Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

εκεί που ζούμε - Χρίστος Κυθρεώτης





Είμαι ο συνεργάτης (βλέπε υπάλληλος) δικηγορικού γραφείου που μένει στα Εξάρχεια γιατί τον βολεύει από κάθε άποψη και δεν θέλει ούτε μπορεί να πάρει δάνειο πρώτης κατοικίας για να μετακομίσει σε μια πιο "ήσυχη" περιοχή με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία δεν έχει ούτε διαφαίνεται στον ορίζοντα ότι θα αποκτήσει. Αυτή είναι η ζωή μου και, παρόλο που δεν με ξετρελαίνει, σε γενικές γραμμές είναι οκέι -και το οκέι δεν είναι λίγο, όπως απαντώ από μέσα μου κάθε φορά που περνάω τη Ζωοδόχου Πηγής στον δρόμο για τα δικαστήρια και, όπως τώρα, αντικρίζω το ερώτημα που θέτει ο ανώνυμος φιλόσοφος στον τοίχο δίπλα απ' το ψιλικατζίδικο: Ναι, αλλά με τον εαυτό σου τι γίνεται;
Είσαι τριάντα πέντε και γύρω σου επικρατεί ένα κλίμα σταθεροποίησης μέσα στο γενικότερο περιβάλλον αστάθειας. Εσύ παρατηρείς τους ανθρώπους του κύκλου σου, τους δικούς σου ανθρώπους να παίρνουν αποφάσεις ζωής, αποφάσεις συναισθηματικές, επαγγελματικές, αποφάσεις που μοιάζουν κατά έναν παράξενο τρόπο λογικές και αναμενόμενες ή, ας μην κρυβόμαστε, μεσήλικες, αποφάσεις που μοιάζουν μακρινές από σένα, για έναν σωρό λόγους, που μάλλον θα καταπέσουν στην πρώτη κιόλας απόπειρα εξωτερίκευσης της επιχειρηματολογίας αυτής, των δικαιολογιών όπως αρκετοί έως τώρα τις έχουν κιόλας ονομάσει, πετάξει και εν τέλει ποδοπατήσει μπροστά στα μάτια σου. Βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου να προχωράνε, να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται, να δρέπουν τους καρπούς των προσπαθειών τους, να βαδίζουν σε ένα μονοπάτι χωρίς ιδιαίτερες εκτροπές με κατεύθυνση το μέλλον, να πετούν από πάνω τους το δέρμα του νεαρού ενήλικα. Και εσύ νιώθεις αμήχανα, άβολα, νιώθεις μόνος, ίσως άτυχος, κάπου στα χαμένα, επιμένεις στη φράση περί στραβού γιαλού και στραβού αρμενίσματος, όμως σιγά σιγά η βεβαιότητα πως πρόκειται σίγουρα για ατέλεια του γιαλού υποχωρεί, αμφιβάλλεις πια ευθέως για το αρμένισμα, έτσι καθώς στέκεσαι στην πόρτα του διαμερίσματος που με κόπο συντηρείς και ακούς τη διαχειρίστρια να σου λέει ακόμα μία ιστορία. 

Είναι η εποχή τέτοια, θα πουν αρκετοί. Πάντα έτσι ήταν τα πράγματα, θα απαντήσουν οι πιο οξυδερκείς. Δεν αλλάζουν αυτά τα πράγματα, κάπως έτσι ο κόσμος προχωράει μπροστά, χρονικά τουλάχιστον. Ξεκίνησα να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα έχοντας υπόψιν μου δύο πράγματα, πάνω στα οποία στήριζα τις προσδοκίες μου σχετικά με την ανάγνωση. Πρώτον, την ικανότητα του Κυθρεώτη στην πρόζα, στη δυνατότητά του να παράγει μυθοπλασία με φαινομενική ευκολία, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την πραγματικότητα χωρίς να του λείπει η απαραίτητη για τη λογοτεχνία λοξή ματιά, κάτι το οποίο ήταν φανερό στη συλλογή διηγημάτων μια χαρά με την οποία συστήθηκε λίγα χρόνια πριν. Και δεύτερον, τη χαρμολύπη, αυτή την ακραία εναλλαγή συναισθημάτων κατά την ανάγνωση, από το άκρατο νευρικό γέλιο στη βαθιά και αβίαστη συγκίνηση, αυτό το υποτιμημένο στη λογοτεχνία στοιχείο ρεαλισμού, αυτή την ποικιλία της κάθε στιγμής, την ελάχιστη απόσταση από δάκρυ σε δάκρυ. Αυτά τα δύο είχα υπόψιν μου και νόμιζα πως βάδιζα εκ του ασφαλούς. Και ήμουν χαλαρός. Και ξεκίνησα την ανάγνωση. Και με πήρε και με σήκωσε, και δεν μπόρεσα να σηκώσω κεφάλι, και σε δυο μέρες διάβασα τετρακόσιες σαράντα σελίδες, και ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι τελικά κάποιος που ξέρω καλά, αν και δεν τον λένε έτσι, αν και δεν είναι δικηγόρος, αν και δεν μένει πια στα Εξάρχεια. Και το βράδυ, αφού τελείωσα την ανάγνωση, δεν ήταν ευχάριστο το πλύσιμο των δοντιών πριν τον ύπνο, έτσι όπως έστεκε ο καθρέφτης απέναντι.  

Η υψηλού βαθμού αληθοφάνεια αποτελεί πάντοτε ένα τεράστιο αβαντάζ για τη λογοτεχνία, και τέτοια περίπτωση είναι το εκεί που ζούμε. Αληθοφάνεια είτε πρόκειται για το πώς μιλάει ο αφηγητής, είτε για την Αθήνα, είτε για τον κόσμο των δικαστηρίων, είτε για τα συναισθήματα απέναντι σε μια παλιά αγαπημένη. Και είναι αυτή η αληθοφάνεια που εντείνει την αίσθηση συγγένειας μεταξύ συγγραφέα, ήρωα και αναγνώστη, ενώ η ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα ή το περιβάλλον του μυθιστορήματος παραμονεύει λίγο πιο πέρα. Γιατί υπάρχουν ένα σωρό αντικειμενικά κριτήρια για να προσεγγίσει κανείς ένα μυθιστόρημα, αλλά, ας μη γελιόμαστε, η λογοτεχνία άλλο δεν είναι παρά μια πράξη πρωτίστως συναισθηματική, ένα μέρος στο οποίο αρκετοί γυρεύουμε απαντήσεις, συγκατάνευση, επιβεβαίωση πως δεν είμαστε τόσο μόνοι στον κόσμο αυτόν, πως ανήκουμε κάπου χωρίς ποτέ να χάνουμε την ανεξαρτησία μας.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιχείρησαν, ομολογώντας το ή όχι, να γράψουν το μυθιστόρημα της γενιάς τους, και ίσως κάποτε, με την απαραίτητη παρέλευση του χρόνου, να μάθουμε πόσοι τελικά τα κατάφεραν. Η γενιά βέβαια δεν είναι ένα σύνολο ομοιογενές και αδιαίρετο, κάθε άλλο. Έτσι, το βιβλίο εκείνο που περιγράφει για σένα τη γενιά σου, για έναν άλλον δεν είναι παρά ένα απλό μυθιστόρημα και μάλιστα εκτός πραγματικότητας, γεμάτο από υπερβολές και φαντασία του συγγραφέα. Γι' αυτό οι γενικεύσεις σε τέτοιες συζητήσεις καλό είναι να αποφεύγονται, ειδικότερα όταν απέναντί σου έχεις ανθρώπους σίγουρους για τον εαυτό τους, για τις αποφάσεις τους, για τα βήματά τους, για τη ζωή εν γένει, ανθρώπους με ξεκάθαρη άποψη για τα πάντα, που δεν αμφιβάλλουν, που νιώθουν πως ο κόσμος φτιάχτηκε για να τον περπατήσουν εκείνοι και καλό θα ήταν οι υπόλοιποι, αν δεν σκοπεύουμε να  υψώσουμε βάγια, απλώς να παραμερίσουμε. 

