Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Ξεφυλλίζοντας το ημερολόγιο ανάγνωσης του 2012


Δεν είχα πρόθεση να κάνω ανασκόπηση. Αναλογιζόμουν όμως τα βιβλία που διάβασα φέτος, ανέτρεξα στις αναρτήσεις από πέρυσι το Γενάρη και κάπως έτσι προέκυψαν οι παρακάτω ημερολογιακού χαρακτήρα σημειώσεις.





Ιανουάριος

Στις γιορτές των Χριστουγέννων, τα τελευταία χρόνια, διαβάζω Μουρακάμι και η παράδοση συνεχίστηκε, Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο. Ο μήνας συνεχίστηκε σε ρυθμούς βιβλιοφιλικούς (Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα, Δουβλινιάδα, Στο καλό μυθιστόρημα). Με την Υπόθεση Μπεστ σέλλερ ολοκλήρωσα τα μυθιστορήματα του Χρήστου Βακαλόπουλου.
 Κουκκίδα χοντρή : Η νουβέλα του Τζούλιαν Μπαρνς, Ένα κάποιο τέλος


Φεβρουάριος

Δε συμμερίστηκα τον ενθουσιασμό της πλειοψηφίας σχετικά με τη Λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων, χωρίς αυτό να σημαίνει πως πρόκειται για ένα κακό βιβλίο. Ο Γιόζεφ Ροτ είναι τεράστιος συγγραφέας κάτι το οποίο επιβεβαίωσα ακόμα μια φορά διαβάζοντας την Ομολογία ενός Δολοφόνου.

Κουκκίδα χοντρή : Η γνωριμία με τη άκρως ενδιαφέρουσα συγγραφέα Άντζελα Δημητρακάκη (Ανταρκτική)


Μάρτιος

Το γενέθλιο μήνα του ιστολογίου έμελλε να έρθω, για πρώτη φορά, σε επαφή με δύο τεράστιους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο λόγος για τους Χουάν Ρούλφο (Πέδρο Πάραμο) και Αντόνιο Ταμπούκι (Ο Τριστάνο πεθαίνει). Από τα υπόλοιπα αναγνώσματα ξεχώρισαν το Πάρκο των ελαφιών του σπουδαίου Νόρμαν Μαίηλερ και τη νουβέλα του Τόμας Μαν, Τόνιο Κρεγκερ.


Απρίλιος

Η πλειοψηφία των απριλιάτικων βιβλίων ανήκει σε γυναίκες δημιουργούς: Μάργκαρετ Άτγουντ (Η πορφυρή δούλη), Γιόκο Ογκάουα (Ξενοδοχείο Ίρις), Άλι Σμιθ (Κορίτσι συναντά αγόρι), Άννα Ζένγκερς (Το τέλος) και Νικόλ Κράους (με το Όλα καταρρέουν ξεκινά η γόνιμη συνεργασία με το Mixtape.gr). Πρώτη επαφή με τον Εντουάρντο Γκαλεάνο (Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου).
Κουκκίδα χοντρή : Εμείς του Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, προπομπός της λογοτεχνικής δυστοπίας.


Μάιος


Αρκετή και καλή ελληνική λογοτεχνία: Αριστείδης Αντονάς (Ο φλογοκρύπτης), Γιάννης Σκαρίμπας (Φυγή προς τα εμπρός), Κωνσταντίνος Τζαμιώτης (Η εφεύρεση της σκιάς), Ιωάννα Μπουραζοπούλου (Τι είδε η γυναίκα του Λώτ;), Θοδωρής Καλλιφατίδης (Τα περασμένα δεν είναι όνειρο). Αγαπημένος Βίλα Μάτας (Μπαρτλεμπυ & Σία).

Κουκκίδα χοντρή : Αμερικανική Λήθη του David Foster Wallace.


Ιούνιος

Δεύτερο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη (Αντιθάλασσα) και η συγγραφέας ανεβάζει ακόμα ψηλότερα τον πήχη. Ο Δημήτρης Σωτάκης σε νέα μονοπάτια με το Θάνατο των Ανθρώπων. Ο Νορβηγός μουσικός Ketil Bjornstad με το Ποτάμι στη συνέχεια της Λέσχης των νέων πιανιστών.
Κουκκίδα χοντρή : Η τυφλόμυγα, Siri Hustvedt.


Ιούλιος

Σε ρυθμούς παραλίας με την Υποψία του Ντύρενματ και τα Τηλεφωνήματα του Μπολάνιο. Λίγο νωρίτερα, μια καυτή Κυριακή, ο Καθένας του Φίλιπ Ροθ. Τεράστια έκπληξη οι Παραλλαγές Γκόλντμπεργκ της Νάνσυ Χιούστον.
Κουκκίδα χοντρή : Κοσμόπολις, Ντον Ντελίλλο.


Αύγουστος

Διάβασα λιγότερο απ' όσο υπολόγιζα. Ας με λένε Γκάντενμπαϊν του Μαξ Φρις. Και το 2012 αγαπάμε με πάθος γερμανόφωνη ελβετική λογοτεχνία. Η παρωδία αστυνομικού μυθιστορήματος Τα μυστήρια της Μαδρίτης δια χειρός Αντόνιο Μουνιόθ Μολίνα. Το Μανιφέστο της ήττας, τρίτο μυθιστόρημα της Δημητρακάκη και μπορώ, με βεβαιότητα, να πω πως πρόκειται για μία από τις αποκαλύψεις της χρονιάς.
Κουκκίδα χοντρή : Το πολλά υποσχόμενο συγγραφικό ντεμπούτο της Μαρίας Ξυλούρη, Rewind.  


Σεπτέμβριος

Σίρι Χούστβεντ (Καλοκαίρι δίχως άντρες), Μαρία Ξυλούρη (Πώς τελειώνει ο κόσμος). Διηγήματα του Ηπειρώτη καθηγητή ιχθυολογίας, Γιάννη Πάσχου, υπό τον τίτλο Μία νυξ δι' εν έτος.
Κουκκίδα χοντρή : Γιάκομπ Φον Γκούντεν, Ρόμπερτ Βάλζερ.


Οκτώβριος

Αλέξανδρος Κοτζιάς (Η μηχανή) και Φαίδων Ταμβακάκης (Η Υστάτη). Κενζαμπούρο Όε (Τσάκισέ τα από μικρά, σκότωσε τα από παιδιά) και Αντόνιο Ταμπούκι (Η χαμένη κεφαλή του του Νταμασένου Μοντέιρου).
Κουκκίδα χοντρή : Ο Εξώστης του Νίκου Καχτίτση.


Νοέμβριος

Πολ Όστερ μετά από καιρό (Το παλάτι του φεγγαριού). Ημιτελές μα υπέροχο το αφήγημα της Ingeborg Bachmann, Περίπτωση Φράντσα. Στρατοπεδική λογοτεχνία από τον Χόρχε Σεμπρούν (Ο νεκρός που μας χρειάζεται). Ενδιαφέρον ντεμπούτο για τον Ρωμανό Σκλαβενίτη- Πιστοφίδη (Διαβάτες στην πόλη). Το μοναδικό μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη, Έξι νύχτες στην Ακρόπολη.
Κουκκίδα χοντρή : Υπέροχοι Απόκληροι, Λέοναρντ Κοέν.


Δεκέμβριος

Σύγχρονη ιταλική λογοτεχνία από το Νικόλο Αμανίτι, Εγώ και εσύ. Η συλλογή διηγημάτων του Γιάννη Παλαβού, Αστείο. Γιόζεφ Ροτ (Hotel Savoy). Γαλλικό νουάρ με τη Σιωπή των νεκρών του Jean Paul Noziére.
Κουκκίδα χοντρή : Η εφεύρεση του Μορέλ, Adolfo Bioy Casares. 




Πολλές ευχές για μια χρονιά γεμάτη δημιουργικότητα, υγεία και καλές αναγνώσεις.






Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#4)

Δεν είναι φήμη ή κουτσομπολιό αλλά πρακτική διάφορων εκδοτικών οίκων να απαιτούν από τον επίδοξο συγγραφέα να καταβάλλει το σύνολο του κόστους έκδοσης ώστε να μπορέσει να δει το έργο του τυπωμένο υπό του οίκου και στην πρόσοψη κάποιου βιβλιοπωλείου.

Γεγονός, που δεν είναι απαραίτητα κατακριτέο ή ακατανόητο, αλλά φέρει συχνά μία προβληματική που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη τακτ και ειλικρίνειας.

Οι ιστορίες που γνωρίζω προσωπικά είχαν την εξής παρόμοια εξέλιξη:  Ο επίδοξος συγγραφέας πιστεύοντας πως το πόνημά του είναι έτοιμο να κάνει τη γύρα του ανά τους εκδότες, ψάχνει και καταλήγει σε κάποιους. Το στέλνει, σε άλλους ταχυδρομικά και σε άλλους ηλεκτρονικά. Από την επόμενη κιόλας μέρα, ρίχνει κλεφτές ματιές στην αλληλογραφία του και στο τηλέφωνό του. Αν και είναι νωρίς δε μπορεί να κάνει αλλιώς, τον τρώει το σαράκι της αναμονής.

Και τότε το τηλέφωνο χτυπάει, στην άλλη άκρη της γραμμής υπάλληλος γνωστού εκδοτικού οίκου του ανακοινώνει τα χαρμόσυνα νέα, "το έργο σας μας ενδιαφέρει και θα θέλαμε να έρθετε από εδώ να το συζητήσουμε". Ο επίδοξος δε μπορεί να το πιστέψει (ειδικά αν είναι η πρώτη του φορά), συμφωνεί με όλα όσα ακούει και πλημμυρίζει με ευχαριστίες τη γραμμή. Αν και το ραντεβού είναι για την επόμενη μέρα εκείνος δε διστάζει να μοιραστεί το νέο με τους κοντινούς του ανθρώπους, η χαρά του δεν περιγράφεται...

...ώσπου φτάνει η μέρα του ραντεβού. Ο δικηγόρος του οίκου περιμένει με ένα συμβόλαιο στο χέρι, ξεκαθαρίζει στον αποσβολωμένο συνομιλητή  πως ο ίδιος δεν έχει διαβάσει το υπό έκδοση έργο και μπαίνει κατευθείαν στο ψητό των αρμοδιοτήτων του, τόσα θα δώσεις, τόσα αντίτυπα θα αγοράσεις, τόσα θα στείλεις, αλλά και εμείς θα και θα και θα...

Αυτό είναι που δεν καταλαβαίνω, ο τρόπος με τον οποίο ενεργούν ορισμένοι, το γεγονός πως δε μπορούν το σταράτο του πράγματος, το ευθύ και το τίμιο. Ο τρόπος τους είναι αυτός που σε αναγκάζει να σκεφτείς πονηρά, που δε σε πείθει πως κάποιος ασχολήθηκε με το γραπτό σου και σε οδηγεί στο συμπέρασμα πως δεν πρόκειται για λογοτεχνία μα για οικονομική συνδιαλλαγή. Ξεκάθαρα. Ύστερα το συζητάς και διαπιστώνεις πως υπάρχουν και άλλοι που βρέθηκαν στην ίδια άβολη θέση, παρακολουθείς την πορεία των τιμών και το πλήθος των αντιτύπων να ποικίλει ανάλογα με την περίπτωση και το είδος, νιώθεις την αλληλεγγύη του θύματος.

Η αυτοέκδοση δεν είναι κατακριτέα, για μένα τουλάχιστον. Από τη μία, άνθρωποι που έχουν επενδύσει χρόνο και κόπο στο έργο τους και επιθυμούν να το αντικρίσουν τυπωμένο, κάτι που κανείς δε μπορεί να τους απαγορεύσει. Από την άλλη, οι εκδότες που κρίνουν αν επιθυμούν/μπορούν να προχωρήσουν στη συγκεκριμένη έκδοση, μας αρέσει δε μας αρέσει. Αν τώρα, εκδότης και συγγραφέας επιθυμούν να βαδίσουν τον τρίτο εκδοτικό δρόμο έχουν κάθε δικαίωμα να το κάνουν, ο καθένας με το ρίσκο και τις βλέψεις του και αφού πρώτα ο εκδότης (ή κάποιος υπεύθυνος του οίκου, όχι πάντως ο δικηγόρος) συζητήσει με το συγγραφέα σχετικά με τη λογοτεχνική πλευρά του έργου πριν προχωρήσουν στην οικονομική. Πιστεύω πως σε έναν (φαινομενικά τουλάχιστον) ειλικρινή διάλογο ο συγγραφέας θα μπορούσε να αντιληφθεί τις οικονομικές συνθήκες αλλά ταυτόχρονα να πιστέψει πως ο εκδότης γουστάρει να εκδώσει, με το λογότυπο, του οίκου του το βιβλίο.   

Οι γνωστοί μου, που έπεσαν στην τηλεφωνική αυτή φάρσα, αρνήθηκαν την "προσφορά". Κάποιοι βρήκαν γρήγορα εκδοτική στέγη και τα βιβλία τους είναι εκεί έξω, ανάμεσα σε άλλα, και προσπαθούν να δελεάσουν υποψήφιους αναγνώστες. Οι υπόλοιποι επέστρεψαν με πείσμα στο συγγραφικό εργαστήρι και θα επανέλθουν δριμύτεροι!

(Δε θα ασχοληθώ με τον αριθμό των εκδόσεων ανά έτος ή ανά κάτοικο. Τόση ποίηση και τόση λογοτεχνία. Δεν είναι μαρούλια. Το έχω επαναλάβει, το πρόβλημα του βιβλίου στη χώρα μας είναι καθαρά θέμα παιδείας, οι αριθμοί έπονται.) 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

Η σιωπή των νεκρών - Jean Paul Noziére







Ο Κριστιάν Μιλιούς, γνωστός και με το παρατσούκλι Μπλου που του κόλλησαν οι συνάδελφοί του στο τμήμα, βγαίνει στη σύνταξη. Τα τελευταία χρόνια της υπηρεσίας του οι ανώτεροι συνήθιζαν να του φορτώνουν όλη τη χαμαλοδουλειά. Μόλις κάποια υπόθεση αποδεικνυόταν πιο σύνθετη άμεσα την ανέθεταν σε άλλον. Εκείνος στωικά περίμενε να περάσει ο καιρός, να βγει στη σύνταξη, να απαλλαγεί από τους κατ’ ευφημισμόν συναδέλφους του. Δεν έκανε τίποτα παραπάνω απ’ αυτό που του ζητούσαν, βιαστικά έκλεινε τις υποθέσεις για να βυθιστεί αμέσως στην εφημερίδα. Η τελευταία υπόθεση που ανέλαβε ήταν μια φαινομενικά αθώα αυτοκτονία. Ένας Άραβας βρέθηκε νεκρός στο τροχόσπιτό του δίπλα στη λίμνη λίγο έξω από τη μικρή επαρχιακή πόλη. Παρά το γεγονός πως η σύντομη επιτόπια έρευνα έφερε στο φως στοιχεία ικανά να κινήσουν την περιέργειά του, εκείνος θα κλείσει βιαστικά την υπόθεση. Θα συναντήσει την αδερφή του θύματος η οποία επιμένει πως ο αδερφός της δε θα αυτοκτονούσε ποτέ αλλά γρήγορα συμβιβάζεται με τη μοίρα του μέσου Άραβα μετανάστη που θεωρείται πολίτης δεύτερης κατηγορίας όχι μόνο από την κοινωνία αλλά και από τις επίσημες αρχές του κράτους.

