Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Σκέψεις που ξέμειναν σε ένα βιβλίο





"Δεν μπορούν να ζήσουνε μονάχοι τους οι άνθρωποι, βιάζονται να συνθέσουν ζεύγη, δεν αντέχουνε τον εαυτό τους τον ίδιο. Τριγυρνούν αγχωμένοι, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον βιαστικά, ανόρεχτα, σαν από υποχρέωση, θαρρείς. Μοιάζει να γυρεύουν μια χωματερή, κάπου να αποθέσουν ό,τι μισούν, να ασχοληθούν με την δυσωδία του άλλου, θα αλλάξει, λένε, θα τον φέρω στα μέτρα μου, σκέφτονται. Είμαστε στην εποχή της σεξουαλικής και συναισθηματικής απελευθέρωσης, έτσι λένε. Κοιτάξτε γύρω σας και πείτε μου τι βλέπετε εσείς. Ανθρώπους, μεταξύ τους ξένους, που η σεξουαλική τους ζωή είναι ταμπού. Όχι; Και οι δικαιολογίες έτοιμες στη φαρέτρα: η ρουτίνα, η τριβή, το τέλος του έρωτα και του ενθουσιασμού. Εν κατακλείδι: έτσι συμβαίνει, λένε. Ύστερα κάνουνε παιδιά και η γνώση ταξιδεύει στους αιώνες. Ας μην είμαστε αυστηροί, ας μην είμαι δηλαδή. Δεν είναι αποδεκτό να είναι μόνος του κανείς. Δεν υπάρχει κάποιος άλλος να παραλάβει το δέμα για λογαριασμό σας, με ρώτησε με φυσικότητα η υπάλληλος του γραφείου ταχυμεταφορών τις προάλλες. Είναι και η πίεση της οικογένειας, να παντρευτείς, να κάνεις παιδιά. Είναι και οι αποκατεστημένοι που υψώνουνε σαν λάβαρα παιδιά και συζύγους. Είναι και η ανάγκη για συντροφικότητα, κυρίως αυτή είναι. Είναι πολλά. Και είμαστε αδύναμοι."

Η υπογραφή στο τέλος ήταν δυσδιάκριτη, αντίθετα με την πόλη: Αθήνα, και την ημερομηνία: 18/5/2015. Μια σελίδα τετραδίου σπιράλ, με δύο κόκκινες κάθετες γραμμές να διατηρούν τα όρια, και αρκετές παράλληλες μπλε να εξασφαλίζουν την ευθεία. Δεν το βρήκα παρά όταν έφτασα σπίτι, στο παλαιοβιβλιοπωλείο ήμουν χαρούμενος που ανακάλυψα το μυθιστόρημα του Πελέβιν, Η ζωή των εντόμων. Το μυθιστόρημα δεν το έχω διαβάσει ακόμα.   



Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινός στόχος - Ricardo Piglia





Ο Τόνι Ντουράν ήταν ένας τυχοδιώκτης και επαγγελματίας τζογαδόρος και βρήκε την ευκαιρία να κερδίσει το μεγαλύτερο στοίχημα όταν συνάντησε τυχαία τις αδερφές Μπελαντόνα. Ήταν ένα ménage á trois που σκανδάλισε την κωμόπολη και απασχόλησε για μήνες την προσοχή των κατοίκων. Παρουσιαζόταν πάντα με μία απ' αυτές στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Πλάσα, κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν αυτή που είχε μαζί του μιας και οι δίδυμες ήταν τόσο όμοιες μεταξύ τους που είχαν ίδιο ακόμη και τον γραφικό τους χαρακτήρα. Ο Τόνι δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ και με τις δύο ταυτόχρονα, αυτό το κρατούσε για τις πολύ ιδιωτικές στιγμές, κι εκείνο που εντυπωσίαζε περισσότερο όλο τον κόσμο ήταν η σκέψη ότι οι δίδυμες κοιμούνταν μαζί. Όχι τόσο ότι μοιράζονταν τον ίδιο άντρα αλλά ότι μοιράζονταν η μία την άλλη.
Και αν η εμφάνιση του Τόνι Ντουράν στάθηκε ικανή απλώς να αναστατώσει τη μικρή πόλη, η δολοφονία του πυροδότησε, πέρα από το αναμενόμενο κουτσομπολιού και την έμφυτη τάση για υποθέσεις και σενάρια, και μια σειρά από κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις.

Και αν αρχικά ο Τόνι Ντουράν μοιάζει  να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, έστω και νεκρός, ο Πίλια εμπλέκει στην ιστορία του αρκετούς ακόμα πρωταγωνιστές, χαρίζοντας σε καθέναν απ' αυτούς το μερίδιο που του αναλογεί στην ιστορία, μετατοπίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνεχώς τη φωτεινή δέσμη με την οποία σημαδεύει τη σκηνή.

Και αν εσύ, αναγνώστη, πιστεύεις πως θα διαβάσεις ένα απλό νουάρ μυθιστόρημα, με μια δολοφονία και μια πικάντικη ερωτική ιστορία, τότε ίσως να απογοητευτείς ή μάλλον, πιθανότερα, να γοητευτείς από την απαράμιλλη ικανότητα του Πίλια στη διήγηση.
Η μητέρα μου λέει ότι το να διαβάζεις σημαίνει να σκέφτεσαι, είπε η Σοφία. Δεν εννοεί ότι διαβάζουμε και μετά σκεφτόμαστε, αλλά ότι σκεφτόμαστε κάτι και το διαβάζουμε σε ένα βιβλίο που μοιάζει γραμμένο από μας αλλά δεν έχει γραφτεί από μας, αλλά κάποιος σε κάποια άλλη χώρα, σε άλλο τόπο, στο παρελθόν, το έχει γράψει ως μια σκέψη που ακόμα δεν την έχουμε σκεφτεί, μέχρι και τυχαία, πάντα τυχαία, ανακαλύπτουμε το βιβλίο όπου βρίσκεται εκφρασμένο με σαφήνεια εκείνο που, με τρόπο θολό, δεν είχαμε ακόμα σκεφτεί εμείς. Όχι όλα τα βιβλία, βέβαια, αλλά ορισμένα βιβλία που μοιάζουν να είναι αντικείμενα της δικής μας σκέψης και προορίζονται για μας. Ένα βιβλίο για τον καθένα από μας.  
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν, ή μάλλον ένιωθα, πως ο τρόπος που αφήνει ο Πίλια τις προτάσεις στο χαρτί, όχι όλες είναι η αλήθεια, και όχι απαραίτητα μόνο εκείνες που συνοδεύουν ως σκέψη τις προτάσεις εκείνες που εξελίσσουν την πλοκή, ένιωθα, λοιπόν, πως μοιάζουν, κάποιες από τις προτάσεις του Πίλια, με κομήτες. Και οι κομήτες έχουν την ιδιότητα να εντυπωσιάζουν και να παραπλανούν αρχικά με τη λάμψη τους, να καθηλώνουν με την κίνησή τους και να στρέφουν το βλέμμα του παρατηρητή προς την πορεία στην οποία κατευθύνονται, αλλά η πραγματική μαγεία και εκείνο που ισχυρότερα εντυπώνεται στη μνήμη είναι η φωτεινή ουρά τους, που διαγράφεται στο στερέωμα.

Το έρημο εργοστάσιο, υπό την απειλή της οριστικής και αμετάκλητης χρεοκοπίας καθώς τα χρέη προς τις τράπεζες είναι δυσθεώρητα, το όραμα και η δονκιχωτική επιμονή του Λούκα Μπελαντόνα, αδελφού των διδύμων, το πάθος του για την έρευνα, αλλά κυρίως η ματαιότητα μοιάζουν μια ευθεία αναφορά σε ένα άλλο εμβληματικό έργο της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, Το ναυπηγείο του Ουρουγουανού Χουάν Κάρλος Ονέτι.

Και επανερχόμενος στο πλήθος των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, αξίζει ειδική μνεία ο δημοσιογράφος Ρένσι, ο οποίος βρέθηκε τυχαία στη μικρή πόλη κατά την εξέλιξη της υπόθεσης και τον οποίο ο Πίλια μετατρέπει σε αφηγητή, αποκαλύπτοντάς τον σταδιακά -ειπωμένο καλύτερα- ως αφηγητή, έναν αφηγητή που για χρόνια διηγιόταν την ιστορία του Τόνι Ντουράν και της οικογένειας Μπελαντόνα, χρόνια μετά το τέλος της ιστορίας, αν υποθέσουμε πως οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν, και το βιβλίο αποτελεί ακριβώς αυτή την αποσπασματική και εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία διήγηση, σε ένα λογοτεχνικό εύρημα εντυπωσιακά λειτουργικό.

Και ποιος καταλληλότερος από τον ίδιο τον συγγραφέα, έστω και διαμέσου του αφηγητή του, για να μιλήσει για το ίδιο το βιβλίο, μέσα από το ίδιο το βιβλίο; Κανείς.
Θα έπρεπε να επινοήσουμε ένα καινούριο αστυνομικό λογοτεχνικό είδος, την παρανοϊκή μυθοπλασία. Οι πάντες είναι ύποπτοι, οι πάντες νιώθουν κυνηγημένοι. Ο εγκληματίας πλέον δεν είναι ένα άτομο απομονωμένο, αλλά μια συμμορία που έχει την απόλυτη εξουσία. Ουδείς αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει· τα ίχνη και οι μαρτυρίες αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι υποψίες μένουν στον αέρα, σαν να αλλάζουν μαζί με κάθε ερμηνεία. Το θύμα είναι ο πρωταγωνιστής και το επίκεντρο της πλοκής· όχι πια ο έμμισθος ντετέκτιβ ή ο πληρωμένος δολοφόνος.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Στρατιώτες της Σαλαμίνας - Javier Cercas






Υπάρχουν κάποια βιβλία για τα οποία έχω μια, αδικαιολόγητη μάλλον, άρνηση να τα διαβάσω. Τι κι αν πρόκειται για συγγραφείς που λατρεύω; Τρανό παράδειγμα το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα· Είχα διαβάσει τόσα βιβλία του Ταμπούκι και όμως πεισματικά αρνιόμουν να διαβάσω εκείνο που κατά σχεδόν ομόφωνη γνώμη θεωρείται ένα από τα κορυφαία της βιβλιογραφίας του. Ώσπου μια μέρα πήρα την απόφαση. Ενθουσιάστηκα. Τότε είπα -για να με χαϊδέψω και να με δικαιολογήσω: τώρα ήταν η στιγμή. Όμως, έκτοτε έχω αποφασίσει να πολεμήσω την άρνηση αυτή, όταν μου μοιάζει αδικαιολόγητη.

Οι στρατιώτες της Σαλαμίνας. Ήμουν στο σπίτι μιας φίλης. Χάζευα τη βιβλιοθήκη της -καθόλου πρωτότυπο- όταν είδα το αντίτυπο. Λες;, τη ρώτησα κρατώντας το. Το βλέμμα της ήταν αρκετό. Εκείνη μόνο αυτό το μυθιστόρημα του Θέρκας είχε διαβάσει, εγώ όλα όσα έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά εκτός απ' αυτό. Αν δανείζεις σου δανείζουν, ακόμα και τα αγαπημένα τους βιβλία, εκείνα που έχουν για σελιδοδείκτη εισιτήρια πλοίων.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η άρνησή μου είχε μία βάση ελάχιστη, αλλά βάση· καιρό τώρα έχω βαρεθεί ως θεματική τον ισπανικό εμφύλιο, αν και πρόσφατα διάβασα ένα βιβλίο σχετικό με τη δολοφονία του Ντουρούτι, που μου άρεσε αρκετά. Είπαμε όμως: έχω αποφασίσει να καταπολεμήσω αυτή την αγκύλωση. Η σελίδα γύρισε.
Ήταν το καλοκαίρι του 1994, πριν από έξι χρόνια, όταν πρωτάκουσα να μιλάνε για την εκτέλεση του Σάντσεθ Μάθας. Εκείνη την εποχή μόλις μου είχαν συμβεί τρία πράγματα: Πρώτον είχε πεθάνει ο πατέρας μου· δεύτερον, με είχε εγκαταλείψει η γυναίκα μου· και τρίτον, είχα παρατήσει την καριέρα μου ως συγγραφέα. Η πραγματικότητα είναι ότι, από αυτά τα τρία, τα δυο πρώτα είναι αληθινά, απολύτως αληθινά, όχι όμως και το τρίτο. Για να είμαι ειλικρινής, η καριέρα μου ως συγγραφέα δεν ξεκίνησε ποτέ, οπότε δύσκολα θα μπορούσα να την εγκαταλείψω. Πιο σωστό θα ήταν να πω ότι την παράτησα τη στιγμή που πήγαινε να αρχίσει.
Στοιχείο πρώτο. Η ανάμειξη του προσωπικού στο λογοτεχνικό είναι κάτι που μου προκαλεί ιδιαίτερη έλξη, ίσως επειδή αυτός είναι και ο δικός μου τρόπος να εκφράζομαι γραπτώς, αυτή η διαρκής αναζήτηση για κρυψώνες του προσωπικού.

Στοιχείο δεύτερο (σε συνέχεια του πρώτου). Η ανάμειξη της Ιστορίας στο λογοτεχνικό είναι κάτι που ο Θέρκας το κάνει με έναν τρόπο ομαλό, ταιριαστό, φαινομενικά απλό, που όμως κρύβει ώρες έρευνας πίσω του.

Στοιχείο τρίτο. Η αφηγηματική δεινότητα του Θέρκας είναι απαράμιλλη, θα τη χαρακτήριζα γενναιοδωρία και δεν θα ένιωθα υπερβολικός.
Γιατί οι λέξεις είναι φτιαγμένες μόνο για να μιλάνε στον εαυτό τους, για να λένε αυτό που μπορεί να ειπωθεί, δηλαδή τα πάντα, εκτός από αυτό που μας κυβερνάει ή που μας κάνει και ζούμε ή μας απασχολεί ή που είμαστε ή που είναι αυτός ο ανώνυμος και ηττημένος στρατιώτης, που κοιτάζει αυτόν τον άντρα του οποίου το σώμα έχει γίνει σχεδόν ένα με το χώμα και το καφετί νερό της τρύπας, και φωνάζει δυνατά στον αέρα, χωρίς να πάψει να τον κοιτάζει:
-Δεν είναι κανείς εδώ!
Μετά κάνει μεταβολή και φεύγει. 
Ο Σάντσεθ Μάθας, στον οποίο είναι αφιερωμένο ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου, υπήρξε ο ιδεολογικός πατέρας του ισπανικού φασισμού, φυσιογνωμία απεχθής, το δίχως άλλο. Αναρωτήθηκα, διαβάζοντας αχόρταγα το βιβλίο: μα, σοβαρά τώρα, διαβάζεις με ευχαρίστηση -και λίγα λέω- την ιστορία ενός φασίστα; Και όμως ναι, διάβαζα με πάθος την ιστορία ενός φασίστα, που ήθελε κάποτε να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο: Στρατιώτες της Σαλαμίνας.

Στοιχείο τέταρτο (μετά τη διακοπή). Ο συγγραφέας-αφηγητής άκουσε την ιστορία της εκτέλεσης του Σάντσεθ Μάθας η οποία δεν άργησε να μετατραπεί σε προσωπική εμμονή του και να μεταφραστεί σε πολλές ώρες έρευνας και πλήθος συνεντεύξεων. Αποφασίζει να γράψει ένα ιστορικό αφήγημα, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έτσι γεννιούνται τα σπουδαία βιβλία. Όταν δεν υπάρχει εναλλακτική διαφυγή για τον συγγραφέα, παρά να γράψει αυτό ακριβώς που πρέπει να γράψει. Όμως κάτι έλειπε.

