Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου 2019

Ιεροτελεστίες παιδικών αυτοσχεδιασμών




Να διαβάζεις ένα ποίημα κάθε πρωί, αυτή είναι συμβουλή, και όχι οι περίπατοι στην ακτή, που με την πρώτη βροχή, το πρώτο ίχνος κρύου αναβάλλονται με ευκολία, και χωρίς τύψεις, άκου με, έλεγες, ξέρω εγώ, για να ξεκινήσει η μέρα, να διαβάσεις ένα ποίημα, και η μέρα θα πάρει τη μορφή του ποιήματος που θα 'χεις διαβάσει, το μέτρο και τη φόρμα του, θα δεις, θέλει όμως προσοχή στην επιλογή, προσοχή, έλεγες, και όχι τύχη, που έλεγα εγώ, αναζητώντας να διακρίνω μια μεταφυσική χαραμάδα στα πάντα. 
 
Αν κάποιο απόγευμα αργά, ένας Αμερικανός ποιητής, εδώ και χρόνια νεκρός, μου θυμίσει ξαφνικά ένα σύνολο παράταιρων πραγμάτων όπως το κλιματιζόμενο εργαστήριο, τη λάθος κατεύθυνση, την αμηχανία, την άνευρη αναζήτηση της λεωφόρου, το φεγγάρι στο γέμισμά του, κρυμμένο πίσω από τις πολυκατοικίες, εσένα με τα μαλλιά λυτά, τότε ο χρόνος θα ανακτήσει ξαφνικά τις τρομακτικές διαστάσεις του, οι δυο ακτές θα απομακρυνθούν και μια κατάμαυρη τάφρος θα απλωθεί ανάμεσα σ' εκείνη τη νύχτα και σ' εκείνο το απόγευμα. 

Αν ύστερα από χρόνια θυμηθώ εσένα σαν την κοπέλα εκείνη που μ' έσπρωξε στην ποίηση, θα 'ναι από μόνο του αυτό ένα γεγονός συγκινητικό, σχεδόν ποιητικό, σε μια μελλούμενη εποχή αναπόφευκτης απομάγευσης και ακινησίας, ακόμα και αν, από καιρό πια, δεν μαθαίνω τίποτα για σένα, αν πιάνεις ακόμα τα μαλλιά σου ψηλά, για παράδειγμα, ή αν ακόμα καπνίζεις με πάθος το πρωί, τέτοια πράγματα, μικρά και ίσως κάπως χαζά τώρα πια, πράγματα όμως που κάποτε ξεκινούσαν τις μέρες μου, ιεροτελεστίες παιδικών αυτοσχεδιασμών.

Εσένα όμως δεν σου αρέσουνε τα αν, αυτό το ξέρω.



Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

κάποιοι άλλοι - Ιάκωβος Ανυφαντάκης



Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που κυρίως έκανα εκείνους τους δύο αργούς, επίπονους μήνες ήταν να αναλογίζομαι πώς, πότε και γιατί πήγαν όλα τόσο αφάνταστα στραβά. Πότε σταμάτησα να μιλάω καθαρά και πότε εμφανίστηκε στη μέση των προτάσεών μου αυτός ο μικρός δισταγμός, που δεν με άφηνε να ολοκληρώσω θριαμβευτικά τη σκέψη μου. Πότε έπαψαν οι άλλοι να μιλάνε με εκτίμηση για το παρόν μου και προσδοκία για το μέλλον μου. Ήταν σαν να ξεκίνησα ένα πρωί τόσο υπέροχος που ούτε εγώ δεν μπορούσα να το πιστέψω, και ως το βράδυ μετά βίας να άντεχα τον εαυτό μου. Τώρα περνούσα τα πρωινά μου παραδομένος στην αυτολύπηση, ενώ τα απογεύματα μισούσα τον εαυτό μου και οτιδήποτε έβλεπα γύρω. Η πτώση ήταν ταχύτατη, ήμουν κάποιος και μετά δεν ήμουν κανείς, ξανακοιτούσα τη ζωή μου και έβλεπα ότι σε κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση, σε κάθε σταυροδρόμι, η επιλογή μου ήταν η χειρότερη δυνατή. Η καταστροφή μου ήταν εύκολη, αβασάνιστη, για να είμαι ακριβής. Επί αρκετά χρόνια ήμουν στο κέντρο, τώρα με είχαν όλοι ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν εκείνο, το τότε, η αληθινή ζωή μου, ήταν αυτό εδώ.
Η απόλυση μοιάζει σχεδόν με ευλογία. Αποζημίωση και ελεύθερος χρόνος. Ανασυγκρότηση πριν από το επόμενο βήμα. Η Μάρω δίπλα του. Τίποτα δεν μπορεί να πάει λάθος. Οι μήνες περνούν. Ο τραπεζικός λογαριασμός λιγοστεύει. Ο Βαγγέλης ρίχνει τα μούτρα του και πάει στον ΟΑΕΔ. Μια μικρή παράταση. Κάτι θα βρεθεί. Τίποτα δεν βρέθηκε. Αποφασίζει να πουλήσει το αμάξι του. Το σκοτώνει. Φορτώνουν τα υπάρχοντά τους στο αυτοκίνητο της Μάρως. Φεύγουν για την Πολωνία. Το Γκντανσκ. Εκείνη πιάνει δουλειά ως γιατρός. Εκείνος μένει σπίτι. Στέλνει διαρκώς βιογραφικά. Στα διαλείμματα κάνει τις δουλειές του σπιτιού. Συνεχίζει να τρέχει. Συνήθως με την Αγκάτα. Ένας άντρας πέφτει νεκρός στην ταράτσα της πολυκατοικίας τους.

