Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Φλίππερ - Κώστας Θ. Καλφόπουλος





Υπάρχει μια ιστορία που θέλεις να διηγηθείς. Μια δεδομένη ιστορία που σε απασχολεί, σε πληγώνει, σε συγκινεί. Και όμως δεν μπορείς. Δεν ξέρεις γιατί δεν μπορείς απλώς να τη διηγηθείς με ονόματα και διευθύνσεις, να πεις ότι έγινε το τάδε ή το δείνα, πρώτα το τάδε κι ύστερα το δείνα, πώς ένιωσες, τι ήθελες να προσθέσεις αλλά δεν βρήκες το κουράγιο ή τον χρόνο, ίσως και τα δύο, να επαναλάβεις ότι θα ήθελες να γυρίσει πίσω ο χρόνος, ότι έτσι τα πράγματα θα είχαν διαφορετική εξέλιξη, ότι θα ήθελες να μπορέσεις να χρησιμοποιήσεις τη σημερινή σοφία σε παρελθούσες στιγμές, στιγμές άγνοιας και ανωριμότητας, να τα ρίξεις όλα στην κακή τύχη. Και δεν μπορείς. Δεν ξέρεις γιατί δεν μπορείς απλώς να διηγηθείς εκείνη την ιστορία.

Και οι μέρες περνούν και εσύ συνεχίζεις να ζεις μια ζωή διπλή, ένα μέρος της στο σήμερα -αναπόφευκτα- και ένα ακόμα στο χτες -που όλο μακραίνει. Και δοκίμασες -αλήθεια πόσες φορές;- να βάλεις κάτω τα δεδομένα, να βρεις την κατάλληλη αρχή, τον βηματισμό για να φτάσεις μέχρι το λυτρωτικό (;) τέλος. Δεν τα κατάφερες. Και δοκίμασες προφορικά, σε φίλους, κάποιο βράδυ σε κάποια μπάρα, όμως κάτι έλειπε, ή ίσως περίσσευε μια ταυτόχρονη διάθεση θυματοποίησης και ηρωισμού, μονόπλευρης μετατόπισης της ευθύνης. Και δοκίμασες μονολογώντας, κάποιο βράδυ αργά, επιστρέφοντας στο σπίτι, όμως η σκέψη αρνήθηκε να υποταχθεί στην επιθυμητή γραμμικότητα, εκείνη που θα έκανε δυνατό το πέρασμα από την ελάχιστη οπή του μυαλού, την απαλλαγή από το κυοφορούμενο βάρος.

Οι εικόνες και οι αναμνήσεις επιστρέφουν, άτακτα και απροειδοποίητα. Τότε, ξαφνικά, έρχεται η εικόνα. Για παράδειγμα η εικόνα των δυο σας να παίζεται για πρώτη φορά φλίππερ κάπου μακριά. Και τότε ξέρεις, δεν ξέρεις πώς, αλλά ξέρεις ότι αυτό είναι το όχημα της αφήγησης. Να μιλήσεις για κάτι που έχει χαθεί πια, έχει αντικατασταθεί ατελώς από κάποια νέα εκδοχή. Να γράψεις ένα δοκίμιο για το φλίππερ, που ο ψηφιακός του διάδοχος σε τίποτα δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Ναι, δοκίμιο θα το ονομάσεις, ένα δοκίμιο για το φλίππερ, μια ιστορία φαινομενικά άσχετη σε ένα κείμενο φαινομενικά αποστασιοποιημένο.
Όσο περνούσε ο καιρός κι όσο επανέφερε στο νου του πρόσωπα και πράγματα, μηχανήματα και αναγνώσματα, όλο και περισσότερο συνειδητοποιούσε ότι το φλίππερ, εκτός των άλλων, σχετιζόταν άμεσα με την πόλη και την περιπλάνηση (μέσα στην πόλη και στον "κόσμο των φλίππερ").

Εκδόσεις Greek Infographics

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Η μελαγχολία της αντίστασης - Laszlo Krasznahorkai





Το βιβλίο που αναζητούσα εκείνο το βράδυ θα έπρεπε να μου μουδιάσει το μυαλό, να μου περιχαρακώσει την προσοχή και να μου προσφέρει ένα αισθητικό καταφύγιο. Διάφορες επιλογές πέρασαν από το μυαλό μου, αρκετά βιβλία από τη στοίβα με τα αδιάβαστα φλέρταρα, ξεφυλλίζοντάς τα και νιώθοντας το βάρος τους στα χέρια μου, αναρωτήθηκα αρκετά μήπως θα έπρεπε να επιστρέψω στην ασφάλεια κάποιου ήδη γνωστού κειμένου -Το τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο για παράδειγμα ή τον Ξένο του Αλμπέρ Καμύ-, τέτοια αναγνωστική αναζήτηση βίωνα. Ευτυχώς έκανα τη σωστή επιλογή: Η μελαγχολία της αντίστασης.

Η προηγούμενη εμπειρία με το Πόλεμος και πόλεμος, η αίσθηση οικειότητας και η δεδομένη πίστη στη δύναμη του Κρασναχορκάι πως θα μπορούσε να ικανοποιήσει το τρίπτυχο των αναγνωστικών μου αιτημάτων από τη μία, και από την άλλη η δυναμική του τίτλου, η μελαγχολία όσων αντιστέκονται, η μοναξιά και η ματαιότητα που βιώνουν, ανεξάρτητα από το διακύβευμα της αντίστασης. Ήταν Δευτέρα βράδυ όταν διάβασα τις πρώτες σελίδες.
Γύριζε συστηματικά κάθε σελίδα του σπιράλ σημειωματάριου που διάβαζε αχόρταγα και, όταν έφτασε στο τέλος, ξαναβρέθηκε στην αρχική σελίδα, λες και αυτό το απόσπασμα της αφήγησης, αφήγηση που θα είχε σοκάρει υπερβολικά αυτόν που ήταν μέχρι χθες αλλά δεν ήταν πια σήμερα, παρά τον τρόμο που του προκαλούσε, ήταν ένα διδακτικό μήνυμα το οποίο τον είχε αναγκάσει να κάνει στροφή και να επανέλθει στην αρχή, να κάνει μια στροφή πριν ξαναρχίσει, υπονοώντας μ' αυτό τον τρόπο, πως ό,τι δεν είχε εμπεδώσει την πρώτη φορά, θα αφομοιωνόταν με τη δεύτερη ανάγνωση.
Υπάρχει μια παρανόηση. Αρκετοί λένε: το Χ βιβλίο μου άρεσε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να το αφήσω από τα χέρια μου, το τελείωσα το ίδιο βράδυ. Και αυτό, ισχυρίζονται, αποτελεί ένδειξη αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη για την ποιότητα του βιβλίου. Δεν είναι όμως ακριβώς έτσι. Η αχόρταγη ανάγνωση ως ένδειξη απόλαυσης δεν έχει να κάνει με την ταχύτητα. Κάθε βιβλίο ορίζει τον ρυθμό ανάγνωσής του. Το αργό βύθισμα στον κόσμο του, οι συμπυκνωμένες προτάσεις, το αίσθημα πληρότητας μετά από λίγες μόνο σελίδες, η διαρκής και επαναλαμβανόμενη επιθυμία να διαβάσω ξανά ένα προηγούμενο απόσπασμα, να αφήσω το βιβλίο για λίγο στην άκρη κοιτώντας ευθεία μπροστά, η αυτονομία της αναγνωστικής εμπειρίας στο σύνολο της κάθε ημέρας. Δέκα ημέρες μετά, επιταχύνοντας και επιβραδύνοντας, επιστρέφοντας και ανυπομονώντας, έφτασα στο τέλος. Απόλαυση.

Όλα θα ξεκινήσουν στο βαγόνι ενός τρένου, τρένο το οποίο θα περάσει με τερατώδη καθυστέρηση από τον έρημο σταθμό, εξοργίζοντας την κυρία Πφλάουμ, που υπολόγιζε να φτάσει σπίτι της νωρίτερα, μετά την ολιγοήμερη παραμονή της σε κάποιους συγγενείς, έχοντας την επιθυμία να επιστρέψει στην καθημερινότητα και τη σειρά της. Η κυρία Πφλάουμ δυσανασχετεί έντονα, μα χωρίς να έχει κάποια επιλογή αντίδρασης, συνειδητοποιώντας πως το εισιτήριο πρώτης θέσης τής είναι άχρηστο και πως θα πρέπει να νιώθει και τυχερή από πάνω που βρήκε μια θέση για να κάτσει στο γεμάτο βαγόνι και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, έχει να αντιμετωπίσει τη σεξουαλική παρενόχληση ενός άγνωστου άντρα. Με αυτό το αργό κινηματογραφικό τράβελινγκ ο Κρασναχορκάι, ακολουθώντας το τρένο που διασχίζει αργά μέσα στη νύχτα την ουγγρική ύπαιθρο, οδηγεί τον αναγνώστη μέχρι την ανώνυμη επαρχιακή πόλη της Ουγγαρίας, όπου και τοποθετείται η ιστορία που πρόκειται να διηγηθεί, μια ιστορία γεμάτη τρόμο, τρόμο που αιωρείται πάνω από την πόλη, με τα φώτα του δρόμου σβηστά για κάποιον άγνωστο λόγο, τρόμο που παίρνει τη μορφή ενός περιπλανώμενου τσίρκου που επισκέπτεται την πόλη, με κεντρικό θέαμα μια τεράστια φάλαινα και κάποιες τρομακτικές φήμες να συνοδεύουν τον θίασο.

Η μελαγχολία της αντίστασης είναι πιο προσβάσιμη συγκριτικά με το Πόλεμος και πόλεμος, χωρίς αυτό να αποτελεί ποιοτικό σχόλιο. Όλα τα στοιχεία της γραφής του Ούγγρου συγγραφέα είναι παρόντα, ο μακροπερίοδος -δουλεμένος μέχρι την ελάχιστη λεπτομέρεια- λόγος, η ποιητικότητα των περιγραφών, το χτίσιμο των χαρακτήρων, ο μίτος που παρασύρει τον αναγνωστη στον λαβύρινθο με ασφάλεια, ο στοχασμός, η επιμονή ενάντια στα τείχη τις ματαιότητας, η μελαγχολία, η πάντοτε καλοδεχούμενη μπερνχαρντική επιρροή, το διαρκές παιχνίδι με το παράλογο. Όμως, κυρίως και πάνω απ' όλα, η ικανότητα του συγγραφέα να αφήνει την αίσθηση του άχρονου και του άτοπου, προσδίδοντας έτσι στην κάθε μικρή αντίσταση έναν χαρακτήρα οικουμενικό, δίνοντας την ελευθερία στον αναγνώστη να προσαρμόσει την ιστορία στα δικά του βιώματα, στον δικό του κόσμο. Παρά το γεγονός πως η μετάφραση -με τη σύμφωνη γνώμη του συγγραφέα- έγινε από τη γαλλική έκδοση με όσες απώλειες μπορεί να συνεπάγεται αυτό, Η μελαγχολία της αντίστασης είναι ένα μυθιστόρημα δείγμα υψηλής λογοτεχνίας ενός σπουδαίου σύγχρονου συγγραφέα.

υγ. Να δείτε και την ταινία του τεράστιου Μπέλα Ταρ, Οι αρμονίες του Βερκμάιστερ, που βασίστηκε στο μυθιστόρημα.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ιωάννα Αβραμίδου
Εκδόσεις Πόλις



Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Η συντέλεια του κόσμου - Jenny Erpenbeck




Ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν, της είχε πει η γιαγιά της στην άκρη του λάκκου. Αλλά δεν ήταν αλήθεια αυτό, γιατί ο Κύριος είχε αφαιρέσει πολύ περισσότερα απ' όσα υπήρχαν -κι όλα όσα θα μπορούσαν να είχανε γίνει απ' το παιδί κείτονταν τώρα εκεί κάτω κι έπρεπε να τα σκεπάσει το χώμα. Τρεις χούφτες χώμα, και το μικρό κορίτσι, που βγαίνει τρέχοντας απ' το σπίτι με τη σάκα του στην πλάτη, το σκέπασε το χώμα, η σάκα τραμπαλίζεται πάνω κάτω, ενώ εκείνο όλο και απομακρύνεται· τρεις χούφτες χώμα, και η δεκάχρονη που παίζει πιάνο με χλομά δάκτυλα κειτότανε εκεί· τρεις χούφτες, και η έφηβη που την κοιτάζουνε οι άντρες επειδή τα μαλλιά της λάμπουνε τόσο χαλκοκόκκινα θάφτηκε ζωντανή· τρεις φορές ρίξανε χώμα, και η μεγάλη γυναίκα που θα της είχε πάρει, όταν θα είχε αρχίσει και η ίδια να γίνεται αργή, ένα εργόχειρο απ' τα χέρια με τα λόγια:αχ, μάνα, κι εκείνη αργά αργά απ' το χώμα που έπεφτε μες στο στόμα της έπαθε ασφυξία.
Μετά από κάποια χρόνια απουσίας από τα ελληνικά εκδοτικά τεκταινόμενα, και σε νέα πια εκδοτική στέγη, κυκλοφόρησε πρόσφατα το μυθιστόρημα της Γερμανίδας Τζέννυ Έρπενμπεκ, Η συντέλεια του κόσμου. Στο μυθιστόρημα αυτό διαφαίνεται μια αλλαγή πλεύσης εκ μέρους της συγγραφέως, η οποία, χωρίς να αποχωρίζεται το γνώριμο ύφος της και την επιμονή της στη γλωσσική και στυλιστική αρτιότητα, διηγείται μια ιστορία -προσωπική που όμως, όπως συνηθίζει, εντάσσεται πλήρως στη συλλογική- γραμμική με ένα σαφές πλαίσιο, αφήνοντας κατά μέρος τους υπαινιγμούς και την παραβολική διάθεση, χαρίζοντας στον αναγνώστη ένα πιο βατό μονοπάτι προσέγγισης της ιστορίας ενός μικρού κοριτσιού, γεννημένου στις αρχές του περασμένου αιώνα, από μάνα Εβραία και πατέρα χριστιανό.

Τι θα είχε συμβεί όμως αν; Αυτό είναι το κεντρικό ερώτημα γύρω από το οποίο στήνει την ιστορία της η Έρπενμπεκ, νιώθοντας μια βαθιά αγάπη για την ηρωίδα της και προσφέροντας μια ανακουφιστική εναλλακτική στον αναγνώστη κάθε φορά που τον τυλίγει η ασφυξία του τέλους. Με τη γνωστή αφηγηματική της χάρη, τη διάθεση για μινιμαλισμό, λειτουργικό πειραματισμό πάνω σε φόρμες κλασικές και με επίκεντρο πάντα τη μεγάλη Ιστορία, εκεί που τα αν δεν είναι τίποτα άλλο παρά κενές εικασίες, ελπίδες ματαιωμένες στο παρελθόν αλλά οδηγός για το μέλλον, ένας οδηγός πίστης πως την επόμενη φορά, στο επόμενο σταυροδρόμι η Ιστορία θα εξελιχθεί με έναν τρόπο διαφορετικό, ανθρώπινο και σωτήριο, η Έρπενμπεκ αποφασίζει να σώσει την ηρωίδα της αφού δεν μπορεί να σώσει τον κόσμο, κάνει το χρέος της ως δημιουργός με ανθρώπινα όρια και χωρίς θεϊκές δυνάμεις, ασχολείται με τις λεπτομέρειες του επιβλητικού κάδρου.

