Σάββατο, 23 Μαρτίου 2019

Ευγνωμοσύνη





Αναλογίζομαι όλους εκείνους που έσκυψαν πάνω από μια κόλλα λευκό χαρτί και τη γέμισαν με λέξεις,
οδηγημένοι από απογοητεύσεις ερωτικές,
                    από ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο,
                    από ένα τεράστιο Εγώ,
                    ή από πλήξη
 αναλογίζομαι πόσο επηρέασαν τη ζωή μου άπαξ και δια παντός,
την έμπνευση, το στήριγμα και το καταφύγιο που μου πρόσφεραν,
αγνοώντας πλήρως την ύπαρξή μου,
και νιώθω ευγνωμοσύνη.   


υγ. Σήμερα το ιστολόγιο ανάβει και σβήνει εννέα κεράκια

       

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Κανακύ - Joseph Andras




Ο δημοσιογράφος εξετάζει, ο ιστορικός φωτίζει, ο αντάρτης αναπτύσσει, ο ποιητής συναρπάζει· απομένει στον συγγραφέα να πορευτεί ανάμεσα στους τέσσερις αυτούς αδερφούς: δεν έχει την επιφύλαξη του πρώτου, την απόσταση του δεύτερου, την πειθώ του τρίτου, ούτε την ορμή του τελευταίου. Έχει μόνο την ελευθερία του, και μιλάει αυτοπροσώπως, πάει κι έρχεται, κουτσαίνοντας καμιά φορά, ανάμεσα στις βεβαιότητες και τα κουτσομπολιά, τις κραυγές των σωθικών και τις ετυμηγορίες, τα δάκρυα των ματιών και τον ίσκιο των δέντρων.
Κάπου στον Ειρηνικό Ωκεανό, ανατολικά της Αυστραλίας, βρίσκεται ένα σύμπλεγμα νησιών, η Νέα Καληδονία, έδαφος παραδόξως γαλλικό, ένα από τα τελευταία υπεράκτια κατάλοιπα μιας αλλοτινής αυτοκρατορίας. Οι Κανάκ, μία εκ των αυτόχθονων φυλών, παλεύουν εδώ και χρόνια για την ανεξαρτησία τους. Την άνοιξη του 1988, σε μια σπηλιά του νησιού της Ουβεά, μια υπόθεση αρπαγής ομήρων αστυνομικών από ομάδα αυτόχθονων αυτονομιστών καταλήγει σε επέμβαση του γαλλικού στρατού. Ανάμεσα στα είκοσι ένα θύματα και ο φερόμενος ως αρχηγός των αυτονομιστών, Αλφόνς Ντιανού.

Το περιστατικό της αιματοβαμμένης απελευθέρωσης των ομήρων και όσων, αποτυχημένων τελικά, διαπραγματεύσεων προηγήθηκαν, είναι ιδιαίτερα γνωστό στη γαλλική κοινή γνώμη, για προφανείς λόγους, αλλά και λόγω της τότε πολιτικής συγκυρίας: παραμονές εκλογών, με την ταυτόχρονη παρουσία Μιτεράν και Σιράκ στις θέσεις του προέδρου και του πρωθυπουργού. Εκείνο που ιντρίγκαρε τον Ζοζέφ Αντράς, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά, ήταν μία φωτογραφία του Αλφόνς Ντιανού τραβηγμένη μετά το τέλος της ομηρίας, φωτογραφία που δημιούργησε στον συγγραφέα την έντονη επιθυμία να ψάξει για απαντήσεις και να συνθέσει το προφίλ εκείνου του ανθρώπου, για τον οποίο διάφορες απόψεις εκφράστηκαν κατά καιρούς· τα μέσα και οι πολιτικοί τον αποκάλεσαν τρομοκράτη και βάρβαρο, ενώ αρκετοί από τους συμπατριώτες του τον θεωρούν χαρισματικό, οπαδό της μη βίας και ήρωα του αγώνα για την ανεξαρτησία.

Ο Ζοζέφ Αντράς λοιπόν διηγείται την ιστορία της έρευνάς του, το ταξίδι του δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη Γαλλία, την προσπάθεια να καταλάβει και να αξιολογήσει ένα σωρό από ποικιλοτρόπως ως τότε απαντημένα ερωτήματα σχετικά με την υπόθεση εκείνη και κυρίως με τον ρόλο που έπαιξε ο Αλφόνς. Μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα λοιπόν γύρω από ένα περιστατικό για το οποίο στην Ελλάδα ελάχιστα γνωρίζουμε, για μία χώρα μακρινή και εξωτική, για τον αγώνα της για ανεξαρτησία. Ο Αντράς προσπαθεί με μανία να ξεφύγει από την κυρίαρχη αφήγηση, αν και διαβάζει και μελετά απομνημονεύματα και πηγές της γαλλικής πλευράς, ταξιδεύει ως την Κανακύ και επιχειρεί να συναντήσει από κοντά ανθρώπους που έπαιξαν ρόλο στην ομηρία, που γνώριζαν τον Αλφόνς. 

Άπαξ και οι ερωτήσεις ξεκινήσουν δύσκολα σταματούν. Έτσι και εδώ, τα ερωτήματα σχετικά με την ταυτότητα του νεκρού, σύντομα θα μετατραπούν σε ερωτήματα σχετικά με την πολιτική πάλη, με την έννοια της πατρίδας, τη βία ως μέσο και το δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση. Εκείνο που κάνει το βιβλίο τρομερά ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο Αντράς ταξιδεύει μέχρι εκεί με πραγματική απορία σχετικά με τον Αλφόνς και όχι για να επιβεβαιώσει κάποιο εκ των προτέρων κατασκευασμένο και προαποφασισμένο ηρωικό προφίλ του Αλφόνς. Χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως οι πολιτικές απόψεις του συγγραφέα μένουν εκτός κειμένου, άλλωστε πρόκειται για ένα έντονα πολιτικοποιημένο πρόσωπο, που δεν αποδέχθηκε το Βραβείο Γκονγκούρ για το πρώτο του μυθιστόρημα Για τα πληγωμένα μας αδέρφια, με θέμα την Αλγερία.       

Η λογοτεχνικότητα δεν απουσιάζει. Δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση για ένα απλό δημοσιογραφικό κείμενο, ο αφηγηματικός τρόπος του Αντράς είναι ιδιαίτερος και αρκετά προσωπικός, κοφτός και στακάτος, χωρίς όμως να απουσιάζει η ομορφιά του τόπου και των ανθρώπων. Εν ολίγοις, το Κανακύ είναι ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον βιβλίο, τόσο θεματικά όσο και λογοτεχνικά.

Μετάφραση Γιώργος Καράμπελας 
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2019

Επιχείρηση σφαγή - Rodolfo Walsh





Η Επιχείρηση Σφαγή του Ροδόλφο Ουόλς είναι το πρώτο μη μυθοπλαστικό μυθιστόρημα, γραμμένο δέκα χρόνια πριν εγκαινιάσει το Εν ψυχρώ του Τρούμαν Καπότε τη non-fiction λογοτεχνία. Ένα δημοσιογραφικό αφήγημα σαν μυθιστόρημα, χωρίς μύθο αλλά με πραγματικά γεγονότα. Και είναι μία σημαντική έκδοση, που άργησε έξι δεκαετίες, γεγονός παράδοξο αν αναλογιστεί κανείς την αγάπη μας προς τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. 
Η πρώτη είδηση για τις μυστικές εκτελέσεις του Ιουνίου του 1956 έφτασε σ' εμένα εντελώς τυχαία, στα τέλη της χρονιάς εκείνης, σε ένα καφέ της Λα Πλάτα όπου οι θαμώνες έπαιζαν σκάκι και κουβέντιαζαν περισσότερο για τον Κέρες ή τον Νιμζόβιτς παρά για τον Αραμπούρου και τον Ρόχας, και η μοναδική στρατηγική επιχείρηση που είχε κάποια φήμη εκεί ήταν η εφ' όπλου λόγχη επίθεση του Σλέχτερ στο σικελικό άνοιγμα.
Και κάπως έτσι, σχεδόν τυχαία, ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Ροδόλφο Ουόλς θα αρχίσει να ερευνά τις μυστικές εκτελέσεις της 9ης Ιουλίου 1956, για τις οποίες το καθεστώς υποστήριζε πως έγιναν στα πλαίσια του στρατιωτικού νόμου, που όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε και παρουσίασε στη δικαιοσύνη ο Ουόλς, δεν τέθηκε σε ισχύ παρά στις 10 Ιουλίου, και επομένως οι συλλήψεις και οι εκτελέσεις είχαν προηγηθεί.

Συγγραφέας αστυνομικών ο Ουόλς ήρθε κατά τη διάρκεια της έρευνας αντιμέτωπος με μαρτυρίες και γεγονότα που ξεπέρασαν κατά πολύ την όποια μυθοπλαστική ικανότητα πίστευε πως κατείχε, άλλωστε η πραγματικότητα συνηθίζει να ξεπερνά τη φαντασία, ιδιαίτερα σε φρίκη. Όμως το υλικό που προέκυψε από την έρευνα δεν θα ήταν αρκετό ώστε να θεωρηθεί λογοτεχνία, αν δεν ήταν λογοτεχνικός ο τρόπος με τον οποίο ο Ουόλς αφηγείτο την ιστορία της 9ης Ιουλίου 1956 και όσα ακολούθησαν.

Η Επιχείρηση σφαγή είναι γραμμένη με τρόπο που απευθύνεται ακόμα και στον πλέον αδαή περί αργεντίνικης ιστορίας αναγνώστη, είναι όμως επίσης γραμμένη με τρόπο που θα παρακινήσει τον αναγνώστη να ενδιαφερθεί και να διαβάσει. Ένα βιβλίο πολιτικό, για την αυθαιρεσία των καθεστώτων, για την ανελευθερία και την καταπάτηση των δικαιωμάτων, για τη χειραγώγηση της δικαιοσύνης. Ένα βιβλίο για τη δημοσιογραφία μιας άλλης εποχής. Ένα βιβλίο που διαβάζεται πυρετωδώς σαν μυθιστόρημα, όμως δυστυχώς δεν είναι μυθιστόρημα αλλά ντοκουμέντο.

Η έκδοση του βιβλίου, όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε να φανταστεί, συνάντησε ανυπέρβλητες δυσκολίες, ο Ουόλς όμως -και αρκετοί γενναίοι σύντροφοι- δεν τα παράτησε, περνώντας στην απέναντι πλευρά για το καθεστώς, που παρά τις αλλαγές σε πρόσωπα, τον κυνήγησε. Το 1976 η κόρη του θα δολοφονηθεί. Τελευταίο του κείμενο -που περιλαμβάνεται στην παρούσα έκδοση- είναι η Ανοιχτή επιστολή ενός συγγραφέα προς τη χούντα. Δολοφονήθηκε από τη διδακτορία του Βιντέλα. Το πτώμα του εξαφανίστηκε.
 

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες


Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2019

Σάμα - Antonio Di Benedetto



Βγήκα από την πόλη, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού, για μια μοναχική συνάντηση με το πλοίο που περίμενα, δίχως να ξέρω πότε θα 'ρθει.
Έφτασα ως την παλιά αποβάθρα, μια κατασκευή ανεξήγητη, μιας και η πόλη με το λιμάνι της βρίσκονταν πάντα στην ίδια θέση, ένα τέταρτο της λεύγας πιο πάνω στο ποτάμι.
Ανάμεσα στους ξύλινους πασσάλους της, λωρίδες ποταμίσιου νερού στροβιλίζονταν ορμητικά.
Το 1956, ο τριαντατετράχρονος τότε Αντόνιο Ντι Μπενεντέττο θα ζητήσει και θα λάβει άδεια από την εφημερίδα στην οποία δούλευε, θα απομονωθεί σε ένα άδειο σπίτι και μέσα σε δεκαοκτώ μέρες θα γράψει το Σάμα. 

Το βιβλίο αφιερώνεται από τον συγγραφέα στα θύματα της προσμονής. Θύμα της προσμονής είναι άλλωστε και ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο δον Ντιέγο ντε Σάμα, αξιωματούχος του ισπανικού στέμματος, ο οποίος έχει μετατεθεί εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την οικογένειά του, υποβαθμιζόμενος από διοικητής περιφέρειας σε νομικό σύμβουλο, σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται αλλά μοιάζει να είναι η Ασουνσιόν της Παραγουάης. Εκεί, μακριά από ό,τι γνωστό για τον ίδιο έως τότε, μακριά από την οικογένειά του, δεν του απομένει άλλο παρά να προσμένει. Την πολυπόθητη μετάθεση, ένα γράμμα από τη γυναίκα του, Μάρτα, τον μισθό του, που όλο καθυστερεί, μία ερωτική περιπέτεια. Δρα ελάχιστα αφήνοντας τις ελπίδες του για ένα καλύτερο αύριο στην τύχη ή στη μεγαλοθυμία κάποιου διοικητικά ανωτέρου. Ο Σάμα ζει διαρκώς στο μέλλον.

Ο Μπενεντέτο, αν και φλερτάρει έντονα με το ιστορικό μυθιστόρημα, δεν γράφει κάτι τέτοιο, τουλάχιστον όχι ένα ιστορικό μυθιστόρημα με τα τυπικά χαρακτηριστικά του είδους. Το Σάμα εκτυλίσσεται στα τέλη του 18ου αιώνα, σε μία περίοδο καθοριστική για την πολιτική και κοινωνική διαμόρφωση των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Καχύποπτος απέναντι σε ένα περιβάλλον εχθρικό, ο Σάμα αφήνεται να παρασυρθεί από την εκεί καθημερινότητα, η οποία αργά και σταθερά τον απομακρύνει από τις άλλοτε σταθερές της ζωής του και τον απομονώνει σε μία αχανή αίθουσα αναμονής. Η ανάμνηση της προσμονής ολοένα και ξεθωριάζει.

