Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Ματριόσκα - Ελ Ρόι

Ματριόσκα είναι η παραδοσιακή, ξύλινη ρωσική κούκλα μέσα στην κούκλα. Τώρα γιατί στα μέρη μας είναι περισσότερο γνωστή ως Μπαμπούσκα είναι ένα ερώτημα στο οποίο μόνο ο αστικός μύθος θα μπορούσε να απαντήσει αλλιώς θα μπλέξουμε σε συζητήσεις φαλοκρατικές και φεμινιστικές.

Διηγήματα - φωτογραφία - μουσική.


Εγχείρημα ενδιαφέρον, όχι μόνο γιατί συνδυάζει τρεις μορφές έκφρασης αλλά γιατί αποτελεί το προϊόν της συνεργασίας δεκατριών ανθρώπων που ποτέ δεν συναντήθηκαν όλοι μαζί. Δεν είμαι σε θέση να ξέρω πως ακριβώς υλοποιήθηκε το σχέδιο, δεν θέλω και να μάθω, είναι από εκείνα τα πράγματα τα οποία προτιμώ να τα φαντάζομαι και να χτίζω εντός μου μύθους.

Πρώτα άκουσα το δισκάκι που συνοδεύει την έκδοση. Χρειάστηκε να κάνω ένα ταξίδι με αυτοκίνητο, μόνος μου. Όταν οδηγώ στην εθνική (ή σε κάτι που από συνήθεια μάλλον αποκαλείται έτσι) νιώθω πως μπορώ πραγματικά να ακούσω μουσική, είναι από τις στιγμές εκείνες που ο δείκτης συγκέντρωσης κινείται σε υψηλά επίπεδα. Επανέλαβα την ακρόαση και στην επιστροφή, την επόμενη μέρα. Η αλήθεια είναι πως με κέρδισαν τα ορχηστρικά κομμάτια, αυτά περισσότερο από τα υπόλοιπα έχουν ταυτιστεί εντός μου ως το soundtrack εκείνου του ταξιδιού.

Ακολούθως διάβασα τα διηγήματα κάνοντας το απαραίτητο διάλειμμα στις φωτογραφίες. Τα σημειώματα του Ελ Ρόι, που συνοδεύουν το κάθε διήγημα, συντέλεσαν στον μύθο και αποτέλεσαν την τέταρτη διάσταση του έργου. Εγώ φαν του διηγήματος δεν είμαι αλλά παραδέχομαι πως στο εν λόγω εγχείρημα λειτούργησαν. Η ποιότητα της εκτύπωσης των φωτογραφιών δεν είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά πρέπει να συνυπολογιστεί και το κόστος. Είναι της μόδας άλλωστε τον τελευταίο καιρό η συζήτηση η σχετική με τις τιμές των βιβλίων, η οποία με έχει κουράσει γιατί γίνεται σε λάθος βάση και δεν βρίσκω κανένα ενδιαφέρον ούτε στο βιβλιοφιλικό της μέρος ούτε στο οικονομοτεχνικό.

Οι Βορειοδυτικές Εκδόσεις όπως έχω γράψει ξανά τόσο εδώ όσο και εδώ δίνουν στον αναγνώστη την απόλυτη ελευθερία διαθέτοντας τους τίτλους σε δωρεάν ηλεκτρονική μορφή μέσα από τον ιστότοπό τους. Εμένα μου φαίνεται όμορφο, σε κάποιους άλλους δημιουργεί ερωτήματα και πασχίζουν να δώσουν εξηγήσεις. Η απουσία αναφοράς σε πρωτοβουλίες όπως αυτή κάνει τον παραπάνω διάλογο περί τιμής κάπως στοχευμένο, οι εκδότες και τα βιβλιοπωλεία είναι οι κακοί και εμείς οι καλοί, μπράβο μας.

Τώρα που έχετε την δυνατότητα στην δωρεάν πρόσβαση ποια θα είναι άραγε η δικαιολογία σας;

Η κοινωνικοπολιτική διάσταση των διηγημάτων έρχεται σε αρμονία με τον εκδοτικό οίκο που εκτός της πολιτικής του με τα δικαιώματα έχει επιλέξει ως έδρα του τα Γιάννενα, αποκέντρωση.


Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του βιβλίου www.matrioska.info

Η μουσική του έργου κυκλοφορεί με την υποστήριξη της Antelma music.



Βορειοδυτικές Εκδόσεις.

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Ορλάντο - Βιρτζίνια Γουλφ

Είναι το βιβλίο που δίνει τον ρυθμό στην ανάγνωση τελικά, ο συγγραφέας είναι αυτός που καθορίζει τους χρόνους. Αν το κάνει με επιτυχία σε αιχμαλωτίζει, αλλιώς απλώς σε κουράζει.
Ο αριθμός των σελίδων είναι ένας σχετικός παράγοντας. Συζητούσα για το βιβλίο ενώ το διάβαζα, επικέντρωνα την κουβέντα στον δικό μου ρυθμό διαβάσματος, λάθευα, της Γουλφ ήταν ο ρυθμός και εγώ μαγεμένος ακολουθούσα.

" Άλλο πράγμα είναι το πράσινο στη φύση κι άλλο στη λογοτεχνία. Η φύση και τα γράμματα τρέφουν μια φυσική αμοιβαία αντιπάθεια. Βάλτε τα πλάι πλάι και θ' αρχίσουν αμέσως να κατασπαράζονται. Η απόχρωση του πράσινου που μόλις είχε παρατηρησει ο Ορλάντο του χαλασε τη ρίμα και του έσπασε το μέτρο. Έπειτα η φύση μπορεί να σου παίξει κι ένα σωρό παιχνίδια. Αρκεί να ρίξεις μια ματιά έξω απ' το παράθυρο, να δεις τις μέλισσες να τριγυρίζουν πάνω απ' τα λουλούδια, το σκύλο να χασμουριεται αμέριμνος, τον ήλιο να δύει και να σκεφτείς : <<Για πόσον καιρό ακόμη θα βλέπω τα ηλιοβασιλέματα; >>, κλπ. κλπ. (αυτή η σκέψη είναι τόσο κοινότοπη που δεν αξίζει τον κόπο να γραφτεί) και να που πετάς την πένα σου, αρπάζεις τον μανδύα σου και φεύγεις βιαστικά απ' το δωμάτιο, σκοντάφτοντας πάνω στη σκαλιστή κασέλα. Γιατί ο Ορλάντο ήταν λιγάκι αδέξιος στις κινήσεις του."

Αποφεύγω τα εισαγωγικά σημειώματα και τα επίμετρα, επιθυμία μου να πλησιάσω το κείμενο χωρίς πυξίδα, χωρίς σχόλια, χωρίς οδηγό, να σχηματίσω την δική μου εικόνα και ας μην συμφωνεί εντέλει με την γνώμη των ειδικών.

Ίσως τελικά ο καθένας βλέπει αυτό που θέλει να δει, ίσως αυτή να είναι και η μαγεία της γραφής. Μπορεί τελικά το κείμενο αυτό να αποτελεί ένα ερωτικό γράμμα μιας γυναίκας σε μια γυναίκα, για μένα όμως, περισσότερο από τον ερωτισμό, επικράτησε η ενασχόληση γύρω από την συγγραφή. Οι εμμονές, η θέση και ο ρόλος του συγγραφέα, η εξέλιξη της λογοτεχνίας ανά τους αιώνες και τελικά το ζήτημα της γυναίκας δημιουργού. Κείμενο φεμινιστικό και βιβλιοφιλικό ο Ορλάντο για μένα λοιπόν, μια παρωδία - όχημα για την Γουλφ που της έδωσε την δυνατότητα να κριτικάρει, να υπογραμμίσει, να αναδείξει, να φλερτάρει.

Ένα παραμύθι για τα φαντάσματα που κατοικούν στο μυαλό του δημιουργού, για την φαντασία που ξεφεύγει από το τώρα και στήνει τα δικά της σκηνικά. Εκεί που ο χρόνος παγώνει και ταυτόχρονα τρέχει. Η έννοια του αφηρημένου ανθρώπου αποδίδεται τόσο ολοκληρωμένα που μπορείς να την αγγίξεις και σε κάνει να σέβεσαι μια ιδιότητα που ο σύγχρονος δυτικός κόσμος την θεωρεί ελάττωμα.

" Γιατί όταν αυτή η αρρώστια του διαβάσματος εγκατασταθεί στον οργανισμό, τον εξασθενεί έτσι που γίνεται εύκολο θύμα σ' αυτή την άλλη μάστιγα που φωλιάζει μέσα στο μελανοδοχείο και εμπυάζει στην πένα. Ο δυστυχής παθών καταφεύγει στο γράψιμο."



Μετάφραση Αναστασία Λιναρδάκη.
Εκδόσεις Αστάρτη.

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Αφορμή

Αν μια αφορμή χρειάζεσαι για δεκανίκι στην ζωή,
τότε, με όλο το θάρρος, πιστεύω πως κάπου το δρόμο παραμέλησες,
σε θάμπωσαν τα λαμπάκια.

Αν το θαύμα, το περιμένεις κρατώντας το ημερολόγιο,
λυπάμαι αλλά θα πρόκειται για ένα απλό ραντεβού.

Ποια είναι άραγε εκείνη η μέρα που πρέπει να γελάσεις;
Που δώρα θα κάνεις;
Πότε πρέπει να πεις σ' αγαπώ;


Αν δεν ομολογήσεις άγνοια και δεν ανασηκώσεις τους ώμους,
μα ανατρέξεις στις καλένδες,
θα συνεχίσεις να το ονομάζεις ζωή;
Αν πριν νιώσεις συμβουλεύεσαι την ατζέντα σου,
σε τι διαφέρεις από ένα μηχάνημα;

Με τόσα πρέπει τριγύρω, δεν βαρέθηκες ακόμα;

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Μια εποχή στην κόλαση

Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη γιορτή
που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα κρασιά κυλούσαν.

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη.
Μ' ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ'όλες τις χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας, τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλεσα την τρέλλα.
Κι' η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία πριν τα τινάξω για καλά,
λέω να αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Το κλειδί αυτό είν' η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.

" Θα μείνεις ύαινα .." ολολύζει ο διάβολος και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
" Φτάσε στο θάνατο μ'όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου, την φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα!"
Αλλά, σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές. Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σας, τους εραστές της απουσίας του περιγραφικού ή διδακτικού ύφους σ' έναν συγγραφέα, για σας αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από το σημειωματάριο ενός κολασμένου.

(Arthur Rimbaud)

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2011

Αμερικάνικη έρημος - Πέρσιβαλ Έβερετ

Το εύρημα είναι άραγε ευχή ή κατάρα για έναν συγγραφέα; Λύση ή παγίδα; Μέσο ή σκοπός;
Δυστυχώς τα περισσότερα μυθιστορήματα που στηρίζονται σε ένα εύρημα δεν με συγκινούν πέραν της αρχικής έκπληξης. Ευτυχώς ο Έβερετ το χειρίζεται μαεστρικά, το θέτει στην υπηρεσία της πλοκής, του μύθου.

Ο Θίοντορ Στρητ είναι ένας καθηγητής πανεπιστημίου, η διοίκηση για να τον μονιμοποιήσει απαιτεί να εκδώσει κάτι, οι απορριπτικές απαντήσεις των εκδοτικών οίκων φέρνουν όλο και πιο κοντά το ενδεχόμενο της απόλυσης. Είναι παντρεμένος με δύο παιδιά και υποθήκη, απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ευτυχισμένος και ψυχικά ισορροπημένος. Αποφασίζει να θέσει τέλος στην ζωή του, παίρνει το αυτοκίνητο για να πάει στο μέρος όπου έχει αποφασίσει να δώσει το τέλος, στον δρόμο τον προλαβαίνει όμως μια νταλίκα και συγκρούεται μαζί του. Ο Θίοντορ απομένει στην εθνική νεκρός, σώμα δίχως κεφάλι. Ο υπεύθυνος του γραφείου τελετών θα ράψει όπως όπως το κεφάλι στο σώμα. Κατα την διάρκεια της τελετής ο Θιοντόρ θα σηκωθεί από το φέρετρο.

Το παραπάνω αποτελεί απλώς την εισαγωγή του βιβλίου, δεν είναι κάποιο μυστικό της πλοκής.

Με βάση αυτό και βοηθό την πλοκή ο Έβερετ αναφέρεται στην Αμερική του σήμερα. Δημοσιογράφοι και επιστήμονες, ασφαλιστικές εταιρίες και θρησκευτικές οργανώσεις, μεταφυσική αγωνία και ρεαλισμός, και πάνω από όλα η οικογένεια και η αγάπη, η ζωή και ο θάνατος.

"Ο θάνατος με γοητεύει. Είναι η πιο συναρπαστική ανθρώπινη λειτουργία, περί αυτού πρόκειται. Μια αναγκαία, αναπόφευκτη λειτουργία. Όταν πεθάνατε, όταν το κεφάλι σας αποκόπηκε από το σώμα σας, όλα σταμάτησαν, όλοι σταμάτησαν, σταμάτησαν και κοίταξαν, όλοι οι ήχοι σταμάτησαν, φωνές, πουλιά, ο χρόνος σταμάτησε. Μετά, εκείνη η φορτισμένη στιγμή χάθηκε, και τα πάντα άρχισαν ξανά. Ο θάνατος είναι ένα σημείο στο χρόνο χωρίς διαστάσεις, χωρίς νόημα, ασήμαντο, αλλά περιέχει όλες τις γνώσεις περί ζωής."

Είναι η εποχή που αρχίζουν να εμφανίζονται οι λίστες με τα αγαπημένα της χρονιάς, εγώ λίστες δεν κάνω και ας τις χαζεύω όταν βρεθούν μπροστά μου, αλλά (βοηθούμενη σαφέστατα και από την χρονική συγκυρία) η αμερικάνικη έρημος είναι ένα από τα καλύτερα βιβλία που διάβασα φέτος. Σκέφτομαι επίσης ότι, εκτός του ζητήματος με το εύρημα που έθεσα παραπάνω, υπάρχει και κάτι ακόμα που δίνει αξία στον συγγραφέα και αυτό είναι η μαεστρία και η ικανότητα με την οποία ενσωματώνει την περιπέτεια στην ιστορία του. Φοβάμαι να σκεφτώ πόσο υπερβολική και ανούσια θα μπορούσε να αποδοθεί από κάποιον λιγότερο ταλαντούχο δημιουργό, ειδικά σεναριογράφο-σκηνοθέτη.

Κατά την προσωπική μου γνώμη ο Έβερετ είναι φαν του Τομ Ρόμπινς, μερικές γραμμές του έργου έκρυβαν επιρροές αλλά μπορεί και να είναι απλώς ιδέα μου.

Η τελευταία σκηνή είναι μία από εκείνες για τις οποίες δίνεις στον εαυτό σου την υπόσχεση πως δε θα επιτρέψει να τις ξεχάσει ποτέ.


Μετάφραση Χίλντα Παπαδημητρίου.
Εκδόσεις Πόλις.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Xaxakes @ Gagarin 205

(Κείμενο της Έλσας)


Ark festival 2010. Ένα πανέμορφο καλοκαίρι τελειώνει και ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το αποχαιρετίσεις αν όχι ένα φεστιβάλ μουσικής, με μπύρα στο χέρι, νέα και παλιά σχήματα, σε ανοιχτό χώρο, με ανοιχτά αφτιά, ανοιχτό μυαλό και ανοιχτές αγκαλιές.

Το live ανοίγει ο Leon με μια πολύ όμορφη και φρέσκια μπάντα, συνεχίζουν κάποιοι καλοπαιγμένοι αλλά αδιάφοροι για τα αφτιά μου ήχοι και στίχοι, ακολουθεί η Monika και κάπου εκεί, την ώρα που μαζεύονται και απλώνονται καλώδια και μουσικά όργανα, αρχίζει χωρίς να το καταλάβουμε η προετοιμασία του εδάφους... Κάποιοι φεύγουν, κάποιοι πλησιάζουν, σκέψεις έρχονται στο μυαλό μου, είμαι κουρασμένη και θυμωμένη με κάτι περίεργους ενοχλητικούς τύπους, αλλά δεν έχω σκοπό να φύγω μιας και ποτέ δε λέω όχι σε μια καινούρια μουσική και μια καινούρια γεύση και οι Xaxakes ήταν καινούριοι όχι μόνο για τα αφτιά μου αλλά όπως αποδείχτηκε αργότερα για όλες μου τις αισθήσεις! Ένας τύπος με κόκκινο κοστούμι εμφανίστηκε και η βραδιά απογειώθηκε. Τώρα βρίσκονται στη σκηνή άνθρωποι ώριμοι και έμπειροι αλλά τόσο "ασταμάτητα νέοι" που τείνουν να σε κάνουν να πιστέψεις στην αθανασία και τα παντζάρια του Τομ Ρόμπινς. Τρέλα, χρώμα, κέφι, είναι κάποιες λέξεις που μου έρχονται. Αυθεντικό ποπ και στυλ, δύο ακόμη, ίσως οι πιο αντιπροσωπευτικές. Απόλαυσα πάρα πολύ εκείνη τη συναυλία, απέκτησα λίγες μέρες αργότερα το cd τους "Το valse των ελαφιών" και άρχισα να μαθαίνω διάφορα γι αυτούς. Γκρουπ του 90 λέει και αυτός είναι ο τρίτος τους δίσκος και για μια στιγμή αναρωτιέμαι πού ήμουν, αλλά αμέσως απαντώ ότι δεν έχει σημασία... Έτσι κι αλλιώς ποτέ δε φτάνει ο χρόνος για να ακούσεις και να διαβάσεις όλα αυτά που θες.

