλίο του Μαραγκόπουλου. Αφήγηση γενναιόδωρη, φόρμα κλασική, που ωστόσο μοντερνίζει. Άρνηση του συγγραφέα να γράψει στρατευμένα, να πάρει ξεκάθαρη θέση, να τείνει το δάκτυλο και να υποδείξει. Αποτέλεσμα γοητευτικό που παρασύρει τον αναγνώστη. Το πολυσέλιδο επίμετρο, χωρισμένο σε δύο μέρη, εξηγεί τις προθέσεις του συγγραφέα και περιλαμβάνει ένα πλήθος υποσημειώσεων, που εμπλουτίζουν με το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο το μυθιστόρημα.

Εκδόσεις Τόπος

Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Εγώ και ο Καμίνσκι - Daniel Kehlmann



Ξύπνησα όταν ο ελεγκτής χτύπησε την πόρτα του κουπέ. Είναι έξι και κάτι, σε μισή ώρα φτάνουμε. Αν τον άκουσα; Ναι, μουρμούρισα, ναι. Ανασηκώθηκα με κόπο. Είχα ξαπλώσει πάνω σε τρία καθίσματα, μόνος σε ολόκληρο το κουπέ, η πλάτη μου πονούσε, ο σβέρκος μου φαινόταν να έχει πιαστεί. Στον ύπνο μου είχαν εισβάλει με τη βία θόρυβοι του ταξιδιού, φωνές από τον διάδρομο και αναγγελίες από τις αποβάθρες των σταθμών· έβλεπα άσχημα όνειρα και πεταγόμουν συνεχώς από τον ύπνο· μια φορά, άνοιξε από έξω την πόρτα του κουπέ κάποιος που έβηχε, κι εγώ αναγκάστηκα να σηκωθώ για να την ξανακλείσω. Έτριψα τα μάτια μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο: έβρεχε. Φόρεσα τα παπούτσια μου, έβγαλα την παλιά μου ξυριστική μηχανή από τη βαλίτσα και βγήκα με χασμουρητά.
Ο αφηγητής κάνει ένα μεγάλο και σύνθετο ταξίδι, με αναμονές και αλλαγές μέσων, με προορισμό την απομονωμένη κορυφή στην οποία έχει αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια ο σπουδαίος ζωγράφος Καμίνσκι, μεγάλος σε ηλικία και σχεδόν τυφλός. Σκοπός του αφηγητή μία συνέντευξη και η αναζήτηση πιθανών στοιχείων που θα συνέθεταν ένα βιβλίο έτοιμο να κυκλοφορήσει με τον θάνατο του Καμίνσκι, χρονική συγκυρία κατάλληλη για να εκτοξεύσει τις πωλήσεις του στα ύψη και να χαρίσει δόξα και χρήμα στον αφηγητή.

Με διάθεση παιχνιδιάρικη ο Κέλμαν αποφασίζει να διηγηθεί μια σοβαρή ιστορία με έναν τρόπο κάπως αφελή και φαινομενικά επιπόλαιο, μια ιστορία γεμάτη τραγελαφικές καταστάσεις, με δόσεις αιχμηρής σάτιρας απέναντι στον κόσμο της τέχνης και των γραμμάτων. Αναγορεύει τη ματαιοδοξία σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό των ηρώων του, ματαιοδοξία από την οποία πηγάζουν και καθορίζονται οι συμπεριφορές τους. Με ιδιαίτερο ταλέντο στους διαλόγους και κάτι το νοσταλγικό στη γραφή, κάτι παλιακό με ταυτόχρονη όμως αίσθηση του φρέσκου, ένα παράξενο η αλήθεια κράμα, αρκετά ενδιαφέρον και κάποιες στιγμές γοητευτικό.

Και ενώ το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, χαρίζοντας το γέλιο και φλερτάροντας κάποιες στιγμές με την αβίαστη συγκίνηση, υπήρχε κάτι το οποίο με άφησε απέξω, κάτι το οποίο με κατέστησε κάπως αποστασιοποιημένο απέναντί του. Ίσως η έντονη ματαιοδοξία των ηρώων, ίσως η έντονα παιχνιδιάρικη διάθεση του συγγραφέα, ίσως το εμφανές κατασκεύασμα της ιστορίας. Ίσως να ήταν περισσότερο τέχνημα παρά λογοτεχνία για τα γούστα μου, δημιούργημα στο οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει πλήθος αρετών, οι οποίες όμως τελικά παραμένουν κάπως αμήχανες ως σύνολο.

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα που διαβάζω, είχε προηγηθεί, χρόνια πριν η Φήμη, η ανάγνωση της οποίας μου είχε αφήσει παρόμοια συναισθήματα με το Εγώ και ο Καμίνσκι.


Μετάφραση Κώστας Κοσμάς
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

Το βιβλίο των Μπάλτιμορ - Joël Dicker



Αύριο, ο ξάδελφός μου ο Γούντυ μπαίνει φυλακή.
Εκεί θα περάσει τα επόμενα πέντε χρόνια της ζωής του. Στον δρόμο που με οδηγεί από το αεροδρόμιο της Βαλτιμόρης στο Όουκ Παρκ, τη γειτονιά των παιδικών του χρόνων όπου πηγαίνω να τον βρω την τελευταία μέρα ελευθερίας του, τον φαντάζομαι ήδη να παρουσιάζεται μπροστά στην πύλη των επιβλητικών φυλακών του Τσέσαϊρ, στο Κοννέκτικατ.
Περνάμε τη μέρα μας μαζί, στο σπίτι του θείου μου του Σαούλ, εκεί όπου υπήρξαμε τόσο ευτυχισμένοι. Είναι εκεί ο Χίλλελ και η Αλεξάντρα, και όλοι μαζί, για μερικές ώρες, γινόμαστε και πάλι το υπέροχο κουαρτέτο που ήμασταν κάποτε. Εκείνη τη στιγμή, ούτε που φαντάζομαι τις συνέπειες που η μέρα αυτή θα έχει στις ζωές μας.
Είχα απολαύσει τόσο πολύ το προηγούμενο βιβλίο του Ντικέρ (Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ), που ήταν θέμα χρόνου να επιστρέψω σε αυτόν τον συγγραφέα με την επιμονή στα μπρος πίσω του αφηγηματικού χρόνου, με το διαρκώς παρόν σασπένς, την υπόνοια αστυνομικής ιστορίας, τους στέρεους και αληθινούς χαρακτήρες. Και πράγματι επέστρεψα μόλις λίγους μήνες μετά, σε μία χρονική συγκυρία, που αναζητούσα ένα ευκολοδιάβαστο, πολυσέλιδο και καλό βιβλίο· η επιστροφή αυτή δικαίωσε τις προσδοκίες μου και με καθήλωσε για ώρες, με την επιθυμία να φτάσω στο τέλος όσο το δυνατόν γρηγορότερα, χωρίς να μου στερεί, η επιθυμία αυτή, την αναγνωστική απόλαυση.