Ο αναγνώστης αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον θυμό και τον οίκτο, καθώς η εικόνα τού παραιτημένου από τη δράση Σάμα αναδίδει κάτι γνώριμο, κάτι οικείο, κάτι όμως αποκρουστικό για τον παρατηρητή, μια άρνηση -τι σχέση μπορεί να έχω εγώ με μια τέτοια αντίδραση;-, μια αντίδραση δακτυλοδειξίας -μα κάνε επιτέλους κάτι, δράσε!-, μια αντίδραση μοιρολατρική -τι μπορεί να κάνει κάποιος όταν η ζωή τού τα φέρνει έτσι;


Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, τόσο ταιριαστή, δίνει έναν ρυθμό πυρετικό στο σπουδαίο αυτό μυθιστόρημα, το οποίο, εξαιτίας της μετάφρασής του στα αγγλικά, έφερε ξανά στην επιφάνεια το έργο του Μπενεντέτο, ενός συγγραφέα που γνώρισε την αποδοχή των ομοτεχνών του, αν και έζησε μακριά από τα λογοτεχνικά κέντρα.      

υγ. Πριν από τέσσερα χρόνια είχαν κυκλοφορήσει στα ελληνικά Οι αυτόχειρες (περισσότερα εδώ)

  
Μετάφραση Άννα Βερροιοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

Λούμπεν μυθιστορηματάκι - Roberto Bolaño




Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα, αλλά δεν πάει πολύς καιρός που ήμουν εγκληματίας. Ο αδερφός μου κι εγώ είχαμε μείνει ορφανοί. Το γεγονός αυτό κατά κάποιο τρόπο τα δικαιολογεί όλα. Δεν είχαμε κανέναν. Και όλα συνέβησαν στο άψε-σβήσε.
Η Μπιάνκα ξεκινάει να διηγηθεί, σε πρώτο πρόσωπο, την ιστορία της ίδιας και του αδερφού της, που έμειναν ορφανοί, μια ιστορία δύσκολης ενηλικίωσης στη Ρώμη. Και ξεκινάει σαν να απαντάει στην ερώτηση κάποιου, σαν ο αμέσως προηγούμενος ήχος να προέρχεται από το πάτημα του πλήκτρου rec σε ένα δημοσιογραφικό μαγνητοφωνάκι. "Τώρα είμαι μητέρα και είμαι επίσης παντρεμένη γυναίκα", είμαι μία από όλους σας, εκείνη που η κοινωνία ανέμενε να είμαι, μια κανονική γυναίκα, παντρεμένη με παιδί.

Η αφήγηση της Λευκής (Μπιάνκα), χωρίς σε καμία περίπτωση να το αποσκοπεί, προκαλεί τη συγκίνηση, με έναν τρόπο μη προφανή, με μια διαφορετικού χαρακτήρα ειλικρίνεια, σαν να είναι η ιστορία της απλώς μια ιστορία όπως όλες οι άλλες. Η ποίηση εδώ απουσιάζει. Δεν αναφέρομαι στην ποιητικότητα του λόγου, αλλά στην απουσία της ποίησης και των ποιητών από τη συγκεκριμένη ιστορία. Υπάρχουν όμως αρκετά γνώριμα μπολιανικά μοτίβα· η άσκοπη περιδιάβαση στην πόλη, η εμμονή με την υποκουλτούρα, η γοητεία του εύκολου χρήματος, οι εφιάλτες, τα όνειρα για μια νέα ζωή. Θα είχε ενδιαφέρον να αντιπαραβάλει κανείς τη Μπιάνκα με την Αουξίλιο Λακουτούρ από το Φυλαχτό. Το ζεύγος των φίλων του αδερφού της αφηγήτριας, ο Μπολονέζος και ο Λίβιος, είναι οι πλέον μπολιανικοί, κομβικότατοι αν και δευτερεύοντες, χαρακτήρες του μυθιστορήματος, η ξαφνική εμφάνιση και εξαφάνιση των οποίων θέτει ένα ακόμα πριν και μετά στην ιστορία των δύο αδελφών, πέραν εκείνου της γονικής απώλειας.

Το Λούμπεν μυθιστορηματάκι είναι το τελευταίο έργο που εξέδωσε ο Μπολάνιο πριν από τον θάνατό του, και ενώ, με την υγεία του ολοένα να επιδεινώνεται, δούλευε ακατάπαυστα το 2666. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς μετά τον θάνατό του εκδόθηκαν, και συνεχίζουν να εκδίδονται, διάφορα, ολοκληρωμένα ή μη, έργα του, τα οποία, για διαφορετικούς πιθανότατα λόγους για το καθένα, ο ίδιος επέλεξε να μην εκδώσει. Σίγουρα δεν πρόκειται για μείζον έργο, συγκρινόμενο, αναπόφευκτα, με τα υπόλοιπα βιβλία του σπουδαίου Μπολάνιο. Δύσκολα ένας αναγνώστης, εκκινώντας από το συγκεκριμένο, θα αντιλαμβανόταν το μεγαλείο και τη σημασία του Χιλιανού συγγραφέα στον ρου της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει και πολλά. Με οποιαδήποτε άλλο όνομα να υπογράφει, χωρίς τη σύγκριση με τα αδέρφια του, η κρίση για το Λούμπεν μυθιστορηματάκι θα ήταν διαφορετική. Παρ' όλα αυτά ο Μπολάνιο ακόμα και στην ανισότητα του έργου του υπερέχει.

υγ. Επιπλέον παραπομπές σε αναρτήσεις αφιερωμένες στον Μπολάνιο: εδώ, Οι άγριοι ντετέκτιβ/ και εδώ, Το Παγοδρόμιο



Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις Άγρα

   

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Η γυναίκα της άμμου - Κόμπο Αμπέ





Μια μέρα του Αυγούστου ένας άντρας εξαφανίστηκε. Επ' ευκαιρία των διακοπών του είχε φύγει για μια ακτή, κάπου μισή μέρα με το τρένο. Από τότε δεν ξανάδωσε σημεία ζωής. Όλες οι προσπάθειες να βρεθεί, οι αναζητήσεις μέσω της αστυνομίας, οι αγγελίες στις εφημερίδες, δεν κατέληξαν πουθενά.
Ο νεαρός δάσκαλος είχε πάθος με την εντομολογία. Εφοδιασμένος με τα κατάλληλα σύνεργα, και εκμεταλλευόμενος τις ολιγοήμερες διακοπές του σχολείου, πήρε το τρένο και κατέβηκε στον μικρό σταθμό της παραθαλάσσιας πόλης με τους αμμόλοφους, τους οποίους σκόπευε να εξερευνήσει προς αναζήτηση κάποιου σπάνιου εντόμου. Αφού πέρασε αρκετές ώρες περπατώντας και παρατηρώντας με προσοχή την άμμο, αποδέχτηκε την πρόσκληση μίας ομάδας ηλικιωμένων κατοίκων του κοντινού χωριού για φιλοξενία. Τα σπίτια του χωριού, αόρατα από την επιφάνεια, βρίσκονται σε κοιλότητες στο εσωτερικό των αμμόλοφων. Χρησιμοποιώντας μια ανεμόσκαλα θα κατέβει στο σπίτι μιας νεαρής κοπέλας. Δεν θα αργήσει να καταλάβει πως η πρόσκληση για φιλοξενία δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια παγίδα· η ανεμόσκαλα θα τραβηχτεί και εκείνος θα απομείνει εγκλωβισμένος στο παράξενο αυτό σπίτι.

Ο άντρας, που δεν ένιωθε άνετα στην προηγούμενη ζωή του, που ασφυκτιούσε στο εργασιακό περιβάλλον, που αναζητούσε απαντήσεις σχετικά με την αγάπη και τον κοινό έγγαμο βίο, που αδυνατούσε να βρει κώδικες επικοινωνίας με τους ανθρώπους γύρω του, θα βρεθεί ξαφνικά εγκλωβισμένος σε έναν αμμώδη θύλακα, σε μια αυστηρή κοινωνική δομή. Έτσι λοιπόν το παρελθόν, που τόσο το απεχθανόταν, μετατρέπεται σε συνώνυμο της ελευθερίας.

Μια ιστορία κλειστοφοβική, που κινείται ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συμβολισμό, με έντονη και προφανή την επιρροή του Κάφκα, Η γυναίκα της άμμου είναι ένα μυθιστόρημα πολλών αναγνώσεων, που διαβάζεται απνευστί με ένα διαρκές αίσθημα αγωνίας. Ο Κόμπο Αμπέ, φλερτάροντας με την επιστημονική φαντασία, εγκλωβίζει τον ήρωά του στο ίδιο του το πάθος, δημιουργώντας ένα περιβάλλον τρομακτικό, δομημένο από το πλέον ελάχιστο σημείο ύλης, τον κόκκο της άμμου.  

Ιδιοφυές ως προς τη σύλληψη και με συνεπή χρήση του αρχικού ευρήματος, Η γυναίκα της άμμου δεν αποτελεί τυπικό παράδειγμα ιαπωνικής λογοτεχνίας, εκείνης την οποία με επιτυχία και διεθνή αναγνώριση υπηρέτησαν συγγραφείς όπως ο Καβαμπάτα, ο Τανιζάγκι, ο Μίσιμα ή ο Όε, είναι όμως μια λογοτεχνία εξωστρεφής, και είναι μάλλον παράδοξο το γεγονός πως δεν έχουν μεταφραστεί άλλα έργα του Αμπέ στα ελληνικά. Διαβάζοντας το Η γυναίκα της άμμου θα τολμούσα να πω πως μάλλον αποτέλεσε ισχυρή και καθοριστική επιρροή στα πρώτα έργα του Χαρούκι Μουρακάμι, όπως αυτό φαίνεται για παράδειγμα στο Σκληρή χώρα των θαυμάτων και το τέλος του κόσμου (περισσότερα εδώ).

Η γυναίκα της άμμου δημοσιεύτηκε το 1962, μεταφράστηκε γρήγορα σε πολλές γλώσσες, ενώ μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Ιάπωνα σκηνοθέτη Τεσιγκαχάρα Χιρόσι το 1964 και τιμήθηκε με το Βραβείο των Κριτικών στο Φεστιβάλ των Καννών.

Μετάφραση Στέλιος Παπαλεξανδρόπουλος
Εκδόσεις Άγρα   
 

 

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2019

ρηχό νερό, σκιές - Άκης Παπαντώνης




Κατάπινε τη νυχτερινή ησυχία με κοφτές ζευγαρωτές αναπνοές, σκυφτή επάνω στο ποδήλατο· στα μισά του δρόμου που ανοιγόταν προς τα βορειοδυτικά, πέρα από τις Περιοχές 4 και 5, αντίκρισε ένα νεκρό πουλί στην άσφαλτο, ξεκοιλιασμένο, τυλιγμένο σε ένα λεπτό φιλμ βραδινής αχλής, γύρω του σκόρπια πούπουλα να ιριδίζουν και δίπλα του ένα άλλο πουλί, ολόιδιο, όρθιο, με τον λαιμό τεντωμένο· κι εκείνη πλησίαζε, έκανε πετάλι χωρίς να επιβραδύνει, χτυπούσε και ξαναχτυπούσε το κουδούνι, το όρθιο πουλί όμως δεν σάλευε, περιεργαζόταν ό,τι είχε απομείνει από τον συγγενή του με το βλέμμα (να ήταν άραγε ζευγάρι;) και ράμφιζε τον αέρα ενώ το ποδήλατο προσπερνούσε -από τη φόρα τα πούπουλα σηκώθηκαν μόλις πάνω απ' την άσφαλτο.
Τα ξημερώματα της 26ης Απριλίου 1986 εκρήγνυται ο αντιδραστήρας Νο.4 του πυρηνικού σταθμού παραγωγής ενέργειας "Β. Ι. Λένιν", γεγονός που θα καταγραφεί στη συλλογική μνήμη ως Τσερνομπιλ, με τον τόνο να ανεβοκατεβαίνει· μία μαύρη μέρα, οι παρενέργειες της οποίας ακόμα καταγράφονται, ένα περιστατικό το οποίο αντί να γεννήσει ένα απόλυτο όχι απέναντι στην πυρηνική ενέργεια οδήγησε -όχι μόνο εν μέσω ψυχρού πολέμου- τη συζήτηση στα δήθεν ελλειπή μέτρα ασφαλείας. Αυτή τη στιγμή, τη στιγμή της έκρηξης, επιλέγει ο Παπαντώνης για να θέσει το σημείο μηδέν της αφήγησής του, για να τοποθετήσει την ακίδα του διαβήτη του. Το πριν, η έκρηξη, το μετά. Το Πρίπιατ είναι η πόλη δορυφόρος του Τσερνόμπιλ. Ξεκινώντας από την 25η Απρίλη 1986, μία μέρα, λίγες ώρες για την ακρίβεια, πριν την έκρηξη, ο παντογνώστης αφηγητής θα μας διηγηθεί την ιστορία τεσσάρων οικογενειών.  

Τρεις γενιές. Το μεγάλο εμβαδόν στο παρελθόν· οι παππούδες και οι γιαγιάδες που υπέφεραν από τον μεγάλο πόλεμο, που πόνεσαν, απώλεσαν, κυνηγήθηκαν από εχθρούς και οικείους, όμως επέζησαν και διηγούνται, παλεύουν να ξεφύγουν από εκείνους τους δαίμονες, κάποιοι δεν τα καταφέρνουν, σέρνουν μαζί τους συνεχώς ένα κουτί με γράμματα, κοιτάζουν ξανά και ξανά τις ίδιες φωτογραφίες, κάποιοι νιώθουν πως βγήκαν νικητές, δεν είναι μόνο τα μετάλλια ανδρείας, είναι η αποφασιστικότητα στο βλέμμα· ο φόβος παραμονεύει. Το μεγάλο εμβαδόν στο παρόν· οι γονείς, η ενδιάμεση γενιά, μεγάλωσαν ακούγοντας τις ζοφερές διηγήσεις, σε ένα περιβάλλον που μέρα με τη μέρα έμοιαζε πιο σταθερό, προστατευμένο και προστατευτικό, που επέτρεπε τη λήθη, τη στροφή του βλέμματος, έστω και διστακτικά, προς τα εμπρός, ήρθαν αντιμέτωποι κυρίως με τις προσωπικές τους επιλογές, μια ζωή ιδιωτικού βάρους, αποτυχημένοι γάμοι, ανεκπλήρωτοι έρωτες, αναζήτηση ταυτότητας· το έδαφος αρχίζει πάλι να τρέμει. Το προσδοκώμενο εμβαδόν στο μέλλον· τα παιδιά παίζουν, το σκάνε κρυφά από τους γονείς τους, ζητούν την αγάπη, δελεάζονται απ' όσα φτάνουν από τα δυτικά, ζουν ανάμεσα στο σήμερα και τη φαντασία· ξημερώνει 26η Απριλίου 1986.