Όταν όμως η φίλη μου η Βιβή μου είπε να πάμε στο live στο Gagarin δε δίστασα ούτε μια στιγμή στα 15 ευρώ της εισόδου, αν χρειαζόταν θα έκλεβα, είπα αστειευόμενη, γνωρίζοντας φυσικά ότι το πολύ πολύ να δανειστώ, όπως και έγινε…

Ο κόσμος δεν ήταν πολύς, η έναρξη της συναυλίας καθυστερούσε, η ανυπομονησία δημιουργούσε εκνευρισμό και έτσι όταν ξεκίνησε τα συναισθήματα ήταν ανάμικτα. Όσο περνούσε όμως η ώρα, το σώμα των θεατών άρχισε να αναπνέει, οι παλμοί συντονίστηκαν και για μια ακόμη φορά η μουσική είχε καταφέρει αυτό που μόνο εκείνη μπορεί: να ανοίξει αφτιά, μυαλά και σώματα.

O στιλάτος τύπος εμφανίστηκε αρχικά με μαύρη δερμάτινη αμφίεση, τώρα πια ξέρω ότι πρόκειται για τον Γιάννη Νάστα, η απογείωση είναι σε εξέλιξη και εκείνος δείχνει να το απολαμβάνει, μιλώντας για κρασιά, κωλόμπαρα και ξεκούρδιστες κιθάρες. Κι εμείς το απολαμβάνουμε όμως…

Άγριοι ροκ ήχοι κιθάρας, κόκκινες πανύψηλες γόβες, βιολιά και βιόλες, κορσέδες και τουαλέτες, μπάσο και τύμπανα, στρας, μελωδικά πιάνα, ηλεκτρονικές λούπες και ένα σαξόφωνο βαρύτονο μ α γ ι κ ό ! Οι Xaxakes έχουν χιούμορ, σνομπάρουν τη μιζέρια, είναι τρυφεροί και σέξι! Η ποίηση και η απλότητα των στίχων τους είναι μοναδική. Αν θέλεις να ξέρεις έτσι είναι η ζωή σου λένε, απλή και όμορφη, χωρίς πολλά πολλά, αν θέλεις ζησ' την και καλύτερα, ζησ' την νέος! Έτσι απλά, γεια, παρα ρα ρα παμ παμ!

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Ο ένοικος - Χαβιέρ Θέρκας

" Όλα τα βιβλία εκείνα στα οποία ο Κάφκα συναντά τον Κορτάσαρ" μου απάντησε ο Ραλφ, κάποια χρόνια πριν, όταν του ζήτησα να μου προτείνει κάποιο βιβλίο. Δεν άφησα την πρόκληση της δήλωσής του να πέσει κάτω, του ζήτησα να μου κάνει μια λίστα, εκείνος το έκανε και εγώ έχασα το χαρτάκι. Προχτές του έστειλα μέηλ με αφορμή τον " Ένοικο ", είχαμε καιρό να μιλήσουμε, ντράπηκα να του πω για το χαρτάκι, τον ρώτησα αν έχει διαβάσει Θέρκας. Μου απάντησε σχεδόν αμέσως, επιβεβαίωσε την ιδέα μου, το όνομα του Ισπανού ήταν στη λίστα εκείνη. Σε μένα το βιβλίο έφτασε λόγω της Θ., εγώ αργώ χαρακτηριστικά με τις νέες κυκλοφορίες.

Νέα κυκλοφορία στη χώρα μας γιατί το βιβλίο έχει γραφτεί στην δεκαετία του ογδόντα. Δεν ήξερα ότι η ταινία "Οι στρατιώτες της Σαλαμίνας" έχει βασιστεί σε μυθιστόρημα του ίδιου, την ταινία την είδα πριν πάρα πολλά χρόνια, δεν θυμάμαι τίποτα δυστυχώς αλλά στο άκουσμα του τίτλου αναβλύζει μια ευχάριστη μυρωδιά.

Ο Μάριο Ρότα, Ιταλός μετανάστης στην Αμερική, διδάσκει φωνολογία στο πανεπιστήμιο, η καθημερινότητα του στηρίζεται στην αγία ρουτίνα. Μετά τις καλοκαιρινές διακόπες αποφασίζει να αλλάξει την αυστηρά προκαθορισμένη διαδρομή στο καθημερινό του πρωινό τρέξιμο, εκείνη την ημέρα θα πάθει διάστρεμμα και θα γνωρίσει το νέο του γείτονα και συνάδελφο Ντάνιελ Μπέρκοβιτς. Αυτή η Κυριακή θα αποτελέσει την απαρχή μια εβδομάδας των παθών για τον πρωταγωνιστή.

Ο Ένοικος δεν είναι ένα ακόμα campus novel, προφανώς και εντάσσεται στην κατηγορία λόγω της ύπαρξης του πανεπιστημίου στην πλοκή αλλά είναι κάτι πιο πέρα. Ένα αμερικανικό μυθιστόρημα γραμμένο από έναν μη Αμερικανό. Πέραν της "συνάντησης" του Κάφκα με τον Κορτάσαρ, η ανάγνωση μου έφερε στο νου πολλά αγαπημένα μυθιστορήματα, όχι σαν αναφορές αλλά σαν αίσθηση περισσότερο.

Ο τρόπος γραφής του Θέρκας μου δημιούργησε την εξής εικόνα : κάποιος που σκιτσάρει με λεπτομέρεια αλλά με αδρές γραμμές κυρίως για να διακοπεί αυτό από έντονες, καλά πατημένες μολυβιές, κάτι το οποίο δημιουργεί βάθος στο σχέδιο και μια παράξενη αίσθηση σπείρας τόσο στα μέρη όσο και στο σύνολο του έργου.

Είναι όμορφο το συναίσθημα να ανακαλύπτεις έναν ενδιαφέροντα συγγραφέα, το βιβλίο του με τίτλο "Η ταχύτητα του φωτός" έχει πάρει θέση στην μακρά λίστα με τα προσεχώς!

Μετάφραση Ιφιγένεια Ντούμη.
Εκδόσεις Πατάκης.



(Στην μνήμη του κύριου Γιάννη)

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Το παιδί και το ποδήλατο (2011)




Οι αδερφοί Νταρντέν, ίσως οι πιο αγαπημένοι δημιουργοί των κινηματογραφικών φεστιβάλ, που ειδικά στις Κάννες δεν παραμελούν να τους βραβεύουν σχεδόν σε κάθε τους παρουσία, ίσως επειδή είναι γαλλόφωνες οι ταινίες τους αν και οι ίδιοι Βέλγοι, επανέρχονται με τη νέα τους ταινία στην οποία κεντρικός ήρωας είναι πάλι ένας πιτσιρικάς, déjá vu.

Με γοητεύουν οι εμμονές των δημιουργών, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πως σε αυτές εγκυμονεί συχνά ο κίνδυνος της άνευρης επανάληψης. Το παιδί και το ποδήλατο έχει όλα τα στοιχεία που συναντάμε στις ταινίες των αδερφών Νταρντέν (καλοδουλεμένο σενάριο,σφιχτή και λιτή σκηνοθεσία, λειτουργική φωτογραφία, καλές ερμηνείες) λείπει όμως η ψυχή από το δημιούργημα. Δεν με ενόχλησε η επιμονή τους στην παιδική ηλικία τόσο όσο το προβλεπόμενο σενάριο, ειδικά στο δεύτερο μέρος, μετά το διάλειμμα. Το υποψιάστηκα από την αρχή, όταν από την πρώτη σκηνή οι δημιουργοί αποφασίζουν να πιάσουν από τον λαιμό τον θεατή, να του κόψουν την ανάσα. Είναι συναισθηματικός εκβιασμός όταν θέτεις, σε ένα προβλεπόμενο σενάριο, την αγωνία ενός παιδιού που ψάχνει τον πατέρα του απέναντι στον θεατή, είναι σα να του ζητάς να ταυτιστεί με το ζόρι με το καημένο το ορφανό.

Ας πούμε και δυο λόγια για την υπόθεση. Ο μικρός Σιρίλ ζει στην πρόνοια αφότου ο πατέρας του τον εγκατέλειψε. Κάποια στιγμή το σκάει από το ίδρυμα και επιστρέφει στην πολυκατοικία που έμενε ο πατέρας του, εκεί συναντά την Σαμάνθα η οποία θα ψάξει και θα βρει το χαμένο ποδήλατο του μικρού κάτι το οποίο θα αποτελέσει την αφορμή για να αναπτυχθεί ένας δεσμός μεταξύ τους.

Αν δεν έχετε δει κάποια ταινία των αδερφών Νταρντέν, σας παρακαλώ να μην επηρεαστείτε από μια κακή τους στιγμή και να δείτε κάτι από τα παλιά, ίσως την Υπόσχεση ή το Παιδί, είναι κρίμα γιατί έχουν στο ενεργητικό τους πολύ καλές ταινίες και ίσως γι'αυτό μου βγήκε τόσο φορτισμένη η ανάρτηση.

Και μπορεί η ταινία να μην μου άρεσε όμως στον κινηματογράφο Ιντεάλ μας περίμενε μια ευχάριστη έκπληξη, κάθε Δευτέρα τα δύο άτομα πληρώνουν είσοδο από 5 ευρώ, είναι μια κίνηση έξυπνη που μαζί με της προσεχτική επιλογή τίτλων φαντάζει ικανή να φέρει πίσω στις αίθουσες το κοινό, εύγε.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Λύσις ή περί φιλίας - Πλάτων

Κάποια στιγμή ο δρόμος με οδήγησε στο εξωτερικό, πάνε χρόνια από τότε, ήταν μια εμπειρία πολύτιμη από όλες τις απόψεις. Εκεί γνώρισα για πρώτη φορά τον Πλάτωνα με το Περί έρωτος, παρά λίγο να χάσω την αλλαγή του χρόνου, το κείμενο με μάγεψε και ευτυχώς έτυχε να γυρίσω την τελευταία σελίδα λίγο πριν φύγει ο γέρος χρόνος.
Στο σχολείο ποτέ δεν συμπάθησα το μάθημα των αρχαίων ελληνικών, ούτε το γνωστό ούτε το άγνωστο, υποψιάζομαι πως έπαιξε ρόλο ο τρόπος διδασκαλίας αρχικά και ο μπαμπούλας των εισαγωγικών στη συνέχεια, δεν είμαι απόλυτος, προφανώς έφταιγα και εγώ.
Ήταν όμως τέτοιο το σοκ όταν βρέθηκα με ανθρώπους που δεν έφεραν την ελληνική παιδεία και όμως με ρωτούσαν, κοιτώντας με στα μάτια, : "Δηλαδή εσύ μπορείς να διαβάσεις στο πρωτότυπο τα κείμενα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη; Τις αρχαίες τραγωδίες;" Στην αρχή νόμιζα πως είναι ο μύθος ο οποίος συντροφεύει εκείνη την εποχή, η επιμονή τους όμως μου κέντρισε την περιέργεια. Με το χριστουγεννιάτικο πακέτο από το σπίτι έφτασε στην ξενιτιά το Περί έρωτος, τότε άρχισα να καταλαβαίνω.

Πρόσφατα διάβασα το Paradiso του Κουβανού συγγραφέα Λίμα, έργο το οποίο έσφυζε από αναφορές σε κείμενα της αρχαίας γραμματείας, όχι μόνο της ελληνικής αλλά και της λατινικής, θυμήθηκα και νοστάλγησα την εμπειρία της ανάγνωσης ενός τέτοιου κειμένου.
Είναι πολύ όμορφη και χρήσιμη η παρουσία στα αριστερά της σελίδας του κειμένου στα αρχαία ελληνικά και στα δεξία η μεταφορά του στα νέα, σου δίνει την δυνατότητα ανά πάσα στιγμή να ανατρέξεις στο πρωτότυπο, να απολαύσεις την εντυπωσιακή απλότητα του κειμένου και να την συγκρίνεις με την μεταφορά του στη νέα ελληνική.

Δεν θα προβώ σε προσπάθεια ανάλυσης του έργου, δεν βρίσκω το νόημα, ο τίτλος είναι αρκετά επεξηγηματικός από μόνος του πιστεύω, το σημαντικό είναι κάποιος να άρει τις όποιες επιφυλάξεις του και να αφεθεί στην μαγεία.
Είναι άδικο πάντως αυτός ο πλούτος από την μία να χάνει την λάμψη του στις σχολικές αίθουσες και από την άλλη να καπελώνεται από πατριωτικές κορώνες. Δε νιώθω περηφάνια για την αρχαία ελληνική γραμματεία, νιώθω όμως δέος για το πόσο επίκαιρα είναι τα λόγια αυτά και τύχη γιατί μπορώ με κάποια σχετική και υποστηριζόμενη άνεση να ανατρέξω στον πρωτότυπο λόγο.

Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια : Φιλολογική ομάδα Κάκτου.
Εκδότης Οδυσσέας Χατζόπουλος

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Περί διαβάσματος ή ο χρόνος που έγινε χρήμα




Δεν ξέρω τι είναι αυτό που προκαλεί ενοχές σε κάποιους ανθρώπους σχετικά με το μη διάβασμα, ίσως βέβαια να είναι κάποιο άλλο συναίσθημα το οποίο εγώ το αποκωδικοποιώ ως ενοχή, ίσως να φταίει που, αντίθετα με ότι συμβαίνει σε άλλες γλώσσες, στα ελληνικά σπάνια κάποιος χρησιμοποιεί το ρήμα μελετάω, ρήμα το οποίο μπορώ να καταλάβω πως για ένα μεγάλο ποσοστό είναι συνδεδεμένο με το άγχος της εξέτασης, την σχολική και ακαδημαϊκή ζωή.

Παραδέχομαι πως ξεκίνησα πάλι να διαβάζω όταν αποσύνδεσα εντός μου την υποχρέωση της αποστήθισης από την απόλαυση της ανάγνωσης. Και μπορεί για μένα το διάβασμα να είναι υψίστης σημασίας αυτό όμως δεν σημαίνει ότι με θεωρώ ιδιαίτερο σε σχέση με κάποιον που δεν διαβάζει σε αντίστοιχους ρυθμούς. Προφανώς και νιώθω όμορφα να συζητώ σχετικά με βιβλία, προφανώς επίσης δυσκολεύομαι να συγχρονιστώ με άτομα τα οποία θεωρούν την ανάγνωση πάρεργο και χάσιμο χρόνου.

Παλιότερα λοιπόν η ερώτηση ήταν σχετική με τον χρόνο. Πού βρίσκεις τον χρόνο για διάβασμα; Η απάντηση μπορεί να ηχεί αρχικά κάπως αλαζονική αλλά είναι πραγματική, δεν βρίσκω χρόνο, δημιουργώ χρόνο θυσιάζοντας κάτι άλλο, είναι θέμα επιλογής και προτεραιοτήτων. Αδυνατώ να δεκτώ πως κάποιος που πραγματικά γουστάρει να διαβάσει δεν βρίσκει χρόνο μέσα στην ημέρα για να το κάνει, απλώς επιλέγει να κάνει κάτι άλλο, τόσο απλά.

Τα τελευταία δύο χρόνια ο χρόνος έγινε χρήμα. Πού βρίσκεις τα χρήματα για τόσα βιβλία; Ερώτημα που θα ταίριαζε περισσότερο σε γραφειοκράτη εφοριακό παρά σε σύγχρονο άνθρωπο. Προφανώς και δεν θα απολογηθώ που βρίσκω αυτά τα χρήματα αν και θα μπορούσα να κάνω μια λίστα με πράγματα τα οποία δεν κάνω γιατί επιλέγω κάποια χρήματα να τα δώσω στην αγορά βιβλίων, αλλά δεν βρίσκω το νόημα.

Το βιβλίο είναι ακριβό, μύθος. Το βιβλίο σε χρησιμότητα είναι φτηνότερο από πολλά άλλα πράγματα που εντάσσονται στην κατηγορία διασκέδαση. Θα μπορούσε να είναι φτηνότερο είναι η αλήθεια. Αυτό όμως ισχύει και για τα λοιπά της κατηγορίας διασκέδαση. Το βιβλίο μπορεί να είναι και δωρεάν και όχι απαραίτητα με παράνομες τακτικές. Θυμηθείτε την βιβλιοθήκη στο πατρικό σας σπίτι, επισκεφτείτε την, ψάξτε και σίγουρα θα βρείτε κάτι που θα σας κινήσει το ενδιαφέρον. Παρομοίως πράξτε με τις βιβλιοθήκες των φίλων σας, όπως επίσης και με τις δημοτικές δανειστικές βιβλιοθήκες. Δείτε το βιβλίο σας να ταξιδεύει μέσω του Book Crossing. Συγκρίνετε την τιμή ενός βιβλίου και ενός καφέ ή ενός ποτού.