Χωρισμένο σε κεφάλαια με βάση τον χρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η πλοκή, αφήγηση μη γραμμική χρονικά, με κέντρο της την ημέρα της τραγωδίας, μιας τραγωδίας η οποία δεν αποκαλύπτεται παρά στο τέλος της αφήγησης, τα απόνερα της οποίας όμως είναι ήδη φανερά από πριν, εύρημα το οποίο δημιουργεί αγωνία στον αναγνώστη, με επιτυχία και λειτουργώντας ικανοποιητικά ως προς την τελική δυναμική της ιστορίας, ιστορία η οποία αφηγημένη γραμμικά δεν θα κατάφερνε ούτε να καθηλώσει, ούτε να δημιουργήσει προσδοκίες, καθώς η διαδοχή των γεγονότων θα ήταν μια σειρά αιτίων και αιτιατών, λογικών και αναμενόμενων χωρίς το απαραίτητο πασπάλισμα μυθοπλαστικής μαγείας.

Ο αφηγητής Μάρκους Γκόλντμαν, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η αλήθεια για την υπόθεση Χάρρυ Κέμπερτ, εγκαταλείπει τη Νέα Υόρκη και βρίσκει καταφύγιο στη Φλόριντα, στο Μπόκα Ρέιτον, δίπλα στη λίμνη, με σκοπό να γράψει Το βιβλίο των Μπάλτιμορ, μια διαδικασία επίπονη και δύσκολη, λόγω της συναισθηματικής του εμπλοκής στην ιστορία αυτή, συγγραφή η οποία εκτός από τη δεδομένη ανάγκη του συγγραφέα αποτελεί και ένα φόρο τιμής στους Μπάλτιμορ που είχαν καθοριστική επίδραση στον Μάρκους ακόμα και μετά την τραγωδία.

Οι οικογένειες δύο αδελφών Γκόλντμαν, οι Γκόλντμαν της  Βαλτιμόρης, λαμπεροί και πλούσιοι, και οι Γκόλντμαν του Μονκλαίρ, γήινοι και μεσαίου οικονομικού μεγέθους. Ο Μάρκους ζήλευε, όπως ζηλεύουν τα παιδιά, εκείνους της Βαλτιμόρης. Όταν βρισκόταν με τα ξαδέρφια του, κατά τη διάρκεια των σχολικών διακοπών, περνούσε υπέροχα, οι τρεις τους -αργότερα θα εμφανιζόταν και η Αλέξάντρα- αποτελούσαν μια αχώριστη ομάδα. Όλα αυτά, βέβαια, μέχρι την ημέρα της τραγωδίας.

Ο Ντικέρ διαχειρίζεται με ευχέρεια ένα πλήθος χαρακτήρων, οι οποίοι έχουν σάρκα και οστά, ικανοί να σταθούν αυτόνομα και εκτός σώματος αφήγησης. Η ικανότητα, του γεννημένου το 1985 συγγραφέα, στην αφήγηση και στη διάρθρωση της πλοκής είναι επίσης εμφανής, μετατρέποντας μια ιστορία με δεδομένα κλισέ και ευκολίες σε ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα, ικανότητα η οποία του προσφέρει τον χώρο για να παρατηρήσει και να ενσωματώσει χαρακτηριστικά, τόσο ατομικά, όσο και κοινωνικά, να θέσει και να απαντήσει σε προβληματισμούς. Η ανατροπή, απαραίτητη στον τρόπο με τον οποίο αφηγείται ο Ντικέρ, δεν λειτουργεί μόνο ως προς το αναγνωστικό σασπένς αλλά επιτρέπει τη διάκριση, πίσω από τη βιτρίνα της συμπεριφοράς και του φαίνεσθαι, τα σκοτεινά στοιχεία της ανθρώπινης ψυχής, τον φθόνο και τον ανταγωνισμό για παράδειγμα, τον έρωτα πίσω από τη φιλία, τις σκέψεις και τα συναισθήματα εκείνα που συχνά κρατάμε αναμολόγητα ακόμα και από τον ίδιο μας τον εαυτό.

Διαβάζοντας και το δεύτερο βιβλίου αυτού του Ελβετού συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, διακρίνεις το προσωπικό στυλ, επηρεασμένο από την αμερικανική λογοτεχνία, τις αρετές και τα μοτίβα του, και τον ορίζοντα των αναγνωστικών προσδοκιών.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Γιάννης Στρίγκος
Εκδόσεις Πατάκης

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017

Σκοτεινή ύλη - Blake Crouch




"Μια υποθετική ιστορία", λέω. "Ένας επιστήμονας, ένας καθηγητής φυσικής, ζει εδώ στο Σικάγο. Δεν είναι υπερβολικά επιτυχημένος όπως ονειρευόταν πάντα, αλλά νιώθει ευτυχισμένος, αρκετά ικανοποιημένος από τη ζωή του και παντρεμένος..." -κοιτάζω τη Ντανιέλα και θυμάμαι πώς την περιέγραφε ο Ράιαν νωρίτερα στη γκαλερί- "... με τη γυναίκα των ονείρων του. Έχουν έναν γιο και μια καλή ζωή. Μια νύχτα, ο άντρας αυτός πηγαίνει σε ένα μπαρ για να συναντήσει έναν παλιό φίλο, έναν φίλο από το κολέγιο, που κέρδισε ένα σημαντικό βραβείο. Στον δρόμο της επιστροφής του κάτι συμβαίνει. Δεν φτάνει ποτέ σπίτι. Πέφτει θύμα απαγωγής. Τα γεγονότα που του συμβαίνουν είναι θολά στο μυαλό του, αλλά όταν τελικά ανακτά πλήρως την πνευματική του διαύγεια βρίσκεται σε ένα εργαστήριο στο νότιο Σικάγο και τα πάντα έχουν αλλάξει. Το σπίτι του είναι διαφορετικό. Δεν είναι πια καθηγητής. Δεν είναι παντρεμένος με τη γυναίκα του."
Είσαι ευτυχισμένος με τη ζωή σου; Αυτές είναι οι τελευταίες κουβέντες του απαγωγέα προς τον Τζέισον Ντέσεν. Ύστερα όλα θα αλλάξουν. Ναι, είμαι ευτυχισμένος, θα απαντούσε αν είχε τον χρόνο. Δεν τον είχε όμως.

Είναι η πλέον πρωτότυπη ιστορία απαγωγής που έχω διαβάσει, το αίτημα του απαγωγέα δεν είναι ούτε τα λύτρα, ούτε το ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Ο Τζέισον ξυπνά σε έναν άλλον κόσμο, σε ένα υπερμοντέρνο και πλήρως εξοπλισμένο εργαστήριο, εκεί τον υποδέχονται ως τον Τζέισον που έλειπε για πολύ καιρό και επιτέλους γύρισε, είναι εκείνος, του λένε, που το σχεδίασε, εκείνος που αφιέρωσε τη ζωή του στην έρευνα. Ποιος είναι όμως ο πραγματικός κόσμος; Εκείνος ο νέος ή ο προηγούμενος;

Μια κλασική ιστορία απαγωγής; Όχι. Μια κλασική ιστορία "τι θα γινόταν αν"; Όχι. Ο Crouch, με τη βοήθεια της φυσικής και της φαντασίας του, στήνει μια πρωτότυπη ιστορία, ένα θρίλερ δράσης και φιλοσοφικών προεκτάσεων, με ερωτήματα γύρω από την ηθική της επιστήμης. Εξερευνά πεδία τα οποία η θεωρητική φυσική υποψιάζεται και ερευνά τα τελευταία χρόνια, τοποθετώντας όμως ως προτεραιότητά του τη δράση και την καθήλωση του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα. Το αρχικό εύρημα υποστηρίζεται από πλήθος ανατροπών και μικροευρημάτων, μια ιστορία που μοιάζει ακραία αλλά κανείς δεν θα μπορούσε να την απορρίψει ως απίθανη.
 
