Πέμπτη, 18 Απριλίου 2019

Πόλεις αόρατες



Μου ζητάς να σου μιλήσω για τις πόλεις εκείνες του παρελθόντος, και σου κάνει εντύπωση που τις αποκαλώ πόλεις αόρατες. Δηλαδή ανύπαρκτες; με ρωτάς. Όχι ακριβώς, σου απαντώ και προσπαθώ να δω πώς θα σου εξηγήσω καλύτερα. Πάντα το ίδιο πρόβλημα, να εξηγήσεις, καλύτερα, αναλυτικότερα, πληρέστερα, ακριβέστερα, ικανοποιητικά. Μήπως ονειρικές; επιμένεις. Ακριβώς το αντίθετο, σου απαντώ.

Αναπολώ τις πόλεις, δεν τις ονειρεύομαι, παρά μόνο κάποια βράδια, μετά το τέλος μιας γιορτής ίσως, και το επόμενο πρωί νομίζω, για λίγο δυστυχώς, πως βρίσκομαι πάλι πίσω εκεί, και ας έτρεχα στα στενά τους, αφού πάλι εφιάλτη έβλεπα· το ξέρω πως η ανάσα μου με προδίδει όταν βλέπω εφιάλτη, εσύ πριν από μένα ξέρεις πως δεν είναι κάτι ανησυχητικό, μόνο ένα όνειρο κακό, γρήγορα θα περάσει, έχεις βέβαια τον νου σου πάντα εσύ μήπως χρειαστεί να με ταρακουνήσεις.

Αναπολώ τις πόλεις που κάποτε επισκέφθηκα, πότε ταξιδιώτης και πότε τουρίστας, σε κάποιες από εκείνες έζησα κιόλας, μέρες ή χρόνια, τοποθέτησα τα ρούχα μου σε ντουλάπα, απέκτησα και συνήθειες, χώρια οι έρωτες και οι εγγραφές στα δημοτολόγια. 

Αναπολώ τις πόλεις που δεν ήταν αόρατες από την πρώτη μέρα της αναχώρησης, τότε, που κάθε φορά στο βαγόνι του τρένου, στη σέλα του ποδηλάτου, στο τιμόνι του αυτοκινήτου, στην αίθουσα αναμονής του αεροδρομίου πίστευα, ήμουν απόλυτα πεπεισμένος πως η εικόνα εκείνης της πόλης θα παρέμενε αναλλοίωτη μέσα μου, όσα χρόνια και αν περνούσαν. 

Αόρατες έγιναν αφού πρώτα θόλωσαν, αφού πρώτα έχασαν τα ονόματα των οδών και των πάρκων· πού έμενα, πού περπατούσα, ποια ήταν η διασταύρωση που έκλαψα εκείνο το βράδυ; Ή μήπως δεν ήταν βράδυ; Ή μήπως δεν έκλαψα εγώ;

Κάπως έτσι η μια πόλη κάθεται πάνω στην άλλη, γίνονται μία, οι δρόμοι τους διασταυρώνονται, γεγονός που προκαλεί τεράστια προβλήματα στην κυκλοφορία, οδηγοί βγαίνουν από τα αυτοκίνητά τους απελπισμένοι, δεν έχουν κουράγιο πια ούτε για να κορνάρουν, εραστές περιμένουν μάταια, δίνοντας συνεχώς παρατάσεις ενός τετάρτου, αρνούμενοι πεισματικά να αποδεχτούν πως το αντικείμενο του πόθου τους δεν θα εμφανιστεί απόψε, υπάλληλοι γραφείου γυρεύουν τον δρόμο για το σπίτι τους, νωρίς το απόγευμα μια μέρα εργάσιμη. 

Αόρατος τότε είμαι εγώ. 

Δεν καταλαβαίνεις όμως. Μου ζητάς να συνεχίσω. Κι εγώ δεν ξέρω πώς. Μου ζητάς ονόματα και σου τα δίνω. Τότε μου φέρνεις καρτ ποστάλ και με ρωτάς τι νιώθω αντικρίζοντάς τες. Και νιώθω πολλά, και δεν νιώθω τίποτα. Ένα κενό. Ψάχνεις περισσότερο. Γυρεύεις φωτογραφίες λιγότερο τουριστικές, λήψεις ανθρώπινες, ερασιτεχνικές, με κόκκο, κακοφωτισμένες, κάδρα στραβά. Τίποτα εγώ. Μα καλά, αναφωνείς σχεδόν με θυμό, φωτογραφίες τους δεν έχεις; Ανασηκώνω τους ώμους, πώς να σου μιλήσω για τα λευκά φωτογραφικά χαρτιά στο μεταλλικό κουτί των αναμνήσεων; Δεν τα παρατάς. Φαγητά, διάλεκτοι, αξιοθέατα, ονόματα χαρακτηριστικά, κυρίως γυναικεία. Με συγκινεί η επιμονή σου, αλήθεια σου λέω, αλλά μάλλον αυτό δεν φτάνει. Στον τοίχο απέναντι τοποθετείς έναν χάρτη. Συνέχισε να μου μιλάς γι' αυτές, μου λες.