Ένα πέρασμα από τον πολυτάραχο εικοστό αιώνα, με τις μεγάλες αλλαγές και τις ματαιωμένες ελπίδες, τα μεταβλητά σύνορα και τις νέες πατρίδες, τους διωγμούς και τη μετανάστευση, τις εκατόμβες νεκρών και τις ανθρώπινες χαρές. Η κουραστική επανάληψη της ιστορίας, η διαρκής επιστροφή της ως φάρσα, η διήγηση των νικητών και η σιωπή των ηττημένων, ηττημένων που ενίοτε ανήκουν στο στρατόπεδο των νικητών. Τι θα είχε συμβεί όμως αν; Ο μικρόκοσμος και οι αποφάσεις των ανθρώπων, οι ελάχιστες εκείνες στιγμές· μια χούφτα χιόνι στο στήθος ενός μωρού, ένα γράμμα που παράπεσε, μια σκάλα λιγότερο επικίνδυνη. Μια ιστορία ανθρώπινη στις παρυφές της Ιστορίας, ζωές μεμονωμένων ανθρώπων που στροβιλίζονται στις δίνες των αποφάσεων που παίρνουν άνθρωποι πίσω από γραφεία.

Δεν είμαι ιστορικός, μοιάζει να λέει η Έρπενμπεκ, όμως άκουσα διηγήσεις και έζησα ένα μέρος του αιώνα αυτού, είμαι συγγραφέας και με αυτή μου την ιδιότητα μπορώ να επέμβω, να επινοήσω μια μικρή -σε μέγεθος αλλά όχι σε αξία- προσωπική ιστορία, και μέσω αυτής να φτάσω στο τέλος των "τι θα είχε συμβεί όμως αν;" όταν η Ιστορία θα μετατρεπόταν σε μονόδρομο, έστω και αν αυτή είναι μια προσωρινή και μεταβλητή κατάσταση. Δεν ξεχνώ, μοιάζει ακόμα να λέει η Έρπενμπεκ, την ποίηση και τη δύναμη των λέξεων, είμαι συγγραφέας και με αυτή μου την ιδιότητα ακολουθώ το νήμα τόσων και τόσων σπουδαίων συγγραφέων πριν από μένα, σκύβω πάνω στον άνθρωπο και την ιστορία, πρωτίστως για να καταλάβω εγώ η ίδια, να παίξω το παιχνίδι με τα αν, να ονειρευτώ έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς να ξεχνώ στιγμή τη σκληρότητα. Δεν καταφεύγω, επιμένει να λέει η Έρπενμπεκ, σε ευχολόγια και στρογγυλέματα, είμαι συγγραφέας και έχω την αποστολή να ασχοληθώ με εκείνους που υπέφεραν περισσότερο και ξεχάστηκαν πιο γρήγορα απ' τους άλλους, να υψώσω το δικό μου τείχος στην παραχάραξη της Ιστορίας.

Η συντέλεια του κόσμου είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα, ιδανική πύλη εισόδου στο έργο μιας σπουδαίας σύγχρονης συγγραφέως, πολυβραβευμένης και πολυσχιδούς καλλιτεχνικής φύσης, με τις εμμονές της -ίδιον κάθε δημιουργού- παρούσες, που αρνείται να καταφύγει στον συναισθηματικό εξαναγκασμό του αναγνώστη και την ανούσια μελοδραματική χρήση της γλώσσας, αφήνονταςς την ιστορία που διηγείται να βαραίνει από το ίδιο της το βάρος, χωρίς την ανάγκη από φορτώματα και φτιασίδια, μυθιστόρημα που διαβάζεται με ρυθμό καταιγιστικό και όμως, παρ' όλ' αυτά, αφήνει ανεξίτηλα σημάδια, στο μυαλό και την ψυχή.
Αυτή ξέρει, πολύ καιρό τώρα πια, αυτό που η κόρη της θα μάθει από τη μια μέρα στην άλλη: Στο τέλος μιας ημέρας που κάποιος πέθανε δεν έρχεται δα και η συντέλεια του κόσμου.
(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

   

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Αν





Αν δεν είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει, δεκαοχτώ χρονών κοπέλα, το σπίτι της, για να σπουδάσει υποκριτική, το όνειρό της ήταν να γίνει ηθοποιός, δεν θα είχε βρεθεί στην πρωτεύουσα της μικρής χώρας, μαζί με την καλύτερή της φίλη, να μετακομίζει από σπίτι σε σπίτι, να περνάει ώρες στη δραματική σχολή, πριν πάει στη δουλειά, και κάθε βράδυ σχεδόν θέατρο -αυτό θα έλεγε: κάθε βράδυ σχεδόν πήγαινα θέατρο εκείνα τα χρόνια-, δεν θα είχε γνωρίσει εκείνον τον πωλητή, το πρωί πωλητή σε εκδοτικό οίκο και το απόγευμα σπουδαστή δραματικής σχολής, εκείνον που κάποια μέρα της χάρισε ένα λεπτό βιβλίο μιας Γερμανίδας, το οποίο, χρόνια μετά, θα ήταν από καιρό εξαντλημένο. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν δεν την είχε γνωρίσει ένα καλοκαίρι σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη αυτός, τότε δεν θα είχε ξυπνήσει εκείνο το πρωί σπίτι της, νωρίτερα από εκείνη, δεν θα αποτύχαινε τόσο οικτρά όταν επιχειρούσε να ετοιμάσει έναν καφέ στην ξένη κουζίνα, κυρίως λόγω συστολής στο άνοιγμα των ξένων ντουλαπιών, συστολή την οποία στιγμή δεν ένιωσε όταν εξερευνούσε τη βιβλιοθήκη στο σαλόνι -είχε δικαιολογία: ήθελα να διαβάσω κάτι, θα έλεγε- και ανακαλύπτοντας ένα λεπτό βιβλίο με τον παράδοξα ελκυστικό τίτλο " Ιστορία του γερασμένου παιδιού" μιας συγγραφέως που δεν γνώριζε, που τίποτα για εκείνη δεν είχε ακούσει, με το όνομα Τζέννυ Έρπενμπεκ. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν δεν είχε το συνήθειο, πάλι αυτός, να τριγυρνάει στα παλαιοβιβλιοπωλεία, όχι μόνο τα σαββατοκύριακα, αλλά με κάθε ευκαιρία, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο στόχο, μα ανοιχτός στις νέες προκλήσεις, εκείνα τα βιβλία που κάποιοι αναγνώστες για κάποιον λόγο αποχωρίστηκαν -έλλειψη χώρου, οικονομική ανέχεια, μετακόμιση, θάνατος-, συχνά αποτελούσαν τυχαίες -πόσο του άρεσε αυτή η λέξη- ανακαλύψεις, κάπως έτσι, εκείνο το απομεσήμερο, ανάμεσα σε άλλα, αρκετά σκονισμένα και άτακτα τοποθετημένα, δεν θα ανακάλυπτε ένα ακόμα λεπτό βιβλίο με τον επίσης παράδοξο και ελκυστικό τίτλο "θεωρία της απειλής" ενός συγγραφέα που επίσης δεν γνώριζε, που τίποτα για εκείνον δεν είχε ακούσει, με το όνομα Μπότο Στράους. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν εκείνος ο συγγραφέας δεν είχε απομείνει μόνος στην αυγουστιάτικη Αθήνα, σε άδεια και άρα χωρίς την υποχρέωση να εγκαταλείπει το σπίτι καθημερινά στις εννέα το πρωί και να γυρίζει δέκα ώρες αργότερα, κουρασμένος και ψυχικά εξουθενωμένος, δεν θα είχε νιώσει την ανάγκη να ακονίσει ένα μαχαίρι και να διηγηθεί κάποιες ιστορίες ανθρώπων, και αργότερα, με τη χαρά και το άγχος της έκδοσης, αναζητώντας ιδανικούς αναγνώστες με κοινές αναφορές και αισθητική για τη λογοτεχνία, λογοτεχνία που ήδη επί χρόνια υπηρετούσε ως μεταφραστής, δεν θα έπεφτε πάνω στον αναγνώστη του Μπότο Στράους, και δεν θα έπαιρνε το θάρρος να του ζητήσει μία διεύθυνση αποστολής. Όλα όμως θα μπορούσαν να είχαν έρθει και αλλιώς.

Αν οι μεταφραστές εν γένει δεν ήταν πρωτίστως αναγνώστες που αγαπούν κάποιους συγγραφείς περισσότερο από κάποιους άλλους, άνθρωποι καθώς είναι κι αυτοί με πάθη, λίγο πιο έντονα από τον ευκταίο μέσο όρο, και αν δεν ένιωθαν κήρυκες μιας νέας θρησκείας και επιφορτισμένοι με την υποχρέωση να φροντίσουν τη μετάβαση από τη μία γλώσσα στην άλλη, διατηρώντας τους θησαυρούς αναλλοίωτους, να χαρίσουν την απόλαυση που οι ίδιοι ένιωσαν, διαβάζοντας το πρωτότυπο καθισμένοι για ώρες σε μια καρέκλα, χωρίς να σηκωθούν ούτε στιγμή. Όλα μπορεί να ήταν αλλιώς.

Όλα όμως  έγιναν με αυτόν τον τρόπο.


υγ. Σκέψεις μετά την ανάγνωση του μυθιστορήματος "Η συντέλεια του κόσμου" της Τζέννυ Έρπενμπεκ.


Τετάρτη, 12 Απριλίου 2017

Η εικόνα





Εκείνης, της πρώην του, της το είχε πει: μοιάζεις στον πατέρα σου· όμως σταμάτησε εκεί και δεν είπε: πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· ίσως να μην το είχε σκεφτεί τότε παρά μονάχα αργότερα, όταν εκείνη τον χώρισε μια μέρα ξαφνικά κι εκείνος έπρεπε να χτίσει μια νέα ιστορία: καλύτερα έτσι, δεν ταιριάζαμε έτσι και αλλιώς, άσε που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· και πώς να το είχε σκεφτεί τότε, στην αρχή τουλάχιστον, τότε που η νύχτα αργούσε τόσο πολύ να 'ρθει, τότε που ένιωθε τυχερός και το μόνο που σκεφτόταν ήταν: επιτέλους κι εγώ. Το είχε σκεφτεί, πρώτη φορά, ένα βράδυ που εκείνη ήδη από ώρα είχε αποκοιμηθεί κι εκείνος δεν τα κατάφερνε, κάτι το οποίο δεν θα είχε συμβεί αν εκείνη δεν είχε την έμμονη συνήθεια να αφήνει ένα φωτάκι ανοιχτό μην τύχει και ξυπνήσει μες στον ύπνο της και πανικοβληθεί μη ξέροντας πού βρίσκεται. Τι δεν θα είχε συμβεί όμως; Η αϋπνία ή σκέψη; Γύρισε πλευρό, εκείνο το βράδυ της αϋπνίας, στηρίχτηκε στον αριστερό αγκώνα του και έμεινε να παρατηρεί εκείνη την κοπέλα, που είχε εμφανιστεί έτσι ξαφνικά στη ζωή του -και έτσι ξαφνικά θα εξαφανιζόταν πάλι, αλλά ακόμη, τότε, ήταν νωρίς γι' αυτό- της καθάρισε το μέτωπο από τις άναρχες τρίχες, κάπως βαριές από την καλοκαιρινή υγρασία, δεν σκεφτόταν κάτι συγκεκριμένο, ένιωθε μια απροσδιόριστη ευδαιμονία, παρά την αϋπνία, την κόπωση και την αντίστροφη μέτρηση του επικείμενου πρωινού ξυπνητηριού, μια λογική βασίλευε, θαρρείς, και τότε, ξαφνικά, σχηματίστηκαν οι λέξεις: μοιάζει στον πατέρα της· και μετά δεν μπόρεσε ποτέ ξανά να την κοιτάξει χωρίς να το σκεφτεί αυτό, παρότι της το είπε, γιατί συμβαίνει καμιά φορά, να αποφασίσουμε να πούμε κάτι με την ελπίδα να το ξεφορτωθούμε, ρωτήστε τους ποιητές και τους λογοτέχνες επ' αυτού, και κάποιες φορές όντως συμβαίνει αυτό, να πούμε δηλαδή κάτι και να το ξεφορτωθούμε, να το δούμε να πέφτει από το ίδιο του το βάρος, όμως, στην προκειμένη περίπτωση δεν συνέβη αυτό· αντίθετα οι λέξεις έμειναν να αιωρούνται μπροστά από το πρόσωπό της, όλες τις φορές, πεπερασμένες τελικά, που εκείνος την κοίταξε.


Είχε μια κοπέλα, λοιπόν, που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό. Αυτό ήταν κάτι που το πίστευε ακράδαντα. Ταυτόχρονα όμως σκεφτόταν αν κάτι τέτοιο ήταν πολιτικά ορθό να ειπωθεί ή αν ήταν καλύτερο να μείνει μια σκέψη προσωπική, μια σκιά. Ίσως να μοιραζόταν τη σκέψη αυτή με την επόμενη αγαπημένη του, κάποια στιγμή που θα είχε ξεμείνει από κομπλιμέντα ή που θα είχε διάθεση για ένα αστείο, κάτι που θα δημιουργούσε έναν νέο δεσμό ανάμεσα τους, ίσως με τα φώτα σβηστά ή στο ημίφως που θα δημιουργούσε το φως του διαδρόμου μέσα από τη σχισμή της πόρτας, ίσως τότε να έσκυβε στο αυτί της, ξαπλωμένοι καθώς θα ήταν κάτω από τα σεντόνια, για να της πει ότι είχε μια πρώην που έμοιαζε στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό, και ίσως να γελούσαν με αυτό ή ίσως εκείνη να έψαχνε στο κινητό της μια φωτογραφία του δικού της πατέρα για άμεση σύγκριση και περαιτέρω γέλια, δεσμός που θα τους επέτρεπε, στην αρχή της σχέσης ή λίγο αργότερα ίσως, να δημιουργήσουν μια πλατφόρμα στο παρόν απ' όπου θα μπορούσαν να κοιτάζουν και να περιγελούν το παρελθόν, το παρελθόν που οι εραστές μισούν καθώς δεν αποτελεί έδαφος κοινό, ίσως μάλιστα και εκείνη να έλεγε κάτι για κάποιον δικό της πρώην, ίσως και κάτι πικάντικο, ποιος ξέρει, ίσως και όχι όμως, ίσως μάλιστα αυτή η διαπόμπευση του ερωτικού παρελθόντος από τη δική του τη μεριά να την ξενέρωνε, να έπεφτε στα μάτια της, καθώς θα σκεφτόταν πως εκείνος με την πρώτη ευκαιρία κάποιο αντίστοιχο σχόλιο θα έκανε και για εκείνη, σε μια παρέα αντρική, στο ημίχρονο ενός αγώνα ή κατά μήκος μιας μπάρας, γιατί μια επόμενη αγαπημένη ήταν κάτι το οποίο δεν θα μπορούσε να σκεφτεί προς το παρόν εκείνη, και όσο και αν σκεφτόταν τότε πως κάτι τέτοιο δεν θα την ένοιαζε, θα συνειδητοποιούσε πως τη νοιάζει, μια ελάχιστη όχληση από τα βάθη του μυαλού της θα ήταν ικανή να της φανερώσει το συναίσθημα αυτό, και μάλιστα θα την ένοιαζε αρκετά, όσο δηλαδή νοιάζει τους ανθρώπους η εικόνα που έχουν οι άλλοι για αυτούς, όσο θα ενοχλούσε δηλαδή και τον ίδιο, και ας μην το έχει σκεφτεί ή παραδεχτεί ποτέ, ακόμα και τώρα τόσο καιρό μετά, το σχόλιο ή απλώς το βλέμμα του πιθανού αποδέκτη της σκέψης, που ελάχιστα θα ενδιαφερόταν για το πολιτικά ορθό της έκφρασής της, αλλά αντίθετα, σχεδόν αυτόματα θα αναρωτιόταν: πώς είναι δυνατόν κάποιος να είναι με μια κοπέλα που μοιάζει στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό;
  
