Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Καταδίωξη στη Βενετία - Patricia Highsmith




Ο Ρέι περπατούσε με το κεφάλι σκυφτό, χωρίς καπέλο, και με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες του πανωφοριού του. Τουρτούριζε. Ο νυχτερινός αέρας της Ρώμης ήταν τσουχτερός, γεμάτος από τον χειμώνα που ερχόταν. Καθόλου δεν διευκόλυνε τα πράγματα, σκεφτόταν ο Ρέι, το γεγονός ότι η Πέγκι δεν είχε αδέλφια. Σίγουρα δεν τα διευκόλυνε για τον Κόουλμαν. Ήταν σκοτεινά στον δρόμο που περπατούσαν. Ο Ρέι σήκωσε το κεφάλι ψάχνοντας για πινακίδα με το όνομα του δρόμου, αλλά δεν βρήκε καμία.
Η Πέγκι, γυναίκα του Ρέι και μοναχοκόρη του Κόουλμαν, αυτοκτόνησε πριν λίγο καιρό. Ο Κόουλμαν δυσκολεύεται να κατανοήσει αυτή την πράξη της και επιρρίπτει τις ευθύνες του ηθικού αυτουργού στον γαμπρό του, που, έτσι και αλλιώς, ποτέ δεν του γέμιζε το μάτι. Ο Ρέι επιθυμεί να του εξηγήσει. Ο Κόουλμαν αρνείται την οποιαδήποτε δικαιολογία, σ' έναν σκοτεινό δρόμο στη Ρώμη θα τον πυροβολήσει και πιστεύοντας πως είναι πια νεκρός θα πετάξει το όπλο και θα φύγει για τη Βενετία. Όμως ο Ρέι τη γλιτώνει με μια απλή αμυχή και ακολουθεί τον Κόουλμαν στη Βενετία.

Μέσα από την αλληλοκαταδίωξη των δύο, η Χάισμιθ, η σπουδαία αυτή συγγραφέας, καταφέρνει εκτός από το σασπένς, να δώσει επιπλέον διαστάσεις στην ιστορία της, να χτίσει δύο κυρίως χαρακτήρες με πάθη και αδυναμίες, χωρίς να παίρνει ξεκάθαρη θέση υπέρ κάποιου απ' τους δυο, και δίνοντας, ενδεχομένως, στον αναγνώστη τη δυνατότητα αυτή. Τα ανθρώπινα πάθη, τα σκοτεινά εκείνα σημεία της ψυχής, οι εμμονές και η διάθεση για εκδίκηση, ο έρωτας, οι απλοί άνθρωποι και η Βενετία με την κοσμοπολίτικη αλλά και την καθημερινή πλευρά της, ιδανικό σκηνικό δράσης για μια συγγραφέα όπως η Χάισμιθ. Κινηματογραφικό και ατμοσφαιρικό είναι δύο προφανείς χαρακτηρισμοί για να προσδιορίσει κανείς την Καταδίωξη στη Βενετία, όμως δεν θα ήταν από μόνοι τους αρκετοί, ειδικότερα αν αναλογιστεί κανείς πόσα και πόσα μυθιστορήματα δεν αρκούνται απλώς και μόνο σε αυτούς τους δύο χαρακτηρισμούς, χωρίς να έχουν κάτι παραπάνω να προσφέρουν στον αναγνώστη.

Η έννοια του ξένου, έστω και με τη μορφή του τουρίστα με την οικονομική άνεση, είναι κάτι το οποίο με γοητεύει, όπως για παράδειγμα στα έργα του Μπόουλς, η επαφή με μια ανοίκεια πραγματικότητα, οι δυσκολίες επικοινωνίας, η ελευθερία της ανωνυμίας και η ζωή που συνεχίζεται με τις αποσκευές γεμάτες από βιώματα και στοιχεία του χαρακτήρα, εκείνα που παραμένουν σταθερά και ακολουθούν τον ξένο παρά την αλλαγή σκηνικού, και στην προκειμένη περίπτωση, στην περίπτωση του πλούσιου τουρίστα, με μια αίσθηση ανωτερότητας και παντοδυναμίας να τον χαρακτηρίζει.

Η αλήθεια είναι πως δεν ένιωσα την ίδια απόλαυση όπως κατά την ανάγνωση του αριστουργήματος της, για μένα, Τα δύο πρόσωπα του Ιανουαρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η Καταδίωξη στη Βενετία δεν είναι ένα υπέροχο νουάρ μυθιστόρημα.