Στοιχείο πέμπτο  (της βιογραφίας). Ο Θέρκας είχε ταραγμένη σχέση με τον πατέρα του, επειδή -σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου- ο πατέρας του ήταν πάντα στο πλευρό της κυρίαρχης εξουσίας/ιδεολογίας, όπου φυσούσε ο άνεμος, δηλαδή, χωρίς προσωπική πολιτική στάση και θέση, ένας καιροσκόπος.

Στοιχείο έκτο (ο Μπολάνιο). Ο σπουδαίος Ρομπέρτο Μπολάνιο είναι παρών στο βιβλίο αυτό. Όταν ο συγγραφέας-αφηγητής, δουλεύοντας ως δημοσιογράφος, πήγε στο σπίτι του Χιλιανού εκείνος τον υποδέχτηκε με μία έκπληξη: είχε διαβάσει τα δύο πρώτα βιβλία του Θέρκας, εκείνα που καμία εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία δεν είχαν κάνει. Αργότερα του είπε μια ιστορία από τότε που δούλευε τα καλοκαίρια σε ένα κάμπινγκ. Ιστορία που ξεκλείδωσε τον Θέρκας.

Τώρα ήταν η στιγμή. Έτσι είπα ακόμα μια φορά για να με χαϊδέψω και να με δικαιολογήσω.

Τι βιβλίο!


υγ. Αν δεν το έχετε κάνει, τότε να διαβάσετε το Παγοδρόμιο του Μπολάνιο (περισσότερα σχετικά με το βιβλίο εδώ).


Μετάφραση Ελισώ Λογοθέτη
Εκδόσεις Πατάκη

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2016

Τα τρία στίγματα του Πάλμερ Έντριτς - Philip K. Dick



Ο Μπάρνι Μάγιερσον ξύπνησε μ' έναν απαίσιο πονοκέφαλο και ανακάλυψε πως βρισκόταν σε μια άγνωστη κρεβατοκάμαρα, σε ένα άγνωστο συγκρότημα διαμερισμάτων. Δίπλα του, με τα σκεπάσματα τραβηγμένα μέχρι τους γυμνούς απαλούς ώμους της, κοιμόταν μια άγνωστη κοπέλα, ανασαίνοντας ελαφρά από το στόμα, με ανακατωμένα μαλλιά, λευκά σαν μπαμπάκι. Βάζω στοίχημα ότι έχω αργήσει για τη δουλειά, σκέφτηκε.
Ο Μπάρνι Μάγιερσον δουλεύει ως προγνώστης στην εταιρεία Κατασκευές Πέρκι Πατ Α.Ε., ιδιοκτησίας Λίο Μπούλερο, εξαιτίας του χαρίσματος που διαθέτει να προβλέπει τα μελλούμενα, ένας σύγχρονος σύμβουλος επιχειρήσεων. Η εταιρεία του Μπουλέρο εμπορεύεται στις αποικίες του διαστήματος το Καν-Ντι, ένα ναρκωτικό που επιτρέπει στον χρήστη να βιώσει την ψευδαίσθηση της μεταφοράς σε έναν κόσμό γνώριμο από το παρελθόν, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με την πραγματικότητα στην οποία έχει εξοριστεί.

Ο μεγιστάνας Πάλμερ Έντριτς, ύστερα από χρόνια απουσίας σε ένα διαπλανητικό ταξίδι, επιστρέφει κουβαλώντας στις αποσκευές του ένα νέο ναρκωτικό, το Τσου-Ζεντ, ακόμα πιο ισχυρό από το Καν-Ντι, το οποίο και θα επιχειρήσει να προωθήσει στην αγορά. Όμως, αν το Καν-Ντι αποτελεί ένα μέσο προσωρινής διαφυγής από το παρόν, το Τσου-Ζεντ μοιάζει να είναι ένα μέσο ελέγχου, ένα αέναο ταξίδι από κόσμο σε κόσμο, με τον Πάλμερ Έντριτς κύριο των πάντων. Παρελθόν, παρόν και μέλλον συγχέονται, τα πάντα αποκτούν ταυτόχρονα μια αίσθηση πραγματικού και ψευδαίσθησης, ο Πάλμερ Έντριτς εμφανίζεται με διάφορες μορφές, αναγνωρίσιμες από τα τρία χαρακτηριστικά στίγματά του, στα μάτια, στο χέρι και στα πόδια.

Ο Φίλιπ Ντικ, από τις πλέον σημαίνουσες προσωπικότητες στο χώρο της επιστημονικής φαντασίας, γράφει τα Τρία στίγματα του Πάλμερ Έντριτς το 1965, για να μιλήσει για τις αρχές του αιώνα μας, όταν η θερμοκρασία στη γη έχει ανέβει σε ακραία επίπεδα και η εποίκιση των πλανητών γίνεται με όρους επιστράτευσης, ενώ η μόνη ανεκτή πραγματικότητα είναι η ψευδαίσθηση των ναρκωτικών. Ένα μυθιστόρημα μεταφυσικό, δυστοπικό και (απευκταία για τον δημιουργό) προφητικό, στο οποίο η νοσταλγία για το παρελθόν αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο, η επιστροφή σε αυτό είναι επιθυμητή, όχι μόνο για την αναβίωση της εμπειρίας αλλά και για τη διόρθωση των λαθών και την εκτροπή του μέλλοντος χρόνου σε άλλα κανάλια.

Ο Φίλιπ Ντικ, με γνωμάτευση από νεαρή ηλικία για πιθανή σχιζοειδή προσωπικότητα, πειραματίστηκε με αμφεταμίνες, μέσω των οποίων οραματίστηκε στον ουρανό ένα γιγαντιαίο μεταλλικό πρόσωπο όλο κακία, πρόσωπο που αποτέλεσε την έμπνευση για τον Πάλμερ Έντριτς, ως το απόλυτο κακό. Η σύλληψη του συγκεκριμένου μυθιστορήματος μοιάζει να αποτελεί μια απλή λεπτομέρεια σε σχέση με την τελική υλοποίηση, εκεί έγκειται -κατ' εμέ- η ικανότητα του Φίλιπ Ντικ, να αποτυπώνει στο χαρτί με τρόπο κατανοητό, αν και απαιτητικό, την οργιώδη φαντασία του και τις ενοράσεις του, τις λεπτές αποχρώσεις της ψευδαίσθησης, τα δυσδιάκριτα όρια του πραγματικού, χωρίς να χάνει έναν κεντρικό μπούσουλα αφήγησης, γιατί πέρα και πάνω απ' όλα θέλει να διηγηθεί μια ιστορία, χωρίς να κάνει υποχωρήσεις σε θέματα γλώσσας, χαρακτήρων και μορφής, παραδίδοντας εν τέλει ένα σημαντικό μυθιστόρημα, ακόμα μία απόδειξη πως η σπουδαία λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας δεν αποτελεί αποπαίδι της λογοτεχνίας.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ. πριν πέντε χρόνια είχε προηγηθεί Το ηλεκτρικό πρόβατο.


Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις Κέδρος   

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2016

Μωρό από ατόφιο χρυσάφι - Margaret Drabble





Η ιδιαιτερότητα του μικρού κοριτσιού δεν ήταν ορατή στην αρχή. Με μια πρώτη ματιά, έμοιαζε με όλα τα νεογέννητα.
Η Τζες βρέθηκε να σπουδάζει ανθρωπολογία από σύμπτωση, εγκαταλείποντας την ύπαιθρο για το Λονδίνο βρέθηκε σε έναν κόσμο μαγικό, ανάμεσα σε ενδιαφέροντες ανθρώπους, φρέσκες ιδέες, ανανεωτικές και εξονυχιστικές ματιές στο παρελθόν και την παράδοση, με μια διάχυτη αίσθηση κοσμοπολιτισμού. Ήθελε να κάνει έρευνα πεδίου, να ταξιδέψει στον μεγάλο κόσμο, να κάνει επιτόπια έρευνα, να κατανοήσει. Φοιτήτρια ταξίδεψε ως μέλος μιας αποστολής στην Αφρική, ένα ταξίδι που τη σημάδεψε μα έμελλε να είναι και το τελευταίο της. Η εγκυμοσύνη στην Άννα, αρχικά δεν φάνηκε να ανατρέπει τα όνειρα και τις φιλοδοξίες της Τζες, παρά την απουσία πατέρα, απλώς, σκεφτόταν ότι θα πρέπει να δείξει υπομονή τα πρώτα χρόνια, μέχρι να μεγαλώσει η Άννα και τότε θα μπορέσει να συνεχίσει. Έτσι σκεφτόταν. Όμως η Άννα δεν ήταν ένα παιδί σαν όλα τα άλλα, εκείνα που ονομάζουμε φυσιολογικά, ένα μωρό από ατόφιο χρυσάφι, ένα παιδί που θα παρέμενε για πάντα παιδί, θεμελιώνοντας ένα δεσμό μόνιμης εξάρτησης από τη μητέρα του. Η Τζες δεν βαρυγκόμησε, τουλάχιστον δεν έδειξε να βαρυγκομά, εγκατέλειψε τα σχέδια για έρευνα πεδίου και αφοσιώθηκε στη συγγραφή άρθρων, τη θεωρητική προσέγγιση και ανάλυση, με επισκέψεις στη βιβλιοθήκη και κατ' οίκον μελέτη, κυρίως. Αυτή είναι η ιστορία της Τζες και της Άννας.

Η Άννα αποτελεί ένα σταθερό σημείο, γύρω της τα πάντα τρέχουν και εξελίσσονται με ρυθμούς όλο και πιο ιλιγγιώδεις όσο μεγαλώνει η ακτίνα, αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την κεντρομόλο δύναμη της αφήγησης, τον άξονα γύρω από τον οποίο η Νταμπλ θέτει σε κίνηση την ιστορία της, τουλάχιστον το πρώτο επίπεδο αυτής της ιστορίας, τη σχέση μητέρας και κόρης, αυτή την ιδιαίτερη σχέση μητέρας και κόρης. Ο απλός κόσμος της Άννας και ο σύνθετος μεγάλος κόσμος. Ο στενός κοινωνικός και οικογενειακός κύκλος, οι γείτονες και οι φίλοι της Τζες, τα παιδιά τους που μεγαλώνουν μαζί, οι γονείς και οι εραστές της Τζες. Η ανθρωπολογία ως επιστήμη, που γίνεται όλο και πιο αποδεκτή και κατανοητή, τουλάχιστον στους ακαδημαϊκούς κύκλους. Η αντιμετώπιση της ψυχικής υγείας. Το φεμινιστικό κίνημα και οι κατακτήσεις του. Η Κάρναμπυ Στρητ. Το Λονδίνο. 

Η ιδιαιτερότητα αυτού του μυθιστορήματος έγκειται στην αφηγηματική φωνή. Η αφηγήτρια, επιστήθια φίλη της Τζες, υποδύεται πότε τον παντογνώστη-αφηγητή, που γνωρίζει τα πάντα σχετικά με την Τζες, τις ενδόμυχες σκέψεις της, τις προσωπικές της στιγμές, τους φόβους και τις ελπίδες της, ακόμα και το παρελθόν της, τα μυστικά που κρατάει από τις φίλες της, και πότε, αφηγούμενη σε πρώτο πρόσωπο, εντάσσει τον ίδιο της τον εαυτό στην αφήγηση, αναφέρεται προσωπικά στη δική της ιστορία. Μια συνεχής εναλλαγή, που αρχικώς ξενίζει, μα γρήγορα γίνεται αποδεκτή ως αναπόσπαστο εκφραστικό μέσο του μυθιστορήματος, κάνοντας τον αναγνώστη να λαχταράει τη λύση του μυστηρίου της αφηγήτριας και να κάνει υποθέσεις, ακόμα και ακραίες, έχοντας τη βεβαιότητα πως η Ντραμπλ ξέρει τι κάνει.  

Η Ντραμπλ επιδεικνύει μια θαυμαστή γκάμα ενδιαφερόντων και γνώσεων, συνθέτει ένα μωσαϊκό με ευδιάκριτους άξονες, λεπτομερές, χωρίς να χάνεται στιγμή το αναγνωστικό ενδιαφέρον, μια ιστορία σφιχτοδεμένη και με ροή, επίτευγμα αξιοθαύμαστο, τόσο σε σύλληψη όσο και σε εκτέλεση. Ένα πλουραλιστικό μυθιστόρημα, γοητευτικό όσο και το Λονδίνο.

I am your opus
I am your valuable
The pure gold baby
(Lady Lazarus, Sylvia Plath, 1932 -1963)

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Κατερίνα Σχινά
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

Μια ευθεία γραμμή






Φαντάσου μια ευθεία γραμμή. Σου μιλάω για μια ευθεία που την ορίζουν δύο σημεία: το σημείο Α, ένα σημείο στο πάνω και μπροστινό μέρος του στομάχου, και το σημείο Β, ένα σημείο στη βάση του αυχένα, μια ευθεία που διέρχεται κάτω και πίσω από τους πνεύμονες. Δεν είναι ξεκάθαρο το υλικό κατασκευής. Πότε ευλύγιστη, πότε ελαστική, πότε σκληρή και άκαμπτη. Είναι αυτός άραγε ο άξονας του άγχους για τον οποίο μιλούσε εκείνη η κοπέλα;

Ποια κοπέλα;

Μου έφερνε βιβλία στο μαγαζί. Δεν ήξερε και πολλά για μένα. Όνομα και επάγγελμα. Κάποτε τη ρώτησα: πώς σου φαίνεται αυτό το βιβλίο; Ήταν η απαραίτητη εγκοπή, ώστε ν' αρχίσει να γυρνάει η ταινία. Έχουν περάσει δεκατρείς ή δεκατέσσερις μήνες από τότε. Μου έχει δανείσει έξι ή επτά βιβλία. Κάποιες φορές έχει προβλέψει πως θα έχω διαβάσει αυτό που μου είχε δανείσει την προηγούμενη φορά, τότε η ανταλλαγή γίνεται χέρι με χέρι· εγώ επιστρέφω το διαβασμένο, ενώ εκείνη μου δίνει το αδιάβαστο· αλλιώς περιμένω μια βδομάδα· αν έρθει την επόμενη βδομάδα. Όταν δεν έχω δουλειά, και αφού πρώτα διαβάσω τον τίτλο και χαζέψω γρήγορα το εξώφυλλο, γυρίζω στο οπισθόφυλλο. Κάποια στιγμή θα καταλάβω κι εγώ τη συνάρτηση που έχει ως αποτέλεσμα το επόμενο βιβλίο. Νομίζω, ελπίζω, αισιοδοξώ.

(Κοιτάζω μήπως έχει κάποια αφιέρωση, κάποιο χαρτάκι, κάποια σημείωση, αλλά, διάολε, τα βιβλία μοιάζουν με καινούρια.)

Μια μέρα δεν ήρθε. Πέρασε μια βδομάδα. Δεν ήρθε. Πέρασε ακόμα μία. Δεν ήρθε. Εγώ είχα διαβάσει το βιβλίο από την πρώτη βδομάδα. Ακόμα το έχω μαζί μου.

Τρεις ή τέσσερις φορές, πριν από την τελευταία φορά που την είδα, μου μίλησε για τον άξονα του άγχους. Υπερβολή εκ μέρους μου. μιλάω, μιλώ: ρήμα που δείχνει μια διάρκεια και υπονοεί μια συνομιλία. Διάρκεια δεν υπήρξε, απλή αναφορά έγινε. Ενώ μου έδινε το βιβλίο, μου είπε: μη γελάσεις αλλά νομίζω πως είναι ο μοναδικός συγγραφέας που μπορεί να μετατοπίσει τον άξονα του άγχους, τουλάχιστον τον δικό μου.

Και πώς θα της επιστρέψεις το βιβλίο;

Δεν ξέρω.

