Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΟΥΣΙΚΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 21 Μαΐου 2018

M Train - Patti Smith




Δεν είναι τόσο εύκολο να γράφεις για το τίποτα.

Και δεν θα υπήρχε ιδανικότερη εναρκτήρια φράση για το βιβλίο αυτό από τα λόγια ενός καουμπόη που κάποιο βράδυ εμφανίστηκε σε ένα όνειρο της Πάτι Σμιθ. Δεν είναι εύκολο να γράφεις για το τίποτα, όταν όμως κάποιος επιτυγχάνει να γράψει για το τίποτα, τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι συγκλονιστικό, γεγονός που επιβεβαιώνεται πανηγυρικά στο M Train. Θα ήταν ριψοκίνδυνο να επιχειρήσει κάποιος να κατατάξει λογοτεχνικά το βιβλίο αυτό, πέφτοντας πιθανότατα στην παγίδα του memoir, αφήνοντας το παράθυρο ανοιχτό στην εγωπάθεια του γράφοντος, εξοστρακίζοντας έτσι την ψυχή από το σώμα, παραλείποντας να αναφερθεί σε αυτό το τίποτα, που καμία σχέση δεν έχει με τη ματαιότητα ή τον μηδενισμό, με μια ημερολογιακή διαθήκη για τους αναγνώστες. Και τότε, περί τίνος πρόκειται;
Η παραμονή της πρωτοχρονιάς πέρασε λίγο πολύ το ίδιο, χωρίς κάποια ιδιαίτερη απόφαση για τον καινούριο χρόνο. Καθώς χιλιάδες μεθυσμένοι γλεντζέδες κατέκλυζαν την Τάιμς Σκουέαρ, η μικρή Αβησσυνίας έκοβε βόλτες στο δωμάτιο μαζί μου ενώ εγώ πήγαινα πέρα δώθε παλεύοντας με ένα ποίημα που σκόπευα να ολοκληρώσω για να υποδεχτώ το νέο έτος, έναν φόρο τιμής στον σπουδαίο Χιλιανό συγγραφέα Ρομπέρτο Μπολάνιο.
Διαβάζοντας το Φυλαχτό του είχα προσέξει μια φευγαλέα αναφορά στην εκατόμβη -την αρχαία τελετουργική σφαγή εκατό βοδιών. Αποφάσισα να γράψω μια εκατόμβη για εκείνον - ένα ποίημα εκατό στίχων. Θα ήταν ένας τρόπος να τον ευχαριστήσω που ξόδεψε το τελευταίο διάστημα της σύντομης ζωής του για να ολοκληρώσει το αριστούργημά του, το 2666. Μακάρι να είχε υπάρξει κάποια ειδική παρέμβαση της Θείας Πρόνοιας που θα του είχε επιτρέψει να ζήσει. Γιατί το 2666 έμοιαζε να είναι στημένο ώστε να συνεχίζεται στο διηνεκές, για όσο καιρό ο συγγραφέας του θα ήθελε να γράφει. Τέτοιο θλιβερό και άδικο ριζικό έλαχε στον ωραίο Μπολάνιο, να πεθάνει στα πενήντα του χρόνια, πάνω στην ακμή των δυνάμεών του. Η απώλειά του και αυτά που δεν πρόλαβε να γράψει μας στέρησαν τουλάχιστον ένα μυστικό του κόσμου.

Ας ξεκινήσουμε από το προφανές. Το M Train γράφτηκε για να ικανοποιήσει μια βαθύτερη ανάγκη της Πάτι Σμιθ. Ποια ανάγκη ακριβώς είναι δύσκολο να εντοπιστεί, θυμίζει την ανάγκη ενός ποιητή να ξεφορτωθεί στο χαρτί έναν στίχο ή ενός ζωγράφου να λερώσει τον καμβά του. Ο αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο καταγράφει η Σμιθ το χάος μέσα από το οποίο αναδύονται σκέψεις, όνειρα και συμβάντα, έναν τρόπο ήρεμο και χαμηλού προφίλ, χωρίς διάθεση για ήρωες και θύματα, το ελάχιστο που ξεπηδά και δίνει τον ρυθμό, η απουσία διάθεσης να κινήσει από κάπου και να καταλήξει κάπου άλλου, οι κύκλοι που όλο ολοκληρώνονται και όλο μοιάζουν φαύλοι, η ιεροτελεστία της καθημερινότητας που όμως απέχει τόσο από το να χαρακτηριστεί ρουτίνα, αυτά, ανάμεσα σε τόσα άλλα, παρασέρνουν τον αναγνώστη σε έναν τόπο ρεαλιστικό και μαγικό ταυτόχρονα, σε έναν τόπο, όπου πρωταγωνιστεί η αγάπη για το φαινομενικά ελάχιστο, χωρίς να φωνάζει και να αυτοϊκανοποιείται.

Αν το μυαλό σας πάει σε μια ανθρώπινη Πάτι Σμιθ, τότε λυπάμαι αλλά πάλι θα σας απογοητεύσω, ούτε αυτό συμβαίνει. Σκεφτόμουν, σε απόσταση από τη μαγεία που αποπνέει το βιβλίο, κάτι πρακτικό: πώς γίνεται ένας καλλιτέχνης με το διαμέτρημα και την αναγνωρισιμότητά της να περιδιαβαίνει τους δρόμους, να καταφεύγει στο ίδιο καφέ, να ταξιδεύει με το τρένο και να μην βιώνει την ένταση της αγάπης των θαυμαστών, την ανάγκη τους για μια φωτογραφία ή ένα αυτόγραφο; Η απάντηση κάποιου πως η Νέα Υόρκη είναι ένα μέρος αρκετά κουλ δεν με ικανοποίησε. Θα είναι η αύρα της, αυτή που ενώ γοητεύει ταυτόχρονα δημιουργεί μια ασπίδα προστασίας από τον έξω κόσμο, έτσι όπως διαφαίνεται μέσα από το βιβλίο τουλάχιστον.

Και όμως χρειάζεται απόσταση για να σκεφτεί κανείς την Πάτι Σμιθ διαβάζοντας το βιβλίο αυτό. Μοιάζει παράξενο κάτι τέτοιο όταν πρόκειται για ένα βιβλίο που έχει ως κεντρικό άξονα εκείνη, ακόμα και αν δεν πρόκειται για αυτοβιογραφία· ίσως μόνο αν κάποιος διαβάσει το M Train θα μπορέσει να καταλάβει αυτό που λέω.

Ένας παραμυθένιος τρόπος περιδιάβασης στην καθημερινότητα από μία ποιήτρια, ίσως κάτι τέτοιο να με ικανοποιούσε ως διατύπωση, υπενθυμίζοντας πως τα παραμύθια μπορεί να είναι και σκοτεινά, η καθημερινότητα πεζή και η ποιήτρια αμήχανη μπροστά στη λευκή σελίδα.

Ένα τρομερό βιβλίο, την έκδοση του οποίου στα ελληνικά περίμενα με πραγματική λαχτάρα.

υγ. Δύο χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει το επίσης υπέροχο Πάτι και Ρόμπερτ (περισσότερα εδώ).  


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κέδρος

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2015

Και η αγάπη πάλι θα καλεί #2

(πηγή rockap.gr)



Ήδη από την ανακοίνωση της επικείμενης συναυλίας των Διάφανων Κρίνων τα συναισθήματα ήταν ανάμεικτα, ένα διαρκές aller-retour Χαρά-Θλίψη. Από τη μία, η δυνατότητα να δει κανείς ζωντανά μια αγαπημένη μπάντα· είτε επρόκειτο για εκατοστή φορά, είτε για πρώτη, μικρή σημασία είχε· άλλωστε στη χώρα μας δεν έχουμε την πολυτέλεια ύπαρξης πολλών συγκροτημάτων με την επιδραστικότητα των Κρίνων. Από την άλλη, η ασθένεια του Θάνου, που αποτέλεσε και την αφορμή για την επανένωση αυτή. Στη συνέχεια, αποσυντονισμένος από τη θερινή ραστώνη, διαβάζω πως τα εισιτήρια για τη συναυλία εξαντλήθηκαν. Χαρά για το γεγονός, η εμπορική επιτυχία ήταν άλλωστε το βασικό ζητούμενο. Παρά την άμεση αναγγελία για την οργάνωση και δεύτερης μέρας, εγωιστικά ορμώμενος σκέφτομαι: μα την πρώτη μέρα θα έπρεπε κανονικά να είναι εκεί κανείς. Εντούτοις αγοράζω εισιτήριο για τη δεύτερη μέρα την ίδια στιγμή.

Περπατώντας το απόγευμα της Παρασκευής προς την Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι, και αφού είχα αντισταθεί και δεν είχα υποκύψει στην πρόκληση να παρακολουθήσω μέσω διαδικτύου στιγμιότυπα από την προηγούμενη βραδιά, επιθυμώντας να βρεθώ εκεί όσο το δυνατόν πιο "καθαρός", αναρωτιόμουν για τις ηλικίες των θεατών. Βλέπετε, τα Διάφανα Κρίνα διαλύθηκαν πριν από έξι χρόνια, και το γεγονός αυτό το θεωρούσα καταλυτικό, ένα χρονικό όριο ανάμεσα σε εκείνους που τους αγάπησαν -μεταξύ πολλών άλλων- για τα τρίωρα λάιβ τους και στους υπόλοιπους. Έπεσα έξω, γεγονός που φάνηκε ξεκάθαρα όταν οι ρυθμοί ανέβηκαν και η πιτσιρικαρία έστησε έναν τρελό χορό στις πρώτες σειρές της αρένας.

Πριν από την είσοδο των Κρίνων στη σκηνή, προηγήθηκαν οι Last Drive και ο Γιάννης Αγγελάκας με τη νέα του μπάντα, οι οποίοι φρόντισαν να προθερμάνουν ένα κοινό, το οποίο, περισσότερο από συνήθως, λαχταρούσε το κυρίως πιάτο της βραδιάς. Ανάμεσα στα ευχάριστα η καταληκτική ατάκα του Αγγελάκα, που ανανέωσε το ραντεβού του με το κοινό για τον χειμώνα, δημιουργώντας έτσι προσδοκίες για την επανεμφάνισή του έπειτα από ένα αρκετά μεγάλο διάστημα αποχής από τα μουσικά πράγματα.

