Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Οι τυφλοί - Νίκος Μάντης






Θα ξεκινήσω κάπως απότομα το κείμενό μου σχετικά με το τελευταίο μυθιστόρημα του Νίκου Μάντη. Θεωρείται δεδομένος, και όμως καθόλου συνήθης δεν είναι, και για τον λόγο αυτό πρέπει να επισημαίνεται όταν συναντάται, ο ρεαλισμός στην περιγραφή καταστάσεων και τόπων, η αίσθηση που αφήνει η ανάγνωση, πως ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας, έχει περπατήσει τους δρόμους και έχει παρατηρήσει από κοντά το αστικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περιβάλλον. Ο Νίκος Μάντης κινείται στην Αθήνα, γνωρίζει την Αθήνα και ιδιαίτερα το κέντρο της. Αυτό, σε συνδυασμό με την αφηγηματική του ικανότητα, του επιτρέπει να παρουσιάζει μυθιστορήματα που όντως λαμβάνουν χώρα στην Αθήνα, στην Αθήνα όπως -καλώς ή κακώς- είναι, και όχι σε μία πόλη αποκύημα της φαντασίας, της εξ αποστάσεως πληροφόρησης και δοσμένης με τρόπο που να εξυπηρετεί την αφήγηση. Κουράζουν οι δημιουργοί εκείνοι οι οποίοι μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, κουράζουν γενικότερα εκείνοι που μιλούν για πράγματα που δεν γνωρίζουν, διαθέτοντας επιπλέον το ύφος εκείνου που τα ξέρει όλα. Είναι ένα φαινόμενο που όλο και διογκώνεται και περιλαμβάνει κάθε πιθανή πλευρά της καθημερινότητας. Με τον Μάντη μπορεί κανείς να διαφωνήσει για τη γωνία παρατήρησης που επιλέγει αλλά δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τον κατηγορήσει πως δεν ήταν εκεί.

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Μάντη, Οι Τυφλοί, αποτελεί ένα στοίχημα για τον συγγραφέα -αλλά και για τον εκδοτικό οίκο. Μυθιστόρημα πολυσέλιδο και με διάθεση πειραματισμού, με επίκεντρο την Αθήνα και το καλοκαίρι των Αγανακτισμένων στο Σύνταγμα, με πολυεπίπεδη αφήγηση και έντονο το στοιχείο του φανταστικού -ή συνομωσιολογικού-, με την ιστορική έρευνα να παντρεύεται με διάφορες θεωρίες, την υπέργεια Αθήνα να συναντά την υπόγεια -κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Ήταν η εποχή των διαδηλώσεων. Καλοκαίρι του 2011. Περπατούσαν για ώρες, για ώρες περπατούσαν, μέχρι που τα πόδια τους πληγιάζανε απ' το περπάτημα και την ορθοστασία, απ' την ορθοστασία και το περπάτημα, εναλλάξ, και κάποτε η εναλλαγή ορθοστασίας και περπατήματος διακοπτόταν κι από ένα άλλο είδος ταλαιπωρίας του σώματος και των ποδιών, εκείνης του τρεξίματος, κι ύστερα ακόμα κι από την ακραία καταπόνηση των συμπλοκών, έτσι που όλα γίνονταν κουβάρι μες στο σώμα και πια δεν άντεχαν, αλλά με κάποιον ανεξιχνίαστο τρόπο άντεχαν, γιατί δεν τους είχανε πάρει τα χρόνια, ο μεγαλύτερος ίσως να είχε πατήσει τα τριάντα δύο, όσο για τον μικρότερο, ε, αυτό το μέγεθος, ή μάλλον το μη μέγεθος, χανόταν στα απροσδιόριστα χωράφια της κρυψίνοιας και της αοριστίας, γιατί κανείς δεν ήθελε να είναι ο Βενιαμίν, ο αναμφισβήτητα χλωρός και αθώος, αν όμως έπρεπε κάπως, πάση θυσία να διαπιστωθεί το ληξιαρχικό τετελεσμένο της νεαρότερης ζωής ανάμεσά τους, εκείνη ίσως να προσδιοριζόταν χρονικά κάπου ανάμεσα στο δέκατο ένατο και το εικοστό έτος [...] 

Η ιστορία ξεκινά το καλοκαίρι του 2011, ο Ισίδωρος, οικονομικά απόκληρος από την οικογένειά του, λόγω της επιλογής του να ασχοληθεί με την υποκριτική, παλεύει να επιζήσει στην Αθήνα. Συναντά τη Σοφία και την ερωτεύεται ακαριαία. Εκείνη δέχεται να τον φιλοξενήσει για ένα διάστημα, όμως λίγες μέρες αργότερα θα εξαφανιστεί. Εκείνος θα μείνει στο άδειο, από την παρουσία της, σπίτι και θα γυρίζει στους δρόμους μήπως και τη συναντήσει. Μάταια όμως. Καθώς ψάχνει, θα γνωρίσει τον Κλεάνθη, έναν παράξενο ηλικιωμένο, ερασιτέχνη συλλέκτη στοιχείων, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να βοηθήσει τον Ισίδωρο στην αναζήτησή του.

Συμπέρασμα πρώτο: ο Μάντης έχει κατακτήσει ένα υψηλού επιπέδου αφηγηματικό στυλ, έντονα μακροπερίοδο στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα, το οποίο δεν κουράζει και δεν χάνει τον βηματισμό του. Επιπλέον, καταφέρνει να παρουσιάσει ένα τόσο εκτενές κείμενο με αξιομνημόνευτη συνοχή.

Συμπέρασμα δεύτερο: έρευνα και γνώση συνδυάζονται με την προαναφερθείσα αφηγηματική ικανότητα.

Συμπέρασμα τρίτο: διαθέτει όραμα. Όραμα προσωπικό, για το οποίο δεν δίστασε να αφιερώσει χρόνο και κόπο, και το τελικό αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Δεν καταφεύγει σε καμία σχεδόν ευκολία -ακόμα και το κλείσιμο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί ως επιλογή. Διαλέγει τον δύσκολο τρόπο, αρνείται να σκεφτεί με όρους αποδοχής, και επιμένει να διερευνήσει τα όρια της ιστορίας του, να βάλει δύσκολα στον εαυτό του, να φέρει στα άκρα τη δυνατότητα για συνοχή, να παρασυρθεί από την ίδια του τη φαντασία και να διασπάσει τον χρόνο και τον τόπο.

Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε, μέχρι και το τέλος της ανάγνωσης, είναι η πολιτική άποψη του συγγραφέα, παρασυρμένος ίσως από την ιδιαιτερότητα της εποχής, κατά την οποία κάθε τι οφείλει να παίρνει τη θέση του στην πολιτική αρένα. Ίσως να μην έχει κανένα νόημα ή ίσως αυτή η σύγχυση να αποτελεί κεντρική επιδίωξη του συγγραφέα, να αποτυπώσει αυτή τη σύγχυση που επικρατεί, το θόλωμα και την αμηχανία, κυρίως στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς και της αναρχίας. Ίσως ο προβληματισμός μου εντάθηκε εξαιτίας της ικανότητας του Μάντη, στην οποία, πριν από οτιδήποτε άλλο, αναφέρθηκα, να αποτυπώνει ανάγλυφα την κατάσταση που επικρατεί στο κέντρο αυτής της πόλης.