Γιατί μου τα λες και δεν τα γράφεις;

Δεν κατάλαβα την ερώτησή σου, παρ' όλ' αυτά τα έγραψα.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Τα μυστικά όπλα - Julio Cortázar






Καθισμένος στην καρέκλα, απέναντι απ' την οθόνη με το  λευκό ορθογώνιο πλαίσιο και τον μαύρο κέρσορα ν' αναβοσβήνει, σκέφτομαι πώς να ξεκινήσω την ανάρτηση γι' αυτή τη συλλογή διηγημάτων του Χούλιο Κορτάσαρ, που, αφού παρουσιαζόταν για χρόνια ως εξαντλημένη, επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Απόπειρα σε μετάφραση Τάσου Δενέγρη. Ένας τρόπος θα ήταν να σταθώ ακριβώς σε αυτό το σημείο της επανακυκλοφορίας, ν' αναφερθώ κάπως κλισέ στη χαρά για το γεγονός αυτό, να ευχηθώ να συμβεί κάτι αντίστοιχο και με άλλα έργα και σιγά σιγά να περάσω στην έκδοση αυτή καθαυτήν. Η προσέγγιση αυτή όμως δεν με ικανοποιεί.

Ας δοκιμάσω αλλιώς.

Έχω έναν φίλο, ας τον πούμε Λευτέρη για χάρη της αφήγησης, ο οποίος κάποιο βράδυ, σε άλλη μία ανούσια σκοπιά, σκέφτηκε πως η φυσική ροπή του ανθρώπου μεγαλώνοντας είναι η συντηριτικοποίηση. Έτσι, συνέχισε ο Λευτέρης, αποφάσισα να γίνω όσο πιο ακραίος μπορώ σήμερα ούτως ώστε μεγαλώνοντας, και αδυνατώντας ν' αναχαιτίσω την επερχόμενη συντήρηση, να καταντήσω -επί λέξει- το λιγότερο δυνατόν συντηρητικός.

Μου έκανε εντύπωση η σκέψη αυτή. Λογικά ορθή και τρομακτική ως προοπτική. Ύστερα από κάποιες μέρες ξύπνησα με την εικόνα του Κορτάσαρ να μην έχει διαλυθεί ακόμα απ' το τελευταίο όνειρο. Το όνειρο είχε ως εξής: κάθομαι με άλλους σ' ένα οβάλ τραπέζι, στην κορυφή υπάρχει ένα μικρόφωνο και όλοι πίνουν αλκοόλ ενώ εγώ έχω ένα έντονο αίσθημα δίψας, είναι κάποιο σεμινάριο για τον Κορτάσαρ, για τη ζωή και το έργο του, εκείνη -η εισηγήτρια-, ανάμεσα σε άλλα, κάποια στιγμή γυρίζει, με κοιτάζει και μου λέει: θέλω από σένα, όταν φύγεις από 'δώ και γυρίσεις στο σπίτι σου, να ψάξεις στο διαδίκτυο για φωτογραφίες του Κορτάσαρ: να βρεις τον Κορτάσαρ νέο, πριν φύγει από την Αργεντινή, και τον Κορτάσαρ στην τελευταία δεκαετία της ζωής του. Εκεί θα δεις πώς μεγαλώνοντας άφηνε πίσω του τη συντήρηση των νεανικών του χρόνων, ένας μεσοαστός διανοούμενος με τα γαλλικά του και τις ευρωπαϊκές του ρίζες, που κοίταζε με τρόμο την άφιξη των ιθαγενών στο Μπουένος Άιρες φορώντας ζιβάγκο, και πώς λίγο πριν το τέλος, γοητευμένος από τις επαναστάσεις στην Κούβα και τη Νικαράγουα, πέρασε στην απέναντι όχθη.

Έφτιαξα καφέ και κάθισα στον υπολογιστή να ικανοποιήσω την ονειρική εκκρεμότητα. Έτσι ήταν. Πήρα τηλέφωνο τον Λευτέρη, σχεδόν είχε ξεχάσει τη συζήτησή μας· δεν του έκανε εντύπωση. Ίσως, του είπα, αν τα γράψω κάποια μέρα, να σου κάνουν. Από τότε πέρασαν χρόνια, και εγώ συχνά πυκνά σκεφτόμουν τον Κορτάσαρ και την αντίστροφη πορεία του.

Ας ξεκινήσω έτσι, λοιπόν.

Δεν είναι ότι δεν χάρηκα με την επανακυκλοφορία της εδώ και χρόνια εξαντλημένης συλλογής Τα μυστικά όπλα, αλλά μου φαίνεται κάπως κλισέ αυτό, για ν' αρχίσω αυτή την ανάρτηση, θα προτιμούσα να σας πω την ιστορία του φίλου μου του Λευτέρη που αποφάσισε να τα βάλει με τη συντηριτικοποίηση κατά το πέρασμα των χρόνων. Και θα πείτε: πού κολλάει ο Κορτάσαρ;

Στην ελληνική έκδοση λείπει ένα διήγημα της συλλογής, Ο κυνηγός, το οποίο η Απόπειρα κυκλοφόρησε ως ανεξάρτητη έκδοση. Τα τέσσερα διηγήματα που αποτελούν την παρούσα έκδοση διαφέρουν μεταξύ τους αρκετά ως προς το ύφος και την αφήγηση, είναι η περίοδος που ο Κορτάσαρ δοκιμάζει διάφορα πράγματα, ενώ η ζωή στο Παρίσι τον επηρεάζει και τον εμπνέει. Στα Γράμματα της μαμάς ο μετανάστης ήρωας αδυνατεί, παρά την απόσταση, να βρει την ισορροπία στη σχέση με τη μητέρα του, σχέση αλληλογραφίας που επαναφέρει διαρκώς στο προσκήνιο το παρελθόν (Ο Κορτάσαρ φτάνει στο Παρίσι). Η καλή εξυπηρέτηση, η απλή ιστορία μιας ηλικιωμένης γυναίκας, που αναλαμβάνει να υποδυθεί επί πληρωμή τη μητέρα ενός αγνώστου, έτσι ώστε εκείνος να μην ταφεί απουσία οικογένειας (Ο Κορτάσαρ νιώθει μακριά από τη γενέτειρά του και προσπαθεί να προσαρμοστεί στη νέα πατρίδα). Τα σάλια του διαβόλου, διήγημα στο οποίο βασίστηκε ο Αντονιόνι για να γυρίσει το Blow Up, ο συγγραφέας ήρωας σώζει (;) ένα μικρό παιδί φωτογραφίζοντας την παράξενη συνδιαλλαγή δύο ενηλίκων (Ο Κορτάσαρ πάει σινεμά). Και στο ομώνυμο, Τα μυστικά όπλα, μια ιστορία αγάπης στο Παρίσι, μια ιστορία αγάπης όπως μόνο εκείνος μπορεί να τη διηγηθεί (Ο Κορτάσαρ είναι έτοιμος να γράψει το Κουτσό). Και -πάντα θα φαντάζομαι ως πέμπτο και τελευταίο διήγημα της συλλογής- ο Κυνηγός, το πλέον παριζιάνικο απ' όλα, γεμάτο πάθος και τζαζ, γεμάτο καπνό και ανάγκη για έκφραση (Ο Κορτάσαρ και η Τζαζ).
Ποτέ δεν θα γίνει γνωστό με ποιον τρόπο θα έπρεπε να διηγηθώ αυτή την ιστορία, σε πρώτο ή δεύτερο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας το τρίτο πληθυντικό ή επινοώντας συνεχώς φόρμες που θα είναι άχρηστες. Αν ήταν δυνατό να ειπωθεί: εγώ είδαν να ανεβαίνει το φεγγάρι, ή: με πονάει το βάθος των ματιών μας, και κυρίως: εσύ η ξανθιά ήταν τα σύννεφα που τρέχουν μπροστά στα δικά μου δικά σου δικά μας δικά τους βλέμματα.
  


Μετάφραση Τάσος Δενέγρης
Εκδόσεις Απόπειρα
 

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2016

Ο καθηγητής είναι νεκρός - Joost de Vries






Αναγνωστική έκπληξη απ' το πουθενά, θαρρείς, βασισμένη -για ακόμα μια φορά- σ' ένα ένστικτο στη θέα του βιβλίου στην προθήκη του βιβλιοπωλείου, η επιλογή το πρώτο βήμα και η μετέπειτα ανάγνωση χωρίς προσδοκίες, ο επιθυμητός τρόπος γνωριμίας με ένα έργο δηλαδή. Το μυθιστόρημα του Ολλανδού Joost de Vries, γεννημένου το 1983, Ο καθηγητής είναι νεκρός, με το ιδιότυπο εξώφυλλο, το οποίο, ακόμα και τώρα, τόσες μέρες μετά, δεν έχω αποφασίσει αν μου αρέσει ή όχι, σίγουρα όμως δεν περνάει απαρατήρητο.

Υπάρχει μια κατηγορία δημιουργών -συγγραφέων στην προκειμένη- για τους οποίους, ερχόμενος κανείς σε επαφή με το έργο τους, νιώθει ένα αίσθημα ζήλιας καθώς διαθέτουν τρεις ιδιότητες, που κάθε μία θα αρκούσε από μόνη της· α) οργιώδη φαντασία, β) αφηγηματική άνεση και γ) όχι μόνο γνώση αλλά και ικανότητα ένταξης στο έργο τους πολλών θεμάτων. Ο Joost de Vries διαθέτει και τις τρεις αυτές ιδιότητες σε υψηλότατο βαθμό. Ζήλια αρχικά, που σταδιακά, καθώς οι σελίδες περνούν, δίνει τη θέση της στο αίσθημα της ακραίας απόλαυσης και μετατρέπεται σε θαυμασμό και ευγνωμοσύνη.
Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα που μπορεί να προσάψει κανείς σ' έναν άντρα σαν τον Γιοσίπ Μπρικ. Αραιά και πού εγκατέλειπε την καλυβούλα του στου διαόλου τη μάνα για να επισκεφτεί τα Γόμορα, όπως αποκαλούσε το μικρό μας πανεπιστήμιο. Επισκεπτόταν μερικούς συναδέλφους, πήγαινε να κουρευτεί, έτρωγε ένα σάντουιτς στο μπιστρό της πανεπιστημιούπολης, για να κάνει την παρουσία του αισθητή σε όλους, και στο τέλος της ημέρας έμπαινε πάντα στο γραφείο τού Υπνοβάτη, περιοδικού για θέματα γύρω από τον Χίτλερ, από το 1991, που ιδρύθηκε, μεταξύ άλλων, από τον Γιοσίπ Μπρικ.
"Για πες μου ειλικρινά, Φριζό, είσαι ο δελφίνος μου ή ο Ροβεσπιέρος μου;"
Ο Φριζό, ήρωας και αφηγητής της ιστορίας, συνεργάτης, τον οποίο ξεχώρισε και επέλεξε ο πλέον διάσημος καθηγητής χιτλερικών σπουδών Γιοσίπ Μπρικ, και του πρότεινε, και εκείνος δέχτηκε, να μετακομίσει από την Ολλανδία στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένας ικανότατος επιμελητής, ο κατάλληλος δηλαδή άνθρωπος για να οργανώνει το χάος της σκέψης και του έργου τού Μπρικ, είναι ο ήρωας της έκδοσης του περιοδικού Υπνοβάτης πίσω από τα φώτα, ο εκλεκτός και φυσικός διάδοχος του καθηγητή. Ο θάνατος του καθηγητή -πτώση από το παράθυρο ενός ξενοδοχείου στο Άμστερνταμ- την ώρα που ο Φριζό ανάρρωνε από ένα ατύχημα -μια χαζή πτώση από τη σκάλα του αεροπλάνου μετά την προσγείωση στη Χιλή, όπου είχε βρεθεί για να συναντήσει κάποιον με το επίθετο Χίτλερ, ακόμα έναν, ατύχημα, το οποίο αποδείχτηκε σοβαρότερο τελικά, παρά την επιπόλαιη αρχική αντιμετώπισή του- και ως εκ τούτου δεν του επέτρεψε να παραυρεθεί στη νεκρώσιμη ακολουθία, η οποία έλαβε χώρα στη Νέα Υόρκη, εκεί που, από το πουθενά, εμφανίστηκε ο Φίλιπ ντε Βρις -η συνωνυμία με τον συγγραφέα διόλου τυχαία δεν μπορεί να είναι- για να κλέψει τα φώτα της δημοσιότητας και να διεκδικήσει -να απαιτήσει καλύτερα- την κληρονομιά του Μπρικ. Ο Φριζό θα γίνει έξαλλος, όπως μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί. 

Ο de Vries συνδυάζοντας τις προαναφερθείσες αρετές και πασπαλίζοντάς τες με χιούμορ, ένα χιούμορ καυστικό και ανελέητο, υπογράφει ένα υπέροχο μυθιστόρημα, πολλών στρωμάτων και περισσότερων αναγνώσεων, φαινομενικά μόνο ελαφρύ και επιφανειακό, επιτυγχάνοντας να αναμετρηθεί με ένα θέμα, όπως ο Χίτλερ, έντονης πολεμικής και καθόλου πρωτότυπο, και να εντυπωσιάσει, να είναι εύστοχος και να κινηθεί στο όριο του χλευασμού και της σοβαρότητας, προκαλώντας ένα αβίαστο γέλιο στον αναγνώστη, μην ξεχνώντας όμως πως έχει μια παράλληλη και κύρια ιστορία να αφηγηθεί, επιτρέποντας στον εαυτό του κάποιες παρεκβάσεις και παρεκτροπές από το κυρίως σώμα της αφήγησης, ελεγχόμενες μα χωρίς να χάνουν τον χαοτικό τους χαρακτήρα, εντάσσοντας πλήθος αναφορών επί του θέματος.

Ο καθηγητής Χιτλερικών σπουδών και η παρωδία της πανεπιστημιακής κοινότητας φέρνει στον νου του αναγνώστη το βιβλίο του Ντε Λίλο Λευκός θόρυβος, ο de Vries δεν το κρύβει, το αντίθετο μάλιστα, αφού παραθέτει ένα απόσπασμα του βιβλίου στην αρχή του δικού του μυθιστορήματος, επιδεικνύοντας εκτός από αλτρουισμό και μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του. Επίσης, κάπου κρυμμένο, κυρίως σε μια σκηνή αναβίωσης, μέσω ενός παιχνιδιού στρατηγικής, μιας μάχης, βρίσκεται το Τρίτο Ράιχ του μεγάλου Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Αναρωτιέμαι πόσες σελίδες θα μπορούσε να είναι το αρχικό σχεδίασμα του μυθιστορήματος, εξαιτίας της άνεσης του συγγραφέα στην αφήγηση και των εγκεφαλικών στροφών της φαντασίας του, και είναι θαυμαστό το τελικό αποτέλεσμα επίσης γι' αυτόν τον λόγο, για την ικανότητά του να παραδώσει τελικώς ένα σφιχτοδεμένο χορταστικά χαοτικό μυθιστόρημα, γενναιόδωρο αλλά όχι υπερβολικό, ευφυές χωρίς να αφήνει την αίσθηση επίδειξης εκ μέρους του.

Πνευματικό παιδί ενός σημαντικού Ολλανδού συγγραφέα, του Cees Nooteboom, που φέρνει κάτι το φρέσκο και παιχνιδιάρικο στη λογοτεχνία, ο de Vries αποτελεί μια περίπτωση συγγραφέα που πιθανότατα θα μας απασχολήσει ξανά στο μέλλον.  