Μετάφραση Βασίλης Πουλάκος
Εκδόσεις Μίνωας



Δευτέρα, 18 Δεκεμβρίου 2017

Το Νιξ - Nathan Hill





Ήταν ακριβώς η μέρα που χρειαζόμουν καταφύγιο σε μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση, μεγάλη όπως κυρίως οι Αμερικανοί ξέρουν να τη στήνουν, όταν πήρα στα χέρια μου Το Νιξ· άφησα στην άκρη το όμορφο αλλά στενάχωρο, με την κυριολεκτική έννοια της λέξης, βιβλίο που διάβαζα· γύρισα την πρώτη σελίδα.
Αν ο Σάμιουελ ήξερε ότι η μητέρα του θα έφευγε, ίσως να έδινε μεγαλύτερη σημασία. Ίσως να την άκουγε πιο προσεκτικά, να την παρατηρούσε πιο στενά, να κρατούσε σημειώσεις για τα σημαντικά πράγματα. Ίσως να φερόταν διαφορετικά, να μιλούσε διαφορετικά, να ήταν ο ίδιος διαφορετικός.

Ίσως να μπορούσε να γίνει ένα παιδί για το οποίο να άξιζε να μείνει κανείς.

Όμως ο Σάμιουελ δεν ήξερε ότι η μητέρα του έφευγε.
Για τον Σάμιουελ όλα ξεκίνησαν τότε. Βέβαια πέρασαν χρόνια μέχρι να μπορέσει να ορίσει την αρχή των πάντων. Πέρασαν χρόνια μέχρι να αντιληφθεί όχι μόνο τη σημασία της ξαφνικής εξαφάνισης της μητέρας του, αλλά και το γεγονός πως μπορεί στη ζωή μας να κρατάμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, όμως δεν παύουμε να παίζουμε ταυτόχρονα δεύτερους και τρίτους ρόλους στις ζωές των άλλων, κάτι που κάνει τα πράγματα πολύ πιο σύνθετα και συγχρόνως επαναπροσδιορίζει τη θέση μας στο σύμπαν, ως απογοήτευση ή λύτρωση. Ανάλογα πώς θα το δει ο καθένας.

Ανάμεσα σε άλλα, εκείνο που λατρεύω στους ικανούς μάστορες της μεγάλης φόρμας, και ο Χιλλ, αν και στο πρώτο του βιβλίο, που του πήρε δέκα ολόκληρα χρόνια να το τελειώσει, είναι σίγουρα ένας ικανός μάστορας, είναι η σταδιακή και κλιμακούμενη επαφή με τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο τρόπος με τον οποίο αποκτούν σάρκα και οστά. Οι αποφάσεις τους κρίνονται με βάση τον χαρακτήρα τους και το παρελθόν τους, η επαφή μαζί τους αποκτά κάτι το ανθρώπινο, όχι απαραίτητα της ταύτισης και του ρεαλισμού, αλλά της κοινής ανθρώπινης αγωνίας.

Όλες αυτές οι ιστορίες που σαν κισσός τυλίγουν τα κλαδιά τους γύρω από το σώμα της κυρίως ιστορίας, αυτής του Σάμιουελ, οι δεύτεροι και τρίτοι ρόλοι που αποκτούν τη δική τους ιστορία, που πότε πλησιάζει και πότε απομακρύνεται από εκείνη του αποτυχημένου συγγραφέα, που κάποτε θεωρήθηκε ένα από τα σημαντικότερα νέα ταλέντα, εξαιτίας ενός και μόνο διηγήματός του, και έλαβε μια τεράστια προκαταβολή για ένα μυθιστόρημα, και στο παρόν της αφήγησης εργάζεται ως καθηγητής σε ένα πανεπιστήμιο.

Η μητέρα που τον εγκατέλειψε, η κοπέλα που ερωτεύτηκε στο γυμνάσιο, ο φίλος που πέθανε στη Μέση Ανατολή, ο πατέρας που ζει τη ζωή των προαστίων, οι συμπαίκτες στο διαδικτυακό παιχνίδι ρόλων, ο εκδότης του και ο Σάμιουελ, που προσπαθεί να κατανοήσει και να εκκινήσει εκ νέου. Όλοι αυτοί συνθέτουν, ο καθένας με το ποσοστό που ο παντογνώστης αφηγητής τού χαρίζει, το Νιξ.