Και κάπως έτσι ήρθε η ώρα να εμφανιστούν επί σκηνής τα Κρίνα. Αρχικά οι μουσικοί, οι γνωστοί τέσσερις (Παντελής Ροδοστόγλου, Νίκος Μπαρδής, Κυριάκος Τσουκαλάς, Τάσος Μαχάς) και μαζί τους στα πλήκτρα ένας φίλος από τα παλιά, ο Παναγιώτης Μπερλής, ο οποίος αποχώρησε το 2000. Οι πρώτες νότες, ο γνώριμος ήχος και η φυσική παρουσία των μουσικών στη σκηνή δημιούργησαν μια υπέροχη αίσθηση οικειότητας. Στην εξίσωση, μαζί με τη χαρά, μπήκε και η συγκίνηση. Με το τέλος του ορχηστρικού κομματιού ήρθε η σειρά του Θάνου Ανεστόπουλου να βγει στη σκηνή, το ζεστό και ενθουσιώδες χειροκρότημα υποδοχής ήταν ένα ελάχιστο προκαταβολικό ευχαριστώ εκ μέρους του κόσμου. Καταπονημένος, αλλά όρθιος, πήρε τη θέση του μπροστά στο μικρόφωνο παρέα με το γνώριμο αναλόγιο. Τον θυμάμαι κάποτε, πάνε χρόνια, να λέει: είναι καταπληκτικό αυτό που συμβαίνει στις συναυλίες μας, μοιάζει να είμαι ο μοναδικός που χρειάζεται σκονάκι για τους στίχους.

Μες στα βάθη της γης,
ξέρω ένα βοτάνι,
που τη λήθη χαρίζει σε αυτούς που αγαπήσαν.
Αν το βρεις, αν το βρεις, χάρισέ το σε μένα...

Ξαφνικά το παρελθόν φάνταζε τόσο κοντινό, κανείς δεν φάνηκε να έχει ξεχάσει τους στίχους συνοδεύοντας τον Θάνο στα φωνητικά, ενώ όλοι έδειχναν να έχουν ξεχάσει τη δυσάρεστη αφορμή, παραδομένοι στη μουσική έκσταση, μια γιορτή ιδιαίτερη, όπως αυτές που μόνο τα Κρίνα ξέρουν να στήνουν, μια γιορτή ρεαλισμού και ποίησης, στοχασμού και μνήμης. Για τρία τραγούδια ανέβηκε στη σκηνή μαζί τους ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, φίλος από παλιά του συγκροτήματος, με συμμετοχές ως μουσικός σε διάφορα άλμπουμ τους. Είπε όσα αρκετοί, ίσως οι περισσότεροι, από εμάς θα ήθελαν να πουν, αναφερόμενος στα Κρίνα, ευχαριστώντας τους όχι μόνο για όσα μας πρόσφεραν αλλά και για τη στάση τους εν γένει σε μια περίοδο που οι αξίες φθίνουν. Οι νεότεροι των θεατών έδιναν τον τόνο, με χορό μέχρι τελικής πτώσης, επενέβαιναν στον φωτισμό με τους πυρσούς που άναβαν. Ούτε μια παραγγελιά δεν ακούστηκε, ήταν η βραδιά των Κρίνων άλλωστε, εκείνοι είχαν το γενικό πρόσταγμα. Τι να πρωτοζητήσει άλλωστε κανείς; Και η συναυλία κυλούσε, και ο Θάνος έμοιαζε να παίρνει φωτιά, να ανακτά άμεσα τις δυνάμεις του, όταν έδειχναν να τον εγκαταλείπουν. Γύρω στα μεσάνυχτα έφτασε η στιγμή για το αντίο, για το εις το επανιδείν θα έλεγα εγώ. Μια υπόκλιση και ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, λίγα λόγια ευχαριστίας και αποχώρηση από τη σκηνή. Ο κόσμος επέμεινε, κανείς δεν κουνήθηκε, οι μουσικοί επανήλθαν για ένα ορχηστρικό κομμάτι, ο Θάνος όχι. Ίσως έτσι να έπρεπε.

Και ενώ σίγουρα δεν είχε μεγάλη σημασία στη συναισθηματική πρόσληψη της συναυλίας, είναι απαραίτητο να αναφερθεί κανείς τόσο στον σπουδαίο ήχο, όσο και στον κατάλληλο φωτισμό, που υποστήριξαν τεχνικά την εμπειρία αυτή, και να δώσει συγχαρητήρια σε όσους βοήθησαν σε αυτό.

Επειδή τα πάντα είναι θέμα σύγκρισης, φεύγοντας από το Γκάζι, αναλογιζόμουν πόσο καιρό είχα να βιώσω κάτι ανάλογο, ένα βίωμα τόσο έντονο και καθαρτήριο. Πολύ, σίγουρα πολύ, ήταν η απάντηση.

Βάλτε να πιούμε!  

(πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Χανιώτικα Νέα)

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2015

Η αγάπη πάλι θα καλεί



Μάιος 2009. Για τις 10 του μήνα, Κυριακή, υπάρχει ένα εισιτήριο ανοιχτής επιστροφής στο όνομά μου για Ισπανία, ένα νέο μονοπάτι ανοίγεται μπροστά μου. Όταν έμαθα πως τα Διάφανα Κρίνα θα είχαν συναυλίες στο Αν στις 8 και 9 ενθουσιάστηκα. Η πρώτη, αυθόρμητη σκέψη ήταν να πάω και τις δύο μέρες, όμως τελικά, συμπεριλαμβάνοντας και τη λογική στην εξίσωση, αποφάσισα να πάω μόνο στη συναυλία της Παρασκευής, ώστε το Σάββατο να μείνει ανοιχτό για βαλίτσες και αποχαιρετισμούς. Τελικώς το λάιβ του Σαββάτου ματαιώθηκε, στο κέντρο της πόλης θέλησαν να παρελάσουν γαλανόλευκες σημαίες, τότε που το φίδι έμοιαζε να κοιμάται και μόνο ελάχιστοι επαγρυπνούσαν. Αργότερα, ενώ ήμουν μακριά, έμαθα για τη διάλυση του συγκροτήματος που περισσότερο από κάθε άλλο διαμόρφωσε την εφηβεία μου. Φήμες ακολούθησαν, φήμες για τσακωμούς και ίντριγκες, εκείνοι, πιστοί στη χρόνια στάση τους, χειρίστηκαν τον χωρισμό με εσωστρέφεια. Μου έμεινε μια γεύση γλυκόπικρη, η παρουσία στην τελευταία τους συναυλία έκλεινε έναν κύκλο για μένα, γεγονός που θα το συνειδητοποιούσα εν καιρώ.

Έξι χρόνια μετά, τα Διάφανα Κρίνα βρίσκονται ξανά στη σκηνή, στις 10 Σεπτεμβρίου, στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων στο Γκάζι. Η αφορμή είναι στενάχωρη, η ασθένεια του Θάνου. Όμως εγώ ακόμα θυμάμαι, ανάμεσα σε άλλα, σε κάποια συνέντευξή τους να δηλώνουν την απέχθεια τους σε μια αρκετά συνηθισμένη και αποδεχτή στάση ζωής που έγκειται στο να καταχωνιάζει κανείς τη σκόνη κάτω από το χαλάκι, επιδεικνύοντας το καθαρό του σπίτι.       


Τώρα που τίποτα δεν έχει απομείνει
μένει να βρούμε τη ζωή μας ξανά
έλα να στήσουμε ένα ωραίο πανηγύρι
πάνω απ' αυτή την άβυσσο που χάσκει για μας.




info: Η συναυλία της Πέμπτης έγινε sold out νωρίς, έτσι προστέθηκε και η Παρασκεύη. Δύο βράδια λοιπόν!

 

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014

Εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα.




Εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα, μου μετέφρασε από τα αγγλικά τον στίχο. Δεν είναι πως δεν ξέρω αγγλικά, αλλά με διακρίνει μια ανικανότητα να αποκωδικοποιήσω τα λόγια των τραγουδιών, λέω μάλιστα επ' αυτού: για μένα η φωνή είναι ένα ακόμα όργανο· το λέω και μόνος μου, προτρέχοντας, δίχως κάποιος να με ρωτήσει, ποιητική κάλυψη μιας αδυναμίας. Δεν θα ρωτούσα, εάν δεν περνούσαμε ένα ηλιόλουστο απόγευμα ακούγοντας σε επανάληψη αυτό το κομμάτι, μια πράξη ύψιστης αντίστιξης, δίχως να μπορώ να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ με αυτόν τον όρο, που όμως, παραδόξως ίσως, περιγράφει με σαφήνεια την εμπειρία εκείνη· μου θυμίζει μια συναυλία, είπε, δίχως να προσθέσει τίποτα παραπάνω. Δεν μου το είπε παρά αργότερα εκείνο το βράδυ, αφού πρώτα μου μετέφρασε τον στίχο, και ο συλλογισμός μου ακολούθησε νέα μονοπάτια, άλλη ιστορία είχα πλάσει εγώ αρχικά, και ας μην είχα τις λέξεις. Δεν μου το είπε, λοιπόν, παρά αργότερα εκείνο το βράδυ, με το αλκοόλ υπομονετικό κυρίαρχο και ενώ το τραγούδι συνέχιζε να επανέρχεται και να υποχωρεί: εάν έχεις φαντάσματα, τότε έχεις τα πάντα.

Χτες ήταν η δική μου σειρά, και εκείνος δεν ήταν εδώ.



Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

Σαν όλα αυτά που φύγανε - Σταύρος Δάλκος





Είναι γεγονός πως σχεδόν απέκλεια την πιθανότητα να εμπλακώ συναισθηματικά, τώρα πια, με έναν δίσκο "έντεχνο", θεωρούσα πως ο κύκλος αυτός είχε δια παντός κλείσει και πως μόνο λίγα διαλεχτά κομμάτια και δημιουργοί ηλικιώθηκαν μαζί με μένα και τα ακούσματά μου.  Όμως όχι. Την προηγούμενη Τρίτη, γυρίζοντας σπίτι, βρήκα ένα μήνυμα από τον Ν., το οποίο περιείχε ένα σύνδεσμο και μια προτροπή: άκουσέ το!

Και όμως, όλα είχαν κινήσει ήδη μια βδομάδα πριν.

Αναζητούσα ένα από εκείνα τα παλιά κομμάτια που συνηθίζουν να μου χτυπούν την πόρτα σωτήρια κάποιες στιγμές. Αδυνατούσα να θυμηθώ αν όντως υπήρχε η ψηφιακή του εγγραφή στον ιστό ή αν η ανάμνηση των ζωντανών εμφανίσεων των Σέπια το είχε χαράξει τόσο έντονα. Τα παράτησα μάλλον γρήγορα. Ανυπόμονος γαρ.

Οι φίλοι μου, έτσι λέγεται το τραγούδι, υπάρχει στο δίσκο, Σαν όλα αυτά που φύγανε. Επέστρεψα τρεις φορές, αυτό το κομμάτι έπρεπε για πλήθος λόγων να το ακούσω και να το μοιραστώ, ακόμα και μια βδομάδα μετά από την γέννηση της επιθυμίας.