Και αλήθεια, πώς ήταν άραγε κάτι τέτοιο δυνατόν, αναρωτιέται τώρα εκείνος, περπατώντας με τα χέρια στις τσέπες στο δεξί πεζοδρόμιο του δρόμου, δρόμου διπλής κυκλοφορίας παρά το ελάχιστο μέγεθος, μέγεθός του που αυξομειώνεται ανάλογα με τα παρκαρισμένα οχήματα στην κάθε του πλευρά, οι οδηγοί των οποίων συνηθίζουν να λένε: μόνο για δύο λεπτά· αχ, σκέφτεται εκείνος, και να είχα όλα αυτά τα δύο λεπτά ως άθροισμα προσωπικό, έτσι σκέφτεται, καθώς ένα ερειπωμένο σπίτι τον αναγκάζει να εγκαταλείψει προσωρινά το κακοκατασκευασμένο πεζοδρόμιο, κάποιοι άνθρωποι κάποτε ίσως ζούσαν ευτυχισμένοι εδώ, ολόκληρο αρχοντικό πάνω στον κεντρικό δρόμο, δεν θα ήταν μικρό πράγμα, ίσως έμποροι που είχαν κάτω το μαγαζί και πάνω το σπίτι, τότε ένα αμάξι περνάει ξυστά από δίπλα του, η συνοδηγός τινάζει το τσιγάρο της με κάποια υποψία στυλ, και εκείνος, κάπως αγχωμένος, επιστρέφει στο πεζοδρόμιο και στην προηγούμενη σκέψη του, όχι εκείνη του αθροίσματος των λεπτών ή εκείνη την άλλη με τους ιδιοκτήτες του ερειπωμένου σπιτιού, αλλά την άλλη. Ναι, εκείνη. Πώς ήταν άραγε δυνατόν κάποιος να είναι με μια κοπέλα που μοιάζει στον πατέρα της, πράγμα όχι και τόσο θηλυκό ή ερωτικό· και δεν έχει απάντηση, όχι με επιχειρήματα τουλάχιστον, γιατί πάντα κάποιος μπορεί απλώς να απαντήσει πως γίνεται, και κάπου εκεί να τελειώσει ο διάλογος, απάντηση συνοδευόμενη ίσως και από ένα ανασήκωμα των ώμων. Εκείνος ακόμα περπατάει, πάντα με τα χέρια στις τσέπες, και δεν θα αργήσει να φτάσει, δέκα με δεκαπέντε λεπτά αργότερα, εξαρτάται από την ταχύτητα, εκεί που έχει να φτάσει.

Όμως τότε ξεπηδά ένα ακόμα ερώτημα, ίσως το πραγματικό και το πλέον σημαντικό απ' όλα, προπομπός του οποίου ήταν όλα τα προηγούμενα: γιατί τον απασχολεί ακόμα εκείνη η κοπέλα;  


Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η μπλε κιθάρα - John Banville




Να με λέτε Αυτόλυκο. Ή μάλλον όχι, αφήστε καλύτερα. Παρόλο που είμαι κι εγώ συλλέκτης αμελητέων αντικειμένων, όπως εκείνος ο διόλου αστείος παλιάτσος. Για να το πω πιο ακαλαίσθητα: κλέβω πράγματα. Ανέκαθεν έκλεβα, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Μπορώ δικαιωματικά να ισχυριστώ ότι υπήρξα ένα παιδί-θαύμα στην υψηλή τέχνη της κλεψιάς. Αυτό είναι το επαίσχυντο μυστικό μου, ένα από τα επαίσχυντα μυστικά μου, αν και δεν με κάνει να αισθάνομαι όση ντροπή θα όφειλα.
Ο Όλιβερ Όντγουεϊ Ορμ, εκτός από καθ' ομολογίαν κλέφτης, υπήρξε και καταξιωμένος ζωγράφος στο παρελθόν. Τώρα πια, εδώ και κάποιον καιρό, έχει εγκαταλείψει τη ζωγραφική, απόφαση που πήρε μάλλον εύκολα, όμως οι ρίζες της είναι πυκνές και δυσδιάκριτες. Τώρα, στο πατρικό του σπίτι, εκεί που βρήκε καταφύγιο, όταν εγκατέλειψε τη σύζυγο και την ερωμένη του, νιώθει την ανάγκη να γράψει ένα σύντομο χρονικό, μια απολογία των πεπραγμένων του. Έξω ακούγεται η βροχή, καθώς προσκρούει στις ταλαιπωρημένες από τον χρόνο επιφάνειες του σπιτιού.

Ο Τζον Μπάνβιλ, η Θάλασσα του οποίου υπήρξε ένα από τα βιβλία, που με γοήτευσαν και εντυπώθηκαν πολύ πιο έντονα από πολλά άλλα στη μνήμη μου, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω ακριβώς το γιατί -όχι πως έχει σημασία άλλωστε-, συλλέκτης σημαντικών βραβείων και διεθνώς αναγνωρισμένος, επανέρχεται με το καινούριο του μυθιστόρημα Η μπλε κιθάρα, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Τόνια Κοβαλένκο.

Ο αφηγητής που νιώθει την ανάγκη να διηγηθεί την ιστορία του σε μορφή απολογίας αποτελεί ένα αρκετά συνηθισμένο μοτίβο στη λογοτεχνία, σχεδόν από τις απαρχές της. Ανάγκη που όμως πρέπει να διέπεται από ορισμένες προϋποθέσεις, ώστε να αποτελεί ένα δυναμικό και όχι απλώς λειτουργικό εύρημα για τον συγγραφέα. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με τις ευκολίες και τις δυσκολίες της, διαθέτει μια αμεσότητα στην απεύθυνση, στοχεύοντας να αρπάξει τον αναγνώστη από τον λαιμό και να τον αναγκάσει να ακολουθήσει την αφήγηση του ήρωα. Κι εδώ βρίσκεται η κύρια ένστασή μου σε σχέση με το κατά τα άλλα καλογραμμένο και στιβαρό μυθιστόρημα του Μπάνβιλ: η αφήγηση δεν διαθέτει τον πυρετό εκείνο, δεν ακτινοβολεί την ανάγκη του αφηγητή να αποκαλυφθεί γυμνός, ή σχεδόν γυμνός, στον αποδέκτη. Δεν μοιάζει μετανιωμένος, έτοιμος να παραδεχτεί τα λάθη του, λάθη τα οποία ο ίδιος κατονομάζει ως τέτοια, θυμίζει περισσότερο κάποιον που αποζητά τον οίκτο, το φιλεύσπλαχνο χτύπημα στην πλάτη, επιχειρώντας να μείνει προσηλωμένος σε κάποια αρχέγονη κοινωνική σύμβαση, σαν μια τελευταία μη ειλικρινή εξομολόγηση λίγο πριν το τέλος. Αμαρτία εξομολογουμένη ουκ έστι αμαρτία.

Αυτή η αίσθηση στερεί από το βιβλίο την απαραίτητη δυναμική, όχι για την ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα, αλλά για την προσήλωση στην αφήγησή του, την κατανόηση του λόγου για τον οποίο γίνεται η αφήγηση αυτή. Κατά τα άλλα, και αναμενόμενα με βάση τη συγγραφική υπογραφή, το μυθιστόρημα, όπως προείπα, είναι καλογραμμένο και στιβαρό, με υπολογισμένα στην ακρίβεια τα κοψίματα και τα ραψίματα στον αφηγηματικό χρόνο, καθώς το τώρα της γραφής διακόπτεται από τα παρελθόντα και επανέρχεται για να αποδώσει τη χρονική απόσταση, απόσταση η οποία όλο και μειώνεται, για να εξαλειφθεί τελικώς και να γίνει σύγχρονη των γεγονότων.

Τεχνικώς άρτια μα χωρίς την απαραίτητη ψυχή ώστε να συγκλονίσει, Η μπλε κιθάρα του Μπάνβιλ δεν μοιάζει ικανή να προκαλέσει μελλοντικά την ίδια επίδραση με τη Θάλασσα.

Μετάφραση Τόνια Κοβαλένκο
Εκδόσεις Καστανιώτη  

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Συνασπισμός ηλιθίων - John Kennedy Toole




Έχω μια φίλη Ισπανίδα που λέει: δεν μου αρέσουν οι ιστορίες αγάπης, δεν τις αντέχω, με κάνουν νευρική και μου προκαλούν αναγούλα· και όλα τα βιβλία είναι γεμάτα απ' αυτές, αδύνατο να γλιτώσει κανείς. Σκέφτομαι πόσο δίκιο έχει, όλα τα βιβλία είναι γεμάτα από ιστορίες αγάπης, αν και για μένα πάντα υπάρχει χώρος για ακόμα μία. Δεν είναι απλό να διαλέξει κανείς ένα βιβλίο, συνεχίζει, πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός. Φαντάζομαι τον διάλογο στο βιβλιοπωλείο: γεια σας, θα ήθελα ένα μυθιστόρημα που να μην περιέχει κάποια ιστορία αγάπης. Εκείνη, βέβαια, ποτέ δεν ρωτάει, ψάχνει μόνη της. Και ποιο είναι το αγαπημένο σου βιβλίο; τη ρώτησα κάποτε. Ο Συνασπισμός ηλιθίων, μου είπε, αλλά προφανώς θα το έχεις διαβάσει, είναι κλασικό. Όταν της είπα πως ούτε καν το γνώριζα, σχεδόν σοκαρίστηκε· με την πρώτη ευκαιρία μου το έκανε δώρο στα ισπανικά. Δεν το τόλμησα τότε, έψαξα όμως και βρήκα την ελληνική έκδοση. Άφησα το βιβλίο στο ράφι με τα προσεχώς και περίμενα να φτάσει η κατάλληλη στιγμή.

Η ιστορία γύρω από την έκδοση του βιβλίου είναι εξίσου εξόχως μυθιστορηματική με το ίδιο το βιβλίο. Ο Τουλ γράφει τον Συνασπισμό ηλιθίων στις αρχές της δεκαετίας του '60. Όσο όμως και αν προσπαθεί δεν καταφέρνει να βρει εκδότη. Το 1969 αυτοκτονεί. Τη σκυτάλη για την έκδοση του μυθιστορήματος παίρνει η μητέρα του. Κάπως έτσι ο Ιγνάτιος Τζέη Ράιλυ πέρασε στο πάνθεο των μυθιστορηματικών ηρώων, δικαίως και ευτυχώς.

Πρόκειται, λοιπόν, για την ιστορία του Ιγνάτιου, ενός πελώριου τύπου που ντύνεται με παράταιρα ρούχα, καθώς αρνείται να αποδεχτεί την ασχήμια της σύγχρονης μόδας, μένει με την μητέρα του στη Νέα Ορλεάνη, έχοντας επιστρέψει από χρόνια σπουδών, παίζει το λαγούτο του, προκαλώντας νευρικούς κλονισμούς στη γειτόνισσα, και αναγκάζεται, παρά τη θέλησή του, να αναζητήσει δουλειά μετά από τις ασφυκτικές πιέσεις της μητέρας του για να τη βοηθήσει στην αποπληρωμή μιας αποζημίωσης. Απέναντί του συνασπίζονται ένα σωρό ηλίθιοι: η μητέρα του, που αποφάσισε να γλεντήσει τη ζωή της, ένας αστυφύλακας, που δεν έχει ούτε μια επιτυχία στο βιογραφικό του, μια ιδιοκτήτρια μπαρ, που δεν τον θέλει μες στα πόδια της, τα αφεντικά και οι προϊστάμενοί του, μια παλιά συμφοιτήτριά του, που επιμένει πως το σεξ είναι η μόνη λύση για κάθε του πρόβλημα.

Μία λέξη που θα χαρακτήριζε το μυθιστόρημα αυτό; Εξωφρενικό, έτσι θα απαντούσα.

Ο Τουλ γράφει ένα μυθιστόρημα που όμοιό του δεν υπάρχει, όσο και αν αυτό αρχικά φαίνεται παράξενο όταν διαβάζει κανείς την υπόθεση. Επινοεί έναν ήρωα -ή μήπως ένα άλτερ έγκο του- μοναδικό, τον πελώριο Ιγνάτιο με τον πράσινο κυνηγετικό σκούφο, που απέχει πολύ από το να αποτελέσει πρόσωπο ταύτισης με τον αναγνώστη, έναν ήρωα που ξενίζει με τις ιδιαιτερότητες και τις μανίες του, ένα άθροισμα αντιθέσεων με τον έξω μέσο κόσμο. Τον Τουλ δεν τον νοιάζει καθόλου να καταστήσει συμπαθή τον ήρωά του, ούτε καν να εξυψώσει ως μνημείο την ιδιαιτερότητα του Ιγνάτιου, εκείνο που τον απασχολεί -και έπεται της επιθυμίας του να διηγηθεί την ιστορία αυτή- είναι να περιδιαβεί τον κόσμο μέσα από το σώμα του ήρωά του, να τονίσει τις αντιθέσεις, να φλερτάρει με την υπερβολή, να αναδείξει τον τρόμο του ατόμου απέναντι στον μεγάλο κόσμο, να μην αφήσει ταμπού για ταμπού εκτός βολής. Ο Ιγνάτιος αποτελεί, παρά τη διαφορετικότητά του, ένα αναπόσπαστο μέρος του κόσμου τον οποίο ακριβώς μάχεται, και εκεί βρίσκεται η οξυδέρκεια της έμπνευσης του Τουλ, καθώς ο Ιγνάτιος συνδυάζει ένα τεράστιο Εγώ με μια ανθρωπιστική ματιά, συνδυασμός προβληματικός εν τέλει, συνδυασμός παρών σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού.

Μυθιστόρημα απολαυστικό, που αφήνει μια γλυκόπικρη αίσθηση. Αδύνατον να γελάσει κανείς χωρίς να ζοριστεί ταυτόχρονα συναισθηματικά, με έναν ήρωα που παραμένει ξένος λόγω της ιδιαιτερότητάς του, ένας χαρακτήρας που δύσκολα γίνεται κατανοητός, ο Ιγνάτιος είναι κάποιος που από απόσταση και μόνο μοιάζει συμπαθής αλλά δύσκολα θα τον άντεχε κανείς στην καθημερινότητά του. Ο Τουλ μοιάζει να λέει: κοιτάξτε πώς είναι ο κόσμος, κοιτάξτε και πώς είναι κάποιος διαφορετικός από τον κόσμο, διαφορετικός όμως όπως εκείνος είναι και όχι όπως εσύ, αναγνώστη, τον φαντάζεσαι. Η ανοχή στη διαφορετικότητα είναι μία κουβέντα εύκολη για πολλούς.


Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Καστανιώτη   

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

T2 Trainspotting (2017)





Κάθε γενιά έχει μία ταινία ορόσημο, τουλάχιστον μία, που ξεπερνάει τις προσωπικές αδυναμίες -συναισθηματικές, βιωματικές, αισθητικές- του καθενός μας και αποκτάει, στο πέρασμα των χρόνων, έναν χαρακτήρα οικουμενικό, συμπυκνώνει και αποτυπώνει τον σφυγμό μιας γενιάς, σφυγμό συχνά δυσδιάκριτο και μη αναγνωρίσιμο από την κοινωνία και τους "ειδικούς", μιας γενιάς που γνωρίζει την αυστηρότητα και την καταδίκη των μεγαλύτερων μέχρις ότου ωριμάσει και αντικατασταθεί από την επόμενη, για να προστεθεί με τη σειρά της, σε έναν αέναο κυκλικό χορό, στους κριτές.