Στις μέρες μετά τη συνταξιοδότηση ο χρόνος θα διασταλεί, οι ώρες θα κυλούν αργά για τον Κριστιάν ο οποίος ζει μόνος του μετά το θάνατο της γυναίκας του. Οι δύο του κόρες τον κατηγορούν για το θάνατό της ενώ με το γιο του συντηρεί μια τυπική ηλεκτρονική αλληλογραφία. Περνά μεγάλο μέρος της ημέρας του σε ένα τάνγκο-μπαρ με το όνομα «Σώματα Ασώματα». Ο χορός είναι ένα πρόσκαιρο και σύντομο αποκούμπι απέναντι στη μοναξιά. Στο μπαρ θα γνωρίσει τον Κοκκινομάλλη, έναν νεαρό ζιγκολό που φιλοδοξεί να γίνει ιδιωτικός ντετέκτιβ. Η βαρεμάρα σε συνδυασμό με κάποιες τύψεις θα τον οδηγήσουν στην απόφαση να ανοίξει ξανά το φάκελο της αυτοκτονίας. Τα στοιχεία θα τον οδηγήσουν σε έναν πάμπλουτο, πρώην ακόλουθο πρεσβείας, που είναι γνωστός στην περιοχή ως Πρέσβης.

Πρόκειται για το καλοκαίρι του μεγάλου καύσωνα στη Γαλλία. Η υπόθεση λαμβάνει χώρα στην επαρχία, μακριά από την παρισινή λάμψη. Νουάρ μυθιστόρημα, τέκνο γνήσιο της γαλλικής παράδοσης στο είδος. Η αστυνομική αναζήτηση αποτελεί την επίφαση, το όχημα μέσω του οποίου ο συγγραφέας επιλέγει να εκφραστεί, η σκοπιά από την οποία παρατηρεί την εποχή και τους ανθρώπους της. Το κυνήγι του δολοφόνου προσδίδει το απαραίτητο σασπένς στο βιβλίο με τον αναγνώστη να δυσκολεύεται να το αφήσει από τα χέρια του θέλοντας να μάθει τι θα συμβεί στην επόμενη σελίδα. Όμως, αυτό από μόνο του δε θα ήταν αρκετό, είναι δεκάδες (αν όχι εκατοντάδες) τα νουάρ μυθιστορήματα που κυκλοφορούν ανήκοντας σε ένα λογοτεχνικό είδος ανέκαθεν αγαπητό που τα τελευταία χρόνια κερδίζει όλο και περισσότερους αναγνώστες. Ο πλουραλισμός και η τριβή ‘‘αυστηροποιούν’’  τα κριτήρια του αναγνωστικού κοινού ενώ ταυτόχρονα οι απαιτήσεις μεγαλώνουν καθώς η διαλεύκανση του εγκλήματος από μόνη της δε φαντάζει αρκετή.

Ο Νοζιέρ τα καταφέρνει περίφημα. Σε μια ιστορία που δε χρήζει ιδιαίτερης πρωτοτυπίας προσδίδει στοιχεία ικανά να κάνουν ξεχωριστό αυτό το μυθιστόρημα. Χαρακτήρες δουλεμένοι, σχολιασμός και αποτύπωση της σύγχρονης εποχής, κορυφώσεις στην αγωνία, ανατροπές, πλοκή σφικτή. Ψηφίδες στο κολάζ αποτελούν μεταξύ άλλων το παρακμιακό μπαρ και οι μεσήλικες, μοναχικοί θαμώνες του, η ζωή στην επαρχία, οι μετανάστες από τις πρώην γαλλικές αποικίες, ο θρησκευτικός φομενταλισμός, η μοναξιά και η ανάγκη για ανθρώπινη επαφή, οι δύσκολες οικογενειακές σχέσεις. Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος είναι άνθρωποι ατελείς, αντιήρωες που αγωνίζονται με όση αξιοπρέπεια διαθέτουν σε ένα βαθιά ανθρώπινο βιβλίο.

Με τη Σιωπή των νεκρών ο Νοζιέρ κέρδισε το 2007 το Μεγάλο Βραβείο Νουάρ Μυθιστορήματος.



Μετάφραση Δημήτρης Σιδηρόπουλος
Εκδόσεις Πόλις

(πρωτοδημοσιεύτηκε στο mixtape.gr)

Σάββατο, 22 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...(#3)

Δεν καταλαβαίνω την απαξίωση της λέξης επαγγελματίας - καθώς και των παραγώγων της - όταν κάποιος αναφέρεται στην κριτική. Αιωρείται θαρρείς μια διάκριση, ανάμεσα σε αιμοσταγείς, φιλάργυρους επαγγελματίες και ρομαντικούς ερασιτέχνες, που στα μάτια μου μοιάζει σαν απόπειρα να ευλογήσουμε τα γένια μας όσοι αποτελούμε μέρος της "εναλλακτικής" κοινότητας του ιστολογείν. Φαντάζομαι πως οι κατήγοροι θα ορίζουν ως επαγγελματίες εκείνους οι οποίοι αμοίβονται για την κριτική τους γιατί δεν έχω υπόψη μου κάποια σχολή από την οποία αποφοιτά κανείς με πτυχίο κριτικού...

Μισώ τις γενικεύσεις. Δε δέχομαι πως όλοι οι κριτικοί παίρνουν γραμμή από το τμήμα μάρκετινγκ, πως εξυπηρετούν συμφέροντα και φίλους, πως λένε ψέματα ότι κάτι τους άρεσε ή πως δε διαβάζουν καν το βιβλίο για το οποίο γράφουν και απλά κάνουν αντιγραφή-επικόλληση κάποιο δελτίο τύπου. Σίγουρα θα υπάρχουν εξαιρέσεις, αντιεπαγγελματίες, υπεύθυνοι μερικώς για το κακό στίγμα στο χώρο. 

Και από την άλλη το διαδίκτυο, ιστολόγια επώνυμα και ανώνυμα, ενδιαφέροντα και βαρετά. Δηλώνω μεγάλος φαν των ιστολογίων αλλά ισχύει και εδώ η παραπάνω απέχθειά μου ως προς τη γενίκευση. Δεν αποτελούν όλα τα ιστολόγια ρομαντικές απόπειρες έκφρασης. Όμως, υπάρχουν ιστολόγια, στο χώρο της βιβλιοκριτικής, που αποτελούν πυξίδα ακόμα και για τον πλέον απαιτητικό βιβλιόφιλο. Μεράκι και αγάπη για το βιβλίο που παρασύρει τον αναγνώστη και δημιουργεί μία εστία δημόσιου διαλόγου που τόσο έχει ανάγκη το βιβλίο στην Ελλάδα.

Αρνούμαι να δεχτώ πως η αποδοχή διαφήμισης είναι αμαρτία. Μια όμορφη και τεκμηριωμένη παρουσίαση αποτελεί από μόνη της διαφήμιση για το βιβλίο, έμμεση ή άμεση μικρή σημασία έχει. Ο δημόσιος λόγος για ένα βιβλίο αποτελεί μέρος (καλώς ή κακώς) της οικονομικής αλυσίδας του συγκεκριμένου προϊόντος και με την άνθιση των κοινωνικών δικτύων το ποσοστό της επιρροής ολοένα και αυξάνεται. Υπάρχουν ήδη τα πρώτα στοιχεία από την απέναντι πλευρά του Ατλαντικού για την επιρροή των ιστολογίων και των κοινωνικών δικτύων στην αγορά του βιβλίου.

Η τελική ευθύνη βαραίνει τον ίδιο τον αναγνώστη. Είναι εκείνος που πρέπει να μάθει να διακρίνει την παραπλανητική κριτική, την ύπουλη διαφήμιση, τη λίστα δώρων ή τη λάμψη ενός βραβείου. Και δεν είναι μόνο ζήτημα εξαπάτησης, είναι και θέμα γούστου, αισθητικής. Το βιβλίο που εμένα μου άρεσε πιθανόν εσένα να μη σου αρέσει. Διαφωνία γούστου ή και απλή συγκυρία.

Προσπαθώ να αντιμετωπίζω τους κριτικούς όπως τους φίλους μου (όσον αφορά τις προτάσεις τους). Τους παρακολουθώ συστηματικά για να τους γνωρίσω καλύτερα, δοκιμάζω κάτι που θα προτείνουν, μαθαίνω να διαβάζω ανάμεσα στις γραμμές σε μια απόπειρα να αντιληφθώ αν το βιβλίο θα μου αρέσει ή όχι, αναζητώ τους γλωσσικούς κώδικες που κρύβουν τον ενθουσιασμό του αναγνώστη. Μετά από κάποιες δοκιμές νιώθω πιο βέβαιος, μαθαίνω να εμπιστεύομαι αυτόν που υπογράφει το κείμενο και όχι το μέσο, εξακολουθώ να την πατάω αλλά συνεχίζω και δεν το μετανιώνω, το τελικό ταμείο είναι θετικό, δεκάδες - αν όχι περισσότερα- είναι τα βιβλία που έχω ανακαλύψει λόγω μιας κριτικής/παρουσίασης!!

Υπάρχουν ιστολόγοι που κερδίζουν χρήματα, ίσως όχι τόσα πολλά όσα αρκετοί φαντάζονται, τα οποία προέρχονται από διαφημίσεις του εκάστοτε πάροχου αλλά και banners. Ακόμα πιο συχνό είναι το έμμεσο κέρδος που προκύπτει από τη δωρεάν διάθεση βιβλίων από μεριάς εκδοτικών οίκων και συγγραφέων στα πλαίσια προώθησης. Προσωπικά, δε βλέπω δαίμονες πουθενά στα παραπάνω. Ήδη η wordpress πρόσθεσε διαφημίσεις χωρίς την έγκριση των μπλόγκερς με σκοπό (όπως ισχυρίζεται) να συνεχίσει να προσφέρει δωρεάν την υπηρεσία, οπότε αυτόματα η αυτοδιάθεση του χρήστη τέθηκε στο περιθώριο. Φαντάζομαι πως και οι λοιποί πάροχοι θα ακολουθήσουν αργά ή γρήγορα. Ποιος θα κατηγορήσει τότε εκείνον που επέλεξε ο ίδιος να φιλοξενήσει διαφημίσεις (με το όποιο κέρδος του αναλογεί) και δε δέχτηκε παθητικά την απόφαση του πάροχου;

Άραγε οι παραπάνω εισέρχονται στην κατηγορία των επαγγελματιών του χώρου; Υπάρχει μήπως κάποιο άλλο κριτήριο;
 
Θέλετε να αντικαταστήσουμε τη λέξη επαγγελματίας με τη λέξη απατεώνας; Να αφήσουμε τον επαγγελματία στην ησυχία του (και να του ευχηθούμε να έχει δουλειά και να πληρώνεται) και να τοποθετήσουμε στο στόχαστρο τους απατεώνες. Ο χρόνος και η τριβή είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι στη μάχη για το διαχωρισμό της ήρας από το σιτάρι.



    

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Εγώ και Εσύ - Νικόλο Αμανίτι






Ο Λορέντσο είναι ένα μοναχικό αγόρι που επιδιώκει να βρίσκεται μακριά από το επίκεντρο της προσοχής και αποζητά την ηρεμία της ζωής στο περιθώριο. Οι γονείς του όμως ανησυχούν, κυρίως η μητέρα του. Καταφεύγει σε έναν παιδοψυχολόγο. Ο μικρός έχει υψηλό δείκτη συναισθηματικής νοημοσύνης, αντιλαμβάνεται την αγωνία των δικών του και επιχειρεί με μικρά ψέματα να ικανοποιήσει την ανάγκη τους να διακρίνουν σε αυτόν ένα "φυσιολογικό" παιδί. Όταν θα ανακοινώσει στη μητέρα του πως μία φίλη του τον κάλεσε στο εξοχικό της, παρέα με άλλα παιδιά, για τη Λευκή Εβδομάδα, εκείνη θα κλειστεί στο μπάνιο και από τη χαρά της θα ξεσπάσει σε λυγμούς. Παρά τις τύψεις για το ψέμα του, δε θα βρει το κουράγιο να το πάρει πίσω και αποφασίζει να περάσει τη βδομάδα εκείνη κρυμμένος στην αποθήκη του σπιτιού...

Η μικρή έκταση του μυθιστορήματος του Ιταλού συγγραφέα μου άφησε ανάμεικτα συναισθήματα, όμως το πέρας των ημερών από την ανάγνωση δείχνει να δικαιώνει τελικώς την επιλογή του. Λιτά και χωρίς φιοριτούρες καταφέρνει να μιλήσει για την ενηλικίωση ενός εφήβου, του Λορέντσο. Θέμα που συναντάται συχνά και ανήκει στα πλέον απαιτητικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Αμανίτι τα καταφέρνει αρκετά καλά αξιοποιώντας στο ακέραιο το εύρημα της παραμονής του νεαρού στο υπόγειο. Διαμορφώνει κατάλληλα το χώρο που λειτουργεί ως αντανάκλαση της αντίληψης του νεαρού για τη ζωή με κύριο άξονα τη μοναξιά και τον αποκλεισμό των ενοχλητικών στοιχείων του έξω κόσμου. Εκτός από τις προμήθειες που κουβαλά εκεί ο νεαρός και την παρουσία μέσων ψυχαγωγίας, όπως το βιντεοπαιχνίδι, τα βιβλία και η μουσική, ο χώρος κατακλύζεται από άχρηστα οικογενειακά αντικείμενα του παρελθόντος. Επίσης, αποφεύγει συνετά να μιλήσει για τον ενήλικο Λορέντσο, αφήνοντας ελεύθερο τον αναγνώστη να πραγματοποιήσει τις δικές του υποθέσεις. 

Αφηγητής της ιστορίας είναι ο ενήλικας Λορέντσο, είναι εκείνος που θα δώσει φωνή στον έφηβο εαυτό του. Ο Αμανίτι αναγκάζει τον ήρωά του να επιστρέψει στο παρελθόν και να ανακαλέσει στη μνήμη του το παιδί που κάποτε υπήρξε. Το μικρό χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ομαλοποιεί το λόγο του αφηγητή και ανοίγει μια ελάχιστη χαραμάδα από την οποία εισβάλλει μια διάθεση ανασκόπησης και κριτικής ματιάς για εκείνη την περίοδο. Ένα τρικ το οποίο αφήνει την αίσθηση της εφηβικής αφήγησης και συγκινεί αβίαστα. Ο Λορέντσο επιθυμεί να ανατρέξει στο παρελθόν χωρίς υπερβολικές λεπτομέρειες. Χρονικός άξονας του μυθιστορήματος είναι η εβδομάδα στο υπόγειο παρά τις παρεκβάσεις σε πρότερες αναμνήσεις και καταστάσεις. Το πρώτο αφηγηματικό πρόσωπο επιτρέπει στο συγγραφέα να παραμείνει στην επιφάνεια των γεγονότων, η ιστορία αφορά πρώτα και κύρια τον ίδιο τον ήρωα και δευτερευόντως τον αναγνώστη. Ο Αμανίτι αρνείται να δώσει λεπτομερείς ψυχολογικές διαστάσεις επιτρέποντας στον αναγνώστη να φέρει την ιστορία στα μέτρα του και να ταυτιστεί με τον αφηγητή.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Αμανίτι που διαβάζω. Είχε προηγηθεί, πριν από χρόνια, η ταινία Εγώ δε φοβάμαι βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημά του και - απ' όσο μπορώ να θυμηθώ - μου είχε αφήσει καλές εντυπώσεις. Η πρώτη αυτή επαφή μου αποκάλυψε μεν έναν αξιόλογο συγγραφέα, αλλά αρνούμαι να δεχτώ πως πρόκειται (σύμφωνα με το οπισθόφυλλο) για τον σημαντικότερο σύγχρονο Ιταλό συγγραφέα...
 


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης.
Εκδόσεις Καστανιώτη.


υ.γ Η συγκεκριμένη ανάγνωση εν πολλοίς οφείλεται στον μπλόγκερ Read for a life και σε αυτή εδώ την ανάρτηση.




Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

αστείο - Γιάννης Παλαβός






Την αρχική θετική προδιάθεση που μου προκάλεσε το ξεφύλλισμα της συλλογής του Παλαβού, κάποιο απόγευμα πριν από μήνες, ακολούθησαν ελπιδοφόρα σχόλια από αναγνώστες, την άποψη των οποίων έχω με τον καιρό "αναγκαστεί" να λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου σχετικά με τα μελλοντικά διαβάσματά μου. Γιατί, όσο μάρκετινγκ και αν επενδυθεί, η καλύτερη διαφήμιση για ένα βιβλίο ποτέ δε θα πάψει να ταξιδεύει στόμα με στόμα, επιτρέποντάς του να ακολουθήσει μία σταθερή καμπύλη αναγνωστών και να αποφύγει έτσι την πρόσκαιρη μεγιστοποίηση και την άτακτη επιστροφή στην αφάνεια.

Η τέχνη, αντίθετα με την επιστήμη, δε στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην παρουσία του καινοτόμου στοιχείου. Σημαντική, σαφέστατα, η συμβολή των εκάστοτε μοντέρνων και διορατικών δημιουργών στην εξέλιξη και στη διάνθισή της, όμως, στα μεσοδιαστήματα και στην καθιέρωση του νέου, απαραίτη κρίνεται η γόνιμη συνομιλία με την παράδοση. Ο Παλαβός δε φέρει κάτι καινούριο, μήτε στη θεματική μήτε στην τεχνική, αλλά αυτό δε μειώνει στο ελάχιστο την ομορφιά που αναβλύζει από τα διηγήματα της συλλογής αυτής. Αυτό βέβαια δε σημαίνει σε καμία περίπτωση τη στείρα προσκόλληση του συγγραφέα στο λογοτεχνικό παρελθόν καθώς η σύγχρονη ματιά του, απόρροια τόσο της οξύνοιας όσο και των βιωμάτων που αναπόφευκτα επηρεάζουν, είναι καταλυτική, σε συνδυασμό με το ταλέντο του Παλαβού, για το τελικό αποτέλεσμα.

Είναι τέτοια η έκταση των διηγημάτων αλλά και γενικότερα της συλλογής που καθιστά φαινομενικά περιττό το σχόλιο περί απνευστί ανάγνωσης. Και όμως όχι. Είναι τέτοια η ένταση της γραφής που μαγνητίζει τη ράχη του βιβλίου στα χέρια του αναγνώστη και δημιουργεί την ανάγκη να επιστρέψεις ξανά και ξανά σε μια "αθώα" φράση. Περισσότερο απ' όλα θα ήθελα να σταθώ στη συγκίνηση που αβίαστα πηγάζει, αυτό το βάρος που πυκνώνει στο στήθος και σε ωθεί να ξεφυσήξεις λυτρωτικά ευελπιστώντας στην αποσυμπίεση. Έχω επαναλάβει πολλάκις την αλλεργία που μου προκαλεί ο συναισθηματικός εξαναγκασμός στον οποίο καταφεύγουν συχνά οι δημιουργοί, σε μια απόπειρα να κρύψουν επιμελώς αδυναμίες τεχνικής και θεματικής φύσεως. Στην προκειμένη, και παρά το γεγονός της παρουσίας βιωμάτων του συγγραφέα, το συναίσθημα δεν επιβάλλεται.

Θα αποφύγω να αναφερθώ ξεχωριστά σε κάποιο από τα διηγήματα της συλλογής, δε βρίσκω το νόημα. Ο Παλαβός καταφέρνει να παντρέψει αρμονικά αρκετά ζεύγη φαινομενικά αντίθετα. Η σύγχρονη ματιά στη λογοτεχνική παράδοση, η παρουσία του μεταφυσικού και του ονείρου σε συνθήκες ρεαλισμού, τα βιώματα της παιδικής ηλικίας στη μακεδονική ενδοχώρα και η ενήλικη ζωή στην πόλη. Λόγος λιτός και συμπυκνωμένος που υπηρετεί άξια το πολύπαθο λογοτεχνικό είδος της μικρής φόρμας.

Ανάμεσα στους αναγνώστες που μου επέτειναν την επιθυμία να διαβάσω το αστείο ήταν και η Βιβή της Λέσχης Degas. Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτησή της.


Εκδόσεις Νεφέλη.


Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω... (#2)

Κάποτε βρέθηκα στην Ισπανία για δουλειά. Πέρασα εννέα υπέροχους μήνες σε ένα μικρό χωριό. Μία συνάδελφος, η Άλμα, μου είπε μια μέρα κάτι το οποίο μου έκανε τρομερή εντύπωση και από τότε, και παρά το πέρας των χρόνων, συνεχίζει να με προβληματίζει. Η Άλμα λοιπόν, κατά τη διάρκεια ενός γεύματος ισχυρίστηκε πως το πολύ διάβασμα είναι βέβαιο πως οδηγεί τον άνθρωπο στην τρέλα και για να επιβεβαιώσει τη θέση της έφερε ως ακλόνητο παράδειγμα ένα συγχωριανό. Έμεινα με ανοιχτό το στόμα να την κοιτάζω αρνούμενος να πιστέψω πως άκουσα ότι άκουσα. Ήλπιζα να πρόκειται για γλωσσική "παρεξήγηση", αλλά όχι. Το επανέλαβε με περισσότερη σιγουριά και μεγαλύτερη βεβαιότητα. Η γη γυρίζει και το διάβασμα τρελαίνει.

Μετά από λίγα λεπτά, και αφού κάπως ξεπέρασα το αρχικό σοκ, τη ρώτησα αν στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι επιστήμονες που περνούν μεγάλο μέρος της ζωής τους διαβάζοντας.
"Όχι" μου απάντησε " τρελαίνονται μόνο εκείνοι που διαβάζουν για ψυχαγωγία." Ενώ είχα αποφασίσει να αφήσω την κουβέντα της να πέσει κάτω, πιστεύοντας πως θα ήταν μάταιη η οποιαδήποτε απόπειρα εποικοδομητικού διαλόγου με επιχειρήματα, δέχτηκα το δεύτερο χτύπημα. " Δε μπορώ να φανταστώ πιο άχρηστο πράγμα από τη φιλοσοφία, δεν προσφέρει τίποτα και δεν καταλαβαίνω γιατί διδάσκεται ακόμα."

Δεν ξέρω αν έπραξα σωστά που δεν αντέδρασα και απλώς άφησα τους αφορισμούς της να παρασυρθούν από τις κουβέντες, περί ανέμων και υδάτων, που ακολούθησαν. Ο καθένας έχει την άποψή του και εκείνη είχε τη δική της, κάτι το οποίο είναι σεβαστό. Αναρωτιέμαι απλώς, τι βιώματα μπορεί να έχει κάποιος για να πιστεύει κάτι τέτοιο;


υ.γ ελπίζω επίσης η Άλμα να έχει άδικο γιατί αλλιώς...

Πέμπτη, 13 Δεκεμβρίου 2012

Τοπικές Καταιγίδες - William Boyd






" Ας ξεκινήσουμε απ' το ποτάμι - όλα απ' το ποτάμι ξεκινούν και προφανώς εκεί θα καταλήξουμε, δε χωρά αμφιβολία, αλλά ας περιμένουμε να δούμε πώς θα πάμε. Σύντομα, σε κανά δυο λεπτά, ένας νεαρός άντρας θα έρθει να σταθεί στην ακροποταμιά, εδώ στην Τσέλσι Μπριτζ στο Λονδίνο.

Να τος, κοιτάξτε τον, κατεβαίνει διστακτικά από ένα ταξί, πληρώνει τον οδηγό, κοιτάζει γύρω του αφηρημένα, ρίχνει μια ματιά στα λαμπερά νερά (έχει παλίρροια και ο ποταμός έχει φουσκώσει ασυνήθιστα). Είναι ένας ψηλός, χλωμός νέος άντρας, λίγο πάνω απ' τα τριάντα, με αρμονικά χαρακτηριστικά και κουρασμένα μάτια. Τα κοντοκομμένα μελαχρινά μαλλιά του είναι καλοχτενισμένα, με περιποιημένες άκρες, σα να έχει μόλις βγει απ' το κουρείο. Είναι νεοφερμένος στην πόλη, ξένος. Το όνομά του είναι Άνταμ Κίντρεντ."


Ο κλιματολόγος  Άνταμ Κίντρεντ φτάνει στο Λονδίνο. Έχει αφήσει πίσω του την Αμερική και επιθυμεί μια νέα αρχή. Θα βρεθεί τη λάθος στιγμή στο λάθος μέρος. Αυτόπτης μάρτυρας δολοφονίας. Στην προσπάθειά του να σώσει το θύμα, θα αφήσει δακτυλικά αποτυπώματα στο μαχαίρι, μετατρέπεται έτσι από μάρτυρα σε θύτη. Δεν τον κυνηγά μόνο η αστυνομία αλλά και ο ίδιος ο δολοφόνος. Αποφασίζει να κρυφτεί. Θα βρει καταφύγιο, ανάμεσα σε κάποιους θάμνους, δίπλα στον Τάμεση. Εντάσσεται στη λίστα των εξαφανισμένων του Λονδίνου.Σε μια στιγμή όλα ανατρέπονται.

Πειστικός ο τρόπος που επιλέγει για να σβήσει τα χνάρια του, αληθοφανής.Πέρα από την απαραίτητη αλλαγή εξωτερικής εμφάνισης, αποφεύγει οποιαδήποτε ηλεκτρονική συνδιαλλαγή, απενεργοποιεί το κινητό και δε χρησιμοποιεί τις πιστωτικές κάρτες. Δυσκολεύεται να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη. Όπως ο ήρωας του Όστερ στο Παλάτι του Φεγγαριού περνάει στο κοινωνικό περιθώριο, οριοθετεί το δικό του σημείο μηδέν στο κέντρο της πόλης. Σκληρή μάχη για την καθημερινή επιβίωση και έντονη ανασφάλεια. Η αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας που θα του επιτρέψει να επιστρέψει σε μια καθημερινότητα που να θυμίζει, έστω και αδρά, κάτι από τον πρότερο βίο του.

Ο Μπόιντ φλερτάρει με αρκετά μυθιστορηματικά είδη χωρίς όμως να αποφεύγει τα βαρετά κλισέ και τις αναμενόμενες ανατροπές, προσπαθώντας να προσδώσει σασπένς ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας. Άκρως ενδιαφέρουσα η οπτική γωνία από την οποία παρατηρεί το Λονδίνο και το αρχικό καταφύγιο του ήρωα. Δεν είναι απλώς η σκοτεινή πλευρά της λαμπερής μητρόπολης αλλά η καθημερινότητα των αόρατων κατοίκων της.Υπέροχη αντίστιξη ανάμεσα στους φρενήρεις ρυθμούς της πόλης και το ράθυμο βάδισμα του Άνταμ. Η δυνατότητα να χαθείς σε μια πόλη που ζει στον πυρετό της ασφάλειας, την περίοδο πριν από την Ολυμπιάδα και με πρόσφατα τα τραύματα από τρομοκρατικές επιθέσεις. Βρήκα όμως άνισο το τελικό αποτέλεσμα, η ανθρωποκεντρική διάσταση υποχωρεί υπό το βάρος της ανάγκης για δράση. Βέβαια, το νόμισμα έχει δύο όψεις και θα μπορούσε κάποιος να πει πως για το είδος του το βιβλίο είναι πολυδιάστατο, κάτι το οποίο ισχύει, αλλά προσκρούει στα προσωπικά αναγνωστικά μου γούστα.        

Απαραίτητη η παρουσία στοιχείων συνωμοσίας με τις φαρμακευτικές εταιρείες να βρίσκονται στο στόχαστρο του συγγραφέα. Το παρασκήνιο πίσω από την κυκλοφορία ενός νέου φαρμάκου, οι μέτοχοι που ενδιαφέρονται μονάχα για τα κέρδη και ο ηθικός επιστήμονας που αρνείται να συμβιβαστεί.

Ευκολοδιάβαστο και καλογραμμένο καταφέρνει να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Καλοσχηματισμένοι ήρωες με ενδιαφέροντα στοιχεία ταυτότητας και χαρακτήρα. Κάποιες αδυναμίες στη σύνθεση της ιστορίας μάλλον δε θα προβληματίσουν τους λάτρεις του συγκεκριμένου (πολυσυλλεκτικού) είδους. Γραφή αρκετά κινηματογραφική με περιγραφές που δίνουν στον αναγνώστη μια λονδρέζικη αίσθηση αρκετά διαφορετική και ασυνήθιστη.

 Με λίγα λόγια : ναι μεν,αλλά....


Μετάφραση Αλεξάνδρα Κονταξάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο



Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

Hotel Savoy - Joseph Roth







"Φτάνω στο HOTEL SAVOY στις δέκα το πρωί. Είμαι αποφασισμένος να μείνω λίγες μέρες, μια βδομάδα ίσως, να ξεκουραστώ. Σ' αυτήν την πόλη έχω συγγενείς - οι γονείς μου ήταν Εβραίοι από τη Ρωσία. Θέλω να βρω χρήματα για να συνεχίσω το ταξίδι μου προς τη Δύση."

Ο Γκαμπριέλ Νταν, στρατιώτης του αυστριακού στρατού, είναι ένας από τους χιλιάδες αιχμαλώτους που αφήνονται ελεύθεροι από τους Ρώσους μετά το τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Από τη μακρινή Σιβηρία, όπου βρέθηκε φυλακισμένος κάτω από αντίξοες συνθήκες, θα φτάσει σε μία μικρή πόλη της ανατολικής μεθορίου της οποίας το όνομα δεν αναφέρεται και θα πιάσει ένα δωμάτιο στο Hotel Savoy. Αν και αρχικά σκόπευε σε μια ολιγοήμερη παραμονή, εντούτοις θα παραμείνει εκεί για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα. Το ξενοδοχείο είναι χωρισμένο στα δύο. Οι πρώτοι όροφοι, υπερπολυτελείς, απευθύνονται στους πλουσίους ενώ οι ψηλότεροι, βρώμικοι και εγκαταλελειμμένοι, στους φτωχούς.

Η ζωή στο ξενοδοχείο λειτουργεί ως καθρέφτης της ιστορικής συγκυρίας κατά την οποία λαμβάνει χώρα το μυθιστόρημα του σπουδαίου αυτού συγγραφέα. Αν και με δεδομένη την ιστορική αξία της μαρτυρίας, το κείμενο διέπεται από αμιγώς λογοτεχνικές αρετές. Ο Ροτ, μέσω της καθημερινότητας του ξενοδοχείου και των προσωπικών ιστοριών των επισκεπτών, καταφέρνει να αποδώσει τη μετάβαση της Ευρώπης που βγαίνει πληγωμένη από έναν πόλεμο. Η ειρήνη θα διαρκέσει λίγο, το φάντασμα του φασισμού πλανάται ήδη απειλητικά πάνω από τη Γηραιά Ήπειρο.

Είναι ακριβώς αυτή η απόφαση του συγγραφέα να τοποθετήσει στον πυρήνα της ιστορίας το ξενοδοχείο που λειτουργεί ως βάση για το μυθιστόρημα. Χώρος προσωρινός και ευμετάβλητος, συνώνυμος της μετάβασης, μικρόκοσμος που φέρει τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας με τις συνήθειες, τα πάθη και τους φόβους της. Ο ήρωας, με νωπή την εμπειρία της φρίκης του πολέμου, επιστρέφει γεμάτος ελπίδες. Ο άγνωστος διευθυντής του ξενοδοχείου, ελληνικής καταγωγής, τον οποίον όλοι, υπάλληλοι και πελάτες, τρέμουν, αλλά δεν εμφανίζεται επιλέγοντας να παραμένει στο σκοτάδι. Ο πλούσιος Μπλούμφιλντ, πάμπλουτος μετανάστης στην Αμερική, αναμένεται από το σύνολο των αρχών και των κατοίκων της πόλης με την ελπίδα πως το χρήμα που θα φέρει θα σταθεί ικανό να λύσει όλα τα προβλήματα και να φέρει δουλειές και ανάπτυξη στην περιοχή. Οι εργοστασιάρχες που έρχονται αντιμέτωποι με τους απεργούς αλλά έχουν την προσοχή τους στραμμένη στα χρηματιστήρια του εξωτερικού. Οι εβραϊκές κοινότητες. Το Παρίσι που εξάπτει τη φαντασία. Ο έρωτας που πάντα δηλώνει το παρόν. Η κυκλικότητα της Ιστορίας.