Ο Βαγγέλης βρίσκεται ξένος σε ξένο τόπο, να ζει με τα χρήματα της Μάρως, να αναζητά εναγωνίως μια δουλειά, μια διέξοδο. Εκείνο που το βράδυ μοιάζει με πάτο, την επόμενη μέρα μετατρέπεται σε ικανό ύψος για μια ακόμα επώδυνη πτώση. Και ξανά. Η ανεργία είναι το σύγχρονο στίγμα, εκείνο που σε κατατάσσει στους αποτυχημένους, στους εκτός συστήματος, οι ικανοί τα καταφέρνουν, έτσι λένε, αργά ή γρήγορα τα καταφέρνουν. Τα πολωνικά του είναι παιδικά, δεν μπορεί να συνεννοηθεί εύκολα με τους γύρω του, δεν μπορεί να φτιάξει έναν κύκλο. Περιμένει τη Μάρω να γυρίσει από τη δουλειά, τη Μάρω που όλοι αγαπούν στην πολυκατοικία, στέλνει βιογραφικά, κάποτε του απαντούν ευγενικά μα αρνητικά, τις περισσότερες φορές δεν μπαίνουν καν στον κόπο, τρέχει με την Αγκάτα, κάνει τις δουλειές του σπιτιού, η ζωή στην βορειοανατολική Ευρώπη κυλάει, ένας άντρας πέφτει νεκρός στην ταράτσα της πολυκατοικίας τους.

Μια νύχτα ένας θόρυβος τους τρομάζει. Ανεβαίνουν στην ταράτσα, ένας άντρας έχει πέσει νεκρός. Ένας ακόμα άντρας πέφτει από τον ουρανό σε μια λεωφόρο λίγο πιο κάτω. Ο Βαγγέλης αποφασίζει να ερευνήσει τι συνέβη στον άντρα που έπεσε νεκρός στη λεωφόρο, θέλει να μάθει πώς βρέθηκε στους τροχούς του αεροπλάνου. Υπάρχει εκείνη η έκφραση για τον πνιγμένο που πιάνεται από τα μαλλιά του. Ίσως είναι η κατάλληλη για να περιγράψει πώς ένιωσε ο Βαγγέλης αρχίζοντας αυτή την έρευνα. Ένιωσε ζωντανός, θα τολμούσα να υπερβάλω. Κάθε μέρα μπαίνει όλο και πιο βαθιά στην ιστορία αυτή, αναζητά όσους γνώριζαν το θύμα, κάνει συνεντεύξεις, καταγράφει τα ευρήματα και προσπαθεί να συμπληρώσει τα κομμάτια αυτού του παζλ. Σε όσα είχαν ζήσει κάποιοι άλλοι ζει και αυτός, ένας κομπάρσος που πιστεύει πως θα μπορούσε να πουλήσει το θέμα σε κάποιο ευρωπαϊκό έντυπο. 

Τώρα ο Βαγγέλης διηγείται την ιστορία του. Ξεκινάει από την ημέρα που γύρισε στο σπίτι έχοντας πετύχει στον δρόμο τον Αγγέλου. Δεν υπάρχει ιστορία χωρίς αναλήψεις. Όσα έγιναν με τον Αγγέλου πίσω στην Αθήνα αποτελούν την πρώτη ανάληψη από το παρελθόν. Αυτό το μοτίβο θα επαναληφθεί, τίποτα δεν γίνεται τυχαία στο παρόν, άλλωστε, κάθε τι έχει τις ρίζες του στο παρελθόν. Καμία απόφαση δεν μένει χωρίς απάντηση, καμία πράξη χωρίς συνέπεια. Ο Βαγγέλης, που κάποτε ένιωθε άτρωτος, το μαθαίνει αυτό από πρώτο χέρι.