Θεωρώ πως τέτοια ταινία για τη γενιά μου, ή έστω για ένα σημαντικό μέρος της -για να προλάβω την όποια ένσταση- υπήρξε το Trainspotting. Είτε στην αίθουσα του κινηματογράφου, είτε στο φοιτητικό δωμάτιο, το Trainspotting άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του, φτάνοντας στην περιοχή του μύθου, εκεί που λίγες ταινίες καταφέρνουν να φτάσουν, και ας μην περιληφθεί -και δικαίως ίσως- ποτέ στη λίστα με τις σημαντικότερες ταινίες όλων των εποχών. Το αφισάκι με το Choose life κόσμησε ουκ ολίγα νεανικά δωμάτια, το soundtrack δεν έπαψε να ακούγεται κατά καιρούς, η κινηματογράφηση άνοιξε νέους ορίζοντες στο βρετανικό -κυρίως- σινεμά, και ας έμεινε πιο έντονα χαραγμένη στη συλλογική μνήμη η καταβύθιση ενός εκ των πρωταγωνιστών στη λεκάνη της τουαλέτας.

Είκοσι ένα χρόνια μετά τι έχει να προσφέρει ένα σίκουελ; Αρπαχτή ή όχι;

Είναι εκείνες οι στιγμές που στο άκουσμα μίας είδησης νιώθεις να καταλαμβάνεσαι από αντίρροπα συναισθήματα υψηλής έντασης. Ήταν πρωί, λίγο πριν φύγω για τη δουλειά, όταν άκουσα την επερχόμενη κυκλοφορία του δεύτερου μέρους. Από τη μία πώρωση, το παλιό soundtrack φορτώθηκε πάραυτα στο mp3 player για τον δρόμο, δρόμο που διανύθηκε σε εντονότερο από τον συνηθισμένο ρυθμό, από την άλλη σκεπτικισμός -αυτή η μάστιγα-: βρε λες να είναι ακόμα μία αρπαχτή της κινηματογραφικής βιομηχανίας, της στερημένης εδώ και χρόνια από ιδέες και αξιόλογα σενάρια; Πέρασαν οι μήνες και όλο και επανερχόταν -χάρη στην τεράστια προωθητική καμπάνια- η είδηση της όλο και εγγύτερης κυκλοφορίας. Καλά, θα πάμε, δεν το συζητώ, έλεγαν οι περισσότεροι γνωστοί μου. Οι περισσότεροι μάλιστα έτρεξαν από τις πρώτες κιόλας μέρες προβολής. Οι αντιδράσεις ανάμικτες, ακραίες. Αριστούργημα και αρπαχτή, χαρακτηρισμοί εναλλάξ.

Πέρασαν οι εβδομάδες, το όποιο hype είχε πια για τα καλά κατακάτσει, σχεδόν δεν υπήρχε πια στις αίθουσες, μόνο σε μια μικρή -πολύ μικρή- αίθουσα του κέντρου βόλευε. Πήγαμε. Κατηφορίζοντας ένιωθα την πάλη μέσα μου σε έξαρση. Προσδοκίες ελάχιστες, περιέργεια τεράστια. Τα φώτα έκλεισαν.

Και ήταν κάπως όπως τότε. Κάπως, όχι ακριβώς. Δεν είμαι δεκαεπτά πια, ούτε οι ήρωες βέβαια, όλα είναι διαφορετικά πια, οι υποχωρήσεις και οι οπισθοχωρήσεις σε σχέση με τότε αρκετές -για να μην πω πολλές- τα εναπομείναντα οχυρά ελάχιστα, οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν και μόνο κάποια στιγμιότυπα ηρωισμού μένουν να μας ανακουφίζουν, ξεγελάς τον εαυτό σου, ευτυχώς -σκέφτομαι- υπάρχετε και εσείς αντιπαραδείγματα και στη σύγκριση μαζί σας φαίνομαι κάπως γαμάτος και ας μη μοιάζω σε τίποτα με όσα ονειρεύτηκα και θέλησα κάποτε, και ας μην άλλαξε ο κόσμος αλλά εγώ. Έτσι περνούν οι μέρες πια, έτσι χαϊδεύω τα αυτιά μου τώρα, έτσι προχωρώ αβέβαια προς το αύριο, το κάθε μίας ημέρας αύριο.

Αρπαχτή δεν ήταν σίγουρα. Εκείνο που περισσότερο αναγνωρίζω στον Irvine Welsh -στο βιβλίο του οποίου βασίζεται η ταινία για να μην ξεχνιόμαστε πίσω από το όνομα του σκηνοθέτη Danny Boyle- είναι ότι αποφεύγει την επίκληση στη νοσταλγία, άλλωστε έχει και εκείνος μεγαλώσει πια και θα ήταν ανόητο και άσκοπο να αναζητήσει εκεί καταφύγιο. Και ας επαναλαμβάνονται τα λάθη, και ας στοιχειώνει το παρελθόν το παρόν, ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω.

Φανταζόμουν τη νύχτα που θα ακολουθούσε την προβολή κατάλληλη για βραδινή έξοδο: σκοτεινό μαγαζί, θέση στη μπάρα και αλκοόλ. Κάπως έτσι πίστευα πως θα ολοκληρωνόταν μια τέτοια βραδιά, μετά από μια τέτοια κινηματογραφική εμπειρία. Όμως όχι. Η ανάγκη που μου δημιουργήθηκε ήταν μια ανάγκη για ανοιχτό εξωτερικό χώρο, κάπου που να έχει το βλέμμα το απαραίτητο περιθώριο για να βολευτεί, λίγα λόγια, παρά τις όποιες στιγμιαίες εξάρσεις, ένα κουτάκι μπύρα από χέρι σε χέρι. Επιστροφή στο σπίτι τη βραδιά που κερδίσαμε μια ώρα φως.

Σίγουρα δεν είχε την τότε επίδραση, δεν ξέρω πως θα ένιωθα αν ήμουν πάλι έφηβος, δεν έχω κανένα στοιχείο για να κάνω έστω και μία παρακινδυνευμένη υπόθεση. Σίγουρα όμως έκανα καλά που την είδα, και μάλιστα σε κινηματογράφο, έστω και μόνο για την εκπληκτική σκηνή με το επαναδιατυπωμένο στη σύγχρονη εποχή Choose life.

Μία ευδιάκριτη άνω τελεία στην παρένθεση που άνοιξε τότε.

 

Δευτέρα, 3 Απριλίου 2017

Ιγκουάνα - Denis Thériault





Εμφανίζονται από την ανατολή, οι γλάροι, και συγκεντρώνονται σε φασαριόζικες μάζες πάνω στην κορυφή κάθε στέγης για να κλάψουν γοερά εν χορώ. Καλούν, απαντάνε, εξάπτονται οι μεν από τους δε, βγάζουν κάτι στριγκλιές σαν μάγισσες το Σάββατο, κι έτσι όπως το δωμάτιό μου βρίσκεται ψηλά, στη σοφίτα, τους ακούω καθώς περπατάνε. Θα νόμιζε κανείς ότι ένα τάγμα νάνων κάνει μανούβρες πάνω στο κεφάλι μου.
Ο νεαρός αφηγητής, μαθητής του δημοτικού, μένει πια με τους παππούδες του σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, έχοντας αφήσει πίσω του την πόλη. Οι γονείς του, λάτρεις της ταχύτητας και του χιονιού, είχαν ένα ατύχημα, όταν το μηχανοκίνητο έλκηθρο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε με τρένο. Ο πατέρας του διαμελίστηκε. Η μητέρα του έμεινε φυτό, και βρίσκεται στο νοσοκομείο. Τα βράδια ο μικρός δεν μπορεί να κοιμηθεί, ο εφιάλτης του πεντηκοστού τέταρτου χιλιομέτρου παραμονεύει. Επισκέπτεται καθημερινά τη μητέρα του στο νοσοκομείο, τη χαϊδεύει, της μιλάει, τη ζεσταίνει. Στο καινούριο σχολικό περιβάλλον τα πράγματα είναι δύσκολα, η μοναδική ελεύθερη θέση, στο βάθος της αίθουσας, είναι δίπλα σε ένα παράξενο και κλειστό παιδί, τον Λουκ Μπεζό, μόνιμο θύμα κοροϊδίας και κακοποίησης από τους δυνατούς και κακούς συμμαθητές του. Ο Λουκ Μπεζό μένει με τον πατέρα του, ο οποίος τον κακοποιεί συχνά.

Ο γαλλόφωνος Καναδός συγγραφέας Ντενί Τεριώ γράφει ένα μυθιστόρημα στον πυρήνα του οποίου βρίσκεται μια παιδική φιλία δυνατή και απόλυτη, όπως κάθε παιδική φιλία. Το βιβλίο έχει ημερολογιακή μορφή, γεγονός που επιτρέπει την ανάδυση των βαθύτερων σκέψεων και συναισθημάτων του αφηγητή, τη χρονική εξέλιξη της ιστορίας με την παράλληλη ηλικιακή ωρίμανση του αφηγητή, τη μαγική διάσταση -που τόσο αγαπά ο συγγραφέας, όπως φάνηκε και στην Παράξενη ζωή ενός μοναχικού ταχυδρόμου- να τρυπώνει δίχως να ξενίζει. Μυθιστόρημα γλυκόπικρο, από το οποίο πότε αναβλύζει το γέλιο και πότε το δάκρυ, δυνατό και ειλικρινές, με καλοσχηματισμένους και αληθοφανείς χαρακτήρες, κύριους και δευτερεύοντες, με ευφάνταστες και λειτουργικές παρομοιώσεις, χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, με έντονο το υδάτινο στοιχείο και το φυσικό περιβάλλον σε πρώτο πλάνο.

Αφηγηματική απλότητα, προσεγμένη γλώσσα δίχως επιτηδεύσεις, κινηματογραφική αίσθηση και στενή συγγένεια με τη γαλλική λογοτεχνία σε ένα τίμιων προθέσεων μυθιστόρημα που καταφέρνει να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη δίχως εξαναγκασμούς και ακρότητες.

Μετάφραση Ειρήνη Παπακυριακού
Εκδόσεις Χαραμάδα

Παρασκευή, 31 Μαρτίου 2017

Το κορίτσι με το κόκκινο παλτό - Kate Hamer




Ονειρεύομαι συχνά την Κάρμελ. Στα όνειρα μου περπατά πάντα ανάποδα.
Τη μέρα που γεννήθηκε είχε χιονίσει. Την κρατούσα στην αγκαλιά μου ενώ ένα ασημένιο φως διέγραφε τόξο μέσα από το παράθυρο.
Καθώς μεγάλωνε της έβγαλα το παρατσούκλι "το μικρό μου σκαντζοχοιράκι". Δεν μπορούσα να τη φανταστώ να ζει κάπου αλλού εκτός από την εξοχή. Τα πυκνά σγουρά μαλλιά της πετούσαν κι έμοιαζαν με θραύσματα γυαλιού και το κεφάλι της ήταν ίδιο με κεφαλάκι πικραλίδας.
Η Μπεθ, χωρισμένη μητέρα, ζει με την οκτάχρονη κόρη της, την Κάρμελ, και προσπαθεί να καλύψει το κενό του σχεδόν εξαφανισμένου πρώην άντρα της. Μια μέρα, σε ένα φεστιβάλ αφήγησης, η Κάρμελ θα εξαφανιστεί. Ένας από τους μεγαλύτερους φόβους κάθε γονιού παίρνει σάρκα και οστά, η Μπεθ, αλαφιασμένη, ψάχνει παντού, ανακοινώσεις από τα μεγάφωνα, η άφιξη της αστυνομίας, ανακρίσεις και ύποπτοι, φυλλάδια με τη φωτογραφία της μικρής, εκκλήσεις για οποιαδήποτε πληροφορία. Μάταια όμως. Η Κάρμελ δεν βρίσκεται πουθενά.

Η Χάμερ, στο πρώτο της μυθιστόρημα, αποφεύγει να αφηγηθεί μια περίπλοκη, αιματηρή και βίαιη ιστορία, επενδύει συγγραφικά σε μια ιστορία εξαφάνισης, απλή αλλά τρομακτική, αληθινά τρομακτική. Για να την υποστηρίξει όμως πρέπει να είναι προσεχτική και εφευρετική, να σκιαγραφήσει με ακρίβεια τους ήρωες και τα συναισθήματά τους, να μην πιαστεί στην παγίδα του συναισθηματικού εκβιασμού, να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, όχι μόνο ως προς την κατάληξη της ιστορίας, αλλά και ως προς το άπλωμά της. Η Χάμερ τα καταφέρνει άκρως ικανοποιητικά σε ένα λογοτεχνικό είδος -όχι άδικα- παρεξηγημένο και καταφρονημένο από πολλούς. Η ροή της ανάγνωσης δεν ανακόπτεται χωρίς αυτό όμως να είναι χαρακτηριστικό χαμηλής λογοτεχνικής αξίας, ως είθισται.

Και είναι, μάλλον, πρωτευόντως το θέμα, και ακολούθως η διαχείρισή του, που εμπλέκει συναισθηματικά τον αναγνώστη, η υψηλή πιθανότητα κάτι τέτοιο να συμβεί στην πραγματική ζωή, αντίθετα με τις ιστορίες κατά συρροή δολοφόνων και ευγενών προθέσεων αστυνόμων. Η συγγραφική επιλογή της παράλληλης πρωτοπρόσωπης αφήγησης ανάμεσα σε μάνα και κόρη, με την εναλλαγή σύντομων σχετικά κεφαλαίων, προσδίδει ταχύτητα και σφαιρικότητα στην αφήγηση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να γίνει μάρτυρας και των δύο οπτικών γωνιών. Στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μικρής η συγγραφέας καταφέρνει να μην πέσει σε μια συνηθισμένη παγίδα, τη γλώσσα που χρησιμοποιεί ένα οχτάχρονο παιδί, γλώσσα που στην προκειμένη είναι αρκετά πειστική.

Μυθιστόρημα όχι εύκολο λόγω θέματος, ένα αυθεντικό θρίλερ, το οποίο ο αναγνώστης δυσκολεύεται να θεωρήσει προϊόν οργιώδους συγγραφικής φαντασίας. Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, αρκετά ξεχωριστό στο είδος του, μια ευχάριστη έκπληξη εκτός των προσωπικών μου αναγνωστικών προτιμήσεων.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βάσια Τζανακάρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Τετάρτη, 29 Μαρτίου 2017

Δρόμος αντοχής - Jean Echenoz




Και δεν ξέρεις ποτέ, πού και πώς θα βρεθεί το νήμα εκείνο που θα σε οδηγήσει σε έναν ακόμα υπέροχο τόπο, βιβλίο στην προκειμένη, και αυτό δεν είναι μόνο μαγεία, αλλά και επιβεβαίωση πως το χάσιμο χρόνου είναι μια φράση που χρησιμοποιείται μάλλον καθ' υπερβολή, ενώ μια φωνή ακούγεται από το βάθος: παράτα το· εσύ συνεχίζεις μέχρι το τέλος.

Κάπως έτσι, μάλλον τυχαία ή απρόβλεπτα, βρέθηκα να διαβάζω για πρώτη φορά Echenoz, δημιουργό που ο μεταφραστής του στα ελληνικά, Αχιλλέας Κυριακίδης, δεν χάνει ευκαιρία να εκθειάζει· και όμως, δεν ήταν αυτό το καθοριστικό νήμα, αν και θα ήταν ίσως πιο λογικό, αν και τελικά φαίνεται πως η λογική ελάχιστα καθορίζει την αναγνωστική μας διαδρομή, αλλά εξαιτίας του βιβλίου που προηγήθηκε, με τον τίτλο Born to run, βιβλίο σχετικό με το τρέξιμο, ενδιαφέρον αλλά ως εκεί μάλλον, ικανό όμως να ανοίξει μια πόρτα γνωριμίας με έναν δρομέα που λόγω ηλικίας αγνοούσα, τον Τσέχο Εμίλ Ζάτοπεκ, ως αναφορά, όχι μεγαλύτερη μιας παραγράφου, σε κάποιον που έμοιαζε να τα κάνει όλα λάθος, ως προς την τεχνική και την προπόνηση, και όμως βρέθηκε κάτοχος παγκοσμίων ρεκόρ σε όλες τις αποστάσεις. Τότε ο μηχανισμός της μνήμης ενεργοποιήθηκε και τα κομμάτια ενώθηκαν: Ζάτοπεκ, Εσνόζ, Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις Πόλις: Δρόμος αντοχής. Με λίγη τύχη βρήκα εύκολα το βιβλίο, που φοβόμουν μήπως είναι εξαντλημένο.