Αυτά που περίμενα να κάνει ο Κυθρεώτης τα έκανε. Ζηλευτή πρόζα και εναλλαγή συναισθημάτων. Έκανε όμως και αρκετά ακόμα. Πρώτο και κύριο: σε ένα βιβλίο που περιγράφει μία και μόνο μέρα, και που προφανώς η συγγραφή του διήρκεσε πολύ παραπάνω, πέτυχε την ομοιομορφία της πρωτοπρόσωπης αφήγησης σε απόλυτο βαθμό. Εκείνο που δίνει αξία στο επίτευγμα είναι πως πάνω σε αυτό στηρίζεται τελικά όλο το μυθιστόρημα. Και αν ο Σπετσιώτης είναι ένας ολοκληρωμένος ήρωας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας παραμέλησε τους υπόλοιπους, κάθε άλλο, καλοδουλεμένοι και ζωντανοί χαρακτήρες, απαραίτητοι για την πλοκή, σημαντικοί, ο καθένας με τον τρόπο του, στη ζωή του αφηγητή, που τους δόθηκε ο απαραίτητος χώρος ώστε να γνωρίσουμε την ιστορία τους και να κοιτάξουμε εν τέλει και από τη δική τους πλευρά τον Σπετσιώτη.

Έχοντας διαβάσει μόνο διηγήματα ως δείγμα δουλειάς του Κυθρεώτη, λογικό ήταν να έχω κάποιες επιφυλάξεις σχετικά με τη μετάβασή του στη μεγάλη φόρμα, και μάλιστα όχι σε ένα μεσαίου μεγέθους μυθιστόρημα της τάξης των διακοσίων σελίδων αλλά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι όποιες επιφυλάξεις υποχώρησαν σύντομα για να εξαφανιστούν εντελώς στη συνέχεια. Στη μετάβαση αυτή αποκαλύπτεται ένα σημαντικό μέρος της ικανότητας του συγγραφέα, τόσο από πλευρά τεχνικής, όσο και μυθοπλαστικής. Ο Κυθρεώτης αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει πυροτεχνήματα και να αποφύγει τις ευφάνταστες ανατροπές, αλλά να διηγηθεί μια δυνατή ιστορία, μια ιστορία που του είναι οικεία, που ίσως έως ένα βαθμό να είναι πραγματική, ενισχυμένη με ευρήματα, με συμπυκνωμένη δράση, με τις απαραίτητες αναλήψεις στο παρελθόν, διατηρώντας έναν σταθερό αφηγηματικό ρυθμό, σκορπίζοντας στοιχεία η χρησιμότητα των οποίων αποκαλύπτεται στην πορεία της αφήγησης, καθώς οι κύκλοι κλείνουν και τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Ο Αντώνης Σπετσιώτης θα μπορούσε να είναι η ελληνική εκδοχή του Φρανκ Μπάσκομπ. Ίσως για αυτή τη σύνδεση να ευθύνεται η διάθεση στοχασμού της ζωής, κοινός τόπος για τους δύο ήρωες, αυτό το μείγμα σκεπτικισμού, ματαιότητας, χιούμορ, ελαφρότητας και αδικαιολόγητης ενστικτώδους αισιοδοξίας. Το εκεί που ζούμε όμως δεν θα μπορούσε να είναι ένα μεταφρασμένο μυθιστόρημα, παρά τις ολοφάνερες επιρροές, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο, και αυτό εξαιτίας της ακρίβειας με την οποία αποτυπώνεται σε αυτό η ελληνική πραγματικότητα, από τις σπάνιες φορές που αποτελεί κομπλιμέντο αυτό, μια ξεκάθαρη απάντηση στην ερώτηση: γιατί να διαβάσω ελληνική λογοτεχνία;
Κάποτε, όταν έπρεπε να γράψω μια βαρετή αγωγή και το ανέβαλλα διαρκώς, με αποτέλεσμα να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην τη γράψω, είχα κάνει μια μικρή έρευνα για τις δημοφιλέστερες αναζητήσεις σε κάθε γράμμα. Είχα διαπιστώσει πως σταθερά την πιο συχνή εμφάνιση στο βήτα έκανε το βαριέμαι και στο πι το πουτάνες ενώ υπήρξαν και ευρήματα έκπληξη, από αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συμβαίνει στο κεφάλι του διπλανού σου κι αν τελικά είσαι ασφαλής οπουδήποτε, όπως το κυνομαχίες παράνομες στην Ελλάδα, το γαμιέται η πεθερά μου βίντεο ή το Μποφίλιου Νατάσα τραγούδια.          
(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Εκδόσεις Πατάκη

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Οι φόνοι της Κίσσας - Anthony Horowitz





Κάθε εμπόδιο για καλό. Έτσι λένε. Πιο μισητή στο άκουσμα φράση δύσκολα θα βρει κανείς, όσο και αν ψάξει, λιγότερο παρηγορητική επίσης, φράση που μόνο με την προτροπή "μην αγχώνεσαι" μπορεί να συγκριθεί. Και όμως καμιά φορά ισχύει. Οφείλει κανείς να το παραδεχτεί αυτό. Αν και καλό είναι να μη χρειαστεί υπέρβαση εμποδίου για να 'ρθει το καλό, ε; Τέτοια προβλήματα να έχεις πάντα, μου είπε -και με το δίκιο της- όταν της παραπονέθηκα στο τηλέφωνο πως ο προγραμματισμός απέτυχε οικτρά με αποτέλεσμα το ημερήσιο ταξίδι από Ηράκλειο για  Πειραιά να προβλέπεται εφιαλτικά μακρύ χωρίς βιβλίο. Σίγουρα θα βρεις κάτι στο μαγαζί με τα αναμνηστικά, είπε, άντε και μην κάνεις έτσι, συμπλήρωσε αυστηρά. Χωρίς προσδοκία καμιά κατέβηκα τους δύο ορόφους και στριμώχτηκα στο μικρό κατάστημα ανάμεσα σε εμπορεύματα και πελάτες, κάποιοι κύριοι που δοκίμαζαν κολόνιες έκαναν την ατμόσφαιρα επιπλέον αποπνικτική. 

Ύπουλο πράγμα η προκατάληψη. Παρούσα σε διάφορες μορφές, με ποικίλη αμφίεση, κρυμμένη πάντοτε καλά. Κι εγώ ήμουν γεμάτος από δαύτη. Τους περισσότερους τίτλους τους γνώριζα, τους είχα κιόλας κατατάξει στη λίστα με βιβλία που δύσκολα θα διάβαζα. Το δύσκολα είναι ένας απλός ευφημισμός. Ας είμαι ειλικρινής, επρόκειτο για βιβλία που δεν θα διάβαζα ποτέ, εκτός και αν... Ακριβώς. Εκτός και αν δεν είχα άλλη επιλογή. Ή εκτός και αν κάποιος/α μου μιλούσε με πάθος για κάποιο από αυτά. Το πάθος πάντα γκρεμίζει τις αντιστάσεις άλλωστε. Όμως το πάθος έλειπε σαφέστατα από την περίσταση. Η εναλλακτική επίσης. Είχα μπροστά μου ώρες ταξιδιού. Τσέκαρα τους τίτλους δυο φορές. Στο τρίτο πέρασμα ξεχώρισα τρεις υποψηφιότητες. Η επιλογή έγινε λόγω ενός ευρήματος που πάντοτε με ιντριγκάρει, αυτό του βιβλίου μέσα στο βιβλίο. Οι φόνοι της κίσσας ήταν ο νικητής του διαγωνισμού με έπαθλο την παρέα μου ως αναγνώστη στην αλμύρα του καταστρώματος. 

