Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Δευτέρα, 25 Σεπτεμβρίου 2017

Τελευταία έξοδος - Federico Axat




Ο Τεντ Μακέι ήταν έτοιμος να ρίξει μια σφαίρα στον κρόταφο, όταν άρχισε να χτυπάει επίμονα το κουδούνι της πόρτας.
Περίμενε. Δεν μπορούσε να πιέσει τη σκανδάλη με κάποιον έξω από την πόρτα.
Φύγε, όποιος κι αν είσαι.
Ξανά το κουδούνι. Μετά, μια αντρική κραυγή:
"Ανοίξτε, ξέρω ότι με ακούτε!"

Με πατημένο το γκάζι, ήδη από την πρώτη πρώτη γραμμή, ξεκινάει ο Αργεντίνος Federico Axat τη διήγηση της ιστορίας του Τεντ Μακέι, τη στιγμή που, ενώ ήταν έτοιμος να πατήσει τη σκανδάλη και να θέσει τέλος στη ζωή του, το επίμονο χτύπημα στο κουδούνι της πόρτας θα τον αναγκάσει να την ανοίξει σε έναν ξένο, που μοιάζει με πωλητή, και έχει να του προτείνει κάτι τρελό: ισχυριζόμενος πως είναι μέλος μιας οργάνωσης, του δίνει τη δυνατότητα να μετατραπεί από υποψήφιος αυτόχειρας σε θύμα δολοφονίας, και να μειώσει με αυτόν τον τρόπο την οδύνη της οικογένειάς του. Πριν απ' αυτό όμως, του προτείνει να δολοφονήσει έναν ατιμώρητο από την δικαιοσύνη εγκληματία και ύστερα ένα μέλος της οργάνωσης, που επίσης επιθυμεί να αυτοκτονήσει. Μπέρδεμα ε;

Με τις ανατροπές να ακολουθούν η μία την άλλη σε ρυθμό καταιγιστικό, θα ήταν ασυγχώρητο εκ μέρους μου να αναφερθώ περαιτέρω στην υπόθεση του βιβλίου, χάνοντας έτσι την ευκαιρία να επισημάνω κάποια αδύνατα σημεία της πλοκής και των ανατροπών, αλλά επιτρέποντας στον υποψήφιο αναγνώστη να ακολουθήσει τον Τεντ Μακέι με σύμμαχο την άγνοια και έπαθλο την έκπληξη και το σασπένς.

Στο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα αναφέρεται κάτι που, αν και φαίνεται λογικό και όχι και τόσο πρωτότυπο ως αντίδραση σε συναίσθημα, πρώτη φορά αντικρίζω γραμμένο: ξεκίνησε να γράφει από πλήξη. Μόλις το διάβασα σκέφτηκα: άρα λογικό να γράψει ένα θρίλερ γεμάτο ανατροπές κάποιος που αντιμάχεται την προσωπική πλήξη, επιχειρώντας να εντυπωσιάσει τον ίδιο του τον εαυτό, να τον εκπλήξει, να τον ιντριγκάρει και να τον οδηγήσει πιο βαθιά μέσα στην ιστορία την οποία δημιουργεί ο ίδιος από το τίποτα. Και αν έτσι έγινε η πρώτη γραφή, σίγουρα οι επόμενες διέθεταν σημαντικό ποσοστό επιμέλειας και αλλαγών, με σκοπό να δέσει όλο αυτό το συνονθύλευμα ιδεών και εναλλαγών πορείας, να δημιουργηθούν κορυφές για το σασπένς και να διορθωθούν τα φιλολογικά στοιχεία. Κατασκεύασμα κατ' εξοχήν εγκεφαλικό, στρατευμένο να προκαλέσει συγκεκριμένα συναισθήματα, να οδηγήσει τον αναγνώστη σε απώλεια οποιουδήποτε ορίζοντα προσδοκιών και, αν προλάβει, να δημιουργήσει από ανατροπή σε ανατροπή, και τελικώς να προσφέρει μια καλή λύση του μυστηρίου.