Η επιλογή της πρωτοπρόσωπης αφήγησης έχει κάποια πλεονεκτήματα, ανάμεσα σε άλλα προσδίδει ρεαλισμό, ενσωματώνει τον εσωτερικό μονόλογο πιο αβίαστα, διατηρεί διαρκώς σταθερή την οπτική γωνία, ευνοεί την ανάπτυξη ενσυναίσθησης ανάμεσα σε ήρωα και αναγνώστη· για να λειτουργήσει όμως η αφηγηματική αυτή επιλογή θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις. Πρώτη στη λίστα έρχεται η πειστικότητα γύρω από την ανάγκη του αφηγητή να διηγηθεί την ιστορία του, τη στιγμή ειδικά που αυτή έχει πια περάσει στο παρελθόν, όταν κάποιος άλλος θα επέλεγε να επουλώσει τις πληγές του κάπου στα σκοτεινά, αντί να ανασκαλέψει το παρελθόν. Σε αυτό το σημείο ο αφηγητής του Ανυφαντάκη παίρνει υψηλό βαθμό, καθώς πείθει πως η ανάγκη του να διηγηθεί την ιστορία είναι υπαρκτή, κάτι το οποίο περνάει ήδη από τις πρώτες σελίδες και στη γλώσσα, που είναι επίσης ζητούμενο. Η γλώσσα αποτυπώνει ευκρινώς την κατάσταση αγωνίας που εξακολουθεί να βιώνει ο Βαγγέλης, την υπαρξιακή αυτή αγωνία κάποιου που είδε να χάνονται όσα θεώρησε κάποια στιγμή δεδομένα, την αγωνία κάποιου που ξέρει πως ο κύριος υπαίτιος είναι ο ίδιος. Επίσης, για να περάσουμε στην τρίτη προϋπόθεση, στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση μεγάλη σημασία παίζει η συγγραφική επιλογή για την ένταση και την κατεύθυνση της απεύθυνσης. Πόσο ευκρινές θα είναι δηλαδή το σε ποιον απευθύνεται ο αφηγητής, ποιο είναι αυτό το αόρατο εσύ που λειτουργεί ως δέκτης, που αόρατος στέκει στο τραπέζι απέναντι από τον ήρωα. Για να δώσω ένα παράδειγμα για τη σημασία αυτού, όταν κάποτε διάβασα ξανά, μετά από χρόνια, το μυθιστόρημα του Μπελ Οι απόψεις ενός κλόουν, με έκπληξη συνειδητοποίησα πως λαθεμένα είχα μείνει με την εντύπωση πως η αφήγηση απευθυνόταν στην Μαρί, ήταν όμως τέτοια η ένταση της αφήγησης, η ένταση του πόνου και της θλίψης του Χανς, που στη μνήμη μου έμεινε ως ένας λίβελος που απευθυνόταν σε εκείνη που τόσο είχε αγαπήσει. Στο κάποιοι άλλοι ο Βαγγέλης αν και μοιάζει να ελπίζει πως η Μάρω θα διαβάσει την αφήγηση αυτή, εντούτοις κάτι τέτοιο δεν αποτελεί πρωταρχικό ζητούμενο, όχι τουλάχιστον πιο επιτακτικό από την ανάγκη του να αφηγηθεί αυτή την ιστορία.

Ο Ανυφαντάκης μοιάζει να βάζει ένα στοίχημα, επιχειρώντας μια αρκετά σύνθετη πλοκή, ανακατεύοντας και εγκιβωτίζοντας αρκετές ιστορίες, και πραγματοποιώντας αρκετά χρονικά μπρος πίσω. Δεν αρκείται στα στενά όρια μιας υπαρξιακής ιστορίας πτώσης, επιλέγει να ανοίξει περισσότερα μέτωπα, να δώσει μια διάσταση αστυνομικής πλοκής στο μυθιστόρημά του. Δεν αρκείται στη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, επιθυμεί και την εγκεφαλική του εμπλοκή. Γιατί παρότι ο αναγνώστης υποψιάζεται με βεβαιότητα το άσχημο τέλος της ιστορίας, νιώθει δηλαδή την τραγική ειρωνεία κατά την εξέλιξη της αφήγησης, όταν ο Βαγγέλης γνωρίζει μικρές στιγμές αισιοδοξίας, ταυτόχρονα η ιστορία διαθέτει μυστήριο καθώς ο αναγνώστης γνωρίζει λιγότερα από τον ήρωα, που εκ των υστέρων μας διηγείται την ιστορία του. Οι ραφές που ενώνουν τις ιστορίες δεν είναι πάντοτε αόρατες, κάποιες μάλιστα είναι κάπως άτσαλες, και το άσχημο με αυτό είναι πως δημιουργεί την εντύπωση πως οι ιστορίες αυτές προϋπήρχαν του μυθιστορήματος, κάτι που υπονομεύει την αίσθηση ρεαλισμού που μια τέτοια αφήγηση την έχει ανάγκη. 
 
Αυτό που είναι καθηλωτικό στο μυθιστόρημα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Βαγγέλης παρατηρεί και περιγράφει τον κόσμο γύρω του, είτε πρόκειται για την απόφαση ενός ζευγαριού να αποκτήσει παιδί, είτε για τα ταξίδια με το αεροπλάνο. Στην επονομαζόμενη λογοτεχνία της κρίσης των τελευταίων χρόνων, ο ήρωας του Ανυφαντάκη έρχεται ν' αναλάβει το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί, σταματώντας να βρίσκει αποκλειστικό άλλοθι στις συνθήκες. Το μυθιστόρημα του Ανυφαντάκη είναι ο στοχασμός ενός ηττημένου, κάποιου που νόμιζε πως τα ήξερε όλα, αλλά τελικά δεν ήξερε και τόσο πολλά, κάποιου που τα έκανε όλα σύμφωνα με το βιβλίο οδηγιών για επιτυχημένους, και τελικά συνειδητοποίησε πως οδηγίες δεν υπάρχουν, κάποιου που έτρεχε γιατί ένιωθε δυνατός, ενώ έτρεχε για να ξεφύγει, κάποιου που αναζήτησε καταφύγιο από τη δική του ζωή στη ζωή που έζησαν κάποιοι άλλοι.            