Με μοναδική προσδοκία τη διασκέδαση και το τέλος του ταξιδιού άπλωσα τα πόδια μου στην απέναντι καρέκλα και άρχισα να διαβάζω.

Η υπεύθυνη έκδοσης Σούζαν Ράιλαντ γυρίζει σπίτι της με το υπό έκδοση χειρόγραφο του συγγραφέα Άλαν Κόνγουεϊ. Τελειώνοντας την ανάγνωση, το ίδιο εκείνο βράδυ, συνειδητοποιεί πως οι τελευταίες σελίδες λείπουν και μαζί τους η λύση του μυστηρίου. Λίγο μετά, το ραδιόφωνο θα μεταδώσει την είδηση του θανάτου τού συγγραφέα. Η Σούζαν θα μετατραπεί σε πρωταγωνίστρια μιας ιστορίας μυστηρίου. Τις πληροφορίες αυτές ο αναγνώστης τις μαθαίνει στις πρώτες τρεις σελίδες του μυθιστορήματος από την ίδια τη Σούζαν. 

Έχουμε λοιπόν δύο βιβλία. Τις Άγριες κίσσες, το χειρόγραφο του Κόνγουεϊ, το τελευταίο της σειράς με ήρωα τον ντετέκτιβ Άττικους Πυντ, ένα κλασικό "ποιος το έκανε" μυθιστόρημα, φόρος τιμής στην Αγκάθα Κρίστι, στο οποίο όλοι έχουν λόγους για να θεωρηθούν ένοχοι για τα δύο πτώματα που αναστάτωσαν το μικρό χωριό της αγγλικής επαρχίας. Το χειρόγραφο είναι εγκιβωτισμένο στην ιστορία της Σούζαν, αποτελώντας την αρχή του μίτου για τη λύση του μυστηρίου, καθώς το πρώτο πράγμα που πρέπει να εξεταστεί έχει να κάνει με τις σελίδες που λείπουν από το τέλος του χειρογράφου, εκεί πιθανότατα κρύβεται και η απάντηση σχετικά με τον μυστηριώδη θάνατο του ίδιου του συγγραφέα.

Ας ξεκινήσω από τις αναμενόμενες παρατηρήσεις σχετικά με το βιβλίο. Καλογραμμένο και με διαρκές αίσθημα αγωνίας, Οι φόνοι της Κίσσας, είναι ένα πολύ καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, με διάσπαρτες μικρές λεπτομέρειες αφημένες, που στην πορεία αποδεικνύονται σημαντικές, έξυπνα ευρήματα με κυριότερο εκείνο του βιβλίου μέσα στο βιβλίο, εύρημα λειτουργικό, που απογειώνει την αναγνωστική εμπειρία, μετατρέποντας την αναγνώστρια Σούζαν σε πρωταγωνίστρια, χωρίς αχρείαστη βία και τραβηγμένες ανατροπές, αρκετά ατμοσφαιρικό, ιδιαίτερα το χειρόγραφο. 

Και θα ήταν όλα αυτά παραπάνω από αρκετά για να μου χαρίσουν ένα ευχάριστο τελικά ταξίδι, ικανοποιώντας πλήρως τις προσδοκίες από το βιβλίο που τελικά επέλεξα. Όμως θα ήταν άδικο, νιώθω, να ισχυριστώ απλώς κάτι τέτοιο, να μιλήσω δηλαδή για απλή διασκέδαση και τίποτα παραπάνω, αφού το βιβλίο αυτό το κουβαλούσα μαζί μου μέρες μετά την ανάγνωση, όχι τόσο για την ιστορία του, όσο για την αγάπη στη λογοτεχνία, την αναβίωση της ατμόσφαιρας των βιβλίων της Κρίστι, την κατασκευαστική μαεστρία του συγγραφέα και το διακριτό ύφος του επινοημένου συγγραφέα Κόνγουεϊ, του οποίου τα βιβλία με ήρωα τον Πυντ θα ήθελα πολύ να διαβάσω. 

Κάθε εμπόδιο για καλό. Κακό πράγμα οι προκαταλήψεις. Οι χαμηλές προσδοκίες αφήνουν περισσότερο χώρο στην απόλαυση. Ένα συναρπαστικό βιβλίο. Τέλος.

Μετάφραση Χριστιάννα Σακελλαροπούλου
Εκδόσεις Διόπτρα   

  

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2019

Γη χωρίς τέλος - Martin Maclnnes





Ένα καλό αστυνομικό μυθιστόρημα, αυτό ήθελα να διαβάσω, σκοτεινό, με έναν ντέτεκτιβ ατελή, λοξό, σχεδόν αντιπαθητικό, να περπατά σε κακόφημες γειτονιές επιστρέφοντας στο γεμάτο σκόνη γραφείο του. Και το Γη χωρίς τέλος έμοιαζε να πληροί αυτές τις προδιαγραφές, κυρίως λόγω της σκοτσέζικης καταγωγής του συγγραφέα. Κάτι στο ύφος του Mackay θα ήταν ιδανικό. 
Του τηλεφώνησαν νύχτα, για κάποιον λόγο. Θα εκτιμούσαν τη βοήθειά του σε μια υπόθεση. Η χρονική εγγύτητα του περιστατικού ήταν ασυνήθιστη -ο άντρας ήταν άφαντος μόνο τρεις βδομάδες. Για κάποιο χρονικό διάστημα, θα έπρεπε να αφήσει τα πάντα στην άκρη και να συγκεντρωθεί αποκλειστικά στην υπόθεση. Θα του διέθεταν τους απαραίτητους πόρους. Θα του παρείχαν κάθε δυνατή υποστήριξη.
Εξήγησε τις αμφιβολίες του και έλαβε τις απαραίτητες διαβεβαιώσεις: θα είχε αρμοδιότητα και πόρους· θα μπορούσε να δουλέψει ανεξάρτητα ή σε συνεργασία με άλλους· αν και επισήμως είχε συνταξιοδοτηθεί, από κάθε άποψη θα ήταν σαν να παρέμενε ανώτερος ερευνητής της αστυνομίας.
Η ταύτιση αναγνώστη και ήρωα δεν περιορίζεται -όχι πάντα τουλάχιστον- στη συναισθηματική ή βιωματική κοινή επιφάνεια των δύο μερών. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως η συγκεκριμένη, κατά τις οποίες αναγνώστης και ήρωας εκκινούν καθένας από τον δικό του ορίζοντα προσδοκιών για να διαπιστώσουν στην πορεία πως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονταν αρχικά. Ο συνταξιούχος αστυνομικός επιθεωρητής αναλαμβάνει τη διαλεύκανση της μυστηριώδους εξαφάνισης ενός άντρα, υπόθεση που τον επαναφέρει στον στίβο της έρευνας, προσφέροντάς του ένα διάλειμμα από τη ρουτίνα της καθημερινότητας και του ατελείωτου ελεύθερου χρόνου, το δικαίωμα να νιώσει ξανά σημαντικός και απαραίτητος. Είναι αποφασισμένος να φέρει σε πέρας την αποστολή του το ταχύτερο δυνατόν, διαθέτει άλλωστε σε αφθονία τα πλέον σημαντικά προσόντα: την εμπειρία και τον χρόνο. 

