Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κοκάλινα ρολόγια - David Mitchell





Ντέιβιντ Μίτσελ δεν είχα διαβάσει ως τότε, και όμως, η τύχη τα φέρνει καμιά φορά έτσι, που μια αναγνωστική επιλογή, υποκινούμενη κάπως από ένα καπρίτσιο, όπως για παράδειγμα από τη σκέψη: γυρίζοντας σπίτι θα διαβάσω το πρώτο βιβλίο που θα αντικρίσω από τη στοίβα με τα προσεχώς, αυτή θα είναι η επιλογή για το επόμενο βιβλίο, αφού αλλιώς δεν μπορώ να αποφασίσω· Και φτάνοντας στο τέρμα της ανηφόρας, Τα κοκάλινα ρολόγια με περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας, το πλέον δροσερό μέρος όταν έξω κάνει μια ζέστη αστικά αφόρητη μα παραθαλάσσια ποθητή, και έτσι, αν και δεν ήταν η ακριβής τέλεση της σκέψης ή της επιθυμίας αν προτιμάτε, τα έφερε έτσι η συγκυρία, που λίγες μέρες πριν πάρω κάποια ρεπό μαζεμένα από έναν χειμώνα μακρύ, ήρθε η στιγμή να διαβάσω Ντέιβιντ Μίτσελ για πρώτη φορά, και σίγουρα όχι τελευταία.

Λίγες μόνο ώρες μετά έκανα την ακόλουθη σκέψη, την οποία και φρόντισα να μοιραστώ ψηφιακά, και ήταν διατυπωμένη κάπως έτσι, οι μέρες, έγραψα, πριν την καλοκαιρινή διακοπή, την πολυπόθητη αυτή διακοπή, μοιάζουν με μυθιστόρημα του Μίτσελ, διαθέτουν λίγη μαγεία, αρκετό ρεαλισμό και μια υποδόρια αγωνία, τι θα γίνει τελικά, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Και ας βάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο στόμα της πικρόχολης επιμελήτριας τον αφορισμό πως όσο μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος, άλλο τόσο μπορεί ένα βιβλίο να είναι ολίγον φανταστικό, εμένα με είχε κυριεύσει εκείνη η σκέψη σύνδεσης της αναμονής με το λογοτεχνικό σύμπαν του Αμερικανού συγγραφέα.

Και οι σελίδες περνούσαν, και εγώ βυθιζόμουν στην εξέλιξη της ιστορίας, στις εικόνες μαγικού ρεαλισμού, εκεί που όλα έμοιαζαν πιθανά, αν και συνήθως όχι εύκολα, μήτε ευχάριστα, με μια επίφαση ρεαλισμού, με ένα πρόσχημα πλοκής αντιληπτής από το πλέον απαίδευτο μάτι, εκείνο που δεν έχει μάθει, ή αρνείται να παραδεχτεί πρώτα και να αντικρύσει στη συνέχεια πως πίσω από τον προφανή υπάρχει ένας ακόμα ολόκληρος κόσμος, βγαλμένος από τις ιστορίες των γιαγιάδων και τα βάθη των ονείρων, με μια αδικαιολόγητη επιμονή στον ορθολογισμό, με ένα μαστίγιο απέναντι στη φαντασία, με τα εγχειρίδια της ιατρικής ανά χείρας και τις γενικεύσεις απέναντι στο μη απτό, στο μη κατανοητό.

Μπορεί η ιστορία να ξεκινά κάπως αμήχανα, μία έφηβη, η Χόλι Σάικς, φεύγει από το σπίτι της μετά από έναν τσακωμό με τη μητέρα της, αφορμή για την οποία στάθηκε η σχέση της με έναν μεγαλύτερο άντρα, και μια ερωτική απογοήτευση που δεν άργησε να εκραγεί, όταν εκείνη τον βρήκε στο κρεβάτι με την καλύτερή της φίλη, τη στιγμή που όλο χαρά και όνειρα έφτασε σπίτι του για να του ανακοινώσει πως τα εγκατέλειψε όλα για χάρη του, για να είναι μαζί για πάντα. Μια δεύτερη φυγή, μια περιπλάνηση, μακριά από ό,τι γνωστό θα οδηγήσει την ιστορία στις παρυφές του κόσμου μας, μαεστρικά καθοδηγημένη από τη φαντασία και το ταλέντο του Μίτσελ στην αφήγηση και στη σύνθεση μεμονωμένων περιστατικών.