Το διάβασμα είναι επιλογή, όχι υποχρέωση, είναι χαρά. Επιλογή είναι που θα επενδύσεις το λίγο χρόνο και τα ακόμα λιγότερα χρήματά σου, στο χέρι σου είναι. Το διάβασμα από μόνο του δεν σε κάνει καλύτερο άνθρωπο ή κουλτουριάρη ή σκεφτόμενο, ας απενοχοποιήσουμε επιτέλους το διάβασμα και ας θυμηθούμε πόσο μας άρεσαν οι ιστορίες που μας λέγανε σαν ήμασταν μικροί.

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2011

Το ηλεκτρικό πρόβατο - Φίλιπ Ντικ

Στο βιβλίο αυτό του Ντικ βασίστηκε η ταινία Blade Runner, την οποία είχα δει πριν από πάρα πολλά χρόνια, και αν και δεν θυμάμαι και πολλά εντούτοις δεν με είχε ενθουσιάσει, χωρίς αυτό να σημαίνει κάτι αφού το σινεμά επιστημονικής φαντασίας δεν είναι η αδυναμία μου, το αντίθετο μάλλον. Είχα γράψει και σε παλαιότερη ανάρτηση πως ενώ αν κάποιος με ρωτούσε αν μου αρέσει σαν είδος η λογοτεχνία του φανταστικού θα του απαντούσα πως όχι, παρόλα αυτά ότι είχα έως τώρα διαβάσει με είχε ενθουσιάσει, ακούγεται (και είναι) παράλογο, το ξέρω.

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν με ρούφηξε, δεν με υπέταξε. Νομίζω ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός πως η δράση άφηνε σε δεύτερο επίπεδο τις κοινωνικές, οικολογικές και πολιτικές προεκτάσεις της ιστορίας όπως την συνέλαβε ο συγγραφέας, και αυτό με ενόχλησε. Η αλήθεια είναι πως δεν βοήθησε και η υπερβολικά μικρή γραμματοσειρά που έκανε την ανάγνωση δύσκολη και κουραστική για τα μάτια μου. Έχω και κάποιες ενστάσεις για την μετάφραση αλλά θα πρέπει πρώτα να έρθω αντιμέτωπος με το πρωτότυπο.

Η Γη είναι στα όρια της εγκατάλειψης. Οι ικανοί και οι φιλόδοξοι του είδους έχουν μεταναστεύσει σε άλλους πλανήτες και στη Γη έχουν απομείνει μόνο οι βιολογικά εκφυλισμένοι και όσοι αρνούνται για μη-λογικούς λόγους να μεταναστεύσουν. Ο Ρικ Ντέκαρντ, ο ήρωας του μυθιστορήματος, είναι κυνηγός επικηρυγμένων ανδροειδών στο Σαν Φρανσίσκο. Ο Τζον Ισιντόρ, ο έτερος ήρωας, είναι βιολογικά εκφυλισμένος, κοκορόμυαλος.
Πάνω κάτω αυτή είναι η υπόθεση του βιβλίου.

Εντυπωσιακό το εύρημα του συγγραφέα το σχετικό με τα ζώα, που είναι στα όρια της εξαφάνισης λόγω της μόλυνσης και που η κατοχή τους δίνει στον ιδιοκτήτη κοινωνικό πρεστίζ, ενώ οι υπόλοιποι μπορούν να παρηγορηθούν με κάποιο ηλεκτρικό.

Κλείνοντας την ανάρτηση αυτή θα ήθελα να παραθέσω κάποια λόγια του ίδιου του συγγραφέα : "Φοβάμαι την εξουσία, αλλά συγχρόνως αισθάνομαι δυσαρέσκεια απέναντί της και απέναντι στο φόβο μου - έτσι επαναστατώ. Επαναστάτησα στο Μπέρκλεϋ και με έδιωξαν, μου είπαν να μην ξαναγυρίσω. Μια μέρα έφυγα από τη δουλειά μου στο δισκοπωλείο και δεν ξαναγύρισα. Αργότερα ήμουν αντίθετος στον πόλεμο του Βιετνάμ και μου έκαναν το σπίτι γυαλιά καρφιά. Ότι κάνω προέρχεται από την κακή μου συμπεριφορά... Όμως η επιστημονική φαντασία είναι μια επαναστατική μορφή τέχνης και χρειάζεται συγγραφείς και αναγνώστες και κακές συμπεριφορές. Χρειάζεται ερωτήσεις του είδους "γιατί;" ή "πώς" ή "ποιος το είπε;". Αυτό εξειδανικεύεται στα βιβλία μου σε θέματα του είδους "Είναι πραγματικό το σύμπαν;" ή "Είμαστε στα αλήθεια άνθρωποι ή είμαστε απλές μηχανές αντανακλαστικών;".



Εκδόσεις Παρά Πέντε.
Μετάφραση Δημήτρης Αρβανίτης.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Faust (2011)





Είναι από τις ταινίες για τις οποίες νιώθεις τυχερός που τις είδες στην αίθουσα, σινεμά των δημιουργών. Μαγεία είναι ο κινηματογράφος και ας το ξεχνάμε συχνά.

Ο Σοκούροφ εμπνέεται από τον Φάουστ του Γκαίτε και όταν ένας μεγάλος δημιουργός εμπνέεται πραγματικά από ένα μεγάλο έργο τότε το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι καθηλωτικό. Ατμόσφαιρα. Ούτε τις γνώσεις έχω αλλά ούτε και το ταλέντο στις λέξεις για να γράψω σχετικά με την φωτογραφία, κλείνω απλώς τα μάτια και φέρνω στην οθόνη του μυαλού μου κάποια καρέ, μου αρκεί αυτό.

Ήταν μία από τις ταινίες του φετινού χειμώνα στις οποίες πόνταρα, ανυπομονούσα και ας μην είμαι λάτρης των ταινιών εποχής, το σκεφτόμουν στο διάλειμμα και μου τράβηξε την προσοχή, ύστερα η μηχανή προβολής πήρε πάλι μπρος,το δεύτερο μέρος άρχισε και με ρούφηξε ξανά μακριά από κάθε άλλη σκέψη. Το συζήτησα μετά το τέλος με την Θ. καθώς περπατούσαμε φεύγοντας από το σινεμά, ποιό ήταν άραγε εκείνο το χαρακτηριστικό της ταινίας που εξουδετέρωσε την αίσθηση που μου άφηναν ως τότε οι ταινίες εποχής; Καταλήξαμε πως μάλλον ήταν η αίσθηση ότι είχε γυριστεί παλιά, θα μπορούσε να είναι ένα αριστούργημα του παρελθόντος σε αποκατεστημένη κόπια. Είχε αυτή τη σκόνη μιας άλλης εποχής.

Η μεταφορά δεν είναι πιστή και όμως κατά την γνώμη μου πρόκειται για μια από τις καλύτερες μεταφορές στη μεγάλη οθόνη. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως παρά την μεγάλη της διάρκεια δεν κάνει κοιλιά σε κανένα σημείο. Οι τελευταίες σεκάνς είναι μοναδικές.

Με το σινεμά του Σοκούροφ ήρθα σε επαφή πριν από αρκετά χρόνια με την ταινία "Μητέρα και γιος" κάποιο βράδυ στο κανάλι της βουλής, μακάρι κάποτε να έχω την δυνατότητα να το ξαναδώ στο σινεμά. Βέβαια έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό με την "Ρώσικη Κιβωτό" όχι λόγω της ίδιας της ταινίας αλλά λόγω της τεχνικής της ιδιαιτερότητας καθώς αποτελείται από ένα και μοναδικό μονοπλάνο, πέραν αυτού του ενδιαφέροντος στοιχείου και της δυσκολίας υλοποίησης δεν μπορώ να πω πως με είχε ενθουσιάσει. Μιλώντας για την συγκεκριμένη ταινία ο δημιουργός είχε πει πως έκανε πράξη το όνειρο του κάθε σκηνοθέτη που είναι να κάνει μια ταινία χωρίς την μεσολάβηση του μοντέρ.

Ο Σοκούροφ έχει και διάφορα προβλήματα με τις πολιτικές και πολιτιστικές αρχές της χώρας του, δεν είναι λίγοι αυτοί που ισχυρίστηκαν (μάλλον γιατί δεν είδαν την ταινία) πως για αυτό τον λόγο του δόθηκε το Χρυσό Λιοντάρι στο φετινό φεστιβάλ Βενετίας.

Θα ήθελα μέσα στις γιορτές να δω ξανά την Έβδομη Σφραγίδα του Μπέργκμαν και τον Καθρέφτη του Ταρκόφσκι.

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2011

Αχιλλέας Κυριακίδης, γνωστός ως μεταφραστής εδώ ως συγγραφέας και σκηνοθέτης

Όσοι ασχολούνται με την ανάγνωση ξενόγλωσσης λογοτεχνίας αποκλείεται να μην γνωρίζουν τον Αχιλλέα Κυριακίδη, η υπογραφή του οποίου στην εκάστοτε μετάφραση αποτελεί κάτι παραπάνω από μια απλή εγγύηση. Σήμερα θα μιλήσω όχι για τον μεταφραστή Κυριακίδη αλλά για τον συγγραφέα και σκηνοθέτη.

Ποτέ δεν χρησιμοποίησα τηλεφωνητή, ακόμα και όταν στο πατρικό μου εμφανίστηκε ένα ασύρματο τηλέφωνο που τον είχε ενσωματωμένο, είχα από καιρό πάψει να κατοικώ εκεί, κανείς δεν με αναζητούσε και ας χτυπούσε συχνά το σταθερό. Ούτε τον ψηφιακό της κινητής τηλεφωνίας ενεργοποίησα ποτέ, αν και τον απενεργοποίησα μια φορά.

Τόσο στη νουβέλα "Κωμωδία" όσο και στη μικρού μήκους ταινία " Μετά τον χαρακτηριστικό ήχο" υπάρχει ένας τηλεφωνητής πρωταγωνιστής, "υπεύθυνος" για τις αλλαγές στην καθημερινότητα των δύο πρωταγωνιστών, οι οποίοι "συγγενεύουν" και αναλώνονται σε ζωές μοναχικές, πηγαινοερχόμενοι στην εργασία σε μια ρουτίνα από την οποία το φωτάκι του τηλεφωνητή που αναβοσβήνει τους αποσπά.

Η νουβέλα και η ταινία είναι η μοναδική και πρώτη μου επαφή με τον απόλυτα προσωπικό δημιουργικό κόσμο του Αχιλλέα Κυριακίδη οπότε, παρόλο που η νουβέλα με την ταινία έχουν πολλά κοινά στοιχεία, δεν μπορώ να προβώ σε μια γενίκευση.

Η μικρή φόρμα ήταν αναμενόμενη από έναν δημιουργό τον οποίο έχω ταυτίσει (έστω και αυθαίρετα) στο μυαλό μου με τον δάσκαλο Μπόρχες.

Και τα δύο έργα αν και μικρά σε έκταση είναι συμπυκνωμένα, ο δημιουργός με έπεισε ότι επέλεξε την μικρή φόρμα από επιλογή, δεν θα του ήταν φαντάζομαι δύσκολο να αραιώσει τις λέξεις στον βωμό της έκτασης. Επίσης ο τρόπος γραφής του με έκανε να κατανοήσω καλύτερα την ικανότητά του στην μετάφραση.

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από το οπισθόφυλλο της νουβέλας το οποίο στα μάτια μου φαντάζει ιδανικό ως περιγραφή, η οποία κατατοπίζει χωρίς να αποκαλύπτει τίποτα πριν την απνευστί ανάγνωση: "Μια μυστική και μυστηριώδης αίρεση ευαγγελίζεται το θαύμα της πολλαπλής ζωής. Αυτή η ακατανόμαστη αίρεση θα μπορούσε να είναι η λογοτεχνία, αλλά πως να το εξηγήσεις αυτό σ'έναν περιδεή μικροαστό όπως ο ήρωας της νουβέλας, ο Δ.Χ., που τρομοκρατείται από ένα σχετικό μήνυμα στον τηλεφωνητή του;"


Και επειδή, αντίθετα με την συγγραφή, η κινηματογράφιση είναι έκφραση ομαδική, νιώθω την υποχρέωση να αναφερθώ στον Δημοσθένη Παπαδόπουλο για την εξαιρετική του ερμηνεία. Η παρουσία του στη μικρού μήκους αυτή ήρθε να μου θυμίσει την περσινή εκπληκτική παράσταση Λήθη (εδώ η σχετική ανάρτηση) και να τον απομακρύνει περισσότερο από την πρότερη τηλεοπτική του παρουσία.

Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις.
Τη μικρού μήκους μπορείτε να την δείτε εδώ.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Fahrenheit 451 - Ray Bradbury

Φοβόμουν να διαβάσω αυτό το βιβλίο, ανατρίχιαζα στην ιδέα του θέματος, της θερμοκρασίας καύσης των βιβλίων, το ανέβαλα συνεχώς για μια επόμενη φορά.



" Σκόρπαγε φλόγες κι ένιωθε απέραντη ηδονή. Απέραντη ηδονή να βλέπει τα αντικείμενα να κατατρώγονται, να μαυρίζουν, να παραμορφώνονται. Στις χούφτες του κρατούσε το μπρούτζινο ακροφύσιο, που έφτυνε την κηροζίνη όπως ένας πύθωνας το θανατερό του δηλητήριο, το αίμα σφυροκοπούσε στο κεφάλι του και τα χέρια του είχαν μεταμορφωθεί στα χέρια ενός θαυμαστού μαέστρου, που διηύθυνε χιλιάδες πύρινες συμφωνίες, ικανές να ισοπεδώσουν όλα τα μνημεία της ιστορίας. Φορώντας στο κεφάλι του το κράνος με το συμβολικό νούμερο "451" και με τα μάτια του γεμάτα από πορτοκαλιές ανταύγιες να περιμένουν με αγωνία τη συνέχεια, έστρεψε το μεταλλικό αναπτήρα του προς το σπίτι και το φούντωσε με αδηφάγες φλόγες. Ο βραδινός ουρανός βάφτηκε πύρινος. Όλα όσα συνέβαιναν τον άφηναν σε τέτοιο βαθμό ασυγκίνητο, που θα μπορούσε να κάθεται και να ψήνει κάστανα σε αυτή την πυρά, ενώ τα βιβλία στροβιλίζονταν μέσα στους καπνούς, φτερουγίζοντας τις σελίδες τους σαν ετοιμοθάνατα περιστέρια, στο έδαφος του κήπου."



Οι πυροσβέστες του χτες είναι οι πυροδότες του σήμερα, ανάμεσα σε αυτούς και ο Γκάι Μόνταγκ, οι οποίοι έχουν ταχθεί να προφυλάσσουν την κοινωνία καίγοντας τα βιβλία. Μόνο μέσα από την αποχαύνωση μπορεί να επιτευχθεί η ισότητα των ανθρώπων, η μνήμη και η γνώση αποτελούν έγκλημα. Ο Μόνταγκ και η γυναίκα του ζουν σε ένα διαμέρισμα που οι τρεις από τους τέσσερις τοίχους του σαλονιού καλύπτονται από οθόνες, όνειρο εκείνης είναι μια τέταρτη οθόνη. Κανείς από τους δύο δεν θυμάται που και πως γνωρίστηκαν.


Πριν χρόνια είχα μια συνάδελφο η οποία πίστευε ακράδαντα πως το διάβασμα τρελαίνει τον άνθρωπο και πως η φιλοσοφία είναι κάτι το ανούσιο. Δεν είχα επιχειρηματολογήσει τότε, απλώς διατύπωσα την αντίθετη άποψή μου, δεν ξέρω αν έπραξα σωστά. Και όμως μπροστά στην απαξίωση του διαβάσματος η φωτιά φαντάζει ακίνδυνη, και δυστυχώς βιώνουμε μια τέτοια εποχή. Η συνάδελφός μου προφανώς και ήταν ακραία αλλά φοβάμαι πως είχε το θάρρος (θράσος) να διατυπώσει κάτι το οποίο ίσως αρκετοί άνθρωποι πιστεύουν αλλά δεν θεωρούν πρέπον να ισχυριστούν.


Το Φαρενάιτ 451 μαζί με το "1984" του Όργουελ και το "Θαυμαστό νέο κόσμο" του Χάξλευ αποτελούν μια άτυπη τριλογία που αναφέρεται στον ολοκληρωτισμό ενός μέλλοντος ελεγχόμενου στο όνομα του κοινού καλού.
Ο Μπράντμπερυ γράφει το βιβλίο σε μια εποχή βαθιά εμποτισμένη στον Μακαρθισμό, η αναζήτηση εκδότη ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολη, κανείς δεν τολμούσε να εκδώσει ένα βιβλίο με θέμα την λογοκρισία, όμως ένας νέος εκδότης από το Σικάγο το αγοράζει για 450 δολάρια και το εκδίδει σε συνέχειες στο 2ο, 3ο, και 4ο τεύχος του νέου του περιοδικού. Το όνομα του εκδότη Χιού Χέφνερ, το όνομα του περιοδικού Playboy!