Αφήγηση σφικτή, δουλεμένη στη λεπτομέρεια, τίποτα περιττό να μη μείνει. Κάποιες στιγμές ασφυκτική. Το νήμα, που ενώνει τους σπόνδυλους του μυθιστορήματος, λεπτό μα ανθεκτικό, λειτουργεί αφηγηματικά και δεν εκβιάζει απλώς τη συνοχή. Γλώσσα ποιητική, ελαφρώς εξεζητημένη κάποιες στιγμές, σε ευθεία αντίστιξη με το σκηνικό, αλλά και χρήση λέξεων πιο μοντέρνων ή δανεισμένων από την αργκό, μια ενδιαφέρουσα αντίστιξη στην αντίστιξη. Έχει σίγουρα ενδιαφέρον η απόπειρα του Παπαντώνη -όπως είχε διαφανεί και από τον Καρυότυπο- να δοκιμάσει τις δυνάμεις του σε ένα είδος που θα το ονόμαζα στυλιζαρισμένο ρεαλισμό, διερευνώντας τα όρια της συναισθηματικής στεγανότητας μιας εγκεφαλικής κατασκευής.   

Η σιωπή μετά την έκρηξη είναι στιγμιαία, στη μνήμη των μαρτύρων όμως κρατάει για ώρες, για μέρες. Η αφήγηση απορροφά μέρος από τους ήχους, τις φωνές, τα κλάματα, τους συναγερμούς, τις κόρνες, τις εντολές. Κάποιες συχνότητες διαφεύγουν της μόνωσης· μια τζαμαρία θρυμματίζεται καθώς ένα παιδικό σώμα τη διαπερνά τρέχοντας. Η έκρηξη επιφέρει σύγχυση. Η χρονική ακρίβεια των γεγονότων γίνεται σχετική, ο χρόνος μετά την έκρηξη κυλάει διαφορετικά ακόμα και για έναν ψύχραιμο παντογνώστη αφηγητή. Αναγωγή των πάντων σε πριν και μετά. Όσο απομακρύνεται κανείς από το σημείο μηδέν, τόσο καθαρίζει η ατμόσφαιρα, μέχρι να συναντήσει το επόμενο σημείο μηδέν με τους καπνούς, που στέκουν για πάντα ακίνητοι θαρρείς, λες και ίχνος ανέμου δεν πέρασε από εκεί ποτέ, και την αιωρούμενη σκόνη, που δεν λέει να κατακάτσει. Η μνήμη. Ως συλλογικό κατασκεύασμα και ως ατομικό βίωμα. Οι ζωντανοί αναλαμβάνουν την αφήγηση, οι νικητές την επικράτηση. 

Για τον Παπαντώνη το Τσερνόμπιλ μοιάζει απλώς η αφορμή, η σκανδάλη, ένα μυθικό απόνερο της παιδικής ηλικίας, καθώς είναι γεννημένος το 1978. Ευκαιρία για έρευνα στα πλαίσια της μυθιστορηματικής αναβίωσης της εποχής, απόπειρα κατανόησης του τρόμου μπροστά σε μια καταστροφή· ματιά ανθρωποκεντρική, χωρίς απαντήσεις σε ερωτήματα ευθύνης και πολιτικής το ενδιαφέρον των οποίων εκ των υστέρων μοιάζει κενό, έστω αδιάφορο μυθιστορηματικά. Δεν είναι ένα μυθιστόρημα για το Τσερνόμπιλ αυτό, είναι ένα μυθιστόρημα για κάποιους ανθρώπους που ζούσαν εκεί κοντά στις 26 Απριλίου 1986.

Εκδόσεις Κίχλη     

Πέμπτη, 28 Φεβρουαρίου 2019

Στο χείλος της αβύσσου - Erich Kästner





Λογοκριμένο, ακόμα και ως προς τον τίτλο (αφού επιλέχθηκε το ουδέτερο Φάμπιαν, αντί του σαφώς πολιτικοποιημένου Στο χείλος της αβύσσου), το μυθιστόρημα του Κέχνερ κυκλοφόρησε το 1931· εκδότης και επιμελητής προχώρησαν σε αρκετές αλλαγές, παραλείποντας και ένα ολόκληρο κεφάλαιο, όμως, ακόμα και έτσι, το βιβλίο, αν και γνώρισε εμπορική επιτυχία από τις πρώτες μέρες κυκλοφορίας του ή ίσως ακριβώς γι' αυτό, βρέθηκε στο στόχαστρο των εθνικοσοσιαλιστικών εντύπων, χαρακτηριζόμενο ως εκδοτικό σκουπίδι και ανήθικο. Στα ζοφερότερα χρόνια που ακολούθησαν ο Κέχνερ, μαζί με δεκάδες άλλους συγγραφείς, είδε το όνομά του να φιγουράρει στη μαύρη λίστα.

Η αποκατάσταση του μυθιστορήματος ήρθε χρόνια μετά, αρκετά μετά την πτώση του Τρίτου Ράιχ, μιας και, ας μην κρυβόμαστε, η συντηρητική αντιμετώπιση της τέχνης δεν αποτελεί αποκλειστικό βίτσιο κάποιων λίγων, με ευκαιριακή δύναμη, ακραίων.
Φάμπιαν Γιάκομπ, τριάντα δύο ετών, χωρίς σταθερό επάγγελμα, διαφημιστής για την ώρα, Σάπερστράσε 17, καρδιακός, καστανά μαλλιά. Τι άλλο θέλετε να μάθετε;
Ο Φάμπιαν είναι ένας από τους εκλεκτούς εκείνους ήρωες της λογοτεχνικής μοίρας, τους προικισμένους με την αθανασία ενάντια στη λήθη. Έτσι όπως περιδιαβαίνει το μεσοπολεμικό Βερολίνο, της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής παρακμής, παλεύοντας να διατηρήσει την ακεραιότητά του, τη ματιά του απέναντι στα πράγματα, παρά τις όποιες δυσκολίες αντιμετωπίζει σε προσωπικό επίπεδο, την ανεργία, την ερωτική απογοήτευση και την απώλεια, ανάμεσα σε άλλα, ένας ελεύθερος άνθρωπος, που βλέπει τον κλοιό γύρω του ολοένα να σφίγγει, γνωρίζει καλά πως ο πλέον ύπουλος εχθρός δεν είναι ο προφανής εξωτερικός, αλλά ο ίδιος του ο εαυτός, η αλλοτρίωση που παραμονεύει σε κάθε γωνία, σε κάθε έκρηξη θυμού, σε κάθε ευκολία που προσφέρεται. Πρόκειται για το είδος του ήρωα που περισσότερο έχει ανάγκη η κάθε εποχή, τον ήρωα που μάχεται στον μικρόκοσμό του, που επιχειρεί να εφαρμόσει τη θεωρία του στην προσωπική του καθημερινότητα, που δεν ανασηκώνει τους ώμους συνεχίζοντας τον δρόμο του.

Ο Φάμπιαν δεν νιώθει ήρωας. Νιώθει την ανθρώπινη εναλλαγή συναισθημάτων ανάμεσα στη ματαιότητα, στον θυμό και στη λαχτάρα για ζωή και απόλαυση. Ο συγγραφέας δεν τρέφει το άλτερ έγκο του με εγωπάθεια, δεν το προικίζει με την ικανότητα της φυγόπονης επιβίωσης χωρίς να χρειαστεί να τσαλακώσει το κουστούμι τού υπέροχου τύπου που ατυχώς ζει σε λάθος εποχή.

Η απλή γλώσσα του Κέχνερ έφερε σε αμηχανία κριτικούς και φιλολόγους, το έργο του άργησε να αποκτήσει τη σπουδαιότητα από την οποία χαρακτηρίζεται πια. Στο χείλος της αβύσσου δεν υπάρχουν υπόγεια νοήματα και δεύτερες αναγνώσεις, εκείνα που ο συγγραφέας επιθυμεί να πει τα λέει απλά και ξεκάθαρα, επιχειρώντας, μέσω του Φάμπιαν, να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, να δείξει την άβυσσο που παραμονεύει στο επόμενο βήμα. Ο συγγραφέας όμως δεν στερεί από το Βερολίνο τη γοητεία του, αποδεχόμενος πως ακόμα και στις πλέον σκοτεινές περιόδους η ζωή εξακολουθεί να φέρει μια αυτόφωτη λάμψη, την οποία ένας πρώιμος φλανέρ όπως ο Φάμπιαν μπορεί να διακρίνει. 

Διαβάζοντας το βιβλίο προσέξτε τη σκηνή του ονείρου τού Φάμπιαν, γιατί εκεί ίσως να κρύβεται το κλειδί για να κατανοήσει κανείς πως οι γλωσσικές και υφολογικές επιλογές του Κέχνερ στο υπόλοιπο μυθιστόρημα είναι πράγματι συνειδητές και χρηστικές για το έργο επιλογές και όχι κάποιου είδους συγγραφική ανεπάρκεια.

Σπουδαίο βιβλίο· δυστυχώς επίκαιρο.

Μετάφραση Άντζη Σαλταμπάση
Εκδόσεις Πόλις

Δευτέρα, 25 Φεβρουαρίου 2019

Ο χλομός βασιλιάς - David Foster Wallace





Έχουμε ταχθεί υπέρ των Μαξ Μπροντ αυτού του κόσμου, τελεσίδικα. Οι όποιες αντεγκλήσεις  αναλώνονται σε καφέ και εκδηλώσεις, τώρα που τα λογοτεχνικά σαλόνια δεν είναι της μόδας, είναι εθιμοτυπικές, χαριτωμένες και διαρκούν ελάχιστα. Για εμάς οι διαθήκες πρέπει να διαβάζονται δυνατά. Τίποτα να μη μένει κρυφό. Ο θάνατος μας δίνει το τέλειο άλλοθι/ο θάνατος στερεί κάθε δικαίωμα από τον νεκρό. Οι κωδικοί πρόσβασης και τα κλειδιά είναι γελοία εύκολο να ανακτηθούν στον κόσμο των ζωντανών.

Δεν θα μάθουμε ποτέ σε τι ποσοστό θεωρούσε ολοκληρωμένο ο Γουάλας το βιβλίο αυτό, τι θα κρατούσε και τι θα αφαιρούσε, πόσες σελίδες θα ήταν το τελικό κείμενο -αν υποθέσουμε πως θα υπήρχε τελικό κείμενο, και πως δεν θα αρκούσε ένα σύρσιμο μέχρι τον κάδο ανακύκλωσης στην επιφάνεια εργασίας, κάποιο βράδυ, αργά, ώστε να περάσουν όλα στο τίποτα. Και εγώ -κάπως παράδοξα ή διεστραμμένα- σκέφτομαι εκείνες τις σελίδες που θα πετούσε, εκείνες τις σελίδες που ποτέ δεν θα διαβάζαμε αν το βιβλίο ολοκληρωνόταν, με απόφαση δική του ή ύστερα από επιμονή του επιμελητή, σκέφτομαι εκείνες τις σελίδες περισσότερο και από τις άλλες που ποτέ δεν θα διαβάσουμε, τις σελίδες που ποτέ δεν έγραψε και που ποτέ δεν θα γράψει.

Έχουμε πολλούς λόγους να υποθέτουμε πως ακόμα και ολοκληρωμένος, επιμελημένος και σε κυκλοφορία, Ο χλομός βασιλιάς δεν θα είχε τη δομή ενός απλού μυθιστορήματος, και όχι μόνο γιατί ο πρόλογος του συγγραφέα θα βρισκόταν στο ένατο κεφάλαιο, αλλά γιατί τα γραπτά του Γουάλας διαθέτουν εκείνο το μοναδικό χαρακτηριστικό της υψηλής λογοτεχνίας να περικλείει αφομοιωμένη τη λογοτεχνία που έχει προηγηθεί και όμως να μη θυμίζει τίποτα από ό,τι έχει προηγηθεί. Ή και γιατί σε ένα απλό μυθιστόρημα, σε ένα μυθιστόρημα επ' ουδενί κακό, με αρκετές αρετές και ίσως και κάποια βραβεία -χώρια οι πωλήσεις και οι κριτικές-, δεν θα χωρούσε το φορολογικό σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών, με όρους τεχνικούς, λεπτομέρειες επί της διαδικασίας και άρθρα τροπολογιών, και μόνο ένα μυαλό όπως αυτό του Γουάλας, ναι, πρωτίστως το μυαλό και στη συνέχεια το ταλέντο και η εργατικότητα, θα μπορούσε να μετατρέψει αυτό το υλικό σε λογοτεχνία, να αποτυπώσει τον σύγχρονο κόσμο με τέτοια τρομακτική ακρίβεια στους διαδρόμους μιας δημόσιας υπηρεσίας. Ένα ημιτελές βιβλίο που δεν μπορείς να αφήσεις από τα χέρια σου, λογοτεχνία που σε καταλαμβάνει και σε στοιχειώνει, άπαξ και δια παντός. 

Αποτελεί κάποιου είδους προνόμιο, τολμώ να πω, η δυνατότητα θέασης του κόσμου μέσω της πρόζας του Γουάλας. Ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί και καταγράφει. Και η πρόζα του λειτουργεί ως καθρέφτης διπλής όψης, προβάλλοντας ταυτόχρονα τα μέσα και τα έξω. Αντικρίζουμε λοιπόν έναν εγκέφαλο ανήσυχο, διαρκώς πυροδοτούμενο, με διασπαστική ροπή, διψασμένο για πληροφορίες και με τεράστια γκάμα ενδιαφερόντων, που με ασύλληπτη άνεση και ευκολία κινείται από το πλέον ευτελές στο πλέον υψηλό. Έναν εγκέφαλο που μοιάζει να αποζητά ένα ήσυχο διάλειμμα, τη δυνατότητα για εκούσια παύση λειτουργίας. Ίσως μια πληκτική εργασία, όπως αυτή του υπαλλήλου σε κάποια εφορία -ή ίσως σε μια ασφαλιστική εταιρεία κάπου στην Κεντρική Ευρώπη-, μια εργασία  θανατηφόρας ρουτίνας, σταθερού ωραρίου, ίσως μια τέτοια εργασία να ήταν όντως ένα απάνεμο λιμάνι, μια καθημερινή και αυστηρή άσκηση αυτοσυγκέντρωσης για ένα τέτοιο μυαλό ή έτσι να πίστευε τουλάχιστον ένα τέτοιο μυαλό. 