(Αφορμή: Αόρατες πόλεις, Ίταλο Καλβίνο, μτφρ. Ε.Ασλανίδης/Σ.Καπογιαννοπούλου, εκδόσεις Οδυσσέας)   

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2019

Η γη του θυμού - Χρήστος Χρυσόπουλος


 
Καθώς περνούν τα χρόνια, ο θυμός μεγαλώνει. Παραδίδεται σαν ιερή παρακαταθήκη από τους γονείς στα παιδιά τους, κι από γενιά σε γενιά βαθαίνει. Μια μοναδική ευχή, πικρή σαν τύψη: οργίσου! Κράτα τον θυμό σφιχτά κοντά σου. Μην τον ξεχνάς. Αυτός, τουλάχιστον, δεν απαλλοτριώνεται.
Ο συγγραφέας, με τη φωτογραφική μηχανή περασμένη στον λαιμό, περιδιαβαίνει την πόλη. Αφουγκράζεται την ένταση, νιώθει τον θυμό, καταγράφει τους διαλόγους. Σε μια παράδοξη έκφανση πατριωτισμού θεωρούμε τη γη του θυμού γη ελληνική, προνόμιο δικό μας. Διάβαζα πρόσφατα μια ακόμα έρευνα για το πόσες θέσεις έχει υποχωρήσει η χώρα μας στην κατάταξη με τους πιο ευτυχείς κατοίκους παγκόσμια· το βιβλίο του Χρυσόπουλου ήρθε να δώσει φωνή στην πτώση αυτή. Η καθημερινή καταγραφή της ευτυχίας θα σήμαινε καθημερινή πτώση στην κατάταξη, μέχρι που θα ήμασταν τελευταίοι, και όμως θα συνεχίζαμε να πέφτουμε. Μιλώ συχνά με φίλους στο εξωτερικό, ντόπιους και μετανάστες, δεν είναι τόσο καλύτερα τα πράγματα εδώ, λένε. Θυμάμαι μια μέρα, πάνε τρία χρόνια, στο μετρό, τον καβγά ανάμεσα σε δύο ηλικιωμένους, λόγια βαριά και πρόσωπα κόκκινα από την υπερσυγκέντρωση αίματος, αφορμή η πρόταση εκείνης, που καθόταν, σε εκείνον, που στεκόταν όρθιος, να καθίσει, ποιον είπες γέρο μωρή, έσκουξε. Ο ρεαλισμός από μόνος του δεν είναι αρκετός, η αληθοφάνεια είναι εκείνη που δύναται να συγκλονίσει, η αίσθηση πιστότητας. Ο συγγραφέας περπατά και παρατηρεί, καταγράφει. Ο συγγραφέας μιλάει για καταστάσεις στις οποίες υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας -απρόσκλητος επισκέπτης-, αν του δώσεις έναν χάρτη εύκολα θα σημαδέψει τα σημεία δράσης. Εδώ, το όριο ανάμεσα στο ντοκουμέντο και στη λογοτεχνία είναι δυσδιάκριτο. Γι' αυτό το είδος λογοτεχνίας κάτι τέτοιο είναι απαραίτητο. Δεν επικρατεί μόνο θυμός εκεί έξω, σίγουρα όχι, όμως ο θυμός απ' όλα τα συναισθήματα είναι εκείνος που περισσότερο παραλύει τον αποδέκτη, εκείνος που διαθέτει την υψηλότερη επικινδυνότητα μετάδοσης. Κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, ο θυμός ήταν προνόμιο του κέντρου των μεγάλων πόλεων, κάποτε ο θυμός έμενε πίσω από ερμητικά κλειστές πόρτες, εκφραζόταν ως μια διένεξη μεταξύ οδηγών, κάποτε ο θυμός ήταν ένα συναίσθημα κακό, αυτό θα σου απαντούσαν οι περισσότεροι. Τώρα ο θυμός βρίσκεται παντού, ξεσπά στο διπλανό τραπέζι του ήσυχου συνοικιακού καφέ, τώρα λένε πως η εκδήλωση του θυμού είναι δείγμα υγείας. Όμως ο θυμός υπήρχε και τότε στις από απόσταση υπέροχες μέρες του παρελθόντος, λούφαζε και τρεφόταν, κάποιοι βλέποντας το Σπιρτόκουτο του Οικονομίδη υποστήριξαν πως ο σκηνοθέτης υπερβάλλει, τυχεροί να πιστεύουν κάτι τέτοιο ή καλά κρυμμένοι στον μικρόκοσμό τους. Ο θυμός γεννάει μικροεξουσίες, εγώ ξεσπώ σε σένα, εσύ στον άλλον, πάντα προς τα κάτω, πάντα προς τον πιο αδύναμο, κοινωνικά, οικονομικά, συναισθηματικά.  Όταν ο συγγραφέας κοιτάζει μέσα από τον φακό της φωτογραφικής μηχανής, μοιάζει να επικρατεί το κόκκινο. Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν την έκδοση το πιστοποιούν. Μετά την επιστροφή στο σπίτι, κοιτάζοντας τις ανεπεξέργαστες φωτογραφίες της βόλτας εκείνης, ο Χρυσόπουλος δεν αναγνωρίζει τα μέρη όπου λίγες ώρες πριν περπάτησε. Όπως οι λέξεις που άκουσε, έτσι και οι εικόνες που αποτύπωσε χρειάζονται την απαραίτητη επεξεργασία. Η γη του θυμού είναι ένα συναισθηματικά δύσκολο βιβλίο, υψηλής έντασης, γέννημα της παρατήρησης και της καταγραφής του Χρυσόπουλου, το οποίο, δυστυχώς, αποτυπώνει αρκετά ικανοποιητικά την πραγματικότητα. 

Η γη του θυμού κυκλοφόρησε πρώτα στη Γαλλία το 2015 και έγινε θεατρική παράσταση. Η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε το 2018.   

Εκδόσεις Νεφέλη

Πέμπτη, 11 Απριλίου 2019

Όπως ποτέ - Μισέλ Φάις





Η συνειρμική γραφή ίσως να αποτελεί το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα της κατά Ναμπόκοφ αισθητικής απόλαυσης ως απάντηση στο ερώτημα γιατί γράφει κανείς. Τι είναι όμως εκείνο που μετατρέπει τη συνειρμική γραφή από ένα προσωπικό κείμενο σε λογοτεχνική γραφή; 