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ινώ βαν Ντάικ-Μπαλτά
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Φαμπέρ - Tristan Garcia





Ήμαστε παιδιά της μεσαίας τάξης μιας μεσαίας χώρας της Δύσης, δυο γενιές μετά από ένα πόλεμο κερδισμένο, μια γενιά μετά από μια επανάσταση χαμένη. Δεν ήμαστε ούτε φτωχοί ούτε πλούσιοι, δεν νοσταλγούσαμε την αριστοκρατία, δεν ονειρευόμαστε καμιά ουτοπία και η δημοκρατία μάς ήταν αδιάφορη. Μας μόρφωσαν και μας διαμόρφωσαν τα βιβλία, οι ταινίες, τα τραγούδια -η υπόσχεση ότι θα γίνουμε αυτόνομα άτομα. Νομίζω ότι είχαμε το δικαίωμα να περιμένουμε μια ζωή διαφορετική. Είχαμε σπουδάσει -λίγο, αρκετά, πολύ-, είχαμε μάθει να σεβόμαστε την τέχνη και τους καλλιτέχνες, μας άρεσε να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε κάτι καινούργιο, αλλά και να ονειρευόμαστε, να κάνουμε περιπάτους, να εκτιμούμε τον ελεύθερο χρόνο, να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαμε όλοι να γίνουμε σπουδαίοι, περιφρονώντας τη βλακεία, μισώντας, όπως τους αξίζει, την αυταρχική εξουσία και την καθεστηκυία τάξη. Όμως για να επιβιώσουμε όπως όλος ο κόσμος, όταν ενηλικιωθήκαμε, καταλάβαμε ότι επρόκειτο απλώς να δουλέψουμε κι εμείς όπως οι προηγούμενοι.
Και όλα εκείνα, τα περασμένα, επιστρέφουν και ζητάνε την τροφή τους. Η νοσταλγία για μια εποχή παρελθούσα, τότε που όλα έμοιαζαν δυνατά και σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, με την αύρα της ελευθερίας και των άπειρων προοπτικών, περασμένα βέβαια μέσα από τα φίλτρα της μνήμης πια. Τη μέρα η προσπάθεια για εκλογίκευση, απαραίτητη για την απρόσκοπτη συνέχιση του βηματισμού, τη νύχτα -αργά συνήθως- οι αμφιβολίες: τι πήγε στραβά; Το επόμενο πρωί, εκλογίκευση ξανά. Και η απόφαση να σκοτώσεις εκείνο το παρελθόν, να το ξεφορτωθείς άπαξ και δια παντός, να συνεχίσεις ήσυχος και απαλλαγμένος από δεύτερες φωνές. Να καταστρέψεις ό,τι δημιούργησες κάποτε. Δεν σου αρέσει το Εσύ; Καλώς: Να καταστραφεί -από μόνο του, εσύ καμία ευθύνη δεν φέρεις- ό,τι δημιουργήθηκε κάποτε -από μόνο του, εσύ καμία ευθύνη δεν φέρεις. Εκεί, στο παλιό εργοστάσιο που πρόκειται να γκρεμιστεί, να πεταχτεί το πτώμα· τη νύχτα πριν ρίξουν τα μπετά.

Ο Φαμπέρ, όταν έφτασε στο δημοτικό σχολείο του Μπαζίλ και της Μαντλέν, τους έσωσε τη ζωή επιλέγοντάς τους για φίλους του. Μια αχώριστη τριάδα δημιουργήθηκε. Σήμερα, χρόνια μετά, ενεργοποιώντας έναν παλιό συναγερμό για περίπτωση έκτακτης ανάγκης, οι τρεις τους θα σμίξουν ξανά σε ένα ολότελα διαφορετικό περιβάλλον.

Ο Γκαρσιά μας υπενθυμίζει σε αυτό το μυθιστόρημα πως ο συγγραφέας, κάποιες φορές, τις περισσότερες μάλλον, είναι ένας περίεργος νεαρός που επιχειρεί να σκαλίσει το παρελθόν, επιθυμώντας να δικαιώσει τα πιστεύω του και να συντηρήσει τον μύθο που έχτισε -παρότι ίσως δεν το παραδέχεται, επιμένοντας στη λέξη έρευνα. Και αυτός ο νεαρός εμφανίζεται στο μυθιστόρημα, με σάρκα και οστά, και με το όνομα του συγγραφέα βεβαίως, για να ολοκληρώσει όσα έμειναν ανολοκλήρωτα και για χρόνια στα συρτάρια, να συγκεντρώσει τις επιστολές και τις μαρτυρίες, να παρουσιάσει αυτή την τριφωνική ιστορία, ελπίζοντας να μην ακουστεί δυνατά η δική του φωνή .

Πάνω και πέρα από οτιδήποτε άλλο όμως, ο Γκαρσιά παραδίδει ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, από εκείνα που εκφράζουν μια γενιά ιστορικά κάπως αδιάφορη, όπως η δική μου, με τη μυθολογία της να μην έχει ακόμα περάσει από το περιθώριο στο πάνθεον, το τελευταίο προπύργιο του αναλογικού κόσμου απέναντι στον ψηφιακό, μια γενιά στον προθάλαμο της μέσης ηλικίας, που αποκτάει ή μόλις έχει αποκτήσει απογόνους, που έχει πια απογαλακτιστεί από την οικογένεια, που στερήθηκε λιγότερα στην αρχή και περισσότερα στη συνέχεια, που έμεινε να τη συνοδεύει η ρετσινιά καλομαθημένη. Και αν αυτό είναι το πλαίσιο, κοινωνικοπολιτικοϊστορικό μέσα στο οποίο κινείται η ιστορία του Φαμπέρ, είναι και η ίδια η ιστορία καθεαυτήν γοητευτική, με το μυστήριο και τις συνεχείς ανατροπές να τη συνοδεύουν. Και βεβαίως μια γοητευτική ιστορία απαιτεί, για να αναδειχθεί σε όλο της το μεγαλείο, την κατάλληλη αφηγηματική μαεστρία, και εδώ ο Γκαρσιά παίρνει ακόμα υψηλότερο βαθμό· με διαρκή εναλλαγή αφηγητή, με την πρωτοπρόσωπη και την τριτοπρόσωπη αφήγηση αρμονικά και ορθά εναλλασσόμενες, με φλας μπακ που εξυπηρετούν την πρόοδο της ιστορίας και δεν καλύπτουν απλώς σελίδες, με χαρακτήρες πραγματικούς -όχι μόνο τους βασικούς αλλά και τους δευτερεύοντες-, με δουλεμένους διαλόγους και περιγραφές, ο Γάλλος συγγραφέας, γεννημένος το 1981, υπογράφει ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα που γοητεύει και συγκινεί.  
 
υγ. Η αναγνωστική εμπειρία είχε μια συγγένεια με το βιβλίο του Ισπανού Χαβιέρ Θέρκας, Οι νόμοι των συνόρων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Αλεξάνδρα Κωσταράκου
Εκδόσεις Πόλις

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2016

Και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν - Flannery O'Connor





ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ
ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται
καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν.
                                 Κατά Ματθαίον, 11:12
Μόνο μισή μέρα είχε πεθαμένος ο θείος του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, όταν το αγόρι παραμέθυσε για να μπορέσει ν' αποσκάψει το λάκκο του και ένας νέγρος, ονόματι Μπάφορντ Μάνσον, που είχε έρθει για να γεμίσει ένα σταμνί, αναγκάστηκε να τον αποτελειώσει και να σύρει το πτώμα από το τραπέζι του πρωινού όπου ακόμα ήταν καθισμένος και να το θάψει πρεπούμενα και χριστιανικά, με το σημείο του Σωτήρος στην κεφαλή του τάφου και με χώμα κάμποσο από πάνω, ώστε να μην το ξεθάψουνε τα σκυλιά. Κοντά μεσημέρι ήταν σαν έφτασε ο Μπάφορντ και όταν έφευγε κατά το ηλιοβασίλεμα το αγόρι, ο Ταργουότερ, δεν είχε γυρίσει ακόμα από το αποστακτήριο.
Δύο ήταν οι επιθυμίες του Μέισον Ταργουότερ μετά τον θάνατό του, και υπεύθυνος για την υλοποίησή τους ο ανιψιός του Φράνσις Μάριον Ταργουότερ, δεκατεσσάρων ετών, όταν πέθανε ο Μέισον· να ταφεί χριστιανικά και κατά το πρέπον, αρκετά βαθιά για να μην τον φτάσουν τα σκυλιά, και να βαφτίσει τον Μπίσοπ, τον ξάδερφό του, τον γιο του δασκάλου Ρέιμπερ. Ο Μέισον Ταργουότερ, αυτόκλητος προφήτης, είχε περισυλλέξει τον ορφανό ανιψιό του, και δεν είχε επιτρέψει στον Ρέιμπερ να τον πάρει παρά τη συνδρομή μιας κοινωνικής λειτουργού, είχαν αποσυρθεί στο δάσος, δύο αναχωρητές, με σκοπό ο Φράνσις Μάριον να μεγαλώσει με ισχυρές αρχές και χριστιανικές διδαχές μακριά από την αλλοτρίωση της κοινωνίας και της εκπαίδευσης, έτσι ώστε να μπορέσει να τον διαδεχτεί.

Ο νεαρός Ταργουότερ, ξυπνώντας από το μεθύσι του, θα εγκαταλείψει το σπίτι, θα κάνει οτοστόπ μέχρι την πόλη και το σπίτι του θείου του Ρέιμπερ. Εκεί θα συνεχίσει η μάχη εντός του ανάμεσα στις επιθυμίες του Μέισον και στις απόπειρες του ορθολογιστή Ρέιμπερ να τον εντάξει στο κοινωνικό σύνολο, ένα μικρό αγρίμι μακριά από τα λημέρια του.

Η σπουδαία Φλάνερυ Ο'Κόννορ, όμορφη και ταλαντούχα νεαρή, που στα είκοσι πέντε της χρόνια, ενώ έβλεπε ήδη τα διηγήματά της να φιλοξενούνται στα σπουδαιότερα και αυστηρότερα αμερικανικά λογοτεχνικά περιοδικά, είδε τη ζωή της να ανατρέπεται, όταν διαγνώστηκε με μια ανίατη μορφή αθροίτιδας, που θα της παραμόρφωνε τα κάτω άκρα και το πρόσωπο, και θα την καθήλωνε  σχεδόν μόνιμα στο κρεβάτι, αυτή η βαθιά θρησκευόμενη συγγραφέας σε αυτό το δεύτερο -και τελευταίο της- μυθιστόρημα, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της southern gothic λογοτεχνίας, επιχειρεί να αναφερθεί στη χαμένη πνευματικότητα μέσα σε έναν κόσμο που πάει κατά διαόλου, να αναδείξει την ανάγκη για πίστη και αναχώρηση, για μια διαρκή μάχη με τον διάβολο, να αφηγηθεί την ικανότητα του σώματος να μεταμορφώνεται, με μία ιστορία της αρχαίας αιγυπτιακής ερήμου τοποθετημένη στον αμερικανικό νότο.

Οι δύο πόλοι, ο νεκρός προφήτης και ο ορθολογιστής δάσκαλος, καθρεφτίζουν τον σύγχρονο κόσμο, όπως τον αντιλαμβάνεται η Ο'Κόννορ, δύο μέρη με άνιση πια ισχύ, σε ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει -παρά τη δεδομένη και ισχυρή πίστη της συγγραφέως- το θρηκευτικό, και θέτει ερωτήματα επίκαιρα ακόμα και σήμερα σχετικά με την ατομικότητα και την απαραίτητη ενδοσκόπηση, τη σύνδεση ανάμεσα στο σώμα και την ψυχή. Μυθιστόρημα, επίκαιρο στο σήμερα και κάπως προκλητικό, σίγουρα όχι ευθύνη της Ο'Κόνορ, προκλητικό στην ανάγνωση και την πρόσληψη από την πλευρά του αναγνώστη, με το ενδιαφέρον χαρακτηριστικό πως ο ορθολογιστής Ρέιμπερ δείχνει πιο οικείος, πιο κανονικός σε σχέση με τον αυτοαποκαλούμενο προφήτη, σε μια εποχή που ο θρησκευτικός φομενταλισμός είναι ακόμα πιο έντονος σε σχέση με το παρελθόν.

Το συνοδευτικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Τζιαννόνε, του σημαντικότερου ίσως μελετητή της Ο'Κόννορ,  αποτελεί το ιδανικό συνοδευτικό αυτής της έκδοσης. Η επιμέλεια της μετάφρασης του Κοτζιά με το υπόμνημα στο τέλος του βιβλίου, αποτελεί ίσως χαρακτηριστικό δείγμα του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τη λογοτεχνία στους Αντίποδες.


υγ. Πριν από πέντε χρόνια, στο τρένο για Θεσσαλονίκη, διάβασα τη συλλογή διηγημάτων τής Ο'Κόννορ Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος, και εντυπωσιάστηκα. Διαβάζοντας ξανά εκείνη την ανάρτηση, και βλέποντας κάποια λάθη, εκτίμησα, για ακόμα μια φορά, την τύχη να υπάρχει πια ένας ικανός επιμελητής πίσω από κάθε ανάρτηση. Εκείνη την ανάρτηση μπορεί κανείς να την βρει εδώ.


Μετάφραση Αλέξανδρος Κοτζιάς
Εκδόσεις Αντίποδες     

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Στριπτήζ - Georges Simenon






Η πρώτη που είδε την καινούρια ήταν η Σελίτα. Η άφιξή της ανατάραξε τη ρουτίνα στο Μονικό, ένα καμπαρέ στις Κάννες, κοντά στο λιμάνι. Η άγουρη και κάπως ντροπαλή πρώτη παρουσία της δεκαεννιάχρονης Μοντ στη σκηνή, θα ξεσηκώσει τους θαμώνες με την αθωότητά της, θα ξεμυαλίσει τον κύριο Λεόν, το αφεντικό της επιχείρησης, και θα την μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη στην απόλυτη σταρ του προγράμματος. Η Σελίτα, δεχόμενη ήδη από καιρό τις κατ' ιδίαν περιποιήσεις του κυρίου Λεόν και βλέποντας τη σύζυγό του να πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, είναι φυσικό να έχει βλέψεις για τη θέση της αφεντικίνας της πίσω από το ταμείο, επαγγελματική εξέλιξη που μοιάζει  μονόδρομος για μια τριανταδυάχρονη χορεύτρια στη δύση της καριέρας της. Η Μοντ μετατρέπεται για εκείνη σχεδόν αμέσως, όχι σε απλή αντίζηλο, αλλά σε ανυπέρβλητο εμπόδιο προς τον στόχο της.
Αργά η κοπέλα έσκυψε για να ελευθερώσει τα πόδια της και τότε, ίσως χωρίς να το ξέρει, έκανε κάποια θαυμάσια κίνηση. Τα χέρια της ανέβηκαν πάλι αργά χαϊδεύοντας απαλά τις μεταξωτές κάλτσες και, φθάνοντας στο κομπιναιζόν, άφησαν σιγά σιγά να εμφανιστεί η σάρκα που φάνταζε πιο ζεστή και φυσική από των υπόλοιπων κοριτσιών.
Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνική, και όχι μόνο, απεικόνιση αυτής της πλευράς της νύχτας, της πορνείας και των καμπαρέ, δεν με έλκει, μου βρομάει ωραιοποίηση μιας σχέσης εκμετάλλευσης, μια παραμορφωμένη εικόνα λόγω της απόστασης που χωρίζει το γραφείο του συγγραφέα από το πεζοδρόμιο, μου δημιουργεί, τέλος πάντων, μια έντονη επιφύλαξη. Είναι απαραίτητη, νομίζω, η διευκρίνηση αυτή σε ένα κείμενο όπως αυτό, αφιερωμένο στο Στριπτήζ, το οποίο ανήκει στα "σκληρά μυθιστορήματα" του Σιμενόν, έτσι όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, και τα οποία είναι πάνω από εκατό (!), ικανοποιητικό μέρος των οποίων έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας την οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας οι εκδόσεις Άγρα σε συνεργασία με τη μεταφράστρια Αργυρώ Μακάρωφ. Ο Σιμενόν, παραγνωρισμένος στην εποχή του, αν και τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία, διαβάζεται και εκτιμάται τα τελευταία χρόνια, μια αποκατάσταση έστω και με καθυστέρηση.