Η κατάρα των συγγραφέων που επιχειρούν να γράψουν εκείνο που είναι γνωστό ως το Μεγάλο Αμερικανικό Μυθιστόρημα είναι πως τελικά κρίνονται με βάση το όραμα που ειδικοί και απλοί αναγνώστες αποδίδουν στον συγγραφέα. Όραμα, που μάλλον είναι υποκειμενικό για τον καθένα μας, και ίσως όχι απόλυτα ξεκάθαρο και για τον ίδιο ακόμα τον συγγραφέα, αποτελώντας μια συζήτηση παράπλευρη της αναγνωστικής απόλαυσης.

Κάποιοι, που ίσως δεν τους ταιριάζει η μεγάλη φόρμα, βιάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις μυθιστορημάτων να μιλήσουν για περιττές σελίδες και αδικαιολόγητη πολυλογία, μοιάζοντας να επιθυμούν μια συνοπτική περίληψη της ιστορίας, αρνούμενοι να επενδύσουν στον χρόνο και τον χώρο που απαιτεί μια ιστορία για να καρποφορήσει, να κορυφωθεί, να αποκτήσει νόημα και ψυχή. Στο τέλος της ανάγνωσης άλλωστε, και με γνώση όλων των ψηφίδων που επέλεξε ο συγγραφέας για να στήσει την ιστορία του, μοιάζει άτοπο να συζητάμε για περιττά και αναγκαία συστατικά, καθώς ούτε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για όσα το καθένα πυροδότησε μέσα μας, αλλά ούτε και για την τελική στατικότητα της κατασκευής. Είναι, σε έναν παραλληλισμό, όπως όταν διηγούμαστε σε κάποιον ανυπόμονο ακροατή κάτι που μας συνέβη, και επιθυμούμε να σταθούμε στη μία ή την άλλη λεπτομέρεια, που για εμάς ήταν κομβικής σημασίας για την εξέλιξη και την τελική κατάληξη του περιστατικού, ενώ εκείνος, για τους δικούς του λόγους, θέλει απλώς το τέλος της αφήγησης για να πάρει τον λόγο, να πει τη γνώμη του, να συνεχίσει με κάτι που θεωρεί περισσότερο σημαντικό.

Το Νιξ είναι ένα στενάχωρο μυθιστόρημα επειδή είναι αληθινό, γίνονται πράγματα τα οποία δεν θα ήθελες να γίνουν, αλλά ξέρεις καλά πως έτσι γίνονται. Το ποτάμι της ιστορίας κυλάει ορμητικό και παρασέρνει όνειρα και αξίες, η βουή του αποκοιμίζει και μεταφέρει άβουλα πλάσματα, εκεί όμως έρχεται μια αχτίδα ελπίδας, πως κάποια στιγμή θα ξυπνήσεις, θα μαζέψεις τα κομμάτια σου και θα επιχειρήσεις να εκκινήσεις εκ νέου, με όλα τα προγνωστικά εναντίον σου, παρ' όλ΄αυτά εσύ θα επιχειρήσεις να εκκινήσεις εκ νέου.

Τελειώνοντας ένα μυθιστόρημα, όπως το Νιξ, νιώθω πάντα ένα συναίσθημα απογοήτευσης, που τελείωσε και δεν έχει λίγο ακόμα, που επιστρέφοντας σπίτι δεν θα μπορέσω να χωθώ ξανά σε εκείνη την παράλληλη της ζωής μου ζωή. 

Μετάφραση Γιάννης Βογιατζής
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
   

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ψεύτικοι δίδυμοι - Χρήστος Αγγελάκος