Με γλώσσα υπέροχη, που η μεταφράστρια Μαρία Αγγελίδου αποδίδει υπέροχα στο ελληνικά, ο Ροτ σκιαγραφεί με οξύνοια την ταραγμένη εκείνη περίοδο. Λογοτεχνική οικονομία που συμπυκνώνει και αναδεικνύει. Γεμάτο από ελπίδες που δε θα δικαιωθούν, σκοτεινό αλλά όχι στείρα απαισιόδοξο, το κείμενο παραμένει επίκαιρο στο σήμερα. Οι ήρωες του Ροτ λειτουργούν ταυτόχρονα ως πρόσωπα και ως σύμβολα, κάτι το οποίο συμβαίνει τόσο με τους τόπους όσο και με τις καταστάσεις. Ρεαλισμός και συμβολισμός σε αρμονική συνύπαρξη.

Πρόκειται για το τέταρτο βιβλίο του Ροτ που διαβάζω με την εμπειρία της ανάγνωσης να επιβεβαιώνει, για ακόμα μια φορά, το τεράστιο μέγεθος του συγγραφέα. Τον τελευταίο καιρό έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά τα περισσότερα από τα έργα του αν και όχι ακόμα Η φυγή δίχως τέλος, μυθιστόρημα το οποίο αποτελεί αναγνωστικό μου απωθημένο.

Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση σχετικά με την Ομολογία ενός δολοφόνου.  




 

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

Δεν καταλαβαίνω...








...τους ανθρώπους εκείνους που προτιμούν την ψηφιακή καταγραφή της συναυλίας από τη φυσική απόλαυση. Ξοδεύουν τον περισσότερο χρόνο, για τον οποίο η πλειοψηφία έχει πληρώσει εισιτήριο, με το χέρι άβολα τεντωμένο, κοιτάζοντας διαρκώς την οθονίτσα του κινητού ή της ψηφιακής μηχανής. Ελάχιστα είναι τα ερασιτεχνικά εκείνα βίντεο, που μπορεί κάποιος να βρει στο youtube μετά το πέρας της συναυλίας, στα οποία ο ήχος είναι ανεκτός, τις περισσότερες φορές τα φωνητικά κάποιου δηλώνουν το ξενερωτικό παρόν ενώ η τρεμάμενη εικόνα προκαλεί ζάλη...

Υπάρχει άραγε σε αυτή τη συμπεριφορά κάποια απόλαυση συνυφασμένη με τη μουσική εμπειρία;

Πρόκειται για μια από τις δυνατότητες-παγίδα της ψηφιακής τεχνολογίας. Η ανθρώπινη ανάγκη για επιβεβαίωση της εμπειρίας μέσω της καταγραφής, η μαρτυρία του μέσου πιο ισχυρή από την ανθρώπινη μνήμη.

Η αλήθεια είναι πως οι συγκεκριμένοι θαμώνες είναι συνήθως ήσυχοι και απορροφημένοι στο "έργο" τους, αρκεί να μη στέκονται ακριβώς μπροστά σου, τότε η αισθητική του κάδρου δέχεται σφοδρή επίθεση. Προτιμότεροι σαφέστατα από εκείνους που προσπαθούν να καλύψουν τη μουσική συζητώντας με την παρέα τους ή από τους άλλους που επιχειρούν να εξασφαλίσουν καλύτερη θέση αδιαφορώντας για τον τρόπο.

Αιτία για το παρόν κείμενο δεν υπήρξε τόσο η όχληση όσο η μη κατανόηση του φαινομένου αυτού το οποίο εντάσσεται σε ένα γενικότερο προβληματισμό σχετικά με την ακρόαση μουσικής εκτός εστίας.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Η εφεύρεση του Μορέλ - Adolfo Bioy Casares







Ο ήρωας της νουβέλας του Αργεντινού συγγραφέα Αδόλφο Μπιόυ Κασάρες θα βρει καταφύγιο σε ένα μικρό και ακατοίκητο νησί του Ειρηνικού. Ένας Ιταλός έμπορος χαλιών στην Καλκούτα του μίλησε γι' αυτό και το παρουσίασε ως το μόνο ασφαλές καταφύγιο ενάντια στους διώκτες του. Δεν παρέλειψε όμως να τον προειδοποιήσει για τη νόσο που φημολογείται πως μαστίζει τον τόπο αυτόν. Στο μικρό αυτό νησί, γύρω στο 1922, κάποιοι λευκοί έχτισαν ένα μουσείο, ένα παρεκκλήσι και μια πισίνα και αφού ολοκλήρωσαν την κατασκευή το εγκατέλειψαν. Στο μουσείο βρίσκει για καιρό καταφύγιο. Η ενεργειακή τροφοδοσία του νησιού πραγματοποιείται μέσα από ένα περίπλοκο σύστημα που συνδέεται με τις παλίρροιες. Στο πολυεπίπεδο οίκημα, με τους ατέλειωτους διαδρόμους και το πλήθος από δωμάτια, υπάρχει μια τεράστια βιβλιοθήκη και αρκετές προμήθειες σε τρόφιμα. 

Μια ακαριαία αλλαγή του καιρού θα σηματοδοτήσει μια σειρά από παράξενα συμβάντα. Μουσική θα αρχίσει να ακούγεται και μια ομάδα ανθρώπων θα εμφανιστεί από το πουθενά. Αρχικά, θα τρέξει μακριά από το μουσείο, καθώς όμως οι μέρες περνούν θα επανακτήσει το θάρρος του. Θα ερωτευτεί μία από τις γυναίκες της παρέας, τη Φοστίν. Θα καταβάλει προσπάθειες να την προσεγγίσει, όμως εκείνη δε θα ανταποκριθεί στα καλέσματά του. Οι σελίδες αποτελούν την καταγραφή των παράξενων αυτών γεγονότων σε μια προσπάθεια του συντάκτη να αφήσει πίσω του μια μαρτυρία. Με το πέρας των σελίδων το μυστήριο αποκαλύπτεται....

Η αρχική σύνδεση με τον Ροβινσώνα Κρούσο παραμένει μάλλον σε απλό επίπεδο αναφοράς, ο μοναχικός ήρωας και ο αγώνας του για επιβίωση σε έναν αρχικώς αφιλόξενο τόπο. Καθώς προχωρά η ανάγνωση διακρίνονται οι πιο άμεσες αναφορές στο έργο του Γουέλς και οι επιρροές της αγγλοσαξονικής λογοτεχνίας του φανταστικού. Άλλωστε ο Μορέλ παραπέμπει ευθέως στο έργο του Άγγλου συγγραφέα (και κατά πολλούς πατέρα της επιστημονικής φαντασίας) το Νησί του Δρ.Μορό.

Ο Κασάρες, φίλος και συνεργάτης του Μπόρχες, μαεστρικά χτίζει τον τρόμο καθώς προχωρά στην εξιστόρηση. Υπέροχη χρήση του ευρήματος το οποίο λειτουργεί διττά καθώς δεν προσφέρει απλώς τη λύση του μυστηρίου αλλά κορυφώνει το κυρίαρχο συναίσθημα του τρόμου ιδιαίτερα στο σύγχρονο, με την εποχή της παντοδύναμης εικόνας, αναγνώστη. Η υπαρξιακή αγωνία του αφηγητή κυριεύει αργά και σταθερά τον αναγνώστη σε μία νουβέλα που μπορεί να χαρακτηριστεί, όπως και οι πλειοψηφία των αριστουργημάτων του φανταστικού, τόσο ως θρίλερ όσο και ως ένα προφητικό κείμενο. Μια εικονική δυστοπία. Τα σχόλια του εκδότη του χειρογράφου επιτείνουν την ατμοσφαιρικότητα του κειμένου. Εκτός της προφητείας σχετικά με την κυριαρχία της εικόνας, παρούσα είναι και η οικολογική διάσταση του κειμένου με τις αναφορές στον Άγγλο οικονομολόγο Μάλθους και το έργο του Δοκίμιο για τον Πληθυσμό, στο οποίο γίνεται λόγος για την αναντιστοιχία της αύξησης του πληθυσμού σε σχέση με εκείνη των μέσων διατροφής.

Το 1961, ο Alain Resnais θα σκηνοθετήσει την ταινία Πέρυσι στο Μαρίενμπαντ. Δεν πρόκειται σίγουρα για μια κλασική μεταφορά βιβλίου στη μεγάλη οθόνη αλλά για μια γόνιμη ανάγνωση από μεριάς του Γάλλου σκηνοθέτη της Εφεύρεσης του Μορέλ.



Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Πατάκη



Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

Ξανά στο μετρό - Marc Augé







Τόπος κοινός των μεγαλουπόλεων, ο υπόγειος κόσμος με τις σήραγγες και τους εκατοντάδες χιλιάδες επιβάτες που χρησιμοποιούν καθημερινά το μέσο. Ίσως ο τελευταίος δημόσιος χώρος με ακέραια τα χαρακτηριστικά. Είκοσι χρόνια μετά το έργο του  Ένας εθνολόγος στο μετρό, ο Μαρκ Οζέ επιστρέφει ξανά στο παρισινό μετρό σε μια προσπάθεια ανασκόπησης. Η αλλαγή την οποία δεν αντιληφθήκαμε αλλά επιβλήθηκε τόσο φυσιολογικά. Η μεταμόρφωση του μετρό ακολούθησε τη μεταμόρφωση της πόλης και των ανθρώπων της. Ο Οζέ "επισκέπτεται" ξανά το μετρό για να διακρίνει στο ανώνυμο πλήθος ποιοι είναι οι σύγχρονοί του και μας καλεί να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του με μια βόλτα παρατήρησης στα υπόγεια της πόλης μας.

 Η αυτοματοποίηση του μέσου. Τα μηχανήματα έκδοσης εισιτηρίων, οι μπάρες εισόδου και τα καινούρια τρένα με τον αυτόματο πιλότο. Η επαιτεία και η αποτύπωση της οικονομικής κρίσης που γίνεται αντιληπτή στα ρούχα των επιβατών. Τα διαρκή μηνύματα για την ασφάλεια. Οι κεραίες κινητής τηλεφωνίας που πλέον επιτρέπουν τις συνομιλίες εκατοντάδες μέτρα κάτω από τη γη. Οι νέοι με τα ακουστικά στα αυτιά και οι αναγνώστες (όπως πρώτος ο Πέρεκ είχε παρατηρήσει). Η κόπωση και η αναζήτηση της κυλιόμενης σκάλας ή του ανελκυστήρα. Οι ώρες αιχμής.

Το βιβλίο του Γάλλου ανθρωπολόγου απευθύνεται κυρίως στους συστηματικούς χρήστες του μετρό, όχι ότι οι υπόλοιποι δε θα μπορέσουν να ακολουθήσουν το υπόγειο ταξίδι του αλλά θεωρώ πιθανή τη μη ταύτιση. Με γλώσσα απλή αλλά όχι απλοϊκή, ο Οζέ περιδιαβαίνει τους διαδρόμους, επιβιβάζεται και αποβιβάζεται για να κάνει μια ανταπόκριση με κάποια άλλη γραμμή του μετρό ή του προαστιακού, παρατηρεί τον κόσμο από κοντά, βιώνει την ένταση που προκαλεί η κόπωση και η πολυκοσμία. Στο ρόλο του παρατηρητή, με οξύνοια υπογραμμίζει όσα η βιασύνη δεν επιτρέπει στους υπόλοιπους επιβάτες.

Μεγάλο μέρος, του μικρού σε έκταση βιβλίου, το διάβασα μέσα στο μετρό. Ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του συγγραφέα παρατήρησα την ένταση που μεγαλώνει ολοένα καθώς περνά ο καιρός, άνθρωποι σφιγμένοι που δείχνουν έτοιμοι να ξεσπάσουν ακόμα και αν η αφορμή φαντάζει ασήμαντη. Ακόμα περισσότερες ήταν οι προσωπικές παρατηρήσεις, όπως για παράδειγμα τον τρόμο που μου προκαλεί το γεγονός πως σε μεγάλη πλειοψηφία των σταθμών κινούμαι χωρίς σκέψη. Αυτόματα ακολουθώ το δρόμο προς την κατάλληλη έξοδο ή στέκομαι στο σημείο εκείνο από το οποίο πλησιέστερα θα οδηγηθώ στην ποθητή ανταπόκριση. Τη νευρικότητα που μου προκαλεί το επαναλαμβανόμενο ηχητικό μήνυμα που με καλεί να προσέχω τους επίδοξους πορτοφολάδες. Την ακατανόητη τάση πολλών συνεπιβατών που επιχειρούν να εισέλθουν δίχως να επιτρέπουν την έξοδο. Παρατήρησα όμως και την καθαριότητα των χώρων, να τα λέμε αυτά και να μην τα θεωρούμε δεδομένα.

Πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, δίνει μια ανθρωπολογική οπτική σε κάτι που η πλειοψηφία θεωρεί δεδομένο μέρος της καθημερινότητας, χρόνο νεκρό ανάμεσα σε δύο σταθμούς. Ο Μαρκ Οζέ ασχολήθηκε αρχικά με τις αφρικανικές αντιλήψεις περί προφητειών ενώ στη συνέχεια μετατόπισε το ενδιαφέρον του στην ανθρωπολογική προσέγγιση της καθημερινότητας. Εισήγαγε την έννοια του μη τόπου που αποτέλεσε κομβικό σημείο της αρχιτεκτονικής ανθρωπολογίας.


Μετάφραση Γιάννης Καυκιάς.
Εκδόσεις Νόβολι.



Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Το Παλάτι του Φεγγαριού - Πολ Όστερ






Πολυγραφότατος ο Πολ Όστερ και παρότι είναι από τους πλέον αγαπημένους μου συγγραφείς εντούτοις δεν έχω διαβάσει (ακόμα) το σύνολο του έργου του. Το Παλάτι του Φεγγαριού αποτέλεσε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη και με έφερε αντιμέτωπο με το ερώτημα: Ποιο είναι άραγε το αντιπροσωπευτικότερο έργο του Αμερικανού συγγραφέα;

Έως τώρα γνώριζα έναν μεταμοντέρνο συγγραφέα που με επίκεντρο το Εγώ και σκηνικό τη Νέα Υόρκη έγραφε νουβέλες ( ή μικρά μυθιστορήματα αν προτιμάτε) με έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία και συχνή διάθεση να προχωρήσει κάποια βήματα μπροστά την αστυνομική λογοτεχνία. Με μια ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση στη γραφή, χωρίς όμως να ξεπερνά το λεπτό όριο της αλαζονείας, έλαβε γρήγορα περίοπτη θέση στο αχανές αμερικανικό λογοτεχνικό στερέωμα. Άμεσα αντιλήφθηκα την επιρροή που άσκησε σε νεότερους συγγραφείς αλλά είχα έντονες αμφιβολίες ως προς το χαρακτηρισμό του ως κλασικού πιστεύοντας πως κριτικοί και αναγνώστες θα έπρεπε να περιμένουν κάποια χρόνια ακόμα. Ύστερα διάβασα το Παλάτι του Φεγγαριού και κατάλαβα γιατί κάποιοι πρόσθεσαν τον όρο κλασικός δίπλα στο όνομά του.