Στα βιβλία του Σιμενόν υπάρχει μία κρίσιμη στιγμή, μια ελάχιστη χρονική στιγμή, μετά την οποία τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, το σημείο απ' το οποίο αρχίζει η πτώση του ήρωα. Και είναι αυτή η σκιαγράφηση της σκοτεινής πλευράς των χαρακτήρων μπροστά στη ριζική αυτή ανατροπή, του άγχους και της φιλοδοξίας, της δολοπλοκίας και της ενοχής, μα πάνω απ' όλα και κυρίως του φόβου, του πιο ανθρώπινου συναισθήματος, η μεγάλη αρετή της γραφής του Σιμενόν, εκείνη τουλάχιστον που με γοητεύει περισσότερο, αν και με αγχώνει, ίσως γιατί αγγίζει κάτι χαμηλότερα από το στρώμα του συνειδητού.

Στο Στριπτήζ η κομβική στιγμή είναι ο πρώτος χορός της Μοντ, η στιγμή που η Σελίτα συνειδητοποιεί πως η καθημερινότητα όπως την γνώριζε δεν υπάρχει πια, ενώ το μέλλον, στο οποίο στόχευε, απομακρύνεται. Λόγω θέματος, και εξαιτίας όσων ανέφερα παραπάνω, η προσωπική μου εμπλοκή υπήρξε ελάχιστη, έως και μηδαμινή, και ακριβώς λόγω αυτού συνέβη κάτι φαινομενικά παράλογο, μα τελικά εξηγήσιμο: διέκρινα καθαρότερα την τεχνική του Σιμενόν, τον τρόπο με τον οποίο αυξομειώνει τις εντάσεις, εμφανίζει τα πρόσωπα, περνά από τη μια σκηνή στην επόμενη, παραλείπει το περιττό και επιμένει στο σημαντικό, δημιουργεί αργά και σταθερά αυτό το αίσθημα ασφυξίας και φτάνει στην τελική λύση του δράματος, κοφτά και απότομα. Τώρα που δεν με έννοιαζε τόσο η μοίρα της πρωταγωνίστριας, διαβάζοντας πιο χαλαρά και χωρίς τη μανία να δω τι θα συμβεί παρακάτω, αναγνώρισα τις τεχνικές αρετές του Σιμενόν, ίσως σε ένα μυθιστόρημα αδύναμο σε σχέση με τα υπόλοιπα, κατάρα για τους δημιουργούς η σύγκριση με τον ίδιο τους τον εαυτό, ένα μυθιστόρημα που αν το είχε γράψει κάποιος άλλος θα καμάρωνε και θα συνέλλεγε επαίνους για την αποτύπωση της ζωής στα καμπαρέ και στις νυχτερινές Κάννες, τον υπόκοσμο και τους νόμους του, και φυσικά για την αποτύπωση της ψυχής και των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα     


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Όσα δεν σου είπα ποτέ - Celeste Ng






Υπάρχουν κάποια βιβλία που σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον με την πρώτη ματιά στο βιβλιοπωλείο, έτσι απλά, χωρίς να έχεις ακούσει κάτι γι' αυτά, χωρίς να ξέρεις κάτι για τον δημιουργό, σου προκαλούν ένα αίσθημα οικειότητας, ναι, αυτό είναι: ένα αίσθημα οικειότητας. Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται, κάποιες άλλες όχι. Δεν συμβαίνει μόνο με τα βιβλία αυτό, όχι;
Η Λίντια είναι νεκρή. Αλλά ακόμα δεν το ξέρουν. Είναι 3 Μαΐου του 1977, έξι και μισή το πρωί, και κανένας δεν ξέρει τίποτε, πέρα από τούτο το απλό γεγονός: Πως η Λίντια έχει αργήσει για το πρωινό.
Η πέτρα, που θα αναταράξει την επιφάνεια του νερού, έχει ήδη πέσει. Η Λίντια είναι νεκρή. Δεν θα εμφανιστεί για πρωινό, το δωμάτιο της είναι άδειο, το τηλεφώνημα στην αστυνομία για τη δήλωση εξαφάνισης θα ακολουθήσει. Τι προηγήθηκε όμως; Η Λίντια είναι νεκρή από την πρώτη γραμμή, η Λίντια θα πεθάνει στην τελευταία γραμμή. Ένας κύκλος, στο κέντρο του οποίου κείτεται νεκρή η κόρη της οικογένειας. Ο πατέρας, ο Τζέιμς, ασιατικής καταγωγής αντιμετώπισε -και ακόμα αντιμετωπίζει παρότι καθηγητής πανεπιστημίου πια- το πρόβλημα της διαφορετικότητας, ένας κίτρινος ανάμεσα σε λευκούς. Η μητέρα, η Μέριλιν, που θέλησε να ξεφύγει από τη μοίρα της δικής της μητέρας, μοίρα συνυφασμένη με τα οικοκυρικά, και να σπουδάσει ιατρική, βρέθηκε, λίγο πριν τελειώσει το κολέγιο, παντρεμένη με παιδί. Μετατόπισε τα δικά της όνειρα στη Λίντια, εκείνη έπρεπε να τα υλοποιήσει. Ο αδερφός, ο Νέιθαν, ζει στο περιθώριο της οικογενειακής προσοχής, στη σκιά της αδερφής του. Και η Χάνα, η τρίχρονη αδερφή, στη σκιά της σκιάς.

Ο τρόπος με τον οποίο η Σελέστ Ινγκ αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία της καθορίζει απόλυτα και την ίδια τη διήγηση, ορίζοντας ένα δεδομένο χρονικό σημείο περιστροφής, τον θάνατο της Λίντια. Όλα όσα προηγήθηκαν θα οδηγήσουν εκεί, έμμεσα ή άμεσα, με τον θάνατο στην τελευταία πράξη αναπόφευκτα να τα βαραίνει με έναν τρόπο διαφορετικό, μη αναστρέψιμο, τελεσίδικο. Ο παντογνώστης αφηγητής θα μοιράσει ισόποσα τον χρόνο σε καθένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, θα δώσει το βήμα για να ακουστεί η ιστορία του καθενός, μικρότερη ή μεγαλύτερη, η οποία θα συνθέσει, παρέα με τις άλλες, την κοινή οικογενειακή ιστορία.

Τα χαμένα όνειρα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, το αίσθημα του ανικανοποίητου διαιωνίζεται, όλες οι έξοδοι κινδύνου αποδεικνύονται τελικά άχρηστες, το αμερικανικό όνειρο διαθέτει πλήθος ρηγμάτων, οι δυνατότητες δεν είναι άπειρες τελικά. Πυκνογραμμένο και ασφυκτικό, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Ινγκ, διαβάζεται γρήγορα και αχόρταγα, με ένα μόνιμο σφίξιμο όμως, με έναν διαρκή θυμό από την πλευρά του αναγνώστη, κινείται στο όριο της αστυνομικής λογοτεχνίας  -πού οφείλεται ο θάνατος της Λίντια- χωρίς να το περνάει όμως ποτέ πραγματικά, καθώς επικεντρώνεται σε εκείνα που οδήγησαν στον θάνατό της. Ένα οικογενειακό δράμα, που θεωρητικά δεν φέρνει κάτι καινούργιο, κάτι άγνωστο, και όμως διαθέτει μια δυναμική ικανή να το χαράξει βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη.

Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται. Ευτυχώς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Αριθμός 11 - Jonathan Coe




Η Ρέιτσελ γύρισε τις σελίδες ως το "Τ" και βρήκε γρήγορα το Τι Ωραία Κομπίνα.
Βαρετή βρετανική κωμωδία, διάβασε, για μια παρέα μπίτνικ που ταξιδεύουν στο Λοχ Νες για να φτιάξουν τη φιγούρα του τέρατος.
1962. Συνέχεια του Τι Ωραίο Πλιάτσικο! (1961); Όχι ακριβώς. Δύο ίδιοι ηθοποιοί.
*Συνέχειες που δεν είναι πραγματικά συνέχειες. Συνέχειες όπου η σχέση με το πρωταρχικό είναι πλάγια, πονηρή.

Ο Τζόναθαν Κόου, αγαπημένος του ελληνικού κοινού, επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα Αριθμός 11, και φροντίζει να ορίσει με σαφήνεια τη σχέση του με το Τι Ωραίο Πλιάτσικο!: πλάγια, πονηρή. Η ιστορία, με ένα πλήθος πρωταγωνιστών, ξεκινά, λίγο μετά το 2000, από τη σχέση δύο κοριτσιών, της Ρέιτσελ και της Άλισον, για να φτάσει μέχρι σήμερα. Μετά από ένα διάλειμμα από το γνώριμο ύφος των μυθιστορημάτων του, με αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα αυτής της αλλαγής πλεύσης το (συγκλονιστικό) Σαν τη βροχή πριν πέσει και το (ελαφρύ) Expo58, επιστρέφει στη γνωστή συνταγή του πολιτικοκοινωνικού μυθιστορήματος που στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές, με σκοπό να αποτυπώσει τη σύγχρονη τού μυθιστορήματος βρετανική πραγματικότητα, που πλέον, και παρά τις τελευταίες εξελίξεις, διαθέτει πλήθος κοινών στοιχείων με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.

Η οικειότητα της επιστροφής σε ένα γνώριμο σύμπαν, ένας "παλιόφιλος" που διηγείται μια γνώριμου ύφους καινούρια ιστορία, είναι, έως ένα σημείο τουλάχιστον, ικανή να γοητεύσει τον υποψιασμένο αναγνώστη. Είναι όμως αρκετό αυτό το συναίσθημα; Έως ένα σημείο ναι, η αφηγηματική άνεση του Κόου, οι καλοσχηματισμένοι και πειστικοί χαρακτήρες, η οξυδερκής ματιά του στη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά του στους διαλόγους και στη διασταύρωση των επιμέρους ιστοριών, οι διακειμενικές αναφορές -όχι μόνο λογοτεχνικές- αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Αποτελεί ευχή και κατάρα για έναν δημιουργό η σύγκριση του κάθε έργου του με το σύνολο της εργογραφίας του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, και παρά το αρχικό αίσθημα ανακούφισης: ο παλιός καλός Κόου επέστρεψε, είναι αδύνατο να μην δημιουργηθούν συγκρίσεις με τα προηγούμενα μυθιστορήματά του, όπως το Τι ωραίο πλιάτσικο, Η λέσχη των τιποτένιων, ο Κλειστός Κύκλος, και βεβαίως -τη δική μου αξεπέραστη αδυναμία- Το σπίτι του ύπνου. Και αυτή η σύγκριση αναδεικνύει κάποιες αδυναμίες στο παρόν.

Οφείλω να παραδεχτώ, πριν αναφερθώ στις αδυναμίες του μυθιστορήματος, πως με τους συγγραφείς -και όχι μόνο- που αγαπώ είμαι πιο αυστηρός, αλλά και να ξεκαθαρίσω πως οι συγκεκριμένες αδυναμίες το μόνο που θέτουν εν αμφιβόλω είναι ο χαρακτηρισμός του Αριθμού 11 ως αριστούργημα. Είναι μια διαδικασία ψειρίσματος.

Το εύρημα του εγκιβωτισμού του βιβλίου μέσα στο βιβλίο: η Ρέιτσελ αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο διηγούμενη την ιστορία της· στα κεφάλαια που αποτελούν τον Αριθμό 11 το αφηγηματικό πρόσωπο μετακινείται συχνά από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τέλος υπάρχει μια αφηγηματική ανατροπή· εύρημα που, παρότι τεχνικά στέκει και δεν ενοχλεί, εντούτοις δεν μοιάζει πραγματικά λειτουργικό στο τελικό αποτέλεσμα. Η στροφή προς το αστυνομικό: αναζητώντας έναν τρόπο να κλείσει την αφήγηση ο Κόου καταφεύγει στη λύση της ενσωμάτωσης στοιχείων αστυνομικής λογοτεχνίας στο μυθιστόρημά του, οδηγώντας σε ένα κλείσιμο που μοιάζει κάπως αμήχανο και επιτηδευμένο.

Και μια παρατήρηση κάπως γενικότερη: ίσως επειδή είναι μια σύγχρονη της γενιάς μου πραγματικότητας, η αναφορά των συγγραφέων στα κοινωνικά δίκτυα και τα παιχνίδια τύπου Big Brother -ανάμεσα σε άλλα- μοιάζει λίγο βεβιασμένη, όχι καλά χωνεμένη, γεμάτη εύκολα κλισέ και διαπιστώσεις προφανείς. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις σε αυτό, αν και λίγες προς το παρόν.

Αλλά ας κλείσω αυτό το κείμενο αναφερόμενος στις αρετές του μυθιστορήματος, αρετές δεδομένες όταν κανείς αναφέρεται σε έναν συγγραφέα όπως ο Κόου, όμως οι αρετές πρέπει να εξυμνούνται με κάθε ευκαιρία και να μην θεωρούνται στιγμή δεδομένες. Η ικανότητά του να εισάγει νέα πρόσωπα στη σκηνή, να τα συστήνει γρήγορα και στοχευμένα στον αναγνώστη, τοποθετώντας τα στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που ανήκουν, είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω τάξης, χωρίς να ανακόπτει τη δυναμική της αφήγησης, ενώ η εισαγωγή κάθε νέου προσώπου κατευθύνει την ιστορία σε νέα μονοπάτια. Και μιλώντας για την ιστορία, όπως έγκαιρα διευκρινίζει ο υπότιτλος του βιβλίου: Ιστορίες που μαρτυρούν τρέλα· αξίζει να αναφερθεί κανείς στην άνεση με την οποία ο Κόου δένει τις επιμέρους ιστορίες στον κορμό της κεντρικής αφήγησης, χωρίς να ξενίζουν, χωρίς να γίνονται αντιληπτές ως ανούσιες παρεκβάσεις. 

Ο γνώριμος Κόου επέστρεψε και δεν θα απογοητεύσει τους πιστούς αναγνώστες του.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Nyos - Βασίλειος Δρόλιας






Δεν προσπαθώ πια να κρυφτώ. Δεν μπορώ να κρυφτώ από τον εαυτό μου. Από το μέλλον μου. Έφτασε η Ώρα. Τους ακούω έξω, τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου, ανάμεσα από τις χαραμάδες που αφήνουν το φως της μέρας να περνάει. Δε θέλω να βλέπω, δε θέλω να ακούω. Κρατώ στο μυαλό μου όλα όσα θα μπορούσαν να με αφήσουν σε κάποιο άλλο σημείο στον πλανήτη τούτη τη στιγμή. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο εκτός από αυτό. Όμως με τίποτα δε θα άλλαζα τούτη την ώρα, αυτή την απόφαση.
Ο Ρότζερ, βιολόγος στο επάγγελμα, αποφασίζει να αφήσει το Λονδίνο, αποδεχόμενος της πρόταση της εταιρείας για την οποία δουλεύει, να πάει στο Καμερούν και να μελετήσει από κοντά τη λίμνη Nyos, λίμνη που απέκτησε παγκόσμια φήμη όταν εξερράγη, σκορπώντας τον θάνατο σε εκατοντάδες ανθρώπους, και που φαίνεται να είναι ένα κατάλληλο περιβάλλον για να μελετηθούν τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου του θερμοκηπίου. Δεν ήταν όμως αποκλειστικά και μόνο το επιστημονικό ενδιαφέρον αυτό που οδήγησε τον Ρότζερ στην καρδιά της Αφρικής. Στα τριάντα πέντε του, ανάμεσα στην οικογενειακή σταθερά και έναν μεγάλο έρωτα, νιώθει πελαγωμένος, μην ξέροντας τι να κάνει. Τότε παίρνει την απόφαση να τα αφήσει όλα πίσω του και να αποδεχτεί την επαγγελματική προσφορά που του έγινε.