Το 1966 ο Τριφό σκηνοθέτησε την μεταφορά του Φαρενάιτ 451 στην μεγάλη οθόνη.



" - Τι ήταν αυτό που σε άλλαξε; Τι σε έκανε να βγεις από τις συνήθειές σου;
-Δεν ξέρω. Έχουμε όλα όσα χρειάζονται για να' μαστε ευτυχισμένοι, αλλά δεν είμαστε. Κάτι λείπει. Προσπάθησα να βρω τι λείπει και κατέληξα στο συμπέρασμα ότι η μόνη έλλειψή μας είναι τα βιβλία. Τα βιβλία που καίω εδώ και δέκα-δώδεκα χρόνια. Πιστεύω ότι μέσα σε αυτά θα βρούμε κάποια λύση."



Μετάφραση Μαρία Χρυσοχού.
Εκδόσεις Παραπέντε.



Υ.γ. Οι 451 βαθμοί φαρενάιτ αντιστοιχούν σε 233 βαθμούς κελσίου.

Πέμπτη, 1 Δεκεμβρίου 2011

Paradiso - Χοσέ Λεσάμα Λίμα

" Ρυθμός ησυχαστικός. Μπορούμε να αρχίσουμε"

Αναγνωστική εμπειρία.
Κάτι παραπάνω από δύο βδομάδες στον ελάχιστο χώρο ανάμεσα στις σχεδόν εφτακόσιες πυκνογραμμένες σελίδες.
Ποτέ έως τώρα δεν είχα έρθει σε επαφή με ένα έργο ανάλογο, δεν μιλώ για αριστουργήματα εδώ, μιλώ για την εμπειρία.
Δε νομίζω πως το Paradiso θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς μυθιστόρημα. Είναι σίγουρα και μυθιστόρημα, αλλά και πολλά άλλα. Είναι μυθιστόρημα γιατί ακολουθεί την ζωή του Σεμί από την γέννησή του έως την εφηβεία του.
Μέχρι την συγγραφή του ο Λίμα έγραφε ποίηση, ποιητικό μυθιστόρημα; Ούτε εκεί νομίζω πως χωρά. Η ποίηση είναι μια συνιστώσα του έργου.
Ο χαρακτηρισμός του ως δοκιμιακό μυθιστορημένο ποίημα δεν με καλύπτει.
Είναι τέτοιο το πλήθος των γνωστικών κατηγοριών τις οποίεςχρησιμοποιεί ο συγγραφέας που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό του ως Ολικό Μυθιστόρημα ( Novela total). Μυθολογία, ιστορία, θρησκειολογία, φιλοσοφία, τέχνες, λογοτεχνία, ψυχολογία και επιστήμες είναι οι κύριες γνωστικές κατηγορίες.

Είναι έργο που απαιτεί από τον αναγνώστη, δεν του δίνεται χωρίς κόπο, δεν φτάνει μία ανάγνωση, είναι από τα βιβλία εκείνα που ακαριαία μετά την ανάγνωση μπαίνουν στην λίστα με τα προσεχώς, όταν όμως θα έχουν περάσει κάποια χρόνια, όταν και θα λειτουργήσουν ως δείκτες της προσωπικής εξέλιξης του αναγνώστη.


"Όλη η κούραση της νύχτας μεταφέρθηκε στον απογευματινό ύπνο: τότε που ο ύπνος που στερήθηκε τη νύχτα έρχεται να πάρει τη θέση του ύπνου της ημέρας, τότε είναι που βοηθάει τη φαντασία να αναπαυθεί,ή , μάλλον, ισοπεδώνει τις αισθήσεις με το βάρος του σκοταδιού του στην ορθογώνια αγκαλιά του κρεβατιού."



Αξίζει μνεία ξεχωριστή στον μεταφραστή και στον εκδότη.
Στον μεταφραστή, Μανώλη Παπαδολαμπάκη, για τον μεταφραστικό άθλο. Το ξεχωριστό στυλ, οι μεγάλες προτάσεις, οι συγγραφικές νοηματικές υπερβάσεις ακόμα και στην ίδια παράγραφο, το πλήθος των λέξεων που επινόησε ο δημιουργός αλλά και των εξειδικευμένων όρων. Κάποιες από τις δυσκολίες (την κόλαση του παραδείσου) τις αναλύει ο ίδιος τόσο στο εισαγωγικό σημείωμα όσο και στο επίμετρο.
Η ισπανική έκδοση έχει εκατό σελίδες εισαγωγικό επίμετρο, ο Παπαδολαμπάκης αποφάσισε (ορθά κατά την γνώμη μου) να μην περιληφθεί στην ελληνική έκδοση.
Οι Εκδόσεις Ίνδικτος με την ιδιαίτερη αισθητική τους , από το πολυτονικό μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια της εκάστοτε έκδοσης, με την παρούσα έκδοση πήραν ένα τεράστιο ρίσκο. Είναι συχνά εύκολο (και αρκετές φορές δικαιολογημένο) να κατηγορούμε τους εκδότες για τα πάντα, δεν πρέπει όμως να τους ξεχνάμε σε περιπτώσεις όπως αυτή.

Ο Χ.Λ. Λίμα γεννήθηκε στην Αβάνα της Κούβας το 1910. Ο πατέρας του ήταν γιος ενός Βάσκου και μιας Κουβανής ενώ η μητέρα του κόρη Κουβανών με παππού Ανδαλουσιανό.
Μεταξύ του 1944 και του 1957 εκδίδει διάφορα βραχύβια λογοτεχνικά περιοδικά, με μακροβιότερο και διασημότερο το Origenes. Το 1966 εκδίδεται το πρώτο του μυθιστόρημα, ο Παράδεισος, και το 1976 το δεύτερο, Ο Οπιάνο Λικάριο, ανολοκλήρωτο, λόγω του θανάτου του το 1976 από πνευμονία.

Μετάφραση Μανώλης Παπαδολαμπάκης.
Εκδόσεις Ίνδικτος.

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

Να μοιραστώ μαζί σας

κάποια πράγματα άξια αναφοράς επιθυμώ με ετούτη την ανάρτηση.

  • Στα πλαίσια της κατάληψης στο Θέατρο Εμπρός, παρακολούθησα την Τετάρτη 16 Νοεμβρίου την performance που ετοίμασε η ομάδα "Θέατρο του Πανικού" ειδικά για το φεστιβάλ με τίτλο "0 - 100". Ελπίζω η παράσταση να επαναληφθεί κάποια στιγμή στο μέλλον. Πληροφορίες σχετικά με την κατάληψη από την Κίνηση Μαβίλη μέσα από το ιστολόγιο τους μπορείτε να βρείτε εδώ. Και εδώ το site και το blog της όμαδας "Θέατρο του Πανικού". Το θέατρο Εμπρός είναι πανέμορφο πραγματικά αλλά αυτό δεν εμπόδισε το υπουργείο πολιτισμού να το αφήσει εδώ και χρόνια στην μοίρα του...
  • Την Κυριακή 27 Νοέμβρη στο θέατρο Συνεργείο είδα την παράσταση Station Athens, η οποία ήταν το αποτέλεσμα του θεατρικού εργαστηρίου για νέους πρόσφυγες και μετανάστες κατά την περσινή χρονιά της μη κυβερνητικής οργάνωσης Αμάκα. Η παράσταση αυτή αποτελεί την εξιστόρηση από την μεριά των συμμετεχόντων του ταξιδιού τους έως την Αθήνα και της ζωής τους εδώ. Ήταν και η τελευταία από τις τρεις παραστάσεις που δόθηκαν (αν και η χτεσινή λόγω του υπεράριθμου πλήθους μετατράπηκε σε διπλή!!!). Πολύ αυθεντικό και όμορφο το αποτέλεσμα.
  • Στο Τώρα Κ44 την Κυριακή 20 Νοεμβρίου είδα live τους Empty Frame, ήταν η δεύτερη φορά που τους είδα επί σκηνής και ο δίσκος τους They think we are Eskimos επέστρεψε στο player! Την Παρασκεύη 2 Δεκεμβρίου θα ανοίξουν την συναυλία του Silvert Hoyem (frontman των Madrugada) στο Gagarin 205. Εδώ το site του συγκροτήματος και εδώ μια παλιότερη δική μου ανάρτηση με αφορμή την παρουσίαση του δίσκου τους στο Αν πριν κάποιους μήνες.
  • Κάθε Τρίτη 6 με 7 το απόγευμα στο διαδικτυακό ραδιόφωνο Beton7artradio η Στεφανία Μαρμαγγέλου κερνάει Λικέρ Μαστίχα και παρουσιάζει νέους δημιουργούς.
  • Το on-line περιοδικό The Zone (το οποίο θα βρείτε εδώ) αφιερωμένο στον Αμερικανό συγγραφέα Thomas Pynchon. Κυκλοφορεί ήδη το πρώτο τεύχος και ετοιμάζεται το δεύτερο. Μεράκι και λατρεία για έναν μεγάλο συγγραφέα! Ο μεταφραστής Γιώργος Κυριαζής διατηρεί επίσης έναν διαδικτυακό τόπο αφιερωμένο στον Pynchon ( το link εδώ).
  • Από κλικ σε κλικ ανακάλυψα δύο ακόμα ελληνικά συγκροτήματα που αξίζουν της ακοής σας! Πρόκειται για τους Burgundy Grapes και τους Interstellar Overdrive. Δε νομίζω πως χρειάζονται τα λόγια, θα σας δώσω από ένα λινκ στο youtube και κρίνετε. Εδώ λοιπόν κάτι από Burgundy Grapes και εδώ κάτι απο Interstellar Overdrive. Καλή ακρόαση!
  • Όλο και κάτι θα ξεχνάω ακόμα αλλά δεν πειράζει, την επόμενη φορά!

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Λίγο πριν το τέλος του έτους

Ξύπνησα με την αίσθηση ότι το 2011 τελειώνει, ίσως να φταίει ο καιρός, πολλά στολίδια ακόμα δεν έχουν τοποθετηθεί, ίσως κάποιο όνειρο που είδα και δεν θυμάμαι, ίσως το Paradiso που διαβάζω αυτές τις μέρες. Είναι αυτή η διάθεση για ανασκόπηση, φέρει κάποια μελαγχολία αυτή η περίοδος, κάτι από τα καβαφικά κεριά, κάτι από το αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ, που ακόμα περιμένω τον έκτο και έβδομο τόμο από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας.
Όμορφες και άσχημες στιγμές στέκουν δίπλα από τις "χαμένες" ευκαιρίες, από όλα αυτά τα εάν που στοιχειώνουν και ρίχνουν σκια βαριά στο μέλλον.
"Γνωρίζουμε μόνο ότι θυμόμαστε" και εγώ που έχω θέμα με την μνήμη μου νιώθω όλο και πιο αδαής καθώς περνούν τα χρόνια αν και συνεχίζω να πιστεύω πως η αίσθηση που σου αφήνουν οι εμπειρίες είναι πιο σημαντική από την ίδια την μνήμη, όσα δεν φτάνει η αλεπού.

Το ιστολόγιο αυτό λειτουργεί και ως ένα προσωπικό ημερολόγιο. Κοιτάζοντας τις αναρτήσεις από την αρχή του χρόνου το συνειδητοποίησα, τώρα γράφοντας ετούτες τις γραμμές έχω απέναντί μου την βιβλιοθήκη που ασφυκτιά κάτω από το βάρος των σελίδων. Είδα, διάβασα και άκουσα πολλά όμορφα πράγματα φέτος, ίσως θα μπορούσα ακόμα περισσότερα αλλά αυτό δεν με αγγίζει, το γράφω για να δεσμευτώ στο πιστεύω μου αυτό πριν νιώσω πάλι αδύναμος.

Καμιά φορά αναρωτιέμαι αν σε αυτές τις δύσκολες περιόδους, που λίγο πολύ όλοι μας διανύουμε, έχει λόγω ύπαρξης αυτό το ιστολόγιο, το συζητώ και με ανθρώπους που σέβομαι την γνώμη τους, στις δύσκολες ώρες αμφισβητώ την αντικειμενικότητά τους αλλά βαθιά μέσα μου το ξέρω πως έχουν δίκιο.

Πρέπει να είσαι πάντα μεθυσμένος.

Εκεί είναι η όλη ιστορία. Είναι το μοναδικό πρόβλημα.
Για να μη νιώθετε το φρικτό φορτίο του χρόνου που σπάζει τους ώμους σας και σας δένει στη γή, πρέπει να μεθάτε αδιάκοπα.

Αλλά με τί;
Με κρασί , με ποίηση , με αρετή, όπως σας αρέσει. Απλά μεθύστε.
Και άν μερικές φορές στα
σκαλιά ενός παλατιού, στο πράσινο χορτάρι ενός χαντακιού, μέσα στην σκυθρωπή μοναξιά της κάμαρας σας, ξυπνάτε με το μεθύσι κιόλας ελλατωμένο ή χαμένο,
ρωτήστε τον αέρα, το κύμα , το άστρο, το πουλί, το ρολόι το κάθε τί που φεύγει, το κάθε τί που βογγά, το κάθε τί που κυλά, το κάθε τί που τραγουδά,

ρωτήστε τί ώρα είναι

Και ο αέρας , το κύμα , το άστρο, το πουλί το ρολόι θα σας απαντήσουν

Είναι ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είστε οι βασανισμένοι σκλάβοι του χρόνου,
μεθύστε, μεθύστε χωρίς διακοπή!

Με κρασί , με ποίηση ή με αρετή,

όπως σας αρέσει.

(Μπωντλαίρ)


Στο τέλος η ομορφιά θα επικρατήσει, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Στο café της χαμένης νιότης - Πατρίκ Μοντιανό

" Από τις δύο εισόδους του café, εκείνη χρησιμοποιούσε πάντα την πιο στενή, αυτήν που λέγαμε πόρτα του ίσκιου. Διάλεγε το ίδιο τραπέζι, στο βάθος της μικρής αίθουσας. Τον πρώτο καιρό δεν μιλούσε σε κανέναν, αργότερα γνωρίστηκε με τους θαμώνες του Condé που οι περισσότεροι ήταν στην ηλικία μας, κάπου ανάμεσα στα δεκαεννιά και στα είκοσι πέντε. Κάπου κάπου καθόταν στο τραπέζι τους, πιο συχνά, όμως, έμενε πιστή στη θέση της, στο βάθος."


Παρίσι δεκαετία του '60. Ο ποταμός αποτελεί ένα σύνορο, τύποι μποέμ, φοιτητές και νεολαίοι, θαμώνες των Café, εικόνα θολή από τον καπνό των τσιγάρων, αλκοόλ και συζητήσεις επί παντός επιστητού, πάθος και παραίτηση. Η φωτογραφία θα ήταν σίγουρα ασπρόμαυρη αν επρόκειτο για φιλμ, ασπρό και μαύρο όπως οι αναμνήσεις. Στα 62 του χρόνια ο Μοντιανό γράφει ένα βιβλίο για την χαμένη νιότη, με επίκεντρο ένα από τα δεκάδες café, σήμα κατατεθέν της γαλλικής πρωτεύουσας και πρωταγωνίστρια την Λουκί. Ποια είναι όμως η Λουκί; Σε αυτό το σπονδυλωτό μυθιστόρημα ο συγγραφέας καλεί ανθρώπους που την γνώρισαν για λίγο ή περισσότερο να μιλήσουν για εκείνη, για την οποία το μόνο που γνωρίζουμε είναι το ψευδώνυμο που της δόθηκε από κάποιον θαμώνα του Condé, κάποια βραδιά.

Η κινούμενη εικόνα διαδέχεται τα καρέ από φωτογραφίες, το voice over κυριαρχεί του άμεσου διαλόγου και υποβάλλει. Το εύρημα του συγγραφέα είναι έξυπνο και έως ένα βαθμό λειτουργεί. Αυτή η διαρκής περικύκλωση της Λουκί, τα νήματα που χαλαρώνουν, απομακρύνονται για να σφίξουν ξανά πλησιάζοντας, δημιουργούν μια ένταση, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι "πληροφοριοδότες" είναι αρκετά ενδιαφέρων, το Παρίσι στέκει όλο και πιο φλου στο βάθος της φωτογραφίας όσο ο φακός εστιάζει στην Λουκί, όλα δείχνουν φλου καθώς ο φακός εστιάζει στην Λουκί.

Οι μέρες από το πέρας της ανάγνωσης περνούν, οι λεπτομέρειες εντός μου ξεθωριάζουν αλλά η Λουκί στέκει, όπως η κοπέλα στην φωτογραφία του εξώφυλλου, σε ένα τραπέζι στο Condé καπνίζοντας και κοιτάζοντας ευθεία μπροστά...