Ο χλομός βασιλιάς είναι το βιβλίο που έγραφε ο Γουάλας όταν αυτοκτόνησε. Και κάτι τέτοιο -δυστυχώς- δεν μπορεί να διαφύγει στιγμή από τη συνείδηση του αναγνώστη. Ο χλομός βασιλιάς θα μπορούσε να περιγραφεί ή να προσδιοριστεί με πλήθος επιθέτων -αστείο, μεγαλειώδες, διορατικό, χαοτικό, απολαυστικό, μεταμοντέρνο, καινοτόμο, ατελές, έξυπνο, πληθωρικό, διασκεδαστικό/ψυχαγωγικό κ.ά.-, όμως εγώ θα επέμενα: συγκινητικό. Ο χλομός βασιλιάς είναι ένα βαθιά συγκινητικό και ανθρώπινο μυθιστόρημα. Ναι, ανάμεσα σε τόσα άλλα, είναι κυρίως αυτό. Πίσω από τόσα νούμερα και φορολογικές δηλώσεις, τόσους νόμους και ειδικές τροπολογίες διακρίνονται αχνά οι ήρωες του Γουάλας· απλοί υπάλληλοι της φορολογικής υπηρεσίας, συνθέτουν έναν μικρόκοσμο, τον μικρόκοσμο της φορολογικής υπηρεσίας, μικρόκοσμο με βαθμίδες και αξιώματα, μικρόκοσμο με ίντριγκες και συνωμοσίες, που αρχίζουν και τελειώνουν εντός κτιρίου και ωραρίου. Κι όμως είναι άνθρωποι καθημερινοί, άνθρωποι σαν εμάς -ας μην αυταπατόμαστε-, άνθρωποι που δυσκολεύονται συναισθηματικά, που η ζωή τους εκτυλίσσεται  στο περιθώριο της ρουτίνας, στο κενό μεταξύ δουλειάς και ύπνου, άνθρωποι που το σώμα τους στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, άνθρωποι που αδυνατούν να βάλουν τα κλάματα ή να νιώσουν σεξουαλική έλξη, άνθρωποι αδύναμοι, σε διαρκή καταστολή έκφρασης και δημιουργίας, άνθρωποι που αν ξεχαστούν όμως μπορούν να αιωρηθούν.

Ο σύγχρονος κόσμος, όπου τα πάντα αποτυπώνονται με νούμερα, προφανώς και οι άνθρωποι. Η γραφειοκρατία και η πλήξη. Ο Γουάλας επιλέγει μια χρονική στιγμή κατά την οποία η τεχνολογία στη μηχανογράφηση είναι ακόμα στα σπάργανα, ενώ και η τεχνολογία του ελεύθερου χρόνου, το διαδίκτυο και τα έξυπνα κινητά είναι εδάφη απάτητα, επιλογή η οποία δεν είναι τυχαία. Η ικανότητα να αντιμετωπίζεις την πλήξη, λέει κάπου ο Γουάλας, αποτελεί το θεμελιώδες γραφειοκρατικό κλειδί· ούτε η αποδοτικότητα, ούτε η ακεραιότητα, ούτε η διορατικότητα, ούτε η σοφία· η ικανότητα να αντιμετωπίζεις την πλήξη είναι το κλειδί, αν έχεις ανοσία στην πλήξη τότε δεν υπάρχει κυριολεκτικά τίποτα που να μην μπορείς να το καταφέρεις.  

Αν το περιβάλλον του μυθιστορήματος δεν ήταν αληθινό -και επομένως τραγικό- θα μπορούσε να είναι αμιγώς κωμικό, θα μπορούσε να το έχει γεννήσει η -έτσι και αλλιώς- θηριώδης φαντασία του Γουάλας. Όμως το γέλιο που προκύπτει από αρκετές σελίδες είναι σκοτεινό, οξυδερκές και εν τέλει ενοχοποιητικό για εκείνον που γελάει. Βέβαια το τι αντιλαμβάνεται καθένας ως τραγικό και τι ως κωμικό είναι μια μεγάλη συζήτηση, συχνά δε και αιτία διαχωρισμού πορείας ζωής, έχω γνωρίσει για παράδειγμα ανθρώπους που θεωρούν κωμωδία το Playtime του Tati, εγώ όχι, προφανώς όχι. Η αναφορά στη συγκεκριμένη ταινία στο παρόν κείμενο δεν είναι τυχαία. 
 
Διαβάζοντας τον Χλομό Βασιλιά το μυαλό μου αρκετές στιγμές αναζητούσε και -ένιωθε πως- έβρισκε αντιστοιχίες με ένα άλλο διάσημο ατελές μυθιστόρημα, το 2666 του σπουδαίου Ρομπέρτο Μπολάνιο, και πέρα από τα προφανή -ατελή έργα, πρόωρες απώλειες- υπήρχαν και σημεία στην ιστορία και στην αφήγηση που μου ενίσχυαν αυτή τη σύνδεση. Και φτάνοντας στο κεφάλαιο σαράντα πέντε, διαβάζοντας την ιστορία της Τόνι, η οποιαδήποτε αμφιβολία για τη συσχέτιση αυτών των δύο μυθιστορημάτων παραμέρισε πανηγυρικά. Η ιστορία της Τόνι θα μπορούσε να ανήκει στο 2666, μια από τις ιστορίες φρίκης με θύματα γυναίκες. Οι διακειμενικές αναφορές και φιλοφρονήσεις κάπως έτσι γίνονται.

Όσες λέξεις και αν γράψει κανείς είναι αδύνατο να αποτυπώσει την εμπειρία/ ό,τι και αν πει κανείς για τη μετάφραση του Γιώργου Κυριαζή θα είναι επίσης λίγο/ Πίντσον, Μπολάνιο και Γουάλας εν ζωή, αυτό ναι, είναι λογοτεχνική φαντασίωση/ ποιος μπορεί να περιμένει μέχρι την κυκλοφορία του Infinite jest στα ελληνικά;


Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Κέδρος     

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2019

Μικρές φωτιές παντού - Celeste Ng




Όταν πριν από δύο χρόνια διάβασα το Όσα δεν σου είπα ποτέ, το πρώτο βιβλίο της Celeste Ng, το οποίο, παρότι έλαβε κάποιες -λίγες αλλά- καλές κριτικές, δεν κατάφερε να ξεχωρίσει εμπορικά, η αλήθεια είναι πως δεν φανταζόμουν πως το επόμενο βιβλίο της θα γινόταν τεράστια επιτυχία στις -ψηφιακές αλλά όχι μόνο- αναγνωστικές κοινότητες. Και αυτό όχι γιατί δεν είχα απολαύσει το βιβλίο εκείνο, κάθε άλλο, αλλά γιατί η γραφή τής Ng διέθετε μία δυστροπία, φλερτάροντας με την αστυνομική λογοτεχνία αλλά αρνούμενη να της παραδοθεί πλήρως, έχοντας στη φαρέτρα της φιλοδοξίες τεχνικές -την πολυπρόσωπη αφήγηση για παράδειγμα- αλλά και θεματικές -η ένταξη των μεταναστών δεύτερης ή και τρίτης γενιάς στην αμερικανική κοινωνία- χωρίς όμως να διαθέτει το απαραίτητο εκείνο ταλέντο που θα της επέτρεπε να ξεφύγει από μια λογοτεχνία συμπαθητική αλλά περιορισμένων αξιώσεων. Πιάνοντας, λοιπόν, στα χέρια μου το Μικρές φωτιές παντού, περισσότερο από προσδοκίες, είχα την περιέργεια να διαπιστώσω -ή τουλάχιστον να επιδιώξω να διακρίνω- τι ήταν εκείνο που χάρισε στο μυθιστόρημα αυτό -πέρα από άλλους παράγοντες όπως η συγκυρία ή η προώθηση- την τόσο μεγάλη φήμη του.   
Οι πάντες στο Σέικερ Χάιτς γι' αυτό μιλούσαν φέτος το καλοκαίρι: πώς η Ίζαμπελ, το στερνοπαίδι των Ρίτσαρντσον, έχασε τα λογικά της κι έβαλε φωτιά στο σπίτι. Την άνοιξη, όλα τα κουτσομπολιά περιστρέφονταν γύρω από τη μικρή Μίραμπελ ΜακΚάλοου -ή, ανάλογα με ποια πλευρά ήσουν, Μέι Λινγκ Τσόου- και τώρα, επιτέλους, να σου ένα καινούργιο συγκλονιστικό θέμα συζήτησης.
Το Σέικερ Χάιτς, προάστιο του Κλίβελαντ, αποτελεί πρότυπο οικιστικής οργάνωσης. Η ασφάλεια και η ηρεμία είναι αδιαπραγμάτευτες. Εδώ όλα λειτουργούν τέλεια, ακόμα και για το πλέον ελάχιστο ζήτημα υπάρχει ένα ξεκάθαρο πρωτόκολλο αντιμετώπισης. Οι κάτοικοι, φιλελεύθεροι και προοδευτικοί, είναι περήφανοι για την πόλη τους.

Το σπίτι των Ρίτσαρντσον θα πιάσει φωτά και οι υποψίες όλων, από την πρώτη στιγμή, θα πέσουν πάνω στη μικρότερη κόρη της οικογένειας, την Ίζυ, μια κάθε άλλο παρά εύκολη έφηβη. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή. Λίγους μήνες νωρίτερα, η κυρία Ρίτσαρντσον θα νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα, κληρονομιά των γονιών της, στη Μία Γουόρεν, μια αινιγματική καλλιτέχνη, και την κόρη της. Ο Μούντι, ένα από τα τέσσερα παιδιά των Ρίτσαρντσον, θα συνδεθεί με στενή φιλία με την συνομήλική του Περλ.

Αν δεν έχετε διαβάσει το βιβλίο θα σας συμβούλευα να έχετε τον νου σας ώστε να αποφύγετε παρουσιάσεις/κριτικές που περιέχουν σπόιλερς επί της πλοκής, γιατί οι ανατροπές και η μη αναμενόμενη εξέλιξη της ιστορίας αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη πηγή αναγνωστικής απόλαυσης. Οπότε, σεβόμενος αυτό, δεν θα αναφερθώ περαιτέρω στην υπόθεση.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες του μυθιστορήματος, μπόρεσα θεωρώ να διακρίνω τι ήταν τελικά εκείνο το οποίο συνετέλεσε στην τεράστια αποδοχή του βιβλίου από το κοινό. Και αυτό ήταν ο τρόπος με τον οποίο η Ng αποφάσισε να δομήσει την αφήγηση της ιστορίας της, χωρίζοντας το μυθιστόρημα σε κεφάλαια, επιφυλάσσοντας πλήθος ανατροπών, θέτοντας πλήθος θεμάτων προς συζήτηση, πετυχαίνοντας έτσι να γράψει ένα μυθιστόρημα τεχνικά άρτιο, έτοιμο για τη μεταφορά του σε τηλεοπτική σειρά. Αποχωρίστηκε την υπαινικτικότητα που διέκρινε το προηγούμενο μυθιστόρημά της, και πόνταρε σε μια αφήγηση χωρίς σκοτεινές γωνιές, φωτίζοντας όλες τις πτυχές της ιστορίας της, προβλέποντας και ικανοποιώντας την περιέργεια του αναγνώστη, κάνοντας κάποιες στιγμές εκτεταμένη χρήση του παντογνώστη αφηγητή. Η τεχνική αρτιότητα όμως δεν είναι από μόνη της αρκετή.

Υποθέτω πως ο στόχος της συγγραφέως και του εκδότη ήταν ακριβώς αυτό το βιβλίο, η εμπορική επιτυχία και η επικείμενη τηλεοπτική μεταφορά αποτελούν ξεκάθαρη επιβράβευση. Όμως, μιλώντας αμιγώς λογοτεχνικά, το μυθιστόρημα αυτό δεν είναι κάτι το ιδιαίτερο, παρότι σίγουρα προσφέρει κάποιες ώρες απόλαυσης στον αναγνώστη.

Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη 
Εκδόσεις Μεταίχμιο  
     
 

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Πάρκο - Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης




Κι ας είχε σχεδιάσει το Δημαρχείο, ο Πικιώνης δεν ήταν ακόμη ο αγαπημένος μας αρχιτέκτονας/σοφός/ποιητής, ενώ τα τραγούδια που ακούγαμε δεν ήσαν όλα προάγγελοι του χάους, πρελούδια μιας ζωής σαν φιλμ του Godard (με αρχή, μέση και τέλος - αλλά όχι αναγκαστικά με αυτή τη σειρά), καθώς βγαίναμε από το σπίτι για να μπούμε στον προθάλαμο της αληθινής ζωής που δεν έμελλε να είναι σαν την αληθινή ζωή των άλλων, σαν την αληθινή ζωή που οι άλλοι ήθελαν για μας, σαν την αληθινή ζωή που οι άλλοι εκθείαζαν και δοξολογούσαν, εμείς λοιπόν βγαίναμε από το σπίτι και σπεύδαμε να πάμε εκεί, στο Πάρκο (ω πόσο αγάπησα χρόνια μετά το Ξενοδοχείο "Πάρκο" στη λεωφόρο Αλεξάνδρας όπου γλεντοκοπούσαμε πάντα μετά το μεσονύχτι την ίδια εκείνη δεκαετία που ανακαλύπταμε την ντανταϊστική επιθεώρηση Luna Park του Mark Dachy! ω πόσο συνδέονται όλα όπως έλεγε ο Thomas Pynchon!), βγαίναμε, έλεγα, από το σπίτι, από την οδό Κασσαβέτη [...]
Αρκεί μία λέξη, μία νότα, μία φωτογραφία, μία μυρωδιά για να ενεργοποιηθεί η μνήμη, ένα ελάχιστο σημείο για να πατήσει -κάπου εδώ ίσως κάποιος να παρομοίαζε τη μνήμη με πεταλούδα αλλά, για τα γούστα μου, κάτι τέτοιο θα ήταν κάπως γλυκερό- πατάει λοιπόν η μνήμη κάπου και πετάγεται αμέσως σχεδόν κάπου αλλού, ίσως να ξαναγυρίσει ίσως και όχι, και κάπως έτσι ένα μονοπάτι διαγράφεται στο χαρτί, και κάπως έτσι, σελίδα τη σελίδα, το Πάρκο αποκτά διαστάσεις, μαντρότοιχο -ψηλό μα με αρκετά ανοίγματα-, μέρη πυκνής βλάστησης αλλά και ερημώδη, διαδρομές κυκλικές/τυφλές/ανηφορικές/μοναχικές, αγάλματα -κυρίως αγάλματα- αλλά και κάποια οικήματα -ιδιωτικής κυρίως χρήσης.
 