Δεν ξέρω ποια θα μπορούσαν να είναι τα κίνητρα που τον ώθησαν στη συγγραφή του συγκεκριμένου μυθιστορήματος καθώς θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται για τρία ξεχωριστά βιβλία, μία τριλογία. Φαινομενικά θα μου ταίριαζε περισσότερο στο στυλ του. Σκεφτόμουν πως η αρχική επιτυχία του Όστερ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην καινοτομία. Έφερε κάτι φρέσκο και οι αναγνώστες το αγκάλιασαν σχεδόν άμεσα. Όμως, της αρχικής έκπληξης συνήθως έπεται ο προβληματισμός, η αμφιβολία για την ικανότητα του δημιουργού να συνεχίσει να εκπλήσσει. Δε θα μου έκανε εντύπωση αν το Παλάτι του Φεγγαριού αποτέλεσε για το συγγραφέα κάποιου είδους στοίχημα, μία απόπειρα να καταστήσει το όνομά του μέλος στο πάνθεον των σπουδαίων. Βέβαια, αυτό αποτελεί μία προσωπική εικασία που πιθανότατα δε φέρει κανένα ίχνος αλήθειας.

Ο Όστερ πατάει γερά στη μυθιστορηματική παράδοση εισάγοντας το σύνολο των χαρακτηριστικών της προσωπικής του γραφής και παραδίδει ένα αυθεντικό αμερικανικό μυθιστόρημα. Μία ιδιοφυής σύνθεση διαφορετικών σχολών που αποτυπώνει υπέροχα το πολιτισμικό και ιστορικό κράμα της σύγχρονης Αμερικής. Μυθιστόρημα το οποίο απευθύνεται σε όλα τα αναγνωστικά γούστα και διαθέτει την πλειοψηφία των λογοτεχνικών αρετών. Η παράδοση των Ινδιάνων, η επιρροή της Ευρώπης, η μεταφυσική μυσταγωγία της Άπω Ανατολής και ο μαγικός ρεαλισμός του νότιου αντίποδα. Η επιλογή των ονομάτων είναι ένα καλό παράδειγμα για να αποδείξει κάποιος τα παραπάνω. Ο Μάρκο Φογκ είναι ο κεντρικός ήρωας, με το μικρό του όνομα να παραπέμπει ευθέως στο Μάρκο Πόλο ενώ το επίθετό του, που αποτελεί σύντμηση του γερμανικού  Βογκελμαν, ταυτίζεται με τον ήρωα του Ιουλίου Βερν.

Έγραψα και παραπάνω πως το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μέρη, τρεις ιστορίες που εκτείνονται στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Ο Μάρκο Φογκ, χρόνια μετά, αποφασίζει να διηγηθεί την προσωπική του ιστορία που ξεκινά το καλοκαίρι του 1969 όταν ο Νιλ Άρμστρονγκ θα πατήσει το πόδι του στο φεγγάρι. Ο Μάρκο, τέσσερα χρόνια πριν, θα μετακομίσει στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει. Ορφανός από μητέρα σε μικρή ηλικία και δίχως το παραμικρό στοιχείο για την ταυτότητα του πατέρα του, θα ζήσει με τον θείο του. Εκείνος θα του χαρίσει το σύνολο της τεράστιας βιβλιοθήκης του στοιβαγμένο άναρχα σε χαρτοκιβώτια τα οποία και θα αποτελέσουν την επίπλωση του σπιτιού του. Το αρχικό κεφάλαιο που διέθετε για τις σπουδές εξανεμίζεται με γοργούς ρυθμούς και ο Μάρκο αρχίζει να απομονώνεται με σκοπό να κρύψει τη φτώχεια του από τα μάτια των φίλων. Η γνώριμη στο οστερικό σύμπαν προσωπική αποσύνθεση ξεκινά, ο ήρωας θα φτάσει στον πάτο πριν ξεκινήσει την επίπονη διαδρομή προς το φως, σε ένα οδοιπορικό χρονικό και γεωγραφικό.

Ο συγγραφέας δε διστάζει να μαρτυρήσει σε συμπυκνωμένη μορφή τα επεισόδια της ιστορίας που θα διηγηθεί. Έτσι από την πρώτη κιόλας παράγραφο θα μας αποκαλύψει το τέλος της περιπέτειας του Μάρκο. Γράφει : "Λίγο λίγο, είδα τα χρήματά μου να εκμηδενίζονται. Έχασα το διαμέρισμά μου. Κατέληξα να ζω στους δρόμους. Αν δεν ήταν ένα κορίτσι ονόματι Κίτι Γου, θα είχα πιθανότατα πεθάνει της πείνας. Την είχα συναντήσει κατά τύχη λίγο καιρό μόνο πριν, τελικά όμως έφτασα να θεωρήσω αυτή την τύχη μια μορφή ετοιμότητας, έναν τρόπο να σώσω τον εαυτό μου μέσα από τη σκέψη των άλλων. Αυτά κατ' αρχάς. Από 'κει και πέρα μου συνέβησαν παράξενα πράγματα. Πήρα τη δουλειά με το γέρο στην αναπηρική πολυθρόνα. Ανακάλυψα ποιος ήταν ο πατέρας μου. Διέσχισα την έρημα από τη Γιούτα ως την Καλιφόρνια." Και όμως, παρά τις αποκαλύψεις , ο Όστερ καταφέρνει να εκπλήξει, να συγκινήσει, να ιντριγκάρει. Συγγραφική μαγκιά.

  Δεν αναζητά την αληθοφάνεια, δεν τον ενδιαφέρει. Οι κατασκευασμένες συμπτώσεις φλερτάρουν με την κωμωδία καταστάσεων και το αστυνομικό μυθιστόρημα, στο οποίο ο δημιουργός κρατά το κλειδί για τη λύση του μυστηρίου. Όμως ο συγγραφέας με μαεστρία αποφεύγει το στείρο και επικεντρώνεται σε ότι ο ίδιος θεωρεί σημαντικό εισάγοντας, πέραν του προσωπικού, και το οικουμενικό στοιχείο. Σπάνια ένα τόσο πυκνογραμμένο κείμενο καταφέρνει να μη χαρακτηριστεί άνισο. Ο Όστερ απειθαρχεί με έντονη πειθαρχία κάποιες φορές για να προκαλέσει τον αφανισμό των βεβαιοτήτων πριν επαναφέρει την ιστορία του στο σύνθετο σύστημα από ράγες και σταθμούς. Σταθμοί από τους οποίους δε διστάζει να περάσει ξανά και ξανά. Σφιχτή πλοκή, τέλειοι χαρακτήρες, ιστορία με ανατροπές και τεράστιο ενδιαφέρον, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα, δεκάδες αναφορές σε προγενέστερα έργα και συγγραφείς, εμφανείς πινελιές μινιμαλισμού στον καμβά των 400 σελίδων, το ευθύ πρωτοπρόσωπο της γραφής, μεταμοντερνισμός σε δομές κλασικές. Ένα μεγάλο αμερικανικό μυθιστόρημα. Τέλος, όσο κοινότυπο και αν ακούγεται, το μυθιστόρημα επιδέχεται πολλών αναγνώσεων και ερμηνειών. Εξαιρετική η δουλειά της μεταφράστριας, Ρούλης Αγαπητού.

Αν και γεννημένος το 1947, ο Όστερ δίκαια θεωρείται ήδη κλασικός έχοντας καταφέρει να επηρεάσει γόνιμα την επόμενη απ' αυτόν συγγραφική γενιά. Λογοτεχνικό σήμα κατατεθέν της Νέας Υόρκης. Συχνά συναντάται η σύγκριση ανάμεσα στον Φίλιπ Ροθ και τον Πολ Όστερ και η αλήθεια είναι πως υπάρχουν ορισμένα χαρακτηριστικά τα οποία καθιστούν βάσιμη την ανωτέρω σύγκριση. Η προβληματική πατριαρχική φιγούρα αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο όλων με δευτερεύουσα την εβραϊκή καταγωγή. Προσωπικά πιστεύω ότι λογοτεχνικά δεν υπάρχει σύγκριση, οι κουραστικές εμμονές του Ροθ με το εβραϊκό ζήτημα και ο ερωτισμός στα όρια της πορνογραφίας φαντάζουν τόσο αδύναμες συγκρινόμενες με τη δεινότητα με την οποία ο Όστερ ανατέμνει την ανθρώπινη ψυχή.

 Το τέλος της ανάγνωσης με άφησε με την επιθυμία να επιστρέψω άμεσα, αν και ακόμη αμφιταλαντεύομαι για τη σειρά την οποία πρέπει να ακολουθήσω. Από τη μία η διάθεση για χρονική ακολουθία και από την άλλη μια βιασύνη να διαβάσω κάποιο από τα τελευταία του έργα...


Μετάφραση Ρούλη Αγαπητού
Εκδόσεις Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος


υ.γ Στην προτροπή του Ακάμα οφείλεται η ανάγνωση αυτή. Να τα λέμε αυτά, ε;




Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Αναγνωστικές προσδοκίες




Ύπουλο πράγμα οι προσδοκίες. Τρέφονται κυρίως από τον ειλικρινή ενθουσιασμό εκείνου που προτείνει, βάζοντας τα δυνατά του να σε πείσει για το πόσο όμορφο είναι εκείνο το μυθιστόρημα. Θεριεύουν εντός σου καθώς η φαντασία αναλαμβάνει να φιλτράρει το αλλότριο πάθος και σε κάνει να φλέγεσαι από την επιθυμία να επισκεφτείς άμεσα το βιβλιοπωλείο, να το πάρεις στα χέρια σου, να το αποκτήσεις, να τρέξεις σπίτι και να αφεθείς. Στο δρόμο θα ρίχνεις κλεφτές ματιές στη σακούλα, διστακτικά θα το ανασύρεις στην επιφάνεια και θα το ξεφυλλίσεις πριν το τοποθετήσεις πάλι μέσα δείχνοντας πειθαρχία στην απόφαση να περιμένεις μέχρις ότου οι συνθήκες γίνουν κατάλληλες για ανάγνωση. Θα περάσουν οι πρώτες σελίδες, σχετικά εύκολα θα αποδιώξεις τα πρώτα μαύρα σύννεφα, χρειάζεται υπομονή θα σκεφτείς. Η ώρα θα περνάει και η αμηχανία θα γιγαντώνεται, κάτι άλλο περίμενες, όμως δε βρίσκονται οι λέξεις εκείνες για να το εκφράσεις. Η αντίδραση μετά το πέρας της ανάγνωσης εξαρτάται από το χαρακτήρα του καθενός. Άλλος, με περίσσια αυτοπεποίθηση, φανερά ενοχλημένος θα το αφήσει άτσαλα στην πλησιέστερη επιφάνεια και άλλος θα κληθεί να μονομαχήσει με την ενοχή και την ανασφάλεια...

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Υπέροχοι Απόκληροι - Λέοναρντ Κοέν







Λίγα χρόνια πριν μας συστηθεί ως μουσικός, ο Λέοναρντ Κοέν έγραφε ποίηση και λογοτεχνία. Έζησε μια μεγάλη περίοδο της ζωής του στην Ύδρα όπου είχε αγοράσει σπίτι. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας, μπόρεσε να αφιερωθεί ολοκληρωτικά σε ασχολίες κυρίως πνευματικές. Το 1967, απογοητευμένος από την περιορισμένη επιτυχία των γραπτών του, θα επιστρέψει στην Αμερική όπου θα κάνει τα πρώτα του βήματα στη μουσική με τη συνέχεια να είναι γνωστή...

Αποτέλεσμα εκείνης της λογοτεχνικής περιόδου υπήρξαν δύο μυθιστορήματα. Το Αγαπημένο παιχνίδι (στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Μελάνι) είναι ένα έργο μαθητείας ( Bildungsroman) με έντονο το αυτοβιογραφικό στοιχείο, σχετικά με ένα νεαρό που προσπαθεί να βρει την ταυτότητά του διαμέσου της γραφής. Πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε (επιτέλους) στα ελληνικά και το δεύτερο μυθιστόρημα του Καναδού δημιουργού, Υπέροχοι Απόκληροι, από τις Εκδόσεις Κέδρος σε μετάφραση του Αλέξη Καλοφωλιά.

Ο Φ., η Εντίθ και ο ανώνυμος συγγραφέας συνθέτουν ένα ερωτικό τρίγωνο ή για να είμαι πιο ακριβής συνέθεταν, καθώς, μετά το χαμό τους, ο συγγραφέας απομένει μόνος του, αντιμέτωπος με τις αναμνήσεις, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της ακαδημαϊκής του μελέτης στο βίο της Κάτερι Τεκακουίθα. Η Τεκακουίθα υπήρξε μία από τις πρώτες αυτόχθονες καθολικές αγίες του Καναδά. Ο αφηγητής είναι ειδήμονας επί της φυλής των Α_______ς  που κινδυνεύει με εξαφάνιση και που η γυναίκα του, Εντίθ, αποτέλεσε ένα από τα τελευταία εναπομείναντα μέλη της.

Τα ανθρώπινα ένστικτα, της ψυχής και του σώματος, η επίδραση της ιστορίας και της θρησκείας στη διαμόρφωση του προσωπικού και του κοινωνικού, ο έρωτας και η απώλεια. Ο Κοέν επιλέγει το ρόλο του ποιητή ακόμα και στη μεγάλη φόρμα, αφήνει τη γλώσσα να τον παρασύρει σε ένα χείμαρρο από εικόνες και αποδέχεται την πρόκληση της αναμέτρησης με τον κίνδυνο του αφηρημένου αποτελέσματος, καταφέρνοντας να επιστρέφει την κατάλληλη στιγμή. Τιθασεύει την έμπνευση στο βωμό της μυθιστορίας, μην αφήνοντας τις σειρήνες του χάους να τον αποπροσανατολίσουν.

Το μυθιστόρημα αποτελεί ακροβασία ανάμεσα σε ένα πλήθος από ετερόκλητους επιθετικούς προσδιορισμούς με τους οποίους θα μπορούσε κάποιος να το προσεγγίσει. Ποιητικές περιγραφές διαδέχονται τη σεξουαλική πρόκληση, εμμονικά παράφορα μέρη ανακόπτουν τη πνευματώδη ροή του λόγου. Το παρελθόν και η νοσταλγία προσδίδουν χαρακτήρα μεταφυσικό, η ποίηση των λέξεων και των περιγραφών γοητεύουν και παρασύρουν τον αναγνώστη. Καθήκον του ποιητή όμως δεν είναι μονάχα η παράθεση της ομορφιάς, αλλά και η μάχη με την κόλαση.

Τεράστιο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ιστορικά στοιχεία. Κατά τον 17ο αιώνα, οι Γάλλοι έποικοι θα επιχειρήσουν, παράλληλα με την στρατιωτική προέλαση στα νέα εδάφη, να εκχριστιανίσουν τις αυτόχθονες φυλές, η ιστορία θα τους ανακηρύξει νικητές. Όμως στο γαλλικό Κεμπέκ οι φωνές για ανεξαρτησία ποτέ δεν έπαψαν, οι σχέσεις με τους αγγλοσάξονες αποτελούν ακόμα αιτία πολέμου. Ο συγγραφέας επιχειρεί να βουτήξει βαθιά στην ιστορία, να βρει τις ρίζες του για να κατανοήσει, όχι μόνο το σήμερα, αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό.  

Όποιος αγάπησε το στιχουργό Κοέν δε θα δυσκολευτεί να διαβεί τις πόρτες, από τους λιγότερο μυημένους θα απαιτηθεί κάποια προσπάθεια. Αξίζει τον κόπο, πιστέψτε με.


(Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)



Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη - Γιώργος Σεφέρης







" - Εσείς γράφετε, νομίζω, τι γράφετε;
   - Θα ήθελα να γράψω ποιήματα και δοκίμια, είπε σιγά σα να του είχαν φερθεί αδιάκριτα.
   - Μα ποιος ασχολείται με ποιήματα, τώρα. Τη θέση της ποίησης την έχει πάρει το μυθιστόρημα. Αυτό δεν το δοκιμάσατε;  
   - Το δοκίμασα, αλλά νομίζω πως δεν ξέρω να διηγηθώ. Ακόμα χειρότερο, δεν μπορώ να περιγράψω."


Ο Σεφέρης ξεκίνησε να γράφει το μυθιστόρημα Έξι νύχτες στην Ακρόπολη το 1926, ένα χρόνο μετά την επιστροφή του από το Παρίσι. Με νωπές τις μνήμες από την επαφή του με τη γαλλική λογοτεχνία και την τεράστια επίδραση από τον Αντρέ Ζιντ και τον Πόλ Βαλερύ θα βρεθεί σε μια Ελλάδα που προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της μικρασιατικής καταστροφής. Θα περάσουν τριάντα χρόνια μέχρι το 1956 οπότε και θα ολοκληρώσει τη συγγραφή. Περίοδος με έντονα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα που θα διαμορφώσει μια ολόκληρη γενιά. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου, παρά το πέρας των χρόνων, προσπάθησε να διατηρήσει στο έργο τις επιρροές της περιόδου 1925-1930. Καθοριστικό σημείο στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματος θα αποτελέσει η επαφή με το έργο του Δάντη. Η δαντική ατμόσφαιρα διαποτίζει το κείμενο με το Σεφέρη να προσεγγίζει το έργο του όπως ο Τζόις τα ομηρικά έπη στον Οδυσσέα.

Η έκδοση του μυθιστορήματος θα καθυστερήσει και θα πραγματοποιηθεί το 1974, τρία χρόνια μετά το θάνατό του, από τις Εκδόσεις Ερμής με επιμέλεια του καθηγητή Γ.Π.Σαββίδη. Σύμφωνα με τα προσωπικά του ημερολόγια, ο Σεφέρης δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με το κείμενο, δουλεύοντας ξανά και ξανά την τελική του μορφή. Πρόκειται για το μοναδικό μυθιστόρημα το οποίο συνέγραψε. Από την εργογραφία του βέβαια δεν απουσιάζει ο πεζός λόγος στον οποίο περιλαμβάνονται δοκίμια και ημερολόγια, προσωπικά και πολιτικά, όπως και πλούσια αλληλογραφία. 

Ο Στράτης (alter ego του Σεφέρη) επιστρέφει στην Αθήνα από το Παρίσι όπου σπούδαζε, βιώνει έντονο υπαρξιακό αδιέξοδο και επιχειρεί να βρει τα προσωπικά τα πατήματα στη μητέρα πατρίδα, μακριά από τη Σμύρνη των παιδικών του χρόνων. Η Ακρόπολη θα αποτελέσει το δαντικό Καθαρτήριο. Μια παρέα νέων, μέλος της οποίας είναι και ο Στράτης, θα πάρει την απόφαση να συναντιέται στον Ιερό Βράχο κατά τη διάρκεια της πανσελήνου των ακόλουθων έξι μηνών. Τις νύχτες με ολόγιομο φεγγάρι ο αρχαιολογικός χώρος παρέμενε ανοιχτός για το κοινό. Απόφαση γεμάτη από συμβολισμούς. Καταλυτική για τον Στράτη η γνωριμία του με δύο γυναίκες, τη σκοτεινή Σαλώμη και τη φωτεινή Λάλα.

Ο ημερολογιακός χαρακτήρας του κειμένου συνετέλεσε στη χλιαρή υποδοχή του έργου από τους κριτικούς. Οι σύγχρονες με την έκδοση κριτικές στάθηκαν στην αδυναμία της αφήγησης να ξεφύγει από το ημερολογιακό και να μεταπηδήσει στο μυθιστορηματικό. Και όμως το βιβλίο διαθέτει πλοκή, δραματικό χρόνο και χαρακτήρες. Σίγουρα δεν πρόκειται για ένα συμβατικό μυθιστόρημα λόγω του ιδιοφυούς παντρέματος μοντέρνων λογοτεχνικών τεχνικών και ποιητικότητας. Η συνεχής εναλλαγή από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο δύναται να δημιουργήσει την αίσθηση της ύπαρξης προσωπικών σημειώσεων που παρεμβάλλονται στην πλοκή. Επίσης, τα πρόσωπα δίνονται με έναν ιδιαίτερο, συχνά απρόσωπο τρόπο με την παρουσία τους να λειτουργεί συχνά συμβολικά.

Μυθιστόρημα σταθμός της ελληνικής γραμματείας, μήτρα από την οποία προήλθαν σημαντικά έργα. Καταλυτικός επίσης ο διάλογος που πραγματοποιείται εντός των σελίδων με την παγκόσμια λογοτεχνία. Μία κατεξοχήν ερωτική ιστορία που όμως καταφέρνει να αποτυπώσει το κοινωνικοπολιτικό χαρακτήρα της περιόδου. Η αδιαμόρφωτη Ελλάδα με την Ακρόπολη που στέκει αγέρωχη να θυμίζει το ένδοξο παρελθόν, ρίχνοντας όμως ταυτόχρονα τη σκιά της βαριά στο παρόν.  Χαρακτηριστικό γνώρισμα της υψηλής λογοτεχνίας αποτελεί, μεταξύ άλλων, η διαχρονικότητα και οι Έξι Νύχτες στην Ακρόπολη παραμένουν ιδιαιτέρως επίκαιρες τόσο κοινωνικοπολιτικά όσο και λογοτεχνικά ( ή καλλιτεχνικά αν προτιμάτε).



"Ένας σπόρος που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας σπόρος που πάει να βλαστήσει' ένας Ρωμιός που γυρίζει στον τόπο του, είναι ένας άνθρωπος που πάει να βλαστημήσει."




Εκδόσεις Ερμής / Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη





Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η περίπτωση Φράντσα - Ingeborg Bachmann








Η Φράντσα γοητεύεται από το διάσημο Βιεννέζο καθηγητή ψυχιατρικής, Λέοπολντ Τζόρνταν. Παρατάει τις σπουδές της, την παλιά της ζωή. Διακόπτει τις επαφές με τον αδερφό της. Παντρεύονται. Για εκείνον δεν είναι ο πρώτος γάμος, οι πρώην γυναίκες του υπήρξαν θύματα και αυτές της γοητείας του. Ταυτισμένος απόλυτα με την επιστημονική του ιδιότητα αντιμετωπίζει τη Φράντσα, όχι ως σύζυγο, αλλά ως μία ακόμη κλινική περίπτωση την οποία έχει τη δυνατότητα να μελετήσει από κοντά, να την οδηγήσει στα άκρα για χάρη της προσωπικής του προόδου στον επιστημονικό στίβο. Δεν αρκείται στην απλή μελέτη, επιχειρεί αλλεπάλληλες τομές και αντιδράσεις. Η ίαση δε βρίσκεται ανάμεσα στις επιδιώξεις του, μόνο η όξυνση.

Εκείνη, σε πλήρη κατάπτωση, ψυχική και σωματική, βρίσκει το κουράγιο να τον εγκαταλείψει. Καταφεύγει στο μικρό της αδερφό και του ζητάει βοήθεια. Εκείνος υποδέχεται το τηλεγράφημά της με ανάμεικτα συναισθήματα, η νοσταλγία αντιμάχεται την πίκρα. Η πληγή της εξαφάνισής της είναι βαθιά και δεν έχει επουλωθεί. Παίρνει το τρένο που θα τον οδηγήσει μετά από πολύωρο, γεμάτο σκέψεις και αναμνήσεις, ταξίδι στην απομονωμένη αγροικία. Η Φράντσα τον περιμένει εκεί. Παρά τις αντιρρήσεις του θα τον ακολουθήσει στο ταξίδι του στην Αίγυπτο.

Σκοτεινό και ασφυκτικό το μυθιστόρημα της Αυστριακής συγγραφέως, πιστό στην παράδοση της γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Τα δυσδιάκριτα όρια της επιστήμης, η ψυχή στο εργαστήριο των πειραμάτων. Η μεταπολεμική Ευρώπη προσπαθεί να γλείψει τις πληγές του ναζισμού. Και ο άνθρωπος, με τις αδυναμίες και τα πάθη του. Η Αίγυπτος, μυθική και μακρινή. Οι ήρωες καταφεύγουν εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες του ευρωπαϊκού πολιτισμού, περιδιαβαίνουν τις νεκροπόλεις, φλερτάρουν με τα όρια της αχανούς ερήμου. Η τελεία, η τόσο ποθητή κάποιες φορές, συναντάται ελάχιστα στο μακροπερίοδο λόγο της Μπάχμαν, τα κόμματα αναλαμβάνουν να δώσουν ρυθμό στην ανάγνωση. Η συγγραφέας δεν πρόλαβε να προχωρήσει στο τελικό στάδιο της συγγραφής του βιβλίου καθώς βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στη Ρώμη κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Όμως αυτή η αποσπασματική πλευρά του μυθιστορήματος προσδίδει μια δυναμική και αποτελεί αναπόσπαστο χαρακτηριστικό του γνώρισμα.

Η Μπάχμαν συμμετείχε, μαζί με τον Χάινριχ Μπέλ και τον Γκύντερ Γκρας, στην Ομάδα 47, λογοτεχνική ομάδα η οποία αναζητούσε στη γραφή τη νέα συνείδηση της μεταπολεμικής Γερμανίας. Είχε σχέση και με τον Μαξ Φρις με τον επεισοδιακό χωρισμό να την επηρεάζει όχι απλώς προσωπικά αλλά και δημιουργικά. Αυτή η σχέση της με τον Ελβετό συγγραφέα αποτέλεσε για μένα το νήμα που με οδήγησε σε αυτό το μυθιστόρημα. Συγγένεια, γόνιμη και ευδιάκριτη, με έναν ακόμα τεράστιο Αυστριακό τον Τόμας Μπερνχαρντ. Υπάρχουν αρκετά έργα της μεταφρασμένα στα ελληνικά, η αναζήτηση θα δείξει τη διαθεσιμότητα ή όχι των τίτλων.



Μετάφραση Μαρία Αγγελίδου
Εκδόσεις Άγρα

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Ο Παράμεσος - Yoko Ogawa




Το λογοτεχνικό σύμπαν της Ογκάουα αποπνέει μία γοητεία παράξενη. Γνήσιο τέκνο της ιαπωνικής νεοκουλτούρας, καταφέρνει να συνδυάσει το άρρωστο, το μεταφυσικό και το ποιητικό στο έργο της. Στον Παράμεσο, ολιγοσέλιδη νουβέλα σε μικρή φόρμα έκδοσης, μας διηγείται (ακόμη) μία ιδιαίτερη ιστορία αγάπης ( ή μήπως ταιριάζει ορθότερα η λέξη λαγνεία) που λαμβάνει χώρα σε ένα εργαστήριο δειγμάτων.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απο την αρχή. Η νεαρή ηρωίδα θα εγκαταλείψει την επαρχία για να μετακομίσει στη μεγάλη πόλη. Δούλευε σε ένα εργοστάσιο αναψυκτικών. Μία μέρα, δε θα προσέξει και η μηχανή θα της εγκλωβίσει τον παράμεσο. Ευτυχώς η πληγή είναι επιπόλαια, ένα μικρό κομμάτι σάρκας θα κοπεί και θα βυθιστεί στο υγρό αναψυκτικό δίνοντας σε αυτό ένα χρώμα κόκκινο. Λίγες μέρες αργότερα θα παραιτηθεί από τη δουλειά. Περπατώντας στους δρόμους της μεγαλούπολης θα βρεθεί έξω από ένα τεράστιο κτίριο. Μία αγγελία, στην είσοδο, αναφέρει πως ζητείται βοηθός για το εργαστήριο δειγμάτων. Θα χτυπήσει το κουδούνι, ο κύριος Ντεσιμάρου θα της ανοίξει την πόρτα. Μετά από μία σύντομη συνέντευξη θα προσληφθεί.

Δύο είναι οι κεντρικοί άξονες της νουβέλας. Η ερωτική ιστορία των δύο και η ανθρώπινη ανάγκη για λήθη. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης λαμβάνει χώρα στο τεράστιο οίκημα μέσα στο οποίο στεγάζεται το εργαστήριο, ένα παλιό οικοτροφείο γυναικών. Τα δωμάτια έχουν διαμορφωθεί ειδικά ώστε να φιλοξενούν τα δείγματα. Τα λουτρά, στεγνά πια, είναι ο χώρος όπου πραγματοποιούνται οι συνευρέσεις τους. Λαγνεία και φετιχισμός, συνευρέσεις δοσμένες με μια ποιητικότητα που αποδιώχνει τη στείρα πρόκληση. Το σύνολο του κειμένου διέπεται από έναν άχρονο μινιμαλισμό και μία σειρά από αντικείμενα τα οποία υπηρετούν τη διπλή λειτουργία του συμβολισμού και της πλοκής.

Παράλληλα, αλλά και μέρος της ιστορίας των δύο, η δυσβάσταχτη μνήμη που οδηγεί τους ανθρώπους στο ιδιαίτερο αυτό εργαστήριο δειγμάτων. Η επιθυμία να κλείσουν σε ένα κουτάκι τον πόνο και την απώλεια. Το χρηματικό αντίτιμο δεν τους πτοεί, αυτό που τους απασχολεί είναι η, όσο το δυνατόν ακριβέστερη, δειγματοληψία. Προσδοκούν πως παραδίδοντας το αγκάθι της μνήμης για φύλαξη θα καταφέρουν να γιατρέψουν την πληγή.

Πριν τον Παράμεσο είχαν προηγηθεί το Άρωμα Πάγου και το Ξενοδοχείο Ίρις.

Η νουβέλα της Ογκάουα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2005 από την Diane Bertrand. Τη μουσική της ταινίας, L' Annulaire, υπογράφει η Beth Gibbons των Portishead.  


Μετάφραση (από τα ιαπωνικά) Παναγιώτης Ευαγγελίδης
Εκδόσεις Άγρα




  


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2012

Ο νεκρός που μας χρειάζεται - Χόρχε Σεμπρούν









Ο Χόρχε Σεμπρούν μαζί με τον Πρίμο Λέβι είναι οι επιφανέστεροι εκπρόσωποι της «στρατοπεδικής λογοτεχνίας», όρος ο οποίος επικράτησε κατά τις τελευταίες δεκαετίες και περιλαμβάνει μαρτυρίες επιζώντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης καθώς και λογοτεχνικά έργα που περιστρέφονται γύρω από αυτήν τη θεματική. Αν και η μαρτυρία αποτελεί το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της στρατοπεδικής λογοτεχνίας, εντούτοις πλείστα είναι τα παραδείγματα εκείνων των έργων που διαθέτουν λογοτεχνικές αρετές.

Πρώτο καταφύγιο για τον συγγραφέα, μετά το τέλος της κράτησής του, στάθηκε η σιωπή. Πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια μέχρι να αποφασίσει να καταγράψει την εμπειρία του. Αποτέλεσμα αυτής της καταγραφής υπήρξε το Μεγάλο ταξίδι, πρώτο μέρος μιας τετραλογίας, που ολοκληρώθηκε το 2001 με το Νεκρό που μας χρειάζεται, βασικός πυρήνας της οποίας υπήρξε η εμπειρία του Σεμπρούν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μπούχενβαλντ.

Ο Σεμπρούν υπήρξε ενεργό μέλος της γαλλικής αντίστασης ενάντια στη ναζιστική κατοχή. Στάθηκε τυχερός καθώς οδηγήθηκε στο στρατόπεδο σε μία περίοδο που οι συνθήκες ήταν χαλαρότερες σε σχέση με το παρελθόν. Οι κρατούμενοι έχουν οργανωθεί με πρωτεύοντα στόχο το σαμποτάζ στην παρασκευή όπλων. Επακόλουθο της οργάνωσης, η ύπαρξη ιεραρχίας που όμως προκαλεί ανισότητες στην καθημερινότητα των κρατουμένων.