Και το ποσοστό της μαγείας αυξανόταν, ο ρεαλισμός υποχωρούσε, ποιος τον είχε έτσι κι αλλιώς ανάγκη, και η αγωνία κορυφωνόταν, όμως πλέον ένας ενθουσιασμός άπειρων δυνατοτήτων τη συνόδευε στην έξαρσή της, και οι σελίδες περνούσαν, η ιστορία με παρέσερνε, η καταβύθιση δεν φόβιζε μήτε προκαλούσε ασφυξία, μα αποκάλυπτε έναν νέον κόσμο.

Έτσι, από μια σύμπτωση, Τα κοκάλινα ρολόγια να βρεθούν στο πλέον δροσερό μέρος, την κατάλληλη χρονική στιγμή, τότε που δεν μπορούσα ν' αποφασίσω για το επόμενο αναγνωστικό βήμα, βρέθηκα να διαβάζω Μίτσελ για πρώτη φορά, όταν ο ρεαλισμός έπρεπε πάση θυσία να σβήσει μέσα στη φαντασία. Αν και θα μπορούσε να λειτουργήσει και αντίστροφα χρονικά, τώρα που έχω πια πίσω μου τη διακοπή, η φαντασία να οδηγήσει ομαλά πίσω στον ρεαλισμό, σε έναν ρεαλισμό όμως γεμάτο από ρήγματα.

Και βέβαια ο κόσμος του Ντέιβιντ Μίτσελ δεν θα είχε την επίδραση αυτή χωρίς τη γλωσσική διαμεσολάβηση της μεταφράστριας και συγγραφέως Μαρίας Ξυλούρη.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Τόπος