Στοίχημα κερδισμένο. Ο Μάντης επιτυγχάνει αποτυπώνοντας τη σημερινή εποχή -χωρίς να αμελεί το εγγύς παρελθόν-, επιλογή που δεκάδες άλλοι συγγραφείς επιχείρησαν να υλοποιήσουν με αποτελέσματα τουλάχιστον αμήχανα. Οι Τυφλοί είναι ένα μυθιστόρημα που αποτυπώνει με υψηλή ευκρίνεια το κέντρο της Αθήνας, αφήνοντας όμως χώρο να αναδειχθούν η οργιαστική φαντασία και η αφηγηματική δεινότητα, το όραμα και ο μόχθος του Μάντη. Τέτοια μυθιστορήματα, ακόμα και αν σε κάποιον δεν αρέσουν, είναι σημαντικό να εκδίδονται και να διαβάζονται, καθώς φέρουν κάτι νέο και φρέσκο στην εγχώρια παραγωγή.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υγ. Εδώ μπορείτε να βρείτε τις αναρτήσεις για τα προηγούμενα μυθιστορήματα του Μάντη: Άγρια Ακρόπολη και Πέτρα Ψαλίδι Χαρτί

Εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Μπέττυ - Georges Simenon



Την ενοχλούσε που είχαν φύγει πόντοι σε κάθε γάμπα. Για πρώτη φορά στη ζωή της δεν είχε αλλάξει κάλτσες εδώ και μια αιωνιότητα. Δυο μέρες; Τρεις μέρες; Δεν ήθελε και τόσο πολύ να το θυμάται. Ούτε μπάνιο είχε κάνει, πράγμα που θα την έφερνε σε δύσκολη θέση αργότερα. Άραγε θα υπήρχε μπανιέρα, και θα έβρισκε χρόνο να πλυθεί;
Μια γυναίκα, η Μπέττυ, συνοδευόμενη από έναν άντρα, θα μπουν στην Τρύπα, ένα κέντρο διασκέδασης στα περίχωρα του Παρισιού, εξίσου μεθυσμένοι και οι δύο. Εκεί θα συνεχίσουν να πίνουν. Εκείνον τον γνωρίζουν στο μαγαζί και φροντίζουν να τον συνοδεύσουν διακριτικά στο σπίτι του λίγο πριν χάσει εντελώς τον έλεγχο. Θα το αναλάβει ο Μάριο, ιδιοκτήτης του μαγαζιού με το αναμενόμενο σκοτεινό παρελθόν. Εκείνη όμως; Είναι η πρώτη φορά που τη βλέπουν, δεν ξέρουν τίποτε γι' αυτή. Θα την περιμαζέψει η Λωρ, μόνιμη θαμώνας και ερωμένη του αφεντικού, θα φροντίσει να της εξασφαλίσει το δπλανό δωμάτιο με το δικό της στο ξενοδοχείο που μένει η ίδια, μάλιστα τα δύο δωμάτιο επικοινωνούν με εσωτερική πόρτα, θα τη συνοδεύσει ως το κρεβάτι και θα την πλύνει... Ένα ακόμα σκληρό μυθιστόρημα του Σιμενόν ξεκινά!

Ποια είναι η Μπέττυ; Γιατί η Λωρ προθυμοποιείται να τη βοηθήσει; Ποιο ρόλο θα παίξει ο Μάριο, ο σκληρός της διανομής;

Αυτά είναι τα ερωτήματα, αρχικά. Ύστερα θα προκύψουν και άλλα, έτσι συμβαίνει πάντα στα έργα του Σιμενόν. Ακόμα και αν για κάποιον αυτή είναι η πρώτη επαφή με τον Βέλγο συγγραφέα, ήδη από τις πρώτες κιόλας σελίδες θα νιώσει μια αιωρούμενη απειλή, καθώς η ιστορία μοιάζει να κυλάει ομαλά, φυσιολογικά ή και ανθρώπινα, ο φόβος και η πλήρης ανατροπή κρύβονται θαρρείς στην επόμενη γωνία, μέχρι την οποία ο αναγνώστης φτάνει επιφυλακτικά για να διαπιστώσει πως τίποτα δεν κρύβεται εκεί, για να συνεχίσει την ανάγνωση στον ίδιο πυρετώδη ρυθμό. Από τις πολλές φορές που έχει χρησιμοποιηθεί ο επιθετικός προσδιορισμός ατμοσφαιρικός, σίγουρα θα έχει χάσει κάτι από την αξία και τη σημασία του, όμως εδώ η χρήση του φαντάζει υποχρεωτική. Δεν υπάρχει αθώα πρόταση, υπονοούμενα και σκοτάδια καιροφυλακτούν, ο κοφτός λόγος επιτείνει το συναίσθημα αυτό.

Εκτός των δεδομένων αρετών της γραφής του Σιμενόν, πιστεύω πως η επιτυχία του, η διαχρονική επιτυχία του, και ιδιαίτερα σε ένα είδος όπως το νουάρ μυθιστόρημα, έγκειται στην ικανότητά του να προσφέρει στον αναγνώστη ένα γνώριμο έδαφος ταύτισης, ένα περιβάλλον ανεπιθύμητα οικείο μέσα στο οποίο τον εγκλωβίζει παρέα με τους ήρωές του, καλλιεργώντας το εθιστικό συναίσθημα της αγωνίας, της βαθιάς αγωνίας για την κάθε ελάχιστη απόφαση που πρέπει να λάβουν οι ήρωες, για την υπαρκτή ή ανύπαρκτη δυνατότητα διαφυγής. Έτσι και εδώ, το ασφυκτικό οικογενειακό περιβάλλον, η απώλεια του συντρόφου και η επικείμενη μοναξιά, τα καταπιεσμένα σεξουαλικά ένστικτα, η σαγήνη της νύχτας, η δίψα για εξουσία και η ανάγκη για υποτέλεια, και ίσως και άλλα, ανάλογα με τα βιώματα του αναγνώστη, σχήματα διαμέσου των οποίων διαβαίνουν η Μπέττυ, η Λωρ και ο Μάριο καθώς εκτυλίσσεται η πλοκή.

Αγαπημένος, σκοτεινός Σιμενόν!

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα  

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Δύο μητέρες και ένα όνειρο - Αποστόλη Καραπαναγή




Μάζεψα τις λέξεις μου για να της ζωγραφίσω το λάθος, μα όλες τους σχημάτιζαν μια φράση: "Τρέξε λοιπόν τρέξε". Όποια ζαριά και αν έριχνα για να κερδίσω το λάθος, οι λέξεις έγραφαν πεισματικά: "Τρέξε λοιπόν τρέξε".

Και τι γράμμα να γράψει κανείς με μια μονάχα φράση;

Ήθελα να σου γράψω ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα· για τις κακοτοπιές του ποταμού.
Και πώς να γράψει κανείς ένα γράμμα ζεστό σαν βότσαλο και φωτεινό σαν καλογραμμένη σελίδα; Πώς; Και μάλιστα με μια μονάχα φράση. Να χωρέσει εκείνα, να παραλείψει τα άλλα, να περιγράψει και να διευκρινίσει. Να διαχωρίσει την ποίηση από το ψέμα, τα συναισθήματα από την υπερβολή των κλισέ, το παρελθόν από την επιλεκτική μνήμη, που είναι ταγμένη να το ωραιοποιεί.

Να βρει τις λέξεις πρώτα. Να τις βάλει στη σειρά μετά. Να τις διακρίνει με τα κατάλληλα σημεία στίξης. Να πιάσει να διαβάσει το κείμενο από την αρχή, να μη σκαλώνει, να μην έχει κενά. Να διαβάζει και να ακούει τον εαυτό του πίσω από τις λέξεις. Να διαβάζει και να βλέπει τον παραλήπτη πίσω από τις λέξεις.

Και αν πει πολλά, και αν πει λίγα ο κίνδυνος παραμονεύει, και τα λίγα να περισσεύουν και τα πολλά να μην αρκούν. Ο ένας, που γράφει, να ελαφρύνει, ο άλλος, που διαβάζει, να βαρύνει. Ο ένας να πιεστεί και ο άλλος να γελάσει. Το γράμμα να μην φτάσει ποτέ.

Το σπίτι έστεκε στην άκρη του ποταμού.
Ο μεταλλωρύχος έμεινε στα βάθη του ορυχείου.