Αφορμή για το συγκεκριμένο μυθιστόρημα στάθηκε (όπως φανερώνει άλλωστε και ο τίτλος) ένα ιδιαίτερο περιστατικό. Ένα παράξενο σήμα των ναζιστικών μυστικών υπηρεσιών, που αναφέρεται στον Σεμπρούν, θέτει σε συναγερμό την οργάνωση, καθώς ο συγγραφέας θεωρείται σημαντικό μέλος αυτής. Οι σύντροφοί του θα αναζητήσουν και θα βρουν έναν κρατούμενο ο οποίος έχει κοινά χαρακτηριστικά με τον Σεμπρούν και είναι ετοιμοθάνατος στο ιατρείο του στρατοπέδου με σκοπό να δανείσει το όνομά του στον Ζεράρ. Έτσι ο Σεμπρούν θα θεωρείται νεκρός και άρα ελεύθερος να ζήσει.

Το παραπάνω περιστατικό αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να παρουσιάσει την καθημερινότητα και τις συνθήκες διαβίωσης των φυλακισμένων. Η πίστη στο όραμα του κομμουνισμού δίνει σε αρκετούς την απαραίτητη δύναμη για να αντέξουν ενώ η αγωνία για την έκβαση του πολέμου είναι διάχυτη. Ανθρώπινες στιγμές χρωματίζουν τη ζοφερή πραγματικότητα. Παρά τις αντιξοότητες, η ανάγκη για ομορφιά θα οδηγήσει στη διοργάνωση μουσικοθεατρικών παραστάσεων, η αλληλεγγύη μεταξύ αγνώστων θα γεννήσει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Υπάρχει όμως και η σκοτεινή πλευρά. Η προνομιακή μεταχείριση ορισμένων, τα προνόμια της ηγεσίας, η γεμάτη ελιτισμό συμπεριφορά, οι διακρίσεις λόγω καταγωγής. Μια μικρογραφία της κοινωνίας.

Ο Σεμπρούν θα αναφερθεί επίσης, τόσο στο πριν, όσο και στο μετά της ζωής στο στρατόπεδο. Με νοσταλγία θα περιγράψει τη σχέση του με μια γυναίκα μεγαλύτερη, μέλος και εκείνη της γαλλικής αντίστασης, τις συναντήσεις τους, τις λογοτεχνικές τους συζητήσεις. Θα προσθέσει κάποια δόση πίκρας και θα μας πληροφορήσει για το άδοξο τέλος ορισμένων συντρόφων στις «σοσιαλιστικές» πατρίδες τους.

Ιστορικό και πολιτικό μα πάνω απ’ όλα ανθρώπινο το μυθιστόρημα του Ισπανού δημιουργού. Η σημασία της μαρτυρίας στη διαμόρφωση της ιστορικής μνήμης είναι αδιαμφισβήτητη, ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή.



Μετάφραση Οντέτ Βαρών-Βασάρ
Εκδόσεις Εξάντας

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Μάρτυρας σε διάλογο





Να εύχεσαι, της είπε, να συναντάς και αναγνώσματα κακά στο διάβα της ζωής σου, να μην αποστρέφεις το βλέμμα από το ποταπό, να προσπαθείς να κατανοήσεις τα αίτια της όχλησης. Να θυμάσαι πως το φως υπάρχει ως αντίθεση του σκότους και πως η ομορφιά είναι ο αντίποδας της ασχήμιας.(...) Να μην κυνηγάς την εμπειρία αυτή γιατί η προκατάληψη θα υπερισχύει. Να ακολουθείς τα νήματα με πίστη και προσήλωση, όπως οι ναυτικοί τους φάρους. Να έχεις τα μάτια ανοιχτά, πάντα. (...) Η αισθητική του αναγνώστη δε διαμορφώνεται μονόπλευρα, σφυρί και αμόνι απαιτείται. Δρόμος με θέα υπέροχη η λογοτεχνία, μα και γεμάτος κακοτοπιές που πρέπει να γνωρίσεις. Για να βαφτίσεις αριστούργημα ένα έργο θα πρέπει να υπάρχει η σύγκριση. Μη θεωρήσεις τύχη καλή τη συνεχή τριβή με έργα υψηλά γιατί ελοχεύει ο κίνδυνος να χαθεί το μέτρο και τότε η ψυχή θα στέκει ανικανοποίητη μπροστά στους θησαυρούς. Να εμπιστεύεσαι το ένστικτο και την κρίση που σου προσφέρει απλόχερα η προσωπική σου εξέλιξη. Με τον καιρό, οι διαφορές θα αποκτούν λεπτές αποχρώσεις, δυσδιάκριτα όρια θα οικοδομήσουν την αισθητική κλίμακα. (...) Η επιστροφή σε αναγνώσματα, που κατά το παρελθόν σου πρόσφεραν ικανοποίηση, κρύβει τον κίνδυνο της απογοήτευσης. Μάταια θα αναζητήσεις το σημερινό σου εαυτό σε εκείνον τον αναγνώστη. Η απογοήτευση θα περάσει, μην ανησυχείς γι' αυτό, εκείνο που θα απομείνει θα είναι ένα από τα καρέ της διαδρομής. Είναι όμως πιθανό να συμβεί και κάτι άλλο, διαφορετικό: επιστρέφοντας, σε σελίδες παλιές, να βιώσεις νέα, πρωτόγνωρα συναισθήματα, να γευτείς νέους καρπούς. Και αυτό θα είναι ακόμα ένα καρέ.


Αυτά, ανάμεσα σε άλλα, της είπε σε εκείνο το καφέ. Αυτή έδειχνε να γυρεύει περισσότερα, επέμεινε με ερωτήσεις να μάθει τίτλους και ονόματα, να γεμίσει τις σελίδες από το ημερολόγιο της. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. Ύστερα, πλήρωσε ο καθένας τον καφέ του και αποχωρίστηκαν.




Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

διαβάτες στην πόλη - Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης






Ελπιδοφόρα τα όσα ακούγονταν σχετικά με το πρωτόλειο συγγραφικό εγχείρημα του νεαρού Ρωμανού Σκλαβενίτη-Πιστοφίδη, διαβάτες στην πόλη, που κυκλοφόρησε πριν ένα χρόνο από τις Εκδόσεις Απόπειρα και η ανάγνωση ήρθε να τα επιβεβαιώσει. Το έχω επαναλάβει αρκετές φορές, μέσα από αυτό εδώ το ιστολόγιο, πως υπάρχει αξιόλογη ελληνική λογοτεχνία αρκεί κανείς να έχει τα μάτια ανοιχτά και τις προκαταλήψεις καταχωνιασμένες. Μπορεί να αρνούμαι πεισματικά να συντάξω λίστες με προτάσεις ποιότητας αλλά αρκεί μια βόλτα ανάμεσα στις αναρτήσεις για να αντιληφθεί κάποιος τον ισχυρισμό μου.

Μυθιστόρημα σπονδυλωτό. Τα μονά κεφάλαια είναι αφιερωμένα στον Γουίλ και τα ζυγά στον Αριχτέκτονα, το Νίλι και τη Μέυ.Ο Γουίλ είναι μέλος μια τρομοκρατικής ομάδας. Θα φέρει εις πέρας την αποστολή να σκοτώσει μία υπουργό της κυβέρνησης. "Τη σκότωσε όπως στο Έγκλημα και Τιμωρία", πισώπλατα, με τσεκούρι ενώ εκείνη διάβαζε το Τενεκεδένιο ταμπούρλο του Γκρας. Ύστερα, θα πάρει το μετρό για να επιστρέψει στον απρόσωπο ουρανοξύστη όπου, στον εικοστό δεύτερο όροφο, βρίσκεται το καταφύγιό του. Η αδρεναλίνη υποχωρεί και το κενό της ματαιότητας απλώνεται εμπρός του. Ο Αρχιτέκτονας δουλεύει πάνω σε ένα ιδιαίτερα φιλόδοξο πρότζεκτ, ικανό να του χαρίσει την επαγγελματική καταξίωση. Μία μεγάλη τεχνική εταιρεία θα αποφασίσει να επενδύσει στην ιδέα του και παρότι από πρωταγωνιστής μετατρέπεται σε κομπάρσος, θα πιστέψει πως η τύχη του χαμογέλασε. Θα βγει με τον κολλητό του το Νίλι να το γιορτάσουν. Λίγες μέρες μετά, θα γνωρίσει τη Μέυ. Πληρότητα που όμως διαρκεί ελάχιστα.

Τέσσερις νεαροί που ζουν στη μητρόπολη, δύο ιστορίες παράλληλες. Η αστική τρομοκρατία, τα ναρκωτικά και η μοναξιά υπό τους ήχους της ροκ και της μέταλ μουσικής αλλά και της λογοτεχνίας των σπουδαίων συγγραφέων. Ο Ρωμανός Σκλαβενίτης-Πιστοφίδης, για τα δεδομένα της θεματικής της ιστορίας του, λειτουργεί ευστόχως αφαιρετικά και καταφέρνει να αποδώσει μία ατμόσφαιρα νουάρ, χαρακτηριστική των μεγάλων πόλεων. Ειδικά η ιστορία του νεαρού τρομοκράτη αποτελεί δείγμα υψηλής λογοτεχνίας και θα μπορούσε να σταθεί άνετα και ως ανεξάρτητη νουβέλα. Η απόφασή του να τοποθετήσει στον αντίποδα  την ιστορία του Αρχιτέκτονα λειτουργεί επίσης θαυμάσια ως αντίστιξη σε διάφορα επίπεδα αν και μοιάζει να υπηρετεί περισσότερο την ιστορία του Γουίλ. Η ιστορία των τριών νεαρών παρουσιάζει κάποιες αδυναμίες που πηγάζουν μάλλον από την κοινοτυπία του θέματος. Το σύνολο όμως λειτουργεί θαυμάσια αναγκάζοντας τον αναγνώστη όχι να συγχωρήσει αλλά να κατανοήσει διάφορες επιλογές του συγγραφέα που έκρινε, αρχικώς, αυστηρά.

Η παράθεση των λογοτεχνικών έργων δεν είναι στείρα επίδειξη φιλαναγνωσίας από μεριάς του δημιουργού αλλά καίριο στοιχείο της πλοκής, κάτι το οποίο πρέπει να διευκρινιστεί γιατί είναι πολλά εκείνα τα παραδείγματα συγγραφέων που πιστεύουν (ή ελπίζουν) πως η αναφορά σε σπουδαίους συγγραφείς είναι ικανή να προσδώσει από μόνη της αξία στο κείμενο.

Πριν ακόμα ξεκινήσω την ανάγνωση σκεφτόμουν έντονα πως πρόκειται για το πρώτο δείγμα δουλειάς ενός νεαρού συγγραφέα. Η απόλαυση όμως που προσφέρει η ανάγνωση δε σου επιτρέπει να ασχοληθείς με πληροφορίες εκτός των ορίων της κάθε σελίδας. Αλλά ούτε και τώρα, που η ανάγνωση έχει παρέλθει, νιώθω την ανάγκη να αντιμετωπίσω το μυθιστόρημα αυτό με βάση τις πληροφορίες του βιογραφικού σημειώματος. Οφείλω όμως να παραδεχτώ, κλείνοντας, πως οι διαβάτες στην πόλη μου δημιούργησαν προσδοκίες για το επόμενο συγγραφικό του βήμα.



Εκδόσεις Απόπειρα.   

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

Πώς τελειώνει ο κόσμος - Μαρία Ξυλούρη








Τρία χρόνια πριν στο Rewind (εκδόσεις Καλέντη), ο Πέτρος στέκεται και παρακολουθεί τη Φανή να ξεμακραίνει παρέα με τον Ορέστη και τον κοντό που ακούει Κέιβ. Pause. Η παγωμένη εικόνα μετακινείται στα δεξιά. Ο Πέτρος βγαίνει εκτός κάδρου. Play.

Ο Ορέστης επιστρέφει στο σπίτι όπου έμεναν με τη Φανή πριν από τη ξαφνική του φυγή. Το περίγραμμα του Δημήτρη είναι ακόμα εκεί, στο πεζοδρόμιο της πολυκατοικίας. Τα πράγματα του Ορέστη βρίσκονται στην αποθήκη.
Ο Δημήτρης είχε μια αδερφή η οποία εξαφανίστηκε πριν λίγα χρόνια χωρίς να αφήσει ίχνη. Η εξαφάνισή της γέμισε με ερωτήματα και πόνο συγγενείς και φίλους, το χωριό αναλώθηκε σε εικασίες και κουτσομπολιό. Η μητέρα αδυνατεί να συνέλθει, ο Δημήτρης πρέπει να δείξει δυνατός. Η αδερφή του Φώτη αυτοκτόνησε κόβωντας τις  φλέβες της στη μπανιέρα. Ο Δημήτρης προσπαθεί να εξηγήσει, μάταια, στο Φώτη ότι θα προτιμούσε να ξέρει πως η αδερφή του είναι νεκρή, πως η γνώση βοηθά τους ανθρώπους να προχωρήσουν.

Άννα, όνομα-σύνθεση της ατολμίας και της αποφασιστικότητας. Εύρημα το οποίο η Ξυλούρη τοποθετεί (κυριολεκτικά)  στο κέντρο του δεύτερου μυθιστορήματός της. Χωρίζει το βιβλίο σε εννέα κεφάλαια. Ο Ορέστης, η Φανή, ο Φώτης και ο Σκεύος στέκονται αριστερά και δεξιά της Άννας. Τα δύο αδέρφια (Άννα και Δημήτρης) είναι ο συνδετικός ιστός των τεσσάρων. Η εξαφάνιση της Άννας και η απώλεια του Δημήτρη. Η συγγραφέας τολμάει στη σύνθεση και δικαιώνεται. Πολυδιάστατη πλοκή την οποία με άνεση χειρίζεται. Πλήθος χαρακτήρων τους οποίους σκιαγραφεί με επιτυχία.

Τα αναπάντητα ερωτήματα και οι καίριες ερωτήσεις. Το παρελθόν που ρίχνει τη σκιά του βαριά στο παρόν. Οι σχέσεις μεταξύ γονιών και παιδιών. Οι δυσκολίες των σχέσεων και η μοναξιά. Τέσσερις άξονες οι οποίοι απασχολούν ξανά την Ξυλούρη, στο δεύτερο μυθιστόρημά της, και γύρω από τους οποίους πλέκεται η ιστορία.

Πρόζα και λυρισμός, αφήγηση σε κλασική δομή και διάσπαρτα στοιχεία μοντερνισμου, ρεαλισμός με πινελιές μεταφυσικού. Όλα σε αρμονία. Ίσως να περισσεύουν λίγα συμβάντα τα οποία βαραίνουν, μάλλον, την ιστορία. Η γραφή της Ξυλούρη έχει την ικανότητα να συγκινήσει αβίαστα και αυτός είναι ο λόγος που πιστεύω πως υπάρχουν κάποια περιθώρια στην αφαίρεση.

Η ανάγνωση του Πώς τελειώνει ο κόσμος σε κάνει να φαντάζεσαι τα γεμάτα τετράδια της συγγραφέως με σημειώσεις και προσχέδια, υλικό απαραίτητο για το τελικό αποτέλεσμα. Η ιστορία μοιάζει να ενδιαφέρει πρωτίστως την ίδια. Η ανάγκη της να τη διηγηθεί είναι ορατή. Υπάρχουν στοιχεία ικανά να δημιουργήσουν «υποψίες» αυτοαναφορικότητας, πέραν της δεδομένης παρουσίας της Μαρίας στο μυθιστόρημα στο ρόλο της νεαρής επίδοξης συγγραφέως.