Ο Πατρίκ Μοντιανό γεννήθηκε το 1945 στο Boulogne-Billancourt. Ασχολείται επαγγελματικά με το γράψιμο από το 1967. Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία για το έργο του. Έχει γράψει τα σενάρια για τις ταινίες του Λουί Μαλ Lacombe Lucien και του Ζ.-Π. Ραπενώ Γοητευτικοί ταξιδιώτες.


Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.
Εκδόσεις Πόλις.


Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Σώμα με σώμα - Ηλίας Μαγκλίνης

Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που διάβασα την Ανάκριση του Ηλία Μαγκλίνη. Συνέπεσε με την περίοδο που ένιωθα να βρίσκω τα πατήματά μου σε αυτό το ιστολόγιο, τον τρόπο να μιλήσω για όσα είδα,διάβασα και άκουσα. Νόμιζα τότε ότι το ιστολόγιο αυτό το ακολουθούσαν μόνο μερικοί γνωστοί μου στους οποίους δειλά είχα μιλήσει γι'αυτό το εγχείρημα. Εκείνη η ανάρτηση ήταν η πρώτη που προκάλεσε μια κάποια "αντίδραση", ένα feedback. Δέχτηκα αρκετά μέιλ σχετικά με το βιβλίο, είτε από κάποιους που εξέφραζαν την επιθυμία να το διαβάσουν, είτε από άλλους που λόγω της ανάρτησης εκείνης το διάβασαν, είτε τέλος από εκείνους που εξέφραζαν την αλληλεγγύη τους. Το μόνο που με είχε κάπως πειράξει ήταν που προτίμησαν την αυστηρά προσωπική επαφή μαζί μου μέσω μέιλ και όχι να αφήσουν κάποιο σχόλιο, είχα σκεφτεί και σχεδόν αποφασίσει τότε να αποσύρω την διεύθυνση του ηλεκτρονικού μου ταχυδρομείου, τελικώς δεν το έπραξα. Όπως και να έχει το σημαντικό είναι ότι "μιλήσαμε" για ένα πολύ όμορφο βιβλίο.

Το Σώμα με σώμα είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ηλία Μαγκλίνη.



"Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα, από τις τρεις αδελφές η Γεωργία ήταν εκείνη που, τους πρώτους δύσκολους μήνες ανέλαβε τη φροντίδα της μητέρας."


Μια οικογενειακή ιστορία μέσα στη ίδια την Ιστορία και δυστυχώς είναι οι πόλεμοι που τοποθετούν τις σημαδούρες, τις οποίες χρησιμοποιεί κάποιος για να αναφερθεί σε κάποια περίοδο περασμένη. Στην οικογένεια για την οποία μας μιλά ο συγγραφέας υπάρχει έντονη παρουσία ανδρών που υπηρέτησαν την πατρίδα, είτε επαγγελματικά είτε όχι. Είναι οι διηγήσεις τους, άλλοτε μαύρες και άλλοτε λαμπερές, που ηρωποιούν και συχνά ωραιοποιούν διάφορες καταστάσεις, κάτι παραπάνω από τις γνωστές ιστορίες από τον στρατό που οι περισσότεροι άνδρες συνηθίζουν να εξιστορούν συχνά πυκνά.
Καθώς οι σελίδες μας φέρνουν όλο και πιο κοντά στο σήμερα όλες εκείνες οι πομπώδεις περιγραφές φαντάζουν μακρινές, φαντάσματα του παρελθόντος, στιγμές μιας άλλης εποχής όταν το επάγγελμα του στρατιωτικού είχε άλλη αίγλη, όταν η στολή ήταν ικανή από μόνη της για την κοινωνική αναγνώριση, όπως συνέβαινε άλλωστε και με άλλα επαγγέλματα κατά το παρελθόν. Σήμερα ο εγγονός, πιλότος της πολεμικής αεροπορίας, αντιλαμβάνεται τον εαυτό του λιγότερο ως προνομιούχο και εν δυνάμει ήρωα και περισσότερο ως δημόσιο υπάλληλο απομονωμένο σε κάποιο νησί, με τις αναχαιτίσεις να αποτελούν μια καθημερινή αγγαρεία.

Οι μάχες δεν δίνονται μόνο σώμα με σώμα αλλά και ψυχή με ψυχή.

Η αίσθηση που μου άφησε το βιβλίο είναι πως ο Μαγκλίνης χρησιμοποιεί τις μαρτυρίες για να δώσει ένα πλαίσιο το οποίο του οριοθετεί τον χώρο για να διηγηθεί μια οικογενειακή ιστορία (με έντονη και κυρίαρχη την γυναικεία παρουσία), κάτι που άλλωστε συναντάμε και στην Ανάκριση με την σχέση πατέρα-κόρης, στοιχείο που δίνει ένα προσωπικό στίγμα στο έργο του συγγραφέα, στοιχείο σημαντικό που λείπει από πολλούς, τόσο Έλληνες όσο και ξένους, συγγραφείς. Το Σώμα με σώμα αφήνει την αίσθηση πως έχει αρκετά βιογραφικά στοιχεία, είναι μια ιστορία η οποία δείχνει να τον απασχολεί προσωπικά, να τον εμπλέκει, δίνοντας έτσι μια άλλη διάσταση πιο υποκειμενική σε σχέση με την Ανάκριση.

Τα φαντάσματα του παρελθόντος ρίχνουν βαριά σκιά στο παρόν.

Εκδόσεις Πόλις.

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Ίσως μια ιστορία αγάπης - Μάρτεν Παζ

Ο Βιρζίλ γυρίζοντας από την δουλειά βλέπει μέσα στο σκοτάδι το φωτάκι του τηλεφωνητή να αναβοσβήνει, πατάει το κουμπί και ακούει την Κλάρα να του ανακοινώνει πως χωρίζουν. Ως εδώ η υπόθεση φαντάζει τετριμμένη. Όμως ο Βιρζίλ δεν γνωρίζει την Κλάρα, ή μάλλον θυμάται να έχουν μιλήσει σε ένα πάρτυ αλλά πέραν τούτου ουδέν!

Πώς αντιδρά κάποιος σε έναν φανταστικό χωρισμό;

Τον Μάρτεν Παζ τον αγάπησα μέσα από το πρώτο του βιβλίο, "Πως κατάφερα να γίνω βλάκας"(εκδόσεις Αστάρτη). Πρόκειται για ένα από τα πιο έξυπνα μυθιστορήματα που έχω διαβάσει, ένα άξιο ευπώλητο, το οποίο μου κάνει εντύπωση που δεν έχει μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη ακόμα.
Μπορεί εκείνο το πρώτο βιβλίο να αποτελεί το πικ της συγγραφικής του πορείας, αλλά έχει κάτι το εντόνως προσωπικό στον τρόπο που γράφει, που στήνει την πλοκή, που μιλά για πράγματα καθημερινά. Αυτά αλλά και η ικανότητά του στους χαρακτήρες είναι που συνεχίζουν να με έλκουν, χωρίς να με κουράζουν ή να με απογοητεύουν.

Ευφυία και σαρκασμός, ίσως μια ιστορία αγάπης με τον συγγραφέα να γελά πονηρά, σαν παιδί που κάνει σκανδαλιά, καταρρίπτοντας στερεότυπα σχετικά με τις σχέσεις και την επαγγελματική ανέλιξη κυρίως αλλά και με ότι άλλο βρεθεί στο διάβα του, καταφέρνοντας να προκαλέσει γέλιο και συγκίνηση ταυτόχρονα, σε ένα αποτέλεσμα πολύ γαλλικό και τούτο όχι γιατί η δράση λαμβάνει χώρα στο Παρίσι.

Μετάφραση Μαριάννα Κουτάλου.
Εκδόσεις Πατάκη.

υγ1 Πρόσφατα συζητούσα με μια φίλη μου για τον Γάλλο σκηνοθέτη Patrice Leconte, το βιβλίο αποτέλεσε κατά κάποιον τρόπο το επόμενο βήμα στην επιθυμία μου να δω ξανά κάποια ταινία του.

υγ2 Γράφοντας την ανάρτηση αυτή άκουγα τον δίσκο Fuerteventura της Ισπανίδας Russian Red (aka Lourdes Hernández). Ένα δείγμα μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2011

Το δάσος των παιδιών - Χρήστος Αγγελάκος

Αργά το απόγευμα, καθημερινή, λίγο πριν από το κλείσιμο, στέκομαι σε κεντρικό βιβλιοπωλείο και χαζεύω τον πάγκο με τις νέες εκδόσεις. Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο του Αγγελάκου, κοιτάζω από κοντά το εξώφυλλο. Δίπλα μου στέκεται μια κοπέλα, έχει πλάτη σε μένα. Ενώ κοιτώ το εξώφυλλο τη νιώθω να μου ρίχνει πλάγιες ματιές. Τη στιγμή πριν γυρίσω στο οπισθόφυλλο μου λέει : "Αγορασέ το, μην το σκέφτεσαι, το τελείωσα χτες το βράδυ, είναι πανέμορφο". Δείχνει ενθουσιασμένη, ένα τεράστιο (παιδικό) χαμόγελο το επιβεβαιώνει. Δεν έχω εύκαιρη την ατάκα, κοιταζόμαστε για λίγο κρατώντας ο καθένας από ένα βιβλίο. Αμήχανη (μάλλον) μου γυρίζει την πλάτη της ξανά, επιστρέφει στην αναζήτησή της. Αμήχανος (και) εγώ αφήνω το βιβλίο προσεχτικά αλλά κάπως βιαστικά και προχωρώ προς το βάθος του καταστήματος, σκέφτομαι την προτροπή της. Εκτός από τον διάβολο είναι και το μάρκετινγκ που έχει χίλλια πρόσωπα, είναι πονηρές εποχές, αυτή είναι η πρώτη μου σκέψη δυστυχώς. Εντούτοις το χαμόγελο νικά, η ομορφιά είναι καταδικασμένη να νικά. Με έπεισε. Επιστρέφω, το βιβλίο είναι εκεί που το άφησα, εκείνη όχι.

Σου αφιερώνω ετούτη την ανάρτηση, είναι το ελάχιστο. Ήταν η πιο "παράξενη" λογοτεχνική πρόταση και εγώ δεν στάθηκα στο ύψος των περιστάσεων, δεν σου ανταπέδωσα καν το χαμόγελο.

Μπορεί να ήμουν προκατειλημμένος αλλά από μόνο του δεν θα αρκούσε, θα ήταν απλώς μια καλή αρχή. "Το δάσος των παιδιών" είναι όντως ένα όμορφο μυθιστόρημα με πρωταγωνίστρια την Λουκία, μια μυθιστορηματική βιογραφία της Λουκίας.

Μια ιστορία από μόνη της, όση πρωτοτυπία και αν φέρει, δεν είναι ποτέ σχεδόν αρκετή. Είναι ο τρόπος να πεις την ιστορία που κάνει ένα βιβλίο ξεχωριστό, και ο τρόπος του συγγραφέα είναι τόσο ιδιαίτερος που σε κάνει όχι μόνο να προσπερνάς κάποια κλισέ σημεία της πλοκής αλλά και να τα θεωρείς αναπόσπαστο μέρος αυτής. Δεν ξέρω αν είναι δόκιμος ο όρος λογοτεχνικό μοντάζ, αλλά κάπως έτσι θα ονόμαζα την αρετή του δημιουργού να πηδά από το πρώτό στο τρίτο πρόσωπο διήγησης, να μεταφέρει την ιστορία από το τότε στο τώρα και πάλι πίσω στο τότε, από παράγραφο σε παράγραφο.

Όταν αργά το βράδυ της επομένης το άφησα στο κομονδίνο δίπλα στο κρεβάτι μου, κατάλαβα την αντίδραση της κοπέλας στο βιβλιοπωλείο. Δεν ξέρω αν θα έκανα το ίδιο, είναι μάλλον θέμα χαρακτήρα.

Εκδόσεις Μεταίχμιο.

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Η ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου - Άντον Τσέχωφ

Μετά την γνωριμία με έναν μετασοβιετικό συγγραφέα, τον Βλαντίμιρ Μακάνιν και το έργο του "Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας", επέλεξα να συνεχίσω με κάτι κλασικό από εκείνα τα μέρη.



"Για λόγους, τους οποίους δεν είναι η κατάλληλη στιγμή να εξηγήσω αναλυτικά, ήταν πολύ σημαντικό για μένα να μπω στην υπηρεσία κάποιου αξιωματικού στην Αγία Πετρούπολη με το όνομα Ορλόφ. Ήταν τριάντα πέντε χρονών περίπου και ολόκληρο το όνομά του ήταν Γκεόργκι Ίβανιτς."



Έτσι ξεκινά η νουβέλα ετούτη του Άντον Τσέχωφ η οποία μου άφησε παρόμοια γεύση με το μυθιστόρημα του Στρίντμπεργκ, Μαύρες Σημαίες. Δύο συγγραφείς, γνωστοί κυρίως για τα θεατρικά τους έργα, κάτι το οποίο είναι φανερό και στα πεζά τους και στην αίσθηση που αυτά αφήνουν κατά την ανάγνωση. Ιδιαίτερα περιγραφικοί, σα να δίνουν κρυφές σκηνοθετικές οδηγίες, στηρίζονται πολύ στον διάλογο και τα κεφάλαια εύκολα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν σκηνές.

Έχει μια ομορφιά αυτή η απλότητα στη δομή. Όπως και τη Νανά του Ζολά έτσι και την Ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου θα ήθελα να την έχω διαβάσει σε πιο νεαρή αναγνωστική ηλικία, νομίζω ότι θα με καθιστούσε συμμέτοχο στην πλοκή, θα με ταύτιζε με κάποιον χαρακτήρα, μάλλον με τον ανώνυμο πρωταγωνιστή. Σε αυτή την φάση δεν μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με την ιστορία, με γοήτευσε όμως η απλότητα και η καθαρή γραφή του Ρώσου συγγραφέα.

Δίνει την εντύπωση πως περιέχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Τσέχωφ με τον πρωταγωνιστή να ταυτίζεται με τον συγγραφέα κυρίως λόγω της φυματιώσης από την οποία πάσχει.

Σύντομο ανάγνωσμα που φέρει μια γλυκύτητα από τα παλιά.

Μετάφραση Ρόζα Δελατόλα.
Εκδόσεις Το Ποντίκι.

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2011

High Fidelity





Συνηθίζεται να λέγεται πως η ταινία σπάνια δικαιώνει το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε. Και όντως είναι πολλά τα παραδείγματα.
Πρώτα είδα την ταινία, ενθουσιάστηκα, αργότερα διάβασα το βιβλίο, δεν μπορώ να πω το ίδιο αν και πρόκειται για μια από τις πιο πιστές μεταφορές. Που οφείλεται αυτό; Κατέληξα στο ότι "φταίει" ο κινηματογραφικός τρόπος γραφής του Hornby μάλλον. Ξέρω πως έχει αρκετούς θαυμαστές και το σέβομαι, αλλά εμένα δεν με τραβάει κοντά του ως συγγραφέας. Διάβασα ένα ακόμα βιβλίο του, "η κάθοδος των τεσσάρων", μετά τις πρώτες σελίδες με κούρασε, τράβαγε την ενδιαφέρουσα αρχική ιδέα από τα μαλλιά, το τελείωσα εύκολα αλλά ως εκεί, αδιάφορο το φινάλε.

Από την άλλη στέκεται ο Hornby ως κινηματογραφικός συντελεστής. Το "about a boy (2002)", που βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημά του, με πρωταγωνιστή τον υπέροχα φλεγματικό Hugh Grant και τον Μάρκους (Nicholas Hoult) με την απίστευτη φάτσα, πολύ όμορφη ταινία, απλή αλλά όμορφη και πολύ βρετανική ειδικά στο χιούμορ. Στο "an education (2009)" υπογράφει το σενάριο, το οποίο χωρίς να είναι κάτι το τρομερά πρωτότυπο καταφέρνει να είναι αρκετά ιδιαίτερο.
Σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια ο Hornby είναι κινηματογραφικά μια κάποια εγγύηση, σίγουρα οι ταινίες στις οποίες συμμετέχει δεν άλλαξαν το ρου του σινεμά, αλλά αυτό δεν μειώνει την αξία τους. Είναι από τις ταινίες που πιστεύω ότι ο καθένας μας έχει την ανάγκη να βλέπει κατά διαστήματα είτε πρόκειται για σκληροπυρηνικό σινεφίλ είτε για θαμώνα των multiplex.


Κλείνω την παρένθεση με τα λοιπά έργα του Hornby και επιστρέφω στο high fidelity.

"Είμαι μελαγχολικός επειδή ακούω ποπ μουσική ή ακούω ποπ μουσική επειδή είμαι μελαγχολικός;" αναρωτιέται ο John Cusack, κολλημένος ιδιοκτήτης δισκοπωλείου, ενώ προσπαθεί να κάνει ένα διαφορετικό Τοπ - 5, αυτή τη φορά όχι με τραγούδια αλλά με τις γυναίκες της ζωής του. Το ερώτημα "γιατί με χώρισε;" είναι αρκετά πιασάρικο, ψέματα; Οι βοηθοί του στο δισκοπωλείο είναι ο ορισμός του δεύτερου ρόλου και οι καυγάδες τους σχετικά με την μουσική ομηρικοί!
Αν σου αρέσει η μουσική, τότε το high fidelity είναι μια ταινία που πρέπει να δεις, το soundtrack είναι εκπληκτικό και η αγάπη για τις νότες άπειρη.