Κάθε βράδυ έρχονται σπίτι
οι φίλοι μου

Μπουσουλάνε στη φλοκάτη
έρπουν κάτω απ' το κρεβάτι
οι φίλοι μου

Πόσο αστείοι είναι που κοιτούνε
να βρουν σκόνες στις πολυθρόνες
οι φίλοι μου

Αχ οι φίλοι που έχουν φύγει
μια για πάντα απ' τη ζωή μου

Ύστερα αφέθηκα στη λίστα αναπαραγωγής, δίχως προσδοκίες ιδιαίτερες, μάλλον εξαιτίας της δεδομένης νευρικής κούρασης εκείνης της βραδιάς. Έμεινα στην καρέκλα για όσο διαρκούν δύο ακροάσεις, έκπληκτος. Ύστερα ξάπλωσα, αρκετά νωρίτερα από το συνηθισμένο.

Το επόμενο πρωί η ανάμνηση της ακρόασης είχε θεριέψει, δεν ήταν πια μόνο Οι φίλοι μου, ήταν το σύνολο του δίσκου. Μεγάλη υπόθεση.

Εκείνο που με έλκει σε αυτό το είδος είναι οι λέξεις, όμως ταυτόχρονα είναι και εκείνο που με απωθεί, ο λόγος που πια δεν ξεσηκώνομαι. Εδώ οι λέξεις υπηρετούν και υπηρετούνται με αγάπη, δίχως την υπερβολή και την γλυκύτητα της ομφαλοσκόπησης του δημιουργού γύρω από τη σημαντικότητα του κόσμου του και την ατυχία του έρωτά του, κάτι το οποίο διαφαίνεται ήδη από το πρώτο κομμάτι, στο οποίο ο Δάλκος μελοποιεί το ποίημα της Έμιλυ Ντίκινσον, Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου.

Δεν μπορώ να ζήσω μαζί σου
γιατί αυτό θα 'ταν ζωή
και η ζωή μου είν' εκεί
ακίνητη στο ράφι.
[...]
Δεν μπορώ να πεθάνω μαζί σου
γιατί ο ένας πρέπει να περιμένει
του άλλου να κλείσει τα μάτια, -
εσύ δεν θα μπορούσες.

Κι εγώ πώς θα στεκόμουν
βλέποντάς σε λίγο λίγο να παγώνεις,
χωρίς να έχω δικαίωμα να παγώσω κι εγώ,
προνόμιο μόνο του θανάτου;
 (μετάφραση Αγγελική Σιδηρά)

Με τη φωνή μπροστά αλλά δίχως να φωνάζει, δίχως να απαιτεί την προσοχή και ακριβώς γι' αυτό να την κερδίζει τελικά. Είναι σύνηθες γνώρισμα του θεατή/αναγνώστη/ακροατή να εγωποιεί το δημιούργημα. Κάπως έτσι ένιωσα, πως αυτός ο δίσκος ήρθε την κατάλληλη στιγμή, τώρα που τον είχα ανάγκη, η αναζήτηση του Ελ Ντοράντο διαρκής, ο Πόε επίκαιρος:

Μέρα-νύχτα περπατεί
ιππότης όλο θάρρος
τραγουδώντας πως θα βρει
τη χώρα του Ελντοράντο

Μα η ματιά του γέρασε
κι ο ιππότης πέφτει κάτω,
βαριά που νιώθει την καρδιά
καθώς δεν βρίσκει πουθενά
τη χώρα του Ελντοράντο

Μαύρον ίσκιο συναντά
στον δρόμο του απάνω
"Ίσκιε" είπε
"πού θα βρω τη χώρα του Ελντοράντο;"

"Πάνω από του Φεγγαριού
την πιο ψηλή χαράδρα,
κάτω κι από των Σκιών
την τρομερή κοιλάδα
θ' ανέβεις και θα κατεβείς"
του είπε η Σκιά "σαν θες να βρεις
τη χώρα του Ελντοράντο"
 (Μετάφραση: Σταύρος Δάλκος, βασισμένος στη μετάφραση του Κώστα Ουράνη)
 
Η εμπλοκή τελικώς αναπόφευκτη και σωτήρια. Ολόκληρο το δίσκο, Σαν όλα αυτά που φύγανε, μπορείτε να τον ακούσετε εδώ.



  

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

Κόρε.Ύδρο @ Gagarin





Αρχές του 2007, χαζεύω τις λίστες με τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που πέρασε σε γνωστό free press. Στην κορυφή της εγχώριας παραγωγής φιγουράρει ο δίσκος των Κόρε.Ύδρο με τον προβοκατόρικο τίτλο, Φτηνή ποπ για την ελίτ. Δεν τους έχω ακούσει ξανά, ούτε καν σαν όνομα. Αγόρασα το δίσκο από ένστικτο. Η πρώτη ακρόαση με αφήνει με ανάμεικτα συναισθήματα, ταυτόχρονη έλξη και απώθηση. Η παράξενη φωνή, οι ιδιαίτερες ενορχηστρώσεις, οι πομπώδεις στίχοι. Ξέρω τη λύση, αφήνω το cd στο αμάξι, εκεί λαμβάνω τις τελικές κρίσεις στη μουσική, νιώθω πως η συγκέντρωσή μου φτάνει σε υψηλά επίπεδα.

Δεν ήταν απλή υπόθεση, καμία σχέση που πρόκειται να αντέξει στον χρόνο δεν είναι απλή υπόθεση και ας είμαστε διατεθειμένοι να το πιστέψουμε εξαιτίας μιας έμφυτης ροπής στην ευκολία. Το Όχι πια έρωτες ταίριαζε στην περίοδο, αποδείχτηκε πως ταιριάζει σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση, ίσως εξαιτίας του πληθυντικού, έχει την ικανότητα να απευθύνεται στο κάθε επιμέρους εσύ που φωνάζοντας αλτ απαιτεί την ανάταση των χεριών. Η ακρόαση έγινε σχεδόν καθημερινή, οι στίχοι παραμέρισαν και η φωνή πια δεν ξένιζε αλλά έπαιζε ρόλο κυρίαρχο. Η μελωδία του πιάνου, τα ηλεκτρικά ξεσπάσματα, οι παύσεις και οι εντάσεις. Σύνολο που απαιτούσε χρόνο σχεδόν αντίστοιχο της σύνθεσης.

Ένα χρόνο αργότερα, λειτούργησε ως soundtrack στο ταξίδι της επιστροφής με αυτοκίνητο από τη Νάουσα. Ο Α. δεν είχε υπολογίσει καλά την απόσταση με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κενό μουσικό, βρήκα ευκαιρία και έχωσα το δισκάκι στη σχισμή. Στο τέλος της ακρόασης εκείνος είπε : "είναι πολύ παράξενοι, με την καλή έννοια".

Τα χρόνια πέρασαν και οι Κόρε.Ύδρο πήραν τη θέση τους στο πάνθεον των αγαπημένων. Κάποτε ήρθαν στην Αθήνα και εγώ προσπαθούσα μάταια επί ώρα να πείσω κάποιον να έρθει μαζί μου - τότε ντρεπόμουν να πάω μόνος μου - , προτίμησαν τις μπύρες και εγώ το μετάνιωσα, μα ήταν - όπως πάντα - αργά. Από τότε πέρασαν χρόνια, ήρθαν ξανά για λάιβ αφού κυκλοφόρησαν το δίσκο Η γενιά του 78, ούτε τότε πήγα. Οι περιγραφές σχετικά με τις συναυλίες τους ήταν αποθεωτικές, όχι μόνο στις επίσημες κριτικές αλλά και στις προφορικές εξιστορήσεις. Μιλούσαν όλοι για την απίστευτη σχέση ανάμεσα στο γκρουπ και στο κοινό. Κρατούσα μικρό καλάθι.

Φέτος ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Μετά από την κυκλοφορία του τελευταίου τους δίσκου , Απλές ασκήσεις στον υπαρξισμό, θεωρούσα δεδομένη την κάθοδό τους από την Κέρκυρα στην Αθήνα, απέμενε απλώς η ανακοίνωση της ημερομηνίας.

Τη συναυλία άνοιξε ο Lumiere Brother με την μπάντα του, μουσικός ιδιαίτερα αγαπητός - αν και ίσως έχει περάσει λίγο απαρατήρητος - ανέλαβε να θερμάνει το κοινό. Οι περισσότεροι έχασαν το support εξαιτίας της κακής συνήθειας να προσέρχονται μία ώρα μετά την ώρα έναρξης έχοντας δεδομένο πως μια συναυλία δε γίνεται να αρχίσει στην ώρα της... Τέλος η γκρίνια. Ο πρώτος δίσκος του με τίτλο Fiction με είχε ενθουσιάσει (όπως μπορείτε να διαβάσετε εδώ) ενώ ο φετινός ακόμα δεν τα έχει καταφέρει. Μετά από ένα περιεκτικό σετ αποτελούμενο από παλιά και καινούρια τραγούδια, κατέβηκαν για να δώσουν τη θέση τους στους Κερκυραίους.

Η πρώτη εικόνα ήταν κάπως πικρή αφού ο ήχος - αρχικά - ήταν κακός, με το πέρας της ώρας η κατάσταση βελτιώθηκε σαφέστατα, καθώς από σκηνής οι Κόρε.Ύδρο έδιναν τον καλύτερο τους εαυτό και ο κόσμος ανταπέδιδε την ενέργεια. Δύσκολη εξίσωση άλλωστε η παρουσία τόσων μουσικών επί σκηνής. Η δεδομένη αφαίρεση του πουκαμίσου από τον Παντελή (τον τραγουδιστή-περφόρμερ του συγκροτήματος) σκόρπισε μια αυθεντική έκσταση στον κόσμο, η διαρκής κινητικότητά του και η διάθεση του να προσγειώνεται στο κοινό δημιούργησαν πονοκέφαλο στους υπεύθυνους ασφαλείας της σκηνής. Αμέτρητες οι φορές που βρέθηκε στα χέρια του πλήθους τις περισσότερες απ' αυτές σέρνοντας μαζί του και το μικρόφωνο με το καλώδιο. Οι μουσικοί είχαν στήσει το δικό τους πάρτυ στη σκηνή, απολάμβαναν την κάθε στιγμή του λάιβ. Δεν έχω ιδέα πόση ώρα έπαιξαν, ο χρόνος εξαφανιζόταν συχνά πυκνά.

Πραγματική εμπειρία, στιγμές κάθαρσης, γέλιο και συγκίνηση, αυθεντικότητα παρά τα αμέτρητα ροκ/πανκ κλισέ. Είχα καιρό να δω τέτοιον πανζουρλισμό μπροστά στη σκηνή, ιδρώτας, σπρωξίδια, ένας παράξενος χορός. Το κλείσιμο της βραδιάς νομίζω είναι αποκαλυπτικό του τι προηγήθηκε, ρίξτε μια ματιά εδώ.