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Πατάτη  

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ - Uwe Johnson




Αυτό δεν θα ήταν το πρώτο βιβλίο που θα γραφόταν για τον Άχιμ, τον ποδηλάτη σύμβολο της χώρας, άλλα δύο είχαν κιόλας γραφτεί, ενώ πιθανότατα και άλλα θα ακολουθούσαν. Ο Καρς, βέβαια, ούτε που θα μπορούσε να φανταστεί πως θα ενδιαφερόταν να γράψει μια βιογραφία για τον Άχιμ, πόσο μάλλον πως θα έπαιρνε άδεια και από το κράτος στην απέναντι πλευρά της πόλης για κάτι τέτοιο. Εκείνος απλά δέχτηκε την πρόσκληση της Κάριν, της παλιάς του ερωμένης, να την επισκεφτεί. Είχαν διατηρήσει πολύ καλές σχέσεις οι δυο τους, συχνά μιλούσαν και στο τηλέφωνο, τώρα εκείνη είχε σχέση με τον Άχιμ, όλοι το ήξεραν αυτό, ήταν ένα από τα πλέον λαμπερά ζευγάρια της δημόσιας ζωής, με το οποίο ασχολούνταν οι κοσμικές στήλες επισταμένα.

Ο Καρς δεν είχε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του διασχίζοντας τα σύνορα, ήθελε να συναντήσει ξανά την παλιά του αγαπημένη, να περάσει κάποιον καιρό στην από κει πλευρά της πατρίδας του και να γυρίσει πίσω στο διαμέρισμά του, εκεί που φρόντιζε όλα να 'ναι έτοιμα να τον υποδεχτούν ξανά. Τον Άχιμ τον γνώρισε μέσω της Κάριν, σιγά σιγά άρχισε να ενδιαφέρεται για εκείνον, σκέφτηκε πως θα ήθελε να γράψει το τρίτο βιβλίο για εκείνον. Για να γραφτεί όμως μια βιογραφία πρέπει να προηγηθούν ερωτήσεις και έρευνα, έτσι και ο Καρς γυρεύει να μάθει διάφορα πράγματα για τον Άχιμ, για την παιδική του ηλικία, για το πρώτο του ποδήλατο, τους αγώνες, για την εποχή του ναζισμού, για τον πόλεμο, για τα χρόνια του σοσιαλισμού, για την επανάσταση. Μια από τις αρετές ενός εθνικού ήρωα είναι η άσπιλη φήμη του, η απουσία της οποιασδήποτε μελανής κηλίδας επ' αυτής. Όσο ανασκαλεύει κανείς στο παρελθόν εμφανίζονται κενά και σκοτεινές γωνιές, μένουν αναπάντητα ερωτήματα. 
σκέφτηκα λοιπόν ν' αρχίσω λιτά και αυστηρά ως εξής: του τηλεφώνησε, να παρεμβάλω ένα σημείο στίξης και έπειτα να συνεχίσω σαν να ήταν αυτονόητο: απ' την απέναντι μεριά των συνόρων, για να αιφνιδιαστείς και να νομίσεις ότι καταλαβαίνεις. Κι ύστερα δειλά (δεν μου αρέσει να δείχνω αβεβαιότητα από την αρχή κιόλας) να προσθέσω ότι μέσα στη Γερμανία της δεκαετίας του πενήντα υπήρχαν κρατικά σύνορα· βλέπεις πόσο άβολη είναι η θέση αυτής της δεύτερης πρότασης δίπλα στην πρώτη.   
Είναι ο χρόνος που πια βαραίνει την επιλογή των Boehlich και Enzensberger να αλλάξουν τον τίτλο που αρχικά ο Johnson είχε επιλέξει για το μυθιστόρημα αυτό, και δεν μας αφήνει ανεπηρέαστους να επιλέξουμε ανάμεσα στους δύο, αλλά καλό θα ήταν να αναφερθεί και ο τίτλος που ο συγγραφέας οραματίστηκε, Περιγραφή μιας περιγραφής, γιατί δείχνει τον τρόπο με τον οποίο δούλεψε ο συγγραφέας αυτό το βιβλίο. Γιατί η βιογραφία κάποιου τι άλλο από μια περιγραφή του είναι άραγε; Και εδώ έχουμε την περιγραφή μιας βιογραφίας, την περιγραφή μιας περιγραφής, την περιγραφή ενός φαινομένου που ήταν συνηθισμένο στις σοσιαλιστικές χώρες του ανατολικού μπλοκ, εκείνο της αθλητικής βιογραφίας, της εν γένει  προώθησης του αθλητισμού ως δείγματος υπεροχής και προόδου. Άλλωστε και ο Άχιμ σε υπαρκτό πρόσωπο στηρίζεται εν πολλοίς.

Τα τετράδια του Στίλερ, στο σπουδαίο μυθιστόρημα του Φρις, δίνουν εδώ τη θέση τους σε μια σειρά ερωταποκρίσεων, που μοιάζουν πότε με συνέντευξη και πότε με ανάκριση. Ή, για να αναφερθούμε στην καθ' ημάς λογοτεχνία, τις κόλλες αναφοράς προς τον σύντροφο ανακριτή στο Κιβώτιο του Αλεξάνδρου. Αυτή η έκκεντρη φόρμα, που επιλέγει ο Johnson, ξετυλίγει την πλοκή του μυθιστορήματος, ενώ προσδίδει μια υποβόσκουσα αίσθηση αγωνίας, κυρίως στην απόπειρα του αναγνώστη να υποθέσει ποιος μπορεί να θέτει τις ερωτήσεις, υπό ποιες συνθήκες δόθηκαν οι απαντήσεις και αν ο Καρς ταυτίζεται εν τέλει με τον αφηγητή της ιστορίας αυτής. Παράλληλα με τη βιογραφία του Άχιμ, τη διαδικασία βιογράφησής του για την ακρίβεια, υπάρχει και αυτό το χαλαρό ερωτικό τρίγωνο να αιωρείται και να υπονοείται, τρίγωνο που ίσως κάπως να αποτελεί και έναν συμβολισμό.