Αν κάποιος αναζητά τον γλωσσικό πλούτο ή τη λογοτεχνική αρτιότητα σε βιβλία όπως αυτό, τότε μάλλον ψάχνει σε λάθος ράφι. Εδώ τα πάντα υπηρετούν την κεντρική ιδέα και το σασπένς, ακόμα και η γλώσσα, προτάσεις μικρές, συνεχείς διάλογοι και περιγραφές, προωθούν την εξέλιξη της ιστορίας. Είναι όμως η κεντρική ιδέα και η υποστήριξή της, που παίζουν με το μυαλό του αναγνώστη και τον βυθίζουν στην ανάγνωση, εκεί κρύβεται το μυστικό της επιτυχίας τέτοιων βιβλίων, που κάθε άλλο παρά εύκολα στη συγγραφή τους είναι.

Μετά την τριλογία της Πόλης, ο Crouch επιστρέφει με ένα ακόμα πιο φιλόδοξο μυθιστόρημα και τα καταφέρνει περίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Δημήτρης Αλεξίου
Εκδόσεις Διόπτρα

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Η ζωγραφική του Μανέ - Michel Foucault





Η κυκλοφορία στα ελληνικά της δεύτερης αναθεωρημένης έκδοσης της απομαγνητοφωνημένης διάλεξης, που έδωσε ο Φουκώ στο κλαμπ Tahar Haddad της Τυνησίας στις 20 Μαΐου του 1971, σχετικά με τον Μανέ, μου κίνησε κατευθείαν το ενδιαφέρον ακριβώς για όσα αναφέρει ο ίδιος ο φιλόσοφος στην αρχή της διάλεξής του.
Θα ήθελα ευθύς εξαρχής να ζητήσω συγγνώμη, καθώς είμαι λιγάκι κουρασμένος. Να με συγχωρήσετε επίσης για το γεγονός ότι θα σας μιλήσω για τον Μανέ, γιατί φυσικά δεν είμαι ειδικός στον Μανέ· ούτε είμαι ειδικός στη ζωγραφική, γι' αυτό δεν μου είναι οικείο να σας μιλήσω για τον Μανέ. Εν συντομία, αυτό που ήθελα να σας πω είναι το εξής: δεν σκοπεύω να σας μιλήσω για τον Μανέ, αλλά θα σας παρουσιάσω δέκα με δώδεκα πίνακες αυτού του ζωγράφου τους οποίους θα προσπαθήσω, αν όχι να αναλύσω, τουλάχιστον να εξηγήσω κάποια από τα σημεία τους.
Επιθυμούσα την κριτική, καθαρή και οξεία ματιά ενός από τους σημαντικότερους διανοητές του περασμένου αιώνα πάνω σ' ένα θέμα, που -φαινομενικά- δεν ανήκει στη γκάμα των μελετών του. Όμως, αυτό δεν είναι που ξεχωρίζει τα πραγματικά μεγάλα πνεύματα, η ικανότητά τους να διακρίνουν και να επισημαίνουν, οδηγημένα από μια κλίση φυσική και από την πνευματική διεύρυνση, αποτέλεσμα μελέτης και στοχασμού χρόνων; Δεν ήθελα να διαβάσω μια τεχνική ανάλυση, την οποία πιθανότατα θα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω λόγω άγνοιας και έλλειψης εργαλείων, αλλά το βλέμμα αυτό.

Ο Φουκώ ξεκαθαρίζει από την αρχή τον σκοπό της διάλεξής του, απολογείται τόσο για την κούραση, όσο και για τη μη ειδίκευσή του. Επισημαίνει τα σημεία στα οποία θα σταθεί προβάλλοντας μέσα από διαφάνειες τους πίνακες του Μανέ, που έχει επιλέξει, με σκοπό να αναδειχθούν τρία σημεία της ζωγραφικής του Γάλλου ζωγράφου: i) ο χώρος του πίνακα, ii) ο φωτισμός, και iii) η θέση του παρατηρητή.

Και παρά τις αρχικές δικαιολογίες εκ μέρους του, ο Φουκώ επιτυγχάνει να αναδείξει μέσα από τους επιλεγμένους για την περίσταση πίνακες τα τρία αυτά σημεία, που πέραν της δεδομένης καλλιτεχνικής αξίας του Μανέ, αποτέλεσαν τη βάση για την εξέλιξη του ιμπρεσιονισμού, κίνημα που επικράτησε, αφήνοντας πίσω του οριστικά την παραστατική ζωγραφική της Δύσης που κυριαρχούσε ήδη από τον 15ο αιώνα. Με έναν λόγο απλό, και πάντα με αναφορά σε έναν συγκεκριμένο πίνακα, ο Φουκώ παρουσιάζει μια προσέγγιση στο έργο του Μανέ, προσέγγιση ιδιαίτερη αν και δεν γνωρίζω αν είναι και πρωτότυπη ή αν παρόμοιες σκέψεις και απόψεις είχαν ήδη διατυπωθεί και από άλλους μελετητές.

Οι πίνακες στους οποίους αναφέρεται ο Φουκώ υπάρχουν στην παρούσα έκδοση, έκδοση η οποία συνοδεύεται από ένα ενδιαφέρον επίμετρο του Ανδρέα Ιωαννίδη, ο οποίος διατυπώνει επιπλέον παρατηρήσεις σε σχέση με τη ζωγραφική του Μανέ, εντάσσοντας και το χρώμα ως ένα εν δυνάμει τέταρτο στοιχείο.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο, το οποίο δεν απευθύνεται αποκλειστικά στους γνώστες της τέχνης της ζωγραφικής, γεμάτο με προεκτάσεις κοινωνικές και φιλοσοφικές.

Μετάφραση Πόλα Καπόλα, Γεράσιμος Κουζέλης
Εκδόσεις Νήσος

Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Ο Στόουνερ - John Williams




Ο Γουίλιαμ Στόουνερ γράφτηκε στο πρώτο έτος του Πανεπιστημίου του Μιζούρι το 1910, σε ηλικία δεκαεννέα ετών. Οκτώ χρόνια αργότερα, όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος βρισκόταν στην κορύφωσή του, έπαιρνε το διδακτορικό του δίπλωμα και γινόταν μέλος του διδακτικού προσωπικού στο ίδιο πανεπιστήμιο, όπου δίδαξε μέχρι τον θάνατό του, το 1956. Δεν έφτασε πιο πάνω από τον βαθμό του επίκουρου καθηγητή και ελάχιστοι φοιτητές, απ' αυτούς που είχαν παρακολουθήσει τα μαθήματά του, διατηρούσαν σαφή εικόνα του. Όταν πέθανε, οι συνάδελφοί του, αντί μνημοσύνου, δώρισαν ένα μεσαιωνικό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου. Δεν αποκλείεται το χειρόγραφο αυτό να βρίσκεται ακόμη στη Συλλογή Σπανίων Βιβλίων, με την αφιέρωση: "Δωρεά στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου του Μιζούρι, στη μνήμη του Γουίλιαμ Στόουνερ. Εκ μέρους των συναδέλφων του του Τμήματος Αγγλικής Φιλολογίας".