Με το Όπως ποτέ ο Μισέλ Φάις ολοκληρώνει μια άτυπη τριλογία, που άρχισε με το μυθιστόρημα Από το πουθενά και συνεχίστηκε με τη νουβέλα Lady Cortisol. Σε κάθε μέρος της τριλογίας αυτής ο συγγραφέας επιμένει να απεκδύεται ολοένα και περισσότερο ό,τι σηματοδοτεί, ό,τι θα μπορούσε να σηματοδοτήσει για τον αναγνώστη ένα μονοπάτι εισόδου στο περιβάλλον όπου πραγματοποιούνται οι διάλογοι των χαρακτήρων. Και αν στο Από το πουθενά υπήρχε το δωμάτιο του ψυχαναλυτή, και επομένως η σχέση ψυχαναλυτή-ψυχαναλυόμενου, στα επόμενα δύο μέρη μόνο συνειρμικές υποθέσεις μπορεί να κάνει ο αναγνώστης. Η συνειρμική γραφή, για να γυρίσω στο αρχικό ερώτημα, χρειάζεται ένα καλούπι για να περιχυθεί, να πάρει σχήμα και μορφή, ένα καλούπι από συγγραφικές αποφάσεις και συμβάσεις, ο συγγραφέας -στην προκειμένη περίπτωση- πρέπει να ξέρει τις απαντήσεις στα ερωτήματα: ποιοι μιλάνε; πού βρίσκονται; Και οι απαντήσεις αυτές δεν είναι μονολεκτικές αλλά λεπτομερείς. Αφού δημιουργηθεί το καλούπι, και ο συγγραφέας γνωρίζει, τότε το έδαφος μοιάζει γόνιμο, τότε είναι η στιγμή του συνειρμού, τότε είναι η στιγμή του αφήματος. Εδώ ο Φάις κάνει ακόμα κάτι, σπάει το καλούπι αυτό, αφαιρεί προσεκτικά κάθε στρώση του, αφήνει τις λέξεις των χαρακτήρων του μόνες σε ένα κενό. Εδώ -ειδικά στο Όπως ποτέ- ένα κείμενο που διαθέτει έντονη θεατρικότητα, εξαιτίας των συνεχών ερωτήσεων και απαντήσεων, του συνεχούς ενώπιος ενωπίω των χαρακτήρων, αποδεικνύεται τελικά τόσο αντιθεατρικό όταν φτάνει η στιγμή της θεατρικοποίησής του, όταν φτάνει η στιγμή να ανεβούν οι χαρακτήρες στη σκηνή, γιατί ακόμα και αν διαγράφονται μόνο οι σκιές τους ή αν ακούγονται μόνο οι φωνές τους, τότε ακόμα και αυτά τα ελάχιστα θα μαρτυρούν τόσα πολλά για εκείνους, περισσότερα απ' όσα ο συγγραφέας θέλησε.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να μπαίνεις σε λούνα παρκ.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να κυκλοφορείς σε χαμαιτυπείο, σε καταγώγιο, σε άτυπο πορνείο.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να γέρνει το δωμάτιο.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να κλαίει μια γυναίκα.
Μέσα της πώς είναι; Σαν να παραχωρείς τη θέση σου σε κάποιον άλλον.
Τελειώνοντας την ανάγνωση του Όπως ποτέ ένιωσα την επιθυμία να δω ξανά το La maman et la putain, δεκαπέντε χρόνια μετά. Και για έναν εμμονικό με την καταγραφή των νημάτων η εκδήλωση μιας τέτοιας επιθυμίας αποτελεί την αρχή της αναζήτησης στα υπόγεια της συνείδησης. Θυμάμαι την ημέρα εκείνη. Ο Άνχελ ήταν κάθετος, έπρεπε να πάω μαζί του στην προβολή αυτή, ήταν ίσως η μοναδική ευκαιρία να δω στη μεγάλη οθόνη την ταινία αυτή. Εγώ δεν είχα όρεξη. Πήγα ακριβώς επειδή δεν είχα όρεξη να αντιπαρατεθώ μαζί του. Μετά την προβολή συνέχιζα να μην έχω όρεξη αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Δεν του είπα ποτέ κάτι για την επιμονή του. Δεν βρήκα τις κατάλληλες λέξεις. Πάει καιρός πια που δεν μιλάμε.
Όχι, δεν θυμάται.
Ελάχιστα μπορεί να πει γι' αυτήν.
Του λέει, δεν χάνεσαι ποτέ τυχαία, δεν υπάρχει τυχαίος αποπροσανατολισμός, αφού, όταν χάνεσαι, κάτι βρίσκεις.
Θα μπορούσε να την έχει γνωρίσει καθισμένη στο καπό ενός αυτοκινήτου.
Κάποια στιγμή κλείνει τα μάτια, ψαύει το πρόσωπό του και του λέει, δεν είσαι αυτό που λες, που δείχνεις ότι είσαι, αυτό που υποστηρίζεις, που διατυμπανίζεις, αυτό που μια ζωή παριστάνεις και βαυκαλίζεσαι ότι είσαι, αλλά και σαρκάζεις, υπονομεύεις ή αποσιωπάς.
Ας κρατήσουμε τον ρασιοναλισμό και την παντογνωσία μακριά από τη συγκίνηση. Δεν ξέρω γιατί το βιβλίο αυτό -λίγο περισσότερο από τα άλλα δύο- με συγκίνησε τόσο πολύ σε κάποια σημεία του, όσες φορές και αν τα διάβασα, ξανά και ξανά, απάντηση δεν βρήκα. Και αυτό είναι ένα σπουδαίο συναίσθημα. Να αγνοείς το μηχανισμό ενεργοποίησης, να μη στενάζεις κάτω από μια καθοδήγηση, να μη γίνεσαι θύμα συναισθηματικού εκβιασμού, να μην ξέρεις, για να το πω έτσι, από πού θα σου έρθει. Και τότε, απροετοίμαστος, παραδίνεσαι. Ίσως αυτό να είναι το στοίχημα-επιδίωξη του Φάις, η απόλυτη κυριαρχία του λόγου σε αυτό το ανοίκειο για τον αναγνώστη περιβάλλον, η επίδραση αυτής της κυριαρχίας στον αναγνώστη στην κατ' εξοχήν εποχή των εικόνων, η αντίδραση στην ανάγνωση ενός κειμένου με τα μάτια σκεπασμένα, μια εμπειρία πρωτίστως ακουστική.