Δεν μπορώ να πω πως εντυπωσιάστηκα από το βιβλίο του Axat, παρά το γεγονός πως το διάβασα σε χρόνο ρεκόρ, δεδομένου του όγκου του. Αν και είχε κάποια ενδιαφέροντα στοιχεία, εντούτοις έπασχε από ένα σύνηθες πρόβλημα, η εντυπωσιακή πρώτη ιδέα γρήγορα ξεμένει από καύσιμα, με αποτέλεσμα το ενδιαφέρον προοδευτικά να μειώνεται.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αγγελική Βασιλάκου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 21 Σεπτεμβρίου 2017

Η μυστική ιστορία - Donna Tart





Ήταν η περίοδος της μεγάλης αφήγησης, η ανάγκη για καταβύθιση σε έναν παράλληλο της πραγματικότητας κόσμο. Μια μέρα, στην παραλία ενός όμορφου κολπίσκου, ενώ δυσκολευόμουν ν' αποφασίσω αν θα αφήσω το βλέμμα να φτάσει μέχρι πέρα στον ορίζοντα πάνω από την αγριεμένη θάλασσα ή αν θα επιστρέψω στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, με την αγωνία για την εξέλιξη της υπόθεσης να με δελεάζει, σκεφτόμουν πως η επαφή με την τέχνη είναι μια απόπειρα αποκοπής από την πραγματικότητα, ή έστω συμπλήρωσής της, μια πράξη που ταυτίζεται με το εδώ και το τώρα, με αβέβαιη μελλοντική επίδραση, μια επισφαλής επένδυση χαμηλού ρίσκου. Πόσες είναι εκείνες οι επαφές με την τέχνη, τη λογοτεχνία εν προκειμένω, που μας έσωσαν, για να υπερβάλω λίγο, τη ζωή εκείνη τη στιγμή και στη συνέχεια χάθηκαν στους λαβύρινθους της μνήμης, μια θολή ανάμνηση και μια αιώνια ευγνωμοσύνη, χωρίς να είναι δυνατή τώρα, μέρες ή χρόνια μετά η ανάκληση έστω και του ελάχιστου της πλοκής; Μια αποκοπή μεγάλης χρονικής διάρκειας αναζητούσα εκείνη την περίοδο, και ας μην έμενε τίποτα για το μέλλον, παρά μόνο ένα απροσδιόριστο συναίσθημα στη θέα της ράχης του μυθιστορήματος σε κάποιο ράφι της βιβλιοθήκης.

Η Καρδερίνα, το τελευταίο από τα τρία βιβλία της Ταρτ, το πρώτο δικό της που διάβασα, με είχε γοητεύσει, με τον τρόπο που οι Αμερικανοί συγγραφείς ξέρουν να γοητεύουν, να στήνουν τις γενναιόδωρες αφηγήσεις τους, να ανατέμνουν τη σύγχρονη πραγματικότητα, να μη διστάζουν να πειραματιστούν, ξέροντας, καλύτερα απ' όλους, πώς να εντάσσουν στο έργο τους τα ερεθίσματα, την παγκόσμια λογοτεχνική κληρονομιά. Όταν εκείνη με είχε δει να διαβάζω την Καρδερίνα, για δύο ή τρεις συνεχόμενες Τετάρτες, όταν είχα τη συνήθεια να επισκέπτομαι το καφέ στο οποίο δούλευε, συνήθεια που ξαφνικά διέκοψα, μια Τετάρτη που απλώς δεν πήγα, αφού με ρώτησε πώς μου φαίνεται και εγώ της απάντησα πως δυσκολευόμουν να το αφήσω απ' τα χέρια μου, μου πρότεινε να διαβάσω κάποια στιγμή και τη Μυστική ιστορία. Το είχε διαβάσει πριν από πολλά χρόνια, δεν θυμόταν πολλά πέρα απ' το ότι της άρεσε πολύ.
Το χιόνι στα βουνά έλιωνε, και ο Μπάνι ήταν νεκρός αρκετές βδομάδες πριν αντιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης στην οποία είχαμε περιέλθει. Το πτώμα του βρέθηκε μετά από δέκα μέρες, ξέρετε. Ήταν το μεγαλύτερο ανθρωποκυνηγητό στην ιστορία του Βερμόντ – αστυνομία, FBI, μέχρι και στρατιωτικό ελικόπτερο· τα μαθήματα στο κολέγιο σταμάτησαν, το βαφείο στο Χάμπντεν έκλεισε, κόσμος ερχόταν από το Νιου Χαμπσάιρ, τη Νέα Υόρκη, ακόμα και από τη Βοστώνη.
Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι το μέτριο σχέδιο του Χένρι αποδείχτηκε τόσο αποτελεσματικό παρά τα απρόβλεπτα γεγονότα που συνέβησαν. Δεν σκοπεύαμε να κρύψουμε το πτώμα σε κάποιο μυστικό σημείο.
Με ιντριγκάρουν τα μυθιστορήματα εκείνα στα οποία ο συγγραφέας δεν διστάζει να προβεί στην κυρίως αποκάλυψη της πλοκής από την πρώτη κιόλας γραμμή, μια επίδειξη πίστης στον εαυτό του, ότι δεν έχει την ανάγκη της έκπληξης, για να κρατήσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον αμείωτο, και ταυτόχρονα η υπενθύμιση ότι μια δολοφονία και η μη διαλεύκανσή της μπορούν να είναι απλώς η αφορμή και όχι το κυρίως ζητούμενο σε μια πολυσέλιδη αφήγηση.