Συχνά ο κόσμος τούς περνούσε για δίδυμους, ενώ δεν ήταν ούτε αδέρφια. Μια δεύτερη ματιά κατάφερνε να εντοπίσει τα ανόμοια χαρακτηριστικά τους, επιμένοντας ωστόσο στα κοινά χρώματα και στο ύφος τους, στον "αέρα" όπως έλεγαν μερικοί, σ' αυτή την αύρα που τους κύκλωνε, και που οι ψεύτικοι δίδυμοι την αντιμετώπιζαν σαν κάτι συμπαγές: την κόβανε με το μαχαίρι για να τη μοιραστούνε στη μέση. Οι δύο φίλοι διασκέδαζαν με την εντύπωση που προκαλούσαν, κι όταν τους ρώταγε κανείς αν είναι δίδυμοι, απαντούσαν ο ένας "ναι" κι ο άλλος "όχι", εντείνοντας τη σύγχυση. Στην πραγματικότητα, τα πάντα ήταν διαφορετικά. Μπορεί ο Νικ και ο Ιβ να είχαν γεννηθεί στο ίδιο χωριό, στο νοτιοανατολικό άκρο της Πελοποννήσου, τον ίδιο μήνα της ίδιας χρονιάς, αλλά τα κοινά τους σημεία εξαντλούνταν εκεί.
Είναι απλό και σινάμα σύνθετο να αναφερθεί κάποιος στην υπόθεση του μυθιστορήματος του Χρήστου Αγγελάκου Ψεύτικοι δίδυμοι. Είναι η ιστορία δύο φίλων, που γεννήθηκαν με απόσταση δύο ημερών, στην ίδια αυλή, προερχόμενοι από δύο οικογένειες εκ διαμέτρου διαφορετικές σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο· ο Νίκος παιδί μιας πλούσιας οικογένειας, ο Ιβάν γιος μεταναστών, που δουλεύουν για την οικογένεια του Νίκου. Και όμως η ζωή τούς έκανε αχώριστους, να μοιάζουν με δίδυμους, έστω και εξ αγχιστείας. Ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης, δύο παιδιά που θα αφήσουν μεγαλώνοντας λίγο το χωριό για την Αθήνα, με όνειρα και φιλοδοξίες, για να δουλέψουν κομπάρσοι σε κινηματογραφικές παραγωγές, Με την Ισμήνη συνθέτουν μια τριάδα, κανονική και φυσιολογική για εκείνους, για τους άλλους όχι, τι σημασία έχει όμως;

Εκείνο που κάνει σύνθετη την αναφορά στην υπόθεση του μυθιστορήματος και στην πρόσληψή της κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης είναι ο τρόπος που επέλεξε ο Αγγελάκος να διηγηθεί την ιστορία. Δεν είναι μόνο η έλλειψη ξεκάθαρης χρονικής γραμμικότητας στην αφήγηση, αλλά κυρίως όσα υπαινίσσεται χωρίς να ξεκαθαρίζει, όπως εύστοχα αναφέρει το οπίσθόφυλλο: οι Ψεύτικοι δίδυμοι προτιμούν τις ερωτήσεις από τις απαντήσεις. Και όταν υπάρχουν απαντήσεις συχνά καλύπτονται από ένα πέπλο ομίχλης. Και όμως αυτό δεν αποτελεί μειονέκτημα αλλά πλεονέκτημα του βιβλίου, δεν μπερδεύει τον αναγνώστη αλλά αντίθετα τον βάζει στην ιστορία, και αυτό συμβαίνει γιατί αποτελεί ξεκάθαρη συγγραφική επιλογή και όχι αδυναμία στην εξέλιξη της αφήγησης.

Το εύρημα των κινηματογραφικών γυρισμάτων, οι πρωταγωνιστές της ιστορίας ως κομπάρσοι, είναι λειτουργικότατο. Οι κομπάρσοι της ιστορίας ως πρωταγωνιστές των δικών τους ιστορίων προσδίδουν επιπλέον αναγνώσεις στην κεντρική ιστορία των δύο φίλων. Ο έρωτας και η σεξουαλικότητα, κυρίως η αναζήτησή της δεν θα μπορούσαν να λείπουν, όπως δεν θα μπορούσε να λείπει και η αναφορά σε κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα της περιόδου που λαμβάνει χώρα η ιστορία, όπως δεν θα μπορούσε να λείπει η αγάπη για τη λογοτεχνία, η λογοτεχνία ως διέξοδος του μυαλού όταν το σώμα είναι εγκλωβισμένο.

Αναρωτιέμαι αν στην κεντρική επιλογή του Αγγελάκου για υπαινιγμό βρίσκεται και η ανάγκη για μια κρυψώνα του προσωπικού βιώματός του, κυρίως λόγω της αίσθησης πως οι Ψεύτικοι δίδυμοι μοιάζουν να είναι μια ιστορία αρκετά προσωπική που όμως, για έναν, ανεξήγητο ως έναν βαθμό, λόγο αφορούν τον αναγνώστη. Ίσως γιατί καταφέρνει τόσο ξεκάθαρα να αποφύγει τον οποιοδήποτε διδακτισμό και τη βαλσαμοποίηση της ιστορίας του, επιτρέποντάς της να αναπνέει αυτόνομη.  