Αν έχεις έναν τέτοιο ήρωα, όπως ο Γουίλιαμ Στόουνερ στην προκειμένη περίπτωση, επιβάλλεται να γράψεις ένα μυθιστόρημα, σκεφτόμουν κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, και να του δώσεις το επίθετό του για τίτλο. Έναν ήρωα που φαινομενικά δεν διαθέτει τίποτα ενδιαφέρον προς αφήγηση στη βιογραφία του. Ο Γουίλιαμ Στόουνερ έφυγε από το πατρικό του για να σπουδάσει γεωπονική, επειδή ένας αγροκόμος μίλησε γι' αυτό το νέο τμήμα στον πατέρα του. Ένα μάθημα επιλογής όμως στάθηκε ικανό να τον μαγέψει και να τον στείλει στη φιλολογία. Η τυχαιότητα οδηγούσε τα βήματά του. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η λειψανδρία που ακολούθησε του έδωσαν την ευκαιρία να γίνει καθηγητής. Του πήρε καιρό να καταλάβει την κλίση του στη διδασκαλία. Κάποιο βράδυ αντίκρυσε την Ίντιθ, την ερωτεύτηκε και τη ζήτησε σε γάμο. Ένας γάμος αποτυχημένος με χάιλαϊτ τη γέννηση της Γκρέις. Η ξεροκεφαλιά του και η ανικανότητά του στις δημόσιες σχέσεις τον καταδίκασαν να μείνει ακαδημαϊκά στάσιμος. Δίδαξε μέχρι τον θάνατό του. Σπουδές από σπόντα, ένας αποτυχημένος γάμο, μια ακαδημαϊκή καριέρα στην αφάνεια, μια ερωτική ιστορία που έσβησε νωρίς, ένας θάνατος ελάχιστα ηρωικός. Και όμως, ο Γουίλιαμ Στόουνερ είναι ένας από εκείνους τους ήρωες που παραμένουν αξέχαστοι στον αναγνώστη, ακριβώς γι' αυτή τη φαινομενική μετριότητά τους που τους κάνει ανθρώπινους, για την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, όχι με ξεσπάσματα, μα με μια καρτερικότητα κάπως πρωτόγονη, αντίστοιχη εκείνης των αγροτών γονιών του Στόουνερ απέναντι στις αναποδιές του καιρού και του χώματος. Αξίζει να πλησιάσει κανείς κοντά για να παρατηρήσει έναν κοινό άνθρωπο, να διακρίνει τις, μακρόθεν δυσδιάκριτες, αρετές του, να σιχτιρίσει την ανικανότητά του να επιβληθεί πιο δυναμικά, να ταυτιστεί μαζί του με έναν τρόπο ιδιαίτερο. Και όμως ο Στόουνερ δεν έζησε μια θλιβερή ζωή, όσο παράδοξο και αν φαίνεται κάτι τέτοιο από την πρώτη παράγραφο του μυθιστορήματος.

Δεν γνώριζα τίποτα για το μυθιστόρημα αυτό, δεν γνώριζα τον συγγραφέα Τζον Γουίλλιαμς, του οποίου κανένα έργο δεν είχε, έως τώρα, μεταφραστεί στα ελληνικά, και όμως, από την πρώτη στιγμή που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ένιωσα μια έντονη έλξη, μια επιθυμία να διαβάσω το μυθιστόρημα αυτό, ίσως λόγω του ότι επρόκειτο για ένα ακαδημαϊκό μυθιστόρημα (campus novel), είδος που μου είναι διαχρονικά ιδιαίτερα αγαπητό. Και η διαίσθηση επιβεβαιώθηκε -τι όμορφο που είναι το συναίσθημα της επιβεβαίωσης μιας διαίσθησης, σχεδόν μεταφυσικό- από τις πρώτες κιόλας σελίδες, και η ανάγνωση ολοκληρώθηκε τάχιστα, με μια διάθεση πρωτόγνωρα αχόρταγη για τη δεδομένη αναγνωστική περίοδο που διάγω. Η ικανότητα στην αφήγηση και ο Στόουνερ είναι οι δύο πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται η επιτυχία του μυθιστορήματος, τα δύο αυτά χαρακτηριστικά θα μου μείνουν -πιστεύω- αξέχαστα.

Όμως δεν θα αρκούσαν μόνο αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, σε καμία περίπτωση δεν θα αρκούσαν. Αν και σε δεύτερο πλάνο, ο Γουίλλιαμς διατρέχει ένα μεγάλο μέρος του εικοστού αιώνα· δύο πόλεμοι έστω και μακριά από το Μιζούρι, θα σφραγίσουν ανεξίτηλα την περίοδο αυτή, σημαδεύοντας αναπόφευκτα και τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος. Η ακαδημαϊκή ζωή με τις χαρές και τα μελανά της σημεία, αυτό το άσυλο μακριά από τον πραγματικό κόσμο, με πολλές από τις παθογένειές του όμως παρούσες, μια θρυαλλίδα ελευθερίας της σκέψης. Οι δεύτεροι χαρακτήρες, δουλεμένοι ενδελεχώς, έτοιμοι, θαρρείς, να λάβουν πρωταγωνιστικό ρόλο σε κάποιο επόμενο μυθιστόρημα. Στους γυναικείους χαρακτήρες υπάρχει μια ένσταση, ή μάλλον ένας προβληματισμός, για να το θέσω ακριβέστερα· τόσο η γυναίκα του Στόουνερ, η Ίντιθ, όσο και η κόρη του, η Γκρέις, και η ερωμένη του, η Κάθριν, οι τρεις βασικές γυναικείες παρουσίες δηλαδή σε αυτό το ανδροκρατούμενο μυθιστορηματικό σύμπαν, δεν διαθέτουν παρά ψήγματα θετικών στιγμών και χαρακτηριστικών, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν τα όσα ήθελε να δείξει ο Γουίλλιαμς θα ήταν μη υλοποιήσιμα σε διαφορετική περίπτωση. Δεν νομίζω όμως ότι θα ευσταθούσε, σε καμία περίπτωση, μια κατηγορία για μισογυνισμό. Ενδιαφέρον έχει και ο στοχασμός, διαμέσου του Στόουνερ κυρίως, ως προς την φιλία, τον έρωτα, το αίσθημα καθήκοντος, την έννοια του δασκάλου, τη σχέση πατέρα-κόρης, τη βαρβαρότητα του πολέμου, την ανάγκη για σταθερότητα. Αποτυπώνει επίσης μια περίοδο σε μια συντηρητική πλευρά της Αμερικής με την παρουσία της ακαδημαϊκής ζωής, πιο προοδευτικής από τη φύση της, να λειτουργεί θαυμάσια ως αντιδιαστολή.