Ο Ρίτσαρντ Παπέν, καιρό αφού η ιστορία μπήκε στο αρχείο από την αστυνομία, επιχειρεί να ανασυνθέσει εκείνη την περίοδο, εκείνη την περίοδο που από μια σειρά τυχαίων γεγονότων βρέθηκε να φοιτά στο πανεπιστήμιο του Χάμπντεν, στο Βερμόντ, χιλιάδες μίλια μακριά από το σπίτι του και την προηγούμενη ζωή του, θαμπώθηκε από μια παράξενη ομάδα φοιτητών, που μελετούσε τον κόσμο της διανόησης, υπό την καθοδήγηση ενός χαρισματικού καθηγητή, σε ένα πρόγραμμα σπουδών στα όρια της ανοχής του ιδρύματος, και κατάφερε να γίνει τελικά μέλος της, εγκαταλείποντας το αρχικό πρόγραμμα σπουδών που είχε επιλέξει. Η επαφή με τους κλασικούς, τη φιλοσοφία, τις υψηλές ιδέες, η γοητευτική ακαδημαϊκή προσέγγιση, οι συζητήσεις υπό την επήρεια του αλκοόλ και η αίσθηση ότι ανήκει σε έναν κλειστό κύκλο, οδήγησαν τον Ρίτσαρντ σε μονοπάτια που ποτέ δεν είχε φανταστεί πως θα διαβεί, μακριά από την ακαδημαϊκή κανονικότητα, μονοπάτια που έφτασαν μέχρι τη δολοφονία του Μπάνι, και ακόμα παραπέρα.

Η επιμονή στις λεπτομέρειες και στην αναφορά μικρών επεισοδίων της παρουσίας του Ρίτσαρντ στο πανεπιστήμιο, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων των ηρώων, η φιλοσοφία και η ποίηση, τα ανθρώπινα πάθη και τα παιχνίδια του μυαλού, το διαρκές αίσθημα αγωνίας, παρά τη γνώση για την εξέλιξη της ιστορίας, η αφηγηματική ικανότητα της Ταρτ και ο έλεγχος πάνω στην ιστορία με τα δεκάδες παρακλάδια, όλα αυτά προσφέρουν μια αναγνωστική απόλαυση. Την προβολή της αρχικής, μεγάλης εικόνας της ιστορίας, ακολουθεί ένα αργό και αναλυτικό πέρασμα, ένα κολάζ, που, αφού ο αναγνώστης αντικρύσει από μακριά, εν συνεχεία έχει την ευκαιρία να το δει να ξεδιπλώνεται με όλες του τις ραφές και τα, αρχικώς, μη εμφανή επίπεδά του.

Εκείνη την ημέρα, στον κολπίσκο, η θέα της θάλασσας κέρδισε τη λαχτάρα για την ολοκλήρωση της Μυστική ιστορίας, την επομένη, στον κήπο, με τον πρώτο καφέ διάβασα τις τελευταίες σελίδες.

Μετάφραση Σάντυ Παρίση
Εκδόσεις Λιβάνη 

 

Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τα κοκάλινα ρολόγια - David Mitchell





Ντέιβιντ Μίτσελ δεν είχα διαβάσει ως τότε, και όμως, η τύχη τα φέρνει καμιά φορά έτσι, που μια αναγνωστική επιλογή, υποκινούμενη κάπως από ένα καπρίτσιο, όπως για παράδειγμα από τη σκέψη: γυρίζοντας σπίτι θα διαβάσω το πρώτο βιβλίο που θα αντικρίσω από τη στοίβα με τα προσεχώς, αυτή θα είναι η επιλογή για το επόμενο βιβλίο, αφού αλλιώς δεν μπορώ να αποφασίσω· Και φτάνοντας στο τέρμα της ανηφόρας, Τα κοκάλινα ρολόγια με περίμεναν στην είσοδο της πολυκατοικίας, το πλέον δροσερό μέρος όταν έξω κάνει μια ζέστη αστικά αφόρητη μα παραθαλάσσια ποθητή, και έτσι, αν και δεν ήταν η ακριβής τέλεση της σκέψης ή της επιθυμίας αν προτιμάτε, τα έφερε έτσι η συγκυρία, που λίγες μέρες πριν πάρω κάποια ρεπό μαζεμένα από έναν χειμώνα μακρύ, ήρθε η στιγμή να διαβάσω Ντέιβιντ Μίτσελ για πρώτη φορά, και σίγουρα όχι τελευταία.