Η γλώσσα και η ματιά του συγγραφέα στα πράγματα καταφέρνουν ακόμα κάτι, να προσδώσουν μια γλυκύτητα σε μια σκληρή ιστορία, να πασπαλίσουν με την απαραίτητη μαγεία κάποιες στιγμές απομάγευσης.

Εκδόσεις Μεταίχμιο 


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο τσιμεντόκηπος - Ian McEwan





Το έψαχνα αυτό το βιβλίο, όχι απελπισμένα αλλά το έψαχνα, και το είδα ένα βράδυ στη βιτρίνα ενός παλαιοβιβλιοπωλείου, και μέχρι να ξημερώσει, να πάω και να γυρίσω από τη δουλειά, γύριζε στο μυαλό μου η σκέψη -συνοδευόμενη από μία ιδέα άγχους- αν θα υπήρχε ακόμα όταν θα έμπαινα στο παλαιοβιβλιοπωλείο, αργά το μεσημέρι εκείνης της Τετάρτης, που έχει πια περάσει από καιρό, και ήταν εκεί, το πήρα στο χέρια μου μόνος μου από την άκρη της βιτρίνας μπαίνοντας και πήγα κατευθείαν στο ταμείο. Το είχα βρει.

Η γνωριμία με το λογοτεχνικό σύμπαν του ΜακΓιούαν ήταν κάπως παράξενη. Αξίζει να πω αυτή την ιστορία, νομίζω. Πάνε χρόνια, αρκετά χρόνια, από τότε που ένας φίλος διάβασε το Σάββατο και μου μίλησε με ενθουσιασμό γι' αυτό, σίγουρα δέκα χρόνια, ίσως και έντεκα, με βάση τη χρονολογία έκδοσης του βιβλίου στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νεφέλη. Το βιβλίο με ενόχλησε. Δεν μου άρεσε καθόλου. Μια τετραμελής οικογένεια, όλοι τους υπερεπιτυχημένοι και υπέροχοι, μια ανατροπή στην καθημερινότητα και η επαφή τους με έναν κόσμο μέχρι πρότινος αθέατο και άγνωστο σ' εκείνους. Δεν ταυτίστηκα και δεν μου άρεσε η ιστορία παρότι διέκρινα δεδομένες αρετές στη γραφή του συγγραφέα. Και εκεί ήταν το κλειδί για την απόφασή μου να διαβάσω και κάτι ακόμα δικό του, και διάβασα τα Μαύρα Σκυλιά, και συγκλονίστηκα, και διάβασα το Στην Ακτή, και μου άρεσε πάρα πολύ, και βρήκα το εξαντλημένο Άμστερνταμ και το απόλαυσα. Στο ενδιάμεσο είχα διαβάσει και άλλα δικά του, της πρώτης περιόδου (Ξένοι στη Βενετία, Ο αθώος). Και είχα -και ακόμα έχω- άρνηση να διαβάσω τα τελευταία του, και αναζητούσα τον Τσιμεντόκηπο, και τον βρήκα, και την Έμμονη αγάπη, που ακόμα την αναζητώ.
Δεν σκότωσα εγώ τον πατέρα μου, αλλά καμιά φορά μου φαινόταν ότι τον είχα βοηθήσει να πεθάνει. Και με εξαίρεση το γεγονός ότι συνέπεσε μ' ένα ορόσημο στη δική μου σωματική ανάπτυξη, ο θάνατός του μου φάνηκε ασήμαντος σε σύγκριση μ' αυτά που ακολούθησαν. Οι αδερφές μου κι εγώ μιλούσαμε γι' αυτόν τη βδομάδα μετά τον θάνατό του, κι η Σου οπωσδήποτε έκλαιγε όταν οι νοσοκόμοι του ασθενοφόρου τον τύλιξαν σε μια ζωηρόχρωμη κόκκινη κουβέρτα και τον πήραν από το σπίτι. Ήταν ένας φιλάσθενος, ευέξαπτος, ψυχαναγκαστικός άνθρωπος με κιτρινωπά χέρια και πρόσωπο. Συμπεριλαμβάνω την ιστοριούλα του θανάτου του, μόνο και μόνο για να εξηγήσω πώς οι αδερφές μου κι εγώ βρεθήκαμε να έχουμε μια  τόσο μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στη διάθεσή μας.
Μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του έφηβου γιου, ο ΜακΓιούαν διηγείται την ιστορία τριών αδερφών που βρέθηκαν χωρίς γονείς, σ' ένα τεράστιο σπίτι σ' ένα εγκαταλελειμμένο συγκρότημα κατοικιών, με μια μεγάλη ποσότητα τσιμέντου στην κατοχή τους.