Να μη διστάσει να αναγνωρίσει τον παράγοντα της τυχαιότητας. Να μη διστάσει να εκφράσει το προσωπικό. Να μην φανερωθεί αλλά και να μην κρυφτεί. Να μην αναγκάσει αλλά να μην προκαλέσει αδιαφορία. Ακόμα και χωρίς κάποιο φυλαχτό.

Μπορεί να δει έναν αναγνώστη να μπαίνει στο βιβλιοπωλείο και απ' όλα τα βιβλία να διαλέγει αυτό. Και ας μην απευθυνόταν σε εκείνον αλλά σε έναν και μοναδικό παραλήπτη. Και ας ήταν η έκδοση κρυψώνα και ανάχωμα συστολής. Ας ήταν η έξοδος βουτιά προς τα μέσα.

Το γράμμα θα γεννήσει ένα κείμενο. Μπορεί. Το γράμμα θα το παρεξηγήσεις, θα το ωραιοποιήσεις, θα το οικιοποιηθείς. Το γράμμα θα σε γοητεύσει, θα σε συγκινήσει, θα σε θυμώσει. Το γράμμα θα παραπέσει και θα ξεχαστεί. Μπορεί.

Εκδόσεις Ίνδικτος




Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Η ξάγρυπνη πόλη - Bill Hayes





Ο πόνος της απώλειας. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η λήθη επιβάλλεται. Η μνήμη ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα. Η λογική ελάχιστα υποστηρίζει, παρά την όποια επιμονή. Η νέα αρχή πρέπει να επιβληθεί, όχι από τη λογική αλλά από το αδιέξοδο, η σύγκρουση με τον τοίχο δείχνει τον μονόδρομο, και ας χρειάζεται να καθίσεις με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο κάποιο χρόνο, μέχρι ο ορίζοντας να αποκτήσει βάθος. Τα κοινά βιώματα να απομακρυνθούν με κάποιον τρόπο, οι γωνιές της πόλης, το φως του απογευματινού ήλιου στο σαλόνι, η τελετουργία πριν από τον βραδινό ύπνο.

Η αγρύπνια, κτήνος της κόλασης. Εδώ και αν δεν λειτουργούν η λογική και οι συμβουλές. Εδώ και αν το σώμα δεν υπακούει στον νόμο της κόπωσης και της εξάντλησης. Οι νύχτες είναι μεγάλες και μοναχικές. Ο χρόνος δεν γιατρεύει, απλώς αλλοτριώνει και σέρνει στο διάβα του τη συνήθεια. Η αποδοχή δεν συνιστά πράξη παραίτησης, όπως θα σπεύσουν να διακηρύξουν οι εκτός χορού.

Η απώλεια του συντρόφου του θα οδηγήσει τον Hayes στη Νέα Υόρκη. Με ελάχιστες αποσκευές σε ένα περιβάλλον καθαρό από αναμνήσεις. Το γράψιμο και η φωτογραφία. Η μεγάλη πόλη, γεμάτη αντιφάσεις, απαιτεί κόπο για να γίνει αντικείμενο αγάπης. Διώχνει μακριά όσους αρνούνται να την αγαπήσουν, σε όσους αρνούνται να καταβάλουν το δυσθεώρητο κόστος. Οι περίπατοι στους νυχτερινούς δρόμους, τα πάρκα, το μετρό, οι άνθρωποι. Οι νέοι φίλοι. Η γνωριμία με τον Oliver Sacks. Η μνήμη εξακολουθεί να ξυπνά με το πλέον ελάχιστο, συχνά αόρατο, ερέθισμα.

Πώς διηγείται κανείς μια προσωπική ιστορία απώλειας, χωρίς να καταφύγει στην ευκολία ενός διαρκούς συναισθηματικού εξαναγκασμού; O Hayes μοιάζει να γνωρίζει τον τρόπο.

Η επιλογή του ρόλου του θύματος δεν λειτουργεί σε κανένα επίπεδο. Κουράζει τον αναγνώστη. Δεν απαλύνει τον πόνο του γράφοντος. Πρέπει κανείς να κάνει ένα, έστω και ελάχιστο, βήμα προς τα πίσω, να αντικρίσει την ίδια την ιστορία του, να την παρατηρήσει και να την καταγράψει. Μόνο τότε, ίσως, καταφέρει να ξεγελάσει τους δαίμονες, να βρει το κουράγιο να διηγηθεί ακόμα μία προσωπική απώλεια, χωρίς να αμελήσει όσα υπέροχα συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα σκληρά συνέβησαν στο ενδιάμεσο, όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο τέλος πάντων.

Η ξάγρυπνη πόλη δεν αποτελεί εγχειρίδιο αυτοβοήθειας. Σε καμία περίπτωση. Δεν αποτελεί ούτε μία ωραιοποίηση του πόνου, της απώλειας, της νέας αρχής, του νέου έρωτα, της νέας απώλειας. Σε καμία περίπτωση. Ο συγγραφέας δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει, δεν ξέρει καν ούτε γιατί έκανε ό,τι έκανε. Και ας μοιάζει έτσι στην ασφάλεια της παρατήρησης του παρελθόντος από το μακρινό πια παρόν της αφήγησης. Η μάχη ενάντια στη λήθη είναι μόνο μία μάχη, η οποία, μάλιστα, αν δεν δοθεί σωστά, κινδυνεύει να αποτύχει οικτρά, παραπαίοντας ανάμεσα σε τέλειους ταφικούς τύμβους και δακρύβρεχτους στύλους δόξας.

Κανείς, πιστεύω, δεν θα επιθυμούσε την ταύτιση με τον προσωπικό του πόνο διηγούμενος σε κάποιον την ιστορία του. Δεν επιθυμώ να με θαυμάσεις, μοιάζει να λέει ο συγγραφέας, δεν επιθυμώ να με λυπηθείς, μοιάζει να φωνάζει, δεν επιθυμώ να σε βοηθήσω, μοιάζει να ισχυρίζεται σχεδόν υπεροπτικά. Επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν, με έναν τρόπο για τον οποίο δεν είμαι σίγουρος, για τον οποίο ποτέ δεν θα είμαι σίγουρος, επιθυμώ να διηγηθώ όσα συνέβησαν επειδή δεν ξέρω άλλον δρόμο.

Και κάπως έτσι το βιβλίο του Hayes δεν αποτελεί ένα καταθλιπτικό ανάγνωσμα, και ας εμπεριέχει αρκετή θλίψη. Πρόκειται για ένα δυνατό βιβλίο λόγω της αλήθειας που περιέχει, αλήθεια που αποτελεί το κυρίως μέρος ενός ψηφιδωτού στο οποίο συνυπάρχουν η Νέα Υόρκη, ο σπουδαίος Oliver Sacks, η Björk και οι ιστορίες καθημερινών ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Βαγγέλης Προβιάς
Εκδόσεις Ροπή


Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Το νησί γάμα - Παρασκευάς Ακαμάτης





Το περιβάλλον, όπως έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον, οδηγεί το κωμικό στην τραγωδία. Αναγκάζει όλο και περισσότερους δημιουργούς να καταφύγουν στη σάτιρα για να αντιμετωπίσουν αυτό το πέπλο στάχτης που έχει σκεπάσει την καθημερινότητα, και ενώ αρχικά θέλουν να επιτύχουν, μέσα από την υπερβολή κυρίως, τη διακωμώδηση μιας κατάστασης, πέφτουν αναπόφευκτα σε ένα χιούμορ μαύρο, αναζητούν τη σχέση του εγώ με τον έξω κόσμο, και το συγκριτικό πλεονέκτημα μοιάζει να αποτελεί ζητούμενο, η ανάδειξη της διαφορετικότητας μέσω της παρατήρησης και του αυτοσαρκασμού. Κάπως έτσι, κείμενα που εκκινούν ως πρόζα καταστάσεων κωμικών, γρήγορα μεταμορφώνονται σε μια απόπειρα ενδοσκόπησης και διαφυγής για συναισθήματα όπως η θλίψη και η απογοήτευση, έξοδοι κινδύνου για τη ματαιότητα, φωνές υπαρξιακής αγωνίας.