Διαβάζοντας λοιπόν τις πρώτες αυτές γραμμές ένιωθα δικαιωμένος για την επιλογή μου, κρατούσα στα χέρια μου ένα σκοτεινό αστυνομικό μυθιστόρημα, καλογραμμένο και πολλά υποσχόμενο, με ευδιάκριτη την προσωπική φωνή του συγγραφέα. Σύντομα όμως άρχισα να αναθεωρώ, στην αρχή διστακτικά, στη συνέχεια ολοκληρωτικά, αυτό που διάβαζα καμία σχέση δεν είχε με αυτό που περίμενα να διαβάσω. Μη βιαστείτε να ποντάρετε στην απογοήτευση. Δεν είναι τέτοια περίπτωση αυτή. Διάβαζα αχόρταγα την ιστορία αυτή, που γινόταν ολοένα και πιο παράξενη, ολοένα και πιο χαοτική, δεν ήμουν έτοιμος για κάτι τέτοιο, απροετοίμαστος δεχόμουν το ένα χτύπημα μετά το άλλο. Εκεί ένιωσα να ταυτίζομαι με τον ήρωα, όπως εκείνος, έτσι κι εγώ, προχωρούσα στα τυφλά, παραδομένος στις ορέξεις του παντογνώστη αφηγητή.

Η ανατροπή των προσδοκιών υπήρξε καθολική, δεν ήταν αστυνομικό μυθιστόρημα αυτό που διάβαζα, για την ακρίβεια δεν ήταν απλώς ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, περισσότερο έμοιαζε με επιστημονική φαντασία ή με δυστοπικό μεταποκαλυπτικό θρίλερ, καθώς ο ήρωας βυθιζόταν ολοένα βαθύτερα στο τροπικό δάσος αναζητώντας στοιχεία, αμφιβάλλοντας όχι μόνο για τους συνεργάτες του αλλά και για όσα αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις του. Ο Μακλνές στο συγγραφικό του ντεμπούτο παραδίδει ένα ολοκληρωμένο υβριδικό μυθιστόρημα, σχεδόν αδύνατο να καταταχτεί, γεμάτο πρωτότυπες ιδέες και ευρήματα, τυλιγμένο σε μια ατμόσφαιρα ασφυκτική, μυθιστόρημα εντυπωσιακό στη σύλληψη και την υλοποίησή του, ό,τι πιο παράξενα γοητευτικό διάβασα εδώ και μήνες.


Μετάφραση Αλέξης Καλοφωλιάς
Εκδόσεις Κριτική
           


Πέμπτη, 17 Οκτωβρίου 2019

Πλην - Andrew Sean Greer





Το Πλην είναι από τα βιβλία που συζητήθηκαν περισσότερο το φετινό καλοκαίρι. Συζητήθηκε από την πρώτη μέρα κυκλοφορίας του. Το εξώφυλλο και οι προσδοκίες ευθύνονται γι' αυτό. Το εξώφυλλο είναι αναπόσπαστο μέρος της έκδοσης, και το εξώφυλλο αυτό είναι ένα από τα πλέον όμορφα. Από μόνο του βέβαια δεν θα ήταν αρκετό, παρά για μερικές φωτογραφίες μόνο. Και όπως συμβαίνει πάντοτε όταν ακούς πολλά, ετοιμάζεσαι να κρατήσεις λίγα, ή και τίποτα. Αυτή ήταν η πρώτη επιφύλαξη. Η δεύτερη είχε να κάνει με τον φερόμενο κωμικό χαρακτήρα του βιβλίου, τη στιγμή που ο ήρωας, ο κύριος Πλην, παρουσιαζόταν ως ένας αποτυχημένος, άσημος συγγραφέας, λίγο πριν από τα πενήντα, και εμένα τέτοιοι ήρωες με συγκινούν βαθιά. Και ένα βιβλίο με έναν τέτοιο ήρωα δεν θα μπορούσα να μην το διαβάσω.

Από την πρώτη πρόταση μας συστήνεται ο αφηγητής της ιστορίας του κυρίου Πλην, αποφασισμένος να σχολιάσει και να παρέμβει όποτε εκείνος το κρίνει απαραίτητο. "Απ' τη δική μου οπτική γωνία, η ιστορία του Άρθουρ Πλην δεν εξελίσσεται τόσο άσχημα", μας λέει. Ο αινιγματικός αφηγητής, κάποιος που γνωρίζει καλά τον κύριο Πλην και κρατάει την ταυτότητά του κρυφή. Η επιλογή της αφηγηματικής φωνής είναι ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα αυτού του βιβλίου, η ραχοκοκκαλιά της ιστορίας, το εύρημα που έκανε εφικτό το μυθιστόρημα. Η απεύθυνση στον αναγνώστη μέσω ενός διαρκώς επαναλαμβανόμενου πρώτου πληθυντικού δεν επιτρέπει στιγμή στον κύριο Πλην να δραπετεύσει από τη σκηνή. 

Όλα ξεκίνησαν όταν έλαβε ένα προσκλητήριο γάμου. Όχι ενός οποιουδήποτε γάμου αλλά του γάμου του πρώην συντρόφου του. Η ιδέα και μόνο να παραστεί στη γαμήλια τελετή και στη δεξίωση που θα ακολουθούσε τον τρελαίνει. Πρέπει πάση θυσία να βρει μια καλή δικαιολογία. Αποφασίζει να κάνει τον γύρο του κόσμου, να λείπει μίλια μακριά όταν θα τελείται το μυστήριο. Αναρωτιέμαι πώς γίνεται αυτό να φαίνεται αστείο σε κάποιον και όχι βαθιά συγκινητικό. Ας είναι.
Τι εννοούσε ο Φρέντι μ' εκείνο το "ο πιο γενναίος άνθρωπος που γνωρίζω;". Για τον Πλην, το μυστήριο παραμένει άλυτο. Δεν υπάρχει μέρα, ώρα, που ο Άρθουρ Πλην να μη φοβάται. Φοβάται να παραγγείλει ένα κοκτέιλ, να πάρει ταξί, να διδάξει σε μια τάξη, να γράψει βιβλίο. Όλα αυτά τα φοβάται, όπως φοβάται σχεδόν καθετί στον κόσμο. Το παράξενο, ωστόσο, είναι το εξής: επειδή φοβάται τα πάντα, όλα είναι εξίσου δύσκολα γι' αυτόν. Η ιδέα να κάνει τον γύρο του κόσμου δεν τον τρομάζει περισσότερο από το ν' αγοράσει μια τσίχλα. Κάθε μέρα και μια δόση θάρρους.