Ο τσιμεντόκηπος λοιπόν, το πρώτο βιβλίο ενός σημαντικού σύγχρονου συγγραφέα, του Ίαν ΜακΓιούαν, διαθέτει αρκετές από τις αρετές των πρωτόλειων έργων, την ένταση και το πάθος, τη δεδομένη ανάγκη για γραφή, την επιθυμία να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν, αλλά και αρκετά από τα προβλήματα κάθε πρωτόλειας απόπειρας, την ένταση της φωνής και το αδάμαστο πάθος, την επίδειξη της δεδομένης ανάγκης για γραφή, τη βιασύνη να κλείσει λογαριασμούς με το παρελθόν. Όψεις του ίδιου νομίσματος.

Εκείνο που αποτελεί το μεγαλύτερο προσόν το μυθιστορήματος είναι η επιλογή του αφηγητή. Ο έφηβος με το ψυχρό βλέμμα καταφέρνει να μετατρέψει κάθε υπόνοια συναισθηματικού εκβιασμού του συγγραφέα σε καθαρό συναίσθημα, να δικαιολογήσει κάθε αποκρουστική και πρόστυχη εικόνα, να μετατρέψει σε άκρως ανθρώπινη την κάθε μη συμβατική συναισθηματική αντίδραση του ήρωα-αφηγητή.

Ο τσιμεντόκηπος είναι μια ιστορία οικογενειακή, οικιακή, που ελάχιστα κοιτάζει τον εξωτερικό κόσμο ή επηρεάζεται απ' αυτόν, ένα δράμα δωματίου, σε μεγάλο βαθμό άχρονο, με διάθεση για παραβολή -που πότε λειτουργεί και πότε όχι-, μια ιστορία δυνατή, σφιχτή και σκοτεινή, ένα υποσχόμενο πρώτο δείγμα δουλειάς, σίγουρα όχι αριστούργημα, αλλά χωρίς αμηχανία και με πίστη στη γραφή εκ μέρους του συγγραφέα.

Τώρα μένει η Έμμονη αγάπη.

Μετάφραση Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις Γράμματα 

Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά - Bohumil Hrabal




Προσέξτε τώρα τι θα σας πω.
Είναι η ιστορία ενηλικίωσης του Γιαν Ντίτιε, του κοντούλη και ταπεινού, μα όλο φιλοδοξίες νεαρού αφηγητή, που πιάνει αρχικά δουλειά ως βοηθός σερβιτόρου σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο, μαθαίνει τη δουλειά δίπλα σε πεπειραμένους μαιτρ, γνωρίζει ανθρώπους πλούσιους, βιώνει την απαξίωση αλλά και τη δύναμη της θέσης του και διανύει, με σύμμαχο την τύχη και την επιμονή, τον δρόμο προς την καταξίωση που μπορούν να προσφέρουν τα χρήματα, παρά το γεγονός πως η ταπεινή του καταγωγή πάντα θα αποτελεί τροχοπέδη για την αποδοχή του στους αριστοκρατικούς κύκλους.

Είναι όμως και η παράλληλη ιστορία της Τσεχίας μέχρι το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, η είσοδός της στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και η τελική επικράτηση του σοσιαλισμού, μιας αδύναμης χώρας με μακρά ιστορία στο επίκεντρο των διενέξεων των μεγάλων δυνάμεων, μια κωμικοτραγική ιστορία σε δεύτερο πλάνο, παράλληλο με εκείνο της ενηλικίωσης του  αφηγητή, που, παρά την αφέλεια που τον διακρίνει, δεν καταφέρνει να προκαλέσει την αμέριστη συμπάθεια του αναγνώστη, παρότι δεν μπορει να θεωρηθεί πλήρως υπεύθυνος για την αλλοτρίωση και την κατ' ανάγκη μεταμόρφωσή του, για να επιβιώσει σε έναν απαιτητικό, συνεχώς μεταβαλλόμενο και δύσκολο κόσμο.