Ο κατάλληλος τρόπος να κλείσει μια βδομάδα όπως αυτή που προηγήθηκε.


Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Γιάννης Χαρούλης @ Τεχνόπολις

Ήταν η συναυλία - απωθημένο της χρονιάς. Ο Χαρούλης εμφανιζόταν για μεγάλο διάστημα σε γνωστή σκηνή της Αθήνας, από βδομάδα σε βδομάδα το ανέβαλα και τελικά δεν τα κατάφερα. Ίσως καλύτερα γιατί είναι μερικοί δημιουργοί οι οποίοι ταιριάζουν καλύτερα στον ανοιχτό αέρα.

Κάθε φορά, μαζί με τους υπόλοιπους μουσικούς, κάνουν ένα βήμα μπροστά. Ίσως αυτό να οφείλεται στις αρκετές συναυλίες που πραγματοποιούν, ίσως στις πρόβες, ίσως στην προσωπική μελέτη και σχέση του κάθε μουσικού με το όργανό του, πιθανότατα σε όλα τα προηγούμενα. Μια άρνηση για στασιμότητα. Φαίνεται κυρίως στα τραγούδια που γνώρισαν μεγαλύτερη επιτυχία από τα υπόλοιπα. Ζωντανοί οργανισμοί που δραπέτευσαν από την ηχογράφηση. Τα πνευστά και το λαούτο δίνουν άλλη διάσταση στον ήχο, μετατρέποντας το σύνολο σε κάτι ξεχωριστό, προσωπικό. Έθνικ με την καλή έννοια. Η μουσική δεν συμπληρώνει απλώς το στίχο αλλά είναι απαιτητική, ζητά την προσπάθεια του μουσικού και εκείνοι αρπάζουν το γάντι της πρόκλησης. Το κοινό, αν και πολυπληθές, δε δυσανασχετεί αλλά απολαμβάνει αυτή την εξέλιξη χωρίς ίχνη κενού εντυπωσιασμού.

Ο Χαρούλης δεν είναι ένας ακόμα τραγουδιστής με ωραία φωνή αλλά ένας ιδιαίτερος δημιουργός ο οποίος έχει την τύχη να πλαισιώνεται από σπουδαίους μουσικούς. Δεν είναι όμως μόνο η τεχνική το ζητούμενο σε μια συναυλία, σημαντικό ρόλο παίζουν η ψυχή και η διάθεση. Οι επί σκηνής έδειχναν να απολαμβάνουν τη συναυλία εξίσου (αν όχι περισσότερο) από τους θεατές. Φαντάζομαι πως ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί πόσο κουραστική είναι μια τρίωρη συναυλία, και όμως η ενέργεια δεν έλειψε ποτέ. Αν τα χρονικά όρια που δίνει ο χώρος δεν ήταν τόσο συγκεκριμένα τότε σίγουρα θα ήταν δύσκολο για τον Χαρούλη και την παρέα του να κατεβούν από τη σκηνή και όχι αποκλειστικά και μόνο λόγω της δεδομένης λαϊκής βούλησης.

Η συναυλία αυτή ήταν επίσης ιδιαίτερη καθώς αποτέλεσε την πρώτη ζωντανή παρουσίαση του νέου δίσκου του Κρητικού τραγουδοποιού, Μαγγανείες, ο οποίος κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες. Ο δίσκος είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Γιάννη Χαρούλη με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, συνεργασία για την οποία ακούγαμε χρόνια και έτεινε να εξελιχθεί σε αστικό μύθο αλλά που τώρα επιτέλους κυκλοφόρησε.

Κάτι άλλο το οποίο θα ήθελα να προσθέσω σχετικά με την επί σκηνής παρουσία του Χαρούλη είναι η έλλειψη υπέρμετρης κρητικοσύνης, στοιχείο το οποίο συντελεί στο χαμηλό προφίλ του δημιουργού.

Οι διασκευές δεν αποτέλεσαν συμπλήρωμα χρονικό ώστε να καλυφθεί το πρόγραμμα. Το "Δε λες κουβέντα" ήταν μία από τις πολλές συγκλονιστικές στιγμές της βραδιάς.

Όταν έμαθα πως είχαν εξαντληθεί τα εισητήρια ανησύχησα, φοβήθηκα πως λόγω της επερχόμενης κοσμοσυρροής δε θα απολάμβανα τη συναυλία. Τελικώς διαψεύστηκα καθώς στα δεξιά της σκηνής τουλάχιστον μπορούσες άνετα να σταθείς και να αφεθείς αποκλειστικά στη μουσική χωρίς να κινδυνεύεις από αγοραφοβία.

Η συναυλία της Τετάρτης ήταν η πρώτη της καλοκαιρινής περιοδείας του Χαρούλη και της παρέας του που για ακόμα ένα καλοκαίρι θα βρεθούν σε πολλά σημεία της χώρας. Μην τους χάσετε!

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Θέλω να ακούσω ένα παράξενο τραγούδι

Κατά την προσωπική μου άποψη ο Παυλίδης είναι ένας από τους σημαντικότερους στιχουργούς. Έχει μια απίστευτη ικανότητα να δημιουργεί εικόνες, να λέει ιστορίες. Ίσως αυτό να οφείλεται στην κληρονομικότητα, ο παππούς του ήταν βλέπετε παραμυθάς.


"Θά΄θελα νά' μουν σαν εσένα,
ιστιοφόρο με τα πανιά του απλωμένα,
αυτούς που με οδηγούν στην καταιγίδα,
σε κάθε αμμουδιά να τους χαρίζω μια πατρίδα"


Το Σάββατο το βράδυ, μετά από ένα χρόνο, τον είδα πάλι live. Χόρεψα και συγκινήθηκα. Πέρασαν τα χρόνια και όμως ακόμα τα τραγούδια του με αγγίζουν, είναι τρομερά ιντριγκαδόρικο για μένα το γεγονός αυτό. Μάλλον όμως δεν είμαι μόνος, όσο πιο πίσω στο χρόνο μας ταξίδευε τόσο ο κόσμος γούσταρε.


"Το είπε παλιά και ο μάγκας που δήλωσε θεός,
χωρίς αγάπη όλους ο διάολος θα μας πάρει"


Πόσα χρόνια είχα να ακούσω τον παραπάνω στίχο άραγε; Ήταν σα χτες θαρρείς που το άκουγα από την κασσέτα στο walkman ενώ η υπόλοιπη παρέα έκανε μπάνιο στη θάλασσα. Σήμερα με λίγους από εκείνους κρατώ επαφές, παίζουν όλες οι πιθανές δικαιολογίες, ο χρόνος, η ζωή, τα ενδιαφέροντα, οι έρωτες.

Είναι ίσως το πιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της μουσικής αυτή η χρονική συσσώρευση που λαμβάνει χώρα στις συναυλίες. Τραγούδια που τα έχεις συνδυάσει με συγκεκριμένες καταστάσεις, πρόσωπα, εποχές, τώρα τα ακούς υπό άλλο πρίσμα, άλλοτε η μαγεία χάνεται για πάντα και άλλοτε μια γλυκιά νοσταλγία σε επισκέπτεται.


"Μπορεί στα αλήθεια τσιριτρό να πει όλοι με λένε χαζό,
γιατί όπως στήσει την παγίδα του με πιάνει,
ίσως σημαίνει τσιριτρί εγώ είμαι ένα χαζό πουλί
εμένα ο ουρανός αυτός μου φτάνει"


Η αποχώρηση του από τα Μωρά Στη Φωτιά είναι ένα από τα πιο καυτά κουτσομπολιά των λίγων, ήταν άραγε όντως μια γυναίκα η αιτία για να χαλάσει η φιλία τους με τον Σαλβαδόρ;
Ύστερα από μια απουσία στο εξωτερικό επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη και δημιουργεί τα Ξύλινα Σπαθιά τα οποία και θα αποτελέσουν τον τρίτο πόλο μαζί με τις Τρύπες και τα Διάφανα Κρίνα. Συχνά πολλοι κατηγορούσαν ως φλώρους όσους άκουγαν Σπαθιά και ως καταθλιπτικούς όσους άκουγαν Κρίνα, οι Τρύπες είχαν πάντα ευρύτερη αποδοχή. Ο Παυλίδης σε κάθε ευκαιρία δήλωνε πως η μουσική του είναι ποπ, λέξη ταμπού για τους ψαγμένους ακροατές για τους οποίους το ροκ λειτουργούσε ανέκαθεν ως κολυμπήθρα.


"Πόσες φορές θα στρίψει αυτή η σφαίρα,
ώσπου να αρχίσω πια να σε εμπιστεύομαι,
ώσπου να πάψω να φοβάμαι,
μου είχες πει πως θα έρθει κάποια μέρα,
ότι αντικρίζω θα το ερωτεύομαι,
τώρα αρχίζω και θυμάμαι"


Το Λιωμένο Παγωτό είναι πολύ ψηλά στη λίστα με τα τραγούδια που όλοι ανεξαιρέτως έχουμε ακούσει εκατοντάδες φορές, άσχετα αν τις περισσότερες δεν αποτέλεσε επιλογή μας. Παρόμοια ιστορία, όπου το τραγούδι ξεπερνάει το δημιουργό και πια χάνει την αξία που είχε για αυτόν και τον κάνει να νιώθει άβολα καθώς το κοινό επιμένει να ζητά να ακούσει αυτό το Ένα κομμάτι, όπως συνέβη και με το Creep των Radiohead. Αυτό που θα ήθελα ίσως θα ήταν να ακούσω μια άλλη προσέγγιση του ίδιου τραγουδιού από τον ίδιο τον δημιουργό του.


"Μη με ρωτάς αν η αγάπη ανασταίνει,
μου είπε κάποιος κάποτε το είδε να συμβαίνει,
θυμίσου τότε που σε άφησαν μονάχο
το σκορπιό που βρήκες όταν σήκωσες το βράχο,
το βράχο που επάνω του το κάστρο φτάνει στους ουρανούς"


Δεν αλλάζουν πολλά με τη διάλυση των Σπαθιών, πάντα εκείνος ήταν ο πρωταγωνιστής, όπως και ο Αγγελάκας στις Τρύπες. Εκτίμησα τότε το γεγονός πως ποτέ δεν έγινε προσπάθεια να πλασαριστεί, μέσα από μια παρένθεση δίπλα στο όνομά του, η προέλευσή του από τα Σπαθιά. Κάτι που ακόμα και μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας σκηνής δεν δίστασαν να κάνουν (εκτός και αν η ευθύνη βαραίνει απόλυτα τους μάνατζερ και τους διοργανωτές).