Ο Δρόλιας στήνει έξυπνα και λειτουργικά το μυθιστόρημά του, το χωρίζει σε δέκα κεφάλαια, καθένα από τα οποία είναι χωρισμένο σε τρία υποκεφάλαια: το ημερολόγιο του Ρότζερ, οι επιστολές στην ερωμένη του Τζέσικα, η Τζέσικα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αφήγησης, που προωθεί την ιστορία ομαλά, με έναν ρυθμό σταθερό που εισάγει νέα στοιχεία, δίνει βάθος στους δύο ήρωες και τη διαρκώς μεταβαλλόμενη ψυχολογική τους κατάσταση, σπάει τη σιωπή της Τζέσικα, φανερώνει τα μυστικά που κρατάει ο Ρότζερ για τον εαυτό του. Η μοναχική ζωή των δύο με μόνη παρουσία την ανάμνηση του άλλου.

Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, από μόνη της μια τέτοια ιστορία, παρά την ενδιαφέρουσα αφηγηματική δομή της, θα ήταν μάλλον βαρετή και παρωχημένη. Όλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνονται στα ευρήματα του συγγραφέα, και ο Δρόλιας προφανώς το γνωρίζει και φροντίζει να αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι μόχθου και επιμονής σε αυτή την κατεύθυνση. Η Αφρική για παράδειγμα, η άγνωστη μεγάλη ήπειρος, η παρουσία ενός ευρωπαίου εκεί, το αίσθημα του ξένου, το αργό βύθισμα στην εκεί πραγματικότητα, η σταδιακή μεταμόρφωση από τουρίστας σε κάτι άλλο, δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια. Η απόσταση από τον κόσμο του, τόσο ποσοτική, μετρημένη σε χιλιάδες χιλιόμετρα, όσο και ποιοτική, αποτυπωμένη στις εικόνες γύρω του, απόσταση που φιλτράρει ξανά από την αρχή όλα όσα τον ορίζουν, όσα τον προβληματίζουν, την προηγούμενη ζωή. Το επιστημονικό σκέλος του μυθιστορήματος, αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του Ρότζερ, η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας, το αίσθημα της ματαιότητας και η επέλαση της συνωμοσιολογίας σε ένα ορθολογικό μυαλό. Η Τζέσικα, και εκεί -για μένα- βρίσκεται το μεγάλο αβαντάζ του Nyos, δημιουργός εγκαταστάσεων μοντέρνας τέχνης, το ετερώνυμο συμπλήρωμα ενός απόλυτα ταγμένου στην επιστήμη μυαλού όπως αυτό του Ρότζερ, μια εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και της ιστορίας στο σύνολό της, αλλά και η περιγραφή των έργων της, που πάντα -όταν είναι επιτυχημένη όπως εδώ- μαγεύει και δελεάζει τη φαντασία.  

Στα προηγούμενα ευρήματα ίσως θα έπρεπε να προσθέσω τη συγγραφική επιλογή για μη ελληνικό περιβάλλον, ίσως και όχι, καθώς αποτελεί παράπλευρη επιλογή, που όμως η αλήθεια είναι ότι βοηθάει στην πρόσληψη του μυθιστορήματος έξω από ένα πιθανώς δεδομένο και γνώριμο εγχώριο πλαίσιο, εκεί που βρίσκονται και οι συγγραφικές αναφορές του Δρόλια.

Επείδη όμως μιλάμε για μια ιστορία αγάπης, ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν συναισθηματικά ο Ρότζερ και η Τζέσικα, πώς γίνεται συναίσθημα η λογική και πώς η λογική κρύβεται πίσω από ένα έργο τέχνης. Σφιχτοδεμένο και με μικρές προτάσεις, το Nyos διαβάζεται αβίαστα, διαθέτοντας όμως ταυτόχρονα ικανό πλήθος αναφορών και σημείων επιστροφής και επανεξέτασης, φέροντας κάτι γόνιμα χωνεμένο από έργα όπως για παράδειγμα το Τσάι στη σαχάρα του Bowles και τις Τοπικές καταιγίδες του Boyd ή ακόμα και το Ένα ολόγραμμα για τον βασιλιά του Eggers.


Εκδόσεις Κέδρος  


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο χρόνος γερνάει γρήγορα - Antonio Tabucchi







Το έχω πει, το ξαναλέω: ζηλεύω αυτούς που διαβάζουν για πρώτη φορά κάποια βιβλία. Ίσως να ενίσχυε περισσότερο το Εγώ μου αν έλεγα: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει Ταμπούκι (για παράδειγμα); Η ζήλια όμως δεν αφήνει ούτε υποψία χώρου στο Εγώ. Κάποιος θα διαβάσει για πρώτη φορά Ταμπούκι. Ζήλια. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία αυτή.

Σκέφτομαι, είπε, να διαβάσω τη Χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου. Αντέδρασα: όχι, είπα, να μη γνωρίσεις τον Ταμπούκι απ' αυτό το βιβλίο, θα σου δανείσω το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Έτσι θα γίνει, συμπλήρωσα. Συμφώνησε. Εγώ ένιωσα και χαρά μαζί με τη ζήλια. Για τέτοια ζήλια μιλάω.

Κάποιες μέρες αργότερα, σπίτι του ξανά. Δεν σου είπα, είπε, τελείωσα τον Ταμπούκι. Και; ρώτησα με αγωνία. Τι και; μου άρεσε, είπε με φυσικότητα.

Εγώ σκέφτηκα: καιρό έχω να διαβάσω κάτι δικό του, για την ακρίβεια νιώθω πως έχω καιρό να διαβάσω κάτι συγκλονιστικό, κάτι που θα καθορίσει -ανάμεσα σε τόσα άλλα- και τη δική μου αφηγηματική φωνή, θα στοιχειώσει τα επόμενα κείμενα με έμπνευση και δέος. Το σκέφτηκα και το είπα. Εκείνος μπορούσε πια να καταλάβει επακριβώς τι εννοούσα, παρ' όλα αυτά ρώτησα: καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Πέρασαν δύο ή τρεις εβδομάδες από εκείνο το βράδυ. Θα τελείωνα μέσα στη μέρα τη συλλογή διηγημάτων του Πένκοφ, Ανατολικά της δύσης, ήδη σε κάποια άκρη του μυαλού γύριζε το γρανάζι επιλογής του επόμενου βιβλίου, είχα διάφορες ιδέες, ο Ταμπούκι είχε κάπου καταχωνιαστεί, ξαφνικά, από το πουθενά, θαρρείς, εμφανίστηκε ολόλαμπρος. Μα ναι, Ταμπούκι θα διαβάσω.
Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε ήδη κάνει στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία, δηλαδή να πας σε μια πισίνα ή να τρέξεις με κοντά παντελόνια όπως κάνουν κάποιοι συνομήλικοί σου, εσύ κάθεσαι μέρες ολόκληρες σκυμμένος να γράφεις τα βιβλία σου, κι όχι μόνο σκύβεις προς τα εμπρός, όπως είδα, αλλά και κάθεσαι στραβά σαν κακοχυμένος λουκουμάς, η σπονδυλική σου στήλη μοιάζει με θάλασσα όταν έχει λίβα, είναι θεόστραβη, τώρα πια δεν προλαβαίνεις να τη διορθώσεις, θα μπορούσες όμως να τη βασανίζεις λιγότερο, επειδή νομίζω δεν ξέρεις να διαβάσεις τις ακτινογραφίες που σου έφερα, για να καταλάβεις μια για πάντα, θα σου φέρω αύριο μια πλαστική σπονδυλική στήλη που μελετούσα στο πανεπιστήμιο και είναι λυόμενη, θα τη φτιάξω με πρότυπο τη δική σου, έτσι θα δεις μια για πάντα πώς την έχεις καταντήσει.
Ο χρόνος γερνάει γρήγορα, πολύ γρήγορα, θα συμπλήρωνα εγώ με την υπερβολή που ενίοτε με διακρίνει, ίσως να έλεγα και τάχιστα, όμως όταν διαβάζω κάτι δικό του ο χρόνος παρεκτρέπεται ή τιθασεύεται, δεν είμαι σίγουρος, υπακούει πάντως σε κάποιες άλλες μεταβλητές, χωρίζεται σε εσωτερικό και εξωτερικό χρόνο, η βουή του γεμάτου καφέ υποχωρεί, ο σερβιτόρος τρέχει πιο αργά, τα μουσικά μέρη μακραίνουν, και η διάσπαση προσοχής που με βασανίζει με ερωτήματα ασήμαντα και άσχετα παραδίδεται, κρατάει την ανάσα της για να την ελευθερώσει ξαφνικά με το κλείσιμο του βιβλίου. Αυτό είχα ανάγκη, εκείνη τη στιγμή, που ένιωθα ταυτόχρονα χαρά και λύπη, τι συναίσθημα και αυτό, το πιο ακραίο, το πιο μπάσταρδο, το πιο περίπλοκο απ' όλα, χαρά και λύπη μαζί. Για άλλα βιβλία θα έπρεπε να γράφω και όμως γι' αυτό ένιωσα την ανάγκη να πω τόσα για να πω τελικά: νιώθω χαρά και λύπη ταυτόχρονα. Και λέω πως νικάει η χαρά. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται. Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία. Και αν το πεις, φέρνεις τον ίδιο σου τον εαυτό προ τετελεσμένων γεγονότων, το είπες: Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία.


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Ανατολικά της δύσης - Μίροσλαβ Πένκοφ





Δεν ξέρω γιατί μου έκανε τόση εντύπωση, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του συνομήλικού μου Πένκοφ μόλις το έπιασα στα χέρια μου, αρκετό καιρό πριν τελικά το διαβάσω, το γεγονός πως πήγε για σπουδές στην Αμερική, για σπουδές ψυχολογίας και δημιουργικής γραφής, και τελικά εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στα αγγλικά, όμως μου έκανε, και ήταν μια σκέψη που έτρεχε παράλληλα με την ανάγνωση, συνδιαμορφώνοντας τελικά την ίδια την ανάγνωση.

Λίγο καιρό νωρίτερα είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του Εμίρ Κοστουρίτσα, Ξένος μες στον γάμο. Και οι δύο αυτές συλλογές μου άρεσαν με τον ίδιο τρόπο, ίσως και για τον ίδιο λόγο, ίσως εξαιτίας της ικανότητας των συγγραφέων να εντάσσουν την Ιστορία σε κάθε μία από τις ιστορίες των διηγημάτων τους. Η μεγάλη εικόνα στο βάθος του κάδρου, δεδομένη και γνωστή, την ώρα που στο μπροστινό μέρος της σκηνής εκτυλίσσεται η ιστορία των ηρώων, η ζωή που συνεχίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Ο Πένκοφ, παρότι στην Αμερική, κουβαλάει μαζί του την ιστορία του τόπου του, μέσα από διηγήσεις και διαβάσματα, έχει την ανάγκη να μιλήσει και γι' αυτό, ίσως ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη εξαιτίας της απόστασης από τον τόπο του, ενώ αυτή η απόσταση του επιτρέπει να σταθεί πιο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος, να διαχειριστεί με μεγαλύτερη άνεση το βάρος του συλλογικού παρελθόντος. Γεννημένος το 1982 μόνο κάποιες αμυδρές αναμνήσεις θα έχει από το παρελθόν της Βουλγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού, αναμνήσεις πιθανότατα επίκτητες μέσα από διηγήσεις. Δεν αρκείται όμως μόνο στο άμεσο παρελθόν, τον ενδιαφέρουν και τα προηγούμενα, η τουρκοκρατία, οι βαλκανικοί πόλεμοι, το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, ο βουλγαρικός εικοστός αιώνας στο σύνολό του αλλά και το άγχος για το μέλλον.
Αφήνω στην άκρη το μικρό βιβλίο και σβήνω τη λάμπα. Σκοτάδι. Κοιμούνται, ήσυχα, ήρεμα.  Είναι λάθος να ζηλεύεις τον ίδιο σου τον εγγονό. Κι όμως τον ζηλεύω. Ζηλεύω και τη Νόρα. Κανείς δεν έχει γράψει σε μένα με αυτόν τον τρόπο. Δεν ζηλεύω όμως πια αυτόν τον άλλο άντρα. Επειδή, όπως κι εγώ, αποδείχθηκε δειλός και, παρότι ξέρω πως είναι λάθος, αυτό με ηρεμεί.
Υπάρχει ένα τεχνικό σημείο στον τρόπο που δομεί τα διηγήματά του ο Πένκοφ, που μου φάνηκε λειτουργικός και έξυπνος, και αυτός είναι πώς ξεκινάει την ιστορία του από μια δεδομένη μεταγενέστερη στιγμή, ξαφνικά και με ορμή, φανερώνοντας τις απαρχές και τις λεπτομέρειες της ιστορίας του παρά μόνο αργότερα, στην εξέλιξη της πλοκής. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει να καταπνίξει οποιοδήποτε κίνδυνο αμηχανίας, αφήνει στην άκρη τις σκηνές γνωριμίας μεταξύ αναγνώστη και ηρώων, προσδίδοντας δυναμική και νεύρο στις ιστορίες παρά τη μικρή φόρμα τους.

Η οικογένεια, η πολιτική αστάθεια, οι θρησκευτικές διαφορές, τα σύνορα, η ζωή στην ύπαιθρο και την πόλη, ο έρωτας, η απομάγευση, η εμμονή με το παρελθόν, η αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος κάπου στη Δύση είναι κάποια από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των διηγημάτων διαμορφωμένα ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Ομολογώ πως ένιωσα μεγαλύτερη αναγνωστική έλξη για τρία διηγήματα της συλλογής ( Αγοράζοντας τον Λένιν, Φωτογραφία με τη Γιούκι, Ντεσβιρμέ), στα οποία ο ήρωας έχει μεταναστεύσει στην Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, με την αναμενόμενη κατάρρευση (μέρους) του ορίζοντα προσδοκιών. Ίσως σ' αυτό το μοτίβο ο Πένκοφ να νιώθει μια οικειότητα. Και είναι αυτή η οικειότητα που αντανακλάται στις ιστορίες αυτές, σε συνδυασμό με το σύγχρονο χρονικό πλαίσιο, τα δύο στοιχεία εκείνα που τελικά κάνουν ξεχωριστά σε μένα τα διηγήματα αυτά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Αντίποδες


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Lady Cortisol - Μισέλ Φάις



Κάποια στιγμή θα σε ρωτήσει, ζείτε μόνη ή με τους γονείς σας; Με τους γονείς μου; θα αναρωτηθείς μαζί του. Πάντα η επανάληψη της ερώτησης προκαλεί κάτι σ' αυτόν που ρωτάει, κάτι ανάμεσα σε έξαψη, απορία, εκνευρισμό, και τη στιγμή ακριβώς που σε νιώθει σαν την ηχώ του, εσύ, κερδίζοντας χρόνο, προετοιμάζεις καλύτερα αυτό που θες να πεις, αν και, για να είσαι ακριβής, ακριβέστατη, αυτές οι εκτιμήσεις αφορούν τον κανόνα, ενώ αυτός που σε ρωτάει ενσαρκώνει την εξαίρεση της εξαίρεσης.