Και είναι μια ισορροπία αυτή η οποία δεν επιτυγχάνεται πάντα, δύσκολη από τη φύση της, προσωπική υπόθεση του δημιουργού καθώς είναι, μένει να φανεί αν μπορεί να αποτελέσει ένα έδαφος κοινό με τον αναγνώστη. Το χιούμορ αρκετές φορές δεν λειτουργεί, όχι πάντα λόγω έλλειψης έμπνευσης, αλλά λόγω των καταστάσεων. Δεν είναι πάντα εύκολο να γελάσει κανείς, ακόμα και όταν δεν υπάρχει κάτι άλλο για να κάνει.

Και καταλλήγοντας τον παραπάνω συλλογισμό εκεί από όπου ξεκίνησε, στο βιβλίο του Ακαμάτη δηλαδή, μοιάζει να είναι ακόμα πιο ευκρινής, μέσα από τη σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του, τα Ζωνιανά Gold, με πρωτοπρόσωπο αφηγητή επίσης τον Παρασκευά. Είναι εύκολο να διακρίνει κανείς το βάρος που προστέθηκε στους ώμους του συγγραφέα στο διάστημα που μεσολάβησε, την πίκρα, τον θυμό, την απογοήτευση, επίσης. Και όλο αυτό το βάρος περνάει στις σελίδες του βιβλίου, στις ατάκες του Παρασκευά, στη διαχείριση της κεντρικής ιδέας.

Ο Παρασκευάς αναγκάζεται να επιλέξει την παραμονή του στο νησί Γάμα, συμφερόντων μιας ιδιωτικής εταιρείας, ως μια εναλλακτική ποινή αντί για τον εγκλεισμό του σε κάποια φυλακή. Βρισκόμαστε στο κοντινό μέλλον, ένα περιβάλλον παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και κρατικής καταστολής. Η διαφορετικότητα τιμωρείται αυστηρά, η μη προσαρμογή επίσης.

Ο Παρασκευάς είναι ένας αντιήρωας με κραυγαλέες ατέλειες, σε σύγκριση όμως με το περιβάλλον είναι συμπαθής, διαθέτει μια αφέλεια ώρες ώρες ενοχλητική, μια πίστη στο εγώ του κάπως ιδιότυπη. Μοιάζει με μοναχικό καβαλάρη, ή καλύτερα με μοναχικό σέρφερ, και αυτό είναι κάτι που δεν τον ενοχλεί, μάλλον, να του το προσάψει κανείς.

Επιστρέφοντας όμως στο βάρος των χρόνων που μεσολάβησαν, θα μπορούσε κανείς να αποδεχτεί και να δικαιολογήσει την ανάγκη του συγγραφέα να διηγηθεί την ιστορία της παραμονής του άλτερ έγκο του στο νησί Γάμα, μια αναγκαία βαλβίδα αποσυμπίεσης από την πραγματικότητα, ακόμα και μέσω μιας πραγματικότητας ακόμα πιο σκληρής.

Διαβάζοντας το βιβλίο, και έχοντας ανάμεικτα μάλλον συναισθήματα, μου ήρθε ξαφνικά στον νου η θεατρική του μεταφορά: ο Παρασκευάς στη μπάρα να διηγείται, πίνοντας Jameson, την ιστορία της παραμονής του στο νησί, σε έναν μονόλογο παραληρηματικό κάποιες στιγμές, εκεί που ο ακροατής πρέπει κάποιες στιγμές να του προσφέρει ξανά το χαμένο νήμα της αφήγησης. Έτσι ναι, θα μπορούσε να λειτουργήσει θαυμάσια.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Ωκεανίδα

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η σκιά στο δέντρο - Θανάσης Σταμούλης





Καμία σημασία δεν έχει αν η ιστορία που επιλέγει κάποιος να διηγηθεί είναι ήδη γνωστή, ως πλαίσιο τουλάχιστον και όχι ως προς τις επιμέρους λεπτομέρειες ή τις συγγραφικές επιλογές. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να την αφηγηθεί, η γλώσσα και η ψυχή, δηλαδή, της ιστορίας. Το γιατί έχει επιλέξει να διηγηθεί αυτή την ιστορία, και όχι κάποια άλλη, πιο πρωτότυπη, θα κριθεί μόνο μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Δεκάδες βιβλία Ελλήνων δημιουργών ξεπηδούν διαρκώς και χρειάζεται αρκετή τύχη -γνώση και ένστικτο επίσης- για να ξεπεράσει ο κουρασμένος, από την επανάληψη και τις χαμηλές προσδοκίες των δημιουργών, αναγνώστης τις προκαταλήψεις, το δέλεαρ των πολλών μεταφρασμένων, από κάθε γωνιά της γης, έργων, έργων ενίοτε υπερτιμημένων ή αριστουργημάτων, και να επιλέξει στο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο ενηλικίωσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όπως στην προκειμένη περίπτωση το μυθιστόρημα του Σταμούλη, Η σκιά στο δέντρο. Και, όπως συμβαίνει συνήθως με το ρίσκο, ελλοχεύει ο κίνδυνος της άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο φρικτής απογοήτευσης, όμως, περιμένετε μια στιγμή, σπάνια - είναι η αλήθεια- υπάρχει η περίπτωση της ανακάλυψης ενός θησαυρού εν μέσω αδιάφορων πραγμάτων. Τέτοια είναι η περίπτωση για την οποία γράφω σήμερα.

Άκουσα κάποια δυνατή αναγνώστρια να το παινεύει. Πήγα στο βιβλιοπωλείο και διάβασα το οπισθόφυλλο. Άφησα το βιβλίο στη θέση του. Δεν με ενδιαφέρει, σκέφτηκα. Άκουσα επαίνους από ακόμα έναν δυνατό αναγνώστη. Μίλησε και εκείνος για τον αρχικό προβληματισμό του σε σχέση με τη θεματική, όμως επέμεινε ότι γλωσσικά ο Σταμούλης επιχειρεί κάτι σπουδαίο, κάτι δυνατό. Πήγα ξανά στο βιβλιοπωλείο. Αυτή τη φορά το πήρα μαζί μου. Άτιμο πράγμα οι φοβίες, άτιμο.

Οι αρχικές επιφυλάξεις είχαν κιόλας υποχωρήσει όταν έκλεισα το βιβλίο για πρώτη φορά κάπου στη σελίδα είκοσι πέντε, πράγματι, κάτι σπουδαίο επιχειρούσε εδώ ο συγγραφέας, σκέφτηκα -ένιωσα, καλύτερα. Η γλώσσα και τα ευρήματα, για να την υπηρετήσει, η επιμονή στην κατασκευή της κάθε φράσης, η απουσία πυροτεχνημάτων εντυπωσιασμού, η συνοχή του ύφους.

Δεν είναι ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο κάποιες ιστορίες αποτελούν αγαπημένο τόπο για τους συγγραφείς της κάθε χώρας. Είναι το βάρος που εκείνες φέρουν μαζί τους, είναι η επίδραση που έχουν στο σήμερα, είναι η ανάγκη του συγγραφέα να τις διηγηθεί υπό το δικό του πρίσμα, είναι μια πράξη πολιτική εν τέλει. Ανεξαρτήτως αν για την πλειοψηφία οι ιστορίες αυτές αποτελούν ένα εύκολο μοτίβο με στόχο κάποια εμπορική επιτυχία, που όλο και πιο σπάνια έρχεται.