Δεν είναι όμως μόνο η εποχή των εικόνων, είναι και η εποχή αυτή κατά την οποία συμβαίνει το εξής -εν πρώτοις- παράδοξο, να υπάρχει τόση υπερέκθεση εαυτού -φωτογραφίες, σκέψεις, κοινοποιήσεις παρουσίας, απόψεις επί παντός επιστητού- και ταυτόχρονα τόσο μεγάλο μάγκωμα στη διαπροσωπική επικοινωνία, ίδιον μάλλον της ψηφιακής εγγύτητας κατά την οποία όλοι μοιάζουμε με διαχειριστές της δημόσιας εικόνας μας σε ένα διαρκώς διαθέσιμο πεντάλεπτο δημοσιότητας, και πρέπει να είμαστε τέλειοι και υπέροχοι, ακόμα και στους φόβους ή στις αποτυχίες μας. Συνειδητά αφήνεται κανείς πλήρως, ή, για να είμαστε δίκαιοι, επιθυμεί να αφεθεί κανείς πλήρως μονάχα απέναντι στον εραστή και στον ψυχολόγο του, αυτό μοιάζει να μας λέει ο Φάις, τον πρώτο καιρό με τον εραστή, λίγο περισσότερο με τον ψυχολόγο, με τον εαυτό μας λιγότερο ή καθόλου, σπάνια κάνουμε άλλωστε τις κατάλληλες ερωτήσεις, ενώ πάντα μπορούμε να μεταθέσουμε τις απαντήσεις για μια άλλη στιγμή.


Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 8 Απριλίου 2019

Περαστικοί - Jenny Erpenbeck




«Πού πάει ένας άνθρωπος,
   όταν δεν ξέρει πού να πάει;»

Οι Περαστικοί είναι η ιστορία κάποιων εκατοντάδων προσφύγων στο Βερολίνο, η μάχη τους να πάψουν να είναι αόρατοι, να αποκτήσουν χαρτιά και δικαίωμα στην εργασία, να έχουν μέλλον. Είναι η ιστορία κάποιων τυχερών προσφύγων που κατόρθωσαν να φτάσουν μέχρι τη Γερμανία, ενώ οι περισσότεροι με τους οποίους ξεκίνησαν μαζί χάθηκαν στον δρόμο. Τη ζωή τους έχασαν στον δρόμο, όχι τον προσανατολισμό τους. Είναι η ιστορία του Ρίχαρντ, του καθηγητή πανεπιστημίου, που πρόσφατα βγήκε στη σύνταξη. Γεννημένος στο Ανατολικό Βερολίνο, είδε το 1989 το Τείχος να πέφτει, το Βερολίνο να ενώνεται. Προσδοκίες για ένα καλύτερο αύριο γεννήθηκαν σε πολλούς, τώρα εκείνος παίρνει μικρότερη σύνταξη από τους δυτικούς συναδέλφους του. Αν και δεν υπάρχει καμία σημείωση εκ μέρους της συγγραφέως πως το μυθιστόρημα βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, εντούτοις δεν νομίζω πως υπάρχει αμφιβολία επ' αυτού. Αναρωτιέμαι πόσοι κάτοικοι του Βερολίνου να γνώριζαν την ιστορία αυτή ή κάποια παρόμοιά της. Ο Ρίχαρντ ενεπλάκη στην ιστορία αυτή σταδιακά και από σύμπτωση, κάτι διάβασε μια μέρα στην εφημερίδα, από περιέργεια αποφάσισε μια άλλη να επισκεφτεί το κτίριο που αρχικά φιλοξενούνταν οι πρόσφυγες, ύστερα θέλησε να ακούσει τις ιστορίες τους.
Πού μεγαλώσατε; Ποια είναι η μητρική σας γλώσσα; Σε ποια θρησκεία ανήκετε; Πόσοι άνθρωποι ήσασταν στην οικογένειά σας; Πώς ήταν το διαμέρισμα, το σπίτι, που μεγαλώσατε; Πώς γνωρίστηκαν οι γονείς σας; Είχατε τηλεόραση; Πού κοιμόσασταν; Τι τρώγατε; Ποια ήταν η αγαπημένη σας κρυψώνα στα παιδικά σας χρόνια; Έχετε πάει σχολείο; Τι ρούχα φορούσατε; Είχατε κατοικίδια ζώα; Μάθατε κάποιο επάγγελμα; Έχετε δική σας οικογένεια; Πότε φύγατε από την πατρίδα σας; Γιατί; Έχετε ακόμα επαφές με την οικογένειά σας; Με ποιο σκοπό φύγατε; Πώς τους αποχαιρετήσατε; Τι πήρατε μαζί σας όταν φύγατε; Πώς φανταζόσασταν την Ευρώπη; Τι είναι διαφορετικό; Πώς περνάτε τις μέρες σας; Τι σας λείπει πιο πολύ; Τι επιθυμείτε; Αν είχατε παιδιά που μεγάλωναν εδώ, τι θα τους λέγατε για την πατρίδα σας; Μπορείτε να φανταστείτε ότι θα γεράσετε εδώ; Πού θέλετε να σας θάψουν;
Με κάθε καινούριο βιβλίο της η Έρπενμπεκ μοιάζει να αφαιρεί ολοένα και περισσότερα από τα πέπλα εκείνα με τα οποία έκρυβε τον ωμό ρεαλισμό στα πρώτα της βιβλία, να εγκαταλείπει τους συμβολισμούς και τις παραβολές, να μην αναζητά καταφυγή στο μεταφυσικό «αν», να επικεντρώνεται στην απτή πραγματικότητα. Κάποιες ιστορίες οφείλουν να αποδοθούν χωρίς φτιασίδια. Καλώς ή κακώς η τύχη του κάθε βιβλίου επηρεάζεται πέραν της εγγενούς αξίας του και από τις επικρατούσες συνθήκες. Οι Περαστικοί, το πέμπτο βιβλίο της Έρπενμπεκ που κυκλοφορεί στα ελληνικά -όλα σε μετάφραση Αλέξανδρου Κυπριώτη-, μοιάζει να είναι αυτό που εγκαθιδρύει οριστικά τη φήμη τής συγγραφέως σε παγκόσμιο επίπεδο, καθώς κερδίζει βραβεία ή υποψηφιότητες για βραβεία και διθυραμβικές κριτικές. Ναι, θα μπορούσε κάποιος να πει πως ένα βιβλίο για ένα ζήτημα τόσο φλέγον όσο το προσφυγικό, σε συνδυασμό με την πολεμική που αυτό γεννάει, αποτελεί την κατάλληλη συνταγή για την επιτυχία, επιπρόσθετα θα μπορούσε να κατηγορήσει τη συγγραφέα ακόμα και για καιροσκοπισμό. Ωστόσο η κυκλοφορία του βιβλίου στη Γερμανία (2015) απλώς συνέπεσε με τα κύματα προσφύγων από τη Συρία. Οι πρόσφυγες της Έρπενμπεκ προέρχονται όλοι από την Αφρική. Σαφώς οι περισσότερες κριτικές που κυκλοφορούν για τους Περαστικούς, αποθεωτικές στην πλειοψηφία τους, εκεί τείνουν να εστιάζουν, στο ανθρωπιστικό μέρος, στο ντοκουμέντο. Και προφανέστατα αυτό είναι ένα σημαντικό συστατικό του μυθιστορήματος, η αλήθεια που έχει να διηγηθεί, η ιστορία αυτών των προσφύγων, οι ιστορίες όλων εκείνων που βρέθηκαν ξένοι σε ξένο τόπο. Όμως αποτελεί παράλειψη να μη σταθεί κανείς στην εξέχουσα γλώσσα, στο χτίσιμο των χαρακτήρων, στις διακειμενικές αναφορές, στο στήσιμο της πλοκής και στην αφήγηση. Οι Περαστικοί είναι μυθιστόρημα και όχι ρεπορτάζ εφημερίδας.    