Μέχρι τώρα δεν είχα διαβάσει Εσνόζ ακριβώς για τον λόγο που τελικά διάβασα Εσνόζ, εξαιτίας της μυθιστορηματικής βιογραφίας που αποτελεί τη θεματική των βιβλίων του, λογοτεχνικό είδος το οποίο δεν είναι το αγαπημένο μου, κάτι που προφανώς έχει να κάνει και με τα βιογραφούμενα πρόσωπα, συνθήκη που ανατράπηκε λόγω του ενδιαφέροντος που μου προκάλεσε ακαριαία η ελάχιστη αναφορά στον Εμίλ Ζάτοπεκ.
Τα σπορ πάντως, γενικώς τα απεχθάνεται. Μέχρι σημείου να εκφραστεί σχεδόν περιφρονητικά για τ' αδέλφια και τους φίλους του που περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους χτυπώντας ηλίθια μια μπάλα. Όταν, καμιά φορά, τον αναγκάζουν να παίξει, συμμετέχει με το σώμα απρόθυμο, είναι αδέξιος, δε σκαμπάζει γρυ απ' τους κανόνες. Κάνει μεν ό,τι μπορεί για να δείξει ότι ενδιαφέρεται, μα κοιτάζει αλλού, προσπαθώντας πονηρά ν' αποφύγει τη μπάλα, που την τροχιά της δεν την καταλαβαίνει ποτέ.   
Την πρώτη φορά που θα συμμετάσχει σε αγώνα δρόμου θα το κάνει από υποχρέωση, παρότι προσπάθησε να βρει κάθε πιθανή δικαιολογία για να τον αποφύγει. Τότε κάτι ξύπνησε μέσα του. Είναι η εποχή που οι Γερμανοί έχουν καταλάβει τη Τσεχοσλοβακία και ο αθλητισμός είναι μια διέξοδος για να κρατηθεί υψηλά το εθνικό φρόνημα. Ο Ζάτοπεκ αρχίζει να κερδίζει αγώνες παρά το ιδιαίτερό του στυλ στο τρέξιμο. Ένας δρομέας γεννήθηκε. Η καριέρα του ως δρομέα, η φήμη του που υψώθηκε σιγά σιγά, ακολουθεί τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα του, κάθε εξουσία θα επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τον Ζάτοπεκ, θα του επιβληθεί επιλεκτική έξοδος από τη χώρα για συμμετοχή σε αγώνες, θα απομονωθεί από τους δυτικούς δημοσιογράφους, ενώ εκείνος θα σπάει το ένα ρεκόρ πίσω απ' το άλλο, θα γίνεται θρύλος ακόμα και όταν δεν θα κερδίζει πια σε όλους τους αγώνες, ακόμα και όταν θα μοιάζει πως έχει αποσυρθεί, εκείνος θα επιστρέφει για ακόμα μία εντυπωσιακή κούρσα, χωρίς πρακτικά να έχει αλλάξει κάτι στο στυλ τρεξίματός του,το οποίο τεχνικά είναι λάθος, ούτε να έχει κάπως εξελίξει τον τρόπο του να προπονείται, που συνέχισε, μέχρι τέλους, να στηρίζεται περισσότερο στο ένστικτο και στην ανάγκη του να τρέχει.

Βιβλίο που διαβάζεται απνευστί. Η ιστορία ενός ανθρώπου με ένα τεράστιο πάθος, με μία εμμονή, αυτό, και όχι το τρέξιμο ως τρέξιμο, είναι που χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό, αυτή η αξέχαστη μορφή του Εμίλ Ζάτοπεκ.


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Born to run - Christopher McDougall




Για έναν αναγνώστη, σαν κι εμένα, που τα ενδιαφέροντά του περιορίζονται σχεδόν αποκλειστικά στη λογοτεχνία, η απόφαση για την ανάγνωση ενός βιβλίου non-fiction απαιτεί πάντα λίγη παραπάνω σκέψη, εμπεριέχει ένα ποσοστό ρίσκου, καθώς λαμβάνει χώρα σε αχαρτογράφητα ύδατα, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και ένα στοίχημα για τη διάρρηξη της αναγνωστικής μονομανίας.

Το βιβλίο αυτό το είχα βάλει καιρό στο μάτι, όχι τόσο για τον προφανή λόγο, δηλαδή το τρέξιμο, όσο για την αναφορά στη φυλή των Ταραουμάρα, ιθαγενών που ζουν σχεδόν απομονωμένοι στις οροσειρές του Μεξικού, μιας χούφτας ανθρώπων στην παραμεθόριο του πολιτισμένου τρόπου ζωής. Αυτές οι απομονωμένες κοινότητες ανέκαθεν μου προκαλούσαν το ενδιαφέρον. Παράλληλα ήλπιζα το βιβλίο αυτό να περιέχει ακόμα ένα συστατικό, το πάθος του συγγραφέα για το θέμα του βιβλίου του. 
Μέρες έψαχνα στην οροσειρά Σιέρα Μάδρε του Μεξικού το φάντασμα που είναι γνωστό ως Καμπάγιο Μπλάνκο -το Λευκό Άλογο. Είχα φτάσει επιτέλους στο τέρμα της διαδρομής, στο τελευταίο σημείο που θα φανταζόμουν ότι μπορώ να το βρω -όχι βαθιά στις ερημιές όπου έλεγαν ότι έχει στοιχειώσει, αλλά στο μισοσκότεινο λόμπι ενός παλιού ξενοδοχείου, στις παρυφές μιας κατασκονισμένης πόλης της ερήμου.
Ο ΜακΝτούγκαλ ξεκινά την έρευνα αυτή χωρίς να το ξέρει, οδηγήθηκε εκεί προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να μπορεί να συνεχίσει το καθημερινό χαλαρό τρέξιμο, το οποίο τόσο του άρεσε όμως παρ' όλ' αυτάτου προκαλούσε διαρκείς και επίπονους τραυματισμούς· οι γιατροί, οι πλέον εξειδικευμένοι, του συνιστούσαν ομόφωνα να εγκαταλείψει το τρέξιμο και να δοκιμάσει πιο ήπιες μορφές άσκησης, που θα καταπονούσαν λιγότερο το κορμί του. Εκείνος, από πείσμα περισσότερο, δεν το έβαλε κάτω. Έτσι έφτασε μέχρι τους Ταραουμάρα, συνάντησε προπονητές υπερμαραθωνοδρόμων, διάβασε έρευνες σχετικά με την τεχνολογία των υποδημάτων τρεξίματος, γοητεύτηκε από ιστορίες δρομέων με αντισυμβατικές συχνά μεθόδους προπόνησης.

Η αλήθεια είναι πως το βιβλίο δεν διαθέτει λογοτεχνικές αρετές, γεγονός που γίνεται ακόμα πιο φανερό όταν γίνεται προσπάθεια εμπλουτισμού του δημοσιογραφικού κειμένου έρευνας με περιγραφές συναισθημάτων και τοπίων, αλλά αυτή είναι μια παρατήρηση κάποιου που διαβάζει κυρίως λογοτεχνία. Ο ΜακΝτούγκαλ -και οι επιμελητές του βιβλίου- δεν στόχευσαν τόσο στη λογοτεχνικότητα, όσο στον εξωραϊσμό του κειμένου, που κινδύνευε να κατολισθήσει από το βάρος των τεχνικών λεπτομερειών, και στην απαραίτητη επίκληση στο συναίσθημα του αναγνώστη, του αναγνώστη που είτε τρέχει, είτε είναι υποψήφιος δρομέας και απλώς ψάχνει για ένα κίνητρο. Αν και ορισμένα στοιχεία επαναλαμβάνονται, ο ΜακΝτούγκαλ έχει κάνει καλή έρευνα και σύνθεση του υλικού του, επιτυγχάνοντας να γράψει ένα βιβλίο για το τρέξιμο, χωρίς να επικεντρώνεται αποκλειστικά στον αγώνα με τους Ταραουμάρα.

Δεν θα μπορούσε να απουσιάζει μια διάθεση για φιλοσοφικό στοχασμό, κάπως κλισέ και παιδικού, όπως για παράδειγμα η φράση: δεν σταματάς να τρέχεις επειδή γερνάς, γερνάς επειδή σταματάς να τρέχεις. Όμως, έχει ενδιαφέρον ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο από διάφορους δρομείς, το οποίο έγκειται στη ψυχική διάσταση του τρεξίματος και συχνά το παρουσιάζει ως μια μορφή διαλογισμού εν κινήσει, ως μία συνεδρία του δρομέα με τον εαυτό του, μια κατάσταση αποκοπής από την πραγματικότητα.

Έτσι, και επιχειρώντας να αξιολογήσω το βιβλίο με βάση τις προσδοκίες μου πριν την ανάγνωση, το πάθος του συγγραφέα στο οποίο ήλπιζα υπάρχει ευδιάκριτο, ενισχυμένο μάλιστα με το πάθος των υπόλοιπων προσώπων που εμφανίζονται στο βιβλίο. Ως προς τους Ταραουμάρα τώρα, σίγουρα δεν πρόκειται για μία επιστημονική ανθρωπολογική μελέτη, όμως παρουσιάζει το δικό της ενδιαφέρον, όχι μόνο ως προς το τρέξιμο, το οποίο προβάλλεται ως το κυρίως χαρακτηριστικό τους, αλλά και ως προς μια νοοτροπία και αντίληψη ζωής, που μάλλον δεν θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται  "άγρια" ελαφρά τη καρδία. Τέλος, ως προς το τρέξιμο, είναι ένα ενδιαφέρον βιβλίο, παρότι κάνει κοιλιά σε ορισμένα σημεία, διαθέτει ταυτόχρονα άλλα που θα μπορούσαν να εμπνεύσουν και να προκαλέσουν την ταύτιση του αναγνώστη ακόμα και αν δεν είναι -συνειδητά- δηλωμένος οπαδός του τρεξίματος. 

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Στέλλα Κάσδαγλη
Εκδόσεις Key Books

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Άμπωτη και πλημμυρίδα




Δεν παίρνουν τον δρόμο για την οθόνη οι λέξεις, λιμνάζουν, θαρρείς, στην επιφάνεια των πραγμάτων. Και η στάθμη ανεβαίνει. Και η ανάγκη επιτείνεται. Και η αδυναμία απόθεσης γονατίζει. Τώρα, σκέφτεσαι, τώρα που το έχω ανάγκη πραγματικά, ζωτική ανάγκη, τώρα είναι που αδυνατώ. Παράπονο και οργή. Και ο ήλιος έξω λάμπει. Και η άνοιξη διακρίνεται στο βάθος να καλπάζει.

Όμως, εσύ δεν ξέρεις άλλον τρόπο. Ή μάλλον ξέρεις, αλλά δεν τον εμπιστεύεσαι πια. Και επιμένεις. Να πετάξεις κάποιες λέξεις με το ζόρι, άναρχα, ποντάροντας στην τύχη. Μία λέξη. Κι ύστερα άλλη μία. Και κάπως έτσι ξεχνιέσαι. Ίσως στο τέλος σχηματιστεί εκείνο που δεν ήξερες να πεις. 'Εχει συμβεί ξανά, θυμάσαι; Θυμάσαι, αλλά δεν λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Πρέπει απλώς να συμβεί ξανά.

Ξέρεις πως ξαφνικά, όταν η στάθμη θα έχει πια κατακάτσει, οι λέξεις θα ξεχυθούν, αβίαστα και συντεταγμένα, το ένα κείμενο θα διαδέχεται το άλλο, η μια ιδέα την άλλη, όλα θα είναι εύκολα, ίσως και απλά, ευδιάκριτα και περιγράψιμα. Το ξέρεις, αλλά δεν βοηθάει. Όχι σήμερα, όχι τώρα τουλάχιστον. Ό,τι προηγείται πονάει. Το ξέρεις και σε φοβίζει.

Και αν δεν εμφανιστεί ποτέ ξανά η παλίρροια; Βιάζεσαι ν' απαντήσεις: μακάρι. Το ξανασκέφτεσαι. Δεν ξέρεις.


(Σήμερα το μπλογκ κλείνει επτά χρόνια. Γενέθλια, λοιπόν. Γιορτή.)

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα - Πάνος Τσίρος




Είχε προηγηθεί, δύο χρόνια πριν, η χρονικά δεύτερη συλλογή διηγημάτων του Τσίρου, Δεν είν' έτσι; Τότε, η πρώτη συλλογή, Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα, ήταν εξαντλημένη από τον εκδότη, συλλογή για την οποία αρκετοί μου είχαν μιλήσει με εγκωμιαστικά σχόλια, που έμοιαζαν βάσιμα και καθόλου υπερβολικά, κρίνοντας απ' όσα είχα σκεφτεί και νιώσει διαβάζοντας τη δεύτερη συλλογή του. Έψαχνα για καιρό δεξιά και αριστερά, σε σπίτια φίλων και σε παλαιοβιβλιοπωλεία, και η λύση τελικά ήρθε από την επανακυκλοφορία της συλλογής από καινούριο εκδοτικό οίκο. Ήταν ένα όμορφο νέο αυτό.

Νομίζω πως, υποσυνείδητα ίσως, αναζητώ με επιμονή τα στοιχεία εκείνα τα οποία θα αποδείξουν πως πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο πίσω από τις ιστορίες, σαν να επιθυμώ την εξάλειψη της αμφιβολίας σχετικά με την τυχαιότητα της έμπνευσης, τη σύνθεση -αυθαίρετη και υποκειμενική- της ταυτότητας του δημιουργού· τις εμμονές, τα βιώματα, τον τρόπο του να αφηγηθεί. Είναι μέρος του ορίζοντα των προσδοκιών που έχω κατά την επιστροφή στο έργο ενός συγγραφέα που έχω γνωρίσει και έχω εκτιμήσει στο παρελθόν. Έτσι και τώρα, ο λόγος για τον οποίο θέλησα να διαβάσω αυτό το βιβλίο ανάμεσα σε τόσα άλλα πιθανά ήταν η σκέψη/επιθυμία: θέλω να διαβάσω ξανά κάτι δικό του.