Και αυτή η κάθε άλλο παρά αμέριστη και λειψή συμπάθεια του αναγνώστη για το πρόσωπο του Ντίτιε είναι καθοριστική και για την αναγνωστική απόλαυση και για τη λογοτεχνική αξία του μυθιστορήματος του Χράμπαλ, καθώς έτσι καταφέρνει να μετατρέψει μία προσωπική ιστορία σε πανανθρώπινη, χωρίς ταυτόχρονα να χάνει τις αρετές του μυθιστορήματος ενηλικίωσης, χωρίς να παραμελεί την εξέλιξη του ήρωά του, μέσω, μάλιστα, της δικής του αφήγησης.

Χωρισμένο σε κεφάλαια, τα οποία ξεκινούν με την προτροπή του αφηγητή: "Προσέξτε τώρα τι θα σας πω", για να καταλήξουν "Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα", το μυθιστόρημα διαθέτει μια αίσθηση απολογισμού, ασχέτως αν καμία στιγμή ο Ντιτιέ δεν επιχειρεί να δικαιολογήσει κάποια πράξη του, παρά εντάσσει το σύνολο της ζωής του στο ευρύτερο περιβάλλον που επικρατούσε, μη διστάζοντας να δείξει καιροσκόπος, φέρνοντας στο προσκήνιο τη βαρύτητα της ατομικής ευθύνης, αναδεικνύοντας εαυτόν σε αντιήρωα, έναν από τους πάμπολλους αντιήρωες που συνθέτουν τη μεγάλη ιστορία.
  
Η ανάγνωση του Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά μού έφερνε διαρκώς στον νου τον Παραγιό του Ρόμπερτ Βάλζερ, και τη γνώριμη αίσθηση της κεντροευρωπαϊκής λογοτεχνίας, εκεί που το κωμικό συνυπάρχει με το τραγικό. Η κυκλοφορία στα ελληνικά μετά από χρόνια ενός ακόμα βιβλίου του Χράμπαλ αποτελεί ένα σημαντικό γεγονός, ενώ τώρα έπεται η κινηματογραφική προβολή της ομότιτλης ταινίας.

Σας φτάνει αυτό; Μ' αυτό τελειώνω για σήμερα.

Μετάφραση Σόνια Στάμου-Ντορνιακόβα
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Πλάσματα μιας μέρας - Irvin Yalom





Το Όταν έκλαψε ο Νίτσε είναι το βιβλίο εκείνο που με ξενύχτησε περισσότερο από κάθε άλλο, θυμάμαι να ξυπνάω στο μέσο της νύχτας και να διαβάζω λίγες σελίδες πριν με πάρει ξανά ο ύπνος, αναγνωστική μανία να φτάσω στο τέλος να δω πού θα κατέληγε αυτή η μάχη ιδεών ανάμεσα στον ψυχολόγο Μπρόιερ και στον Νίτσε. Ύστερα διάβασα και κάποια ακόμα βιβλία του Γιάλομ, το αίσθημα ενθουσιασμού υποχωρούσε από βιβλίο σε βιβλίο, κάποια στιγμή ένιωσα πως δεν ήταν πια του γούστου μου. Πέρασαν χρόνια από τότε.

Πρόσφατα βρέθηκα χωρίς βιβλίο. Στη βιβλιοθήκη του σπιτιού που βρισκόμουν υπήρχε το βιβλίο του Γιάλομ, Πλάσματα μιας μέρας. Σκέφτηκα να δοκιμάσω ξανά, να δω πώς θα μου φαινόταν σήμερα, μετά τόσα χρόνια, η γραφή του διάσημου Αμερικανού ψυχιάτρου.