Το τρίτο βιβλίο για τον Άχιμ είναι ένα βιβλίο στενού χώρου, καθώς, ενώ η πλοκή του διαδραματίζεται σε πλήθος εξωτερικών σημείων, η αφήγησή της μοιάζει να γίνεται σε ένα μικρό δωμάτιο. Ένα αίσθημα ασφυξίας διακατέχει τον αναγνώστη, καθώς ο πυρετός της αφήγησης, εντέχνως και υπογείως, διαρκώς ανεβαίνει. Και παρότι διάσπαρτα στο κείμενο υπάρχουν διάφορα κωμικά συμβάντα, στιγμές αφέλειας και φαινομενικής χαλάρωσης, είναι διάχυτο το αίσθημα πως κάποιος καταγράφει, κάποιος παρακολουθεί και σημειώνει, κάποιος περιμένει να ακούσει κάτι συγκεκριμένο. Η μη ονομασία των πραγμάτων, τα οποία ακόμα και ο πλέον αμύητος στη γερμανική ιστορία αναγνώστης γνωρίζει, επεκτείνει και εκτός βιβλίου την αίσθηση πως κάποιος παρακολουθεί, ενώ ταυτόχρονα δίνει έναν οικουμενικό χαρακτήρα στο μυθιστόρημα αυτό, καθώς ο εκτός Γερμανίας αναγνώστης μπορεί να κάνει τις δικές του αντιστοιχίες. Και είναι σημαντικό κάτι τέτοιο για ένα βιβλίο που θεωρείται χαρακτηριστικό παράδειγμα γερμανογερμανικής λογοτεχνίας. Αξίζει να διαβάσει κανείς τον Jonhson παρέα με τον Böll, για τον τρόπο με τον οποίο και οι δύο εντάσσουν οργανικά το ζητούμενο της μη λήθης, καθένας με τον δικό του τρόπο, καθένας από τη δική του σκοπιά. Ο λοξός τρόπος με τον οποίο ο Jonhson χρησιμοποιεί την πραγματικότητα για να τη μεταποιήσει σε λογοτεχνία μου θύμισε -κυρίως- την Ιστορία του γερασμένου παιδιού, αλλά και γενικότερα τα πρώτα βιβλία της Έρπενμπεκ.       

Το παράδοξο είναι πως αυτό πρόκειται για το μοναδικό βιβλίο του Johnson που κυκλοφορεί στα ελληνικά, κάτι το οποίο δυσκολεύομαι να εξηγήσω πού μπορεί να οφείλεται.


Μετάφραση: Τούλα Σιετή
Επίμετρο: Κώστας Καλφόπουλος
Εκδόσεις Ίνδικτος

Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Κόρκυρα - Κατερίνα Χανδρινού



Όλη τη νύχτα χθες η αίσθηση ενός άντρα περπατούσε.
Σαραντάρης. Κουρασμένος, έθαλλε. Προσπάθησα να διακρίνω πρόσωπο. Ερχόταν δε βιαζόταν. Βήματα σταθερά και ισοσκελή: είχε ξανάρθει. Πέρασμα που ακινητοποιούσε τις μύγες στον αέρα. Πρόσωπο δεν μπόρεσα. Είδα μόνο τις αρθρώσεις του, τα μάτια όχι. Όπως και ότι ήταν πεντακάθαρος, αν και αναμμένος. Ήξερε πως το ξέραμε ότι έρχεται και ότι τον κοιτάμε, κι αυτό του πρόσθετε ύψος. Τα ρούχα του λινά και τσαλακωμένα στον καβάλο. Δεν έχει κινητό. Τον συζητούν. Πίνει από μονολούλουδα βάζα που αναποδογυρίζει.
Κυρίες, κύριοι. Στο κατώφλι, ο Αύγουστος.
Ο μήνας που αλλάζουμε δέρμα.
Στη λογοτεχνία, η αρχή δεν είναι το ήμισυ του παντός, δεν είναι η μισή δουλειά. Η γοητευτική αρχή υπόσχεται, εξυψώνει τις προσδοκίες σε άγνωστα προηγουμένως ύψη, δημιουργεί απαιτήσεις, έλκει την προσοχή, φλερτάρει με την αναγνωστική επιστροφή. Η αρχή θέτει τον πήχη. Και κάπως έτσι, αυτό που μέχρι πριν λίγο ήταν ένα όμορφο κόκκινο μικρό βιβλίο με όνομα παράξενο που δεν ήξερες πού να το τονίσεις, τώρα, μία μόλις σελίδα μετά, είναι κάτι που αχόρταγα θες να διαβάσεις, αχόρταγα γιατί νιώθεις πως θα έχεις τον χρόνο να επιστρέψεις με υπομονή, αχόρταγα αλλά και αυστηρά, γιατί όποιος υπόσχεται πρέπει να κρατά τον λόγο του.