Βέβαια, αντίθετα με τον Αγγελάκα, επέλεξε (αν εξαιρέσει κάποιος τη μικρή απόκλιση με το ακουστικό Αφού λοιπόν ξεχάστηκα) να συνεχίσει στον ίδιο δρόμο έκφρασης. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να τον κατακρίνω γι'αυτό. Το συζήταγα με τον Α. και μου εξέφραζε τις ενστάσεις του περί της μουσικής αν και παραδεχόταν την ομορφιά των στίχων. Ίσως η αλήθεια να είναι όπως τις περισσότερες φορές κάπου στη μέση.


"Ξέρω τα κύματα μια μέρα αυτά τα βράχια

θα τα διαλύσουν θα τα κάνουν όλα σκόνη
θα έρχεται εκείνο το κορίτσι να ξαπλώνει
πάνω στην άμμο και να τραγουδάει τάχα
ότι θα έρθω από μακριά και εγώ σε λίγο
ότι θα μείνουμε εκεί μαζί για πάντα
αντίο θάλασσες και κύματα σαράντα
θα λέω ψέματα πως δεν θα ξαναφύγω."


Μετά τη συναυλία ένα βρώμικο στο σταθμό Λαρίσης με το ψωμάκι ψημένο στα κάρβουνα και επιστροφή στο σπίτι. Ο αέρας είχε μια μυρωδιά από παλιά.


"Θέλω να ακούσω ένα παράξενο τραγούδι που να λέει
για ένα αυτοκίνητο ανοιχτό στην παραλία,
για μία βόλτα
με μια παρέα που δε χρειάζεται κανείς τους να μιλάει
μονάχα ο καθένας να κοιτάζει όπου γουστάρει"


Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Burgundy Grapes @ Six dogs




Δε θα μπορούσε να υπάρξει καλύτερη μουσική επένδυση για μια μέρα καταιγίδας. Γύρισα σπίτι αργά το μεσημέρι με το πρώτο ψιλόβροχο, ένιωσα προνομιούχος που μπορούσα να απολαμβάνω τις αστραπές από την ασφάλεια της εστίας. Ο ήχος της δυνατής βροχής και ένας ζεστός καφές, ύστερα η νωχέλεια εκείνη που σε καταλαμβάνει και δε θες τίποτα να κάνεις παρά μόνο να μείνεις εκεί, στη στεγνή ασφάλεια. Ευτυχώς όμως πειθάρχησα. Από τον περασμένο Νοέμβρη όταν και τυχαία τους ανακάλυψα στο διαδίκτυο λαχταρούσα να τους δω ζωντανά. Όταν βγήκα από το σπίτι ψιχάλιζε, δεν υπήρχε άνθρωπος στο δρόμο, βράδυ μιας δύσκολης Δευτέρας.

Είχα ακούσει τόσες φορές στο youtube το τραγούδι τους On the train to Berlin με τη φωτογραφία των δύο βασικών μελών της μπάντας, που μόλις μπήκα, λίγο αργοπορημένος, ένιωσα τόσο οικεία, σαν να τους ήξερα από πάντα. Τελικά ο καιρός ήταν ο καλύτερος λόγος για να δει κανείς τους Burgundy Grapes ζωντανά. Ενώ ο χώρος ήταν υπέροχος, με τις καρέκλες και το χαμηλό φωτισμό, σκεφτόμουν πόσο όμορφα θα ήταν αν η συναυλία γινόταν σε ένα μέρος με τζαμαρία ώστε η μουσική να έρθει και να δέσει με την υγρή εικόνα.

Μουσική ορχηστρική, χωρίς εξάρσεις, με επαναλήψεις και βήματα, μια μελωδία βασική ή και δύο, απλότητα με έμπνευση και σιγουριά λόγω της γνώσης ή και της άγνοιας. Συνηθίζεται η αναφορά στις εικόνες που γεννιούνται μέσα από τη μουσική, ειδικά την ορχηστρική, θα συμφωνήσω αλλά θα συμπληρώσω και τις λέξεις, γιατί στο πρώτο μέρος ένιωθα σαν κάποιος να σιγομουρμουρίζει στίχους.
Λέω πρώτο μέρος γιατί υπήρξε και δεύτερο, με έκπληξη. Καλεσμένη του συγκροτήματος η Γαλλίδα, Melanie Foulon, με την ιδιαίτερη φωνή που τόσο αρμονικά έδεσε με τη μουσική (εδώ μπορείτε να πάρετε μια ιδέα από τη συνεργασία τους από το support στους The walkabouts). Και αν στο πρώτο μέρος παρουσίασαν κομμάτια δικά τους από τους δύο δίσκους που έχουν ως τώρα κυκλοφορήσει, στο δεύτερο έπαιξαν διασκευές. Η αλήθεια είναι πως εκτός από το The fat lady of Limbourg του Brian Eno και το Hallelujah του Leonard Cohen τα υπόλοιπα αν και μου ηχούσαν οικεία εντούτοις δε μπόρεσα να τα ταυτοποιήσω.

Ποιες είναι άραγε οι λέξεις εκείνες που λείπουν ή περισσεύουν από την ανάρτηση αυτή για να μπορέσει να ηχήσει όπως η μουσική των Burgundy Grapes ;

Εδώ το myspace του συγκροτήματος και εδώ το επίσημο site.

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Ματριόσκα - Ελ Ρόι

Ματριόσκα είναι η παραδοσιακή, ξύλινη ρωσική κούκλα μέσα στην κούκλα. Τώρα γιατί στα μέρη μας είναι περισσότερο γνωστή ως Μπαμπούσκα είναι ένα ερώτημα στο οποίο μόνο ο αστικός μύθος θα μπορούσε να απαντήσει αλλιώς θα μπλέξουμε σε συζητήσεις φαλοκρατικές και φεμινιστικές.

Διηγήματα - φωτογραφία - μουσική.


Εγχείρημα ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί συνδυάζει τρεις μορφές έκφρασης αλλά γιατί αποτελεί το προϊόν της συνεργασίας δεκατριών ανθρώπων που ποτέ δεν συναντήθηκαν όλοι μαζί. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω πως ακριβώς υλοποιήθηκε το σχέδιο, δεν θέλω και να μάθω, είναι από εκείνα τα πράγματα τα οποία προτιμώ να τα φαντάζομαι και να χτίζω εντός μου μύθους.

Πρώτα άκουσα το δισκάκι που συνοδεύει την έκδοση. Χρειάστηκε να κάνω ένα ταξίδι με αυτοκίνητο, μόνος μου. Όταν οδηγώ στην εθνική (ή σε κάτι που από συνήθεια μάλλον αποκαλείται έτσι) νιώθω πως μπορώ πραγματικά να ακούσω μουσική, είναι από τις στιγμές εκείνες που ο δείκτης συγκέντρωσης κινείται σε υψηλά επίπεδα. Επανέλαβα την ακρόαση και στην επιστροφή, την επόμενη μέρα. Η αλήθεια είναι πως με κέρδισαν τα ορχηστρικά κομμάτια, αυτά περισσότερο από τα υπόλοιπα έχουν ταυτιστεί εντός μου ως το soundtrack εκείνου του ταξιδιού.

Ακολούθως διάβασα τα διηγήματα κάνοντας το απαραίτητο διάλειμμα στις φωτογραφίες. Τα σημειώματα του Ελ Ρόι, που συνοδεύουν το κάθε διήγημα, συντέλεσαν στον μύθο και αποτέλεσαν την τέταρτη διάσταση του έργου. Εγώ φαν του διηγήματος δεν είμαι αλλά παραδέχομαι πως στο εν λόγω εγχείρημα λειτούργησαν. Η ποιότητα της εκτύπωσης των φωτογραφιών δεν είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πρέπει να συνυπολογιστεί και το κόστος. Είναι της μόδας άλλωστε τον τελευταίο καιρό η συζήτηση η σχετική με τις τιμές των βιβλίων, η οποία με έχει κουράσει γιατί γίνεται σε λάθος βάση και δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον ούτε στο βιβλιοφιλικό της μέρος ούτε στο οικονομοτεχνικό.

Οι Βορειοδυτικές Εκδόσεις όπως έχω γράψει ξανά τόσο εδώ όσο και εδώ δίνουν στον αναγνώστη την απόλυτη ελευθερία διαθέτοντας τους τίτλους σε δωρεάν ηλεκτρονική μορφή μέσα από τον ιστότοπό τους. Εμένα μου φαίνεται όμορφο, σε κάποιους άλλους δημιουργεί ερωτήματα και πασχίζουν να δώσουν εξηγήσεις. Η απουσία αναφοράς σε πρωτοβουλίες όπως αυτή κάνει τον παραπάνω διάλογο περί τιμής κάπως στοχευμένο, οι εκδότες και τα βιβλιοπωλεία είναι οι κακοί και εμείς οι καλοί, μπράβο μας.

Τώρα που έχετε την δυνατότητα στην δωρεάν πρόσβαση ποια θα είναι άραγε η δικαιολογία σας;

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση των διηγημάτων έρχεται σε αρμονία με τον εκδοτικό οίκο που εκτός της πολιτικής του με τα δικαιώματα έχει επιλέξει ως έδρα του τα Γιάννενα, αποκέντρωση.


Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του βιβλίου www.matrioska.info

Η μουσική του έργου κυκλοφορεί με την υποστήριξη της Antelma music.



Βορειοδυτικές Εκδόσεις.

Δευτέρα 19 Δεκεμβρίου 2011

Xaxakes @ Gagarin 205

(Κείμενο της Έλσας)


Ark festival 2010. Ένα πανέμορφο καλοκαίρι τελειώνει και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το αποχαιρετίσεις αν όχι ένα φεστιβάλ μουσικής, με μπύρα στο χέρι, νέα και παλιά σχήματα, σε ανοιχτό χώρο, με ανοιχτά αφτιά, ανοιχτό μυαλό και ανοιχτές αγκαλιές.