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας - Χρυσόστομος Τσαπραΐλης




Λέγεται πως αν χέρι ζερβό ανοίξει το χάρτη της Θεσσαλίας και πάει στην τύχη να διαλέξει ένα σημείο, τότε αλάθευτα θα πέσει στην πόλη της Καρδίτσας, και συγκεκριμένα στις παρυφές της, στη συνοικία που είναι γνωστή ως Λάκκα του Μαντζιάρα.
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό, αφήνοντας έξω την ψυχή και το συναίσθημα; Δεν ξέρω. Η έλξη που ασκούν οι ιστορίες μεταφυσικού τρόμου, το ελάχιστο άνοιγμα των δακτύλων στην παλάμη που κρύβει το βλέμμα, η αδυναμία του ορθολογισμού, να αποτελέσει ένα ασφαλές ανάχωμα ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Όταν η Λάκκα του Μαντζιάρα ήταν ακόμα γούβα και τα άροτρα χάραζαν τα χωράφια που τώρα βρίσκονται στον βυθό της λίμνης του Πλαστήρα, ζούσε στην Ιτέα της Καρδίτσας μια τρομερή αρχόντισσα που 'χε τρεις νεαρές ανιψιές, μα κανένα δικό της παιδί. Την έτρεμε όλο το χωριό γιατί καμιά πόρτα και κανένας τοίχος δεν την κράταγε.
Δεν θα μπορούσα, σκεφτόμουν, να σου διαβάζω τις ιστορίες αυτές τα βράδια, για να σε πάρει ο ύπνος, στη ρομαντική ατμόσφαιρα με μοναδικό το φως των κεριών μέσα στο δωμάτιο, ή έστω κάπου έξω, ανάμεσα σε κάποιες οροσειρές ή με τον ήχο των κυμάτων να δίνει τον ρυθμό στη νύχτα. Ούτε κι εγώ θα ένιωθα άνετα διαβάζοντας τες ξανά. Ίσως μια κρύα νύχτα με αστραπές ν' αποτελούσε κατάλληλο σκηνικό ανάγνωσης για τις ιστορίες του Τσαπραΐλη, αν νιώθει κανείς τολμηρός και θαρραλέος. Και αν ακόμα αποδειχτεί θαρραλέος, σκυμμένος πάνω απ' τις σελίδες της συλλογής αυτής, πώς αλήθεια σηκώνει το βλέμμα;
Δεν το 'χε σε τίποτε να ξεπροβάλει τη νύχτα πλάι στο μαξιλάρι αυτών που την είχαν ενοχλήσει και να τους πάρει τη μιλιά ή την πνοή. Διαφέντευε τον καιρό κι έκανε τις σοδειές να αργοσβήνουν. Ήταν και κάποιες φορές που δεν σεβόταν ούτε τους νεκρούς κι άρπαζε τα πτώματα από τους φρεσκοσκαμμένους τάφους.
Σίγουρα υπάρχει το λαογραφικό ενδιαφέρον στις Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, σίγουρα υπάρχουν και λογοτεχνικές αρετές, όπως η οικονομία των λέξεων και η απόδοση της ατμόσφαιρας, όμως όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αγγίξουν τον αναγνώστη εκείνον που αποκλείει το φανταστικό ως μη πραγματικό και άρα ψεύτικο, εκείνον που έχει πείσει τον εαυτό του πως ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στο εύρος των πέντε του αισθήσεων, και έχει καταχωνιάσει την αμφιβολία βαθιά μέσα στο ασυνείδητό του, και μόνο κάποια βράδια, μετά από έναν ανήσυχο ίσως ύπνο, ξυπνάει ιδρωμένος με ένα παράξενο συναίσθημα τρόμου.

Δεν ξέρω γιατί λέω αυτά αντί να μιλήσω για τα παιδικά καλοκαίρια στο χωριό, για τη θέα του κάμπου περνώντας τα βουνά της Φθιώτιδας, για τις νύχτες που ο άνεμος φέρνει ήχους στο κλειστό σπίτι.

Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη, βρίσκω την ευκαιρία να διαβάσω ξανά κάποιες από αυτές τις ιστορίες· νιώθω πάλι εκείνο το συναίσθημα αβεβαιότητας, σκέφτομαι πως αυτή η αποσπασματική αναγνωστική προσέγγιση έχει μια άγρια ομορφιά, που ίσως επενεργεί πιο δραστικά από τη γραμμική ανάγνωση του βιβλίου απ' την αρχή μέχρι το τέλος, ανάγνωση που διαρκεί λίγες ώρες και μπορεί να προκαλέσει σιγά σιγά κάποια οικειότητα, κι ύστερα κάποια εκλογίκευση, και να σου στερήσει τελικά το συναίσθημα των πρώτων σελίδων.

Και δεν είναι αδικαιολόγητο το γεγονός πως το βιβλίο του Τσαπραΐλη δεν άργησε καθόλου να βρει το κοινό του, να κάνει δεύτερη έκδοση μέσα σε ελάχιστες ημέρες και να φιγουράρει στα ευπώλητα διάφορων βιβλιοπωλείων. Δεν είναι μόνο η δεδομένη αξία των ιστοριών, είναι και το γεγονός πως απευθύνεται (και) σε ένα κοινό που συνήθως δεν καταγράφεται σε καμία έρευνα φιλαναγνωσίας, με συνεκτικό στοιχείο κυρίως τη μουσική και την αγάπη για το μεταφυσικό και τον τρόμο.

Παρ' όλη τη λαχτάρα που ένιωθα για την επικείμενη έκδοση της συλλογής Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, η ανάγνωση κατάφερε να  ξεπεράσει τις όποιες προσδοκίες.