Λίγες μόνο ώρες μετά έκανα την ακόλουθη σκέψη, την οποία και φρόντισα να μοιραστώ ψηφιακά, και ήταν διατυπωμένη κάπως έτσι, οι μέρες, έγραψα, πριν την καλοκαιρινή διακοπή, την πολυπόθητη αυτή διακοπή, μοιάζουν με μυθιστόρημα του Μίτσελ, διαθέτουν λίγη μαγεία, αρκετό ρεαλισμό και μια υποδόρια αγωνία, τι θα γίνει τελικά, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Και ας βάζει ο ίδιος ο συγγραφέας στο στόμα της πικρόχολης επιμελήτριας τον αφορισμό πως όσο μπορεί μια γυναίκα να είναι ολίγον έγκυος, άλλο τόσο μπορεί ένα βιβλίο να είναι ολίγον φανταστικό, εμένα με είχε κυριεύσει εκείνη η σκέψη σύνδεσης της αναμονής με το λογοτεχνικό σύμπαν του Αμερικανού συγγραφέα.

Και οι σελίδες περνούσαν, και εγώ βυθιζόμουν στην εξέλιξη της ιστορίας, στις εικόνες μαγικού ρεαλισμού, εκεί που όλα έμοιαζαν πιθανά, αν και συνήθως όχι εύκολα, μήτε ευχάριστα, με μια επίφαση ρεαλισμού, με ένα πρόσχημα πλοκής αντιληπτής από το πλέον απαίδευτο μάτι, εκείνο που δεν έχει μάθει, ή αρνείται να παραδεχτεί πρώτα και να αντικρύσει στη συνέχεια πως πίσω από τον προφανή υπάρχει ένας ακόμα ολόκληρος κόσμος, βγαλμένος από τις ιστορίες των γιαγιάδων και τα βάθη των ονείρων, με μια αδικαιολόγητη επιμονή στον ορθολογισμό, με ένα μαστίγιο απέναντι στη φαντασία, με τα εγχειρίδια της ιατρικής ανά χείρας και τις γενικεύσεις απέναντι στο μη απτό, στο μη κατανοητό.

Μπορεί η ιστορία να ξεκινά κάπως αμήχανα, μία έφηβη, η Χόλι Σάικς, φεύγει από το σπίτι της μετά από έναν τσακωμό με τη μητέρα της, αφορμή για την οποία στάθηκε η σχέση της με έναν μεγαλύτερο άντρα, και μια ερωτική απογοήτευση που δεν άργησε να εκραγεί, όταν εκείνη τον βρήκε στο κρεβάτι με την καλύτερή της φίλη, τη στιγμή που όλο χαρά και όνειρα έφτασε σπίτι του για να του ανακοινώσει πως τα εγκατέλειψε όλα για χάρη του, για να είναι μαζί για πάντα. Μια δεύτερη φυγή, μια περιπλάνηση, μακριά από ό,τι γνωστό θα οδηγήσει την ιστορία στις παρυφές του κόσμου μας, μαεστρικά καθοδηγημένη από τη φαντασία και το ταλέντο του Μίτσελ στην αφήγηση και στη σύνθεση μεμονωμένων περιστατικών.

Και το ποσοστό της μαγείας αυξανόταν, ο ρεαλισμός υποχωρούσε, ποιος τον είχε έτσι κι αλλιώς ανάγκη, και η αγωνία κορυφωνόταν, όμως πλέον ένας ενθουσιασμός άπειρων δυνατοτήτων τη συνόδευε στην έξαρσή της, και οι σελίδες περνούσαν, η ιστορία με παρέσερνε, η καταβύθιση δεν φόβιζε μήτε προκαλούσε ασφυξία, μα αποκάλυπτε έναν νέον κόσμο.

Έτσι, από μια σύμπτωση, Τα κοκάλινα ρολόγια να βρεθούν στο πλέον δροσερό μέρος, την κατάλληλη χρονική στιγμή, τότε που δεν μπορούσα ν' αποφασίσω για το επόμενο αναγνωστικό βήμα, βρέθηκα να διαβάζω Μίτσελ για πρώτη φορά, όταν ο ρεαλισμός έπρεπε πάση θυσία να σβήσει μέσα στη φαντασία. Αν και θα μπορούσε να λειτουργήσει και αντίστροφα χρονικά, τώρα που έχω πια πίσω μου τη διακοπή, η φαντασία να οδηγήσει ομαλά πίσω στον ρεαλισμό, σε έναν ρεαλισμό όμως γεμάτο από ρήγματα.

Και βέβαια ο κόσμος του Ντέιβιντ Μίτσελ δεν θα είχε την επίδραση αυτή χωρίς τη γλωσσική διαμεσολάβηση της μεταφράστριας και συγγραφέως Μαρίας Ξυλούρη.

Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Τόπος


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας - Χρυσόστομος Τσαπραΐλης




Λέγεται πως αν χέρι ζερβό ανοίξει το χάρτη της Θεσσαλίας και πάει στην τύχη να διαλέξει ένα σημείο, τότε αλάθευτα θα πέσει στην πόλη της Καρδίτσας, και συγκεκριμένα στις παρυφές της, στη συνοικία που είναι γνωστή ως Λάκκα του Μαντζιάρα.
Πώς μπορεί να μιλήσει κανείς για ένα βιβλίο όπως αυτό, αφήνοντας έξω την ψυχή και το συναίσθημα; Δεν ξέρω. Η έλξη που ασκούν οι ιστορίες μεταφυσικού τρόμου, το ελάχιστο άνοιγμα των δακτύλων στην παλάμη που κρύβει το βλέμμα, η αδυναμία του ορθολογισμού, να αποτελέσει ένα ασφαλές ανάχωμα ανάμεσα στους δύο κόσμους.
Όταν η Λάκκα του Μαντζιάρα ήταν ακόμα γούβα και τα άροτρα χάραζαν τα χωράφια που τώρα βρίσκονται στον βυθό της λίμνης του Πλαστήρα, ζούσε στην Ιτέα της Καρδίτσας μια τρομερή αρχόντισσα που 'χε τρεις νεαρές ανιψιές, μα κανένα δικό της παιδί. Την έτρεμε όλο το χωριό γιατί καμιά πόρτα και κανένας τοίχος δεν την κράταγε.
Δεν θα μπορούσα, σκεφτόμουν, να σου διαβάζω τις ιστορίες αυτές τα βράδια, για να σε πάρει ο ύπνος, στη ρομαντική ατμόσφαιρα με μοναδικό το φως των κεριών μέσα στο δωμάτιο, ή έστω κάπου έξω, ανάμεσα σε κάποιες οροσειρές ή με τον ήχο των κυμάτων να δίνει τον ρυθμό στη νύχτα. Ούτε κι εγώ θα ένιωθα άνετα διαβάζοντας τες ξανά. Ίσως μια κρύα νύχτα με αστραπές ν' αποτελούσε κατάλληλο σκηνικό ανάγνωσης για τις ιστορίες του Τσαπραΐλη, αν νιώθει κανείς τολμηρός και θαρραλέος. Και αν ακόμα αποδειχτεί θαρραλέος, σκυμμένος πάνω απ' τις σελίδες της συλλογής αυτής, πώς αλήθεια σηκώνει το βλέμμα;
Δεν το 'χε σε τίποτε να ξεπροβάλει τη νύχτα πλάι στο μαξιλάρι αυτών που την είχαν ενοχλήσει και να τους πάρει τη μιλιά ή την πνοή. Διαφέντευε τον καιρό κι έκανε τις σοδειές να αργοσβήνουν. Ήταν και κάποιες φορές που δεν σεβόταν ούτε τους νεκρούς κι άρπαζε τα πτώματα από τους φρεσκοσκαμμένους τάφους.
Σίγουρα υπάρχει το λαογραφικό ενδιαφέρον στις Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, σίγουρα υπάρχουν και λογοτεχνικές αρετές, όπως η οικονομία των λέξεων και η απόδοση της ατμόσφαιρας, όμως όλα αυτά δεν θα μπορούσαν να αγγίξουν τον αναγνώστη εκείνον που αποκλείει το φανταστικό ως μη πραγματικό και άρα ψεύτικο, εκείνον που έχει πείσει τον εαυτό του πως ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στο εύρος των πέντε του αισθήσεων, και έχει καταχωνιάσει την αμφιβολία βαθιά μέσα στο ασυνείδητό του, και μόνο κάποια βράδια, μετά από έναν ανήσυχο ίσως ύπνο, ξυπνάει ιδρωμένος με ένα παράξενο συναίσθημα τρόμου.

Δεν ξέρω γιατί λέω αυτά αντί να μιλήσω για τα παιδικά καλοκαίρια στο χωριό, για τη θέα του κάμπου περνώντας τα βουνά της Φθιώτιδας, για τις νύχτες που ο άνεμος φέρνει ήχους στο κλειστό σπίτι.