Ακόμα και αν δεν ειπώθηκε ποτέ από τα χείλη τού γονιού, ακόμα και αν ασαφώς και πλαγίως μόνο εννοήθηκε, σίγουρα κάποια στιγμή βιώθηκε -σε ένα βλέμμα, σε μια στιγμή σιγής- μία από τις σκληρότερες φράσεις από την αρχή του κόσμου: πόσες θυσίες έχω κάνει εγώ για σένα; Και τη φράση αυτή, μεγαλώνοντας, οι περισσότεροι την κουβαλάμε σαν μια τύψη, ενισχυμένη από την εκ των υστέρων αποκάλυψη του τι παιδιά υπήρξαμε, κοιτάζοντας λοξά προς τα πίσω, όχι απαραίτητα ξαπλωμένοι σε κάποιο ντιβάνι ή κοιτάζοντας τον πολύχρωμο ουρανό της δύσης, αλλά μάλλον τυχαία και σίγουρα απρόοπτα. Μια τύψη που θα ήταν ευκολότερο να την ορίσει ένας οικονομολόγος, την ψυχρή, μαθηματική τους γλώσσα θα χρειαστούμε.

Τον ιδρώτα της προσπάθειας και την πίκρα των στερήσεων γυρεύουμε τρόπο να τιμήσουμε, και ενώ θα ήταν χρήσιμη η μεταφυσική, ο ορθολογισμός μας δεν μας επιτρέπει τέτοια βήματα. Το χωράφι με τις ελιές, το μαγαζί με τα χρώματα, το σπίτι στο χωριό. Καθένας τα δικά του. Κάπως έτσι η αφηγήτρια βρίσκεται στην Κέρκυρα, μήνα Αύγουστο, να συντηρήσει το σπίτι στο χωριό, σπίτι που χτίστηκε από άμμο, σπίτι που έρημο μάχεται την υγρασία και τον χρόνο. Η Κέρκυρα των καλοκαιριών μιας κοπέλας από την πρωτεύουσα, που μεγάλωσε και σπούδασε, που τώρα είναι έτοιμη να φροντίσει και να αξιοποιήσει την πατρική κληρονομιά, που, όσο και αν δεν το θέλει, όσο και αν νιώθει ανίκανη, θα μιλήσει με μάστορες, θα δείξει ενδιαφέρον, θα συνειδητοποιήσει, εν τέλει, πως απλώς τους ενοχλεί, έτσι όπως γυρίζει μέσα στα πόδια τους χωρίς να ξέρει τι να κάνει. 

Το ποιητικό παρελθόν της Χανδρινού είναι ευκρινές και ορατό σε κάθε σελίδα, σε κάθε απλή συντακτική επιλογή. Η Κόρκυρα είναι ένα υβριδικό ημερολόγιο, ποιητικό και πεζό ταυτόχρονα, που διανθίζεται με πλήθος διακειμενικών αναφορών, αποσπάσματα ποιημάτων και τραγουδιών, και στο οποίο κυριαρχεί η αίσθηση του βιογραφικού αποτυπώματος. Χωρισμένη σε τρία μέρη, η Κόρκυρα συγκινεί αβίαστα. Το -φαινομενικά- προσωπικό βίωμα της αφηγήτριας αποτελεί εν τέλει απλώς την ατομική εκδοχή ενός βιώματος που αρκετοί μοιραζόμαστε, και που η Χανδρινού μάς δίνει το λεξιλόγιο για να το εκφράσουμε, επικεντρώνει το βλέμμα σε μια ξεχασμένη λεπτομέρεια, παραγγέλνει ακόμα μια τρίλιτρη μπύρα κάτω από τον παχύ ίσκιο στην πλατεία. 

Προσοχή, προσοχή. Ποιητική πρόζα σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ωραιοποίηση. Και αν για το παρελθόν φροντίζει η λήθη, η ασχήμια του παρόντος δεν επιτρέπει στον ποιητή να αιθερογραφεί, χωρίς να μυρίζει τους σωρούς από σκουπίδια, χωρίς να αλλάζει τα πασουμάκια του αγίου που έλιωσαν πάλι φέτος, χωρίς την αυτογνωσία πως η ανταμοιβή της μεγαλούπολης είναι οι παροχές της, χωρίς αυταπάτες πως στο οικογενειακό τραπέζι θα περάσει ασχολίαστη η άτεκνος κόρη. Τα θραύσματα της Κόρκυρας θα μπορούσαν να είναι κάποιες δεκάδες μικροδιηγήματα ή και ποιήματα, ακόμα και αφορισμοί. Πρόκειται όμως για μια νουβέλα, όχι λόγω μεγέθους, αλλά λόγω του υβριδικού της χαρακτήρα, ένα κατασκεύασμα κατάλληλο για να στεγάσει τις λέξεις. Κατασκεύασμα, λέξη που οδηγεί σε προϊόν νοητικής διεργασίας, αποπαίδι συχνά της λογοτεχνίας, που όμως εδώ, λόγω της συναισθηματικής έντασης των όσων στεγάζει, ισορροπεί, αναδεικνύει και αναδεικνύεται, λειτουργεί τελικά ως ενιαίο σώμα αφήγησης.