Εκδόσεις αντίποδες   




Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Κι αν εγω χαθώ - Adam Haslett




Μου φαίνεται αξιοθαύμαστο το πώς ο χρόνος τρυπώνει σ' ένα μέρος. Και πόσο χρονικά κενό είναι ως εκ τούτου το κάθε καινούριο μέρος. Το ταβάνι αυτό, για παράδειγμα, στην καινούρια μου κρεβατοκάμαρα όπως τη λούζει ο πρωινός ήλιος του Σεπτέμβρη. Δεν σημαίνει τίποτα σχεδόν. Είναι νέο, όπως και το φωτιστικό στο κέντρο του και το παράθυρο με το διπλό τζάμι απ' 'οπου μπαίνει ο ήλιος, και οι ντουλάπες με τα ξύλινα πορτόφυλλα εκατέρωθεν, που 'χουν μέσα τους τόσο πιο λίγα πράγματα απ' όσο οι παλιές ντουλάπες στο Ουόλκοτ. Που είναι σωστά όλα αυτά, ειλικρινά, είναι ώς οφείλουν.
Η ψυχική αστάθεια, αυτό το κάτι που είναι σπασμένο κάπου μέσα στο σώμα, αυτές οι ουσίες που δεν κυκλοφορούν επαρκώς απ' τον εγκέφαλο μέχρι το τέλος κάθε νευρικής απόληξης. Η αδυναμία να καταλάβεις ο ίδιος, η πίστη πως ο ίδιος μπορείς να τα καταφέρεις, η αίσθηση πως υπάρχει ένα μαγικό χάπι που μπορεί να τα ξεκαθαρίσει όλα, η σχέση με τους άλλους, η ανυπαρξία μετρήσιμων παθολογικών ευρημάτων. Το στίγμα. Η δυσκολία διαχείρισης της πιο απλής κατάστασης. Το βάρος. Η υποχώρηση του αισθήματος της αυτοσυντήρησης.

Πώς να εξηγήσεις σε κάποιον κάτι που και εσύ ο ίδιος αδυνατείς να κατανοήσεις; Μπορείς να τα καταφέρεις, σου λένε, ήρεμα ή αυστηρά, και το βάρος μεγαλώνει, οι ενοχές γιγαντώνονται. Στο μυαλό είναι όλα, δεν υπάρχει δεν μπορώ υπάρχει μόνο δεν θέλω. Προσπάθησε. Ύστερα έρχονται οι ειδικοί, συχνά αργά, συχνά για να επιβαρύνουν την κατάσταση. Αποτελείς μέρος στατιστικών και μελετών, φαρμακευτικά σχήματα, ελάχιστη εξατομίκευση. Συνταγογράφηση. Δοκιμές. Προσπαθείς, λιγότερο ή περισσότερο, αφήνεσαι, λιγότερο ή περισσότερο. Τα παρατάς.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα γονίδια δεν εξαφανίζονται με τον θάνατο, περνούν στην επόμενη γενιά.

Η Μάργκαρετ δεν εγκαταλείπει τον Τζον όταν εκείνος, λίγο μετά τον αρραβώνα τους, νοσηλεύεται με κατάθλιψη, παρά τις πιέσεις που θα δεχτεί. Θα αποκτήσουν τρία παιδιά. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Ο Χέισλετ χωρίζει το μυθιστόρημά του σε κεφάλαια, και σε κάθε ένα από αυτά δίνει τον λόγο σε ένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, αλλάζοντας διαρκώς την οπτική γωνία και την αφηγηματική φωνή. Οι σκέψεις του καθενός, η πορεία της ζωής του με το πέρασμα των χρόνων, οι σχέσεις μεταξύ τους, οι δεσμοί που είναι αδύνατον να κοπούν εντελώς, όσο μακριά και αν βρεθεί το κάθε παιδί. Η κατάθλιψη αποτελεί ένα μόνο μέρος της ιστορίας, διαρκώς παρούσα αλλά μέρος της ιστορίας, που επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την ενηλικίωση των παιδιών, αναδεικνύει την ανεπάρκεια της θέλησης και συγκινεί με την επιμονή.