Μορφή και περιεχόμενο/ αλληλένδετα στην προκειμένη περίπτωση. Διαισθητικό, συνειρμικό, προφορικό/φίλοι, μουσικές, βιβλία. Κάποιος που διηγείται την ιστορία του, εκείνα τουλάχιστον τα επεισόδια που επιθυμεί, κατά πάσα πιθανότητα σύντομα θα απολέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Κλειδί είναι ο τρόπος/Το περιεχόμενο είναι ετερόφωτο. Ιδιαίτερα σε ένα κείμενο τόσο προσωπικό όσο αυτό. Και εδώ ο τρόπος υπάρχει. Σαφέστατα υπάρχει. Ο στακάτος ρυθμός, οι εμμονές, οι επαναλήψεις, οι ανολοκλήρωτες μικροϊστορίες, η παρέλαση ονομάτων, οι αναφορές, η έμπνευση. Ο μύθος που συναντά τη ζωή, το αντίστροφο επίσης.

Το Πάρκο δεν θα μπορούσε να γραφτεί δεύτερη φορά, θα ήταν ένα άλλο βιβλίο, και ας λεγόταν Πάρκο, το μονοπάτι της μνήμης θα ήταν διαφορετικό, το Πάρκο είναι από τα βιβλία εκείνα -τα έργα τέχνης εν γένει- που η πορεία τους δεν ακολουθεί κάποιο καλομετρημένο σχέδιο αλλά το ένστικτο και την ανάφλεξη της έμπνευσης, καθώς η μνήμη παραμένει -και ας λένε οι επίδοξοι μνημοδαμαστές- πρακτικά ανυπότακτη.

Δεν είναι λίγοι οι συγγραφείς που καταφεύγουν τώρα τελευταία στην ευκολία(;) του προσωπικού βιώματος, είναι όμως λίγοι εκείνοι που το κάνουν με τον τρόπο του Μπαμπασάκη, όχι μόνο γιατί ο Μπαμπασάκης είναι συνεπής στη στρατευμένη μνήμη, αλλά και γιατί για εκείνον δεν αποτελεί ένα πάρεργο διάλειμμα πειραματισμού εν αναμονή της έμπνευσης, αλλά αποτελεί την έμπνευση, την κινητήριο δύναμη, τον τρόπο του να ανασυγκροτεί και να υπογραμμίζει.       



Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2019

Το μουσείο των τύψεων - Αχιλλέας Κυριακίδης




Το μουσείο των τύψεων, εκτός από ευφυή σύλληψη αναδρομικής έκθεσης, αποτελεί και έναν τόπο προσομοίωσης για τον επισκέπτη, στον αντίποδα ενός άλλου περίφημου μουσείου, εκείνου των ανεκπλήρωτων φαντασιώσεων -η εκπλήρωση των οποίων ίσως να οδηγούσε πίσω στο μουσείο των τύψεων/οι είσοδοι είναι η μία δίπλα στην άλλη άλλωστε-, εκεί απ' όπου φεύγοντας, ή και λίγο πριν, περιδιαβαίνοντας ακόμα τους διαδρόμους του, πλησιάζοντας τα εκθέματα, αναρωτώμενος αν επιτρέπονται οι φωτογραφίες, ο επισκέπτης νιώθει ικανός -ή μήπως αναγκασμένος;- να στήσει τη δική του αναδρομική έκθεση τύψεων, ο ίδιος επιμελητής, καλλιτέχνης, θέμα και -ίσως- μοναδικός επισκέπτης.

Στους λαβυρίνθους σπουδαίων έργων, λοιπόν, σπουδαίων υποκειμενικά, σπουδαίων γιατί πρόσφεραν στον συγγραφέα καταφύγιο, εκεί που πέρασε χρόνο, εκεί που επέστρεψε ξανά και ξανά, γνώρισε καλύτερα τον εαυτό του, αναμετρήθηκε με τον ίλιγγο του ύψους της ξαφνικής θέας. Η διακειμενικότητα ή η συνομιλία με άλλα έργα στη συγκεκριμένη περίπτωση παίρνει δρόμους διαφορετικούς. Ο Αχιλλέας Κυριακίδης στο λογοτεχνικό είδος που περισσότερο αγαπάει, τη μικρή φόρμα, αποτίει έναν δημιουργικό φόρο τιμής στην εμπειρία της ανάγνωσης, της παρατήρησης εν γένει, πότε ως κρυψώνα του προσωπικού και πότε ως ορμητήριο έμπνευσης. Δεν θα ήμουν, μοιάζει να μονολογεί, ο ίδιος άνθρωπος αν δεν σας είχα συναντήσει στον δρόμο μου.

Έτσι, τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα για τον αναγνώστη. Σε πρώτο επίπεδο ως σπουδαία αυτόνομη λογοτεχνία, ενώ σε δεύτερο ως περιδιάβαση σε τόπους έμπνευσης. Δημιουργός και παρατηρητής, ο Αχιλλέας Κυριακίδης τοποθετεί εστίες φωτός και ανάκλασης κατά μήκος της διαδρομής, υπενθυμίζει πως η ανάγνωση είναι πράξη δημιουργίας, εμπειρία δυναμική, το απαραίτητο συμπλήρωμα της γραφής -συχνά και της ζωής.

Και αν η απόλαυση αποτελεί ζητούμενο για τον αναγνώστη, η έμπνευση ως συναίσθημα, η γέννηση -ή αναζωπύρωση- της ανάγκης για δημιουργία είναι δώρο πολύτιμο.  

Εκδόσεις Πατάκη

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2019

Ο δύτης - Μίνως Ευσταθιάδης




Οι σκουροπράσινοι τοίχοι βουλιάζουν σ' έναν βάλτο απ' όπου τα βατράχια έχουν εξαφανιστεί και επιπλέουν μόνο τα παπούτσια μου. Σκέτη ειρωνεία. Τα είχα βγάλει για να μη μ' ακούσουν αυτοί που συνεχώς άκουγαν Rammstein. Τώρα κυριαρχεί μια εκνευριστική ησυχία κι ο ύπνος έχει αφήσει στο στόμα μου τη στεγνή πίκρα της αποτυχίας.
Ένα πρωί, ένας υπερήλικας υποψήφιος πελάτης θα χτυπήσει την πόρτα του ιδιωτικού ντετέκτιβ Κρις Πάπας και θα του ζητήσει κάτι φαινομενικά απλό: να παρακολουθήσει για σαράντα οκτώ ώρες μία νεαρή γυναίκα. Εκείνος, ο φτηνότερος ντετέκτιβ του Αμβούργου, θα δεχτεί. Έτσι ξεκινάει η ιστορία αυτή. Αρχικά ο Κρις Πάπας θα πιστέψει πως πρόκειται για μια απλή, συνηθισμένη ερωτική ιστορία, μια ιστορία μοιχείας. Όμως τα φαινόμενα απατούν. Από το Αμβούργο το νήμα της ιστορίας θα τον οδηγήσει στο Αίγιο, στον τόπο καταγωγής του. Το παρελθόν ρίχνει ολοένα και πιο έντονα τη σκιά του στην ιστορία αυτή.

Η φύση του βιβλίου, το γεγονός πως ένα μεγάλο μέρος της αναγνωστικής απόλαυσης στηρίζεται στις ανατροπές και στα νήματα που διαρκώς ξεπηδούν, υποχρεώνει σε περιορισμένες και προσεκτικές αναφορές στην πλοκή. Και ήδη αυτό, το να προϊδεάσει δηλαδή κανείς τον αναγνώστη για την ύπαρξη ανατροπών, θα ήταν παραβίαση της υποχρέωσης αυτής, όμως η νουάρ λογοτεχνία ταυτίζεται εξ αρχής με την ύπαρξη ανατροπών.

Για τον Ευσταθιάδη το νουάρ περιτύλιγμα αποτελεί το αφηγηματικό όχημα, θα μπορούσε να έχει ποντάρει σε ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα για παράδειγμα, όμως εκείνος έριξε το βάρος της ιστορίας του στις πλάτες ενός ανυποψίαστου -αρχικά- ιδιωτικού ντετέκτιβ, φροντίζοντας σελίδα τη σελίδα να τον εμπλέξει ολοένα και περισσότερο σε αυτή, καθιστώντας τον υπεύθυνο να υποστηρίξει τη σημασία της διήγησης αυτής της ιστορίας. Ο Ευσταθιάδης επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, ενώ κρατάει για τον εαυτό του τον ρόλο του παντογνώστη αφηγητή, εκείνου που θα αποφασίσει το πώς και το πότε των αποκαλύψεων, ρόλο καθοριστικής σημασίας για την τελική αίσθηση του μυθιστορήματος. 

Η χαμηλή αυτοπεποίθηση του Πάπας, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό, η αυτοϋποτίμηση της επαγγελματικής του ικανότητας, η σχεδόν παντελής απουσία αναφορών στην προσωπική του ζωή, ο αφελής, ξεροκέφαλος τρόπος με τον οποίο μπλέκεται στην ιστορία αυτή και η ποιητική/ψευδοφιλοσοφική διάθεση με την οποία παρατηρεί και σχολιάζει την πραγματικότητα μετριάζουν τη δυναμική της πρωτοπρόσωπης αφήγησης, μην επιτρέποντας σε ένα εγώ τεράστιο και ακλόνητο να επικρατήσει εις βάρος της ίδιας της ιστορίας.    

Διανθισμένος με διακειμενικές αναφορές και λειτουργικούς εγκιβωτισμούς, ως επιπλέον πινελιές στον νουάρ καμβά, Ο δύτης πετυχαίνει να σταθεί με αξιώσεις στη νουάρ λογοτεχνική σκηνή. Εκείνο που προσδίδει επιπλέον πόντους στο τελικό αποτέλεσμα είναι η ιστορία που η έρευνα του Πάπας φέρνει στο φως, άλλωστε εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας της αρχικής σύλληψης του βιβλίου. Ιστορία που δικαιολογεί τις ανατροπές και τα μονοπάτια που οδηγούν στην αποκάλυψή της, και που σε άλλη περίπτωση όλα αυτά θα έστεκαν πιθανότατα κενά νοήματος, απλή επίδειξη ικανοτήτων του συγγραφέα εις βάρος του αναγνώστη.


Εκδόσεις Ίκαρος 

Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2019

Η Λεωφόρος - Trevanian





Βράδυ στη Λεωφόρο και τα μαγαζιά κλείνουν. Οι προθήκες των εμπορευμάτων έχουν μαζευτεί από τα πεζοδρόμια· τα ρολά κατεβαίνουν με θόρυβο μπροστά από τις βιτρίνες των καταστημάτων. Ένα-δυο φώτα μένουν αναμμένα για ν' αποτρέψουν τις ληστείες· και οι άδειες ταμειακές μηχανές αφήνονται μισάνοιχτες έτσι ώστε οι κλέφτες να μην τις σπάσουν χωρίς λόγο.
Τα μπαρ παραμένουν ανοιχτά, το ίδιο και τα καφέ· και τα κωνικά ηχεία πάνω από τις στενές πίστες βρέχουν ρινίσματα μουσικής στα πεζοδρόμια, που είναι μπουκωμένα από ανθρώπους, με τους λαιμούς χωμένους στους γιακάδες και τους ώμους σφιγμένους για να προφυλαχθούν από την τσουχτερή παγωνιά.

Ο Trevanian -ένα από τα πολλά φιλολογικά ψευδώνυμα του Rodney William Whitaker- με ένα κινηματογραφικό τράβελινγκ καλωσορίζει τον αναγνώστη στην καρδιά του Μόντρεαλ, στη Λεωφόρο, λέξη που αναφέρεται σ' έναν δρόμο και ταυτόχρονα σε μια ολόκληρη περιοχή. Κανείς δεν χρησιμοποιεί το όνομα Μπουλβάρ Σαιν Λωράν. Η Λεωφόρος, που κάποτε αποτελούσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο γαλλικό και το αγγλικό Μόντρεαλ, είναι ένας δρόμος εξαθλιωμένος, με μικρά μαγαζιά και χαμηλά ακόμα ενοίκια, που εξακολουθεί να αποτελεί την πρώτη στάση των μεταναστών, ένας προθάλαμος ένταξης. 

Ένα νουάρ μυθιστόρημα δύναται, πιστεύω, να αποτελέσει ιδανικό όχημα γνωριμίας του αναγνώστη με τόπους μακρινούς, να λειτουργήσει ως ο σκοτεινός και ρεαλιστικός αντίποδας των λαμπερών και πολλά υποσχόμενων, αλλά μάλλον άψυχων, ταξιδιωτικών οδηγών. Το Μόντρεαλ, λοιπόν, η Μοντρεάλη όπως συνήθιζε να αποκαλεί στην αλληλογραφία του την πόλη του Κεμπέκ ο σπουδαίος Καχτίτσης, πόλη ελάχιστα γνωστή λογοτεχνικά, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ο Trevanian τοποθετεί την ιστορία του. Και ενώ αρχικά η επιλογή του Μόντρεαλ προκαλεί κάποια έκπληξη, στα πλήκτρα της γραφομηχανής του συγγραφέα αναδεικνύεται ιδανική. Η αθωότητά της σε σχέση με τη Νέα Υόρκη για παράδειγμα, με τους ρυθμούς και τις σχέσεις ανάμεσα στους κατοίκους της να ταιριάζουν περισσότερο σε κωμόπολη, ενώ βρισκόμαστε στη χρονική στιγμή κατά την οποία η πόλη γνωρίζει την ανάπτυξη, με όλα τα παρελκόμενα, η στιγμή που για άλλους διαμορφώνει χαρακτήρα ενώ για άλλους τον απολύει, η κυρίαρχη μάχη ανάμεσα στην αγγλική και τη γαλλική ταυτότητα, και η ταυτόχρονη παρουσία πλήθους μεταναστών τόσο από το εσωτερικό της χώρας όσο και από χώρες μακρινές. 