Σπουδαία αμερικανική λογοτεχνία, μου έφερε στον νου δύο άλλους μεγάλους συγγραφείς τον Μπέλοου και τον Μαίηλερ, αναγνωστική απόλαυση και ανυπομονησία για τη μετάφραση κάποιου ακόμα έργου του Γουίλλιαμς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδη
Εκδόσεις Gutenberg

    

Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Μητροπολιτική αίσθηση - Georg Simmel




Ο τίτλος ήταν αρκετός για να μου κινήσει το ενδιαφέρον σε μια περίοδο που το ζήτημα της εγκατάλειψης ή όχι της Αθήνας στριφογυρίζει όχι μόνο στο δικό μου μυαλό αλλά και σε διάφορες συζητήσεις με ανθρώπους κυρίως της ηλικίας μου, κάπου στο μεταίχμιο ανάμεσα στην εργένικη ζωή και στην απόφαση για δημιουργία οικογένειας. Ξεφυλλίζοντάς το στάθηκα στην ημερομηνία έκδοσης, 1903, και αυτόματα έκανα τη σκέψη: πόσο επίκαιρη μπορεί να είναι μια κοινωνιολογική μελέτη για τις μητροπόλεις γραμμένη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα; Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που αποφάσισα να το διαβάσω.

Και η απάντηση ήταν η προφανής. Ένας διορατικός και καταρτισμένος επιστήμονας, όπως αποδείχτηκε με την ανάγνωση ο Georg Simmel, είναι ικανός να διαγνώσει σταθερές και χαρακτηριστικά που παρατηρούνται διαχρονικά, παρατηρήσεις που, προσαρμοσμένες ανάλογα, μπορούν να αποτελέσουν εργαλεία κατανόησης του σύγχρονου κόσμου πάνω από έναν αιώνα μετά.
Τα βαθύτερα προβλήματα της σύγχρονης ζωής πηγάζουν από την αξίωση του ατόμου να διατηρήσει  την αυτονομία και την ιδιοτυπία του Είναι του απέναντι στις υπερκείμενες δυνάμεις της κοινωνίας, της ιστορικής κληρονομιάς, της εξωτερικής κουλτούρας και της τεχνικής οργάνωσης της ζωής -η πιο πρόσφατη μορφή της μάχης με τη φύση, την οποία ο πρωτόγονος άνθρωπος έπρεπε να δώσει για την ίδια του τη σωματική ύπαρξη.
Έτσι ξεκινάει το πρώτο από τα δύο δοκίμια της έκδοσης με τον τίτλο Οι μεγαλουπόλεις και η διαμόρφωση της συνείδησης, και μοιάζει τόσο, μα τόσο επίκαιρος ως συλλογισμός· ίσως μόνο να πρόσθετε κανείς και την υπερπληροφόρηση ανάμεσα στους "εχθρούς" του ατόμου στην προσπάθεια διατήρησης της αυτονομίας και της ιδιοτυπίας του Είναι του. Και ο Simmel συνεχίζει, επιχειρώντας την αντιπαραβολή ανάμεσα στη ζωή στη μεγαλούπολη και στην κωμόπολη, εκεί που ο χρόνος για παράδειγμα δεν είναι τόσο σημαντικός, αντίθετα με τη μεγαλούπολη, όπου μια στιγμιαία βλάβη των ρολογιών είναι ικανή να προκαλέσει χάος και σύγχυση. Επισημαίνει την απάθεια των κατοίκων των μεγαλουπόλεων, απάθεια που δεν πηγάζει από κάποια νοητική αδυναμία, αλλά από την υπέρμετρη τροφοδότηση των αισθήσεων, αυτή τη διαρκή εναλλαγή ερεθισμάτων και την επακόλουθη προσαρμογή σε αυτή τη διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα.

Διαβάζοντας κείμενα όπως αυτό, αναπόφευκτα ο αναγνώστης κάνει σκέψεις και συνδέσεις με τις δικές του εμπειρίες. Έτσι κι εγώ. Όταν είχα πρωτοέρθει στην Αθήνα, εκεί γύρω στην ενηλικίωση, και με το σύμπλεγμα της μικρής κοινωνίας στην οποία τίποτα δεν παραμένει κρυφό, μου φαινόταν θαυμάσιο το γεγονός της αποξένωσης. Δεν ήξερα τη διπλανή μου στην πολυκατοικία και δεν με ένοιαζε, ποτέ δεν χρειάστηκα άλλωστε να ζητήσω ένα λεμόνι ή λίγο αλάτι, και έτσι ένιωθα ήσυχος και απαλλαγμένος απ' το άγχος της παρατήρησης και της κριτικής. Περπατούσα στους δρόμους και δεν πετύχαινα σχεδόν ποτέ κάποιον γνωστό, συνάντηση η οποία θα ανέκοπτε τη ροή της βόλτας μου στη μεγάλη πόλη με τα τόσα ερεθίσματα. Πόσο σοκαριστικό, αναλογιζόμενος τις πιθανότητες, ήταν όταν κάτι τέτοιο συνέβαινε στα πιο απίθανα μέρη. Με τον καιρό η μεγάλη πόλη με κούρασε, οι αποστάσεις και η ανάγκη οργάνωσης και της πλέον μικρής καθημερινής λεπτομέρειας, ο νεκρός χρόνος σε μετακινήσεις και αναμονές, το συνεχώς αυξανόμενο κόστος, χρηματικό και συναισθηματικό. Έπρεπε να επιλέξω ανάμεσα στη φυγή και την εγγύτητα στο κέντρο της πόλης, επέλεξα το δεύτερο και ανακάλυψα στον πυρήνα της τεράστιας πόλης μια μικρή πόλη, βιώσιμη και προσβάσιμη, με άπειρες δυνατότητες, με διαρκή ζωή και κίνηση, μια ήρεμη γωνιά στο χάος. Και η καθημερινότητά μου μεταβλήθηκε άμεσα, περπατώ περισσότερο, απολαμβάνω τις δυνατότητες και τις επιλογές εκείνες που λείπουν από τη ζωή στην επαρχία, γυρίζω χαρούμενος στο σπίτι.

Ας επανέλθω όμως στο βιβλίο του Simmel. Στο δεύτερο δοκίμιο της συλλογής, συμπληρωματικό κατά μία έννοια του πρώτου, με τίτλο Κοινωνιολογία των αισθήσεων, ο Γερμανός κοινωνιολόγος αναφέρεται κυρίως στην όραση και στην ακοή, επισημαίνοντας τις διαφορές και την κατά κάποιο τρόπο υπεροχή της όρασης έναντι της ακοής, αυτή την ικανότητα ταυτόχρονου πομπού και δέκτη που έχει το μάτι σε αντίθεση με το αυτί. Αλλά και την όραση στη ζωή στην πόλη, με τις εναλλαγές και την απώλεια της μεταβολής και της διάκρισης των λεπτομερειών, μέρος της προαναφερθείσας απάθειας του ατόμου της μεγάλης πόλης που αντίθετα με εκείνον της επαρχίας δέχεται μέγα πλήθος οπτικών πληροφοριών. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, ο κάτοικος της μεγαλούπολης αναγκάζεται να καταφεύγει στην, συχνά στιγμιαία, παρατήρηση του άλλου για να βγάλει ένα συμπέρασμα σχετικά με αυτόν, να κρίνει βιαστικά και να βιώσει ακολούθως συνήθως το συναίσθημα της αδιαφορίας, όμως ενίοτε και εκείνο του φόβου, του οίκτου, της αποστροφής, της οικειότητας ή και της γοητείας.  Επίσης αναφέρεται στην όσφρηση, ως κατώτερη όμως αίσθηση, και γι' αυτό πιο συνοπτικά, ενώ αντίθετα απουσιάζει εντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στην αφή, ίσως δείγμα συντηρητισμού της εποχής και της κοινωνικής τάξης του συγγραφέα, αναπόσπαστο κομμάτι όμως της ζωής στη μεγαλούπολη με τον συνωστισμό και τη διαρκή επαφή αγνώστων μεταξύ τους σωμάτων, απουσία που ίσως οφείλεται σε μια σεξουαλική προέκταση της αφής, ίσως και όχι, πάντως, όπως και αν έχει, σίγουρα δεν αποτελεί αμέλεια εκ μέρους του Simmel αλλά συνειδητή αποφυγή αναφοράς στην αίσθηση της αφής.