Ο Χέισλετ επιτυγχάνει κυρίως να μην ωραιοποιήσει μια κατάσταση, όχι την κατάθλιψη, αλλά την αντίδραση των υπολοίπων απέναντί της. Η ζωή συνεχίζεται, γεμάτη με επιπτώσεις λόγω του παρελθόντος, ο χρόνος κυλά, οι αναμνήσεις ενίοτε υποχωρούν μπροστά στο καινούριο. Τονίζει την αδυναμία μας, την αδυναμία όλων μας να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη, είτε ως φέροντες τη νόσο, είτε ως περιβάλλοντες τον νοσούντα. Και ας νιώθουμε προοδευτικοί και χωρίς προκαταλήψεις.

Διαβάζοντας το Κι αν εγώ χαθώ, ένιωθα ένα πέπλο ομίχλης να με χωρίζει από την ιστορία. Σκέφτηκα πως αυτό οφειλόταν στην τεχνική αρτιότητα και την έλλειψη συναισθήματος του μυθιστορήματος, στην "ανικανότητα" της αμερικανικής λογοτεχνίας απέναντι στην ευρωπαϊκή για παράδειγμα. Τώρα όμως κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Η ομίχλη αυτή ήταν μέρος της δικής μου ματιάς, της αδυναμίας μου να διακρίνω τις λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας, κατέχοντας τον ρόλο του παρατηρητή από απόσταση, ομίχλη πυκνότερη της ομίχλης των μελών της οικογένειας, που με τη σειρά τους δεν μπορούν να διακρίνουν, να κατανοήσουν την κατάσταση ενός καταθλιπτικού. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια της γραφής του Αμερικανού συγγραφέα, αυτός μοιάζει να είναι ο στόχος του, η ανάδειξη της αδυναμίας για κατανόηση, για ταύτιση, για υπερκερασμό της κοινωνικής φωνής που με ευκολία λέει: να μην παντρευόταν έναν άρρωστο.

Το μυθιστόρημα δεν είναι σκληρό, δεν είναι υπέρμετρα στενάχωρο, δεν υποβάλλει τον αναγνώστη σε συναισθηματικούς εκβιασμούς. Αφηγείται μια αληθοφανή ιστορία χωρίς κραυγές.   

Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορίες καλοκαιρινής ανάγνωσης




Δεκαπέντε ώρες. Τόσες έκανε το καράβι να φτάσει στο νησί. Κι εγώ το ευχαριστήθηκα. Είχα ανάγκη ένα ταξίδι. Αρκετοί με κοίταξαν κάπως παράξενα όταν μοιράστηκα μαζί τους τον ενθουσιασμό μου. Δεν ήθελα απλώς να βρεθώ στο νησί, ήθελα να ταξιδέψω μέχρι το νησί, διευκρίνισα κάπως άσκοπα. Κάτι αντίστοιχο, σκεφτόμουν, ίσως να συμβαίνει και με τα πολυσέλιδα βιβλία.

Μα δεν είναι φοβερή συγγραφέας η Γουίντερσον, είπα βγαίνοντας στον κήπο· είχα δει Το Πες μου μια ιστορία αφημένο πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Εκείνη συμφώνησε. Το τελείωσε λίγες μέρες αργότερα στην παραλία.

Μετά την τρίτη ή τέταρτη μέρα, έβαζα ξυπνητήρι. Κατέβαινα τη σκάλα με κάποια δυσκολία. Έφτιαχνα καφέ και έβγαινα στον κήπο. Η άβολη σιδερένια καρέκλα με βοηθούσε να ξυπνήσω. Περνούσα δύο ή τρεις ώρες διαβάζοντας. Τους υπόλοιπους δεν τους συναντούσα παρά αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν κατέβαινα στην παραλία.