Είναι η εικόνα και ο ήχος που λείπουν από το βιβλίο, υπάρχουν προφανώς στο μυαλό του συγγραφέα αλλά απουσιάζουν από τις σελίδες. Ο Hornby σίγουρα είναι ταλαντούχος, έχει ιδέες και αρκετές γνώσεις επί της μουσικής, μάλιστα θεωρείται και γκουρού κατά κάποιον τρόπο, αν γράψει μια καλή πρόταση για ένα νέο συγκρότημα τότε υποτίθεται πως ανοίγει διάπλατα ο δρόμος για την επιτυχία.

Δεν ξέρω αν θα έγραφα το ίδιο κείμενο αν πρώτα είχα διαβάσει το βιβλίο και είχα δημιουργήσει εγώ τις εικόνες και όχι ο σκηνοθέτης Stephen Frears, είναι μάλλον κάτι που δεν θα μάθω ποτέ...

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2011

Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας - Βλαντίμιρ Μακάνιν

Ανατρέχοντας στα ρωσικά βιβλία τα οποία έχω διαβάσει, φαντάζει σαν η λογοτεχνία σε εκείνα τα μέρη να άρχισε με τους Τσάρους και να τελείωσε με τον Στάλιν. Εδώ και καιρό μου έλειπε η επαφή με τους σύγχρονους Ρώσους συγγραφείς. Και ενώ μοιάζει εύκολο να κινηθείς ανάμεσα στους παλιούς, με το σήμερα είχα βρεθεί σε αδιέξοδο, μου έλειπε η πληροφορία εκείνη που θα με έπαιρνε από το χέρι και θα με καθοδηγούσε. Χρειαζόμουν το σήμερα ώστε να έχω μια πιο σφαιρική άποψη. Η φίλη Π. με συμβούλεψε να διαβάσω Μακάνιν και πιο συγκεκριμένα το βιβλίο του με τίτλο Αντεργκράουντ ή ένας ήρωας του καιρού μας, νομίζω πως πρόκειται για την ενδεδειγμένη πρόταση για όποιον θέλει να γνωρίσει την σύγχρονη (καλή) πλευρά της ρωσικής λογοτεχνίας.

Ο Πετρόβιτς είναι ένας αντεργκράουντ συγγραφέας, δεν έχει εκδώσει τίποτα δικό του, ζει στα όρια του αλήτη και του μποέμ, εργάζεται ως φύλακας σε διαμερίσματα στη δημόσια πολυκατοικία κατά την διάρκεια της απουσίας εκείνων που μένουν εκεί.

Βρισκόμαστε στη μετασοβιετική Ρωσία. Είναι μια εποχή αλλαγών για τη χώρα. Παρά την έντονη ακόμα παρουσία του κράτους συντελείται μια μάλλον άναρχη φιλελεύθερη μετάβαση. Ιδρύονται εταιρίες, επιτρέπεται το ιδιωτικό λιανικό εμπόριο και αρχίζει η ιδιωτικοποίηση των κατοικιών. Εμφανίζονται οι μαφίες με τα μέλη τους να φέρουν συχνά το προσωπείο του νεόπλουτου επιτυχημένου μπίζνεσμαν.
Το βιβλίο είναι γεμάτο αναφορές στη ρωσική λογοτεχνία, άλλες πιο φανερές και άλλες πιο κεκαλυμμένες, ξεκινώντας από τον τίτλο όπου παραπέμπει απευθείας στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι, το οποίο στις μέρες μας ίσως και να μεταφραζόταν ως αντεργκράουντ. Πολύ κατατοπιστικό το επίμετρο της μεταφράστριας (το οποίο ορθώς βρίσκεται στο τέλος της έκδοσης) τόσο για το βιβλιοφιλικό όσο και για το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο στο οποίο κινείται και περιγράφει ο Μακάνιν.

Η μετάβαση βρίσκεται στο κέντρο του βιβλίου, το χτες και το σήμερα της χώρας σκιαγραφεί ο Μακάνιν σε αυτό το πολυσέλιδο πυκνογραμμένο και αρκετά κινηματογραφικό μυθιστόρημα, το οποίο πιστεύω πως παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και δε νομίζω ότι απευθύνεται αποκλειστικά στους λάτρεις της ρωσικής λογοτεχνίας, αν και σίγουρα εκείνοι θα βρουν ακόμα περισσότερα στοιχεία ικανά να τους ενθουσιάσουν.


Η αντεργκράουντ κοινότητα των καλλιτεχνών δημιουργήθηκε λόγω της αυστηρής λογοκρισίας, ο καλλιτέχνης είχε δύο δρόμους, είτε να συμβιβαστεί και να καρπωθεί όλων των προνομίων αλλά με σαφείς περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης, είτε να επιλέξει ένα δρόμο πιο δύσκολο αλλά πιο ελεύθερο. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, ο οποίος ανήκει στη σχολή της Μόσχας, πρόθεσή του ήταν να γράψει ένα είδος ρέκβιεμ γι'αυτά τα παιδιά που τόσα πολλά έδωσαν και εν μέρει τον διαμόρφωσαν.

Είναι όμορφο το συναίσθημα που σου προκαλούν τα πολυσέλιδα βιβλία που απαιτούν μέρες ανάγνωσης, εισβάλλουν στην καθημερινότητά σου και της αφήνουν κάτι από το κλίμα τους, κοιμάσαι, ξυπνάς και ζεις παράλληλα με την ανάγνωση του εκάστοτε έργου σε μια δεύτερη πραγματικότητα.

Μετάφραση Αλεξάνδρα Ιωαννίδου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Divisadero - Μάικλ Οντάατζε

Η Άννα, η Κλερ και ο Κουπ μεγαλώνουν μαζί, σαν αδέρφια, σε ένα αγρόκτημα στη Βόρεια Καλιφόρνια. Χρόνια αργότερα η Άννα θα βρεθεί στην Γαλλία, θα μείνει στο σπίτι που πέρασε τα τελευταία του χρόνια ένας Γάλλος συγγραφέας, μελετώντας το αρχείο του. Πέρα από το επιστημονικό ενδιαφέρον το έργο του συγγραφέα θα λειτουργήσει για την Άννα ως καθρέφτης μέσα από τον οποίο θα μπορέσει να δει καθαρά το παρελθόν της.



" << Έχουμε την τέχνη>>, έλεγε ο Νίτσε, << προκειμένου να μην καταστραφούμε από την αλήθεια>>. Η ωμή αλήθεια ενός γεγονότος δεν έχει τελειωμό κι έτσι η ιστορία του Κουπ και της ζωής της αδερφής μου δεν τελειώνει για μένα ποτέ. Οι δυο τους αποτελούν μια αναπάντεχη προοπτική κάθε φορά που σηκώνω το ακουστικό όταν αργά τη νύχτα χτυπά το τηλέφωνο και περιμένω να ακούσω τη φωνή του ή τη βαριά ανάσα της Κλερ λίγο πριν μιλήσει. Διότι έχω πια αποκοπεί εντελώς από ό,τι κι αν ήμουν, από όλα όσα ήμουν τότε μαζί τους. Τότε που το όνομά μου ήταν Άννα."

Ένα πανέμορφο μυθιστόρημα, κυρίως χαρακτήρων. Σε λιγότερες από τριακόσιες σελίδες ο Οντάατζε καταφέρνει να σκιαγραφήσει με λεπτομέρεια όλα τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην πλοκή της ιστορίας, είτε αυτά κρατούν ένα ρόλο πρωταγωνιστικό είτε απλώς παρεμβάλονται σε ένα επεισόδιο. Και αυτό χωρίς να βαραίνει περιγραφικά το αποτέλεσμα. Σου αφήνει την αίσθηση πως διάβασες κάτι ογκώδες, μαεστρικά συμπυκνωμένο. Ένας παράξενος συνδυασμός οικονομίας, ποίησης και περιγραφής με το αποτέλεσμα να χαράσεται βαθιά μέσα σου. Ατμοσφαιρικό και ρεαλιστικό.

Ήταν η πρώτη μου επαφή με το έργο του Οντάατζε, γνωστού κυρίως για το βιβλίο του " Άγγλος ασθενής", το οποίο μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο γνωρίζοντας τεράστια επιτυχία, τόσο σε βραβεία όσο και σε εισιτήρια. Δεν ξέρω γιατί αλλά ποτέ δεν μου κίνησε την περιέργεια, μάλλον γιατί μου φαίνεται κάπως γλυκανάλατο, κολλήματα του νου, ίσως όμως στο μέλλον, και μετά την πρώτη αυτή επαφή με τον γεννημένο στη Σρι Λάνκα συγγραφέα, αν παρουσιαστεί η ευκαιρια να μην είμαι τόσο αρνητικός.


Μετάφραση Ιλάειρα Διονυσοπούλου.
Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 8 Νοεμβρίου 2011

Κάποτε στην Ανατολία (2011)







Αφαιρετικά υποβλητική η τελευταία δημιουργία του Τούρκου σκηνοθέτη, Τσεϊλάν, ο οποίος έγινε γνωστός στα φεστιβάλ με το Uzak (2002) και κατέκτησε το ελληνικό κοινό με τα Κλίματα αγάπης (2006). Η ταινία Τρεις πίθηκοι (2008), ένα στυλιζαρισμένο δράμα, από την μία μου θύμισε έντονα τον έτερο Τουρκο, αν και ζει στην Γερμανία, Φατίχ Ακίν ( σκηνοθέτη μεταξύ άλλων των εκπληκτικών "Μαζί ποτέ" και "Η άκρη του ουρανού"), από την άλλη όμως τον καθιέρωσε στην συνείδησή μου ως έναν μεγάλο σύγχρονο δημιουργό.


Τουρκία δεν είναι μόνο το ευρωπαϊκό παράκτιο κομμάτι, είναι και ένα τεράστιο ασιατικό μέρος, το οποίο κλιμακωτά φτάνει ως το Ιράν και την εικόνα που έχουμε οι δυτικοί(;) γι'αυτό. Εκεί εκτυλίσσεται το Κάποτε στην Ανατολία. Μία ομάδα ανθρώπων που αποτελείται από δύο κατηγορούμενους, έναν εισαγγελέα, ένα αστυνόμο, έναν γιατρό, έναν λοχία και τους βοηθούς τους, αναζητούν το πτώμα ενός δολοφονημένου άντρα κάπου στην Ανατολία. Αυτή είναι η υπόθεση της ταινίας.

Αφαιρετικά υποβλητική, έτσι ξεκίνησα ετούτη την ανάρτηση και θα επαναληφθώ γιατί νομίζω ότι είναι ακριβώς η αίσθηση που σου αφήνει η ταινία όχι μόνο κατά την θέαση αλλά και ώρες μετά. Φαντάζομαι ότι ο ίδιος σκηνοθέτης και η ομάδα του πέρασαν αρκετές ώρες στην αναζήτηση των χώρων, το κάθε πλάνο το μαρτυρά. Η επιλογή δεν έγινε για να εντυπωσιάσει αλλά για να υποβάλλει, αυτό φαίνεται και στον τρόπο με τον οποίο παίζουν οι ηθοποιοί.

Είναι από τις ταινίες εκείνες που πιστεύω ακράδαντα πως αξίζει να τις δει κάποιος στο σινεμά, έστω και αν στις μέρες που διανύουμε αυτό συχνά αποτελεί μια οικονομική υπέρβαση, στην μικρή οθόνη θα χαθεί ένα μέρος της μαγείας. Απίστευτη η δουλειά του διευθυντή φωτογραφίας. Η σκηνοθεσία του Τσεϊλαν υποδειγματική, είναι από τις ταινίες εκείνες που θα ξεκαθαρίσουν ίσως σε κάποιον την αφηρημένη έννοια του σκηνοθέτη που πολλοί από εμάς έχουμε ως μη γνώστες. Ο γιατρός είναι από τους χαρακτήρες που σου χαράσσονται βαθιά στη μνήμη. Δεν θα συμφωνήσω με κάποιες ενστάσεις που διάβασα σχετικά με το δεύτερο μέρος της ταινίας και μια πιθανή κοιλιά, γούστα είναι αυτά βέβαια αλλά πιστεύω ότι χωρίς αυτό το κομμάτι η ταινία θα έφερε κάτι το ανολοκλήρωτο.

Στο Φεστιβάλ Καννών του 2011 κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής.

Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2011

Sazman @ Nueva Trova ( 1 - 11 - 2011)

Κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι τα πανηγύρια, σκεφτόμουν καθ'όλη την διάρκεια της συναυλίας, και αν αυτό φαντάζει ουτοπικό, η παρουσία τους στις Γιορτές της Γης, στο χωριό Βλάστη του νομού Κοζάνης θα ήταν επιβεβλημένη.

Η βαλκανική μουσική είναι στο αίμα μας. Το θεωρώ δύσκολο κάποιος να μην παρασυρθεί από τον ρυθμό και να παραμείνει ασάλευτος. Είναι συναυλίες που χρειάζονται χρόνο και τα δύο μέρη, τόσο η μπάντα όσο και το κοινό, σαν εισαγωγή, σαν προθέρμανση. Παίζει το ρόλο του και ο χώρος, ένα άπλωμα στην ύπαιθρο, στους πρόποδες κάποιου βουνού, εκεί που και το καλοκαίρι ακόμα τα βράδια έχει δροσιά, φαντάζει σε μένα ως ιδανικός.

Θυμήθηκα ένα καρναβάλι στη Νάουσα, τις Μπούλες, τα χάλκινα, το τσίπουρο. Είναι κρίμα που εδώ στο νότο η βαλκανική μουσική αντιμετωπίζεται λιγότερο ως παράδοση και περισσότερο ως soundtrack ταινίας του Κουστουρίτσα με την υπογραφή του Μπρέγκοβιτς.

Πρέπει να παραδεχτώ πως λόγω άγνοιας δεν κατάλαβα αν ανάμεσα στα κομμάτια που παρουσίασε η μπάντα, με έδρα την Πάτρα, υπήρχαν και κάποια δικά τους εκτός από τις διασκευές.

Σε έναν πολύ όμορφο χώρο αν και όχι κατάλληλο μάλλον, οι Σαζμάν μας χάρισαν ένα γεμάτο δίωρο. Πανέμορφη στιγμή το κλείσιμο του προγράμματος (αν και μετά από λαϊκή απαίτηση έπαιξαν λίγο ακόμα) με το Ederlezi του Μπρέγκοβιτς από τον Καιρό των Τσιγγάνων.
Δεμένη παρέα που έδειχνε να περνάει καλά επί σκηνής, και είναι τόσο σημαντικό αυτό σε μια συναυλία. Όχι ότι υστέρησε κανείς αλλά η φωνή της κοπέλας χρίζει μνείας.

Εδώ το myspace
των παιδιών, ακούστε τους είναι καλοί!

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

Μια ημέρα του Ιβάν Ντενίσοβιτς - Αλεξαντρ Σολζενίτσιν

" Σήμερα όμως όλοι είναι μαζεμένοι, ο καθένας προσπαθεί να προφυλαχτεί πίσω από την πλάτη του μπροστινού του και βυθίζεται στις σκέψεις του. Η σκέψη του κρατούμενου ούτε αυτή είναι ελύθερη, όλοι σκέφτονται το ίδιο και το ίδιο, όλα γυρίζουν γύρω από τα ίδια: θα βρουν το ψωμί στο στρώμα; Θα πάρω άδεια από το αναρρωτήριο το βράδυ; Θα τον στείλουν τον καπετάνιο στην απομόνωση ή όχι; Και που βρήκε ο Καίσαρας τις ζεστές φανέλες; Μάλλον, τις βούτηξε από την αποθήκη, από που αλλού;"


Πώς μπορείς να σταθείς στη λογοτεχνική αξία ενός έργου που ξεχειλίζει ρεαλισμό και βίωμα; Ένας συνεχής κόμπος στο στομάχι συντροφεύει την ανάγνωση. Περιγραφή μιας μέρας από τη ζωή σε ένα στρατόπεδο στην Σιβηρία, μιας ακόμα μέρας κάποιων φυλακισμένων ψυχών. Πόσες θα ακολουθήσουν άραγε; Είναι τρομαχτικό ότι κάποιες στιγμές η ίδια η ελευθερία περνά σε δεύτερη μοίρα, στην σκιά της επιβίωσης.
Ο Ντοστογιέφσκη στις " Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων" περιγράφει τις δικές του εμπειρίες από την Σιβηρία, σχεδόν εκατό χρόνια πριν, ο Σολζενίτσιν τις δικές του. Αν επρόκειτο για λογοτεχνική φαντασία δεν θα ήταν τόσο δυνατό, η μαρτυρία όμως μετατρέπει το κείμενο σε ντοκουμέντο. Το κοινό θέμα δεν σε βάζει σε σκέψεις πιθανού μιμιτισμού, προσθέτει ένα ακόμα θύμα στη μακρά λίστα. Όπως δήλωσε κάποτε ο συγγραφέας: " εγώ ήμουν τυχερός γιατί επέζησα και κατάφερα να γράψω, άλλοι, ικανότεροι από μένα, δεν τα κατάφεραν." Δεν μπορείς καν να το εντάξεις στην στρατευμένη λογοτεχνία.