Ο νεαρός Φέντια εγκαταλείπει, με απόφαση του πατέρα του, το σπίτι του, κάπου στην Εύβοια, εκεί όπου βρέθηκαν φεύγοντας από τη Σοβιετική Ένωση, για να πάει σε κάποιους συγγενείς στην Αθήνα, μήπως και γλιτώσει από τα μολυσμένα με ελονοσία κουνούπια. Λίγο αργότερα θα ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το έπος της Αλβανίας θα διαδεχτεί η γερμανική κατοχή. Κάποιοι θα επιβιώσουν, κάποιοι πάντα επιβιώνουν και πλουτίζουν σε παρόμοιες καταστάσει. Οι περισσότεροι θα αντιμετωπίσουν την πείνα και την ανέχεια, αρκετοί δεν θα τα καταφέρουν.
Όταν διασχίζεις τον κόσμο με τα πόδια σού φαίνεται μικρός· οι σόλες των παπουτσιών κολλάνε στο χώμα, το καταπίνουν και μοιάζεις ακίνητος. Όταν καβαλάς τέσσερις μεγάλες ρόδες, το έδαφος δεν σταματά να σβήνει.
Για τριακόσιες πενήντα σελίδες ο Σταμούλης δεν χάνει τον βηματισμό του, το επιτηδευμένο γλωσσικό ύφος ρέει αβίαστο και φυσικό, το αποτέλεσμα κρύβει καλά την προσπάθεια δόμησής του, η ιστορία μένει στο προσκήνιο και ο δημιουργός -όπως πρέπει- στο παρασκήνιο, έχοντας κάνει όσα έπρεπε να κάνει, τώρα το βιβλίο μπορεί να σταθεί μόνο του στη σκηνή. Και ας ξεχνάει κάποιες στιγμές ο αναγνώστης την ιστορία απολαμβάνοντας το κείμενο φράση-φράση, η ιστορία είναι εκεί, με συνοχή, αρχή και τέλος, οι χαρακτήρες αποκτούν υπόσταση και βάθος, η εποχή αποτυπώνεται με ευκρίνεια. Η ανάγνωση απαντά στο καίριο ερώτημα: γιατί αυτή την ιστορία; Γιατί αυτή η ιστορία απασχολούσε τον συγγραφέα, για τους δικούς του λόγους, γιατί αυτή είναι μια ιστορία πανανθρώπινη, η οποία, αν της αφαιρέσει κανείς τα τοπωνύμια, θα μπορούσε να είναι η ιστορία πολλών χωρών, πολλών ανθρώπων, όχι μόνο της Ελλάδας ή του Φέντια.

Εκδόσεις Ποταμός

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

Ιστορίες της ζωής σου - Ted Chiang






Η ταινία, The arrival, σε σκηνοθεσία του Denis Villeneuve, βασισμένη στο διήγημα του Ted Chiang Η ιστορία της ζωής σου, απέσπασε εγκωμιαστικές κριτικές ακόμα και από εκείνους που δεν δηλώνουν λάτρεις των ταινιών επιστημονικής φαντασίας. Υπήρξαν βέβαια και αρνητικές γνώμες, πάντα υπάρχουν άλλωστε. Την ταινία δεν την είδα, τώρα όμως, μετά την ανάγνωση των διηγημάτων του γεννημένου στο Πορτ Τζέφερσον της Νέας Υόρκης συγγραφέα, θα επιδιώξω να τη δω κάποια στιγμή.

Είναι κάπως παράξενο αλλά, ενώ δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ πως η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας είναι από τα αγαπημένα μου είδη, εντούτοις κάποια από τα πλέον αγαπημένα μου βιβλία ανήκουν σε αυτό το είδος. Σαν ένα στερεότυπο, το οποίο, ενώ καταρρίπτεται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, παραμένει ακλόνητη πεποίθηση. Δεν νομίζω βέβαια πως τα διηγήματα του Chiang θα μπορούσαν κάποτε να πάρουν θέση ανάμεσα στα αγαπημένα μου βιβλία. Παρότι αναγνώρισα δεδομένες αρετές σε αυτά, υπήρξαν και κάποιες αδυναμίες που μετρίασαν την τελική εικόνα.

Η κυρίαρχη αρετή των διηγημάτων είναι η ενδελεχής γνώση του συγγραφέα σχετικά με το εκάστοτε θέμα που διαπραγματεύεται, είτε πρόκειται για γλωσσολογία, είτε για φυσική, ο Chiang εκτός από την επιβεβλημένη έρευνα καταφέρνει να εντάξει στην υπόθεσε έννοιες δύσκολες με έναν τρόπο ομαλό, χωρίς να πετάει τον αναγνώστη εκτός. Ίσως, βέβαια, η αρετή αυτή να επιστρέφει ως αδυναμία τελικά, ίσως η επιμονή στην επιστημονικότητα, η αναζήτηση του ευρήματος, γύρω από το οποίο θα περιστραφεί η ιστορία κάθε διηγήματος, να αφαιρεί τελικά κάτι από την ψυχή τους, να τα μετατρέπει σε κατασκευάσματα τεχνικά άρτια μεν αλλά χωρίς θύρα εισόδου για τον αναγνώστη. Αυτό φαίνεται επίσης από το γεγονός πως τα διηγήματα που ξεχωρίζουν είναι εκείνα τα προσωποκεντρικά, όπως το ομώνυμο της συλλογής, ή το Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα της ανάγνωσης είναι κάπως άνισο. Στο Η ιστορία της ζωής σου, έχουμε την άφιξη κάποιων εξωγήινων πλασμάτων, η κεντρική ηρωίδα, διακεκριμένη γλωσσολόγος, θα επιστρατευτεί σε μια προσπάθεια επικοινωνίας μαζί τους, κατανόησης των λόγων που τους έφεραν ως τη γη, διερεύνησης των τεχνολογικών και επιστημονικών επιτευγμάτων τους. Παράλληλα με την κεντρική διήγηση, εκείνη ανακαλεί στη μνήμη της την κόρη της, που σκοτώθηκε κάνοντας αναρρίχηση. Το πρόβλημα της επικοινωνίας με τους εξωγήινους δίνεται παράλληλα με το αντίστοιχο μάνας-κόρης, σε μία στιγμή θαυμάσιασ έμπνευσης του συγγραφέα. Στο Σ' αρέσει αυτό που βλέπεις;, η επιστήμη έχει επιτύχει να μπορεί να απομονώσει τις νευρικές απολήξεις που τρέφονται από την εξωτερική εμφάνιση, εκείνοι που φέρουν το "κάλλι" αδυνατούν να νιώσουν διαφορετικά, είτε έχουν απέναντί τους ένα μοντέλο, είτε κάποιον με παραμορφωμένο πρόσωπο. Σε κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο πρόκειται να γίνει μια ψηφοφορία σχετικά με το αν οι φοιτητές επιθυμούν να φέρουν ή όχι το κάλλι. Οι εκατέρωθεν απόψεις και επιχειρηματολογίες έχουν αρκετό ενδιαφέρον, σε ένα διήγημα όπου η επιστημονική φαντασία λειτουργεί ως όχημα κοινωνικού προβληματισμού.