Είναι κάτι σαν παράδοση, να διαβάζω ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε καλοκαίρι, και ίσως ακόμα ένα κάπου γύρω στα Χριστούγεννα, απάντησα όταν εκείνη όλο έκπληξη με ρώτησε: πάλι Σιμενόν θα διαβάσεις;

Η βιτρίνα του βιβλιοπωλείου στο νησί ήταν αρκετά υποσχόμενη. Με αφορμή ένα δώρο που ήθελα να κάνω στο φιλόξενο ζευγάρι μπήκα μέσα ένα πρωί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως έτσι και αλλιώς θα πήγαινα, αλλά πάντα χρειάζομαι μια αφορμή. Συνηθισμένος από τα βιβλιοπωλεία των μεγάλων πόλεων, ένιωσα μια απογοήτευση. Εκεί όμως που περιαργαζόμουν τα ράφια βρήκα έναν θησαυρό, την εξαντλημένη εδώ και χρόνια νουβέλα της Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Σιγά τη σοφία θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Με την ευκαιρία διάβασα μετά από χρόνια το βιβλίο ξανά.

Φέτος, πρώτη φορά στη ζωή μου, διέσχισα νεκροταφείο νύχτα. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Μια κοπέλα, λίγο αφού χωριστήκαμε, μετά από κάποια ποτά στην πλατεία του ορεινού χωριού, έτρεξε πίσω μας και μας είπε: μήπως θα θέλατε να σας δείξω κάποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του τόπου; Δεχτήκαμε. Στο τέλος της βόλτας είχαμε δύο επιλογές: ή να περάσουμε μέσα από το νεκροταφείο ή να επιστρέψουμε από τον δρόμο που είχαμε πάρει. Εκείνες τις ημέρες διάβαζα το βιβλίο του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, και κάποιοι θα βιαστούν να πουν πως επρόκειτο για απλή σύμπτωση.

Γιάννη, μου είπε μια γιαγιά στο καφενείο, το βράδυ οι ερωτευμένοι δεν διαβάζουν.




Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Τα άδεια σπίτια




Τα σπίτια δεν πρέπει να μένουν άδεια, είπε. Φεύγοντας απ' το νησί για καλοκαίρι, θα άφηνε το κλειδί κάτω από το πιατάκι της γλάστρας με τον βασιλικό· αυτή θα ήταν άλλωστε και η μόνη μου υποχρέωση, να τον ποτίζω όσο θα ήμουν εκεί.

Έφτασα την ώρα που χάραζε, η θάλασσα ήταν ήρεμη και εγώ σκεφτόμουν όλες εκείνες τις φράσεις κλισέ για να αποδώσει κανείς τα χρώματα του ουρανού. Το κλειδί βρισκόταν στο συμφωνημένο μέρος. Ένιωσα λίγο παράξενα ανοίγοντας την πόρτα, μια ενοχή παραβίασης. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω τον διακόπτη για το φως του σαλονιού. Στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα με οδηγίες για το σπίτι, ένας χάρτης με τις παραλίες και μια ευχή: να περάσεις όμορφα.

Μία από τις οδηγίες έλεγε: η βιβλιοθήκη μου στη διάθεσή σου. Χαμογέλασα.

Το πολύωρο ταξίδι μού είχε αφήσει μια αίσθηση παρόμοια με εκείνη της ανάγνωσης ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος. Στην εποχή της της ολοένα και αυξανόμενης ταχύτητας, αυτό το πάγωμα του χρόνου είναι λυτρωτικό, αυτό το καταφύγιο σε ένα καινούριο περιβάλλον, στο οποίο είσαι παρατηρητής, αυτό το βάρος της εμπειρίας, αυτή η αβίαστη ανάδυση των στερεσκοπικών εικόνων.

Τα μεγάλα μυθιστορήματα που μας γοήτευσαν δεν θα είχαν την ίδια επίδραση πάνω μας αν ήταν πιο σύντομα, αυτό σκεφτόμουν λίγο πριν πέσω να ξαπλώσω εκείνο το πρωί.

Όταν ξύπνησα, ένιωθα ήδη μακριά απ' όλα.