Κλείνοντας, τα δύο μικρού μεγέθους δοκίμια της έκδοσης περιέχουν ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις, διαχρονικές και επίκαιρες ως προς τη ζωή στη μεγάλη πόλη, αν και εκπονημένα πάνω από εκατό χρόνια πριν, τότε που άρχισαν να διαμορφώνονται οι μητροπόλεις. Σκέψεις και παρατηρήσεις χρήσιμες στον αναγνώστη, αφορμή για επαναπροσέγγιση της καθημερινότητας και της πλοήγησής του στην πόλη, αφορμή για να παρατηρήσει από κοντά και να επαναπροσδιορίσει ίσως τη θέση του στον αστικό ιστό.

Μετάφραση Ιωάννα Μεϊτάνη
Εκδόσεις Άγρα

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Ένα δικό σου δωμάτιο - Virginia Woolf




Μα, μπορείτε να πείτε, εμείς σου ζητήσαμε να μιλήσεις για τις γυναίκες και την πεζογραφία - τι δουλειά έχει αυτό μ' ένα δικό σου δωμάτιο; Θα προσπαθήσω να εξηγήσω. Όταν μου ζητήσατε να μιλήσω για τις γυναίκες και την πεζογραφία κάθισα στην όχθη ενός ποταμού κι άρχισα ν' αναρωτιέμαι τι σήμαιναν οι λέξεις. Μπορεί να σήμαιναν απλώς μερικές παρατηρήσεις για την Φάνυ Μπάρνεϋ· μερικές άλλες για την Τζέην Ώστεν· κάποιο φόρο τιμής προς τις Μπροντέ κι ένα σκίτσο του Πρεσβυτέριου του Χάουρθ σκεπασμένο απ' το χιόνι· αν ήταν δυνατόν, μερικά ευφυολογήματα για την μις Μίτφορντ· μια σύντομη και γεμάτη σεβασμό μνεία για την Τζωρτζ Έλιοτ· μιαν αναφορά στην κυρία Γκάσκελ και θα 'χαμε τελειώσει. Όταν όμως τις ξανακοίταξα, οι λέξεις δεν φαίνονταν και τόσο απλές.

Δεν ξέρω τι περίμεναν οι διοργανωτές και οι ακροατές ν' ακούσουν από τα χείλη της Γουλφ σχετικά με τις γυναίκες και την πεζογραφία, το σίγουρο πάντως είναι ότι ο τρόπος σκέψης και προσέγγισης των πραγμάτων της συγγραφέως, που τοποθέτησε το δικό της τεράστιο λιθαράκι στο οικοδόμημα της λογοτεχνίας, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, είναι ιδιαίτερος, εγκεφαλικός και συναισθηματικός ταυτόχρονα, ακαδημαϊκός και διαισθητικός μαζί. Και ο όρος δοκίμιο δύσκολα μπορεί να περιγράψει ικανοποιητικά το κείμενο αυτό, παρότι ξεκάθαρα πρόκειται για δοκίμιο, αλλά όχι μόνο. Το ξεκαθαρίζει και η ίδια η Γουλφ, ήδη από την αρχή: Εδώ είναι δυνατόν η πεζογραφία να περιέχει περισσότερες αλήθειες παρά γεγονότα. [...] Δεν χρειάζεται να πω ότι αυτό που θα περιγράψω δεν υπάρχει. Το Όξμπριτζ είναι πλαστό το ίδιο και το Φέρναμ. Το Εγώ είναι μονάχα ένας βολικός όρος για κάποιον που δεν υπάρχει πραγματικά.

Με έναν τρόπο απλό και κατανοητό, λογοτεχνικό και δοκιμιακό, θα περιδιαβεί την ιστορία της γυναικείας ιστορίας, μέσα από τη λογοτεχνία, χωρίς να αφήσει εκτός τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, τα όρια ελευθερίας και ανεξαρτησίας, την πατριαρχική επιβολή και το φεμινιστικό κίνημα. Οι ελευθερίες που βίωναν το 1928 οι γυναίκες δεν ήταν ούτε πολύχρονες ούτε απεριόριστες, ο αγώνας βρισκόταν (και ακόμα βρίσκεται) σε εξέλιξη, όμως σίγουρα είχαν γίνει κάποια σπουδαία βήματα ενάντια στον αποκλεισμό των γυναικών (και) από τη λογοτεχνία. Η γυναικεία λογοτεχνία, δειλά και διστακτικά, είχε αρχίσει να χτίζει κάποιο παρελθόν, κάποιες βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε και μεγάλωσε, βάσεις οι οποίες έδωσαν τη δυνατότητα σε περισσότερες συγγραφείς να γράψουν γυναικεία, όχι με τον τρόπο τον οποίο οι πατριάρχες όριζαν (και ακόμη ορίζουν) αλλά με τον τρόπο που εκείνες ένιωθαν (και πάντα θα νιώθουν) ν' αναβλύζει από μέσα τους.

Δεν έχει νόημα, μοιάζει να λέει η Γουλφ, να αναφερθούμε στο παρελθόν απλώς και μόνο με χαρακτηρισμούς καλολογικούς και φιλολογικούς, πρέπει, επιμένει, να συνειδητοποιήσουμε τη σημασία της αρχής, την επανάσταση που έφεραν η Ώστεν, η Έλλιοτ, οι αδερφές Μπροντέ, τη σημασία που έχουν για εμάς σήμερα -για όλους μας, όχι μόνο για τις γυναίκες, αν και κυρίως για αυτές- εκείνα τα πρώτα μυθιστορήματα που ίσως σε κάποιους μοιάζουν, όχι απλώς παρωχημένα, αλλά και δεδομένα ως προς την ευκολία των συνθηκών που καθόριζαν (και πάντα καθορίζουν) τη γραφή, όπως για παράδειγμα ένα δικό σου δωμάτιο.

Βιβλίο εξαντλημένο εδώ και καιρό, το οποίο αναζητούσα, για να το βρω τελικά, πού αλλού;, σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο μια Κυριακή πρωί. Βιβλίο απολαυστικό και σημαντικό, το οποίο επιβάλλεται να κυκλοφορήσει ξανά και να διαβαστεί με προσοχή -όπως και όλα τα βιβλία της Γουλφ.