Ο τόπος και ο ήρωας. Το Βερολίνο, στο οποίο η Έρπενμπεκ γεννήθηκε και κατοικεί, είναι το σκηνικό, η πλέον ανοιχτόμυαλη και προοδευτική όψη της Γερμανίας, το Βερολίνο με την πολιτική ταυτότητα και με το βάρος της μνήμης. Εκεί η αντίθεση μοιάζει πιο έντονη. Ο Ρίχαρντ, για τον οποίο η ιστορία των ανθρώπων αυτών είναι κατ' αναλογία γνώριμη και οικεία, προσωποποιεί τις δύο Γερμανίες, τη διαίρεση και την επανένωση, είναι ταυτόχρονα ντόπιος και ξένος, ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, και ας μη χρειάστηκε ούτε σπίτι να αλλάξει. Η Έρπενμπεκ δίνοντας μορφή στον Ρίχαρντ δεν αμέλησε να τον προικίσει με περαιτέρω γωνίες και πλευρές πέραν της ενασχόλησής του με τους πρόσφυγες, έτσι ο Ρίχαρντ είναι ένας χαρακτήρας σφαιρικός και αληθοφανής, με παρελθόν, λάθη και απώλειες να τον βαραίνουν, με παρόν, φίλους και ενδιαφέροντα να τον συντροφεύουν. Το πρόβλημα είναι πως η συμπεριφορά του Ρίχαρντ φαντάζει στα μάτια του αναγνώστη ηρωική και όχι ανθρώπινη και αναμενόμενη, δείγμα της εποχής που ζούμε ─αν είμαστε αισιόδοξοι─ ή της ανθρώπινης φύσης ─αν όχι.     

Όταν διαβάζω ένα βιβλίο συχνά αναρωτιέμαι, εν είδει μεταναγνωστικού παιχνιδιού, ποια θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα που ώθησαν τον συγγραφέα να αφηγηθεί τη συγκεκριμένη ιστορία. Και στην περίπτωση των Περαστικών υποθέτω ─γιατί για παιχνίδι υποθέσεων πρόκειται άλλωστε─ πως η Έρπενμπεκ θέλησε να διηγηθεί την ιστορία αυτή για τρεις λόγους. Πρώτον, γιατί είναι μια ιστορία δυνατή, τρομερά στενάχωρη, ιστορία που τείνει να γίνει κλισέ δυστυχώς, μια πραγματικότητα που όσο και αν επιμένουμε να αγνοούμε εμείς οι κάτοικοι της Δύσης είναι ολοένα και πιο παρούσα. Δεύτερον, για να κάνει την απαραίτητη έρευνα, να διαβάσει νόμους και διατάγματα, να καταρρίψει μύθους, να έρθει σε επαφή με τον ξενοφοβικό λόγο, να θέσει τα κατάλληλα ερωτήματα, μήπως και βρει απαντήσεις. Και τρίτον, για να πάρει θέση, θέση πολιτική, να ταχθεί με την πλευρά των προσφύγων και να ορθώσει ανάστημα ενάντια στον ακροδεξιό οχετό. Δεν είναι δεδομένη η κοινωνικοπολιτική θέση κάποιου απλώς και μόνο επειδή είναι ή δηλώνει καλλιτέχνης, η θέση κάποιου πρέπει να δηλώνεται με σαφήνεια.  

Παρότι οι προσδοκίες μου γι' αυτό το βιβλίο ήταν μεγάλες, εντούτοις οφείλω να παραδεχτώ πως, παίρνοντάς το στα χέρια μου και γνωρίζοντας μέσες άκρες την υπόθεση, διακατεχόμουν από έναν φόβο, που είχε να κάνει με την πιθανή ύπαρξη ενός διδακτικού τόνου, φόβο μήπως η δύναμη της ιστορίας των προσφύγων παρέσερνε το μυθιστόρημα σε μονοπάτια ηθικοπλαστικά. Όχι, ο Ρίχαρντ δεν είναι ένας τύπος που κουνάει το δάκτυλο, και δεν είναι ένας τέτοιος τύπος ακριβώς γιατί είναι ένας άνθρωπος που δρα κατά συνείδηση. 