Γράφοντας αυτές τις γραμμές, μια ηλιόλουστη μέρα του Σεπτέμβρη, βρίσκω την ευκαιρία να διαβάσω ξανά κάποιες από αυτές τις ιστορίες· νιώθω πάλι εκείνο το συναίσθημα αβεβαιότητας, σκέφτομαι πως αυτή η αποσπασματική αναγνωστική προσέγγιση έχει μια άγρια ομορφιά, που ίσως επενεργεί πιο δραστικά από τη γραμμική ανάγνωση του βιβλίου απ' την αρχή μέχρι το τέλος, ανάγνωση που διαρκεί λίγες ώρες και μπορεί να προκαλέσει σιγά σιγά κάποια οικειότητα, κι ύστερα κάποια εκλογίκευση, και να σου στερήσει τελικά το συναίσθημα των πρώτων σελίδων.

Και δεν είναι αδικαιολόγητο το γεγονός πως το βιβλίο του Τσαπραΐλη δεν άργησε καθόλου να βρει το κοινό του, να κάνει δεύτερη έκδοση μέσα σε ελάχιστες ημέρες και να φιγουράρει στα ευπώλητα διάφορων βιβλιοπωλείων. Δεν είναι μόνο η δεδομένη αξία των ιστοριών, είναι και το γεγονός πως απευθύνεται (και) σε ένα κοινό που συνήθως δεν καταγράφεται σε καμία έρευνα φιλαναγνωσίας, με συνεκτικό στοιχείο κυρίως τη μουσική και την αγάπη για το μεταφυσικό και τον τρόμο.

Παρ' όλη τη λαχτάρα που ένιωθα για την επικείμενη έκδοση της συλλογής Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, η ανάγνωση κατάφερε να  ξεπεράσει τις όποιες προσδοκίες.

Εκδόσεις αντίποδες   




Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Κι αν εγω χαθώ - Adam Haslett




Μου φαίνεται αξιοθαύμαστο το πώς ο χρόνος τρυπώνει σ' ένα μέρος. Και πόσο χρονικά κενό είναι ως εκ τούτου το κάθε καινούριο μέρος. Το ταβάνι αυτό, για παράδειγμα, στην καινούρια μου κρεβατοκάμαρα όπως τη λούζει ο πρωινός ήλιος του Σεπτέμβρη. Δεν σημαίνει τίποτα σχεδόν. Είναι νέο, όπως και το φωτιστικό στο κέντρο του και το παράθυρο με το διπλό τζάμι απ' 'οπου μπαίνει ο ήλιος, και οι ντουλάπες με τα ξύλινα πορτόφυλλα εκατέρωθεν, που 'χουν μέσα τους τόσο πιο λίγα πράγματα απ' όσο οι παλιές ντουλάπες στο Ουόλκοτ. Που είναι σωστά όλα αυτά, ειλικρινά, είναι ώς οφείλουν.
Η ψυχική αστάθεια, αυτό το κάτι που είναι σπασμένο κάπου μέσα στο σώμα, αυτές οι ουσίες που δεν κυκλοφορούν επαρκώς απ' τον εγκέφαλο μέχρι το τέλος κάθε νευρικής απόληξης. Η αδυναμία να καταλάβεις ο ίδιος, η πίστη πως ο ίδιος μπορείς να τα καταφέρεις, η αίσθηση πως υπάρχει ένα μαγικό χάπι που μπορεί να τα ξεκαθαρίσει όλα, η σχέση με τους άλλους, η ανυπαρξία μετρήσιμων παθολογικών ευρημάτων. Το στίγμα. Η δυσκολία διαχείρισης της πιο απλής κατάστασης. Το βάρος. Η υποχώρηση του αισθήματος της αυτοσυντήρησης.

Πώς να εξηγήσεις σε κάποιον κάτι που και εσύ ο ίδιος αδυνατείς να κατανοήσεις; Μπορείς να τα καταφέρεις, σου λένε, ήρεμα ή αυστηρά, και το βάρος μεγαλώνει, οι ενοχές γιγαντώνονται. Στο μυαλό είναι όλα, δεν υπάρχει δεν μπορώ υπάρχει μόνο δεν θέλω. Προσπάθησε. Ύστερα έρχονται οι ειδικοί, συχνά αργά, συχνά για να επιβαρύνουν την κατάσταση. Αποτελείς μέρος στατιστικών και μελετών, φαρμακευτικά σχήματα, ελάχιστη εξατομίκευση. Συνταγογράφηση. Δοκιμές. Προσπαθείς, λιγότερο ή περισσότερο, αφήνεσαι, λιγότερο ή περισσότερο. Τα παρατάς.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τα γονίδια δεν εξαφανίζονται με τον θάνατο, περνούν στην επόμενη γενιά.

Η Μάργκαρετ δεν εγκαταλείπει τον Τζον όταν εκείνος, λίγο μετά τον αρραβώνα τους, νοσηλεύεται με κατάθλιψη, παρά τις πιέσεις που θα δεχτεί. Θα αποκτήσουν τρία παιδιά. Αυτή είναι η ιστορία τους.