Η γλώσσα είναι απλή και χωρίς φιοριτούρες, έτσι όπως πρέπει δηλαδή, ώστε να υπηρετεί την κεντρική ιδέα, τα περισσότερα διηγήματα είναι αρκετά εκτενή, δίνοντας έτσι τον χώρο στον συγγραφέα να αναπτύξει τόσο την ιδέα του όσο και το επινοημένο περιβάλλον και τους χαρακτήρες. Με αρκετά ενδιαφέροντα σημεία η συλλογή του Chiang, που μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά, χωρίς όμως να είναι κάτι ξεχωριστό τελικά.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης
Εκδόσεις Κέδρος

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Το χέρι του σημαιοφόρου - Δημήτρης Καλοκύρης




Υπάρχουν τα βιβλία εκείνα, των συγγραφέων εκείνων, τα οποία, όσες προσδοκίες και αν έχεις, καταφέρνουν να σε εκπλήξουν από τις πρώτες κιόλας σελίδες, επιτρέποντάς σου την είσοδο σε έναν καινούριο κόσμο, όμως συνάμα γνωστό και οικείο, μέσα από ένα πρίσμα τοποθετημένο περίτεχνα από τον δημιουργό, εκεί όπου αναγνωρίζεις πράγματα γνωστά, από τις προσωπικές σου εμπειρίες και από τις εξωτερικές γνώσεις, δοσμένα με έναν τρόπο διαφορετικό, καθώς η φαντασία και η έμπνευση διακλαδώνονται πυκνά με την αλήθεια και την πραγματικότητα, την όποια αλήθεια και την όποια πραγματικότητα. Έτσι συνέβη και με το βιβλίο του Καλοκύρη, συγγραφέα με πλούσιο έργο, γνωστού και για τις μεταφράσεις τού Μπόρχες, του οποίου κανένα βιβλίο δεν είχα διαβάσει ως τώρα, παρά τις προσδοκίες μου, οι οποίες στηρίζονταν στη διαίσθηση και τα λόγια που άκουγα γύρω τριγύρω. Και είναι όμορφο όταν οι προσδοκίες γκρεμίζονται, για ν' ανοικοδομηθούν υψηλότερες και πιο εντυπωσιακές, πάνω σε στέρεα θεμέλια.

Μια μυθιστορία καταιγιστικής ακινησίας, όπως επεξηγεί ο υπότιτλος στο εξώφυλλο, επεξήγηση για κάποιους αποτρεπτική, στην εποχή της δράσης και της ταχύτητας, για κάποιους άλλους όμως γοητευτική και ιντριγκαδόρικη, αντιπροσωπευτική, όπως και αν έχει, του περιεχομένου. Η ιστορία ξεκινά στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, με δύο εραστές, λίγα λεπτά μετά τη δεύτερη συνάντησή τους στην αίθουσα διαλέξεων κάποιου συνεδρίου, να φτάνουν στο δωμάτιο, αφού πρώτα άφησαν το άρωμα του πάθους στο πέρασμά τους, στον ανελκυστήρα και στον διάδρομο, όπου ίδιοι κτήνη θα ορμήσουν να κατασπαραχθούν και να κατασπαράξουν το αντικείμενο του σεξουαλικού πόθου τους, για να περάσει στα χρόνια του Βυζαντίου και μέσα από μονοπάτια ευφάνταστα και δυσδιάκριτα -από ελάχιστη χλόη είναι η αλήθεια- να ξαναφτάσει στο σήμερα της αφήγησης.
Μιλώντας για τη Θάλεια Δροσινού πώς βρεθήκαμε στους Παλαιολόγους; Η νεανική εκδρομή της στον Μυστρά με σημαιοφόρο του Πολεμικού Ναυτικού (που μόλις είχε τελειώσει τη σχολή δοκίμων κι έπαιρνε την πρώτη του άδεια) και οι ερωτικές τους διαπλέξεις στην παρακείμενη Σπάρτη το ίδιο βράδυ επηρέασαν τάχα τον υπόγειο ειρμό της αφήγησης, ή ο ποταμός του λόγου μάς λοιδορεί, οπότε τα πάντα υποτίθεται πως συμπλέκονται κατά μήκος του ακοίμητου χρόνου;
Δεκάδες πρόσωπα βιογραφούνται, χρονικές περίοδοι αναλύονται, τα βήματα συναντούνται και ο χρόνος προχωρά γραμμικά, παρά τις αφηγηματικές παρεκβάσεις. Δύσκολα μπορεί κάποιος να είναι σίγουρος αν κάποια πρόταση είναι αποτέλεσμα της ευρυμάθειας του Καλοκύρη ή της αχαλίνωτης φαντασίας του, αν όχι συγκερασμός και των δύο, αν προσεγγίζει το παιχνίδι με σοβαρότητα ή τη σοβαρότητα με παιγνιώδη διάθεση. Δεδομένες μπορούν να θεωρηθούν μόνο η αλλεργία του στη σοβαροφάνεια και η απόλαυση που πρέπει να αντλεί ο ίδιος από τη γραφή. Και πώς να μιλήσει κανείς για ένα μυθιστόρημα όπως αυτό, μυθιστορία όπως την αποκαλεί ο Καλοκύρης, όπου το χάος βασιλεύει συγκροτημένα και η Ιστορία αφήνει ρωγμές για να περάσει ο μύθος; Θαρρείς και το Παν χώρεσε μέσα στις διακόσιες εβδομήντα σελίδες της αφήγησης της ιστορίας της Θάλειας Δροσινού.

Δεν περίμενα να διαβάσω ένα τέτοιο βιβλίο στα ελληνικά, και δεν αναφέρομαι στην ποιότητα, αλλά στην ψυχή. Οι επιρροές υπάρχουν, αλλά δεν θα ήταν αρκετές αν δεν συναντούσαν ένα γόνιμο έδαφος στο μυαλό του Καλοκύρη. Μία ανάγνωση που σε κάνει να νιώθεις υπέροχα από τη μία, αλλά και μοναξιά ταυτόχρονα, μοναξιά γιατί δεν μπορείς με λέξεις να μοιραστείς με κάποιον τα συναισθήματα και τις εικόνες της ανάγνωσης, την εμπειρία αυτών των σελίδων, ίσως μονάχα με μια συγχρονισμένη ανάγνωση με κάποιον άλλον, σκυμμένοι πάνω από το βιβλίο, διαβάζοντας την ίδια γραμμή ταυτόχρονα, μοιραζόμενοι το βλέμμα της έκπληξης και το χαμόγελο της ικανοποίησης.

Οι ιστορίες μπορεί να έχουν κιόλας τελειώσει, όλα να έχουν ειπωθεί, όμως πάντα θα υπάρχει ακόμα μία συναρπαστική αφήγηση που θα σε μεταφέρει κάπου άλλου, όχι απαραίτητα μακριά.

Εκδόσεις Νεφέλη

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Ήλιος με δόντια - Γιάννης Μακριδάκης





Πέρασαν έξι χρόνια από τότε που διάβασα για πρώτη -και τελευταία- φορά κάποιο βιβλίο του πολυγραφότατου Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, με τίτλο Λαγού Μαλλί. Αν και η αναγνωστική ανάμνηση έχει υποχωρήσει, φαντάζομαι πως το συναίσθημα εκείνης της ανάγνωσης δεν μου δημιούργησε την ανάγκη για επιστροφή. Πρόσφατα μου έκαναν δώρο το Ήλιος με δόντια. Το δώρο συνοδεύτηκε με ιδιαιτέρως κολακευτικά σχόλια. Υποσχέθηκα να το διαβάσω άμεσα, υπόσχεση που δεν ήμουν σίγουρος πως θα τηρήσω. Ένα μεγάλης διάρκειας ταξίδι με τρένο όμως στάθηκε η αφορμή. Και το ταξίδι μίκρυνε. Και η νύχτα που ακολούθησε, παρά την κόπωση της ημέρας που προηγήθηκε, με βρήκε να αντιστέκομαι στις Σειρήνες του Ύπνου, με σκοπό να φτάσω μέχρι το τέλος. Αυτή η αναγνωστική εμπειρία ναι, σίγουρα θα με οδηγήσει στο άμεσο μέλλον στην επιστροφή σε κάτι δικό του.
Ναι. Εγώ είμ' αυτός. Ο Κωσταντής με τ' όνομα, που δούλευα κάλφας στο μηχανουργείο του μαστρο-Μιμάκη στη Φτωχιά Προκυμαία, άκρη άκρη στο λιμάνι της Χώρας, εκεί όπου αράζουνε τα βαπόρια. Μπορείς να με φωνάζεις και Ιδιώνυμον. Ακούω και σ' αυτό ακόμα, δεν το ξέχασα. Μην κοιτάς που τώρα, εν έτει 1969, με λένε Κωνσταντίνο, αφράτεψα και είμαι μες στα μαύρα, ας όψονται εκείνες οι μαύρες μέρες, οι άραχνες.
Χίος, γερμανική κατοχή. Ο Κωσταντής, θύμα σχολιασμών και πειραγμάτων, θα βρει καταφύγιο σε μια νέα οικογένεια, θα τον πάρει στο σπίτι του ο μαστρο-Μιμάκης και θα τον κάνει βοηθό του στο μηχανουργείο. Σχολιασμοί και πειράγματα είναι χαρακτηρισμοί ελάχιστοι για να αποτυπώσουν την κόλαση που ζούσε, ήδη από την προεφηβική του ηλικία, ο Κωσταντής. Έμαθε, όμως, να αδιαφορεί, να ζει μονάχος, να ακούει το σώμα του, να ερωτευτεί. Όλα έβαιναν καλώς, έστω και σχετικά, μέχρι εκείνη την αποφράδα μέρα. Τώρα, χρόνια μετά, επιχειρεί να πιάσει το νήμα της αφήγησης από την αρχή, μήπως και καταφέρει να φτάσει μέχρι εκείνη την ημέρα, ημέρα την οποία η μνήμη έχει κρύψει βαθιά σε μια αντίδραση επιβίωσης. Τι συνέβη εκείνη την ημέρα;