Το εύρημα με την περιγραφή μιας και μόνο ημερολογιακής ημέρας, μου έφερε στο νου τον Οδυσσέα του Τζόυς και την Κυρία Ντάλαγουέη της Γουλφ, αλλά ως εκεί, λυρισμός και πραγματικότητα, δύση και ανατολή, λογοτεχνικά τουλάχιστον.

Ο Αλεξάντρ Σολζενίτσιν γεννήθηκε στον Καύκασο το 1918. Σπούδασε στη φυσικομαθηματική σχολή του Ροστόφ και αργότερα ιστορία, φιλοσοφία και λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο της Μόσχας. Τον Ιούλιο του 1945 καταδικάστηκε ερήμην σε οκτώ χρόνια καταναγκαστικών έργων σε στρατόπεδο εργασίας επειδή σε κάποια επιστολή του κατέκρινε τον Στάλιν. Το 1950 μεταφέρθηκε σε ειδικό στρατόπεδο πολιτικών κρατουμένων. Αφού εξέτισε την ποινή του βρέθηκε εξόριστος στο Καζακστάν όπου έγραψε κρυφά τα πρώτα του μυθιστορήματα. Το 1970 τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ λογοτεχνίας, το οποίο δεν πήγε να παραλάβει φοβούμενος ότι το καθεστώς δεν θα του επέτρεπε να επιστρέψει. Οι φόβοι του επαληθεύτηκαν το 1974, όταν του αφαιρέθηκε η σοβιετική υπηκοότητα. Η υπηκοότητά του αποκαταστάθηκε επί Γκορμπατσόφ και το 1994 επέστρεψε στη χώρα του. Πέθανε στη Μόσχα το 2008.

Μετάφραση Δημήτρης Τριανταφυλλίδης.
Εκδόσεις Πάπυρος.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

Η Αγία Αλητεία - Γιώργος Κάτος

"Αγόρασα δύο βιβλιαράκια, ρίξε μια ματιά" μου είπε. Γιώργος Κάτος, δε μου έλεγε τίποτα το όνομα, του το είπα. " Καλά και εγώ ένα δικό του έχω διαβάσει την Άπνοια, καλό ήταν." Τον ρώτησα αν το έχει, δεν το συνηθίζει αλλά είπα να δοκιμάσω. "Όχι, κάπου θα το έχω δώσει αλλά δε θυμάμαι." Ύστερα έμεινα σπίτι για μέρες, άρρωστος, ξέμεινα από επόμενα, η Αγία Αλητεία μου ήρθε στο νου, χρόνο είχα, και περιέργεια.


" Βέβαια, το είχε βασανίσει πολύ μες στο μυαλό του ο Πέτρος μέχρι να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Θά' φευγε. Θα πήγαινε και αυτός στη Γερμανία. Τόσοι και τόσοι εδώ και χρόνια είχαν πάρει το δρόμο για τη Ντόιτσλαντ κι όπως μάθαινε είχαν κάνει την καζάντια τους. Κ' ήταν κι ένας άλλος λόγος. Η γυναίκα του η Μαρία... δηλαδή εδώ που τα λέμε, ήταν ο κυριότερος λόγος που τον ανάγκασε να τ' αποφασίσει."


Οι πρώτες γραμμές μου έφεραν στο νου το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, ταυτόχρονα μου φάνηκαν και επίκαιρες, αρκετοί φεύγουν ή σκέφτονται να δοκιμάσουν τη λύση της Γερμανίας, σαν άλλοτε.


Ο Πέτρος λέει ένα ψέμα, ένα ψέμα για καλό, νομίζει. Την αγαπά την γυναίκα του, πολύ. Αν είχαν ένα παιδί όλα θα ήταν διαφορετικά. Με το Γιαγίλο ήταν στην ίδια παρέα από παιδιά, ο Πέτρος αρχηγός, διαταγές και καψώνια. Ο Πέτρος ξέχασε, το συνηθίζουν οι αρχηγοί άλλωστε, ο Γιαγίλος όχι, το συνηθίζουν οι καταπιεσμένοι, κυρίως τα παιδιά.
Το ψέμα, η εκδίκηση, η λήθη και η επιμονή, η φιλία και ο έρωτας, τα πάθη. Θα μπορούσε να είναι το σενάριο μια ελληνικής ταινίας, ασπρόμαυρης, θα μπορούσε όμως να είναι και ταινία σκανδιναβικής προελεύσεως.
Ο Πέτρος είναι ένας αντιήρωας, μια τον συμπονείς και μια τον κατακρίνεις.

Και αν οι πρώτες γραμμές μου θύμισαν Χατζή, η συνέχεια μου έφερε στο νου το στυλ γραφής του Σουρούνη και του Σκούρτη. Μια Θεσσαλονίκη μακριά από τα εκτυφλωτικά φώτα,με σκοτεινά μπαρ, χαρτοπαιχτικές λέσχες και καταγώγια. Μια Θεσσαλονίκη ερωτική και εργατική, σαφέστατα ιδανική για λογοτεχνία.

Ο Γιώργος Κάτος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1943 και πέθανε το 2007.

Εκδόσεις Καστανιώτη.

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

Άλπεις (2011)




Πριν δύο χρόνια όταν βγήκε στις αίθουσες ο Κυνόδοντας έλειπα εκτός Ελλάδας, δεν είχα καμία επαφή με την εδώ επικαιρότητα. Γύρισα πριν γίνει ο ντόρος με την είσοδο της ταινίας στη τελική πεντάδα των όσκαρ και πριν φουντώσει η πολεμική σχετικά με το αν επρόκειτο για αντιγραφή ή απλή ομοιότητα με την μεξικάνικη ταινία, το κάστρο της αγνότητας (1973).

Αρκετοί μου είχαν προτείνει τότε να δω τον Κυνόδοντα, όλοι είχαν αρνηθεί να μου δώσουν το οποιοδήποτε στοιχείο σχετικά με την ταινία.Ήταν αργά το απόγευμα όταν με ένα φίλο αποφασίσαμε να δούμε αυτή την τόσο ιδιαίτερη ταινία που εντυπωσίασε τόσο τόσους κοινούς μας γνωστούς. Όσοι έχετε δει τη ταινία θα θυμάστε φαντάζομαι την εισαγωγή, με τα παιδιά να παίζουν εκείνο το παράξενο παιχνίδι με τις λέξεις στην μπανιέρα, εκεί λοιπόν, δεν ξέρω γιατί εκάνα την εξής σκέψη : δήθεν πειραματικό ελληνικό σινεμά,αυτό μας έλειπε. Με την άκρη του ματιού μου προσπάθησα να ανιχνεύσω τις σκέψεις του φίλου μου σχετικά, αναζητούσα ένα χασμουρητό ή μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας ώστε να προτείνω την αναβολή. Εκείνος δεν έδειξε κανένα σημάδι δυσαρέσκειας, οπότε βολεύτηκα καλύτερα στον καναπέ και αποδέχτηκα τη μοίρα μου. Και όμως αυτό ήταν το σημείο κλειδί, χαλάρωσα και απέμεινα σα σφουγγάρι απέναντι στη φωτεινή οθόνη, με αποτέλεσμα να βρεθώ ανοχύρωτος και ο κυνόδοντας να με παρασύρει στο πέρασμά του. Σοκ.

Αργότερα συνάντησα αρκετούς που δεν τους άρεσε η ταινία, έγινε μεγάλος ντόρος σχετικά με την μεξικάνικη, και καλά αυθεντική, η οποία 26 χρόνια μετά προβλήθηκε στις αθηναϊκές αίθουσες. Προφανώς και είναι δικαίωμα του καθενός αν θα του αρέσει ή όχι μια ταινία, αλλά νομίζω ότι το γύρω τριγύρω κουτσομπολιό δε μας κάνει καλό ως θεατές, μας οδηγεί σε μέρη μακρινά και άσχετα από την ίδια την ταινία. Το κάστρο της αγνότητας δεν το είδα, αν και προσωρινά είχα την επιθυμία εντούτοις τελικά αρνήθηκα να μπω στο τρυπάκι.

Δύο χρόνια μετά και η νέα ταινία του Λάνθιμου, με βραβείο σεναρίου στο φεστιβάλ της Βενετίας, είναι στις αίθουσες. Αρκετό καιρό πριν και ενώ η ταινία είχε προβληθεί μόνο σε φεστιβάλ βγήκε η είδηση πως πρόκειται για "αντιγραφή" της νουβέλας του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, Παραβολή. Το έμαθα μέσα από τα στατιστικά του ιστολογίου μου, αρκετές αναζητήσεις στο google με λέξεις κλειδιά, παραβολή-Τζαμιώτης-Λάνθιμος- Άλπεις, με έκαναν να απορήσω και να ψάξω και εγώ με τη σειρά μου στο google.

Και όμως πηγαίνοντας προς το σινεμά ο φόβος μου είχε να κάνει με το δεύτερο κρίσιμο βήμα του Λάνθιμου κυρίως και όχι με τα σχετικά με τη νουβέλα.

Ο Λάνθιμος έχει ένα αρκετά προσωπικό στυλ κινηματογράφισης, και οι δύο ταινίες του είναι ιδιαίτερες και πέρα από το μου άρεσε - δε μου άρεσε δυσκολεύομαι να πιστέψω πως μπορούν να περάσουν αδιάφορες, έχουν ψυχή (την οποία δεν είχε το Attenberg που αισθητικά συγγενεύει).

Στις Άλπεις, αν έχεις δει τον Κυνόδοντα, δεν σε παραξενεύει το στυλ και οι ερμηνείες, είναι αυτό που περιμένεις από τον Λάνθιμο. Βγαίνοντας από την αίθουσα δεν μπορούσα να βρω λέξεις για να περιγράψω σε κάποιον τρίτο την άποψη μου σχετικά με τη ταινία, προσπέρασα το τυπικό ερώτημα "σου άρεσε;" δηλώνοντας προσωρινή άγνοια. Ακόμα δεν ξέρω αν μου άρεσε και όσο και αν σε κάποιον ακούγεται παράξενο αυτό, πιστεύω πως μικρή αξία έχει. Μέρες μετά την προβολή και οι Άλπεις είναι ακόμα στο μυαλό μου, σκεφτόμουν να επιστρέψω στο κινηματογράφο και θα το έκανα αν δεν ήταν το χρηματικό αντίτιμο στη μέση. Λίγες είναι οι ταινίες εκείνες που σε ψυχαγωγούν ακόμα μέρες μετά την έξοδο σου από την αίθουσα, και αυτό είναι κάτι όμορφο. Δεν θα αναφερθώ καθόλου στην υπόθεση του έργου, όσοι επιθυμείτε να το δείτε προσπαθήστε να κρατηθείτε μακριά από αναλύσεις και κουτσομπολιά που αποκαλύπτουν στοιχεία. Tabula rasa.

Σχετικά με το κουτσομπολιό τώρα λίγα λόγια. Η ιδέα υπάρχει σαφέστατα στη νουβέλα του Τζαμιώτη, δεν είναι πρωτότυπη, ημερολογιακά τουλάχιστον. Δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος έβρισκε την ίδια ιδέα σε κάποιο άλλο παλιότερο έργο επιστημονικής φαντασίας για παράδειγμα ή ως ζήτημα επιστημονικής ηθικής. Προσωπικά, και έχοντας άποψη τόσο για τη ταινία όσο και για τη νουβέλα, δεν με ενόχλησε η κοινή ιδέα. Ίσως αν το αναλύσουμε σελίδα καρέ να βρούμε και άλλες ομοιότητες αλλά δε νομίζω πως έχει σημασία. Σημασία δεν έχει το θέμα αλλά ο τρόπος που το παρουσιάζεις. Δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω τον Λάνθιμο ή τον Φιλίππου που ισχυρίζονται πως δεν είχαν υπόψην τους το συγκεκριμένο βιβλίο. Σταματώ εδώ πριν αρχίσουν τα κλισέ περί παρθενογέννεσης στην τέχνη...

Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης είναι ένας πάρα πολύ καλός συγγραφέας.


υγ Μου έκαναν εντύπωση τα λεγόμενα του Λάνθιμου σχετικά με τη δυσκολία ανεύρεσης οικονομικών πόρων για τις Άλπεις, φανταστείτε να μην είχε φτάσει και στην πεντάδα των Όσκαρ δηλαδή...

Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

LogOut & Your Hand In Mine @ Six Dogs (30-10-2011)

Λίγο έλειψε να μην πάω καθώς υπέφερα από κυριακίλα, έδειξα όμως χαρακτήρα ευτυχώς.

Πρώτος στη σκηνή εμφανίστηκε ο LogOut για να παρουσιάσει το νέο και πρώτο του δίσκο με τίτλο, Paper plane flight recorder. Τον είχα δει λάιβ ξανά στη θεατρική παράσταση των Abovo, Ίδρυμα και είχα ακούσει τα περισσότερα από τα τραγούδια του δίσκου.
Μια φωνή, μια κιθάρα και κουμπάκια επί σκηνής. One man show, με το ζωντανό αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό. Η τεχνολογία έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα που είναι λογικό κάποιος να είναι επιφυλακτικός μέχρι αποδείξεως του εναντίου, και το ενάντιο αποδείχθηκε απόψε.
Φαντάζομαι πως θα απαιτείται τρομερή αυτοπειθαρχία για έναν μουσικό που δουλεύει μόνος του ώστε να καταφέρει να δώσει μια τελική μορφή στα τραγούδια, ειδικά όταν η τεχνολογία του δίνει τόσες πολλές δυνατότητες, ελοχεύει ο κίνδυνος του αέναου τζαμαρίσματος πιστεύω. Ο LogOut παρουσίασε έναν δομημένο και πλήρη δίσκο, προσωπικού στυλ και μας ταξίδεψε σε μέρη όμορφα. Ίσως ήταν η πρώτη φορα που η εναλλαγή ελληνικού και αγγλικού στίχου δεν με ενόχλησε, ο Λόλεκ και ο The Boy τα καταφέρνουν επίσης υπέροχα, αντίθετα με άλλους υπερτιμημένους (κατά την προσωπική μου γνώμη) τραγουδοποιούς.

Στη συνέχεια θέση στη σκηνή πήραν οι Your hand in mine για να παρουσιάσουν με τη σειρά τους τον καινούργιο τους δίσκο με τίτλο The garden novels. Πριν κάποια χρόνια έχασα μια συναυλία τους που δεν έπρεπε να έχω χάσει, στην οποία παρουσίαζαν την πρωτότυπη μουσική για την ταινία Every Night Dreams (1933) του Ιάπωνα σκηνοθέτη Mikio Naruse. Ήταν λοιπόν ένα απωθημένο για μένα να τους δω επί σκηνής. Η μουσική τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως post chamber, λόγω της έντονης παρουσίας των πλήκτρων αλλά δε νομίζω πως ο χαρακτηρισμός χωρά το σύνολο του έργου τους. Κάποια στιγμή προσπάθησα να μετρήσω τα όργανα που χρησιμοποίησε το δίδυμο από τη Θεσσαλονική αλλά αποδείχθηκε άδικος κόπος, μπερδεύτηκα και τα παράτησα, δεν είχε και τόσο νόημα, άσε που αρκετά δεν είχα ιδέα πως λέγονται. Και δεν τους αρκούν τα ήδη υπάρχοντα όργανα, κατασκευάζουν και δικά τους, ένα όμορφο φετίχ. Φαντάζομαι πως κάποιος κακοπροαίρετος θα μπορούσε να τους κατηγορήσει για επιδειξιομανία, το αποτέλεσμα όμως θα τον αποστόμωνε θαρρώ.

Έπαιξαν τραγούδια και από τους δύο προηγούμενους δίσκους, περισσότερο συναυλία παρά παρουσίαση αλλά μάλλον πως δεν ενόχλησε κανέναν. Τα αποσπάσματα από την ταινία που προβάλλονταν στα κομμάτια από το soundtrack με έκαναν να επιθυμώ την επανάληψη εκείνης της προβολής που δεν πήγα τότε...
Και μια απορία, πώς άραγε δίνεις όνομα σε ένα ορχηστρικό κομμάτι;
Και μια επιθυμία, βραδυνή βόλτα υπό βροχή με αμάξι και υπόκρουση το αποψινό λάιβ...






Και οι δύο δίσκοι κυκλοφορούν από την δραστήρια Inner Ear Records .
Οι φωτογραφίες είναι του Γ.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Αρκετά μιλήσαμε γι' αγάπη - Ερβέ Λε Τελιέ

Είναι αυτή η σύνδεση με τη χώρα προέλευσης του βιβλίου που κατοικεί στο μυαλό μου, το άρωμα, τα χρώματα, η θερμοκρασία και άλλα τόσα που δυσκολεύομαι να τα κάνω λέξεις και που όταν τα νοσταλγώ με καθοδηγούν με ασφάλεια στο επόμενο βιβλίο.