Ποιος ρωτάει; Έχει σημασία άραγε για σένα αν εκείνη νιώθει πως πρέπει ή πως επιθυμεί να απαντήσει; Μάλλον όχι. Ή μήπως ναι; Ίσως γιατί σου θυμίζει κάτι οικείο, τον εαυτό σου σε θέση ερωτώμενου, με το βάρος της ερώτησης να κρέμεται πάνω σου, χωρίς την ανάγκη για έναν ανακριτικό προβολέα ευθείας βολής; Ο Φάις συνεχίζει Από το πουθενά. Ο διάλογος ενός άντρα και μιας γυναίκας, οι ερωτήσεις ενός άντρα και οι απαντήσεις μιας γυναίκας για την ακρίβεια, εδώ δεν είναι δεδομένη η σχέση ψυχαναλυτή ψυχαναλυόμενου, εδώ τα σχήματα είναι πιο ακαθόριστα, μεταβάλλονται διαρκώς και πότε θα μπορούσαν να ταιριάζουν σε μία συνθήκη και πότε σε μία άλλη, με τις απαραίτητες δεύτερες σκέψεις της ηρωίδας και τις επιστροφές της στο παρελθόν, με τις ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται και τα ελάχιστα στοιχεία που εμφανίζονται και δημιουργούν ένα περιβάλλον, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και δυστοπικό, μια μάχη ενάντια στη λήθη ή κάποια ψυχική νόσο, ένα μάθημα δημιουργικής γραφής, για να καταθέσω μόνο κάποια από τα σχήματα που διέκρινα εγώ, ή που νόμισα φευγαλέα ότι διέκρινα διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή.

Φυσικά κι έχει ξαναρωτήσει, φυσικά και θυμάται ότι σ' έχει ξαναρωτήσει. Αφού είναι κοινό μυστικό, δεν υπάρχουν πλέον ερωτήσεις που δεν έχουν τεθεί και απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί.
Οι δίνες της σκέψης της ηρωίδας, οι ελάχιστες στιγμές πριν από την απάντησή της, στιγμές που όλα μοιάζουν δυνατά, στιγμές που σκέφτεται: να η τέλεια απάντηση· οι στιγμές πριν από την επόμενη ερώτηση. Η διάθεση για στοχασμό στα ρήγματα του αέναου διαλόγου, η αίσθηση ασφυξίας, που προκαλεί η συνεχής παρουσία της φωνής με τις ερωτήσεις, ένα διαρκές παιχνίδι ερωτήσεων γνώσης του εαυτού. Η παρουσία του παντογνώστη αφηγητή διακριτική μα καθοριστική, διαρκώς παρών να δίνει τον λόγο στα πρόσωπα, να μεταφέρει τις ερωτήσεις απευθυνόμενος σε εκείνη αντ' αυτού, να εντείνει τις απαντήσεις, να προκαλεί τις επιστροφές στο παρελθόν. Ο Φάις επιταχύνει και επιβραδύνει τον ρυθμό κατά το δοκούν, αυξομειώνει την ένταση των σκιών πίσω από το πανί που έχει στήσει στη σκηνή, επιθυμεί και καταφέρνει να δελεάσει πρώτα και κύρια το μυαλό, εκείνη την πόρτα θέλει να ανοίξει για να αρχίσει ύστερα την κατάβαση στο συναίσθημα και στα στρώματα της συνείδησης του αναγνώστη. Γιατί εκεί θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, και ανάλογα με τον δέκτη, με τις δικές του προσλαμβάνουσες και άμυνες, τα δικά του βιώματα και τη διάθεσή του να αφεθεί και να νιώσει οικεία στο ασχημάτιστο και στο φαινομενικά απροσδιόριστο της ιστορίας ενός άντρα που ρωτάει και μιας γυναίκας που απαντάει. Κάθε αναγνώστης και μία ανάγνωση, εδώ το κλισέ είναι ακριβές και καίριο για την πρόσληψη του έργου.

Εκδόσεις Πατάκη

 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Λίγη ζωή - Hanya Yanagihara






Το ενδέκατο διαμέρισμα είχε μόνο μια ντουλάπα, αλλά η συρόμενη τζαμόπορτα έβγαζε σ' ένα μπαλκονάκι, απ' όπου διέκρινε έναν άντρα να κάθεται απέναντι, έξω, φορώντας μπλουζάκι μόνο και σορτς, αν και Οκτώβριος, και να καπνίζει. Ο Γουίλεμ σήκωσε το χέρι να τον χαιρετήσει, μα ο άντρας δεν ανταπέδωσε.
Στην κρεβατοκάμαρα, ο Τζουντ ανοιγόκλεινε την πόρτα της ντουλάπας, σαν ακορντεόν, όταν μπήκε ο Γουίλεμ. "Έχει μόνο μια ντουλάπα" είπε.
"Εντάξει" είπε ο Γουίλεμ. "Δεν έχω και τίποτα να βάλω μέσα, ούτως ή άλλως."

Ο Γουίλεμ και ο Τζουντ ψάχνουν ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, σε τιμή που να μπορούν να αντέξουν, σε περιοχή που να θέλουν να ζήσουν. Είναι οι λιγότερο προνομιούχοι από τους τέσσερις φίλους, τους τέσσερις ήρωες του μυθιστορήματος. Ο Τζουντ, ο Γουίλεμ, ο Τζέι Μπι και ο Μάλκολμ υπήρξαν συγκάτοικοι στα χρόνια του κολεγίου, αλλά το δέσιμο που δημιουργήθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ ισχυρότερο από τον απλό διαχωρισμό εξόδων και κατανομής της καθαριότητας. Σταδιακά έφτασαν όλοι στη Νέα Υόρκη, ο καθένας για να κυνηγήσει τις δικές του φιλοδοξίες, τα δικά του όνειρα και απωθημένα. Παρά την απαραίτητη προσαρμογή σε συνθήκες πραγματικής ζωής, η τετράδα διατήρησε τη συνοχή της στο πέρασμα των χρόνων. Ο Γουίλεμ και ο Τζουντ θα νοικιάσουν τελικά το διαμέρισμα της οδού Λίσπεναρντ.

Σε αυτό το σημείο πιάνει το νήμα της ιστορίας η Αμερικανή -με καταγωγή από τη Χαβάη- Χάνια Γιαναγκιχάρα για να το ξετυλίξει μέχρι τέλους. Χωρισμένο σε μεγάλα κεφάλαια, το μυθιστόρημα ακολουθεί την ιστορία των τεσσάρων ηρώων -παρέα με ένα σύνολο δευτερευόντων χαρακτήρων- δίνοντας από την αρχή την αίσθηση της ανασκόπησης, ο αφηγητής μοιάζει να στέκεται στο τέλος και να καταγράφει όσα συνέβησαν σε καιρούς περασμένους.

Πριν και πρώτα απ' όλα, πρέπει να αναφερθεί η αρτιότητα των χαρακτήρων της Γιαναγκιχάρα, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει το μυθιστόρημα. Οι ήρωες, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, είναι αληθινοί και πραγματικοί μέχρι την ελάχιστη λεπτομέρεια, και πάνω σε αυτούς στηρίζεται το οικοδόμημα. Ακολούθως, η ικανότητα της συγγραφέως στη σύνθεση και τη διαχείριση του υλικού της τη βοηθάει να περάσει με ευκολία τον υψηλό πήχη, που η ίδια έχει θέσει αποφασίζοντας να διηγηθεί μια τεράστια και πολυδιάστατη ιστορία, με πλήθος διαφορετικών γωνιών λήψης και προοπτικών, και το επιτυγχάνει με χάρη και άνεση, χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, με κάθε μικρή λεπτομέρεια τοποθετημένη σε καίριο σημείο, με ξεκάθαρη γνώση της κατεύθυνσης και της τελικής έκβασης της ιστορίας. Αυτές είναι οι δύο βασικές αρετές της Γιαναγκιχάρα, όπως τουλάχιστον αναδεικνύονται στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Και αφού έχει την απαραίτητη τεχνική επάρκεια ως βάση, τότε μπορεί να απλώσει την ιστορία της όπως η ίδια το επιθυμεί, να τη διανθίσει με τις απαραίτητες πινελιές, να σκαρφιστεί ευρήματα και να βρει τα κενά εκείνα, ώστε να προσθέσει παρεκβάσεις και παράλληλες ιστορίες, να επινοήσει τίτλους εκθέσεων ζωγραφικής και ταινιών, να φέρει, εν ολίγοις, τον κόσμο στα μέτρα της. Και η Γιαναγκιχάρα είχε μια δυνατή ιστορία να διηγηθεί, όχι πρωτότυπη, αλλά δυνατή, πράγμα πολύ πιο σημαντικό.

Είναι ενδιαφέρον, ανάμεσα σε άλλα, το πώς μια γυναίκα καταφέρνει να γράψει ένα αντρικό μυθιστόρημα, στο οποίο οι γυναίκες σχεδόν δεν συμμετέχουν, για την ακρίβεια πρόκειται για μια γυναίκα που καταφέρνει να γράψει ένα αντρικό συναισθηματικό μυθιστόρημα.

Παρά το διόλου ευκαταφρόνητο μέγεθός του, το μυθιστόρημα δεν κάνει κοιλιά και δεν έχει σημεία άνισα. Μου άρεσε ο τρόπος της να προχωράει χρονικά την ιστορία, χωρίς να επαναλαμβάνει διαρκώς κλισέ εκφράσεις όπως: χ χρόνια/μήνες/βδομάδες μετά, το καλοκαίρι/χειμώνα της τάδε χρονιάς κ.τ.λ. κ.τ.λ.· τρόπος που στηρίζεται στις λεπτομέρειες της ιστορίας, διάσπαρτες στο κείμενο, που ανά πάσα στιγμή λειτουργούν ως ωρολογιακοί μηχανισμοί. Χαρακτηριστικό που σε συνδυασμό με την άψογη εκτέλεση του φλας μπακ έχει ως αποτέλεσμα ένα σφιχτοδεμένο αποτέλεσμα.

Η Γιαναγκιχάρα επιτυγχάνει τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη στην ιστορία, χωρίς να την εκβιάζει, στηριζόμενη κυρίως στη ρεαλιστική διάσταση της ιστορίας, διαχειριζόμενη το δύσκολο ζήτημα της μοναξιάς και της απώλειας, αφήνοντας όμως τον απαραίτητο χώρο για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα θαύματα που συμβαίνουν γύρω μας, σε μια συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων, προτρέποντάς μας, θαρρείς, ν' απαντήσουμε στο ερώτημα: κοιτάζοντας πίσω, θα έλεγες πως άξιζε;

Ένα μυθιστόρημα που το ευχαριστήθηκα, αν και πρέπει να παραδεχτώ πως ένιωσα να με στριμώχνει ψυχολογικά, όμως έτσι πρέπει να είναι η λογοτεχνία, και το Λίγη ζωή είναι λογοτεχνία.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


υγ. Προηγήθηκε μια ανάρτηση για το μυθιστόρημα της Γιαναγκιχάρα, μια ανάρτηση συναισθηματική (περισσότερα εδώ).


Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο    

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Λίγη ζωή - Hanya Yanagihara (συναισθηματικά)






Περπατώντας για να έρθω στο καφέ, στο καφέ που συνηθίζω να γράφω, ταυτόχρονα με το αστικό χάζι σκεφτόμουν κάποια πράγματα σχετικά με το βιβλίο της Γιαναγκιχάρα, διάφορες ιδέες και συναισθήματα, αναζητώντας έναν μπούσουλα για το κείμενο που θα ακολουθούσε. Όταν έφτασα, χαρούμενος που βρήκα ελεύθερο το αγαπημένο μου τραπέζι, αναλώθηκα σε ψηφιακό χάζι απολαμβάνοντας το τσάι μου. Ύστερα από λίγο, ένα ζευγάρι κάθισε στο διπλανό τραπέζι, μεσήλικες.

Ο καβγάς δεν άργησε να αρχίσει. Εκείνος φώναζε: ήταν για την υγεία μου, μια φορά σου ζήτησα κάτι για την υγεία μου και εσύ προτίμησες να πας για το τσαντάκι, για όλους τρέχεις, εγώ μια φορά σου ζήτησα κάτι για την υγεία μου. Εκείνη μιλούσε χαμηλόφωνα και λίγο, έμοιαζε να απολογείται. Περισσότερο ταραχή παρά ενόχληση μου προκάλεσε το συμβάν αυτό. Σύντομα εκείνη έφυγε. Τότε σκέφτηκα: ένα συναισθηματικό κείμενο ταιριάζει στο βιβλίο αυτό, ένα συναισθηματικό κείμενο θα έκλεινε μέσα μου, έστω και προσωρινά, την εμπειρία της ανάγνωσης. Ίσως ακολουθήσει άλλο ένα κείμενο, μπορεί άλλωστε τόσα να πει κανείς για ένα μυθιστόρημα όπως το Λίγη ζωή.

Δεν υπάρχει, για μένα, καλύτερο και ασφαλέστερο καταφύγιο από ένα ογκώδες μυθιστόρημα, από ένα ογκώδες εξαιρετικό μυθιστόρημα. Η διαίρεση της καθημερινότητας στα δύο. Η γνωριμία με τους ήρωες και τη ζωή τους, η αργή κατάδυση στον κόσμο του συγγραφέα, στην αρχή ως ταξιδιώτης και ξαφνικά ως κάτοικος, χωρίς την ανάγκη για χάρτη και φωτογραφική μηχανή, ο απαραίτητος χωροχρόνος για να προλάβεις να συμπαθήσεις (ή να αντιπαθήσεις σφόδρα) κάποιον απ' αυτούς ή όλους, να ταυτιστείς όχι σε αναλογία ένα προς ένα αλλά προσαρμοσμένα στη δική σου φάση. Είναι πρωτίστως θέμα σύμπτωσης, το κατάλληλο βιβλίο στην κατάλληλη στιγμή, ένα σωσίβιο που δεν ήξερες πως σύντομα θα χρειαστείς και ξαφνικά την ώρα του χαμού βρίσκεσαι να το φοράς, μια στυλιστική απόφαση που σου σώζει τη ζωή -υπερβολή, το ξέρω.

Και η αγωνία: δεν θέλω να ζήσω μόνος μου· να αντηχεί από άκρη σε άκρη των σελίδων.

Η ανάγνωση. Οι πρώτες διακόσιες -περίπου- σελίδες, της ανέμελης περιδιάβασης στη ζωή των τεσσάρων φίλων, με τις ιδιαιτερότητες, τις χαρές και τις λύπες της, ένας αναγνωριστικός περίπατος, εκείνοι σε νεαρή ηλικία, τότε που όλα είναι εύκολα και πιθανά, κάπως πιο ανάλαφρα για τον παρατηρητή τουλάχιστον· και ύστερα το υπόλοιπο βιβλίο, πάνω από εξακόσιες σελίδες, με έναν διαρκή κόμπο, ένα βάρος ολοένα αυξανόμενο, καθώς ένιωθα πια μέρος του μικρόκοσμου των τεσσάρων, είχαν διαμορφωθεί ήδη οι αναλογίες με τη δική μου ζωή -έστω και εν αγνοία μου- για να αποκαλυφθούν στην πορεία, καθώς τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν στη θέση τους, και η σκέψη ήταν: δεν θέλω να τελειώσει. Σκέψη διττή, αυτό το μοναδικό συναίσθημα, να μη θες να δεις τι θα γίνει παρακάτω, να υποψιάζεσαι το χειρότερο, να μη θες να αντικρίσεις το τέλος, αλλά ταυτόχρονα να λες: άλλη μία σελίδα, άλλη μία.