Το κυρίαρχο γνώρισμα της γραφής του Μακριδάκη είναι η άψογη αποτύπωση του προφορικού λόγου, η μεταφορά του στο χαρτί, η διατήρηση της ορμής του, η ντοπιολαλιά που δεν ξενίζει στιγμή, και μιλάει κατ' ευθείαν στην καρδιά ακόμα και του μη εξοικειωμένου με την τοπική διάλεκτο αναγνώστη. Η πυρετώδης προσπάθεια του Κωσταντή να ανασυνθέσει την ιστορία του, να φτάσει μέχρι το τέλος, ο αγώνας του, να μη χαθεί στον λαβύρινθο των παρεκβάσεων και των λεπτομερειών, να επιβληθεί στον πόνο που του δημιουργεί η ανάμνηση.

Η προφορικότητα όμως, όσο ζωντανή και αν είναι, όση δύναμη και αν διαθέτει, δεν αρκεί για να μετατραπεί σε μυθιστόρημα. Χρειάζεται μαστοριά στη δομή και στο στήσιμο. Και ο Μακριδάκης τη διαθέτει. Με ευρήματα λειτουργικά, με μια ανατροπή καίρια και με ένα φινάλε ανάλογο της ιστορίας. Επιτυγχάνει να δέσει το μυθιστόρημά του με συνδέσεις που αντέχουν, να το θέσει πάνω σε στέρεες βάσεις, να μεταφέρει την ιστορία του Κωσταντή να συναντήσει την ιστορία του νησιού, να εντάξει στο προσωπικό το πανανθρώπινο, να αναφερθεί σε εχθρούς και σωτήρες, σε ντόπιους και ξένους, και να καταστήσει τα όρια μεταξύ τους δυσδιάκριτα, έτσι που τελικά να μην ξέρει κανείς ποιος είναι σύμμαχος και ποιος εχθρός, ποιος ντόπιος και ποιος ξένος, να σπάσει έτσι τα στερεότυπα της εθνικής ενότητας και της απόλυτης ανάγνωσης της Ιστορίας.

Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας

Δευτέρα, 5 Ιουνίου 2017

Παράδεισος και κόλαση - Jón Kalman Stefánsson




Ήταν εκείνα τα χρόνια που, πιθανόν, ήμασταν ακόμα ζωντανοί. Μάρτης, ένας κόσμος λευκός απ' το χιόνι, αν και όχι εντελώς. Εδώ η λευκότητα δεν είναι ποτέ απόλυτη, λίγο μετράει πόσες νιφάδες ξεχύνονται, ακόμα και αν το ψύχος και ο παγετός κολλάνε τον ουρανό με τη θάλασσα και η πάχνη διεισδύει στα τρίσβαθα της καρδιάς εκεί όπου τα όνειρα έχουν το σπιτικό τους, το λευκό δεν βγαίνει ποτέ νικηφόρο. Οι βραχώδεις ζώνες των βουνών το ξεφορτώνονται αμέσως και ξεπροβάλλουν, μαύρες σαν το κάρβουνο, στην επιφάνεια του άσπιλου σύμπαντος. Προεξέχουν, επιβλητικές και σκοτεινές, πάνω απ' το κεφάλι του Μπάρδουρ και του παιδιού καθώς ετούτοι δω απομακρύνονται απ' το Χωριό, την αρχή και το τέλος μας, το κέντρο του κόσμου. 
Ο Μπάρδουρ και το παιδί απομακρύνονται απ' το Χωριό για να επιστρέψουν στον καταυλισμό των ψαράδων στον μικρό κολπίσκο, ίσως απόψε ο καιρός να είναι κατάλληλος για να βγει η εξάκωπος βάρκα στα ανοιχτά για το κυνήγι του μπακαλιάρου. Μάρτης, και στην Ισλανδία κυριαρχεί το σκοτάδι, μέσα στην καλύβα οι άντρες, μέλη του πληρώματος, κοιμούνται μέχρι τη στιγμή που ο καπετάνιος θα δώσει το πρόσταγμα για έγερση, βιαστικό πρωινό και μηχανικές ετοιμασίες. Σπρώχνουν το σκάφος στη θάλασσα και αρχίζουν να κωπηλατούν, το ξημέρωμα αργεί ακόμα. Ταυτόχρονα κινούν και τα άλλη σκάφη, πρέπει να βιαστούν να φτάσουν στον ψαρότοπο πρώτοι, να ρίξουν τα παραγάδια τους, να περιμένουν τους μπακαλιάρους να τσιμπήσουν, να φορτώσουν την ψαριά, να γυρίσουν, αν πάνε όλα κατ' ευχή, πίσω στη στεριά σώοι και αβλαβείς. Η θάλασσα τους προσφέρει τον πλούτο της, μα η στεριά την ανακούφιση της επιστροφής. Ο Μπάρδουρ δανείστηκε στο Χωριό τον Απολεσθέντα Παράδεισο του Μίλτον, του τυφλού ποιητή, διαβάζει κάποιες στροφές στο μισοσκόταδο της καλύβας, απομνημονεύει τους στίχους που θα επαναλαμβάνει για εκείνον και το παιδί στο ταξίδι. Ο καιρός καθορίζει, κυρίως, το πεπρωμένο των ανθρώπων σε εκείνη τη γωνιά του πλανήτη, και πολύ περισσότερο τη ζωή εκείνων που βγαίνουν στην ανοιχτή θάλασσα. Ο άνθρωπος ενάντια στη φύση, ένας αγώνας άνισος.

Το κλίμα και η γεωγραφική ιδιαιτερότητα του τόπου επιβάλλουν το στίγμα τους στην αφήγηση του Στέφανσον, ακόμα και η γλώσσα η ίδια τούς υποτάσσεται. Η ιστορία που διηγείται ο συγγραφέας είναι κοινότοπη, ειδικά σε ένα μέρος ναυτικών, εκεί που κάθε οικογένεια, θαρρείς, έχει και μια αντίστοιχη ιστορία απώλειας να μοιραστεί. Είναι εντυπωσιακό όταν μία ιστορία πατάει σε άξονες εκ διαμέτρου αντίθετους με τις αναγνωστικές μου προτιμήσεις, και, παρ' όλα αυτά επιτυγχάνει όχι μόνο να με συναρπάσει, αλλά και να με συγκινήσει βαθιά. Οι άξονες αυτοί είναι η ναυτική ζωή και η χρήση μιας γλώσσας έντονα ποιητικής.