Μετάφραση Μίνα Δαλαμάγκα
Εκδόσεις Οδυσσέας


Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Μόνος - August Strindberg




Ύστερα από δεκάχρονη παραμονή στην επαρχία, ξαναβρίσκομαι στη γενέθλια πόλη μου και κάθομαι τώρα σ' ένα μεσημεριανό τραπέζι μαζί με τους παλιούς φίλους.
Με όποιες προσδοκίες ή σκέψεις και αν επιστρέψει κανείς, κάποτε, στην παλιά του ζωή, στη γενέθλια πόλη του για παράδειγμα, αναπόφευκτα, ακόμα και ενάντια στις προσδοκίες ή τις σκέψεις που προηγήθηκαν της επιστροφής αυτής, θα βρεθεί να αναζητά την επανασύνδεση με το νήμα εκείνο, η συνέχεια του οποίου διακόπηκε με την αναχώρησή του. Τότε, κατά πάσα πιθανότητα, θα διαπιστώσει, με κάποια θλίψη -ή ίσως ανακούφιση-, πως η τομή δεν γίνεται να αποκατασταθεί, πως ένα χάσμα υπάρχει να χωρίζει εκείνον από εκείνους τους παλιούς φίλους, πως οι ζωές -και πώς όχι;- εξελίχθηκαν διαφορετικά, οι υποσχέσεις και τα κοινά όνειρα ματαιώθηκαν. Δύο δρόμοι θα ανοίξουν τότε μπροστά σε εκείνον που επιστρέφει, από τη μία η απόπειρα για δημιουργία νέων συνεκτικών ιστών, από την άλλη η μοναξιά.

Ο συγγραφέας, επιτυχημένος πια, επιστρέφει εκεί που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Συναντά στο καφενείο τους παλιούς του φίλους και διαπιστώνει πως δεν υπάρχει πια εκείνο το παλιό συναίσθημα οικειότητας. Νοικιάζει δύο δωμάτια επιπλωμένα, και σιγά σιγά προσαρμόζεται σ' αυτό το νέο περιβάλλον. Συνεχίζει να δουλεύει, αναζητώντας την έμπνευση λίγο στο παρελθόν και λίγο στο παρόν, ο ρόλος του παρατηρητή τού ταιριάζει, περιφέρεται στην πόλη, επιλέγοντας δρόμους κεντρικούς ή ερημικούς, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμή και την εποχή του χρόνου. Στοχάζεται πάνω στη νέα αυτή κατάσταση, επιχειρεί να ορίσει τον εαυτό του απέναντι στο θηρίο της μοναξιάς, θηρίο, που με την κατάλληλη εσωτερική δύναμη και αντιμετώπιση, δεν αποκλείεται να εξημερωθεί και να μετατραπεί σε συνοδοιπόρο ζωής. Συνειδητοποιεί πως η ύπαρξη εναλλακτικής, κυρίως λόγω της οικονομικής του δυνατότητας, τον ανακουφίζει, του προσφέρει την αίσθηση πως η παρούσα κατάσταση δεν αποτελεί μονόδρομο μα επιλογή. Δεν αναφέρεται  ευθέως στα θεατρικά έργα που γράφει εκείνη την περίοδο, αν και παραθέτει διάφορα σκηνικά που του προσφέρουν έμπνευση, όπως η παρατήρηση από το χωρίς κουρτίνα παράθυρο μιας συντροφιάς συγκεντρωμένης γύρω από ένα τραπέζι ή η διασταύρωση με εκείνους τους άλλους περιπατητές των δρόμων.

Πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του Στρίντμπεργκ, εκείνο που κάνει το αυτοβιογραφικό αυτό κείμενο ξεχωριστό είναι η αλήθεια που περιέχει. Η μάχη ενάντια στη μοναξιά και τη θλίψη, η διαχείριση του νεκρού χρόνου, το αίσθημα ανακούφισης κατά τη βραδινή κατάκλιση, η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή μέσα από το άγγιγμα με αγνώστους στο τραμ, η -υποχρέωση για- δημιουργία και τα αισθήματα απέναντι στους κοντινούς του ανθρώπους συνθέτουν το πορτρέτο ενός ανθρώπου αληθινού, με οξεία παρατήρηση του εαυτού, με διάθεση (αυτο)κριτικής και στοχασμού. Η αντιμετώπιση του παρελθόντος, το οποίο ο χρόνος έχει ντύσει με έναν μανδύα νοσταλγίας, το παρόν που δυσκολεύει και ανακουφίζει την ίδια στιγμή, το μέλλον που πλησιάζει με απειλές και υποσχέσεις.

Το Μόνος, πέρα από ένα σπουδαίο λογοτεχνικά κείμενο, είναι σημαντικό γιατί αποκαλύπτει τον τρόπο σκέψης και τις οπτικές γωνίες ενός σημαντικού θεατρικού συγγραφέα. Η συγκεκριμένη έκδοση βασίστηκε στη μετάφραση του Ε. Χρυσάφη, που κυκλοφόρησε στις αρχές του εικοστού αιώνα, διορθωμένη και επιμελημένη από τις εκδόσεις Σκαρίφημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ε.Ι. Χρυσάφης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Η νόσος του Μοντάνο - Enrique Vila-Matas





Η αγάπη για τη λογοτεχνία, η ικανότητα ένταξής της σε ένα μυθιστορηματικό πλαίσιο, το πλήθος των αναφορών, η κρυψώνα του προσωπικού και η διάθεση για παιχνίδι. Έτσι θα συνόψιζα το έργο του Βίλα-Μάτας. Αυτοί, επίσης, είναι οι λόγοι που τόσο απολαμβάνω, μαγεύομαι και εμπνέομαι από τα βιβλία του. Η εμμονή με το τέλος της λογοτεχνίας, φόβος διάχυτος σε κάθε έναν από εμάς, τους πιστούς της, και το αντίδοτο, το μοναδικό αντίδοτο: μια ακόμα ιστορία, ένας ακόμα φόρος τιμής σε όλους εκείνους τους σπουδαίους που, χωρίς να μας γνωρίζουν προσωπικά, μας έσωσαν τη ζωή κάποια δεδομένη στιγμή.
Και να που τώρα βρίσκομαι εδώ, σε χειρότερη κατάσταση απ' ό,τι ήμουν όταν έφυγα από τη Βαρκελόνη, πιο άρρωστος μετά την εμπειρία της πνιγηρής συνάντησης ενός πατέρα και ενός γιου, που είναι λαβωμένοι κι οι δυο από την καταραμένη τη λογοτεχνία, αλλά με διαφορετικές ουλές ο καθένας: ο ένας (ο Μοντάνο) θέλει ασυζητητί να επιστρέψει στη λογοτεχνία· και ο άλλος θέλει να την ξεχάσει, τουλάχιστον για μερικές μέρες, αλλά μέχρι στιγμής δεν το έχει καταφέρει και, σαν να μην έφτανε αυτό, έχει κολλήσει στην αρχή μιας λογοτεχνικής τρόπον τινά αφήγησης, την οποία μάλιστα γράφει στο ημερολόγιό του.
Πόσο παράλογο φαίνεται αλήθεια να προσπαθεί κάποιος να διαφύγει από τη λογοτεχνία, να πάψει πια να σκέφτεται τα πάντα λογοτεχνικά, να βρίσκει καταφύγιο σε ένα ημερολόγιο, εξιστορώντας αυτόμ ακριβώς τον αγώνα διαφυγής από τη λογοτεχνία, αποφασίζοντας να γίνει ο ίδιος η ενσάρκωση της λογοτεχνίας και να πολεμήσει μέχρι τελικής πτώσης τους εχθρούς της λογοτεχνίας.