Και έχει η επιστροφή κάτι το οικείο ακόμα και αν πρόκειται για ιστορίες διαφορετικές, ο τρόπος του Τσίρου -ειδικά αυτό- να ξετυλίγει και να απλώνει την ιστορία του, η εγκοπή από την οποία επιλέγει να πιαστεί και να κινήσει την αφήγηση της ιστορίας του, ο τρόπος με τον οποίο η έμπνευσή του περνάει από παράγραφο σε παράγραφο είναι κάποιες στιγμές τόσο ορατός, χωρίς αυτό να στερεί κάτι από τη μαγεία και το απρόοπτο στην τροπή της εξέλιξης.
Το πρώτο μας σπίτι ήταν κοντά στις γραμμές του τρένου. Όταν ήμουν εφτά χρονών, έπαιζα ένα παιχνίδι. Περίμενα πότε θα φύγουν όλοι, και πήγαινα στην κουζίνα. Έβαζα τρία ποτήρια πάνω στο τραπέζι, ύστερα ακουμπούσα το κεφάλι μου στην επιφάνεια και περίμενα πότε θα περάσει το τρένο. Όταν το τρένο πλησίαζε, τα πάντα γύρω άρχιζαν να κουνιούνται. Διάλεγα ένα από τα ποτήρια και το κοίταζα επίμονα, κάνοντας ότι έχω τηλεπαθητικές δυνάμεις. Κέρδιζα αν κουνιόταν το ποτήρι που είχα διαλέξει.
Έχει και κάτι ακόμα αυτή η επιστροφή: την ανακούφιση να διαβάζω μια συλλογή διηγημάτων όπου συμβαίνει το προφανές -μα τόσο σπάνιο-, να μην περισσεύει λέξη. Να δικαιολογείται (και) με αυτόν τον τρόπο η επιλογή της μικρής φόρμας εκ μέρους του συγγραφέα, ως επιλογή και όχι ως ευκολία, όχι απλώς για να μοιραστεί μια ωραία ιδέα, αλλά για να αφηγηθεί μια ιστορία.
Υπάρχει μια αράχνη που δεν κάνει ιστό, αλλά φτιάχνει τη φωλιά της στο χώμα. Σκάβει βαθιά, και ύστερα την κλείνει από μέσα με μια πορτούλα. Η μεγάλη κοιλιά της είναι γεμάτη δηλητηριώδες υγρό. Μπορείς να τη βγάλεις έξω από τη φωλιά της μόνο αν την εκνευρίσεις. Παίρνεις ένα λεπτό κλαδάκι και, αφού τρυπήσεις την πορτούλα, το χώνεις μέσα, ξανά και ξανά, ερεθίζοντάς την. Κάποια στιγμή θα γραπωθεί απ' αυτό, και τότε είναι εύκολο να τη σύρεις έξω.
Η ευδιάκριτη αφηγηματική φωνή αποτελεί το απαραίτητο νήμα συνοχής της συλλογής. Ο χαμηλών τόνων λόγος με στολίδια κομψά, και όχι φανταχτερά που να χτυπούν στο μάτι, επιτρέπει την αβίαστη ροή της αφήγησης από σκέψη σε σκέψη. Εκείνα που κινητοποιούν την έμπνευση του συγγραφέα, λεπτομέρειες και ασήμαντα σε έναν κόσμο που κινείται σε γρήγορους ρυθμούς, προσωπικές μνήμες και ιστορίες που ίσως άκουσε κάποια στιγμή, προσθέτουν την ομορφιά εκείνη που επιτείνει το συναίσθημα πως στο γραφείο του δημιουργού επικρατεί μια γόνιμη ηρεμία, η δημιουργία ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα θόρυβο, μια πράξη υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, ένα συναίσθημα το οποίο μέσω των διηγημάτων μεταγγίζεται στον αναγνώστη.
Σήμερα το βράδυ έδειξαν για δεύτερη φορά στην τηλεόραση την εκπομπή για τον χορό Καρουάνα, που κάνει θραύση στην Αμερική. Μίλησαν χορογράφοι, κοινωνιολόγοι, δύο καθηγητές από το Χάρβαρντ, δημοσιογράφοι. Έγινε προσπάθεια να αναλυθεί σε βάθος το φαινόμενο, που φαίνεται ότι έχει πάρει διαστάσεις επιδημίας. Αυτός ο χορός βρίσκει ιδιαίτερη ανταπόκριση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Από τα πάρτι γενεθλίων των έγχρωμων μαθητών του δημοτικού, στα γκέτο του Χάρλεμ, έως τα πάρτι των κοσμικών στο Λονγκ Άιλαντ. 

Εκδόσεις Μικρή Άρκτος


Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Μία από τις δύο - Daniel Sada





Τώρα, πώς να το πεις; Μία σε δύο ή δύο σε μία ή τι. Οι αδελφές Γκαμάλ ήταν ολόιδιες... Να πεις, ακόμα, όπως συνήθως λένε: "Ήταν σαν δυο σταγόνες νερό", ίδια ηλικία, ίδιο ύψος και, από επιλογή, το ίδιο χτένισμα. Επιπλέον, ίσως να ζύγιζαν γύρω στα εξήντα κιλά -ας πάμε στο παρόν-: δηλαδή, από απόσταση: ποια είναι ποια; Η μία είναι η άλλη και η άλλη το αρνείται μερικές φορές, βέβαια πάντα στα κρυφά, γιατί είναι πολύ εκνευριστικό να έχει σωσία, σχεδόν σχεδόν μια κολλιτσίδα, αλλά το φταίξιμο είναι δικό τους που, με το πέρασμα των χρόνων, προσπαθούν να μιμηθούν η μια την άλλη ολοένα και περισσότερο. Τα τικ τους, οι κινήσεις τους, οι μορφασμοί τους, όλα ίδια, σαν να είναι αντικριστοί καθρέφτες. Δεν βαριούνται;
Όχι, καθόλου δεν βαριούνται οι αδελφές Γκαμάλ· και όχι μόνο δεν βαριούνται αλλά η ομοιότητα αυτή τούς δίνει νόημα στη ζωή. Βέβαια, όπως μπορεί εύκολα, και χωρίς πολλή πολλή σκέψη, να υποθέσει κανείς, οι δύο αδελφές έχουν κάτι ελάχιστο που της ξεχωρίζει στα μάτια ενός έμπειρου παρατηρητή, κάτι ελάχιστο όπως μια μικρή ελιά, η οποία όμως εύκολα κρύβεται κάτω από στρώσεις ρούχων, και μένει μακριά από τα ξένα βλέμματα όσο το επιθυμεί η μία ή η άλλη. Όμως ναι, σωστά, ένας εραστής θα μπορούσε να ανακαλύψει αυτό το σημάδι. Μα για μια στιγμή; Μοιράζονται μέχρι και εραστή; Ω, ναι! Οι αδελφές Γκαμάλ μοιράζονται τα πάντα.

Μια ιστορία λαϊκή, που εύκολα θα μπορούσε να είναι σενάριο σε μεξικανική σαπουνόπερα, αποφασίζει να διηγηθεί ο Ντανιέλ Σάδα, αμετάφραστος μέχρι πρότινος στα ελληνικά, στη νουβέλα του Μία από τις δύο, την ιστορία δύο δίδυμων αδελφών, ολόιδιων, που λειτουργούν ως μονάδα, με ό,τι συνεπάγεται αυτό, όμως, όταν κάνει την εμφάνισή του ο έρωτας, ο δεσμός τους θα κλονιστεί.

Και δεν μπορεί παρά να θαυμάσει κανείς, όσο και αν η ιστορία ως ιστορία τον αφήνει εκτός και ασυγκίνητο, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει την τεχνική του Σάδα, την παιχνιδιάρικη διάθεση με την οποία προσεγγίζει το θέμα του, φλερτάροντας με το κλισέ και τη φαρσοκωμωδία, τηρώντας όμως ξεκάθαρα όρια αμιγώς λογοτεχνικά, με ευδιάκριτη διάθεση για πειραματισμό στη φόρμα, και πόσο μάλλον σε μια τέτοια φόρμα με τέτοια συστατικά.

Γιατί υπάρχουν, και είναι καλό να τα γνωρίζει κανείς, κάποια λογοτεχνικά -και όχι μόνο- έργα, που μπορεί να μην είναι του γούστου του, αλλά διαθέτουν μια δεδομένη ποιότητα, μια διαφορετική προσέγγιση αισθητική και όχι μόνο, έργα που κάνουν τον αναγνώστη να διαβαίνει δρόμους άγνωστους και ας μην επιστρέψει ποτέ ξανά εκεί. Τέτοια ήταν η περίπτωση του Σάδα για μένα. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Πόνος φάντασμα - Arnon Grunberg





Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που υπάρχει ολλανδική λογοτεχνική σχολή, κάτι που πριν λίγα χρόνια προφανώς αγνοούσα· όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο -όπως αποδείχτηκε- Κέες Νόοτεμποομ (Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες), συνέχισαν με τον Χάρι Μούλις (Τα στοιχεία) και η σκυτάλη πέρασε στη νέα γενιά με τον ιδιοφυή Ντε Βρις (Ο καθηγητής είναι νεκρός), ενώ είχε μεσολαβήσει το αδιάφορο -προς κακό- μυθιστόρημα του Κοχ (Το δείπνο). Κάθε κανόνας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει μια τρανταχτή εξαίρεση. Μια αντίληψη, για την ύπαρξη σχολής, που χτίστηκε αργά και σταθερά, ακολουθώντας το νήμα και την τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή. Για το βιβλίο του Γκρούνμπεργκ μου είχε επιστήσει την προσοχή ένας φίλος, ιδιαίτερα δυνατός αναγνώστης. Με το βιβλίο φλέρταρα επανειλημμένως στα βιβλιοπωλεία αλλά ποτέ δεν έκανα το βήμα, ώσπου έπεσα πάνω του στο παζάρι της πλατείας Κοντζιά, το βιβλίο που ήθελα σε τιμή εξαιρετική, το αγόρασα.
Όταν είσαι νέος, η χρεοκοπία έχει ακόμα έναν αέρα ρομαντισμού. Όσο κι αν είναι ενοχλητική, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της, και στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει πάντα η προοπτική της ανάκαμψης. Αλλά στην ηλικία μου, η χρεοκοπία μόνο ντροπή προκαλεί. Ένα αίσθημα ντροπής και αποτυχίας που δεν σβήνει ούτε με το ποτό ούτε με αντικαταθλιπτικά. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, δεν λέει να φύγει. Όλη η ζωή σου μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει στη χρεοκοπία, σ' εκείνη τη μέρα που σου κατάσχουν την περιουσία, μια περιουσία που θα βγάλουν στο σφυρί για το ένα πέμπτο της αξίας της.
Ο πατέρας του αφηγητή δεν αποτελούσε ακριβώς το ιδανικό πρότυπο πατέρα· χρωστούσε στις τράπεζες, απατούσε τη γυναίκα του, νόμιζε ότι του άξιζε μια ακριβή ζωή, δεν καταδεχόταν να τρώει σπιτικό φαγητό, πίστευε πως ο κόσμος του χρωστούσε, έπινε, ενίοτε έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, έκανε γιο για να μην τον πρήζει η γυναίκα του. Τελικά δικαιώθηκε, ο κόσμος μπορεί να ξέχασε τα λογοτεχνικά του βιβλία, όμως του χάρισε πλούτη και δόξα για ένα βιβλίο μαγειρικής που έγραψε με τίτλο: Η πολωνοεβραϊκή κουζίνα σε 69 συνταγές.

Καρικατούρα διανοούμενου δοσμένη με αφηγηματική άνεση, χιούμορ σε αποχρώσεις του μαύρου κυρίως, οξύτητα στην παρατήρηση του γύρω κόσμου, εμμονή με τα στερεότυπα και φλερτ με το κλισέ, συναισθηματικά εγκεφαλικό. Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο πολύ απόλαυσα, με το οποίο πολύ γέλασα, αλλά είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν τολμώ να προτείνω, παρά μόνο σε ανθρώπους που νιώθω να γνωρίζω καλά, όχι μόνο για τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, αλλά -κυρίως- για την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν. Αστείος ή εξυπνάκιας; εγώ θα έλεγα αστείος και ευφυής, αλλά δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος δεν τον θεωρούσε αστείο τον Γκρούνμπεργκ.

Και μπορεί να καταφεύγει στην υπερβολή της καρικατούρας, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να μη διακρίνει σημάδια του πατέρα του αφηγητή στην καθημερινότητα που μας περιβάλλει τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, στην ένδεια του πνευματικού κόσμου, στην αντίληψη και στην επίδειξη, στην παρακμή εν τέλει. Γιατί ο Γκρούνμπεργκ, παρά τη δεδομένη αχαλίνωτη φαντασία του, άλλο δεν κάνει από το να τονίζει δεδομένα και υπαρκτά πρότυπα ανθρώπων από τα οποία βρίθει ο κόσμος μας. Και εκεί έγκειται μια θλίψη, μια γλυκόπικρη γεύση της ιστορίας· γελάς και ύστερα συννεφιάζεις, γελάς γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, η σύγχυση και τα νεύρα δεν θα οδηγήσουν πουθενά, σκέφτεσαι και γελάς.

Απολαυστικό και ιδιαίτερο, στη λίστα με τα προσεχώς και το άλλο μυθιστόρημα του Γκρούνμπεργκ που κυκλοφορεί -και μάλιστα σε προσφορά- στα ελληνικά με τίτλο Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου (εκδόσεις Καστανιώτη).

Μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Η ιδιωτική ζωή των δέντρων - Alejandro Zambra




Ο Χουλιάν διασκεδάζει τη μικρή με την "Ιδιωτική ζωή των δέντρων", μια σειρά παραμύθια που σκάρωσε για να τη νανουρίζει. Κεντρικοί ήρωες των παραμυθιών είναι μια λεύκα κι ένα μπαομπάμπ που, τις νύχτες, όταν δεν τα βλέπει κανείς, κουβεντιάζουν για φωτοσυνθέσεις, για σκίουρους ή για τα αναρίθμητα πλεονεκτήματα του να είσαι δέντρο και όχι άνθρωπος ή ζώο ή, όπως λένε τα ίδια, ηλίθιος τσιμεντένιος όγκος.
Η μικρή δεν είναι κόρη του Χουλιάν. Είναι κόρη της Βερόνικας, της δεύτερης συζύγου του από τον προηγούμενο γάμο της. Τη λένε Ντανιέλα. Κανονικά, τέτοια ώρα, η Βερόνικα θα έπρεπε να έχει ήδη επιστρέψει σπίτι. Καθυστερεί. Τρόποι να γυρίζεις σπίτι. Ο Χουλιάν διασκεδάζει την Ντανιέλα διαβάζοντάς της κάποια ιστορία από την Ιδιωτική ζωή των δέντρων. Με τον τρόπο αυτό παράλληλα τη νανουρίζει. Μια χαραμάδα χρειάζεται ο φόβος για να καταλάβει τη σκέψη, μια χαραμάδα ελάχιστη, ένα αν. Τι θα γίνει αν η Βερόνικα δεν επιστρέψει ποτέ;

Η ροπή στην κατασκευή ιστοριών περιπλέκει τα πράγματα. Ο Χουλιάν δουλεύει το μικρό του μυθιστόρημα κάθε Κυριακή. Αναπολεί την πρώην του, την Κάρλα, μια μέρα γύρισε σπίτι και είδε στον καθρέφτη γραμμένο με κραγιόν: Σήκω φύγε από το σπίτι μου καριόλη. Βρίζει για τα πράγματα που άφησε πίσω του φεύγοντας, κυρίως τα βιβλία που όταν τα χρειάζεται δεν είναι εκεί, στο νέο του σπίτι. Φεύγοντας πήρε μαζί του το μπονσάι που του είχαν χαρίσει κάποιοι φίλοι. Τώρα ανήκει σε μια κανονική οικογένεια. Η Βερόνικα όμως δεν επιστρέφει, ο Χουλιάν συνεχίζει τις υποθέσεις.

Δημιουργεί ένα μέλλον για την Ντανιέλα, ένα μέλλον χωρίς τη Βερόνικα. Σε εκείνο το μέλλον η θετή του κόρη θα διαβάσει το μυθιστόρημα του Χουλιάν. Αυτολογοκρισία και άγχος για την κρίση της. Θραύσματα μνήμης, μόνο όποιος επινοεί επιτυγχάνει γραμμικότητα και πληρότητα στην εξιστόρηση του παρελθόντος του, όσο μικρό και απλό και αν είναι. Ιδιότροπο όργανο ο εγκέφαλος. Οι συγγραφείς μας γοητεύουν γιατί μοιάζουν υπεράνθρωποι καθώς αναπλάθουν το παρελθόν με έναν τρόπο ζηλευτά πλήρη. Ίσως ο Χουλιάν να μη γίνει ποτέ σπουδαίος συγγραφέας.