Η -στα όρια της εμμονής- αγάπη μου για την Ισλανδία αποτέλεσε την ξεκάθαρη ώθηση για την ανάγνωση του μυθιστορήματος του Στέφανσον, χωρίς καν να διαβάσω την περίληψη της ιστορίας στο οπισθόφυλλο, απ' την πρώτη κιόλας σελίδα με συνεπήρε η γλώσσα, ποιητική και με απόλυτη συνοχή, στην ίδια συχνότητα διαρκώς, μια αφηγηματική φωνή ξεκάθαρη, χωρίς να χάνει σε καμία στιγμή τη δυναμική της, που υπηρετεί την ιστορία, γλώσσα υποταγμένη στο φυσικό περιβάλλον, καθοδηγημένη από τις σιωπές των ναυτικών, παρασυρμένη από τις ριπές του ανέμου, όχι με εξάρσεις εντυπωσιασμού, μα δουλεμένη στην εντέλεια, στην παραμικρή λεπτομέρεια, με αποτέλεσμα να μοιάζει σαν να κύλησαν απλώς οι λέξεις στο χαρτί, αβίαστα, η μία μετά την άλλη.

Μυθιστόρημα για τη φιλία, την ενηλικίωση, την Ισλανδία και τη θάλασσα. Ποιητικός ρεαλισμός που μαγεύει αλλά δεν αποπροσανατολίζει, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την Ισλανδία και τους ανθρώπους της, μεταδίδει το συναίσθημα της απομόνωσης του ναυτικού σε μια απομονωμένη χώρα, την καθημερινή μάχη για επιβίωση. Ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί, όχι μόνο για τη γλώσσα του, αλλά και για την ιστορία που αφηγείται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Καστανιώτη

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

Πολ και Λόρα, ζωγραφική εκ του φυσικού - Άρης Μαραγκόπουλος




Ο Πολ έκανε μια γκριμάτσα κούρασης και σήκωσε το χέρι του σαν να ήθελε να διώξει ακόμα και την ιδέα να επεκταθούν στο θέμα που άθελά του ο ίδιος είχε προκαλέσει. Γύρισε, όμως, και την κοίταξε τρυφερά. Κοιτάχτηκαν. Αντάλλαξαν για χιλιοστή φορά εκείνη τη συνωμοτική ματιά που τους είχε κρατήσει όρθιους όλα αυτά τα χρόνια. Κι ένιωσαν, πάλι, για μερικά δευτερόλεπτα στα γερασμένα σώματά τους αυτή την κρυφή, καταδική τους ηδονή, αυτή τη σχεδόν ερωτική απόλαυση που εκλυόταν αβίαστη, ακάλεστη, κάθε φορά που έκριναν μαζί τον κόσμο και τα πράγματα, χωρίς να πολυνοιάζονται ποιου απ' τους δύο η γνώμη θα επικρατήσει· και το κυριότερο χωρίς καθόλου να ανησυχούν μήπως ο σύντροφός τους εκείνη την ώρα "έχει κάτι διαφορετικό στο μυαλό του". (Η Λόρα πάντα θυμόταν κάτι άλλο, ο Πολ πάντα συζητούσε κάτι ακόμα. Η Λόρα πάλευε, ο Πολ ξέφευγε.)
Λόρα Μαρξ και Πολ Λαφάργκ, ένα από τα πλέον γνωστά ζευγάρια της (πολιτικής) ιστορίας, η κόρη ενός από τους σημαντικότερους και επιδραστικότερους πολιτικούς φιλοσόφους, εκείνος, μεταξύ άλλων, συγγραφέας του Δικαιώματος στην Τεμπελιά, δοκίμιο που μπόλιασε -και συνεχίζει να μπολιάζει- τη σκέψη τόσων και τόσων αναγνωστών ενάντια στην εξουθενωτική εργασία στο βωμό της κατ' όνομα προόδου, που δεν περιλαμβάνει τον παράγοντα άνθρωπο στην εξίσωσή της. Μια ιστορία ερωτική και ταυτόχρονα πολιτική, μια ιστορία γεμάτη από θεωρία, δράση, ουτοπία, ελπίδα, πίστη, δυσκολίες και απογοητεύσεις. Κυρίως απογοητεύσεις. Το βάρος, ασήκωτο και διαρκώς παρόν, πως εκείνοι οι δύο, παρά τις ιδέες τους, παρά την αλληλεγγύη τους στους κολασμένους αυτής της γης, ποτέ δεν υποχρεώθηκαν να υποστούν όσα αυτοί, ζώντας μια ζωή, θαρρείς, παράλληλα με τον πόνο και τη δυστυχία της ανέχειας και της εξαθλίωσης. Γνώρισαν την απώλεια τριών παιδιών, για την οποία κατηγόρησαν τον εαυτό τους, ψυχράνθηκαν, απορροφήθηκαν από τη δράση παραμελώντας ο ένας τον άλλον, όμως έμειναν μαζί μέχρι το τέλος, το κοινά σχεδιασμένο τέλος.

Ο Άρης Μαραγκόπουλος δεν επιθυμεί να υποδυθεί τον ιστορικό, καταφεύγει στη μυθιστορία για να κατευνάσει τους δαίμονες και να ικανοποιήσει την έλξη που νιώθει για την ιστορία του Πολ και της Λόρα, εδώ και πολλά χρόνια, όταν είκοσι έξι ετών πρωτοδιάβασε το Δικαίωμα στην τεμπελιά, και από τότε, σε κάθε βιβλίο του, σε κάθε ιστορία που διηγήθηκε, πάντοτε υπήρχε η αναφορά σε εκείνους τους δύο. Ένα σχέδιο φιλόδοξο, επιτυχώς υλοποιημένο, εξαιτίας του πάθους του για τη συγκεκριμένη ιστορία και όχι μόνο λόγω της δεδομένης ικανότητας του συγγραφέα. Η ερωτική ιστορία και η Ιστορία κάνουν κύκλους, επαναλαμβάνονται, οι άνθρωποι υποπίπτουν στα ίδια λάθη, παθιάζονται το ίδιο έντονα, επιμένουν και απογοητεύονται. Η μυθιστορία του Μαραγκόπουλου, με άλλα ονόματα και μεταγενέστερους χρόνους εξέλιξης, θα μπορούσε να είναι μια σύγχρονη ιστορία αγάπης και πολιτικής, και ίσως να είναι και αυτή μία από τις κινητήριες δυνάμεις που ώθησαν τον Μαραγκόπουλο να απομακρυνθεί από το σήμερα, το ιστορικό σήμερα του κοντινού παρελθόντος, για να ερμηνεύσει, να κατανοήσει, να δείξει όσα συνέβησαν και συνεχίζουν να συμβαίνουν, με κέντρο τον άνθρωπο, τη μονάδα, τον έρωτα, και σε δεύτερο κάδρο, μέσα στον ίδιο καμβά, το κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι, να προσεγγίσει το ένα και μοναδικό ζητούμενο: μπορεί να αλλάξει αυτός ο κόσμος, να εξαλειφθεί η αδικία, να αποδοθεί η δικαιοσύνη;

Έρευνα και γνώση, αφηγηματική ικανότητα και πάθος, αυτοί είναι οι τέσσερις πυλώνες πάνω στους οποίους στηρίζεται το τελευταίο αυτό βιβλίο του Μαραγκόπουλου. Αφήγηση γενναιόδωρη, φόρμα κλασική, που ωστόσο μοντερνίζει. Άρνηση του συγγραφέα να γράψει στρατευμένα, να πάρει ξεκάθαρη θέση, να τείνει το δάκτυλο και να υποδείξει. Αποτέλεσμα γοητευτικό που παρασύρει τον αναγνώστη. Το πολυσέλιδο επίμετρο, χωρισμένο σε δύο μέρη, εξηγεί τις προθέσεις του συγγραφέα και περιλαμβάνει ένα πλήθος υποσημειώσεων, που εμπλουτίζουν με το απαραίτητο πολιτικό πλαίσιο το μυθιστόρημα.

Εκδόσεις Τόπος