Η εξάρτηση. Η αναγνώρισή της και η απόπειρα απεγκλωβισμού απ' αυτήν. Η μοναχική -κατά βάση- διαδικασία, στην οποία πρέπει να φουσκώσει κανείς το Εγώ του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να βαρύνει η απόφαση για την απόπειρα, το βασικό κίνητρο και τα δευτερεύοντα, το καρότο και το μαστίγιο, η δυσκολία να βρεις κατανόηση στο περιβάλλον σου και δικαιολογημένα μάλλον, καθώς πρόκειται για προσωπικό αγώνα, η ευχή -που γίνεται κατάρα στις στιγμές της έντασης, της απόγνωσης και της βαθιάς αδυναμίας- να έχεις κάποιους ανθρώπους στο πλευρό σου, διατεθειμένους να σε στηρίξουν με όποιο κόστος, προσθέτοντας άθελά τους -και εδώ κατάρα- ένα επιπλέον βάρος στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς.

Η τύχη. Αυτό το γαμώτο που μένει στα χείλη και του πλέον ορθολογιστή. Γιατί να συμβούν έτσι τα πράγματα;

Και κάπως έτσι, διαιρώντας τη μέρα στα δύο, γίνονται όλα ένα, μπλέκεσαι στα ξένα και βρίσκεις δικά σου.

Κάποιος έκανε το λάθος να πει: θα αφαιρούσα Χ σελίδες. Διατηρώ την ψυχραιμία μου και ρωτάω: μα δεν σου άρεσε; Μου άρεσε, απαντά και επιμένει: θα αφαιρούσα Χ σελίδες. Δεν καταλαβαίνω, μου φαίνεται κάπως αντιφατικό, εγώ σκέφτομαι πιο απλοϊκά μάλλον: αν μου αρέσει δεν θέλω να τελειώσει, αν δεν μου αρέσει το αφήνω στην άκρη.

Σε αυτό το κείμενο δεν χωράει η παραίνεση να διαβάσει κάποιος ή όχι το βιβλίο, αν και έχω κάνει μια λίστα με ανθρώπους που θα ήθελα να το διαβάσουν, σε αυτό το κείμενο χωράει μόνο η απόθεση κάποιου μέρους του βάρους -ελάχιστου μάλλον- ενός ιδιαίτερου δεκαημέρου.

υγ. Οι παθιασμένοι μεταφραστές είναι οι καλύτεροι μεταφορείς της φλόγας.


Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
     

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Ο ιδανικός αναγνώστης






Κάθε γραφιάς τίποτα άλλο δεν λαχταρά, ή δεν θα έπρεπε να λαχταρά, παρά τον ιδανικό αναγνώστη. Τα υπόλοιπα έπονται. Κάποια προηγούνται βέβαια: η ανάγκη για έκφραση και απόθεση στο χαρτί εκείνου του βάρους, ευχάριστου ή δυσάρεστου. Αυτή η ανάγκη προηγείται. Ό,τι παράγεται συχνά μένει στο συρτάρι. Τα υπόλοιπα έπονται: η αναγνώριση, η δόξα, το χρήμα, η ματαιοδοξία, η επικοινωνία. Είναι μερικά μόνο από εκείνα. Ανάμεσα στο συρτάρι και τα υπόλοιπα υπάρχει η ανάγκη για τον ιδανικό αναγνώστη. Εκείνον που θα καταλάβει, ή θα θελήσει να καταλάβει, πληρώνοντας το τίμημα, εκείνον που δεν θα αποθεώνει διαρκώς και αδιακρίτως όμως, εκείνον που δεν θα διστάσει να σου γυρίσει πίσω το κείμενο και να σου πει, αυστηρά και κάθετα: δες το ξανά. Θα υπογραμμίσει και θα προτείνει, θα παλέψει απέναντι στην άρνηση και την οκνηρία σου. Όταν εκείνος πει: ωραίο είναι, τότε το συναίσθημα είναι όμορφο. Η ειλικρίνεια μόνο δεν φτάνει. Μην απατάστε. Απαιτείται αμοιβαία εκτίμηση· βασικό συστατικό.

Δεν είναι απαραίτητα κακές ούτε η ευγένεια ούτε η φιλοφρόνηση. Καλές είναι. Δεν είναι όμως απαραίτητα χρήσιμες, όχι πάντα, όχι σε βάθος. Μπορεί να έπρεπε να το ξεκαθαρίσω από την αρχή, αλλά το θεώρησα δεδομένο, ίσως όμως να μην είναι, ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Κάθε γραφιάς που επιθυμεί την εξέλιξη τίποτα άλλο δεν λαχταρά, ή δεν θα έπρεπε να λαχταρά, παρά τον ιδανικό αναγνώστη. Εξέλιξη. Ας μιλήσω λίγο προσωπικά, λίγο περισσότερο προσωπικά, για να είμαι ακριβής: κοιτάζω το πρώτο κείμενο του ιστολογίου αυτού, κοιτάζω και το τελευταίο, στο ενδιάμεσο ρίχνω τυχαίες ματιές και σε κάποια ακόμα· διακρίνω την εξέλιξη, με τα δικά μου κριτήρια πάντα. Μέρος της οφείλεται στην επιμονή στη γραφή, ίσως το μεγαλύτερο. Δεν είναι όμως αμελητέο εκείνο το μέρος που οφείλεται στους ιδανικούς αναγνώστες. Ναι, είναι παραπάνω από ένας όλα αυτά τα χρόνια. Οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί, η ανάδειξη εκείνων των λεπτομερειών που γράφοντας δεν προσέχεις. Και τεχνικά: μορφή, συντακτικό και στίξη. Αλλά κυρίως, και χωρίς να υποτιμώ την τεχνική: η εμπνευσμένη καθοδήγηση.

Ακούω συχνά: τα κείμενά μου τα επιμελούμαι εγώ. Κι εγώ κουνάω το κεφάλι. Χωρίς επιμέλεια δεν κάνω το δεύτερο βήμα. Προφανές, θα πουν κάποιοι, ίσως, όχι όμως όλοι. Ο ιδανικός αναγνώστης επιμελείται, προτείνει, αναδεικνύει· με αναγκάζει τελικά να επιστρέψω στο κείμενο όταν έχει πια υποχωρήσει η θέρμη της δημιουργίας, όταν δεν μοιάζουν πια όλα τέλεια. Κάνει όμως και το αντίστροφο: επιβραβεύει και διακρίνει τις αρετές όταν η αυτοπεποίθηση του γράφοντος τρεκλίζει.

Όμορφες οι αυλές μα δεν μυρίζουν πάντα όμορφα, οι χειροκροτητές γίνονται βαρετοί στο τέλος, η σιγουριά οδηγεί στη ματαιότητα. Έτσι το βλέπω εγώ. Δεν είναι λένε πολιτικά ορθό να μιλάει κανείς για τον εαυτό του. Χμ. Κοιτάξτε, σας παρακαλώ, λίγο γύρω σας, τι βλέπετε; Αν βλέπετε διαφορά αισθητικής και ηθικής ανάμεσα σε εσάς και το περιβάλλον σας, τότε ίσως να το σκεφτούμε ξανά: μήπως δεν είναι τόσο κακό τελικά να μιλάει κανείς για τον εαυτό του, να τον ξεχωρίζει από εκείνα που δεν τον βρίσκουν σύμφωνο; Τίποτα πιο αποκρουστικό από την ομοιογενή μάζα. Έτσι λέω εγώ. Δεν με νοιάζει τι κάνει ο καθένας, με νοιάζει τι κάνω εγώ. Και επειδή με νοιάζει το υπερασπίζομαι και το αναδεικνύω, όπως μπορώ. Χωρίς επιμέλεια δεν κάνω το δεύτερο βήμα. Χωρίς τον ιδανικό αναγνώστη δεν νιώθω την ίδια ικανοποίηση, για την ακρίβεια δεν νιώθω καμία ικανοποίηση ακούγοντας κούφια μπράβο.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Οξφόρδη 7 - Pablo Tusset






Βρέχει λυσσασμένα.
Το διαμέρισμα είναι μακρόστενο, με ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στην ημερήσια όψη του σταθμού. Ο καθηγητής Σιρχάν Παλαιόπουλος κοιτάζει έξω από την πυκνή κουρτίνα της υδατόπτωσης. Είναι ένα απρογραμμάτιστο μετεωρολογικό φαινόμενο που ζήτησε το πρυτανικό συμβούλιο, ειδικά για να αποτρέψει τις διαδηλώσεις.

Βρισκόμαστε στο 2089. Η οικονομική κρίση του 2013 τελείωσε με την κατασκευή των πρώτων ιδιωτικών διαστημικών σταθμών στις αρχές της δεκαετίας του είκοσι, σε έναν από τους οποίους, με το όνομα Οξφόρδη 7, έχει την έδρα του το ομώνυμο διαπλανητικό πανεπιστήμιο. Ο Έλληνας καθηγητής Σιρχάν Παλαιόπουλος, με συμπληρωμένα τα 142 χρόνια, κατέχει την έδρα του Προπληροφοριακού Κινηματογράφου. Το φοιτητικό κίνημα αντιδρά σε μια σειρά μέτρων της πρυτανικής αρχής, όπως η αύξηση των διδάκτρων, η λογοκρισία, οι απαγορεύσεις και ο ολοένα εντεινόμενος έλεγχος. Οι αρχές απαντούν με επιδείνωση των καιρικών φαινομένων κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων και την επιβολή δυσβάσταχτων χρηματικών προστίμων, η καταστολή έχει αλλάξει πρόσωπο. Μια ομάδα φοιτητών και καθηγητών, υπό την αρχηγεία του Παλαιόπουλου θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τη γενέτειρα Earth σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την πρύτανη του πανεπιστημίου και να ανακόψει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Είναι συχνά απαραίτητο για τους καλλιτέχνες να μετατοπίσουν το χωροχρονικό πλαίσιο, ώστε να μπορέσουν με μεγαλύτερη άνεση να αναφερθούν στο εδώ και το τώρα. Είναι αυτή η απόσταση που επιτρέπει μια ματιά πιο λογοτεχνική, δίχως το βάρος του ρεαλισμού, και την παγίδα της ρευστής ακόμα πραγματικότητας, που δίχως να απολύει το απαραίτητο αίσθημα οικειότητας και συγγένειας των δύο κόσμων, απαλλάσσει την αφήγηση από το ρεπορταζιακό χαρακτήρα αντίστοιχων προσπαθειών, που διαδραματίζονται στο σήμερα. Και είναι αρκετά τα παραδείγματα, και στην εγχώρια λογοτεχνία, των συγγραφέων εκείνων που επιχειρούν αποτυχημένα και άνευρα να αποτυπώσουν το σήμερα της κρίσης, μπερδεμένοι ανάμεσα στον ρεαλισμό, την ιδεολογία και το προσωπικό. Ως προς αυτό, ο Τουσέτ -γνωστός και στο ελληνικό κοινό από το μυθιστόρημά του με τίτλο Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν- ενεργεί έξυπνα και μεταφέρει τον αναγνώστη στον ιδιωτικό διαστημικό σταθμό Οξφόρδη 7 κατά το έτος 2089, παρά το γεγονός πως εκείνο το οποίο επιθυμεί είναι να αναφερθεί στα όσα συμβαίνουν -πιο εντατικά και βίαια- τα τελευταία χρόνια.

Η νοσταλγία -και η απαραίτητη ωραιοποίηση- του παλιού κόσμου, του προπληροφοριακού όπως ονομάζεται πια η περίοδος εκείνη στο μυθιστόρημα του Καταλανού συγγραφέα, είναι ένα ακόμα στοιχείο, αναμενόμενο και σύνηθες, μια διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει, συχνά εσφαλμένα, τους ανθρώπους σε προοδευτικούς και μη, με όρους απόλυτους, μετατοπίζοντας συχνά το βάρος της όποιας αντίθεσης σε κάποια αλλαγή. Ο Τουσέτ, ύπουλα είναι η αλήθεια, πετάει το καρφί του στον αναγνώστη εκείνον, ο οποίος είναι διατεθειμένος να επιλέξει δίχως δεύτερη σκέψη την επιστροφή σε μια κατάσταση παρελθούσα, την οποία κατά τη διάρκειά της θα απαρνιόταν αβίαστα για μία προγενέστερη, σε έναν φαύλο κύκλο, που επιστρέφει με ακρίβεια στο σημείο μηδέν και την αρχή του κόσμου. Όμως αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση.

Η συγγραφική κατασκευή του μέλλοντος κόσμου απαιτεί την επινόηση λέξεων και εννοιών, με τρόπο ευφυή, ώστε να είναι ταυτόχρονα κατανοητές και λειτουργικές. Ο Τουσέτ, με την αστείρευτη φαντασία και ροπή στο κωμικό -συχνά μαύρο και πικρό- τα καταφέρνει θαυμάσια. Ο αναγνώστης, δίχως προσπάθεια, μεταφέρεται στο μέλλον και παρακολουθεί την απόπειρα ανατροπής της δυστοπίας του ιδιωτικού διαστημικού σταθμού Οξφόρδη 7. Σε αυτό το σημείο έγκειται η μεγαλύτερη ίσως δυσκολία στη μετάφραση της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, καθώς ο μεταφραστής πρέπει να σταθεί στο ύψος της γλωσσοπλαστίας του συγγραφέα. Ο Κρίτων Ηλιόπουλος πέρασε με άνεση τον σκόπελο αυτό.

Είναι αρκετοί εκείνοι οι οποίοι θεωρούν την επιστημονική φαντασία ένα λογοτεχνικό αποπαίδι, και μολονότι το γούστο και οι προτιμήσεις είναι καθαρά υποκειμενικές, εντούτοις, και μιλώντας με όρους τεχνικούς, άψυχους μα απαραίτητους, η γενίκευση αυτή είναι μάλλον βιαστική και τοποθετημένη σε λάθος βάση. Η επιστημονική φαντασία δεν περιορίζεται απλώς σε ρομπότ και εξωγήινους, τουλάχιστον η σημαντική και αξιόλογη, αλλά αποτελεί μια συνθήκη μέσω της οποίας ο συγγραφέας επιχειρεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα, να ασκήσει κοινωνικοπολιτική κριτική, να κάνει ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, να στήσει μια παραβολή, να φέρει το μέλλον λίγο πιο κοντά. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ένας φίλος διαβάζει αυτή την περίοδο ξανά, μετά από χρόνια, το Solaris του Stanislaw Lem. Να ένα καλό παράδειγμα. Ας προσθέσουμε τους Douglas Adams, Ursula Le Guin, Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, Ray Bradbury, Isaac Asimov και Philip Dick ανάμεσα σε άλλους. Ως αποπαίδι, λοιπόν, ακόμα και από τους θαυμαστές της, η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας αντιμετωπίζεται ως ένα ευχάριστο και μη απαιτητικό ανάγνωσμα-διάλειμμα, ως μια διασκέδαση. Και η Οξφόρδη 7 θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυτόν τον τρόπο, καθώς ο Τουσέτ δεν κάνει το υπερβατικό εκείνο βήμα, που θα μεταμόρφωνε όλες αυτές τις υπέροχες και ευφυείς ιδέες σε ένα σύνολο αξιομνημόνευτο, απαλλαγμένο από συγγραφικές ευκολίες και την ουσιαστική απουσία υπόθεσης. Η πολυεπιπέδη σύνθεση των σπουδαίων μυθιστορημάτων του είδους εδώ δεν συναντάται, δυστυχώς, ενώ και το χιούμορ, βασικό χαρακτηριστικό των μυθιστορημάτων του Τουσέτ δεν ρέει αβίαστο.

Εν ολίγοις, το μυθιστόρημα Οξφόρδη 7, παρά τη δεδομένη ικανότητα του Τουσέτ στην αφήγηση και τη δημιουργία ενός μελλοντικού κόσμου, παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες ως προς τη διαχείριση και την αξιοποίηση των ιδεών, πάσχει από τα ευρήματα εκείνα που θα το έκαναν πιο στέρεο και συμπαγές, εντείνοντας την αναγνωστική απόλαυση, η οποία εν τέλει στέκει κάπως αποσπασματική και μάλλον αδιάφορη.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις opera