Το live ανοίγει ο Leon με μια πολύ όμορφη και φρέσκια μπάντα, συνεχίζουν κάποιοι καλοπαιγμένοι αλλά αδιάφοροι για τα αφτιά μου ήχοι και στίχοι, ακολουθεί η Monika και κάπου εκεί, την ώρα που μαζεύονται και απλώνονται καλώδια και μουσικά όργανα, αρχίζει χωρίς να το καταλάβουμε η προετοιμασία του εδάφους... Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι πλησιάζουν, σκέψεις έρχονται στο μυαλό μου, είμαι κουρασμένη και θυμωμένη με κάτι περίεργους ενοχλητικούς τύπους, αλλά δεν έχω σκοπό να φύγω μιας και ποτέ δε λέω όχι σε μια καινούρια μουσική και μια καινούρια γεύση και οι Xaxakes ήταν καινούριοι όχι μόνο για τα αφτιά μου αλλά όπως αποδείχτηκε αργότερα για όλες μου τις αισθήσεις! Ένας τύπος με κόκκινο κοστούμι εμφανίστηκε και η βραδιά απογειώθηκε. Τώρα βρίσκονται στη σκηνή άνθρωποι ώριμοι και έμπειροι αλλά τόσο "ασταμάτητα νέοι" που τείνουν να σε κάνουν να πιστέψεις στην αθανασία και τα παντζάρια του Τομ Ρόμπινς. Τρέλα, χρώμα, κέφι, είναι κάποιες λέξεις που μου έρχονται. Αυθεντικό ποπ και στυλ, δύο ακόμη, ίσως οι πιο αντιπροσωπευτικές. Απόλαυσα πάρα πολύ εκείνη τη συναυλία, απέκτησα λίγες μέρες αργότερα το cd τους "Το valse των ελαφιών" και άρχισα να μαθαίνω διάφορα γι αυτούς. Γκρουπ του 90 λέει και αυτός είναι ο τρίτος τους δίσκος και για μια στιγμή αναρωτιέμαι πού ήμουν, αλλά αμέσως απαντώ ότι δεν έχει σημασία... Έτσι κι αλλιώς ποτέ δε φτάνει ο χρόνος για να ακούσεις και να διαβάσεις όλα αυτά που θες.

Όταν όμως η φίλη μου η Βιβή μου είπε να πάμε στο live στο Gagarin δε δίστασα ούτε μια στιγμή στα 15 ευρώ της εισόδου, αν χρειαζόταν θα έκλεβα, είπα αστειευόμενη, γνωρίζοντας φυσικά ότι το πολύ πολύ να δανειστώ, όπως και έγινε…

Ο κόσμος δεν ήταν πολύς, η έναρξη της συναυλίας καθυστερούσε, η ανυπομονησία δημιουργούσε εκνευρισμό και έτσι όταν ξεκίνησε τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα. Όσο περνούσε όμως η ώρα, το σώμα των θεατών άρχισε να αναπνέει, οι παλμοί συντονίστηκαν και για μια ακόμη φορά η μουσική είχε καταφέρει αυτό που μόνο εκείνη μπορεί: να ανοίξει αφτιά, μυαλά και σώματα.

O στιλάτος τύπος εμφανίστηκε αρχικά με μαύρη δερμάτινη αμφίεση, τώρα πια ξέρω ότι πρόκειται για τον Γιάννη Νάστα, η απογείωση είναι σε εξέλιξη και εκείνος δείχνει να το απολαμβάνει, μιλώντας για κρασιά, κωλόμπαρα και ξεκούρδιστες κιθάρες. Κι εμείς το απολαμβάνουμε όμως…

Άγριοι ροκ ήχοι κιθάρας, κόκκινες πανύψηλες γόβες, βιολιά και βιόλες, κορσέδες και τουαλέτες, μπάσο και τύμπανα, στρας, μελωδικά πιάνα, ηλεκτρονικές λούπες και ένα σαξόφωνο βαρύτονο μ α γ ι κ ό ! Οι Xaxakes έχουν χιούμορ, σνομπάρουν τη μιζέρια, είναι τρυφεροί και σέξι! Η ποίηση και η απλότητα των στίχων τους είναι μοναδική. Αν θέλεις να ξέρεις έτσι είναι η ζωή σου λένε, απλή και όμορφη, χωρίς πολλά πολλά, αν θέλεις ζησ' την και καλύτερα, ζησ' την νέος! Έτσι απλά, γεια, παρα ρα ρα παμ παμ!

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Sazman @ Nueva Trova ( 1 - 11 - 2011)

Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα πανηγύρια, σκεφτόμουν καθ'όλη την διάρκεια της συναυλίας, και αν αυτό φαντάζει ουτοπικό, η παρουσία τους στις Γιορτές της Γης, στο χωριό Βλάστη του νομού Κοζάνης θα ήταν επιβεβλημένη.

Η βαλκανική μουσική είναι στο αίμα μας. Το θεωρώ δύσκολο κάποιος να μην παρασυρθεί από τον ρυθμό και να παραμείνει ασάλευτος. Είναι συναυλίες που χρειάζονται χρόνο και τα δύο μέρη, τόσο η μπάντα όσο και το κοινό, σαν εισαγωγή, σαν προθέρμανση. Παίζει το ρόλο του και ο χώρος, ένα άπλωμα στην ύπαιθρο, στους πρόποδες κάποιου βουνού, εκεί που και το καλοκαίρι ακόμα τα βράδια έχει δροσιά, φαντάζει σε μένα ως ιδανικός.

Θυμήθηκα ένα καρναβάλι στη Νάουσα, τις Μπούλες, τα χάλκινα, το τσίπουρο. Είναι κρίμα που εδώ στο νότο η βαλκανική μουσική αντιμετωπίζεται λιγότερο ως παράδοση και περισσότερο ως soundtrack ταινίας του Κουστουρίτσα με την υπογραφή του Μπρέγκοβιτς.

Πρέπει να παραδεχτώ πως λόγω άγνοιας δεν κατάλαβα αν ανάμεσα στα κομμάτια που παρουσίασε η μπάντα, με έδρα την Πάτρα, υπήρχαν και κάποια δικά τους εκτός από τις διασκευές.

Σε έναν πολύ όμορφο χώρο αν και όχι κατάλληλο μάλλον, οι Σαζμάν μας χάρισαν ένα γεμάτο δίωρο. Πανέμορφη στιγμή το κλείσιμο του προγράμματος (αν και μετά από λαϊκή απαίτηση έπαιξαν λίγο ακόμα) με το Ederlezi του Μπρέγκοβιτς από τον Καιρό των Τσιγγάνων.
Δεμένη παρέα που έδειχνε να περνάει καλά επί σκηνής, και είναι τόσο σημαντικό αυτό σε μια συναυλία. Όχι ότι υστέρησε κανείς αλλά η φωνή της κοπέλας χρίζει μνείας.

Εδώ το myspace
των παιδιών, ακούστε τους είναι καλοί!

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

LogOut & Your Hand In Mine @ Six Dogs (30-10-2011)

Λίγο έλειψε να μην πάω καθώς υπέφερα από κυριακίλα, έδειξα όμως χαρακτήρα ευτυχώς.

Πρώτος στη σκηνή εμφανίστηκε ο LogOut για να παρουσιάσει το νέο και πρώτο του δίσκο με τίτλο, Paper plane flight recorder. Τον είχα δει λάιβ ξανά στη θεατρική παράσταση των Abovo, Ίδρυμα και είχα ακούσει τα περισσότερα από τα τραγούδια του δίσκου.
Μια φωνή, μια κιθάρα και κουμπάκια επί σκηνής. One man show, με το ζωντανό αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό. Η τεχνολογία έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που είναι λογικό κάποιος να είναι επιφυλακτικός μέχρι αποδείξεως του εναντίου, και το ενάντιο αποδείχθηκε απόψε.
Φαντάζομαι πως θα απαιτείται τρομερή αυτοπειθαρχία για έναν μουσικό που δουλεύει μόνος του ώστε να καταφέρει να δώσει μια τελική μορφή στα τραγούδια, ειδικά όταν η τεχνολογία του δίνει τόσες πολλές δυνατότητες, ελοχεύει ο κίνδυνος του αέναου τζαμαρίσματος πιστεύω. Ο LogOut παρουσίασε έναν δομημένο και πλήρη δίσκο, προσωπικού στυλ και μας ταξίδεψε σε μέρη όμορφα. Ίσως ήταν η πρώτη φορα που η εναλλαγή ελληνικού και αγγλικού στίχου δεν με ενόχλησε, ο Λόλεκ και ο The Boy τα καταφέρνουν επίσης υπέροχα, αντίθετα με άλλους υπερτιμημένους (κατά την προσωπική μου γνώμη) τραγουδοποιούς.

Στη συνέχεια θέση στη σκηνή πήραν οι Your hand in mine για να παρουσιάσουν με τη σειρά τους τον καινούργιο τους δίσκο με τίτλο The garden novels. Πριν κάποια χρόνια έχασα μια συναυλία τους που δεν έπρεπε να έχω χάσει, στην οποία παρουσίαζαν την πρωτότυπη μουσική για την ταινία Every Night Dreams (1933) του Ιάπωνα σκηνοθέτη Mikio Naruse. Ήταν λοιπόν ένα απωθημένο για μένα να τους δω επί σκηνής. Η μουσική τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως post chamber, λόγω της έντονης παρουσίας των πλήκτρων αλλά δε νομίζω πως ο χαρακτηρισμός χωρά το σύνολο του έργου τους. Κάποια στιγμή προσπάθησα να μετρήσω τα όργανα που χρησιμοποίησε το δίδυμο από τη Θεσσαλονική αλλά αποδείχθηκε άδικος κόπος, μπερδεύτηκα και τα παράτησα, δεν είχε και τόσο νόημα, άσε που αρκετά δεν είχα ιδέα πως λέγονται. Και δεν τους αρκούν τα ήδη υπάρχοντα όργανα, κατασκευάζουν και δικά τους, ένα όμορφο φετίχ. Φαντάζομαι πως κάποιος κακοπροαίρετος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει για επιδειξιομανία, το αποτέλεσμα όμως θα τον αποστόμωνε θαρρώ.

Έπαιξαν τραγούδια και από τους δύο προηγούμενους δίσκους, περισσότερο συναυλία παρά παρουσίαση αλλά μάλλον πως δεν ενόχλησε κανέναν. Τα αποσπάσματα από την ταινία που προβάλλονταν στα κομμάτια από το soundtrack με έκαναν να επιθυμώ την επανάληψη εκείνης της προβολής που δεν πήγα τότε...
Και μια απορία, πώς άραγε δίνεις όνομα σε ένα ορχηστρικό κομμάτι;
Και μια επιθυμία, βραδυνή βόλτα υπό βροχή με αμάξι και υπόκρουση το αποψινό λάιβ...






Και οι δύο δίσκοι κυκλοφορούν από την δραστήρια Inner Ear Records .
Οι φωτογραφίες είναι του Γ.

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2011

The Boy @ Τώρα K44

Φανατικοί φίλοι και φανατικοί εχθροί, έλλειψη αδιαφορίας, θετικό σημάδι. Τι χειρότερο άραγε από κάτι που σε αφήνει αδιάφορο, χίλιες φορές να μην μου αρέσει, σκέφτομαι, παρά να με αφήσει αδιάφορο, σίγουρα ακόμα καλύτερα είναι να μου αρέσει, να με ενθουσιάσει, να με παθιάσει.
Παράγονται ωραίες μουσικές στην γωνιά ετούτη, δεν ξέρω αν είμαστε Λονδίνο και δεν με νοιάζει, ξέρω όμως ότι υπάρχει ομορφιά η οποία δεν μπορεί να κρυφτεί.