Ζηλευτός είναι σίγουρα ο τρόπος που γράφει ο Σάμπρα, ο τρόπος με τον οποίο κατορθώνει να διηγηθεί εν είδει θραυσμάτων μία μεγάλη ιστορία σε ελάχιστη έκταση, υπονοώντας περισσότερα απ' όσα δηλώνει, αφαιρώντας ό,τι περιττό, επιτρέποντας στο προσωπικό -ή στην υπόνοια του προσωπικού- να εισχωρήσει, να σπείρει διακειμενικές αναφορές στο διάβα του, να φλερτάρει με τον ρεαλισμό και την ποιητικότητα, τη νοσταλγία και την προσδοκία, τη θλίψη και τη συγκίνηση, τη σκληρότητα και την τρυφερότητα· ένας στυλίστας του καιρού μας σ' ένα ακόμα κομψοτέχνημα.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ίκαρος

 

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Αύριο - Graham Swift




Υπάρχουν κάποια βιβλία τη δυναμική των οποίων δεν μπορείς να αντιληφθείς επακριβώς τη στιγμή της ανάγνωσης, ούτε καν τις επόμενες μέρες, αλλά καιρό μετά ορθώνουν το τελικό τους ανάστημα, έχοντας διεκδικήσει τον χώρο που τους αναλογεί και ας ξεθωριάζουν εντωμεταξύ οι λεπτομέρειες της ιστορίας, ενώ η αίσθηση εντείνεται, η επιθυμία για επιστροφή γεννιέται. Τέτοιο βιβλίο ήταν ο Τελευταίος γύρος του Γκράχαμ Σουίφτ. Από τότε έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια, και όλο έλεγα: κάτι δικό του θέλω να διαβάσω ξανά· από αναβολή σε αναβολή πήγαινε η απόφαση, ώσπου τις προάλλες στο παλαιοβιβλιοπωλείο έπεσα πάνω στο δικό του Αύριο. Η αλήθεια είναι ότι σκέφτηκα κάποιο λογοπαίγνιο με εκείνα που πρέπει να κάνουμε σήμερα και να μην αναβάλλουμε για αύριο αλλά μάλλον δεν είναι ταιριαστό τώρα που το σκέφτομαι ξανά.
Πρέπει να κοιμάστε πια, αγγελούδια μου. Εκείνο που μου προξενεί κατάπληξη, αλλά και ανακούφιση συνάμα, είναι πως το ίδιο κάνει κι ο πατέρας σας, σαν άνθρωπος που βρίσκει το κουράγιο να κοιμηθεί την προηγούμενη της εκτέλεσής του. Κι αύριο θα χρειαστεί να το μαζέψει όλο. Είμαι η μόνη που αγρυπνά σ' αυτό το σπίτι την ημέρα που θα αλλάξει τη ζωή  όλων μας, την ημέρα που ξεκίνησε ήδη -τα φωτεινά χεράκια στο ξυπνητήρι μου (που δεν το ρύθμισα να χτυπήσει) δείχνουν πως μόλις πέρασε η μία το πρωί.
Το Αύριο στηρίζεται σε ένα εύρημα, σε ένα μυστικό για την ακρίβεια. Η μητέρα-αφηγήτρια απευθύνεται στα δίδυμα παιδιά της, που, όπως και ο πατέρας τους, κοιμούνται εκείνη την ώρα, και αποφασίζει, αδυνατώντας να κοιμηθεί η ίδια, να δώσει τη δική της εκδοχή, όχι απαραίτητα αντίθετη ή διαφορετική από εκείνη του πατέρα, σχετικά με όσα συνέβησαν κάποτε, μια σύντομη ανασκόπηση της ζωής μέχρι εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν ξημερώσει το αύριο, μέρα κατά την οποία, συμφωνημένο εδώ και χρόνια, θα αποκαλύψουν στα δεκαεξάχρονα παιδιά τους το μυστικό. Η αγωνία της είναι έντονη, τα ερωτήματα πολλά, πώς θα είναι η επόμενη μέρα της αποκάλυψης;

Παρότι το οικοδόμημα στηρίζεται στην αποκάλυψη του μυστικού, μυστικό που δεν είναι δύσκολο ή απίθανο να υποψιαστεί ο αναγνώστης, εντούτοις αυτό καθαυτό το μυστικό δεν αποτελεί το διακύβευμα της ανάγνωσης ούτε τον στόχο του συγγραφέα. Η ταύτιση με την αφηγήτρια και την αγωνία της, την ταυτόχρονη ανάγκη της να δικαιολογηθεί αλλά και να μη δώσει λογαριασμό, είναι εκείνο πάνω στο οποίο χτίζεται σελίδα τη σελίδα, αυτή η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η στοχευμένη απεύθυνση  είναι που δημιουργεί την ανάγκη να ακολουθήσει κανείς την αφήγηση μέχρι τέλους, γνωρίζοντας πως ποτέ δεν θα μάθει πώς τελικά εξελίχθηκαν τα γεγονότα την επόμενη μέρα.

Η εξιστόρηση μιας παρελθούσας ζωής, η απεικόνιση μιας εποχής περασμένης, η οποία μάλλον ελάχιστα πράγματα σημαίνει για τη νέα γενιά, η ανάγκη της αφηγήτριας, η ανάγκη του καθενός μας τελικά, να δείξει τις αποφάσεις ως αλληλουχία γεγονότων και όχι ως σπασμωδικές κινήσεις, να δώσει το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο, να καταφύγει στο έσχατο επιχείρημα: έτσι έκαναν όλοι· να διακρίνει το καλό από το κακό, να δώσει παραδείγματα και αντιπαραδείγματα, να βρει το κουράγιο να σταθεί στο οικογενειακό τραπέζι και να πει: αυτή είμαι εγώ.

Και σε αυτό το μυθιστόρημα συνάντησα τα στοιχεία της γραφής του Σουίφτ που με γοήτευσαν και στον Τελευταίο γύρο: η οριακή συναισθηματική φωνή που δεν ολισθαίνει στο εύκολο μελό, η προώθηση της αφήγησης, δύο βήματα μπροστά, ένα πίσω και μία παύση στο παρόν, το χτίσιμο των χαρακτήρων, έστω και αν μόνο η μητέρα έχει φωνή, η απεικόνιση μιας περασμένης εποχής με μια αίσθηση ακρίβειας και έλλειψης υπερβολής είτε προς την ωραιοποίηση είτε προς την καταβαράθρωση, ένα παρελθόν το οποίο είδε την επιστήμη να αλλάζει τα δεδομένα και να μεταβάλλει άπαξ και διά παντός συναισθηματικές βεβαιότητες αιώνων.  

Η ανάγκη για επιστροφή στο λογοτεχνικό σύμπαν αυτού του σπουδαίου σύγχρονου Βρετανού συγγραφέα καλύφθηκε, προσωρινά τουλάχιστον.


Μετάφραση  Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

  

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή του Όλλι Μάκι (2016)




Αυτή θα είναι η πιο ευτυχισμένη μέρα στη ζωή σου, λέει στον Όλλι Μάκι ο μάνατζέρ του σε μια προσπάθεια να του ανυψώσει το ηθικό και να του δώσει ένα έξτρα κίνητρο για τον αγώνα με έπαθλο τον παγκόσμιο τίτλο της κατηγορίας φτερού απέναντι στον Αμερικανό πρωταθλητή. Ο Όλλι Μάκι αφήνει τη μικρή κωμόπολη, με την ήρεμη καθημερινότητά του ανάμεσα στο μποξ και τον φούρνο, και πηγαίνει στο Ελσίνκι για το τελικό στάδιο προετοιμασίας εν όψει του επικείμενου αγώνα. Όμως, μέρος της προετοιμασίας είναι και η προώθηση του αγώνα: φωτογραφίσεις, διαφημίσεις, συναντήσεις με χορηγούς, συνεντεύξεις. Ο Όλλι Μάκι, χαμηλών τόνων απ' τη φύση του, δυσκολεύεται να προσαρμοστεί σε αυτές τις συνθήκες, ενώ όλα γίνονται ακόμα πιο σύνθετα όταν θα συνειδητοποιήσει πως είναι ερωτευμένος.

Σκέφτομαι πως αν η ίδια ταινία ήταν αμερικανικής παραγωγής δεν θα υπήρχε περίπτωση να τη δω, πόσο μάλλον στον κινηματογράφο. Καλώς ή κακώς, υπάρχουν κάποια στερεότυπα που καθορίζουν τις επιλογές μας. Όμως, η αδυναμία μου στο σκανδιναβικό σινεμά είναι ικανή να ξεπεράσει τις όποιες ενστάσεις επί της υπόθεσης. Δεν θα μπω στη διαδικασία να εξηγήσω τις διαφορές της συγκεκριμένης ταινίας με τον Ρόκυ, όπως μάλλον ειρωνικά με ρώτησε κάποιος γνωστός μόλις του μίλησα για την υπόθεση, αν και ίσως θα είχε ενδιαφέρον κάτι τέτοιο για τη διάκριση δύο διαφορετικών κινηματογραφικών σχολών και κόσμων. Κάπως έτσι πήρα την απόφαση και κατηφόρισα μέχρι τον κινηματογράφο Άστορ -με την αμφιθεατρική αίθουσα και το υπέροχο φουαγιέ.

Αναρωτιέμαι συχνά τι είναι εκείνο που κεντρίζει το ενδιαφέρον του εκάστοτε δημιουργού, τι είναι εκείνο που καταλαμβάνει τη σκέψη του, που του γίνεται ίσως εμμονή ή έντονη επιθυμία, ώστε να το αποδώσει στο χαρτί, στο φιλμ, στον καμβά ή στον δίσκο. Με λίγα λόγια: γιατί ο Φινλανδός σκηνοθέτης Juho Kuosmanen θέλησε να κάνει ταινία τη πραγματική ιστορία του Όλλι Μάκι; Η αλήθεια είναι πως μόνο ο ίδιος γνωρίζει την απάντηση και κάθε άλλη εικασία διατρέχει τον κίνδυνο της εσφαλμένης ερμηνείας. Διακινδυνεύοντας λοιπόν μια πιθανά αυθαίρετη εικασία, θα έλεγα ότι πέρα από τη δεδομένη ενδιαφέρουσα -ιδιαίτερα για τους Φινλανδούς- ιστορία του Όλλι Μάκι, που έγινε από τη μια μέρα στην άλλη εθνικός ήρωας, εκείνο που ίσως κινητοποίησε το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη να είναι η απόθεση φιλοδοξιών στις πλάτες κάποιου. Το βλέμμα του ήρωα όταν η κοπέλα του, στην ερώτησή του αν θα την απογοητεύσει σε περίπτωση μη κατάκτησης του τίτλου, του απαντά: δεν μπορείς να με απογοητεύσεις, Όλλι, γιατί εγώ δεν έχω προσδοκίες, είναι ένα βλέμμα συγκίνησης και ανακούφισης· να κάποιος που δεν έχει προσδοκίες από μένα, μοιάζει να σκέφτεται.

Η επιλογή της ασπρόμαυρης φωτογραφίας δίνει κάτι το νοσταλγικό στην κινηματογράφηση, οι ερμηνείες του Όλλι Μάκι (Jarkko Lahti) και του μάνατζέρ του (Eero Milonoff) ξεχωρίζουν. Στο σεναριακό επίκεντρο βρίσκεται ο επικείμενος αγώνας, όλα περιστρέφονται γύρω από αυτόν, και αυτή η αντίστιξη της σημασίας του αγώνα και της χρονικής διάρκειάς του στο φιλμ επιτείνει την αίσθηση του πυροτεχνήματος, εβδομάδες ετοιμασιών για μια ελάχιστη στιγμή.

Ήπιων τόνων ταινία, που δεν διεκδικεί δάφνες αριστουργήματος, απολαυστική μέσα στην απλότητά της, συγκινητική με την αλήθεια της.

Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

Νυχτερινές ικεσίες - Santiago Gamboa




Θα σου πω κάτι: αυτό το μυθιστόρημα δεν θα είναι αστυνομικό, αλλά μια ιστορία αγάπης.
Η αφήγηση κάθε ιστορίας δύο ανθρώπων ολοκληρώνεται από δύο, τουλάχιστον, διηγήσεις, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνοι επιθυμούν να ολοκληρωθεί, με έναν τρόπο καθόλου αντικειμενικό, παρά την πιθανή υποκειμενική ειλικρίνειά του. Ειδικά μια ιστορία αγάπης ή μια απολογία.

Ο Μανουέλ, Κολομβιανός φοιτητής φιλοσοφίας, θα συλληφθεί στην Μπανγκόκ για κατοχή ναρκωτικών. Εκείνος αρνείται τις κατηγορίες και ισχυρίζεται πως πρόκειται για πλεκτάνη· στο πλευρό του θα βρεθεί ο πρόξενος της Κολομβίας, και σε εκείνον θα αποφασίσει να διηγηθεί την ιστορία του.
Θ' αρχίσω απ' τα χειρότερα, κύριε πρόξενε. Απ' τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου, που ήταν η παιδική μου ηλικία. Αν και τώρα πια, έπειτα από τόσα και τόσα, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πια τι είναι το χειρότερο.
Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, το αυταρχικό και στενόμυαλο οικογενειακό περιβάλλον, η πολιτική πραγματικότητα της χώρας, η ανάγκη για διαφυγή, τα βιβλία και οι ταινίες παράθυρα σε έναν άλλον κόσμο. Μόνο στήριγμα του Μανουέλ η αδερφή του, μεγαλύτερη σε ηλικία, η Χουάνα και η υπόσχεση που του είχε δώσει πως μια μέρα θα το σκάσουν μαζί. Τέσσερα χρόνια πριν, εκείνη εξαφανίστηκε, ξαφνικά. Αναζητώντας τη Χουάνα ο Μανουέλ θα βρεθεί στη Μπανγκόκ.

Ο Γκαμπόα απλώνει αριστοτεχνικά την αφήγησή του σε πέντε πόλεις, την Μπογκοτά, το Δελχί, την Μπανγκόκ, το Τόκιο και την Τεχεράνη, δίνει τον λόγο σε τρεις αφηγητές, τον πρόξενο, τον Μανουέλ και τη Χουάνα, εγκιβωτίζει αρκετές μικροϊστορίες που θα μπορούσαν να σταθούν και αυτόνομα μα που ταυτόχρονα εξυπηρετούν πλήρως την πλοκή και την κορύφωση του σασπένς. Αντιμετωπίζει με σεβασμό τον κάθε δευτερεύοντα χαρακτήρα της ιστορίας του. Κάνει καλά αυτό που πάντα απολαμβάνω στα μυθιστορήματα, συνδυάζει την υψηλή λογοτεχνία με την αγωνία να δεις τι θα γίνει παρακάτω. Επιτυγχάνει να γράψει ένα μυθιστόρημα κολομβιανό χωρίς να εγκλωβίζεται στην εσωστρέφεια, επιχειρώντας να καταστείλει την ενοχή με την οποία βαρύνονται αυτός και οι συμπατριώτες του, το στίγμα του να είσαι Κολομβιανός, λέξη σύμφυτη με τη διακίνηση ναρκωτικών, ανάμεσα σε άλλα. Με πλήθος αναφορών σε δημιουργούς, ανάμεσα στους οποίους ο σκηνοθέτης Γουόν Καρ Γουάι και ο συγγραφέας Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας. Με τον πρόξενο -άλτερ έγκο του συγγραφέα- να θυμίζει κάτι από τον πρόξενο Τζόφρεϋ Φέρμιν ( Κάτω από το Ηφαίστειο). Ένα μυθιστόρημα σφιχτοδεμένο παρά την έκταση της ιστορίας που διηγείται.