Η αρχή συχνά είναι ένα πυροτέχνημα, η αρχή ενίοτε είναι το όλον στο οποίο προστέθηκαν κάποιες δεκάδες σελίδων για να δικαιολογηθεί η έκδοση. Τότε, η αρχή μετά από λίγο σβήνει και χάνεται από τη μνήμη. Τις λίγες φορές που δεν ισχύουν αυτά, έχουμε λογοτεχνία, και η αρχή είναι ένας βατήρας εκτόξευσης. Έτσι συμβαίνει και στην Κόρκυρα.

Εκδόσεις Κείμενα
  

Δευτέρα, 9 Δεκεμβρίου 2019

η κούνια - Μοχαμμάντ Χεμματί





Άσε τους να περιγελούν 
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ' αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν' αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ' αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ' το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ' έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ' όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ' έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ' οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι' αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης. 

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να 'ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ' άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ' ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ' το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα 
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ' τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα, το οποίο μπορείτε να ακούσετε εκεί.

Μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Πέμπτη, 5 Δεκεμβρίου 2019

εκτροφείο θηραμάτων - Γεωργία Μιχαλαριά





Το εξώφυλλο και ο τίτλος προετοιμάζουν τον αναγνώστη για είσοδο σε ένα περιβάλλον δυστοπικό. Τα ανθρωπόμορφα ζώα που προελαύνουν στηριζόμενα άπαντα σε δύο πόδια, αυτή η γραμμή ομοιόμορφης διαφορετικότητας, άνθρωποι με μάσκες ζώων να κρύβουν το πρόσωπό τους -ή μήπως μετασχηματισμένα υβρίδια κάποιας ευγονικής ιδεολογίας;- που κατευθύνονται προς το μέρος μας, εκκινώντας από το εκτροφείο θηραμάτων, δημιουργούν ένα αίσθημα ανασφάλειας, μια περιέργεια μπολιασμένη με φόβο.

Ένα δυστοπικό περιβάλλον δεν απαιτεί μεταχρονολόγηση. Ένα απλό διαμέρισμα, μια τετραμελής οικογένεια, κάπου στον πλανήτη μας αυτή τη στιγμή αποτελούν το πλέον δυστοπικό περιβάλλον. Η δυστοπία δεν αποτελεί αποκλειστικό πεδίο δράσης της επιστημονικής φαντασίας. Συχνά δε, η δυστοπία προκύπτει από την ρεαλιστική αποτύπωση του περιβάλλοντος χώρου και των συνθηκών που επικρατούν, τη δυστοπία μπορεί να την αντικρίσει κανείς γύρω του, να τη ζήσει στην καθημερινότητά του. Άλλωστε, αυτό που περισσότερο μας δυσκολεύει είναι αυτό που γνωρίζουμε καλύτερα, αυτό που αφυπνίζει τις καταχωνιασμένες αναμνήσεις και ξυπνάει τους παιδικούς μας φόβους. Αυτά, άλλωστε, ωθούν πολλούς στη γραφή, στη δημιουργία εν γένει.

Τα διηγήματα της Μιχαλαριά χαρακτηρίζονται από κάτι το ερμητικό, κάτι που νιώθεις πως απαιτεί ξεκλείδωμα, κάτι που ίσως, αν το παρατηρήσεις προσεκτικά, να εμφανιστεί ως εικόνα στερεοσκοπική, και έτσι η ιστορία να αποκτήσει εμβαδόν, πάνω στο οποίο θα αναγνωρίσεις σημεία ταύτισης. Οι διαθέσιμες πραγματολογικές πληροφορίες είναι ελάχιστες, αυτά που γνωρίζει ο αναγνώστης περιορίζονται στα συναισθήματα και τις σκέψεις των ηρώων, σε όσα επιθυμεί να αποκαλύψει ο παντογνώστης αφηγητής. Το διακύβευμα των διηγημάτων, ο θεματικός θα λέγαμε ιστός που τα ενώνει, είναι η επικοινωνία, ως αδυναμία, ως επιθυμία, ως έλλειμμα ή ως απωθημένο. Η απόπειρα να μιλήσει κανείς, παρουσία ή απουσία του δέκτη, να γίνει κατανοητός ή να διευκρινίσει, αλλά και η επικοινωνία ως αγώνας ρητορικής ή ως δημοσιογραφική έρευνα.

Το ύφος είναι ενιαίο και ευδιάκριτο σε όλα τα διηγήματα της συλλογής. Λόγος κοφτός, υπαινικτικός, με ένταση. Ανάμεσα στα διηγήματα με τριτοπρόπωπη αφήγηση υπάρχουν δύο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση και με απεύθυνση στο εσύ. Και αν στα πρώτα είναι ο παντογνώστης αφηγητής εκείνος που εντείνει το κλίμα μυστηρίου, η δευτεροπρόσωπη απεύθυνση εμπλέκει τον αναγνώστη, τον τοποθετεί στην καρέκλα του δέκτη, τον κάνει να νιώθει εκείνος που χάθηκε, εκείνος που έλαβε την επιστολή για την οικειότητα. Αυτά τα δύο διηγήματα (Η γάτα σου, Επιστολή για την οικειότητα) αν και φαινομενικά παράταιρα αφηγηματικά, είναι τελικά εκείνα που δένουν τη συλλογή αυτή, αποτελούν κατά κάποιον τρόπο αναγνωστικές πύλες εισόδου για τον αναγνώστη, λειτουργούν όπως ένα τζάμι σε ένα εγκαταλελειμμένο από καιρό σπίτι, πάνω στο οποίο αντανακλάται η μορφή μας, και έτσι, από μια διάθεση περιέργειας, ίσως και λίγο ναρκισσιστικού χαρακτήρα, πλησιάζουμε ολοένα και πιο κοντά, πατώντας πάνω σε μπάζα και, παραμερίζοντας ιστούς αράχνης, φτιάχνουμε με τα χέρια ένα σκίαστρο που θα μας επιτρέψει να εξερευνήσουμε, αρχικά οπτικά, το εσωτερικό του. Είναι ο τρόπος ενός άδειου σπιτιού που μας φωνάζει κοντά του.