Ο The Boy (aka Αλέξανδρος Βούλγαρης) συστήθηκε πριν κάποια χρόνια ως ντουέτο με την Mary, Mary and the Boy, το demo πριν την επίσημη πρώτη κυκλοφορία ήταν τόσο βρώμικα γαμάτο που δίχασε, εμένα με κέρδισε. Τα τελευταία χρόνια διάγει σόλο βίο.

Μόνος του εμφανίστηκε και το βράδυ της Τρίτης στα καθιερωμένα πλέον δωρεάν live του Κ44. Πλήκτρα, κρουστά, ηλεκτρονικά μέρη και φωνή, one man show. Καταιγιστικός. Τρομακτικό να βλέπεις κάποιον να βγάζει ένα δίωρο πρόγραμμα χωρίς ούτε μια γουλιά νερό. Ο κόσμος γέμισε τον χώρο, κάποιοι επέμεναν να θορυβούν, άλλοτε η μουσική τους κάλυπτε, άλλοτε όχι. Η ανάγκη για επικοινωνία, εκείνου και των άλλων, δύο κόσμοι διαφορετικοί, τι να πεις;
Στους τελευταίους δύο δίσκους (Κουστουμάκι, Ηλιοθεραπεία) τραγουδάει στα ελληνικά. Έτσι και στο σετ, πότε αγγλικά, πότε ελληνικά αλλά το πάθος ίδιο.

Και η αποχώρηση από την σκηνή, χωρίς φανφάρες, τελευταία νότα, ένα μισό ευχαριστώ, καληνύχτα. Ιδανική τελεία, καθαρτική.
Η βόλτα μετά ως το κέντρο της πόλης γρήγορη αλλά γεμάτη μουσικές και ας μην έπαιξε τα αγαπημένα μου δυό, Σ'αγαπώ να της λες και My dance is getting better.

Τετάρτη 31 Αυγούστου 2011

Cayetano Live Band @ Παλαιό Ελαιοτριβείο - Ελευσίνα

Η Ελευσίνα ήταν μέχρι χτες για μένα μία ακόμα ταμπέλα στην εθνική οδό, ίσως επειδή ακόμα δεν έχω δει την ταινία του Φίλιππου Κουτσαφτή, Αγέλαστος πέτρα, ίσως επειδή δεν αποτελεί πια προορισμό για καλοκαιρινό μπάνιο. Πόλη με ιστορία και μυστήρια, που όμως και εκεί το παρόν πωλείται λόγω κρίσης. Πολλοί την αντιμετωπίζουν ως αθηναϊκό προάστιο, δεν ξέρω αν είναι θετικό αυτό.

Τα Αισχύλεια είναι το φεστιβάλ που διοργανώνεται εδώ και κάποια χρόνια τέτοια εποχή στην Ελευσίνα, στον πανέμορφο χώρο του Παλαιού Ελαιοτριβείου, δίπλα στην θάλασσα. Οι βιομηχανικοί χώροι φέρουν κάτι το ξεχωριστό, μια αύρα εγκατάλειψης και επανάκτισης, έστω και μερικής.

Ο δίσκος Back Home (2010), δισκάρα! Για μένα μία έκπληξη παραπάνω όταν συνειδητοποίησα ότι αποτελούσε την μουσική εξέλιξη ενός μέλους των Στρογγυλό Κίτρινο, συγκροτήματος πολύ αγαπημένου κατά την ύστερη εφηβεία μου, του Γιώργου Μπρατάνη. Όπως δήλωσε ο ίδιος σε συνέντευξή του στο Βήμα μετά από καυγά με την τότε κοπέλα του, «Ξεκίνησα για να πάω στο σπίτι του κολλητού μου.Και στο μέσον της διαδρομής είπα στον ταξιτζή να με πάει στο αεροδρόμιο. Και οι δύο με... περιμένουν ακόμη. Τους τηλεφώνησα από την Ολλανδία. Εφυγα τελείως τυχοδιωκτικά.Και δεν ήξερα τι πήγαινα να κάνω.Ηθελα να δραπετεύσω,να ανοίξει το μυαλό μου». And the rest is history.

Μου συμβαίνει με μερικούς δίσκους να νιώθω στο πρώτο άκουσμα μια όμορφη οικειότητα, σαν να τους είχα κιόλας λιώσει στο στερεοφωνικό, για τέτοιον δίσκο μιλάμε. Μέχρι το 2010 και το Back Home, είχε και άλλους δίσκους, έμαθα χτες, σήμερα τους ψάχνω. Γνωστός ως dj κυρίως. Τον χειμώνα που μας πέρασε ήθελα να τον δω live με την μπάντα του Cayetano Soundsystem, δεν τα κατάφερα. Ήθελα να γράψω και μια ανάρτηση σχετική με τον δίσκο αλλά ένιωθα πως έπρεπε να ολοκληρώσω την εμπειρία με την ζωντανή ακρόαση.

Είναι παγίδα η πλαστική καρέκλα για μια συναυλία. Μετά από κάποια κομμάτια, ο τραγουδιστής μας κάλεσε να τις αφήσουμε και να γεμίσουμε εκείνο το αμήχανο κενό.
Ven conmigo, I love the rain but I am getting cold.

Γουστάρω τις μπάντες που τα περνάν καλά επί σκηνής, που δεν βαριούνται, που παίζουν και δεν διεκπεραιώνουν, δημιουργούν έναν καθρέφτη που στέλνει και λαμβάνει την ενέργεια ανάμεσα στους πάνω και στους κάτω. Για τέτοια μπάντα σας γράφω σήμερα.

Μην χάσετε την ευκαιρία να τους δείτε λάιβ, είναι ξεχωριστοί!

Κλείνοντας θα ήθελα να κάνω ξεχωριστοί αναφορά στους εργαζόμενους στο φεστιβάλ, χαμόγελο και καλή διάθεση. Είναι σημαντικό γιατί όλα παίζουν τον ρόλο τους.

Αρκετά τα λινκ σήμερα το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να αντισταθώ και να μην βάλω και λίγη μουσική!

Εδώ κάτι από Cayetano και εδώ κάτι από Στρογγυλό Κίτρινο.


Τετάρτη 18 Μαΐου 2011

Lolek @ Six dogs

Δεν αρκεί

" Δεν αρκεί να'σαι νέος και να παίζεις κιθάρα,
δεν αρκεί να'σαι γυναίκα για να γίνεις μάνα,
δεν αρκεί που σου είπαν πως έχεις ταλέντο,
δεν αρκεί τον εαυτό σου που θεωρείς καλλιτέχνη,
ποιός μπορεί να το βρει
μόνο αν ξεβολευτεί

Δεν αρκεί που είσαι ωραία για να σε γουστάρω,
δεν αρκεί η φωνή σου για να μου μιλήσει,
δεν αρκεί το φιλί σου για να με πείσει,
δεν αρκεί που και εσύ έχεις πικρές εμπειρίες,
ποιός μπορεί να το βρει
μόνο αν ξεβολευτεί

Δεν αρκούν βιβλιοθήκες γεμάτες βιβλία,
δεν αρκεί που η Ελλάδα κουβαλά ιστορία,
δεν αρκεί που το χώμα θυμίζει θυσία,
δεν αρκεί να'χεις όπλο για να πολεμήσεις,
ποιός μπορεί να το βρει
μόνο αν ξεβολευτεί

Δεν αρκεί να πονέσεις για μια αμαρτία,
δεν αρκεί σε κάθε βήμα και μια εκκλησία,
δεν αρκεί σαράντα μέρες που κάνεις νηστεία,
δεν αρκεί που μια στο τόσο θα πιείς θεία κοινωνία,
ποιός μπορεί να το βρει
μόνο αν"

Χτες το βράδυ κατηφόρισα στην Αβραμιώτου, εκεί στον πολυχώρο Six dogs έλαβε χώρα η παρουσίαση του καινούριου ελληνόφωνου δίσκου του Λόλεκ με τίτλο Αχινός που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από την Inner Ear.
Δεν ξέρω πως θα υποδεχτεί το ακροατήριο την στροφή του Λόλεκ στον ελληνικό στίχο, είναι άλλωστε κλασίκο θέμα αντιδικίας των μουσικόφιλων χρόνια τώρα. Εγώ πέρα του προφανούς, ότι δηλαδή ο τραγουδοποιός είναι αυτός που επιλέγει την γλώσσα στην οποία θα εκφραστεί, δηλώνω πως έχω μια αδυναμία παραπάνω στον ελληνικό στίχο, γιατί μου μιλάει κατευθείαν, χωρίς την παρεμβολή λεξικών. Συχνά χρησιμοποιώ ως παράδειγμα την διαφορά ανάμεσα στο Σε αγαπώ και στο I love you.
Δεν είναι μόνο ο στίχος όμως που κάνει τον Λόλεκ ιδιαίτερο, είναι αυτή η ρετρό διάθεση, ο προσωπικός τρόπος να διηγηθεί τις ιστορίες του, η ενέργεια που βγάζει στην σκηνή, πράγματα που φέρει ο Γιάννης από τον προ διετίας αγγλόφωνο δίσκο του με τίτλο Alone με τον οποίο και μας συστήθηκε. Ακόμα μετανιώνω που δεν πήγα να τον ακούσω παρέα με τον Matt Elliot στο Half Note.
Θυμάμαι σε μια συναυλία στο Bios που βγήκε μόνος του με μια κιθάρα και ο κόσμος δεν μπόρεσε να του χαρίσει λίγη προσοχή με αποτέλεσμα οι φωνές τους να καλύπτουν την μουσική, δεν δίστασε τότε να ρωτήσει θυμωμένα το ακροατήριο αν είχε πάει ως εκεί για να μιλήσει ή για να ακούσει μουσική.
Ο δίσκος είναι όμορφος μεν αλλά ιδιαίτερος δε και για αυτό αξίζουν συγχαρητήρια στην δισκογραφική που δεν δίστασε να τον εμπιστευτεί.
Αδυναμία μου από τον συγκεκριμένο δίσκο είναι το ομώνυμο κομμάτι Αχινός .

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Empty Frame @ An Club

Και να που η ομορφιά υπερίσχυσε ακόμα και της αμηχανίας που πλανιόταν τις τελευταίες ώρες πάνω από το κέντρο της πόλης αυτής, στο τέλος οι καλοί θα κερδίσουν δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Σίγουρα δεν ήταν οι καλύτερες συνθήκες για παρουσίαση δίσκου, σίγουρα περισσότερος κόσμος θα είχε την τύχη να παραβρεθεί στην συναυλία αυτή την Πέμπτη το βράδυ στο Αν, και εγώ στο τσακ ήμουν να μην κατέβω αλλά ευτυχώς το πείσμα επικράτησε. Το live ξεπέρασε ακόμα και τις πιο αισιόδοξες προσδοκίες μου.