Αν και δεν ενθουσιάστηκα, εντούτοις υπήρξαν κάποια πράγματα που μου τράβηξαν την προσοχή και μου προκάλεσαν διάφορες σκέψεις και συναισθήματα, για τον λόγο αυτό έφτασα μέχρι το τέλος, με αρκετές σημειώσεις.
Άλλωστε εγώ δεν ήμουν εκείνος που κατείχε τη μέσα αλήθεια, εκείνος που γνώριζε την αληθινή, την αυθεντική Άτριντ; Όσο περνούσε η ώρα όμως και άκουγα τον έναν φίλο της μετά τον άλλο, άρχισα να κλονίζομαι. Ίσως η πίστη μου ότι κατείχα προνομιακή θέση στη ζωή της να ήταν μια αυταπάτη. Ναι, για πολλά χρόνια μοιραζόμασταν την ιδιαίτερη συνάντησή μας μια φορά την εβδομάδα. Και είχα πρόσβαση στο αυθεντικό υλικό, γνώριζα από μέσα τους φόβους και τα πάθη της, τις εσωτερικές της συζητήσεις, τις φαντασιώσεις και τα όνειρά της. Ήταν όμως αυτά πιο πραγματικά, πιο αληθινά, πιο προνομιακά από το να ξέρω τι την έκανε να χαμογελάει; Τι της άρεσε να τρώει, τις αγαπημένες της ταινίες, τα αγαπημένα της βιβλία και μαγαζιά, τις στάσεις που της άρεσαν στη γιόγκα, την αγαπημένη της μουσική, τα σύννεφα, τα περιοδικά, τα παιχνίδια, τα μεζεδάκια και τα σήριαλ που την ευχαριστούσαν; Τα προσωπικά αστεία που έκανε με τον άντρα και με τους φίλους της, τα σεξουαλικά της μυστικά που ήταν γνωστά μόνο στους εραστές της;
Η δύναμη που απαιτείται από κάποιον για να κλείσει ραντεβού με έναν ψυχοθεραπευτή, να έχει δηλαδή αντιληφθεί πως κάτι δεν πάει καλά, να φτάσει στο σημείο εκείνο όπου η ανάγκη για βοήθεια ξεπερνάει σε ένταση την άρνηση, τα ταμπού και τον φόβο. Και η επιπλέον δύναμη που απαιτείται, ώστε να εμπιστευτεί κάποιον ολοκληρωτικά, να του αποκαλύψει σκέψεις και μυστικά, να αφεθεί. Πόση σημασία έχει επίσης το περιβάλλον του ασθενούς, η αδυναμία να κατανοήσουμε συχνά ένα πρόβλημα, το οποίο δεν αποτυπώνεται σε αποτελέσματα εξετάσεων, την υπέρβαση της φράσης: έλα μωρέ, όλα στο κεφάλι του είναι· την προσέγγιση του άλλου με τη δική μας λογική.

Η τύχη -και η οικονομική δυνατότητα όμως- να κλείσεις ραντεβού με έναν θεραπευτή που εκτός από ικανότητα, έχει και τη διάθεση να βοηθήσει, να παρατηρήσει από κοντά το πρόβλημα, να ακούσει με προσοχή τα αιτήματα και να επιχειρήσει να σκεφτεί έξω από το πλαίσιο, χωρίς να αναζητήσει την εύκολη κατηγοριοποίηση με την πρώτη ευκαιρία. Να νιώσει ο ασθενής μοναδικός.

Η ενασχόληση με τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη βάση όλης της λειτουργίας του ανθρώπινου σώματος, τη σύγχρονη ψυχή. Τις δυνατότητες που έχει αλλά και τις τρικλοποδιές που βάζει.

Και πάνω απ' όλα το αίσθημα αδυναμίας του ανθρώπου απέναντι στην ανικανότητα να προσεγγίσει τον ίδιο του τον εαυτό μέσω της λογικής προσέγγισης, να βάζει κάτω τα δεδομένα και να μην μπορεί να διακρίνει τι είναι εκείνο που πάει λάθος και το σύνολο δεν λειτουργεί όπως νιώθει ότι θα έπρεπε. Τη μοναξιά σε μια εποχή που, περισσότερο από ποτέ, όλα αποτυπώνονται ποσοτικά, που υπάρχουν δείκτες και μετρήσεις για τα πάντα, ακόμα και για την ευτυχία.

Δεν αποτελεί έναν οδηγό αυτοβοήθειας. Κανένα βιβλίο του Γιάλομ δεν μπορεί να λειτουργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο. Το ίδιο θα έλεγε, μάλλον, και εκείνος αν τον ρωτούσε κανείς. Οι ιστορίες ψυχοθεραπείας που παραθέτει σκοπό έχουν να δείξουν πώς λειτουργεί η ψυχοθεραπεία, πώς έφτασαν οι ασθενείς ως εκεί, να παρακινήσει τον αναγνώστη να ξεπεράσει τα ταμπού και τα στερεότυπα, να τον κάνει να αναλογιστεί και να σκεφτεί· περισσότερο από περιστατικά ψυχοθεραπείας αποτελούν σχήματα θεραπείας. Στο συγκεκριμένο δε βιβλίο σκοπός του είναι να αναδείξει τη δύναμη του ενστίκτου κατά τη θεραπεία, το ρίσκο που πρέπει κάποιες φορές να πάρει ο θεραπευτής εγκαταλείποντας το γνωστό μονοπάτι.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Ευαγγελία Ανδριτσάνου
Εκδόσεις Άγρα