Το Πλην είναι ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο, με έναν ήρωα ο οποίος είναι σχεδόν αδύνατον να εγείρει αισθήματα συμπόνιας. Ένας λευκός Αμερικάνος μεσήλικας, που περιφέρεται και σκέφτεται τα βάσανα ενός λευκού Αμερικάνου μεσήλικα, ακόμα και αν είναι ομοφυλόφιλος, δεν είναι ο κατάλληλος ήρωας για συναισθηματική καθοδήγηση προς τη συμπόνια. Ένας τέτοιος ήρωας, το άλτερ έγκο του κυρίου Πλην, πρωταγωνιστεί και στο τελευταίο του βιβλίο, το οποίο και απορρίφθηκε από τον εκδοτικό οίκο. Και είναι το Πλην ένα μυθιστόρημα βαθιά ανθρώπινο ακριβώς γιατί έχει ως ήρωα κάποιον σαν τον κύριο Πλην, έναν μέσο άνθρωπο, ο οποίος φοβάται και δεν ξέρει τι να κάνει, μοιάζει δηλαδή με τους ανθρώπους που ξέρουμε, μας θυμίζει τον εαυτό μας, σε μια εποχή που το να δείχνει κανείς σίγουρος και ατρόμητος είναι ο κανόνας κάποιου άγνωστου διαγωνισμού σε εξέλιξη. Το Πλην δεν θα ήταν ένα τόσο ενδιαφέρον και σύγχρονο βιβλίο αν έλειπαν οι παράλληλες της κεντρικής ιστορίες, οι δεύτεροι και τρίτοι χαρακτήρες και τα ανά χώρα γλωσσικά ευρήματα.

Εκείνο που είναι αστείο είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, εκείνα τα μικρά πράγματα που η λοξή ματιά ενός συγγραφέα, όπως του Γκρίερ στην περίπτωσή μας, μπορεί να τα απομονώσει και να τα αναδείξει, συνήθως ορμώμενος από την απελπισία για την πορεία αυτού του κόσμου, το χιούμορ είναι ένα από τα ύστερα καταφύγια άλλωστε. Και είναι αστεία όλα αυτά όταν δεν εμφανίζονται ξαφνικά μπροστά μας, τότε είναι συνήθως τρομακτικά, σκεφτείτε απλώς τη μάχη με τη γραφειοκρατία για να εξασφαλίσει ένας τουρίστας την επιστροφή τού ΦΠΑ, σκεφτείτε πόσο αστείο μοιάζει στην περιγραφή του, ύστερα δοκιμάστε το. Κοιτάζοντας από μακριά όλα είναι πιο εύκολα. Πάντα συμβαίνει αυτό. Ο αφηγητής μιλάει για τον Άρθουρ Πλην με την ασφάλεια της απόστασης. Ο αναγνώστης διαβάζει με την ίδια ασφάλεια. Ο κύριος Πλην δεν νιώθει το ίδιο όμως. Ο κύριος Πλην είναι ένας από τους ήρωες εκείνους που δύσκολα ξεχνάς, και αυτό το οφείλει εν μέρει στον αφηγητή του, όσο παράδοξο και αν μοιάζει αυτό. Ο κύριος Πλην σε μιαν άλλη εποχή θα μπορούσε να είναι ήρωας του Πολ Μπόουλς, όμως η εποχή εκείνη έχει προ πολλού παρέλθει, ο εξωτισμός έχει αφομοιωθεί στην κανονικότητα του δυτικού κόσμου, τώρα πια δύσκολα συναντά κανείς ταξιδιώτες να τριγυρνούν στον κόσμο.
Μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου
Εκδόσεις Δώμα
   

Δευτέρα, 14 Οκτωβρίου 2019

Παράσιτα (2019)




Πάει καιρός από την τελευταία φορά που ένιωσα την επιθυμία να γράψω για μια ταινία, ίσως γιατί πάει καιρός από την τελευταία φορά που είδα μια πραγματικά συγκλονιστική ταινία. Και τέτοια ταινία ήταν τα Παράσιτα του Νοτιοκορεάτη Joon ho Bong, που βγήκε αυτή την εβδομάδα στις αίθουσες της Θεσσαλονίκης και θα βγει στις 17 του μήνα στην Αθήνα. Ταινία που στάθηκε πλήρως αντάξια της φήμης που κουβαλούσε μετά τη βράβευσή της με τον Χρυσό Φοίνικα και την περιοδεία της σε διάφορα φεστιβάλ ανά τον κόσμο, μεταξύ αυτών και στις πρόσφατες αθηναϊκές Νύχτες Πρεμιέρας. Για την ταινία μου μίλησαν διάφοροι, μεταξύ τους διαφορετικοί ως προς τα γούστα, και όμως όλοι, με τον ίδιο ενθουσιασμό στο βλέμμα, κατέληγαν στην ίδια προτροπή: να τη δεις. Και είναι αυτό το κριτήριο της οικουμενικής αποδοχής μιας ταινίας από ένα ετερόκλητο δείγμα κοινού ένα αξιόπιστο κριτήριο, γιατί πέρα από τις ειδικές προτιμήσεις του καθενός, τις προσλαμβάνουσες και τις συνθήκες της καθημερινότητάς του, μια καλή ταινία είναι πάντα μια καλή ταινία, όσο απλοϊκό και αν μοιάζει κάτι τέτοιο.

Μια τετραμελής οικογένεια ζει σε ένα ημιυπόγειο στην άκρη ενός απόμερου δρόμου, εκεί που οι μεθυσμένοι βρίσκουν μια γωνιά ν' ανακουφιστούν. Όταν ο Μιν, φίλος του γιου, θα του προτείνει να κάνει μάθημα αγγλικών στην κόρη μιας πλούσιας οικογένειας, προσποιούμενος πως έχει τα απαραίτητα προσόντα, μια χαραμάδα για ένα καλύτερο μέλλον θα διαφανεί στον ορίζοντα. Άλλωστε αυτό είναι που χρειάζονται, μια ζαριά, μια ελάχιστη ευκαιρία ν' αλλάξουν την τύχη τους, να βρουν μια δουλειά και να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μέλλον. Δύο διαφορετικοί κόσμοι έρχονται σε επαφή, το φαίνεσθαι είναι πιο σημαντικό από το είναι, η ανάγκη για επιβίωση πιο δυνατή από την όποια ηθική.

Είχα επίσης καιρό να δω μια ταινία που να στηρίζεται σε τέτοιο βαθμό στο σενάριο της. Σενάριο καλοδουλεμένο ως προς την πλοκή, τις κορυφώσεις και τα λειτουργικά ευρήματα, με μια υπόγεια απειλή να κρατάει τον θεατή σε διαρκή εγρήγορση, απειλή που έφερνε στον νου τις ταινίες ενός άλλου Νοτιοκορεάτη, του Κιμ Κιμ Ντουκ, επίσης πολύ αγαπητού, κυρίως παλιότερα, των φεστιβάλ, αλλά και του σπουδαίου Χάνεκε. Δεν υπάρχει κάτι στο οποίο να υστερεί η ταινία αυτή. H στυλιζαρισμένη σκηνοθεσία, οι αξιόλογες ερμηνείες και η αντιστικτική χρήση της μουσικής αναδεικνύουν το δυνατό αυτό σενάριο, αυτή την κεντρική ιδέα που ισορρόπησε με τόση μαεστρία μακριά από κινδύνους όπως ο λαϊκισμός, η επίκληση στο συναίσθημα και η άσκοπη βία. Ταινία που συγγενεύει θεματικά με την σχετικά πρόσφατη ιαπωνική ταινία Κλέφτες καταστημάτων, αλλά διαφέρει ως προς την ένταση της εκτέλεσης, δύο όψεις ενός παρόμοιου νομίσματος, δύο διαφορετικές σχολές κινηματογράφου εν τέλει.