Ο Χέισλετ χωρίζει το μυθιστόρημά του σε κεφάλαια, και σε κάθε ένα από αυτά δίνει τον λόγο σε ένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, αλλάζοντας διαρκώς την οπτική γωνία και την αφηγηματική φωνή. Οι σκέψεις του καθενός, η πορεία της ζωής του με το πέρασμα των χρόνων, οι σχέσεις μεταξύ τους, οι δεσμοί που είναι αδύνατον να κοπούν εντελώς, όσο μακριά και αν βρεθεί το κάθε παιδί. Η κατάθλιψη αποτελεί ένα μόνο μέρος της ιστορίας, διαρκώς παρούσα αλλά μέρος της ιστορίας, που επηρεάζει άμεσα ή έμμεσα την ενηλικίωση των παιδιών, αναδεικνύει την ανεπάρκεια της θέλησης και συγκινεί με την επιμονή.

Ο Χέισλετ επιτυγχάνει κυρίως να μην ωραιοποιήσει μια κατάσταση, όχι την κατάθλιψη, αλλά την αντίδραση των υπολοίπων απέναντί της. Η ζωή συνεχίζεται, γεμάτη με επιπτώσεις λόγω του παρελθόντος, ο χρόνος κυλά, οι αναμνήσεις ενίοτε υποχωρούν μπροστά στο καινούριο. Τονίζει την αδυναμία μας, την αδυναμία όλων μας να αντιμετωπίσουμε την κατάθλιψη, είτε ως φέροντες τη νόσο, είτε ως περιβάλλοντες τον νοσούντα. Και ας νιώθουμε προοδευτικοί και χωρίς προκαταλήψεις.

Διαβάζοντας το Κι αν εγώ χαθώ, ένιωθα ένα πέπλο ομίχλης να με χωρίζει από την ιστορία. Σκέφτηκα πως αυτό οφειλόταν στην τεχνική αρτιότητα και την έλλειψη συναισθήματος του μυθιστορήματος, στην "ανικανότητα" της αμερικανικής λογοτεχνίας απέναντι στην ευρωπαϊκή για παράδειγμα. Τώρα όμως κατάλαβα ότι έκανα λάθος. Η ομίχλη αυτή ήταν μέρος της δικής μου ματιάς, της αδυναμίας μου να διακρίνω τις λεπτές αποχρώσεις της ιστορίας, κατέχοντας τον ρόλο του παρατηρητή από απόσταση, ομίχλη πυκνότερη της ομίχλης των μελών της οικογένειας, που με τη σειρά τους δεν μπορούν να διακρίνουν, να κατανοήσουν την κατάσταση ενός καταθλιπτικού. Εκεί βρίσκεται η αλήθεια της γραφής του Αμερικανού συγγραφέα, αυτός μοιάζει να είναι ο στόχος του, η ανάδειξη της αδυναμίας για κατανόηση, για ταύτιση, για υπερκερασμό της κοινωνικής φωνής που με ευκολία λέει: να μην παντρευόταν έναν άρρωστο.

Το μυθιστόρημα δεν είναι σκληρό, δεν είναι υπέρμετρα στενάχωρο, δεν υποβάλλει τον αναγνώστη σε συναισθηματικούς εκβιασμούς. Αφηγείται μια αληθοφανή ιστορία χωρίς κραυγές.   

Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ιστορίες καλοκαιρινής ανάγνωσης




Δεκαπέντε ώρες. Τόσες έκανε το καράβι να φτάσει στο νησί. Κι εγώ το ευχαριστήθηκα. Είχα ανάγκη ένα ταξίδι. Αρκετοί με κοίταξαν κάπως παράξενα όταν μοιράστηκα μαζί τους τον ενθουσιασμό μου. Δεν ήθελα απλώς να βρεθώ στο νησί, ήθελα να ταξιδέψω μέχρι το νησί, διευκρίνισα κάπως άσκοπα. Κάτι αντίστοιχο, σκεφτόμουν, ίσως να συμβαίνει και με τα πολυσέλιδα βιβλία.

Μα δεν είναι φοβερή συγγραφέας η Γουίντερσον, είπα βγαίνοντας στον κήπο· είχα δει Το Πες μου μια ιστορία αφημένο πάνω στο τραπέζι του σαλονιού. Εκείνη συμφώνησε. Το τελείωσε λίγες μέρες αργότερα στην παραλία.

Μετά την τρίτη ή τέταρτη μέρα, έβαζα ξυπνητήρι. Κατέβαινα τη σκάλα με κάποια δυσκολία. Έφτιαχνα καφέ και έβγαινα στον κήπο. Η άβολη σιδερένια καρέκλα με βοηθούσε να ξυπνήσω. Περνούσα δύο ή τρεις ώρες διαβάζοντας. Τους υπόλοιπους δεν τους συναντούσα παρά αργότερα μέσα στην ημέρα, όταν κατέβαινα στην παραλία.