Η μελωδία είναι αυτή που κυριαρχεί, το τσέλο και το βιολί δίνουν μια διάσταση που σε καθηλώνει σαν ακροατή, η φωνή επιβάλεται χωρίς να επισκιάζει την μουσική, οι συνθέσεις είναι δουλεμένες μέσα από ώρες πρόβας, τουλάχιστον με αυτήν την εντύπωση έμεινα. Ταλέντο και έμπνευση.

Ο δίσκος με τον τίτλο They think we are eskimos, κυκλοφόρησε πρόσφατα από την Legend, κατά την διάρκεια της συναυλίας όμως είχαμε την ευκαιρία να ακούσουμε και αρκετά ακυκλοφόρητα κομμάτια, όμορφα και αυτά. Η μάλλον συμβολική είσοδος των 5 ευρώ έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς από εμάς που βρεθήκαμε στο Αν να αγοράσουμε απευθείας από τα παιδιά το καλαίσθητο δισκάκι, το οποίο πήρε κιόλας την θέση του στο player.

Πρόσφατα συμμετείχαν στο Retropolis διασκευάζοντας όμορφα το Πόσο λυπάμαι.

Ρίξτε ένα αυτί τόσο στην ιστοσελίδα όσο και στο myspace των Empty Frame και τότε ίσως να βρεθούμε δίπλα δίπλα σε μια μελλοντική συναυλία.

Να είστε καλά που μας ομορφύνατε το βράδυ με κάδρα γεμάτα χρώματα.

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Trouble over Tokyo @ Residents bar

Με την μουσική του Trouble over Tokyo (Toph Taylor) ήρθα σε επαφή μέσα από τα δισκάκια του Muzine, τα οποία μου προξενούσαν τα ίδια συναισθήματα για τα οποία άλλοτε υπεύθυνες ήταν οι σπιτικές κασσέτες και αργότερα τα CD, την επιμέλεια των οποίων αναλάμβαναν φίλοι με σκοπό να μου γνωρίσουν μουσικές που ως τότε δεν ήξερα και που πίστευαν πως θα μου αρέσουν.

Ήταν όμορφη η αναμονή για το επόμενο τεύχος, δυστυχώς όμως τα όμορφα πράγματα έχουν ένα τέλος αλλά τα τεύχη του περιοδικού μένουν ως μάρτυρες εκείνης της εποχής να στολίζουν την βιβλιοθήκη μου.

Όταν είδα τις ημερομηνίες της εμφάνισης του Trouble over Tokyo στην Ελλάδα με κατέκλυσε ένα συναίσθημα αρκετά ανάμικτο, από την μία ένα παράπονο αφού το πρωινό ξύπνημα στο οποία θα έπρεπε να υποβάλω τον εαυτό μου το πρωινό της Κυριακής, λίγες ώρες μετά το live, καθιστούσε αδύνατη την παρουσία μου εκεί. Από την άλλη μια ελπίδα για την εμφάνισή του στην Θεσσαλονίκη, στην οποία θα βρισκόμουν την Κυριακή.

Είχαν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία φορά που βρέθηκα στον ελληνικό βορρά, ήταν λίγο παράξενο το ενδεχόμενο της επιστροφής, έκρυβε όμως και μια μαγεία. Μια επιστροφή στο παρελθόν.

Το πως μαζεύτηκε μια μεγάλη παρέα στο residents εκείνο το βράδυ είναι μια άλλη ιστορία.

Το residents έχει μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, τέτοια που του δίνει μια ανεξήγητη οικειότητα. Το live αποτέλεσε την επιβράβευση για την επιμονή μου, ο Toph σε τρομερά κέφια, αν και μόνος του επί σκηνής παρέα με την κιθάρα και τα κουμπάκια του, κατάφερε να μας ξεσηκώσει και να μας δώσει ρόλο στο σκηνικό που έστησε εκείνη την βραδιά. Μουσικός που δουλεύει επαγγελματικά την μουσική του ως την τελευταία λεπτομέρεια αλλά ερασιτέχνης στον τρόπο με τον οποίο την βιώνει, στάθηκε να μας κοιτάζει αμήχανα στο τέλος του σετ και ενώ οι θαμώνες ζητούσαν επιταχτικά και άλλο, εκείνος δεν μας χάλασε το χατίρι. Το πιο σημαντικό πράγμα σε ένα live είναι η ενέργεια που θα σου δώσει, την μουσική ως μουσική μπορείς πολύ εύκολα και απλά να την απολαύσεις στο σαλόνι του σπιτιού σου.

Άσε που χωρίς είσοδο σου μένει μπάτζετ ικανό για να πιείς μια μπύρα παραπάνω!

Thanks Toph, thanks Muzine!

Trouble over Tokyo @ myspace
Το αγαπημένο μου τραγούδι στο youtube

Παρασκευή 8 Απριλίου 2011

Μαριέττα Φαφούτη , B - Sides @ Koo Koo Bar

Ο δίσκος της Μαριέττας Φαφούτη , Try a little romance (Innerear 2010) είναι σίγουρα ένας από τους καλύτερους δίσκους της χρονιάς που μας πέρασε. Μια ακρόαση θα σας πείσει επ'αυτού. Καταφέρνει να συνδυάσει το φρέσκο με το ρετρό, να παντρέψει την χαρά με την θλίψη. Για μένα ο δίσκος αυτός είναι ο ορισμός της (καλής) ποπ.

Αλλά όσο καλός και αν είναι ένας δίσκος, πάντα μένω με την επιθυμία να δω από κοντά, ζωντανά τον τραγουδοποιό, γιατί όλα αυτά τα ψηφιακά και συχνά μαγικά κουμπάκια με έχουν κάνει κάπως καχύπτοτο είναι η αλήθεια.

Θετικά προδιατεθειμένος αλλά κάπως επιφυλακτικός βρέθηκα στο Κοο Κοο στο γκάζι όπου και θα εμφανιζόταν με την μπάντα της.
Την βραδιά άνοιξαν οι B-Sides, από την Πάτρα. Ότι ήξερα γι'αυτούς ήταν ένα ή δύο τραγούδια που είχα ακούσει από τα δισκάκια του Muzine. Η παρουσία τους ήταν αρκετά καλή με ένα στιβαρό σετ που αποτέλεσε την εισαγωγή και κατάφερε να καλύψει με επιτυχία την ακατάσχετη πολυλογία αρκετών θαμώνων. Δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται κάποιος να πηγαίνει σε ένα live και να περνά όλη την συναυλία συζητώντας..

Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αν και κράτησε λίγο σχετικά. Το λέω και το ξαναλέω, υπάρχουν όλο και περισσότερες όμορφες μουσικές γύρω μας, αρκεί να έχουμε λίγη διάθεση να τις ψάξουμε.

Μετά από το υπέροχο Kill ευχαρίστησαν και έφυγαν από την σκηνή για να δώσουν την θέση τους στην Μαριέττα Φαφούτη.

Πριν ακόμα ακουστεί η πρώτη νότα ήταν εμφανής η θετική ενέργεια που εξέπεμπε η ίδια, είναι από αυτούς τους ανθρώπους για τους οποίους το χαμόγελο δεν είναι απλώς η επίδειξη μιας λευκής και τέλειας οδοντοστοιχίας.
Μια αρκετά δεμένη μπάντα έφτασε στο σημείο να διασκευάσει ακόμα και δικά της τραγούδια και παραλίγο να μας παίξει και το καινούργιο της Βανδή αλλά τελικά όχι παρά τις υποσχέσεις που δόθηκαν (inside joke που θα καταλάβουν όσοι ήταν εκεί!). Δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα, δεν είχα κοιτάξει το ρολόι, οπότε δεν ξέρω πόση ώρα έμειναν στην σκηνή, αλλά όση ώρα και αν διήρκησε εμένα δεν μου έφτασε.

Είχα διαβάσει σε μια συνέντευξή της κάπου ότι η ίδια θεωρεί επιτυχία το γεγονός ότι κατάφερε να βγάλει δίσκο με το όνομά της χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει σε κάποιο παρατσούκλι.
Κλείνοντας αυτή την ανάρτηση πιστεύω πως η καλύτερη απόδειξη για την επιτυχία της συναυλίας ήταν τα χαμόγελα του κόσμου τόσο κατά την διάρκεια της όσο και κατά την αποχώρηση από το μαγαζί.

Τσεκάρετε τα παρακάτω links για να έχετε μια καλύτερη εικόνα:

Μαριέττα Φαφούτη : επίσημο site
myspace

B sides : επίσημο site
myspace

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

Goodbye Blue Sky

Σήμερα το πρωί εκεί που χάζευα δεξιά και αριστερά στο διαδύκτιο θυμήθηκα ότι πριν κάποιους μήνες κάπου είχα διαβάσει ότι τα πρώην μέλη των διάφανων κρίνων (πλην του Θάνου Ανεστόπουλου) είχαν σχηματίσει ένα νέο συγκρότημα. Τότε ακόμα δεν υπήρχε υλικό τους διαθέσιμο, ήταν περίοδος πρόβας και ζυμώσεων.

Ο Τάσσος Μάχας στα ντραμς, ο Νίκος Μπαρδής στην κιθάρα, ο Παντελής Ροδοστόγλου στο μπάσο και ο Κυριάκος Τσουκαλάς στην κιθάρα και στα πλήκτρα, οι εν συντομία Goodbye blue sky, σε ορχηστρικά κομμάτια που ρέπουν προς το post rock αλλά που αναβλύζουν και κάποια μυρωδιά από κρίνα.

Είναι δύσκολο να σταματήσεις να ασχολείσαι με αυτό που σε εκφράζει, ειδικά αν είναι ένας τρόπος για να συναναστρέφεσαι τους παλιούς σου φίλους. Γιατί τα διάφανα κρίνα έτσι τα γνώρισα, ως μια παρέα από τα δυτικά προάστια και αυτή είναι η εικόνα που θέλω να κρατήσω ακόμα και τώρα που τα διάφανα κρίνα δεν υπάρχουν πια ως συγκρότημα.

Ξεκινώντας αυτή την ανάρτηση ήθελα να αναφερθώ περισσότερο στα διάφανα κρίνα, αλλά δεν μου βγαίνει, είναι δύσκολο συχνά να μιλήσεις για κάτι που το θεωρείς σημαντικό, να το κοινοποιήσεις.

Ακούστε το myspace των παιδιών εδώ.
Διαβάστε για τα διάφανα κρίνα στο βικιπαίδεια εδώ.

"Θα τα πούμε στην σκηνή."