Και για να σταθεί ένα νουάρ μυθιστόρημα απαιτείται να υπάρχει ένας -ας τον χαρακτηρίσουμε αρχικά- ενδιαφέρων ντέτεκτιβ, ένας υπαστυνόμος στην προκειμένη περίπτωση, όπως ο Κλωντ Λαπουάντ. Ο Λαπουάντ, που αρνήθηκε να προαχθεί σε αστυνόμο, εδώ και τριάντα χρόνια περιπολεί στη Λεωφόρο, που τη θεωρεί επικράτειά του, νιώθοντας υπεύθυνος για τη διατήρηση της τάξης, υπαστυνόμος μιας άλλης εποχής, που δεν θέλησε να ακολουθήσει τον εκμοντερνισμό των αστυνομικών μεθόδων, σε μια απόπειρα του σώματος να δημιουργήσει έναν πολιτικά ορθότερο χαρακτήρα, με δύσκολο παρελθόν, που τα βράδια, όταν δεν παίζει χαρτιά με τους φίλους του, διαβάζει βιβλία του Ζολά, ένας εν γένει δύσκολος άνθρωπος, με τον οποίο είναι αδύνατο να ταυτιστεί ο αναγνώστης. Άλλωστε ένα σχήμα που θα περιελάμβανε έναν ωραιοποιημένο καλό τιμωρό του εγκλήματος δεν θα λειτουργούσε λογοτεχνικά, αλλά θα παρέπεμπε μάλλον σε κάποιο φυλλάδιο της αστυνομίας, και αυτό είναι κάτι που κάθε καλός συγγραφέας γνωρίζει καλά.

Γύρω από τον Λαπουάντ, ο Trevanian, προσθέτει ένα πλήθος δευτερευόντων χαρακτήρων, απαραίτητων για την πλοκή, της οποίας κεντρικό σημείο αποτελεί η δολοφονία ενός νεαρού Ιταλού μετανάστη, το μαχαιρωμένο πτώμα του οποίου θα βρεθεί σε έναν παρακείμενο σκοτεινό παράδρομο της Λεωφόρου. Η εξιχνίαση του εγκλήματος αποτελεί απλώς την αφορμή, το εύρημα που θα προσδώσει στην ιστορία το απαραίτητο σασπένς και τις κορυφώσεις που χρειάζεται, όμως παράλληλα, τόσο σύγχρονα όσο και αναληπτικά, η ιστορία θα περιβληθεί με δεκάδες επιμέρους επεισόδια, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον Trevanian να μιλήσει για το Μόντρεαλ και τους ανθρώπους του, για το χωνευτήρι πολιτισμών και την αναζήτηση ταυτότητας, το καλό και το κακό, το παλαιό και το μοντέρνο, την ηθική -με τη σχετικότητα και τον υποκειμενισμό της-, για την ανάγκη για αγάπη και για το παρελθόν που αναγκαστικά, όσο και αν δεν το θέλουμε, όσο και αν μας βαραίνει, το κουβαλάμε διαρκώς.

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Πόλις    

  

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν - Bohumil Hrabal





Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, στην εποχή της εικόνας, κάποια βιβλία να είναι πιο γνωστά μέσω των κινηματογραφικών τους μεταφορών, ενώ είναι επίσης συχνό να επαναβαπτίζονται από τον τίτλο της ταινίας. Έτσι, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν (Αρσενίδης, 1995) δεν είναι παρά ο ελληνικός τίτλος της ταινίας του 1966, μεταφοράς του βιβλίου του Τσέχου συγγραφέα Μποχουμίλ Χράμπαλ Τρένα υπό αυστηρή παρακολούθηση (Κουκκίδα, 2008). Εν τω μεταξύ, Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν είναι μυθιστόρημα του Σιμενόν, γραμμένο το 1938, (Πλέθρον, 1994/Άγρα, 2004). Ορισμένα πράγματα καλό είναι να διευκρινίζονται και να μην παραχώνονται κάτω από το χαλάκι με τις λεπτομέρειες.
Εκείνη τη χρονιά, το χίλια εννιακόσια σαράντα πέντε, οι Γερμανοί έπαψαν να κυριαρχούν στον ουρανό της μικρής μας πόλης, κι ακόμη περισσότερο στους ουρανούς του νομού κι ολόκληρης της χώρας. Τα βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως είχαν αναστατώσει την κυκλοφορία, σε τέτοιο βαθμό, που τα πρωινά τρένα περνούσαν το μεσημέρι, τα μεσημεριανά το βράδυ και τα βραδινά μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα κι αν κατά τύχη ένα απογευματινό τρένο έφτανε στη σωστή του ώρα, επρόκειτο απλώς για την πόστα που είχε τέσσερις ώρες καθυστέρηση.
Ένας σταθμός τρένων μίας μικρής επαρχιακής πόλης της Βοημίας είναι το σκηνικό στο οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα του σπουδαίου Τσέχου συγγραφέα. Αφηγητής είναι ένας νεαρός δόκιμος σιδηροδρομικός υπάλληλος, πότε πρωταγωνιστής και πότε παρατηρητής των διάφορων επεισοδίων που συνθέτουν την καθημερινότητα αυτής της μικροκοινωνίας, με τον πόλεμο να μαίνεται, τη Δρέσδη να βομβαρδίζεται και τα τρένα με τους τραυματίες και τα πυρομαχικά να περνούν χωρίς να σταματούν στον μικρό αυτό σταθμό, τόσο κοντά αλλά ταυτόχρονα και τόσο μακριά από τη μικρή αυτή επαρχιακή πόλη. Ο Χράμπαλ, τοποθετώντας τον πόλεμο στο φόντο της ιστορίας του, επικεντρώνεται στον μικρόκοσμο του σταθμού και στη ζωή των υπαλλήλων, με μια διάθεση διονυσιακή, με τον ηρωισμό να παραχωρεί τη θέση της στη σεξουαλικότητα, πριν ο πόλεμος περάσει στο παρελθόν και γίνει έδαφος αφηγήσεων ηρωισμού και αυταπάρνησης. Έτσι η σεξουαλική ανικανότητα του αφηγητή υπό το βάρος του άγχους της πρώτης φοράς, ή το σκάνδαλο με τον υπασπιστή του σταθμού που θα γεμίσει σφραγίδες τους γλουτούς μίας όμορφης τηλεγραφήτριας, αποτελούν κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της ιστορίας, διανθισμένα με ένα ιδιότυπο χιούμορ, πότε πικρόχολο, πότε γλυκόπικρο και πότε μαύρο. Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του χιούμορ του Χράμπαλ. Πίσω από το χιούμορ μπορεί να διακρίνει κανείς μια κριτική απέναντι σε μια κοινωνία ελάχιστα συνειδητοποιημένη πολιτικά, που μοιάζει να διανύει μια έντονη εφηβεία, παίρνοντας αψήφιστα τα γεγονότα, ελπίζοντας απλώς να καταφέρει να κρυφτεί από τον ανώτερο. 

Η απλότητα της γραφής του Χράμπαλ, προσαρμοσμένη με επιτυχία στον αφηγητή, όχι μόνο δεν στερεί αλλά αντίθετα προσθέτει λογοτεχνική αξία στο τελικό αποτέλεσμα. Και μπορεί να μην εντάσσεται το μυθιστόρημα αυτό στην τυπική ηρωική αντιπολεμική ή στρατευμένη λογοτεχνία του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, διαθέτει όμως κάτι το αδιαμφισβήτητα οικουμενικό. Η ματιά του Χράμπαλ για τα πράγματα και τις καταστάσεις, ανεξάρτητη από τοτέμ και διατεθειμένη να κριτικάρει, μέσω της σάτιρας κυρίως, ήταν εκείνη, άλλωστε, που έθεσε απέναντί του τη λογοκρισία επί σειρά ετών. 

υγ. Η πρώτη μου γνωριμία με τον Χράμπαλ έγινε με το μυθιστόρημα Υπηρέτησα τον Άγγλο βασιλιά (περισσότερα εδώ).

    
Μετάφραση Μαρίνα Λώμη
Εκδόσεις Αρσενίδης



Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

Το οπτικό νεύρο - María Gainza





Το οπτικό νεύρο μού κίνησε εξαρχής το ενδιαφέρον, αρχικά ο τίτλος και εν συνεχεία η δομή του εξωφύλλου. Άλλωστε οι εκδόσεις opera αποτελούν παραδοσιακά έναν ενδιαφέροντα κολπίσκο αλίευσης σύγχρονης και αξιόλογης ισπανόφωνης λογοτεχνίας. 

Η αλήθεια είναι πως παίρνοντας το βιβλίο στα χέρια μου και παρότι το βιογραφικό της Μαρία Γκάινσα και η σχέση της με την τέχνη και τη ζωγραφική φάνταζαν πολλά υποσχόμενα, ταυτόχρονα με μπέρδεψαν ως προς τον σχηματισμό ενός ευκρινούς ορίζοντα προσδοκιών. Το οπτικό νεύρο αποτελεί την πρώτη λογοτεχνική απόπειρα της γεννημένης στο Μπουένος Άιρες Μαρία Γκάινσα και είναι μάλλον αναμενόμενο να έχει ως πρώτη ύλη και σημείο περιστροφής τη ζωγραφική, αφού η ζωγραφική αποτελεί το επίκεντρο της επαγγελματικής και ακαδημαϊκής της πορείας. Η Άιρες Μαρία Γκάινσα εργάστηκε επί σειρά ετών ως ανταποκρίτρια για διάφορες εφημερίδες στον τομέα της τεχνοκριτικής, διοργάνωσε σεμινάρια και μαθήματα, συνεργάστηκε στην έκδοση βιβλίων, ενώ το 2011 δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων για την τέχνη στην Αργεντινή. 
Τον Ντρε τον γνώρισα ένα φθινοπωρινό μεσημέρι· το ελάφι του, ακριβώς πέντε χρόνια αργότερα. Εκείνο το πρώτο μεσημέρι είχα βγει από το σπίτι μ' ένα λαμπρό ήλιο και ξαφνικά, εντελώς αναπάντεχα, άρχισε να βρέχει. Έριχνε κατακλυσμό, και μέσα σε λίγα λεπτά οι στενοί δρόμοι της γειτονιάς του Μπελγκράνο μετατράπηκαν σε ύπουλα ποτάμια· οι γυναίκες στριμώχνονταν στις γωνίες υπολογίζοντας το πιο ρηχό σημείο για να περάσουν απέναντι· μια γριά χτυπούσε με την ομπρέλα της μια μεριά ενός λεωφορείου που δεν ήθελε να της ανοίξει, και στις πόρτες των καταστημάτων οι υπάλληλοι κοιτούσαν πώς το νερό έγλειφε το πεζοδρόμιο και έσπευδαν να τοποθετήσουν τις σιδερένιες πρόσθετες πόρτες που είχαν αγοράσει μετά την τελευταία πλημμύρα. Εγώ έπρεπε να συνοδεύσω μια ομάδα ξένων σε μια ιδιωτική συλλογή έργων τέχνης.
Το οπτικό νεύρο είναι μία συλλογή διηγημάτων, η οποία θα μπορούσε να προσεγγιστεί και ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα, καθώς ναι μεν το κάθε διήγημα μπορεί να σταθεί αναγνωστικά αυτόνομο, όμως, η παρουσία κοινής αφηγήτριας αποτελεί κάτι παραπάνω από έναν απλό συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα έντεκα διηγήματα της έκδοσης, μέσα στα οποία εμφανίζονται αντίστοιχα ζωγράφοι όπως ο Ρόθκο, ο Φουχίτα, ο Τουλούζ-Λοτρέκ, ο Ελ Γκρέκο κ.α. Η ύπαρξη κοινής αφηγήτριας είναι κομβικής σημασίας συγγραφική επιλογή ως προς την αναγνωστική πρόσληψη του βιβλίου τελικά, καθώς παράλληλα με την ανάγνωση των ιστοριών σχηματίζεται με ολοένα και περισσότερες πλευρές και γωνίες η αφηγήτρια ως πρόσωπο, προσδίδοντας μια ξεκάθαρη και ισχυρή μυθοπλαστική διάσταση, που απομακρύνει τη συλλογή διηγημάτων μακριά από την ξέρα μιας χλιαρής λογοτεχνίζουσας ακαδημαϊκής συλλογής κειμένων.  

Τα διηγήματα της Γκάινσα διαθέτουν την ίδια αφηγηματική δομή, γεγονός που εντείνει την αίσθηση σύνδεσης ανάμεσα στα διηγήματα. Σε κάθε ένα από αυτά υπάρχουν δύο κανάλια αφήγησης, τα οποία διασταυρώνονται μέσα στο διήγημα. Στο ένα κανάλι εκπέμπεται η ιστορία της αφηγήτριας, ιστορία η οποία αποτελεί τη σύνδεση με τον ζωγράφο, ιστορία η οποία προσφέρει την αφορμή για το πέρασμα στο έτερο κανάλι αφήγησης, εκείνο της ιστορίας του ζωγράφου. Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σε συνδυασμό με την ακρίβεια των βιογραφικών στοιχείων των καλλιτεχνών εντείνει την αίσθηση στον αναγνώστη πως τα κείμενα είναι αυτοβιογραφικά, πως αφηγήτρια είναι η ίδια η Γκάινσα δηλαδή. Αν και σε αρκετά από τα διηγήματα η σύνδεση αυτών των δύο καναλιών αφήγησης δείχνει χαλαρή και μοιάζει περισσότερο με μία τεχνική πρόφαση, το εύρημα είναι λειτουργικό και δημιουργεί ένα ασφαλές περιβάλλον για την Γκάινσα, μέσα στο οποίο κινείται άνετα ανάμεσα στην ημερολογιακού χαρακτήρα αφήγηση της ζωής της αφηγήτριας και στην ακαδημαϊκή γραφή.

Από πολλές απόψεις ενδιαφέρον μυθιστόρημα -για μένα και μετά την ανάγνωση Το οπτικό νεύρο είναι μυθιστόρημα. Στα συν της έκδοσης ο όμορφος και χρηστικός σελιδοδείκτης.   