Αν και η σύγκριση με τον επίσης Κολομβιανό και αγαπημένο Βάσκεζ (Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν, Οι πληροφοριοδότες), ο οποίος κάνει ένα πέρασμα στο μυθιστόρημα, είναι προφανής, παρότι ο Γκαμπόα επενδύει λιγότερο στο στυλ, εκείνος που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας τις Νυχτερινές ικεσίες ήταν ο Χιλιανός Αλεχάντρο Σάμπρα, κυρίως η νουβέλα του Μπονσάι.

Μια αναγνωστική απόλαυση.


Μετάφραση Βασιλική Κνήτου
Εκδόσεις Πόλις
  

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

Το προνόμιο του πρίγκηπα - Amélie Nothomb




- Αν ένας καλεσμένος πεθάνει απρόσμενα στο σπίτι σας, προπάντων μην καλέσετε την αστυνομία. Καλέστε ένα ταξί και πείτε του να σας οδηγήσει στο νοσοκομείο μαζί μ' αυτόν το "φίλο σας που ένιωσε αδιαθεσία". Ο θάνατος θα διαπιστωθεί φτάνοντας στα επείγοντα περιστατικά, κι εσείς μπορείτε να διαβεβαιώσετε, έχοντας και μάρτυρα, ότι ο άνθρωπος πέθανε στη διαδρομή. Σε αντάλλαγμα, θα σας αφήσουν ήσυχο.

Αυτό συμβουλεύει ο παράξενος συνομιλητής τον ήρωα της νουβέλας της Νοτόμπ κατα τη διάρκεια μιας μάζωξης σε κάποιο σπίτι κοινών γνωστών. Και θα ήταν απλώς μια κάπως ιδιότυπη και ενδιαφέρουσα συμβουλή αν την επόμενη μέρα δεν χτυπούσε το κουδούνι στο σπίτι του Μπατίστ Μπορντάβ, ένας άγνωστος, ζητώντας να πραγματοποιήσει ένα τηλεφώνημα και πεθαίνοντας λίγα δευτερόλεπτα πριν απαντήσει η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Τι κάνω τώρα; σκέφτεται ο ήρωας μας, μη μπορώντας να βγάλει από το μυαλό του τη συζήτηση της προηγούμενης βραδιάς. Αποφασίζει λοιπόν να μην καλέσει ούτε την αστυνομία ούτε κάποιο ασθενοφόρο, αλλά, αντίθετα, να οικειοποιηθεί την ταυτότητα του νεκρού και να πάρει τη θέση του.

Έτσι ξεκινά η ιστορία, με έναν τρόπο δυναμικό και έξυπνο. Το πρώτο κεφάλαιο, η συζήτηση των δύο σχετικά με το τι κάνει κανείς αν κάποιος πεθάνει σπίτι του ξαφνικά, είναι ένα δείγμα της αφηγηματικής άνεσης και της οργιώδους φαντασίας της Νοτόμπ, μιας ιδιότυπης περίπτωσης δημιουργού, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως γραφομανής και δημοσιεύει ανελλιπώς από το 1992, κάθε φθινόπωρο, και ένα βιβλίο.

Η συνέχεια δεν στέκει στο ύψος του πρώτου αυτού κεφαλαίου, δίνοντας μια νότα ανισότητας στο τελικό αποτέλεσμα, μια φθίνουσα πορεία. Παρ' όλα αυτά, οι πινελιές μαύρου χιούμουρ και υπερρεαλισμού παρουσιάζουν ενδιαφέρον και κρατούν σε εγρήγορση τον αναγνώστη, σε μία νουβέλα που διαβάζεται γρήγορα και ευχάριστα.

Το προνόμιο του πρίγκηπα είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Νοτόμπ που διαβάζω, δεν με ενθουσίασε αλλά με έπεισε πως σίγουρα θα διαθέτει κάποιους τίτλους στην πλούσια εργογραφία της που πραγματικά θα αξίζουν τον κόπο να τους διαβάσει κανείς. Γεγονός που αποτελεί σημαντικό επίτευγμα, να καταφέρει να δείξει δηλαδή η συγγραφέας τις πτυχές του ταλέντου της παρά τη χλιαρή αίσθηση του συγκεκριμένου βιβλίου. Ένα μυαλό που γεννά ιστορίες, μια συγγραφέας που ζει μέσα από το γράψιμο, που αντιμετωπίζει τη συγγραφή ως ένα σοβαρό παιχνίδι, μια ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργού.

υγ. Συζητώντας για το συγκεκριμένο βιβλίο ανακάλυψα πως η Βέλγα συγγραφέας έχει ένα αρκετά μεγάλο κοινό στη χώρα μας. Οι περισσότεροι δε επιβεβαίωσαν την ενστικτώδη άποψή μου αναφορικά με το συγκεκριμένο βιβλίο σε σύγκριση με κάποια από τα υπόλοιπα βιβλία της, που κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2017

συνέδριο λογοτεχνίας - César Aira





Για να γίνω κατανοητός σε όσα ακολουθούν, θα αναγκαστώ να είμαι σαφής και λεπτομερής, έστω και σε βάρος της λογοτεχνικής καλλιέπειας. Αλλά με φειδώ στις λεπτομέρειες, διότι η συσσώρευσή τους μπορεί να θαμπώσει τη σύλληψη του συνόλου. Επιπλέον, όπως είπα ήδη, πρέπει να επαγρυπνώ για την έκταση του κειμένου. Εν μέρει λόγω της απαίτησης για σαφήνεια (με τρομάζουν οι ποιητικές ομίχλες), εν μέρει λόγω μιας φυσικής τάσης που έχω για την τακτοποιημένη παράθεση του υλικού, νομίζω ότι το καταλληλότερο είναι να επιστρέψω στην αρχή.
Ο Θέσαρ Άιρα γνωστός συγγραφέας, αν και τα τελευταία χρόνια αναγκάζεται να βιοπορίζεται από τη μετάφραση, επάγγελμα που περνάει -μεγαλύτερη από τη συνηθισμένη- κρίση, πηγαίνει στη Βενεζουέλα για ένα λογοτεχνικό συνέδριο. Στον δρόμο για τις Άνδεις κάνει μια στάση σε ένα παραθαλάσσιο μέρος, το Μακούτο, γνωστό κυρίως για το περίφημο "Νήμα του Μακούτο", μια ανθρώπινη κατασκευή αιώνων, έναν γρίφο που ο θρύλος λέει ότι οδηγεί σε έναν θησαυρό αμύθητης αξίας. Και αν ο φαινομενικός σκοπός της παρουσίας του στο συνέδριο είναι η λογοτεχνία, ο πραγματικός είναι να καταφέρει να πάρει δείγμα γενετικού υλικού από τον Κάρλος Φουέντες, εκείνον που πιστεύει πως αποτελεί ιδανικό πρότυπο για να εφαρμόσει την κλωνοποίηση, στοχεύοντας να κατακτήσει τον κόσμο.

Αυτά, μαζί με άλλα, λαμβάνουν χώρα στην, ούτε εκατό σελίδων, νουβέλα Συνέδριο Λογοτεχνίας, του Αργεντινού συγγραφέα Άιρα, του οποίου η φαντασία και η αφηγηματική άνεση εντυπωσιάζουν. Κάθε φορά που διαβάζω κάτι δικό του σκέφτομαι πως ένας από τους βασικούς, ανάμεσα σε άλλους, λόγους που ο Άιρα γράφει, και μάλιστα σε τέτοιους φρενήρεις ρυθμούς, είναι η ανάγκη του να ψυχαγωγήσει τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά και να τον εκπλήξει λαμβάνοντας ευφάνταστες αποφάσεις για την εξέλιξη της ιστορίας, με διαρκείς ανατροπές και φλερτάροντας με την υπερβολή, σαν μια επιτυχημένη παρτίδα σκάκι με τον ίδιο του τον εαυτό, το αποτέλεσμα της οποίας παραμένει ανοιχτό σε κάθε προγνωστικό μέχρι την τελευταία κίνηση. Ο τρόπος που γράφει ο Άιρα έχει κάτι το παιδικό: παίρνει στα σοβαρά το παιχνίδι.

Συγγραφέας του οποίου τα έργα βρίσκονται στην οριακή γραμμή ανάμεσα στο τέχνημα και τη λογοτεχνία, ασκήσεις ύφους ή μικρά κομψοτεχνήματα, ίσως απλώς η ανάγκη ενός μυαλού να αποτυπώσει στο χαρτί τις ιστορίες που διαρκώς γεννά. Και αν τον αρχικό ενθουσιασμό των πρώτων σελίδων ακολουθεί ο προβληματισμός της συνέχειας, πρέπει να γίνει αναφορά στον ελάχιστο εκείνο σπόρο, που, ακολούθως, και σε ανύποπτο χρόνο, κάνει τον αναγνώστη να αναπολεί την ανάγνωση εκείνου ή του άλλου δικού του βιβλίου, να νιώθει ότι του λείπει αυτή η τρέλα, αυτό το εγκεφαλικό πάθος, αυτή η αντίστιξη, και να επιθυμεί να επιστρέψει ξανά σε κάποια ιστορία του Άιρα.

Χρόνια μετά το Βάραμο και το Οι νύχτες στο Φλόρες, ακόμα ένα βιβλίο του Άιρα, του οποίου το όνομα όλο και αναφέρεται στις λίστες με τους πιθανούς νικητές του βραβείου Νόμπελ, κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις νεότευκτες εκδόσεις angelus novus.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις angelus novus

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2017

Ιδού οι ονειροπόλοι - Imbolo Mbue





Δεν του είχε ζητηθεί ποτέ να φορέσει κοστούμι σε συνέντευξη για δουλειά. Ποτέ δεν του είχαν πει να έχει μαζί του ένα αντίγραφο του βιογραφικού του σημειώματος. Δεν είχε καν βιογραφικό μέχρι πριν από μία βδομάδα, που πήγε στη βιβλιοθήκη στη διασταύρωση της 34ης Οδού με τη Λεωφόρο του Μάντισον και ένας εθελοντής σύμβουλος επαγγελματικής σταδιοδρομίας τού το συνέταξε, παρουσιάζοντας λεπτομερώς το επαγγελματικό του ιστορικό, ώστε να δίνει την εντύπωση πως επρόκειτο για ένα άτομο με πολλές δεξιότητες: υπήρξε αγρότης, υπεύθυνος για το όργωμα της γης και την παραγωγή καλής σοδειάς· οδοκαθαριστής, υπεύθυνος για την όμορφη και άψογη όψη της πόλης του Λίμπε· λαντζιέρης σε εστιατόριο του Μανχάταν, υπεύθυνος για την καθαριότητα των πιάτων των πελατών και την απαλλαγή τους από τα μικρόβια· οδηγός ταξί στο Μπρονξ, υπεύθυνος για την ασφαλή μεταφορά των επιβατών σε διάφορα μέρη. Δεν είχε χρειαστεί ποτέ να ανησυχήσει για το αν διέθετε την απαιτούμενη πείρα, για το αν τα αγγλικά του ήταν ικανοποιητικά, για το αν θα κατόρθωνε να προβληθεί ως αρκετά έξυπνος.

Εκείνη η μέρα όμως δεν έμοιαζε με καμία από τις προηγούμενες, ούτε και με τις επόμενες, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων· τη μέρα εκείνη ο Γιέντε Γιόνγκα παρουσιάστηκε στο γραφείο του Κλαρκ Έντουαρντς, ανώτερου διευθυντικού στελέχους της Lehman Brothers, για να περάσει από συνέντευξη για τη θέση του σοφέρ. Όταν, λίγες μέρες αργότερα, ο Κλαρκ Έντουαρντς του τηλεφώνησε για να του ανακοινώσει πως εκείνος ήταν ο εκλεκτός για τη θέση, ο Γιέντε πίστεψε -και πώς να μην το πίστευε;- πως η ζωή του άλλαξε, πως η ζωή εκείνου και της οικογένειάς του για την ακρίβεια άλλαξε, επιτέλους θα μπορούσε να ονειρεύεται με μεγαλύτερη αισιοδοξία, και όχι αδικαιολόγητα, το μέλλον.

Η Αμερική, ο τόπος όπου ο καθένας μπορεί να έχει την ευκαιρία του, εκεί όπου οι κόποι και η επιμονή, αργά ή γρήγορα, επιβραβεύονται, σε αντίθεση με το Καμερούν, εκεί όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Γιέντε, όπου καθένας έχει μια προδιαγεγραμμένη μοίρα, οι πλούσιοι εκείνη των πλουσίων και οι φτωχοί εκείνη των φτωχών. Το πρώτο βήμα ήταν το εισιτήριο για τη Νέα Υόρκη που του έβγαλε ο ξάδελφός του. Το δεύτερο πραγματοποιήθηκε όταν η γυναίκα του και ο γιος του κατάφεραν να πάνε κι εκείνοι εκεί. Το τρίτο τώρα με τη δουλειά ως σοφέρ του Κλαρκ Έντουαρντς, δουλειά με κύρος και έναν μισθό που ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί.

Η γεννημένη στο Λίμπε του Καμερούν, Impolo Mbue, αποφασίζει να διηγηθεί μια γνώριμη σε εκείνη ιστορία, όχι απαραίτητα αυτοβιογραφική, αλλά σίγουρα οικεία, από διηγήσεις και από προσωπική εμπειρία, όντας και η ίδια μετανάστρια στην Αμερική, μια ιστορία της οποίας τα γραφειοκρατικά χαρακτηριστικά τα γνωρίζει πολύ καλά, μια ιστορία της οποίας τα όνειρα και τις απογοητεύσεις μπορεί να προσαρμόσει με ρεαλισμό στους ήρωες της δικής της ιστορίας. Ίσως αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αποφεύγει να υψώσει τον συναισθηματικό τόνο της αφήγησης, ακόμα και στις κορυφώσεις της ιστορίας, ακόμα και στις στιγμές που όλα αρχίζουν να καταρρέουν, γιατί οι ήρωες της ιστορίας της διαθέτουν μια αρετή, τη στωικότητα και την ηθική που απορρέει απ' αυτήν, η οποία, θα έλεγε κανείς πως, αναλογεί σε υπερήρωα, έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα στην προνομιούχα πλευρά του πλανήτη τις τελευταίες δεκαετίες, εκεί όπου η θυματοποίηση έχει χάσει από καιρό το περιεχόμενό της, νοθευμένη πια με εγωκεντρισμό και υπερβολή.

Το Ιδού οι ονειροπόλοι είναι ένα από τα πλέον ευκολοδιάβαστα βιβλία που διάβασα τον τελευταίο, αρκετό, καιρό, χαρακτηρισμός που, ακόμα και αυτή τη στιγμή, δεν ξέρω αν φέρει κάτι το αρνητικό ή απαξιωτικό. Υπεύθυνος γι' αυτό το συναίσθημα είναι, μάλλον, ο συνδυασμός της αφηγηματικής άνεσης και της συναισθηματικής ηπιότητας. Ευκολοδιάβαστο, αλλά σε καμία περίπτωση αναγνωστικά ακίνδυνο, καθώς η συγγραφέας καταφέρνει, με τον τρόπος της, να εμπλέξει συναισθηματικά τον αναγνώστη, έστω και εν αγνοία του, τουλάχιστον αρχικά. Ο ορίζοντας προσδοκιών της συγγραφέως είναι ξεκάθαρος: να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος, με χαρακτήρες αληθινούς, όχι χωρίς να απουσιάζει η κριτική ματιά για τα κυρίως συμβάντα σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο, για την καθημερινότητα των δύο χωρών, για τους φόβους και τα όνειρα, για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Και είναι ένα βιβλίο, τελικά, το οποίο ευκρινώς ανταποακρίνεται σε μεγάλο, αν όχι απόλυτο, βαθμό τις προσδοκίες της συγγραφέως.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μαντόγλου
Εκδόσεις Κέδρος