Βγαίνοντας από την αίθουσα ένα αντιφατικό διπλό αίσθημα επικρατούσε· χαμηλά ένας κόμπος στο στομάχι, στο βλέμμα το δέος για αυτή τη σπουδαία ταινία. Μια ταινία που καταφέρνει χωρίς εκπτώσεις να απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού. Ανοιχτή σε αρκετές, αντίθετες μεταξύ τους, αναγνώσεις, ταινία βαθιά πολιτική, όχι όμως στρατευμένη, όχι φανερά τουλάχιστον, όχι καθοδηγητικά για να το θέσω έτσι. Έτσι και αλλιώς καθένας βλέπει εκείνο που θέλει να δει, καταλαβαίνει εκείνο που θέλει να καταλάβει και ούτω καθεξής. Τα Παράσιτα είναι από τις ταινίες εκείνες για τις οποίες χαίρεσαι να συζητάς μετά το τέλος της προβολής, πίνοντας ένα αναγκαίο ποτό πριν από την επιστροφή στο σπίτι, χαίρεσαι κυρίως για τις σιωπές ανάμεσα στα λόγια, τότε που σκηνές της ταινίας περνούν μπροστά από τα μάτια σου ξανά.

υγ. Ένιωσα την έντονη ανάγκη να δω ξανά το Old Boy, σε μεγάλη οθόνη με τέρμα τον ήχο.


Πέμπτη, 10 Οκτωβρίου 2019

Η έβδομη ιστορία - Φαίδων Ταμβακάκης





Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο είναι σχεδόν πάντα ένα γοητευτικό βιβλίο. Το λογοτεχνικό παιχνίδι που στήνεται με το βιβλίο μέσα στο βιβλίο θυμίζει κάπως εκείνα τα βράδια με τις συζητήσεις για βιβλία που κάποιοι στην παρέα τόσο τα αγαπούν και κάποιοι άλλοι δεν τα έχουν διαβάσει, και η ίντριγκα σχετικά με αυτά εντείνεται ευθέως ανάλογα με το πάθος, με το οποίο μιλούν εκείνοι που τα αγαπούν, δημιουργώντας προσδοκίες, γαργαλώντας το φαντασιακό ημών των υπολοίπων, καθώς ακόμα και το πλέον ελάχιστο στοιχείο αρκεί για να μας ξεσηκώσει, να μας αφήσει άυπνους μέχρι την ώρα που τα βιβλιοπωλεία ανοίγουν. Και εδώ υπάρχει ως δυνατότητα αυτό το καλό σενάριο, ακόμα και αν οι προσδοκίες καταρρεύσουν στις πρώτες σελίδες της ανάγνωσης. Ένα βιβλίο για ένα βιβλίο χωρίς υλική υπόσταση είναι μια διαφορετική ιστορία. Εδώ η φαντασία γνωρίζει νέα ύψη, λειτουργώντας κατά ιδία βούληση, καθώς οι προσδοκίες παραβιάζουν χωρίς συνέπεια τον συντελεστή δόμησης. Το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται η ιστορία μετατρέπεται σε αναγνωστικό απωθημένο.

Ο συγγραφέας της Έβδομης ιστορίας, Τσιπ Ώμο, αναζητά μάταια το αρχείο στη μνήμη του υπολογιστή του, παρά τις όποιες λέξεις κλειδιά και την ακριβή ημερομηνία συγγραφής η ψηφιακή βοηθός επαναλαμβάνει διαρκώς πως το αρχείο ήταν αδύνατο να βρεθεί, τον κάνει να αμφιβάλλει ακόμα και για το αν υπήρξε ποτέ ένα αρχείο με αυτόν τον τίτλο, οι άλλες έξι ιστορίες είναι εκεί άλλωστε, ίσως να μην υπήρξε ποτέ εκείνη η έβδομη. Ήταν μια μικρή σχετικά νουβέλα, την οποία ο Τσιπ Ώμο έγραψε εντός δύο ημερών, αλλά τώρα αδυνατεί να ανακαλέσει με ακρίβεια, είναι σίγουρος όμως πως ήταν κάτι το οποίο άξιζε να δει ξανά και ίσως να το έδινε στον εκδότη του. Και ίσως να πειθόταν τελικά ο συγγραφέας της ιστορίας μας πως το συγκεκριμένο αρχείο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα ψέμα, η ανάμνηση ενός ονείρου, αν δεν διάβαζε τη νουβέλα αυτή, τη δική του νουβέλα, που κυκλοφόρησε ως το πρώτο ολοκληρωμένο βιβλίο που έπεσε από το σύννεφο, εκεί που τα ψηφιακά έγγραφα ζουν, και γνώρισε πρωτόγνωρη εκδοτική εμπειρία. Ο Τσιπ Ώμο πρέπει πάση θυσία να αποδείξει πως η Σεσάτ έκλεψε το αρχείο από τη μνήμη του υπολογιστή του.

Η κεντρική ιδέα πάνω στην οποία στηρίζεται το τελευταίο βιβλίο του Ταμβακάκη δεν διεκδικεί τον έπαινο της πρωτοτυπίας, τουλάχιστον δεν μοιάζει να απασχολεί τον συγγραφέα κάτι τέτοιο, παρότι φαινομενικά  και λόγω της κατασκευής του βιβλίου κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί κάτι τέτοιο, η ανάγνωση όμως, ο τελικός κριτής δηλαδή, δείχνει πως η συγκεκριμένη ιδέα είναι μια ιδέα χρηστική, γύρω από την οποία τοποθετούνται αρκετές ακόμα, χωρίς η ιστορία να αναλώνεται αποκλειστικά σε αυτή. Η συγκεκριμένη έκδοση διαθέτει δύο πιθανές εισόδους, καθώς ο αναγνώστης μπορεί να επιλέξει να ξεκινήσει διαβάζοντας είτε την Έβδομη ιστορία, είτε Το μυστικό της Σεσάτ, κάτι το οποίο ο συγγραφέας προτείνει να αφεθεί στην τύχη καθώς τις ονοματίζει κορόνα και γράμματα αντίστοιχα. Δεν είναι απλώς δύο νουβέλες σε μια κοινή έκδοση, η σειρά ανάγνωσης δημιουργεί δύο διαφορετικές εκδοχές της ιστορίας, όχι ως προς την τελική εικόνα της πλοκής, αλλά ως προς την αναγνωστική εμπειρία.

Τα βιβλία που ως κεντρικό ήρωα έχουν ένα βιβλίο είναι αναμενόμενο να διαδραματίζονται σε χώρους αμιγώς λογοτεχνικούς όπως βιβλιοπωλεία, ατελιέ τυπογραφείων, αίθουσες βραβεύσεων, γραφεία εργασίας, με δευτερεύοντες ήρωες συγγραφείς, μεταφραστές, λογοκλόπους και εκδότες, με συναισθήματα που τα γεννά η λογοτεχνία στην κατασκευή της, όπως ο πυρετός της έμπνευσης, η ματαιοδοξία, η αγωνία για την οικονομική επιβίωση στο τέλος του μήνα, η ανάγκη για περιαυτολογία. Και από τη συγκεκριμένη ιστορία δεν λείπει τίποτα από τα παραπάνω, γεγονός που της δίνει μια έντονη κριτική και κωμική χροιά.

Οι συγγραφείς που αντιμετωπίζουν τη λογοτεχνία ως παιχνίδι, με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως το πλέον σημαντικό γεγονός δηλαδή, διαθέτουν μια ξεχωριστή θέση στην καρδιά του αναγνώστη, και ο Ταμβακάκης είναι ένας τέτοιος συγγραφέας.

Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας

   

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2019

Μέση Αγγλία - Jonathan Coe





Ναι, αυτός είναι ο παλιός Κόου! Από τη Βροχή πριν πέσει -βιβλίο εντελώς διαφορετικό από ό,τι άλλο έχει γράψει μέχρι και σήμερα- είχα να ευχαριστηθώ τόσο ένα δικό του μυθιστόρημα. Τον Ιδιωτικό βίο του Μάξουελ Σιμ -για κάποιον απροσδιόριστο λόγο- δεν τον διάβασα τελικά ποτέ. Το Expo58 το αφήνω εκτός συλλογισμού, ήταν ένα διαφορετικό από τη φύση του μυθιστόρημα, με εκείνη την αίσθηση ασπρόμαυρης ταινίας σε θερινό σινεμά ακόμα παρούσα. Σκεφτόμουν τον Αριθμό 11, μυθιστόρημα στο οποίο μπορεί κανείς να εντοπίσει αρκετά από τα γνώριμα στοιχεία του Βρετανού συγγραφέα, και όμως, κάτι του έλειπε για να ξεχωρίσει. Διαβάζοντας τη Μέση Αγγλία και αναφωνώντας ήδη από τις πρώτες σελίδες πως αυτός είναι επιτέλους ο παλιός Κόου, φλέρταρα με την ιδέα να διαβάσω ξανά τον Αριθμό 11, να αναζητήσω τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί εν τέλει τα δύο αυτά βιβλία, που και τα δύο κλείνουν το μάτι στο παρελθόν, αποτελώντας συνέχεια προηγούμενων ιστοριών, έστω και αν στον Αριθμό 11 αυτή η σχέση είναι πολύ πιο χαλαρή. Τελικά δεν τόλμησα την επιστροφή.

Δύο στοιχεία με έκαναν επιφυλακτικό μέσα στον γενικότερο ενθουσιασμό μου για την κυκλοφορία ενός ακόμα βιβλίου του Κόου στα ελληνικά. Πρώτον, η συνέχεια μιας παλιάς ιστορίας. Τα σίκουελ είναι συνήθως προβληματικά, αφήνοντας διάχυτη την αίσθηση ευκολίας και έλλειψης έμπνευσης από πλευράς δημιουργού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση Ο κλειστός κύκλος ήταν ένα σπουδαίο βιβλίο και λειτούργησε τέλεια ως συνέχεια της υπέροχης Λέσχης των τιποτένιων, οπότε εδώ είχαμε να κάνουμε με το τρίτο μέρος. Δεύτερον, η μικρή χρονική απόσταση από τα γεγονότα. Ο Κόου είναι ένας πολιτικός συγγραφέας, τα μυθιστορήματά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την επικρατούσα πολιτική κατάσταση. Η επιφύλαξη αυτή συνδέεται αναπόφευκτα και με την εγχώρια λογοτεχνία της κρίσης, η οποία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, απέτυχε να χωνέψει και να αποδώσει την εποχή. Και οι δύο αυτές επιφυλάξεις κατέρρευσαν ήδη από τις πρώτες σελίδες.

Η Μέση Αγγλία ξεκινά τον Απρίλιο του 2010 και ολοκληρώνεται τον Σεπτέμβριο του 2018, η ιστορία εκτυλίσσεται κυριολεκτικά στο τώρα, και όμως ο Κόου πετυχαίνει κάτι σπουδαίο και δύσκολο· όσο η ιστορία πλησιάζει στο σήμερα, τόσο εντείνεται η αίσθηση αληθοφάνειας, ναι, έτσι είναι, αναλογίζεσαι. Οι ιστορίες των ηρώων θυμίζουν ιστορίες γνώριμες, με χαρακτηριστικότερη ίσως την επίπτωση του δημοψηφίσματος στις ερωτικές σχέσεις, κάτι το οποίο αν το ισχυριζόταν κανείς παλιότερα, πως δηλαδή ένα ζευγάρι χρόνων θα χώριζε λόγω μιας τέτοιας διαφωνίας, θα προκαλούσε το γέλιο, και όμως, είναι κάτι το οποίο είδαμε να συμβαίνει παρότι εξακολουθούσε, ακόμα και τη στιγμή που συνέβαινε να μας φαίνεται απίστευτο. Αν θεωρήσουμε ως πολιτική κορύφωση του μυθιστορήματος το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε είναι εύκολο να παρατηρήσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ο Κόου χτίζει το μυθιστόρημά του, πώς και πόσο επιλέγει να εμπλέξει τις ατομικές ιστορίες με τις πολιτικές εξελίξεις, με αυτόν τον γνώριμο συγκρατημένο ανθρωπισμό του, που κατανοεί αλλά δεν δικαιολογεί απολύτως την ανθρώπινη αδυναμία, καταφεύγοντας στο χιούμορ για να εντείνει την κριτική αλλά και για να απαλύνει την ένταση. Ο Κόου μοιάζει να ενδιαφέρεται για την εξέλιξη των πραγμάτων στο πέρασμα του χρόνου, ίσως γι' αυτό λειτουργεί τόσο καλά η επιλογή του να γράψει το τρίτο μέρος μιας παλιάς ιστορίας. Οι αναπόφευκτες αλλαγές στη στάση των ανθρώπων που μεγαλώνουν, των ανθρώπων που ωριμάζουν -σύμφωνα με κάποιους-, που γίνονται ολοένα και πιο συντηρητικοί -σύμφωνα με άλλους-, που συμβιβάζονται -σύμφωνα με τους νεότερους. Αποτελεί άλλωστε ανθρώπινο γνώρισμα, απότοκο του ένστικτου επιβίωσης ίσως, η προσαρμοστικότητα, όποια μορφή και αν παίρνει.      

Είχα σχεδόν ξεχάσει τον καθηλωτικό τρόπο γραφής του Κόου, τον τρόπο με τον οποίο σε εμπλέκει στην ιστορία του, το πόσο καλά ξέρει να λέει την ιστορία του. Και εδώ έχει μια πολύ καλή ιστορία να διηγηθεί. Η ικανότητα του Κόου στο χτίσιμο χαρακτήρων και πλοκής είναι ζηλευτή, εκείνο όμως που κάνει τα μυθιστορήματά του τόσο εθιστικά για κάποιους από εμάς είναι οι δεκάδες υποϊστορίες που αρχίζουν και τελειώνουν εντός του μυθιστορήματος, ταυτόχρονα ανεξάρτητες και ενταγμένες πλήρως στην πλοκή. Στη Μέση Αγγλία ακόμα και η νοσταλγία έχει υποταχθεί στην ταχύτητα της εποχής, έχει απολέσει τη χρονική της εμβέλεια, τώρα πια οι άνθρωποι νοσταλγούν καταστάσεις και γεγονότα χτεσινά, τέτοιος είναι ο ρυθμός με τον οποίο αλλάζουν τα πράγματα πια, ένα μεγάλο σήμερα με απανωτά σοκ. Και είναι αυτή η απομάκρυνση από το παρελθόν, ακόμα και όταν διαστρεβλωνόταν αυτό νοσταλγικά, ίσως η πλέον δυσοίωνη προφητεία που μεταφέρει ο Κόου. 

Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος τα δύο προηγούμενα βιβλία για να διαβάσει τη Μέση Αγγλία, είναι όμως μάλλον βέβαιο πως εκ των υστέρων θα το κάνει. Και αν σας προβληματίζει το μέγεθος του μυθιστορήματος, τότε να θυμάστε πως τα πολυσέλιδα βιβλία απαιτούν έναν αναγνωστικό ρυθμό και μόλις αυτός επιτευχθεί η απόλαυση θα ακολουθήσει. Άλλωστε ο αναγνωστικός ενθουσιασμός και η αχόρταγη ανάγνωση είναι μια καλή γροθιά στην απομάγευση των ημερών.

Παλιός καλός Κόου!

Μετάφραση  Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις   



Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου 2019

Ελέφαντας - Raymond Carver






"Αδύνατον να διαβάσω βιβλία πια" μου είπε η Αμάντα πριν από δυο μέρες. "Ποιος αδειάζει για βιβλία;" Ήταν απόγευμα και ήμασταν σ' εκείνο το καφενεδάκι στη βιομηχανική περιοχή της πόλης. Την προηγούμενη μέρα είχε φύγει ο Όλιβερ. "Ποιος συγκεντρώνεται πια;" είπε η Αμάντα ανακατεύοντας τον καφέ της. "Ποιος διαβάζει; Εσύ διαβάζεις;" (Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου.) "Κάποιοι πρέπει να διαβάζουν, υποθέτω. Όλα αυτά τα βιβλία στις βιτρίνες, όλες αυτές οι λέσχες... Κάποιοι διαβάζουν" είπε "αλλά ποιοι; Εγώ δεν γνωρίζω κανέναν".
Θα μπορούσα να έχω διαλέξει κάποιο άλλο απόσπασμα, σχεδόν οποιοδήποτε θα ήταν αντιπροσωπευτικό. Είναι κάποιοι συγγραφείς, βλέπετε, που ακόμα και μια απλή γραμμή ενός βιβλίου τους, επιλεγμένη τυχαία, είναι χαρακτηριστική του έργου τους, και ο Κάρβερ είναι ένας απ' αυτούς. Διάλεξα το συγκεκριμένο απόσπασμα, με την αναφορά στην ανάγνωση, κυρίως για την απορία της Αμάντα: ποιος συγκεντρώνεται πια; Ποιος άραγε τα καταφέρνει να κλείσει τα παράθυρα και ν' αφήσει τον θόρυβο και τις φωνές απ' έξω; Ποιος μπορεί να συγκεντρωθεί όταν η ζωή του είναι οριακή; Η ανάγνωση ως εμπειρία υψηλής αυτοσυγκέντρωσης, η ανάγνωση ως αποκοπή από τον περιβάλλοντα κόσμο.

Τα διηγήματα της συλλογής αυτής είναι τα τελευταία που έγραψε ο Κάρβερ. Το μοτίβο παραμένει σταθερό και γνώριμο, σχεδόν οικείο, οι προβληματικές και απελπισμένες ανθρώπινες σχέσεις, ο βρόμικος ρεαλισμός των συναισθημάτων. Το εσωτερικό ενός σπιτιού συνήθως για σκηνικό. Η καθηλωτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση που όμως δεν στερεί από τα άλλα πρόσωπα το φως, είναι κάτι που, ανάμεσα σε τόσα άλλα, κάνει τα διηγήματα του Κάρβερ να ξεχωρίζουν· αυτή η έλλειψη εγωκεντρισμού παρά την καθαρά υποκειμενική αφηγηματική φωνή, η ανάγκη του αφηγητή να κατανοήσει τα κίνητρα των άλλων, η ακλόνητη πίστη στην ανθρώπινη αδυναμία. Ελάχιστες σελίδες, και όμως ο αναγνώστης πιστεύει πως ξέρει τα πάντα για εκείνους, και όταν κάποιον τον γνωρίζεις καλά, άσχετα αν τον συμπαθείς ή όχι, τότε δεν μπορείς παρά να συμμεριστείς τις αγωνίες του, να αισθανθείς τις φοβίες του, να ελπίσεις μαζί του, ν' αναγνωρίσεις δικά σου πράγματα στο τραπεζάκι μπροστά από τον καναπέ, εκεί όπου κάθεται χαζεύοντας τηλεόρασηο αφηγητής.

Η απλότητα στα εκφραστικά μέσα, η φαινομενική και μόνο απλότητα, η αβίαστη εξέλιξη της πλοκής, οι ομαλές χρονικές μεταβάσεις στο παρελθόν της αφήγησης, οι πλήρως ενσωματωμένοι διάλογοι, η αίσθηση πως τίποτα δεν περισσεύει, η άνεση με την οποία ανοίγουν και κλείνουν τα διηγήματα. Η αυλαία μαζεύεται και ύστερα απλώνεται, οι θεατές παραμένουν στη θέση τους μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι, ξέρουν πως αντίκρισαν κάτι αληθινό και όχι ένα κατασκεύασμα με σκοπό τη συναισθηματική τους καθοδήγηση προς την ταύτιση και τη συγκίνηση, γι' αυτό και το σφίξιμο στο στομάχι. Τα διηγήματα του Κάρβερ περιέχουν αλήθεια, μια αλήθεια αλιευμένη από τα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης, χωρίς απαραίτητα να ταυτίζεται η αλήθεια αυτή με το βίωμα του συγγραφέα, το βίωμα από μόνο του δεν αρκεί, δεν πρέπει σε αυτό να χρεωθεί τίποτα παραπάνω από αυτό που είναι, μια δύσκολη ζωή δεν αρκεί για να παράξει λογοτεχνία, χρειάζονται πολύ περισσότερα.           

Το τελευταίο διήγημα της συλλογής (Το θέλημα) είναι διαφορετικό από τα υπόλοιπα διηγήματα του Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ, τα διηγήματα του οποίου επηρέασαν βαθιά τον Κάρβερ. Είναι οι τελευταίες μέρες του Τσέχοφ και είναι το τελευταίο διήγημα που δούλεψε ο Κάρβερ πριν πεθάνει, και καλό είναι να υπάρχει μέσα μας χώρος διαθέσιμος για συμβολισμούς, τους έχουμε ανάγκη. Δεν θα μάθουμε ποτέ αν το διήγημα αυτό αποτελούσε την αρχή μιας διαφορετικής πορείας για τον Κάρβερ, αν ήταν δηλαδή κάποιο σημείο καμπής ή αν ήταν απλώς αυτό που ήταν, ένας φόρος τιμής στον δάσκαλο που ποτέ δεν γνώρισε· και τους δύο άλλωστε τους σκότωσε η αδυναμία των πνευμόνων τους να συνεχίσουν να αναπνέουν, όπως βέβαια και τον Κάφκα. 

Θυμάμαι κάποιον κάποτε να μου λέει πως η καλύτερη άσκηση για έναν επίδοξο συγγραφέα δεν είναι άλλη παρά η καθημερινή ανάγνωση ενός διηγήματος του Κάρβερ, διαφορετικού κάθε μέρα, πρώτο πράγμα μετά το ξύπνημα, πριν από οτιδήποτε άλλο, ιδανικά στο κρεβάτι. Δεν ισχύει το ίδιο, έλεγε, και για τα ποιήματά του, εκείνα, συνέχιζε, πρέπει να διαβάζονται τη νύχτα αργά, με ελάχιστο φως στο τραπέζι της κουζίνας· δεν μου εξήγησε ποτέ γιατί ήταν τόσο σημαντικό, και τώρα πια είναι αργά για να τον ρωτήσω.

Μετάφραση Τρισεύγενη Παπαϊωάννου 
Εκδόσεις Μεταίχμιο