Η πρσοφυγιά και η μετανάστευση δεν είναι όπως πολλοί λανθασμένα πιστεύουν και ─σκοπίμως ή από άγνοια─ διαδίδουν ένα φαινόμενο συγκαιρινό. Η προσφυγιά και η μετανάστευση είναι η ιστορία της ανθρωπότητας, η ιστορία του κάθε τόπου, παλαιότερη από κάθε γραφειοκρατία και από κάθε σύνορο. Η φυγή από την κόλαση είναι ένστικτο, η φυγή από την κόλαση είναι δικαίωμα. Η αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο επίσης. Σε μια εποχή που η ανοχή όλων μας στις ιστορίες φρίκης όλο και δυναμώνει, ίσως η λογοτεχνία να έχει την απάντηση, και ίσως μόνο η σπουδαία λογοτεχνία να μπορεί να αφυπνίσει τον ναρκωμένο άνθρωπο, να τον κάνει να αναλογιστεί τη θέση του στον κόσμο, να επιτελέσει τον ρόλο της ψυχαγωγίας. Αν υπάρχει μια τέτοια πιθανότητα ίσως να είναι οι Περαστικοί.  

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 4 Απριλίου 2019

Μαύρες διαθήκες - Νικήτας Σινιόσογλου






Η συντριβή του Τρίτου Ράιχ σε πολιτικό επίπεδο δεν σήμανε και τον πλήρη αφανισμό των φασιστικών ιδεών· δεν θα μπορούσε άλλωστε. Οι ιδέες έχουν υψηλή ικανότητα επιβίωσης, μια αντοχή απέναντι στις εξωτερικές συνθήκες, ανάλογη του μυαλού που τις φιλοξενεί, ακόμα και αν απαιτηθεί να μετατραπούν σε αντικείμενο απολογίας ή απάρνησης, οι ιδέες φωλιάζουν, λουφάζουν και καρτερικά προσμένουν την -έστω και ελάχιστα- κατάλληλη στιγμή. 

Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ και ο Καρλ Σμιτ υπήρξαν οι δυο κορυφαίοι στοχαστές του Τρίτου Ράιχ, τα Μαύρα Τετράδια και το Glossarium αντίστοιχα τα ημερολόγια τους, στα οποία αποτυπώνεται η ήττα του φασισμού, η προσωρινή του ήττα κατ' εκείνους, αλλά και η συνεχιζόμενη και αμετανόητη πίστη στις ιδέες τους. Και οι δύο επιδίωξαν και διασφάλισαν τη μετά θάνατο κυκλοφορία των ημερολογίων τους. Και αυτό έχει τεράστια σημασία, καθώς δεν πρόκειται για το προσωπικό ημερολόγιο κάποιου που βρέθηκε και εκδόθηκε παρά τη θέλησή του, αλλά για ένα έργο δουλεμένο και επεξεργασμένο με συνειδητό στόχο την κυκλοφορία του, εν είδει διαθήκης. Και σε ένα περιβάλλον εχθρικό προς τις ζοφερές τους ιδέες, σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία ευαίσθητη απέναντι στη φασιστική ιδεολογία υπήρξε έξυπνη και αναμενόμενη η επιλογή τους για την κυκλοφορία των δύο έργων μετά τον θάνατό τους, όταν πια θα μπορούσαν χωρίς τον φόβο κάποιου τιμήματος να διαλαλήσουν αμετανόητοι τις φασιστικές τους ιδέες, που για χρόνια τις έκρυβαν και τις καλλιεργούσαν εκεί που οι ιδέες τους νιώθουν οικεία: στο σκοτάδι.

Προφανώς και δεν μπορεί κανείς να κατατάξει το σύνολο του έργου και της σκέψης των δύο φιλοσόφων συλλήβδην στον φασιστικό λόγο. Άλλωστε αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε και οι δύο θα είχαν παρέλθει σε καθεστώς λήθης και απαξίωσης εδώ και χρόνια. Και υποθέτω πως σε αυτό οφείλεται η έλξη -και η ταυτόχρονη απώθηση- που ένιωσε ο Σινιόσογλου διαβάζοντας τα πλέον προσωπικά κείμενα των δύο, τα ημερολόγια τους. Γιατί απέναντι σε ένα δυνατό μυαλό συνηθίζουμε να είμαστε πιο αυστηροί, πιο απαιτητικοί, δικαιολογούμε δυσκολότερα, αρνούμαστε, κατά κάποιον τρόπο, να παραδεχτούμε πως ένα τέτοιο μυαλό γεννάει τέτοιες σκέψεις. Και αυτή είναι η πρόκληση της αναμέτρησης με τέτοια κείμενα, η αποδόμηση των οποίων δεν είναι κάτι το απλό, και ίσως δεν είναι το ζητούμενο.

Τίθεται και απαντάται άμεσα το ηθικό ερώτημα για τη σχέση ανάμεσα στο έργο και τον δημιουργό. Ερώτημα το οποίο προσωπικά έχω συνδυάσει με τον Σελίν· το Ταξίδι στην άκρη της νύχτας το θεωρώ αριστούργημα. Ο Σινιόσογλου δεν στέκεται σχεδόν καθόλου σε αυτό, ως δεδομένο στον στοχασμό του το παραμερίζει και προχωρά σε άλλα ερωτήματα πιο θελκτικά για εκείνον: τι συμβαίνει στις ιδέες μετά τη φαινομενική τους συντριβή; πώς παρασιτεί το κακό στην εξομολόγηση ενός ανθρώπου;