Ένιωθα, λοιπόν, την ανάγκη να διαβάσω κάτι γαλλικό, απουσία ιδέας αφέθηκα να τριγυρνώ στο βιβλιοπωλείο σε αναζήτηση του βιβλίου εκείνου που δεν γνώριζα μα αναζητούσα. Αν και ο τίτλος μου φάνηκε κάπως γλυκανάλατος, εντούτοις η υπογραφή του Αχιλλέα Κυριακίδη στη μετάφραση αποτέλεσε το στοιχείο εκείνο το ικανό να με οδηγήσει κατευθείαν στο ταμείο χωρίς καν να ξεφυλλίσω ή να ανατρέξω στο οπισθόφυλλο. Είναι ωραίο το συναίσθημα της άγνοιας στο γύρισμα της πρώτης σελίδας.

Θαρρώ πως ήταν όντως αυτό που αναζητούσα, το βιβλίο που είχα την επιθυμία να διαβάσω.

Ο Ερβέ Λε Ταλιέ είναι μέλος του OULIPO (Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας), μιας ομάδας που ιδρύθηκε το 1960 από τον Raymond Queneau και τον Francois Le Lionnais, και συγκεντρώνει μαθηματικούς και συγγραφείς. Γνωστότερα έργα που ανήκουν σε αυτό το κίνημα είναι το "Ασκήσεις ύφους" του Κενώ και το "Void" του Πέρεκ, στο πρώτο ο συγγραφέας εξιστορεί 99 φορές την ίδια ιστορία κάθε φορά με διαφορετικό στυλ ενώ στο 300 σελίδων βιβλίο του Πέρεκ απουσιάζει το γράμμα "e".


" Ο Ιβ θέλει να γράψει ένα μυθιστόρημα με έξι πρόσωπα. Θα δώσει στο καθένα τους από μία αξία μιας πλάκας του ντόμινο, με το μηδέν να αντιστοιχεί σ' ένα πρόσωπο δευτερεύον, ποτέ το ίδιο. Το μυθιστόρημα θα ακολουθεί την εξέλιξη μιας παρτίδας αμπχάζιο ντόμινο: οι διπλές πλάκες θα γεννούν κεφάλαια με ένα μόνο πρόσωπο, οι απλές με δύο πρόσωπα και κατ' εξαίρεσιν τρία, αρκεί το ένα από τα τρία πρόσωπα να μην κάνει και να μην λέει τίποτα."



Πόσα βιβλία θα γραφτούν ακόμα με θέμα τον έρωτα; Άπειρα φαντάζομαι και το βιβλίο του Ερβέ Λε Τελιέ, παρά τις τεχνικές του ιδιαιτερότητες, είναι ακόμα ένα στο μακρύ κατάλογο. Δεν ξέρω αν είναι ευθέως ανάλογη η αναγνωστική ανάγκη για βιβλία γύρω από τον έρωτα, είναι όμως σίγουρα μεγάλη, και για αυτό το "ακόμα ένα" της παραπάνω πρότασης δεν είναι μειωτικό αλλά ελπιδοφόρο. Και ας μην είναι μονοπώλιο των Γάλλων ο μυθιστορηματικός (και κινηματογραφικός) έρωτας.

Καιρό είχα να ξενυχτίσω για να τελειώσω κάποιο βιβλίο, ωραίο το συναίσθημα, βάρβαρο το ξύπνημα.


Εκδόσεις opera.
Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης.

Πέμπτη, 27 Οκτωβρίου 2011

Ιστορία του γερασμένου παιδιού - Τζέννυ Έρπενμπεκ

Η Τζέννυ Έρπενμπεκ γεννήθηκε το 1967 στο Βερολίνο της Γερμανικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας. Γιαγιά της ήταν η μυθιστοριογράφος Hedda Zinner και παππούς της ο συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων Fritz Erpenbeck, ενώ ο πατέρας της, John Erpenbeck, είναι γνωστός φιλόσοφος, φυσικός, ψυχολόγος και μυθιστοριογράφος και η μητέρα της, Doris Kilias, είναι μεταφράστρια αραβικής λογοτεχνίας.
Αρχικά σπούδασε βιβλιοδεσία και στη συνέχεια θεατρικές επιστήμες και σκηνοθεσία μουσικού θεάτρου. Το 1995 άρχισε να εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη αλλά σύντομα άρχισε να σκηνοθετεί η ίδια παραστάσεις όπερας και μουσικού θεάτρου.

Η νουβέλα "Ιστορία του γερασμένου παιδιού" αποτελεί το συγγραφικό της ντεμπούτο το 1999.

Βασισμένο σε μια ιστορία που άκουγε μικρή από την γιαγιά της, η συγγραφέας ζήτησε και πήρε ειδική άδεια για να περάσει κάποιους μήνες στα πλαίσια της έρευνάς της σε ένα σχολείο ανάμεσα σε 17χρονους μαθητές.
Το έργο όμως ξεπέρασε την ιστορία και έγινε Ιστορία. Και αν σε ένα πρώτο επίπεδο ο τίτλος περιγράφει ακριβώς την υπόθεση, εντούτοις η αλληγορία είναι αδύνατο να κρυφτεί. Γραμμένο 10 χρόνια μετά την πτώση του τείχους και την ένωση της Γερμανίας, η συγγραφέας φέρει ακόμα την ταυτότητά της.

Ο τρόπος γραφής μου θύμισε την Ρουμάνα Χέρτα Μύλερ , η οποία γράφει επίσης στα γερμανικά, ίσως ο τρόπος που χρησιμοποιούν την γλώσσα να έχει να κάνει με το παρελθόν, τα βιώματα, τον φόβο της λογοκρισίας, γιατί και η Έρπενμπεκ, αν και όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό όσο η Μύλερ, χρησιμοποιεί την γλώσσα ως πέπλο πίσω από το οποίο εκτυλίσσεται η Ιστορία.

Εκδόσεις Ίνδικτος.
Μετάφραση και επίμετρο Αλέξανδρος Κυπριώτης.

υγ το βιβλίο εμφανίζεται ως εξαντλημένο από τον εκδοτικό οίκο...

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

Το δέρμα που κατοικώ (2011)



Αγαπητέ Πέδρο,

πριν λίγο γύρισα σπίτι από το σινεμά. Είδα την τελευταία σου ταινία με τίτλο : Το δέρμα που κατοικώ. Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου κάποιες σκέψεις μου με αφορμή το νέο σου δημιούργημα.

Πριν από οτιδήποτε άλλο θα ήθελα να δηλώσω θαυμαστής σου, αν δεν κάνω λάθος πρέπει να έχω δει όλες τις ταινίες τις οποίες έχεις σκηνοθετήσει. Σου έβγαλα το καπέλο όταν άφησες πίσω σου τις πρώτες ταινίες και προχώρησες σε πιο σκοτεινά μονοπάτια. Στο "μίλα της" έκλαιγα σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια, τότε ντράπηκα μόλις άναψαν τα φώτα, ήταν όμως η τελευταία φορα που έκλαψα σε ταινία και τώρα το μετανιώνω που δεν το "απόλαυσα". Χρειάστηκε αρκετές φορές να σε υπερασπιστώ, ειδικά απέναντι σε ομοεθνείς σου, σε κατηγορούσαν ότι προκαλούσες για την πρόκληση, ισχυριζόμουν πως είσαι ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής...

Με λαχτάρα πήγα στο σινεμά απόψε, όχι τόσο για τις διθυραμβικές κριτικές όσο για σένα, για το σινεμά των δημιουργών. Δεν με έπεισες Πέδρο. Δεν θα αναφερθώ στα (αναμενόμενα) τέλεια τεχνικά χαρακτηριστικά, αναγνωρίζω την ικανότητα τόσο την δική σου όσο και των συνεργατών σου. Ιδιαίτερη μνεία στην σκηνογραφία, μη αναμενόμενα (για μένα) καλός ο Μπαντέρας, δεν του το είχα ομολογώ. Έλειπε η ψυχή όμως Πέδρο. Δεν ήταν ότι μου φάνηκε ακραίο το σενάριο, η "πεζή" καθημερινότητα απουσιάζει από όλα τα τελευταία σενάρια που έχεις γράψει άλλωστε. Βλέποντας την ταινία ένιωσα την έλλειψη έμπνευσης, δεν συμμερίζομαι την απορία της κοπέλας που αναρωτήθηκε βγαίνοντας από την αίθουσα " μα καλά πως τα σκέφτηκε όλα αυτά;", σε θεωρώ ικανό να σκεφτείς πολλά περισσότερα. Έμεινα με την αίσθηση πως θέλησες να κάνεις μια ταινία κολάζ με όσες ιδέες περίσσεψαν από τις προηγούμενες ταινίες σου. Τώρα, φορτισμένος συναισθηματικά, το παραπάνω είναι απλώς μια αίσθηση, δεν μπορώ να στοιχειοθετήσω κατηγορία, δεν έχω τέτοια πρόθεση άλλωστε.

Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να νιώσω ενοχή για το γεγονός πως κρίνω την ταινία τόσο αυστηρά, καλώς ή κακώς όμως δεν μπορώ να την αντιμετωπίσω σαν μια μεμονομένη ταινία, για μένα είναι μια ταινία ενός πολύ αγαπημένου μου σκηνοθέτη. Ίσως αν την είχε σκηνοθετήσει κάποιος άλλος να την τοποθετούσα απλώς κάτω από την ταμπέλα αδιάφορη, αλλά με σένα δεν μου βγαίνει.

Θέλω να πιστεύω πως δεν θα παρεξηγήσεις τα λόγια μου, δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από την γνώμη ενός θεατή, απλά έχεις θέσει τον πήχη ψηλά εδώ και πολλά χρόνια. Ελπίζω όταν θα βγω από την αίθουσα στην επόμενη ταινία σου (γιατί θα πάω) να πω πως επρόκειτο για μια παρένθεση.


Un abrazo desde Grecia,
Yannis

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Μη μ' αφήσεις ποτέ - Καζούο Ισιγκούρο

"Λέγομαι Κάθυ Χ. είμαι τριάντα ενός ετών και είμαι συνοδός πάνω από 11 χρόνια."

Η Κάθυ, η Ρουθ και ο Τόμυ ήταν μαθητές στο Χέιλσαμ, ένα οικοτροφείο χαμένο κάπου στην αγγλική ύπαιθρο. Μετά από χρόνια η Κάθυ αποφασίζει να ξετυλίξει το κουβάρι της μνήμης.

Είναι το πρώτο μυθιστόρημα του Ισιγκούρο που διαβάζω αλλά τολμώ να πω πως πρόκειται για έναν αξιολογότατο σύγχρονο συγγραφέα. Είναι αρκετά γνωστός και συνεχώς έπεφτα πάνω του αλλά όσο και αν φαίνεται παράξενο ή χαζό το όνομά του αποτελούσε (μάλλον) την αιτία που τον απέφευγα. Μη με ρωτήσετε γιατί, δεν έχω εξήγηση. Όμως τους τελευταίους μήνες πολλοί μου μίλησαν για τον γεννημένο στην Ιαπωνία συγγραφέα.

Ο συγγραφέας επιλέγει να μην δείξει από την αρχή τα χαρτιά του, μαεστρικά με το πέρασμα των σελίδων αποκαλύπτει όσα πιστεύει πως πρέπει να αποκαλυφθούν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να υποβάλει τον αναγνώστη σε ένα πλήθος ερωτημάτων και υποθέσεων. Για ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ιστορίας αυτά τα ερωτήματα ήταν που μου κρατούσαν κυριώς το ενδιαφέρον, ήθελα απαντήσεις και δικαίωση των υποθέσεων στις οποίες είχα προβεί, όταν όμως δεν υπήρχε πια μυστήριο συνειδητοποίησα πόσο όμορφα και αβίαστα ο συγγραφέας με είχε ενεπλέξει στο πραγματικό πυρήνα του μυθιστορήματος, στην ιστορία της Κάθυ, της Ρουθ και του Τόμυ. Η τεχνική στην υπηρεσία της πλοκής. Ο συγγραφέας αποφεύγει να πέσει στην παγίδα των ευρημάτων του και αυτό ίσως είναι το μυστικό που μετατρέπει μια καλή αρχική ιδέα σε ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Αρχική πρόθεση μου ήταν, αφού διαβάσω το βιβλίο, να δω και την ταινία η οποία προβλήθηκε πέρυσι στους κινηματογράφους, τώρα διστάζω, φοβάμαι μήπως χαλάσει η αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση του πανέμορφου αυτού μυθιστορήματος, κάποια άλλη στιγμή ίσως.

Ο Καζούο Ισιγκούρο γεννήθηκε το 1954 στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας, αλλά πέντε ετών μετακόμισε με την οικογένειά του στη Βρετανία.

Πολύ καλή η μετάφραση από την Τόνια Κοβαλένκο.

Εκδόσεις Καστανιώτη.





Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

Κατανόηση Vs Απόλαυση

Αδυνατώ να διαβάσω λογοτεχνία σε άλλη γλώσσα πλην της ελληνικής. Αν και το επίπεδό μου τόσο στα αγγλικά όσο και στα ισπανικά θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως υψηλό εντούτοις δεν τα καταφέρνω. Δεν είναι θέμα κατανόησης αλλά απόλαυσης. Σα να στέκει ξένο το κείμενο απέναντί μου, χωρίς να καταφέρνει να με αγγίξει, οι λέξεις αρνούνται πεισματικά να ενεργοποιήσουν τις αισθήσεις εντός μου. Τι νόημα έχει άραγε να μπορείς να ακολουθήσεις την πλοκή της ιστορίας αν δεν μπορείς να την αισθανθείς;

Είναι κάτι το οποίο έχω συζητήσει με αρκετούς ανθρώπους. Λίγοι είναι αυτοί που μοιράζονται το ίδιο "πρόβλημα". Οι περισσότεροι, χωρίς να είναι κάτι που τους απασχολεί ιδιαιτέρως, ισχυρίζονται πως πρόκεται απλώς για θέμα τριβής και εξοικείωσης. Πιστεύουν δηλαδή πως είναι κάτι πάνω στο οποίο θα μπορούσα σιγά σιγά να δουλέψω. Δεν ξέρω. Δεν αμφισβητώ αυτό το οποίο μου λένε. Ίσως να είναι έτσι ακριβώς. Ποιά όμως θα είναι τα βιβλία που θα πρέπει να θυσιάσω στο βωμό ετούτο;

Κάποτε σκέφτηκα να διαβάσω στο πρωτότυπο βιβλία που ήδη έχω διαβάσει σε μετάφραση. Δύο ενστάσεις. Η πρώτη είναι ότι δεν θέλω σε καμία περίπτωση να διαβάσω ξανά ένα βιβλίο από "υποχρέωση", με κάποιο στόχο μεταγενέστερο έξω και πέρα από το ίδιο το βιβλίο, μακριά από την καθαρή ανάγκη να επιστρέψω σε εκείνο. Επίσης πιστεύω - και αυτό αποτελεί την δεύτερη ένσταση- πως η τριβή με την ανάγνωση σε άλλη γλώσσα θα έπρεπε να γίνει με κείμενα παρθένα, αφού με τα ήδη γνωστά το συναίσθημα έχει κιόλας διαμορφωθεί εντός μου.

Δε θα είχε νόημα να συντάξω μια λίστα με τα βιβλία που θα ήθελα να διαβάσω στη μητρική τους γλώσσα γιατί θα έπρεπε να τα συμπεριλάβω όλα. Ποιός δεν θα επιθυμούσε να διαβάζει διαρκώς από το πρωτότυπο; Ένα απωθημένο όμως έχω : κάποια στιγμή το επίπεδό μου στα ισπανικά να φτάσει σε τέτοιο επίπεδο ώστε να μπορέσω να διαβάσω και να απολαύσω το "κουτσό" του Χούλιο Κορτάσαρ.

Ευτυχώς το επίπεδο των ελληνικών μεταφράσεων είναι αρκετά υψηλό. Ελπίζω απλώς η "κρίση" να μην επηρεάσει (πολύ) ούτε την ποιότητα ούτε την ποσότητα των τίτλων που μεταφράζονται στα ελληνικά.


Και δεν είναι προφανώς μόνο η λογοτεχνία. Είναι και η ξένη ποίηση, την οποία σχεδόν αποφεύγω. Εκεί είναι που πασχίζω με το πρωτότυπο αλλά το επίπεδο είναι τελείως διαφορετικό. Είναι και η μουσική, η οποία είναι κυρίως αγγλόφωνη. Ψάχνω και βρίσκω τους στίχους, έτσι ξέρω τι λένε αλλά δεν μου αρκεί. Αυτό εξηγεί και την ιδιαίτερη σχέση μου με τον ελληνικό στίχο.

Αφορμή για τη συγκεκριμένη ανάρτηση η πρόθεση μιας Γερμανίδας φίλης μου να διαβάσει το "μαγικό βουνό" του Τόμας Μαν. Φθόνος.