Μετάφραση Μαρία Μπεζαντάκου
Εκδόσεις opera


Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2019

Στον ύπνο μου είδα ότι ένας άντρας κέρδισε το λαχείο




Ξύπνησε κάθιδρος από τον ίδιο εφιάλτη· κέρδισε το λαχείο αλλά δεν είχε με ποιον να το μοιραστεί. Ξυπνήσαμε σχεδόν ταυτόχρονα, πρώτα εκείνος από τον εφιάλτη, ύστερα εγώ από το ξυπνητήρι. Όνειρο μέσα σε όνειρο. Το σημείωσα βιαστικά, μαζί και την ημερομηνία, στο σημειωματάριο, που είναι μόνιμα χωμένο στο κομοδίνο, ανάμεσα σε τόσα άσχετα μεταξύ τους πράγματα -αλήθεια πόσα πράγματα μπορεί να χωράνε σε ένα τόσο μικρό έπιπλο; Είναι κάτι, το να σημειώνω τα όνειρά μου, που ξεκίνησα να το κάνω όταν άκουσα κάποιο βράδυ, πάει καιρός, έναν γνωστό ψυχαναλυτή -εγώ πάντως δεν τον γνώριζα- να υμνεί τη σημασία μιας τέτοιας ιεροτελεστίας. Ιεροτελεστία, αυτή τη λέξη χρησιμοποίησε. Τα περισσότερα πρωινά δεν σημειώνω τίποτα. Πέρασμα από το μπάνιο. Πέρασμα από την κουζίνα. Με την κούπα του καφέ στο χέρι βολεύτηκα στον καναπέ. Σκέπασα τα πόδια μου με το ριχτάρι και άνοιξα το βιβλίο του Μορίς Μπλανσό. Ήταν μία σκέψη που μου ήρθε ξαφνικά ένα βράδυ, από το πουθενά. Είχα μία φράση να με βασανίζει, έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο, μία φράση απλή που όμως με βασάνιζε, κάνε κάτι μαζί μου, έμοιαζε να απαιτεί. Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο, λοιπόν. Η φράση έπαιζε σε λούπα στο μυαλό μου, μια φωτεινή επιγραφή που αναβοσβήνει χωρίς να αποκαλύπτει άλλο από τον εαυτό της στο σκοτάδι. Δοκίμασα να τη σημειώσω. Στον υπολογιστή. Στο ημερολόγιο. Στην απόδειξη του σούπερ μάρκετ. Στη χαρτοπετσέτα του καφέ που σύχναζα. Τίποτα δεν ακολούθησε. Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο. Αναζήτησα μετά το κατάλληλο ερώτημα. Κατέληξα: γιατί αποφάσισε κάτι τέτοιο; Κατέγραψα τις πιθανές απαντήσεις: για να αποστασιοποιηθεί/για να κρυφτεί/για να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Τίποτα δεν ακολούθησε. Τότε μου ήρθε η ιδέα να διαβάσω ξανά Μορίς Μπλανσό. Τα πρωινά, πριν τη δουλειά, λίγες σελίδες από το Ο χώρος της λογοτεχνίας. Η ιδέα ήταν συμπαγής, αυστηρή και σωτήρια -κυρίως αυτό, σωτήρια, άλλωστε όταν σου πετάνε ένα σωσίβιο καλό είναι να το πιάνεις σφιχτά στα χέρια σου, αν όλα πάνε καλά και βρεθείς στην ακτή θα έχεις τον χρόνο για ερωτήσεις.

Δεν σκέφτηκα το όνειρο παρά μόνο αργότερα, στη δουλειά, λίγο μετά το υποχρεωτικό διάλειμμα για φαγητό, διάλειμμα στο οποίο εγώ συνήθως πίνω τον τρίτο καφέ της ημέρας. Αυτό δεν είναι καλό για το στομάχι, όμως έχω κόψει εδώ και δύο μήνες το τσιγάρο και γυμνάζομαι συστηματικά. Δεν είναι ότι δεν προσπαθώ. Άνοιξα το εταιρικό πρόγραμμα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας. Το ιδανικό καμουφλάζ για ονειροπόλους εργαζόμενους, σκέφτηκα και γέλασα μόνη μου ρίχνοντας ταυτόχρονα μία αναγνωριστική ματιά στα γύρω γραφεία. Είναι τρομακτικό -τώρα μου κάνει εντύπωση η χρήση αυτού και όχι κάποιου άλλου επιθέτου όπως ενδιαφέρον ή παράξενο- πως στα όνειρα γνωρίζουμε περισσότερα απ' όσα αποκαλύπτει η δράση, για παράδειγμα: ο εφιάλτης, η επανάληψη και το περιεχόμενό του ή τα αίτια της εφίδρωσης. Εγώ απλώς είδα έναν άντρα να ξυπνάει κάθιδρος. Έναν άντρα που δεν γνώριζα, που δεν μου θύμιζε κάποιον, γύρω στα εξήντα, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο πρόσωπο -ίσως κάπως μεγάλη μύτη, τώρα που το σκέφτομαι ξανά-, με γαλάζια πιτζάμα/ζακέτα και άσπρο φανελάκι από μέσα, που κοιμόταν στο πλάι, στραμμένος προς το εσωτερικό του διπλού κρεβατιού. Δεν τον γνωρίζω αλλά ξέρω πως ο άντρας αυτός που ονειρεύτηκα δεν έχει κανέναν. Το τηλέφωνο χτύπησε. Μπορείς να έρθεις μία στιγμή στο γραφείο μου;, ο διευθυντής. Έρχομαι αμέσως, εγώ. Έκλεισα το τηλέφωνο και αποθήκευσα το μήνυμα στα πρόχειρα.

Στο σπίτι άνοιξα το μέηλ. Να που έχει και τα καλά του το να έχεις πρόσβαση στη δουλειά από το σπίτι, σκέφτηκα. Είναι κάτι το οποίο συμβαίνει εδώ και κάποιους μήνες, μας ανακοινώθηκε, δεν αντιδράσαμε και έτσι αυτό που ξεκίνησε ως μία στο τόσο, αν συμβεί κάτι έκτακτο, έγινε ρουτίνα και καθημερινότητα. Αντέγραψα την περιγραφή του ονείρου. Αντέγραψα τις σημειώσεις μου. Υπογράμμισα τη φράση Δεν τον γνωρίζω αλλά ξέρω πως ο άντρας αυτός που ονειρεύτηκα δεν έχει κανέναν. Ούτε για να μοιραστεί τα κέρδη του λαχείου, σκέφτηκα, πόσο θλιβερή πρέπει να είναι μια τέτοια επίγνωση. Ίσως όμως αυτή η μοναξιά να μην ήταν της πραγματικότητας αλλά του εφιάλτη, και δίπλα του να κοιμόταν η γυναίκα του (παντρεμένοι εδώ και τριάντα χρόνια, αν και ήταν μαζί από φοιτητές στο πανεπιστήμιο, εκείνη φοιτήτρια στην πόλη της, εκείνος βρέθηκε εκεί για σπουδές/ κανόνισε, του είχε πει η μητέρα του λίγο πριν μπει στο λεωφορείο, να σε ξεμυαλίσει καμία και να μην πάρεις το πτυχίο σου, να πάνε χαμένες οι θυσίες που κάναμε όλα αυτά τα χρόνια/ εκείνος πήρε το πτυχίο του, στα τέσσερα χρόνια ως όφειλε/ στην αποφοίτηση είχαν έρθει και οι γονείς του, ο πατέρας του συγκινήθηκε -πρώτη φορά τον έβλεπε να δακρύζει-, η μητέρα του είχε ραφτεί και είχε πάει κομμωτήριο/ μόλις η τελετή τελείωσε τον φίλησαν, πρώτα εκείνη και μετά εκείνος, και του έδωσαν μία τεράστια ανθοδέσμη, η οποία επέτεινε την αμηχανία που ήδη του προκαλούσε το κουστούμι, κυρίως το πουκάμισο μέσα από το παντελόνι/ από τις παρελάσεις είχε να νιώσει τέτοια ασφυξία/ θα ακολουθούσε ακόμα μία, τρία χρόνια μετά, στον γάμο τους, αν και τότε πάτησε πόδι και δεν φόρεσε γραβάτα, τι και αν, παρά την υποστήριξη της γυναίκας του, δεν γλίτωσε τις θανατηφόρες ματιές της πεθεράς αλλά και της μάνας του, δεν τον ένοιαζε/ τον χάσαμε τον γιο μας, θα έλεγε μετά το γλέντι στο αυτοκίνητο η μητέρα στον μεθυσμένο άντρα της)

Κοίταξα την ώρα. Δέκα και μισή. Ήταν μία καλή εξήγηση για την κούραση που ξαφνικά ένιωθα. Άφησα τις σημειώσεις στην άκρη. Πέρασμα από την κουζίνα. Πέρασμα από το μπάνιο. Ξάπλωσα. Έσβησα το φως. Δεν είχα διάθεση για διάβασμα. Άργησα να κοιμηθώ.
Έγραφε τις ιστορίες της σε τρίτο πρόσωπο
Το πρωί μία δυσφορία, όχι εκείνη η συνηθισμένη που προκαλεί ο ήχος του ξυπνητηριού -ήχος σκόπιμα ενοχλητικός για χάρη της επιτελεστικότητας-, μία δυσφορία θολή, αρχικά θολή, στη συνέχεια διαυγέστερη, σαν κάτι να περίμενε και αυτό να μην εμφανίστηκε. Πηγαίνοντας προς τον καναπέ, με την κούπα του καφέ στο χέρι, διέκρινε ή νόμισε πως διέκρινε την πηγή της δυσφορίας. Η μη επανάληψη του ονείρου. Κάπου βαθιά μέσα της, εν αγνοία της, είχε γεννηθεί αυτή η προσδοκία επιστροφής. Ξάπλωσε στον καναπέ και σκεπάστηκε με το ριχτάρι, άνοιξε το βιβλίο του Μορίς Μπλανσό/ κεφάλαιο V/ η έμπνευση.

Στις οκτώ ακριβώς έκλεισε την πόρτα πίσω της. Ασανσέρ. Περπάτημα μέχρι το μετρό. Κυλιόμενες. Αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα/ σήραγγα/ αποβάθρα. Κυλιόμενες. Περπάτημα μέχρι το νούμερο δέκα επτά. Ασανσέρ. Καλημέρα.

Μετά τη δουλειά συνάντησε την Α. Μία φορά την εβδομάδα, την ίδια πάντα μέρα, βρίσκονται μετά τη δουλειά. Δεν ήταν οι καλύτερες φίλες από πάντα, με τα χρόνια έγιναν -πίσω από την επιλογή καλά κρυμμένη στέκει η ανάγκη. Πια δεν συζητούν για τη δουλειά, εκτός απροόπτου. Κάποτε η Α. είχε κεράσει, πήρα αύξηση, είχε πει. Χρόνια πριν. Ύστερα συζητούσαν για περικοπές προσωπικού. Ύστερα ούτε γι' αυτό. Σήμερα ήθελε να της μιλήσει για το όνειρο. Είδα ένα όνειρο προχτές, είπε. Και της διηγήθηκε το όνειρο. Στα γρήγορα της είπε και όσα σκέφτηκε μετά. Για τον Μορίς Μπλανσό κουβέντα. Η Α. γέλασε, τι έγινε, ξύπνησε μέσα σου ο φόβος τής μοναξιάς; Δεν ξέρω, μπορεί, αλλά. Έλα, ρε καημένη. Ύστερα η Α. -σε παραλήρημα-: λεφτά/ ταξίδια/ ψώνια/ παραίτηση· με μάτια να λάμπουν.

Δεν ήξερε τι περίμενε να ακούσει από την Α., πάντως όχι κάτι τέτοιο, σίγουρα όχι κάτι τέτοιο, τώρα που το ξανασκέφτεται ενώ περπατάει προς το σπίτι -απόφαση γενναία αν κρίνει κανείς με βάση την απόσταση-, ρίχνοντας κάποιες ματιές στις βιτρίνες, χωρίς πραγματικά να κοιτάζει, αν και αυτή η ώρα είναι η αγαπημένη της για βόλτα στην πόλη, η ώρα που τα μαγαζιά κλείνουν -τα μισοκατεβασμένα ρολά, η βιασύνη των υπαλλήλων, οι πελάτες της τελευταίας στιγμής, η αναδιάρθρωση των εκθεμάτων, τα συνεργεία καθαριότητας του δήμου, η μαζική εγκατάλειψη της αγοράς-, τώρα όμως δεν παρατηρεί τίποτα από όλα αυτά, σκέφτεται την αντίδραση της Α., αντίδραση μάλλον αναμενόμενη, επικεντρωμένη στο εύκολο χρήμα, στο σωτήριο χρήμα, στα όνειρα που το χρήμα γεννά. Δύο είναι οι βασικές εκδοχές με τις οποίες κάποιος αντιδρά όταν μοιράζεσαι μαζί του κάτι που σε απασχολεί, έτσι πιστεύει. Η περίπτωση της Α. ανήκει σαφέστατα στην πρώτη κατηγορία τού “μην κάνεις έτσι, δεν είναι τόσο σημαντικό”, και συνεχίζει κατά αυτόν τον τρόπο καταλήγοντας, αναπόφευκτα μάλλον, στη χρήση κλισέ συμβουλών. Στη δεύτερη κατηγορία, κατηγορία που ολοένα, θαρρείς, μεγαλώνει, ανήκουν εκείνοι που σε ό,τι και αν μοιραστείς μαζί τους έχουν πάντα, μα πάντα, μία απείρως χειρότερη -στα δικά τους μάτια- προσωπική εμπειρία, μια διάθεση ευθέως ανταγωνιστική, που μεταθέτει άμεσα το υποκείμενο της συζήτησης. Γενικά υπάρχει η υποχρέωση της γνώμης και μάλλον εκεί, σκέφτεται εκείνη μπαίνοντας επιτέλους σπίτι, βρίσκεται το λάθος, στην απουσία της σιωπής ως επιλογή αντίδρασης, στη λάθος πρόσληψη της έννοιας του διαλόγου. Το διαμέρισμα είναι κρύο.

Από εκείνο το βράδυ θα περάσουν μήνες. Η ηρωίδα μας θα ξεχάσει το όνειρο. Η φράση θα ξεθωριάσει. Τις σημειώσεις εκείνες θα ακολουθήσουν άλλες. Ο χώρος της λογοτεχνίας θα μείνει στο τραπεζάκι του σαλονιού· μια ή δυο φορές, ξεσκονίζοντας, θα τον πάρει στα χέρια της. Και αυτό είναι όλο.

Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

Ξαφνικός θάνατος - Álvaro Enrigue





Ένας αγώνας τένις ανάμεσα στον Καραβάτζο και τον Κεβέδο, μεταξύ τόσων άλλων που λαμβάνουν χώρα στο βιβλίο αυτό, είναι αρκετός για να ιντριγκάρει τον υποψήφιο αναγνώστη, ήδη από το οπισθόφυλλο, ενώ λίγες μόνο σελίδες ανάγνωσης, ακόμα και σε σχεδόν όρθια θέση στο βιβλιοπωλείο, είναι αρκετές για να σημάνουν οριστικά πως αυτό δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. Και δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο βιβλίο, όχι τόσο για τον θεματικό πυρήνα της αντισφαίρισης γύρω από τον οποίο κινείται η αφήγηση, όσο για τον τρόπο με τον οποίο έχει δομήσει το βιβλίο του ο Μεξικανός Άλβαρο Ενρίγκε.   
Δεν ξέρω... Όλον αυτόν τον καιρό που γράφω, δεν ξέρω τι θέλει να πει αυτό το βιβλίο. Τι αφηγείται; Δεν μιλάει απλώς για έναν αγώνα τένις. Ούτε είναι ένα βιβλίο περί της αργής και μυστηριώδους ενσωμάτωσης της αμερικανικής ηπείρου σ' αυτό που αποκαλούμε με σκανδαλώδη έλλειψη προσανατολισμού, "Δυτικό κόσμο" - για τους κατοίκους της αμερικανικής ηπείρου, η Ευρώπη είναι Ανατολή. Ίσως είναι ένα βιβλίο περί του πώς γράφεται αυτό το βιβλίο· ίσως όλα τα βιβλία να κάνουν ακριβώς αυτό το πράγμα. Ένα βιβλίο με συνεχή πέρα δώθε, όπως το μπαλάκι σε ένα παιχνίδι τένις.
Από διάφορα ενδιαφέροντα αποσπάσματα που σημείωσα κατά την ανάγνωση επέλεξα αυτό ως το πλέον αντιπροσωπευτικό τού ύφους και του τρόπου αφήγησης, αν και ο εσωτερικός μονόλογος του συγγραφέα δεν καταλαμβάνει παρά ελάχιστο μέρος του συνολικού κειμένου. Μόνο μετά το τέλος της ανάγνωσης, ενώ ήδη είχα αρχίσει να ψάχνω τις λέξεις γι' αυτό εδώ το κείμενο, φλέρταρα με δεύτερες σκέψεις σχετικά με τις τόσο έντονες και ορατές ραφές σύνθεσης του βιβλίου αυτού -αποφεύγω τη χρήση της λέξης μυθιστόρημα, παρότι σαφέστατα πρόκειται για μυθιστόρημα-, σκέψεις που είχαν να κάνουν με το αν πρόκειται για μαστοριά ενός ικανού ή ευκολία ενός ατάλαντου -ίσως τεμπέλη καλύτερα- συγγραφέα, αν πρόκειται για εύρημα λειτουργικό, πόρτες εισόδου και εξόδου ή για ένα φτηνό τρικ, έντονης μα σύντομης λάμψης εντυπωσιασμού· όμως, τις σκέψεις αυτές τις έκανα μόνο μετά το τέλος της ανάγνωσης, επομένως, ό,τι και αν σκεφτώ τώρα θα έπεται πάντα του δεδομένου πως κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης τα συναισθήματα που κυριάρχησαν ήταν η απόλαυση και η αίσθηση πως ο Ξαφνικός θάνατος δεν είναι ένα συνηθισμένο βιβλίο. 

Στον Ενρίγκε -ως συγγραφέα/ήρωα του βιβλίου-, η ανάγκη ή το ερέθισμα -δύσκολο συχνά να διακρίνεις αυτά τα δύο- για μυθοπλασία γεννήθηκε στη διάρκεια της έρευνάς του σχετικά με το τένις σε βιβλιοθήκες και μουσεία, αναζητώντας αναφορές σε μυθιστορήματα, ποιήματα, μελέτες, αλλά ακόμα και σε μία αποστροφή του λόγου της επιμελήτριάς του· εργασία διαφορετικά δημιουργική από εκείνη της απόπειρας συγγραφής ενός βιβλίου μυθοπλασίας, παρότι επιχειρεί κατά κάποιον τρόπο να τη φέρει στα μέτρα του ερευνητή, επιμένοντας στον -φαινομενικό- ρεαλισμό ή πλάθοντας ως μύθο την ιστορική πραγματικότητα, όπως για παράδειγμα την παρτίδα τένις ανάμεσα στον Καραβάτζο και τον Κεβέδο. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στην αλήθεια και τον μύθο, με εκατέρωθεν εδαφικές παραβιάσεις, απολαμβάνοντας τις ελευθερίες του μεταμοντέρνου μυθιστορήματος και ζηλεύοντας τη γοητεία του ιστορικού, ο Ενρίγκε παραδίδει ένα ενδιαφέρον, ιδιαίτερο και απολαυστικό βιβλίο, φαινομενικά μόνο χαλαρής συνοχής.

Μετάφραση Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
   

Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2019

Ο δρόμος - Cormac McCarthy





Όποτε ξύπναγε στο δάσος μες στα σκοτάδια και την παγωνιά της νύχτας άπλωνε το χέρι ν' αγγίξει το παιδί που κοιμόταν πλάι του. Νύχτες πιο σκοτεινές κι απ' το σκοτάδι και μέρες πιο γκρίζα η καθεμιά απ' την προηγούμενή της. Σαν την αρχή ενός παγερού γλαυκώματος που 'σβηνε τον κόσμο λίγο λίγο.   

Πατέρας και γιος βαδίζουν προς τη θάλασσα σε μία μεταποκαλυπτική Αμερική, μία χώρα κατεστραμμένη. Οι ελάχιστοι επιζώντες περιπλανιούνται σε αναζήτηση τροφής, είτε σε ομάδες, είτε μεμονωμένα, σε ένα περιβάλλον εχθρικό, σε ένα περιβάλλον επικράτησης του ισχυρότερου.

Ο ΜακΚάρθυ έχει μία δυνατή ιστορία να διηγηθεί, όχι εντυπωσιακά πρωτότυπη, και το κάνει με έναν τρόπο υπέροχης μαστοριάς και συγγραφικής ευφυΐας, χωρίς να παραπλανηθεί από τις δυνατότητες που αφειδώς του προσφέρει η αρχική ιδέα, δυνατότητες προς διάφορες κατευθύνσεις. Ο ΜακΚάρθυ δεν εντυπωσιάζεται από την ίδια του την ιστορία, από την αύρα του σεναριακού ευρήματος.

Αποφεύγει τον φιλοσοφικό, κοινωνικοπολιτικό και συναισθηματικό στοχασμό, επιμένοντας στον αγώνα πατέρα και γιου για την επιβίωση. Αποφεύγει την αχρείαστη δράση και δεν αφήνεται σε μια εξέλιξη της ιστορίας τύπου θρίλερ. Αποφεύγει τα υπέρμετρα φλας μπακ στη ζωή πριν την καταστροφή και την αναφορά στις αιτίες της καταστροφής· οι ήρωές του ζουν στο εδώ και το τώρα, ήρωες ανθρώπινοι σε υπεράνθρωπες συνθήκες. Αποφεύγει τις γλωσσικές υπερβολές -αν και η περιγραφή του μεταποκαλυπτικού τοπίου τού έδινε τη δυνατότητα αυτή. Αποφεύγει να μιλήσει με όρους σωστού-λάθους ή καλού-κακού. Αποφεύγει τη συναισθηματική καθοδήγηση του αναγνώστη.

Τόσο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, όσο και τώρα, λίγες μέρες μετά, μου έρχονται στον νου αρκετά βιβλία αντίστοιχης δυστοπικής και μεταποκαλυπτικής θεματικής, όμως δυσκολεύομαι να τοποθετήσω κάποιο από αυτά δίπλα στο μυθιστόρημα του ΜακΚάρθυ, κυρίως επειδή Ο δρόμος διακρίνεται για μια απλότητα, για μία απέχθεια προς τις διαρκείς ανατροπές και τα ευφάνταστα ευρήματα, που σκοπό έχουν να εντυπωσιάσουν τον αναγνώστη, να τον καθηλώσουν, προσφέροντάς του σασπένς, όμως συχνά δεν αποτελούν τίποτα παραπάνω από συγγραφικές ευκολίες. Και όμως το μυαλό μου επιμένει στη σύνδεση με τον Ροβινσώνα Κρούσο, σύνδεση που αρχικά μου φάνηκε υπερβολική, αλλά σκεφτόμενός την, ξανά και ξανά, μοιάζει άμεση και εύστοχη, όσον αφορά την προσήλωση στη σεναριακή συνθήκη.     

Ο δρόμος του ΜακΚάρθυ είναι ένα δύσκολο βιβλίο, ένα πολύ δύσκολο βιβλίο ως προς τη συναισθηματική διαχείρισή του από τον αναγνώστη. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο ανέβαλλα συνεχώς την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, επηρεασμένος και από την κινηματογραφική του μεταφορά. Και όσο προετοιμασμένος και αν νιώθει κανείς, εξακολουθεί να είναι δύσκολη η διαχείριση του ζοφερού κλίματος που δεσπόζει στο βιβλίο.

Ο δρόμος είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, σκληρό αλλά σπουδαίο, και ο ΜακΚάρθυ αποδεικνύει πως για την επιτυχία δεν είναι απαραίτητες οι όλο και πιο σύνθετες πλοκές.


Μετάφραση Αύγουστος Κορτώ
Εκδόσεις Καστανιώτη

Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

Τραμ 83 - Fiston Mwanza Mujila



 
Η μόνιμη, στα όρια της εμμονής, ένστασή μου σχετικά με την αφρικανική -στην προκειμένη περίπτωση- λογοτεχνία σχετίζεται με την ύπαρξη λογοτεχνικού ενδιαφέροντος σε επίπεδο γλωσσικό, τεχνοτροπίας, ύφους ή στυλιζαρίσματος, πέρα, δηλαδή, από το δεδομένο φολκρορικό και εξωτικό περιβάλλον ενός κόσμου ελάχιστα οικείου, που όμως, στην περίπτωσή μου, δεν είναι συνήθως αρκετό ώστε αρχικά να με δελεάσει και εν συνεχεία να μου προσφέρει έντονη αναγνωστική απόλαυση.

Για το Τραμ 83 μου μίλησαν δύο αναγνώστες που εμπιστεύομαι· παρέκαμψα τον πρόλογο και διάβασα τις πρώτες γραμμές:
Στην αρχή ήταν η πέτρα και η πέτρα έφερε την ιδιοκτησία και η ιδιοκτησία τον πυρετό της μεταλλοθηρίας, και η μεταλλοθηρία μια πλημμυρίδα ετερόκλητων ανθρώπων που κατασκεύασαν σιδηροδρομικές γραμμές στο βράχο, έπλασαν μια ζωή από φοινικόκρασσο, επινόησαν ένα σύστημα, ένα κράμα από ορυχεία κι εμπόριο.
Και ένιωσα πως εδώ υπήρχε κάτι διαφορετικό απ' ό,τι περίμενα, κάτι που θα με ενδιέφερε να διαβάσω.

Το Τραμ 83 είναι ένα μπαρ-εστιατόριο με πόρνες, στο κέντρο μιας αφρικανικής πόλης, της Πόλης-Χώρας, η οποία δεν κατονομάζεται και θα μπορούσε να είναι μία οποιαδήποτε μεγαλούπολη της ηπείρου. Στο Τραμ 83 μαζεύονται ετερόκλητες κοινωνικές ομάδες: πρώην παιδιά-στρατιώτες, ανήλικες πόρνες, περιφερόμενοι φοιτητές, ανύπαντρες μητέρες, μαθητευόμενοι μάγοι. Εκεί μαζεύονται και οι τουρίστες-καιροσκόποι, απ' όλα τα σημεία του πλανήτη, οι οποίοι καταφτάνουν στην Πόλη-Χώρα για να εκμεταλλευτούν τον ορυκτό πλούτο, για να ξεδώσουν, να χορέψουν, να πιουν.

Στην Πόλη-Χώρα καταφτάνει και ο Λισιέν, μία Παρασκευή βράδυ, μετά από αρκετές ώρες αναμονής στον Σταθμό του Βορρά. Ο Λισιέν είναι, ή προσπαθεί να είναι, επαγγελματίας συγγραφέας αντιμέτωπος με την ένδεια και τη λογοκρισία, ζει, ή προσπαθεί να ζει, έντιμα, θα μπορούσε άλλωστε γράφοντας ύμνους για τον στρατηγό να ζει πλουσιοπάροχα, εκείνος όμως δεν το θέλει. Ο Λισιέν, λοιπόν, περιδιαβαίνει έναν κόσμο παρακμής και παρανομίας, τον κόσμο της Πόλης-Χώρας. 

Ο Μουζιλά, γεννημένος το 1981 στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, γράφει ένα μυθιστόρημα ποιητικού ρεαλισμού για να διηγηθεί την ιστορία του Λισιέν, και μέσω αυτής, την καθημερινότητα της Πόλης-Χώρας, τις μεγαλύτερες ή μικρότερες ιστορίες των κατοίκων και των τουριστών-καιροσκόπων της. Επιτυγχάνει ένα λογοτεχνικό αποτέλεσμα χωρίς να θυσιάσει την ιδιαιτερότητα του τόπου και των ανθρώπων του, χωρίς να αφήσει έξω από το μυθιστόρημα την πολιτική, αποφεύγοντας όμως τη στράτευση ή τη μιζέρια. Χρησιμοποιεί εντυπωσιακά τη γλώσσα, και μέσω αυτής -και σε συνδυασμό με τη χρήση του λάιτ μοτίβ- δημιουργεί μία αίσθηση αιώρησης πάνω από την πραγματικότητα, χωρίς όμως αυτό -σε καμία περίπτωση- να οδηγεί σε ωραιοποίηση των σκληρών καταστάσεων. Στο πρόσωπο του Λισιέν συγκεντρώνονται οι φόβοι και οι ελπίδες όλων εκείνων που, ανεξαρτήτως τόπου, μάχονται να ζήσουν διαφορετικά, ακολουθώντας έναν προσωπικό κώδικα ηθικών αξιών, και αυτό ακριβώς τον μετατρέπει σε έναν ήρωα οικουμενικό και γνώριμο.

Το Τραμ 83 δεν είναι απλώς αφρικανική λογοτεχνία. Είναι σπουδαία λογοτεχνία.

υγ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, στην περίπτωση του Μουζιλά, παρουσιάζει το γεγονός πως -σύμφωνα με δήλωσή του- δεν γράφει στη γλώσσα της μητέρας του, τα σουαχίλι, αλλά στη γλώσσα του πατέρα του, τα γαλλικά, "μία αποικιοκρατική γλώσσα".


Μετάφραση Ρίτα Κολαΐτη
Εκδόσεις Καστανιώτη