Οι Μαύρες Διαθήκες χωρίζονται σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα είναι αφιερωμένα στα αντίστοιχα έργα του Σμιτ και του Χάιντεγκερ. Εδώ ο Σινιόσογλου με τον γνώριμο συνδυαστικό του τρόπο, γνώριμο από τον Αλλόκοτο Ελληνισμό, πλοηγείται ανάμεσα στις σελίδες των ημερολογίων, κινούμενος πότε ως ερευνητής σε βιβλιοθήκη και πότε ως δάσκαλος σε αμφιθέατρο, μην παραμελώντας ποτέ τη λογοτεχνική διάσταση της δοκιμιακής γραφής, διάσταση η οποία τον βοηθάει να αποτυπώσει στο χαρτί αυτό το ταυτόχρονα αντιθετικό συναίσθημα της έλξης και της απώθησης απέναντι στα ημερολόγια των δύο, χωρίς όμως να τον απομακρύνει από τον θεματικό του πυρήνα. Ως ερευνητής επιμένει να αναζητά κρυφές γωνιές και αδιευκρίνιστα σημεία στα δύο κείμενα, κάνοντας τις απαραίτητες διακειμενικές συνδέσεις, ενώ ως δάσκαλος επιχειρεί να καταστήσει κατανοητή τη σημασία της διερεύνησης των ορίων της ημερολογιακής γραφής.

Το τρίτο μέρος είναι το προσωπικό ημερολόγιο του Σινιόσογλου κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σιγκαπούρη, όπου βρέθηκε καλεσμένος ομιλητής με θέμα τα Μαύρα Τετράδια του Χάιντεγκερ. Εδώ η λογοτεχνία κρατάει τα σκήπτρα. Ο Σινιόσογλου πετάει για τη Σιγκαπούρη χωρίς να γνωρίζει τίποτα γι' αυτό το υβριδικό κράτος, χωρίς να έχει αφιερώσει ούτε τον ελάχιστο χρόνο στην προετοιμασία του ταξιδιού, ξέροντας πως ακόμα μια φορά θα εμπιστευτεί τα πόδια του, εκείνα είναι που θα τον οδηγήσουν στο ταξίδι, εκείνα είναι που θα υπακούσουν στην περιέργεια του βλέμματος του φλανέρ. Φλανάροντας -θα έρθει η εποχή που ο διορθωτής δεν θα κοκκινίζει στη θέα τόσο του ουσιαστικού όσο και του ρήματος- στη Σιγκαπούρη, μια πόλη ακατάλληλη για άσκοπη περιδιάβαση, με τον Χάιντεγκερ στο μυαλό, ο Σινιόσογλου στοχάζεται, παρατηρεί και καταγράφει όσα προκαλούν την προσοχή του, σε έναν ιδιότυπο και εναλλακτικό ταξιδιωτικό οδηγό ενός φλανέρ που δοκιμάζει τα όρια της επιθυμίας του να νιώσει μοναξιά, να νιώσει μακριά από κάθε τι οικείο σε ένα περιβάλλον ιδανικό για κάτι τέτοιο, έχοντας στην τσάντα του τα Μαύρα Τετράδια του Χάιντεγκερ που φωνάζουν για δικαίωση.

Εκδόσεις Κίχλη 

  
        

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Κόκκαλα από ήλιο - Mike McCormack





Μια απόπειρα εντυπωσιασμού σκίαζε τις προσδοκίες μου για τα Κόκαλα από ήλιο του Μάικ Μακόρμακ. Ένα μυθιστόρημα χωρίς καμία τελεία. Ναι, ούτε μία. Αυτό είναι πιθανότατα το πρώτο που θα ακούσετε σχετικά με το βιβλίο αυτό· αυτό ήταν το πρώτο που άκουσα εγώ. Υπήρχε όμως μια εξισορρόπηση των αναγνωστικών προσδοκιών εξαιτίας της υπόθεσης· ο Μάρκους Κόνγουεϊ, ένας μεσήλικας πολιτικός μηχανικός, πατέρας δύο παιδιών, που ζει με τη γυναίκα του σε ένα μικρό χωριό της Ιρλανδίας, πραγματοποιεί έναν νοερό απολογισμό της ζωής του. Κι εμένα κάτι τέτοιες ιστορίες, από το Ένα κάποιο τέλος του Μπαρνς μέχρι την τριλογία του Φορντ με ήρωα τον Μπάσκομπ, είναι του γούστου μου. Κάπως έτσι ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο αυτό.

Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς στο γιατί ο Μάικ Μακόρμακ έκανε τη συγκεκριμένη επιλογή. Εκείνο το οποίο αξίζει όμως να επιχειρήσει να διακρίνει κανείς είναι το πώς έστησε την αφήγησή του και το αν αυτή η απόφαση αποδεικνύεται εν τέλει λειτουργική. Με σιγουριά μπορώ να πω πως δεν πρόκειται για ένα εύρημα εντυπωσιασμού αλλά για ένα εντυπωσιακό εύρημα, εντυπωσιακό όχι τόσο ως προς τη σύλληψη όσο ως προς την εκτέλεσή του. Συνήθως -δυστυχώς- οι συγγραφείς αφιερώνουν περισσότερο χρόνο και κόπο στη σύλληψη ενός ευρήματος, που θα κάνει το έργο τους αξιομνημόνευτο και μοναδικό, από ό,τι στην υλοποίησή του, ενώ επιπλέον, στον βωμό του ευρήματος, θυσιάζουν συχνά την ιστορία τους. Στην περίπτωση του Μακόρμακ κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ο Μάρκους, στο σαλόνι του σπιτιού του, χωρίς να το έχει προσχεδιάσει, βυθίζεται σε μια ανασκόπηση των περασμένων, και ακριβώς επειδή δεν είναι προσχεδιασμένη, μονταρισμένη, για να δανειστούμε έναν κινηματογραφικό τεχνικό όρο, δεν ακολουθεί γραμμική πορεία, μοιάζει περισσότερο με ονειροπόληση, εκεί που η μια εικόνα διαδέχεται την άλλη και η μια ανάμνηση φέρνει την άλλη, χωρίς να είναι πάντα ορατό το σημείο σύνδεσης, χωρίς να είναι ορατό το γιατί. Ακόμα λοιπόν και αν δεν επέλεγε τη μονοπερίοδη αφήγηση, θα έπρεπε τεχνικά η αφήγησή του να αποτύπωνε πειστικά την εσωτερική αναπόληση του ήρωά του. Επομένως από αυτή την πλευρά η απόφαση για μονοπερίοδη αφήγηση είναι ιδανική ως επιλογή.