Η ευχέρεια στην αφήγηση και το καθαρό μυαλό επιτρέπουν στον Βίλα-Μάτας ένα διαρκές παιχνίδι δημιουργίας και αφανισμού αναγνωστικών προσδοκιών, η αλήθεια καταρρίπτεται, το ψέμα ομολογείται, ο μύθος χτίζεται, η αφήγηση συνεχίζεται, τα λογοτεχνικά είδη εναλλάσσονται διαδοχικά και αβίαστα το ένα το άλλο, η κάθε αφήγηση προσεγγίζεται από την επόμενη, η οποία την περιλαμβάνει, οι λογοτεχνικοί και επινοημένοι ήρωες αποκτούν ζωή. Ο αναγνώστης παρασύρεται σε αυτό το παιχνίδι, απομένοντας μαγεμένος να παρακολουθεί τη σκέψη και τις ευφάνταστες εναλλαγές πορείας μιας αφήγησης οργιαστικής, εκεί που η μόνη αλήθεια είναι η επίδραση της λογοτεχνίας στον ανθρώπινο εγκέφαλο, η δεδομένη διάκρισή της από τον στείρο ρεαλισμό.

Πώς αλλιώς θα μπορούσε, άλλωστε, ένας δεδομένος λάτρης της λογοτεχνίας, να διηγηθεί μια οποιαδήποτε ιστορία, ειδικότερα σε πρώτο πρόσωπο μέσω ενός εναλλακτικού εαυτού, αν όχι κάνοντας εκτεταμένη χρήση της ίδιας της λογοτεχνίας;

Και εκτός από τη δεδομένη αναγνωστική απόλαυση, τα έργα του Βίλα-Μάτας ενισχύουν την αγάπη για τη λογοτεχνία, δημιουργώντας επιπλέον ανάγκη για καταβύθιση σε αυτόν τον χωρίς όρια κόσμο. Όμως δεν είναι μόνο αυτό, είναι και η έμπνευση που αντλεί ο αναγνώστης, η επιθυμία που του δημιουργείται να προσλαμβάνει τον κόσμο μέσω της λογοτεχνίας, να εξιστορεί το προσωπικό με έναν τρόπο λογοτεχνικό, να εκφράζεται διαφορετικά. Ένας εργάτης της λογοτεχνίας είναι ο Βίλα-Μάτας, υπενθυμίζοντας διαρκώς την επίδραση και τη σημασία της, απομακρύνοντάς την από τα περίκλειστα και αποστειρωμένα μέρη, όπου ζει συχνά φυλακισμένη, αφήνοντάς την ελεύθερη στην καθημερινότητα και τον καθαρό αέρα, στο απροσδόκητο της πραγματικής ζωής. Και όλα αυτά χωρίς να κάνει απλή επίδειξη γνώσεων αλλά προτάσσοντας την ανάγκη και την επιθυμία να διηγηθεί μια ακόμα ιστορία.

Μετάφραση Γεωργία Ζακοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη


Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Το Μέσα Από Τα Βλέφαρά Μας - Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης




2015
Το μυθιστόρημα είναι ντοκιμαντέρ.

...της δικής σου ζωής και της παρατήρησης, των βιωμάτων και των φίλων, των μυθιστορημάτων, των τραγουδιών, των ταινιών, της τέχνης. Του έρωτα. Προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων. Όλων εκείνων που οι φωτογραφίες δεν έχουν τη δύναμη να πουν. Είναι σύνθεση μέσω της αφαίρεσης, το περιττό υποχωρεί από το βάρος του, και παραχωρεί -με το ζόρι, και καλώς παθαίνει- τη θέση του στο ξεχωριστό, στο υποκειμενικά αξιολογημένο ως ξεχωριστό. Η έμπνευση είναι μέσα και γύρω μας, αυτόφωτη και ετερόφωτη, είναι εγώ και οι άλλοι, το άλφα κεφαλαίο, αλλά και το έψιλον. Οι τόποι και η τυχαιότητα, οι φίλοι -ναι ξανά οι φίλοι- και οι επιλογές. Οι χωρισμοί, οριστικοί και προσωρινοί. Οι μάχες: νίκες, ήττες, εκεχειρίες -με όποια σειρά και σε όσες επαναλήψεις. Η πόλη το βράδυ, κάθε βράδυ, η ύπαιθρος την άνοιξη, κάθε άνοιξη. Τα στέκια της Αθήνας, το κέντρο του κόσμου, τα όνειρα της επαρχίας, η περιφέρεια του κύκλου. Το αλκοόλ και ο καφές. Οι εξαρτήσεις: αποδοχή, έξοδος, πτώση -με όποια σειρά και με όσες επαναλήψεις. Τα πάθη και ο τοίχος απέναντι, λευκός με πιτσιλιές κόκκινες, ένας καμβάς. Είναι ο χρόνος, ποτέ όμως γραμμικός.

Βιωματικά θραύσματα που συνθέτουν ένα μυθιστόρημα εν τη απουσία του. Το παρελθόν μαγεύει, όμως και το παρόν μαγεύει. Κάποιοι ίσως αύριο περισσέψουν, όμως κάποιοι άλλοι ίσως αύριο προστεθούν. Ο αναγνώστης και ο δημιουργός, ο δημιουργός που διαβάζει και ο αναγνώστης που δημιουργεί, χορός αέναος προς το μέλλον. Η έκταση ποτέ δεν ήταν συνώνυμο της σπουδαιότητος. Ευτυχώς κάποιοι κυκλοφορούν με το υποδεκάμετρο να προεξέχει από την πίσω τσέπη του καλοσιδερωμένου τους παντελονιού, έτσι τους ξεχωρίζουμε, έτσι τους αποφεύγουμε ακόμα και στο τέλος της βραδιάς, όταν οι ατέλειες παίρνουν την εκδίκησή τους. Ευτυχώς κάποιοι άλλοι προβάλλουν το πάθος για την ομορφιά, αφήνοντας πίσω, ορατή μα στο βάθος, την απέχθεια για την ασχήμια. Ευτυχώς για κάποιους η τέχνη είναι ακόμα γιορτή και όχι μόνο κουτσομπολιό στο προαύλιο της εκκλησίας, μία μέρα την εβδομάδα και αν. Ευτυχώς κάποιοι ακόμα επιμένουν να τριγυρνούν στο κέντρο του κόσμου, αφήνοντας τους άλλους να κρίνουν από απόσταση, επιμένουν να στήνουν εκεί γιορτές, βιβλιοπωλεία, βραδιές, μυθιστορήματα.


Εκδόσεις Bibliothéque