Είναι κάτι σαν παράδοση, να διαβάζω ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε καλοκαίρι, και ίσως ακόμα ένα κάπου γύρω στα Χριστούγεννα, απάντησα όταν εκείνη όλο έκπληξη με ρώτησε: πάλι Σιμενόν θα διαβάσεις;

Η βιτρίνα του βιβλιοπωλείου στο νησί ήταν αρκετά υποσχόμενη. Με αφορμή ένα δώρο που ήθελα να κάνω στο φιλόξενο ζευγάρι μπήκα μέσα ένα πρωί. Η αλήθεια, βέβαια, είναι πως έτσι και αλλιώς θα πήγαινα, αλλά πάντα χρειάζομαι μια αφορμή. Συνηθισμένος από τα βιβλιοπωλεία των μεγάλων πόλεων, ένιωσα μια απογοήτευση. Εκεί όμως που περιαργαζόμουν τα ράφια βρήκα έναν θησαυρό, την εξαντλημένη εδώ και χρόνια νουβέλα της Έρπενμπεκ, Ιστορία του γερασμένου παιδιού. Ποτέ δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί μια βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο. Σιγά τη σοφία θα πείτε και θα έχετε δίκιο. Με την ευκαιρία διάβασα μετά από χρόνια το βιβλίο ξανά.

Φέτος, πρώτη φορά στη ζωή μου, διέσχισα νεκροταφείο νύχτα. Δεν ήταν προγραμματισμένο. Μια κοπέλα, λίγο αφού χωριστήκαμε, μετά από κάποια ποτά στην πλατεία του ορεινού χωριού, έτρεξε πίσω μας και μας είπε: μήπως θα θέλατε να σας δείξω κάποιες αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του τόπου; Δεχτήκαμε. Στο τέλος της βόλτας είχαμε δύο επιλογές: ή να περάσουμε μέσα από το νεκροταφείο ή να επιστρέψουμε από τον δρόμο που είχαμε πάρει. Εκείνες τις ημέρες διάβαζα το βιβλίο του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη, Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας, και κάποιοι θα βιαστούν να πουν πως επρόκειτο για απλή σύμπτωση.

Γιάννη, μου είπε μια γιαγιά στο καφενείο, το βράδυ οι ερωτευμένοι δεν διαβάζουν.




Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Τα άδεια σπίτια




Τα σπίτια δεν πρέπει να μένουν άδεια, είπε. Φεύγοντας απ' το νησί για καλοκαίρι, θα άφηνε το κλειδί κάτω από το πιατάκι της γλάστρας με τον βασιλικό· αυτή θα ήταν άλλωστε και η μόνη μου υποχρέωση, να τον ποτίζω όσο θα ήμουν εκεί.

Έφτασα την ώρα που χάραζε, η θάλασσα ήταν ήρεμη και εγώ σκεφτόμουν όλες εκείνες τις φράσεις κλισέ για να αποδώσει κανείς τα χρώματα του ουρανού. Το κλειδί βρισκόταν στο συμφωνημένο μέρος. Ένιωσα λίγο παράξενα ανοίγοντας την πόρτα, μια ενοχή παραβίασης. Δεν δυσκολεύτηκα να βρω τον διακόπτη για το φως του σαλονιού. Στο τραπέζι υπήρχε ένα σημείωμα με οδηγίες για το σπίτι, ένας χάρτης με τις παραλίες και μια ευχή: να περάσεις όμορφα.

Μία από τις οδηγίες έλεγε: η βιβλιοθήκη μου στη διάθεσή σου. Χαμογέλασα.

Το πολύωρο ταξίδι μού είχε αφήσει μια αίσθηση παρόμοια με εκείνη της ανάγνωσης ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος. Στην εποχή της της ολοένα και αυξανόμενης ταχύτητας, αυτό το πάγωμα του χρόνου είναι λυτρωτικό, αυτό το καταφύγιο σε ένα καινούριο περιβάλλον, στο οποίο είσαι παρατηρητής, αυτό το βάρος της εμπειρίας, αυτή η αβίαστη ανάδυση των στερεσκοπικών εικόνων.

Τα μεγάλα μυθιστορήματα που μας γοήτευσαν δεν θα είχαν την ίδια επίδραση πάνω μας αν ήταν πιο σύντομα, αυτό σκεφτόμουν λίγο πριν πέσω να ξαπλώσω εκείνο το πρωί.

Όταν ξύπνησα, ένιωθα ήδη μακριά απ' όλα.