Ο γάτος Χαρούκι (ευθεία αναφορά στον Ιάπωνα συγγραφέα Μουρακάμι) και ο κομβικός ρόλος του βιβλίου του David Foster Wallace, Infinite jest είναι κάποιες από τις φανερές λογοτεχνικές αναφορές μιας συγγραφέως που διαβάζει λογοτεχνία, κάτι το οποίο δεν είναι τόσο συχνό όσο θα νόμιζε κάποιος.

Σε μια χώρα που παραδοσιακά η ηλικία παίζει, αδικαιολόγητα, μεγάλο ρόλο, η Ξυλούρη, γεννημένη το 1983, έχει ήδη στο ενεργητικό της δύο μυθιστορήματα τα οποία αξίζουν της προσοχής σας!




Εκδόσεις Καλέντη


υ.γ1 Η ανάγνωση του Rewind δεν αποτελεί αναγκαία συνθήκη για το Πώς τελειώνει ο κόσμος. Και τα δύο μυθιστορήματα μπορούν να σταθούν αυτόνομα.
υ.γ2 Εδώ μπορείτε να βρείτε τη συνέντευξη που μας παραχώρησε η Μαρία Ξυλούρη στο Mixtape.
υ.γ3 Και εδώ την παρουσίαση του Rewind.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στο Mixtape.gr)

Πέμπτη, 1 Νοεμβρίου 2012

Η Τραγουδίστρια και η Πολυθρόνα - Αριστείδης Αντονάς




" ο άνθρωπος της πολυθρόνας δεν θα επιβιώσει χωρίς παράθυρο. κι ο άνθρωπος του παραθύρου ήδη περιμένει μια πολυθρόνα "



Ο συγγραφέας υπακούει στις βουλές των αποστολέων των δύο κειμένων. Πρώτα εκδίδει την Πολυθρόνα στο περιοδικό Νέα Εστία. Ύστερα στη διεύθυνση του περιοδικού καταφτάνει φάκελος που περιέχει το κείμενο με τίτλο Η Τραγουδίστρια και συνοδεύεται από τέσσερις φωτογραφίες αλλά και από το σημείωμα "προς τον άνθρωπο της πολυθρόνας, από τον άνθρωπο του παραθύρου". Ο Αντονάς θα επέμβει στα δύο κείμενα περισσότερο ως συντηρητής παρά ως συγγραφέας. Θα παραδώσει αυτοπροσώπος το υλικό στον εκδοτικό οίκο Άγρα. Θα δημιουργηθεί μία σελίδα στον ιστό ( thesingerandthearmchair.com ) όπου ο οίκος δεσμεύεται πως θα αναρτήσει οποιαδήποτε νέα στοιχεία προκύψουν. Στην έκδοση η σειρά των κειμένων αντιστρέφεται.

Ο άνθρωπος του παραθύρου μένει μόνος του σε ένα σπίτι αρχιτεκτονικά ιδιόμορφο και απομονωμένο, η ανάβαση μέχρι το παράθυρο πραγματοποιείται με τη χρήση ιμάντα. Την ηρεμία της μοναξιάς ταράζει η άφιξη της τραγουδίστριας, στο κατόπι της δύο αστυνομικοί. Εκείνος θα προσφερθεί να την κρύψει.

Οι πρώτες σελίδες προαναγγέλουν αστυνομικό μυθιστόρημα. Όμως, στο λογοτεχνικό κόσμο του Αντονά το φαίνεσθαι δε συμβαδίζει (σχεδόν ποτέ) με το είναι. Αρχιτέκτονας με διδακτορικό στη φιλοσοφία προσεγγίζει τη λογοτεχνία από άλλο μονοπάτι. Σε βάσεις κλασικές και δομές δεδομένες από τον χρόνο επιχειρεί τη μεταποίηση και τη βελτίωση χωρίς να ξεχνά τη συντήρηση. Η πολυθρόνα ως στοιχείο όχλησης στο μέσο του δωματίου, οι δεδομένες δυσκολίες παρουσίασης της αιτίας. Η φαινομενικά απλή προσπάθεια περιγραφής του αντικειμένου παρουσιάζει ολοένα και μεγαλύτερες απαιτήσεις. Κάπως έτσι, ένα αρχιτεκτονικό πρόβλημα αποκτά φιλοσοφικές διαστάσεις. Ο συγγραφέας εκμεταλεύεται τα λογοτεχνικά εργαλεία για να απομακρυνθεί από το φιλοσοφικό λόγο. Ο συγγραφέας, ο αφηγητής και οι ήρωες δημιουργούν μία τριάδα αδιαίρετη που εξυπηρετεί την αποστασιοποίηση από το Εγώ της αυθεντίας και προσδίδει αρετές, λογοτεχνικές και θεατρικές, στο κείμενο.

Κείμενο απαιτητικό που χρίζει αρκετών αναγνώσεων και διαφορετικών προσεγγίσεων παρά τη μικρή του φόρμα. Ο Αντονάς κάνει ορθή χρήση των λογοτεχνικών μέσων και πετυχαίνει να καταστήσει τον αναγνώστη μέτοχο. Έντονη η μη συμβατική θεατρικότητα που αναβλύζει από το κείμενο, το απόλυτο σκοτάδι διαδέχεται το εκτυφλωτικό φως που λούζει τα πρόσωπα και τα αντικείμενα. Οι χαρακτήρες, αν και δίνονται αρκετά αφαιρετικά, δηλώνουν το παρόν.

Λογοτεχνία υψηλού επιπέδου και όχι κενή παράθεση γνώσεων. Ο Αντονάς είναι ένας ιδιαίτερος και πολυσχιδής δημιουργός, κάτι που μπορείτε να εξακριβώσετε επισκεπτόμενοι είτε το ιστολόγιο που διατηρεί (antonas.blogspot.gr), είτε τη σελίδα του (www.aristideantonas.com), αλλά κυρίως διαβάζοντας κάποιο βιβλίο του. Η συλλογή διηγημάτων με τίτλο Αριθμοί είναι προτεινόμενο, όπως και ο Φλογοκρύπτης. Η Τραγουδίστρια και η Πολυθρόνα πιστεύω πως θα έπρεπε να ακολουθήσει, όχι από πλευράς σημαντικότητας, μα εξέλιξης του συγγραφέα. 


Εκδόσεις Άγρα

 


Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Τόποι και βιβλία






Περνώ αρκετό χρόνο κοιτάζοντας τη προσωπική μου βιβλιοθήκη. Κάποιες φορές τραβάω έξω κάποιο βιβλίο, το ξεφυλλίζω, το χαϊδεύω, παρατηρώ το εξώφυλλο, αναζητώ, μάταια πολλές φορές, το συναίσθημα της ανάγνωσης. Ενίοτε η μνήμη πυροδοτείται και φέρνει στο προσκήνιο κάτι από το παρελθόν. Το φίλο που μου το πρότεινε, τη βόλτα στο βιβλιοπωλείο. Συχνά το εύρημα συνδέεται άμεσα με τη μνήμη, ένα εισιτήριο λεωφορείου, κόκκοι άμμου από κάποια παραλία. Η ανάγνωση δεν περιορίζεται στην πρώτη και την τελευταία σελίδα, κάτι προηγείται και κάτι έπεται, πάντα.

Η χαρτοπετσέτα, ανάμεσα στις σελίδες του μυθιστορήματος του Οζ, Το μαύρο κουτί, που χρησιμοποίησα ως σελιδοδείκτη και που ακόμα βρίσκεται εκεί για να μου θυμίζει ένα καλοκαίρι στη Φολέγανδρο, πριν από πολλά πολλά χρόνια, και τις ώρες που πέρασα στο εστιατόριο του κάμπινγκ διαβάζοντας εκείνη τη σκοτεινή ιστορία αγάπης. Την ξαφνική μπόρα λίγο πριν τελειώσω το βιβλίο, τα μαύρα σύννεφα που πλησίασαν να ακουμπήσουν τη γη, το μπουμπουνητό, τον κόσμο που μαζεύτηκε κάτω από το υπόστεγο για να προστατευτεί, όχι από τον ήλιο μα από το νερό.

Σε ένα φιλόξενο σπίτι στο Ρότερνταμ, αναμένοντας μία απάντηση επαγγελματική, βρήκα αποκούμπι στον Οδυσσέα τους Τζέιμς Τζόυς και ακολούθησα τον Λεοπόλδο Μπλουμ στο Δουβλίνο. Ανάγκη να αποπροσανατολίσω τη σκέψη, να σταματήσω να πατώ το κουμπί της ανανέωσης του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Το Μάιο του 2009 μετακόμισα σε ένα μικρό χωριό της Βόρειας Ισπανίας, θα έμενα εκεί για εννέα μήνες. Ανάμεσα στις λοιπές προετοιμασίες και η επιλογή των βιβλίων που θα με συντρόφευαν στην παραμονή μου εκεί. Το Κουτσό του Κορτάσαρ μου το είχαν προτείνει αρκετοί, τους παράκουσα και διάβασα πρώτα το Βιβλίο του Μανουέλ. Στη βόλτα επιλογής στο βιβλιοπωλείο έπιασα στα χέρια μου το Κουτσό, διάβασα τις οδηγίες του συγγραφέα προς τον αναγνώστη σχετικά με τους τρεις διαφορετικούς τρόπους ανάγνωσης. Στην επαρχία ο χρόνος υπακούει σε άλλους νόμους, ειδικά για έναν πρώην κάτοικο μητρόπολης. Μεγάλο απωθημένο η επιθυμία να το διαβάσω για τέταρτη φορά, από το πρωτότυπο όμως. 

Με το Μαξ Φρις πρωτογνωριστήκαμε στο Λουτράκι, ένα καλοκαίρι. Το Homo Faber υπήρξε πρόταση φίλης που με βοήθησε να παρακάμψω το ατυχές εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης. Τεράστιος συγγραφέας ο Ελβετός. Η υπόθεση του μυθιστορήματος λάμβανε χώρα λίγα μόλις χιλιόμετρα μακριά, στην ακτογραμμή που οδηγεί από την Κόρινθο στην Αθήνα, δίπλα στην παλιά εθνική οδό. Η ματιά ενός ξένου για τον τόπο σου. Έκτοτε αναζητώ, μάταια, την Αμέριμνη δυστυχία του Χάντκε, μυθιστόρημα στο οποίο τόσο συχνά αναφέρεται ο συγγραφέας. Από εκείνες τις διακοπές στο Λουτράκι δεν έχω ούτε μία φωτογραφία.    

Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2012

Αρχειοθέτηση σε Δύο Χρόνους (6)



"Κείμενα που πρωτοδημοσιεύτηκαν αλλού και ο κίνδυνος της απώλειας τα έφερε εδώ."






     Μετά την ανάγνωση : Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ



Η εντεκάχρονη Φράνσι Νόουλαν ζει με την οικογένειά της στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Μαζί με τον αδερφό της, το δεκάχρονο Νίλι, προσπαθούν να συνεισφέρουν στο οικογενειακό εισόδημα μαζεύοντας κουρέλια, χαρτιά, σιδερικά και λάστιχα τα οποία πηγαίνουν στον παλιατζή. Με τα λίγα σέντσια που κερδίζουν, δοκιμάζουν την τύχη τους αγοράζοντας λαχνούς σε ένα ψιλικατζίδικο. Ποτέ κανένα παιδί δεν κέρδισε κάποιο από τα ακριβά δώρα, ανεξάρτητα από το πόσες φορές προσπάθησε. Κάθε εβδομάδα η Φράνσυ δανείζεται ένα βιβλίο από τη δημοτική βιβλιοθήκη. Η ανάγνωση αποτελεί μία από τις ελάχιστες μορφές ψυχαγωγίας.

Ο πατέρας εργάζεται περιστασιακά, πότε ως τραγουδιστής και πότε ως σερβιτόρος, η μητέρα καθαρίζει σπίτια. Η έλλειψη χρημάτων αποτελεί ένα άλυτο, για την οικογένεια Νόουλαν, πρόβλημα. Ο πατέρας καταφεύγει συχνά στο αλκοόλ, η μητέρα εφευρίσκει παιχνίδια ώστε να δικαιολογεί την έλλειψη τροφίμων και ζέστης. Κανείς τους όμως δεν σταματά να αγωνίζεται για κάτι καλύτερο. Η Φράνσι έχει έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον πατέρα της, στα μάτια της είναι ο καλύτερος πατέρας του κόσμου.

Η Μπέττυ Σμιθ βασίζεται σε παιδικά βιώματα και με ρεαλισμό (σε συνδυασμό με κάποιες δόσεις ιδεαλισμού) επιχειρεί να μεταφέρει το κλίμα της εποχής μέσα από την ιστορία με πρωταγωνίστρια τη μικρή Φράνσι. Παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής το βιβλίο φέρει την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Ίσως αυτός να είναι ο κυριότερος λόγος για τον οποίο γνώρισε τεράστια αναγνωστική επιτυχία και καθολική αποδοχή από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του το 1943. Συγγενεύει ξεκάθαρα με τον ιταλικό νεορεαλισμό που άνθισε την ίδια περίοδο στη γείτονα χώρα και σύστησε σπουδαίους δημιουργούς όπως ο Βιτόριο Ντε Σίκα, ο Λουκίνο Βισκόντι και ο Ρομπέρτο Ροσελίνι. Δύο χρόνια μετά την κυκλοφορία του βιβλίου, ο Ελίας Καζάν σκηνοθέτησε τη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, ενώ το 1951 παρουσιάστηκε στο Μπρόντγουεϊ με τη μορφή μιούζικαλ σε παραγωγή και σκηνοθεσία του Τζορτζ Άμποτ.

Η συγγραφέας κινείται στα όρια, τόσο του διδακτισμού, όσο και του συναισθηματικού εξαναγκασμού. Πρέπει να παραδεχτούμε όμως πως καταπιάνεται με ένα θέμα το οποίο υποχρεωτικά φέρει μαζί του τα παραπάνω στοιχεία. Η Σμιθ παραδίδει ένα έργο αρκετά αυθεντικό που σκοπό έχει, εκτός του να ψυχαγωγήσει, να δώσει ελπίδα σε μια εποχή που μεγάλο κομμάτι του πληθυσμού την έχει ανάγκη. Η ελπίδα αυτή όμως αποτελεί ταυτόχρονα και ένα μειονέκτημα για το βιβλίο, αφου, λόγω αύτης, η συγγραφέας ωραιοποιεί κάποιες καταστάσεις δίνοντας ένα, αρκετά στρογγυλεμένο, τελικό αποτέλεσμα το οποίο στερεί από το μυθιστόρημα την οποιαδήποτε δυνατότητα να συγκριθεί με άλλα σημαντικά βιβλία εκείνης της περιόδου όπως για παράδειγμα τα βιβλία του Στάινμπεκ. Από την περίληψη φοβόμουν την πιθανή ύπαρξη μιας χριστιανικού τύπου υπομονής των δυσκολιών, κάτι τέτοιο όμως, αν και σε ορισμένα σημεία συναντάται, δε χαρακτηρίζει τελικώς το κείμενο.

Η ανάγνωση του βιβλίου με ταξίδεψε πίσω στο χρόνο όταν έκλαιγα διαβάζοντας την ιστορία του Όλιβερ Τουίστ και παρακολουθούσα φανατικά τις περιπέτειες της Λάουρα στο Μικρό σπίτι στο λιβάδι. Λόγω ηλικίας, μάλλον, δεν με καθήλωσε, απόλαυσα όμως τη λογοτεχνική του απλότητα, αρετή η οποία όλο και συχνότερα θυσιάζεται στο βωμό του «λογοτεχνικού» εντυπωσιασμού.   



Μετάφραση Στάθης Αλιμίσης.
Εκδόσεις Μίνωας.


 υ.γ Εδώ μπορείτε να βρείτε την ανάρτηση, Πριν την ανάγνωση: Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν της Μπέττυ Σμιθ