Η δυσκολία στην υλοποίηση της αφήγησης χωρίς τελεία -ερωτηματικό ή θαυμαστικό- είναι προφανής. Όλα εκείνα τα περάσματα που θα σηματοδοτούσαν το τέλος της κάθε περιόδου, εδώ πρέπει να ενσωματωθούν εντός της μίας και μοναδικής περιόδου. Ο Μακόρμακ τα καταφέρνει περίφημα, γυρεύοντας στις λέξεις, στο πώς θα τις χρησιμοποιήσει και στο πού θα τις τοποθετήσει, την αντικατάσταση των τελειών ή μάλλον την υπερπήδησή τους. Λέξεις απλές, που λειτουργούν ταυτόχρονα ως συνδέσεις, ευρισκόμενες εν μέσω της περιόδου, αλλά και ως επανεκκινήσεις, ως οι πρώτες λέξεις μίας νέας (υπο)περιόδου. Έτσι για παράδειγμα, ο πλάγιος λόγος μπορεί να διαβαστεί ταυτόχρονα και ως ευθύς, ο διάλογος δεν χάνει τη δυναμική του, ενώ στις λέξεις αυτές υπάρχουν και οι απαιτούμενες παύσεις τόσο της αφήγησης όσο και της ανάγνωσης.

Βέβαια όλα τα παραπάνω, χωρίς το κατάλληλο περιεχόμενο, την ιστορία και τη γλώσσα δηλαδή, δεν θα είχαν και τόση σημασία. Όπως δεν έχει σημασία, την ώρα της ανάγνωσης -έστω από ένα σημείο και μετά- η απουσία τελειών, παρότι είναι αυτή η απουσία που καθορίζει έντονα τον αναγνωστικό ρυθμό, γιατί η αφήγηση του Μάρκους έχει την απαραίτητη δυναμική ώστε να γεμίσει το αφηγηματικό καλούπι, ενώ ταυτόχρονα φέρει εντός της μια έντονη αλήθεια, χωρίς εξάρσεις φτηνού εντυπωσιασμού, που συγκινεί τον αναγνώστη. Στη ζωή του Μάρκους δεν συνέβη κάτι φοβερό, ούτε κάτι μοναδικό, μια απλή ζωή, με τις καλές και τις κακές στιγμές της, είναι ένας άνθρωπος πιο κοντά στο τέλος παρά στην αρχή πια, που έκανε λάθη, κάποια τα διόρθωσε, άλλα όχι, και ίσως να μην προλαβαίνει πια, επέμεινε σε κάποιες αξίες με έναν ζήλο υπερβάλλοντα, σε άλλες στιγμές υποχώρησε ευκολότερα, ένας άνθρωπος που τώρα τελευταία νιώθει ολοένα και εντονότερα τον χρόνο να έχει περάσει, αρκετά πράγματα πια δεν τα καταλαβαίνει, όλο και περισσότερο εκτός εποχής, το χάσμα με τα παιδιά δεν είναι το μοναδικό, είναι πολλά εκείνα με τα οποία δυσκολεύεται.

Ο Μακόρμακ διακρίνει, αξιοποιεί και σέβεται τη γλωσσική σύμβαση ενός ανθρώπου που αναλογίζεται κατά μόνας το παρελθόν του. Όταν κάποιος σκέφτεται δεν χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα όπως όταν μιλάει και απευθύνεται σε έναν τρίτο. Στη μοναξιά της αναπόλησης είναι εντελώς διαφορετικές οι λέξεις και οι φιοριτούρες που χρησιμοποιεί κανείς, ο τρόπος με τον οποίο επιχειρεί να κοροϊδέψει ή να επιβραβεύσει τον εαυτό του, η αυτοπεποίθηση αλλά και η χαλαρότητα, η απουσία κριτή και καταγραφέα, η αίσθηση πως ό,τι πει δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του με την πρώτη ευκαιρία, η αποθέωση του υποκειμενισμού της ιστορίας. Θα ήταν άλλωστε ένα άλλο βιβλίο, με άλλη γλώσσα και ύφος, αν επρόκειτο είτε για τη διήγηση του Μάρκους, που θα απευθυνόταν στο πρώτο πρόσωπο άμεσα σε κάποιον, είτε για τη διήγηση σε τρίτο πρόσωπο ενός πιθανά παντογνώστη αφηγητή. 

Και ακόμα κάτι. Η βαρύτητα των εξωτερικών συμβάντων είναι ανάλογη της εγγύτητάς τους με τη ζωή του Μάρκους. Ακόμα ένα στοιχείο ρεαλιστικής απεικόνισης του εσώτερου εαυτού, μακριά από τον ιδεαλιστικό ήρωα που αφήνει σε δεύτερο πλάνο όσα έζησε, ένιωσε, αγάπησε και υπέφερε, για να αναλώσει τον χρόνο που του αναλογεί εξιστορώντας τα του έξω κόσμου, αποτυπώνοντας τη μεγάλη εικόνα, αφήνοντας έναν ελάχιστο χώρο σε αυτόν τον κόσμο για το ατομικό του ίχνος.

Συμβαίνει σπάνια, αλλά ευτυχώς συμβαίνει, βιβλία άρτια τεχνικά να έχουν και ψυχή, τα Κόκαλα από ήλιο είναι μια τέτοια ευτυχής εξαίρεση.

Μετάφραση Παναγιώτης Κεχαγιάς
Εκδόσεις αντίποδες