Στην Επιστολή για την οικειότητα, η Μιχαλαριά αναφέρεται στην απαραίτητη παραβίαση που προηγείται της οικειότητας, συνοψίζει το σύγχρονο δίλημμα ως επιλογή ανάμεσα στην οικειότητα ή τη νίκη. Η οικειότητα έχει ρίσκο, αν όμως δεν υπάρξει παραβίαση, "θα κολυμπούσαμε αιώνια σε πελάγη ευπρέπειας και προκάτ κανονικότητας". Ανάμεσα στα διηγήματα, και ένα διήγημα ποιητικής (Το χειρόγραφο), στο οποίο ο συγγραφέας-ήρωας συναντά κάποιον που έχει γράψει μία, κατά εκείνον τουλάχιστον, σπουδαία ιστορία που αξίζει να εκδοθεί. Ο συγγραφέας επιζητά συχνά τέτοιες συναντήσεις, είναι άνθρωπος του λογοτεχνικού σιναφιού και ξέρει πώς λειτουργούν τα πράγματα, πώς γράφονται τα βιβλία. Ποτέ δεν χάνει κανείς που ακούει κάποιον να του λέει την ιδέα του. Ενδιαφέρον και πικρό, αληθινό.

Διαβάζοντας τα διηγήματα αυτά, συνειδητοποίησα κάποια στιγμή πως αδυνατούσα να δω εικόνες, και αυτό σίγουρα ενίσχυε τον κρυπτικό τους χαρακτήρα, ένα πέπλο έμοιαζε να τα καλύπτει. Επιχειρώντας, λοιπόν, να εικονοποιήσω κάποιες από τις ιστορίες, επιχειρώντας να δώσω μορφή και σχήμα σε ανθρώπους και μέρη, συνέβη το εξής ενδιαφέρον: οι εικόνες που σχηματίζονταν σχετίζονταν είτε με περιστατικά βίας των τελευταίων μηνών, είτε με προσωπικά βιώματα περιόδων έντασης. Και είναι ενδιαφέρον αυτό γιατί αποτέλεσε μια δεύτερη, στοχευμένη, κατά μία έννοια, ανάγνωση, η οποία δεν είχε την αναμενόμενη εκλογίκευση, αλλά αντίθετα, ενέτεινε τη συναισθηματική εμπλοκή της πρώτης ανάγνωσης, προσθέτοντας το προσωπικό βίωμα στην αναγνωστική εξίσωση. Τα διηγήματα της συλλογής λειτουργούν ως ένα οργανικό σύνολο με συνοχή, είναι δηλαδή κατανοητό γιατί αποτελούν μέρος της ίδιας συλλογής, κάτι το οποίο δεν συμβαίνει συχνά δυστυχώς, με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν αδιάφορες συλλογές διηγημάτων. Και δεν υπάρχει κάτι χειρότερο από την αδιαφορία.      


Εκδόσεις Γκοβόστη

Δευτέρα, 2 Δεκεμβρίου 2019

Πικνίκ δίπλα στο δρόμο - Αρκάντι & Μπόρις Στρουγκάτσκι




Ήθελα εδώ και καιρό να διαβάσω το βιβλίο αυτό, παρακινούμενος από διάφορες επιθυμίες, συγγενείς μεταξύ τους, με μεγαλύτερη όλων την εξής: να διαβάσω το βιβλίο που διάβασε ο Ταρκόφσκι και εμπνεύστηκε το Στάλκερ. Η μεταφορά των βιβλίων στη μεγάλη οθόνη φανερώνει συχνά τις πηγές έμπνευσης του σκηνοθέτη, κάτι το οποίο ιντριγκάρει, ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με δημιουργούς του διαμετρήματος του Ταρκόφσκι. Το αντικείμενο της έμπνευσης αποτελεί κατά κάποιον τρόπο τον εξανθρωπισμό του δημιουργού, τη σύνδεσή του με τον κόσμο γύρω του, την τοποθέτησή του στη διαδοχή του πολιτισμού, ένα ακόμα πλήγμα στην παρθενογένεση. Ανέκαθεν πίστευα πως το βιβλίο και η κινηματογραφική του μεταφορά αποτελούν δύο διαφορετικά, ξεχωριστά μεταξύ τους δημιουργήματα, και έτσι θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται, και όχι σε άμεση σύγκριση, καθώς είναι εμπειρίες ανόμοιες μεταξύ τους. Πόσω μάλλον στην περίπτωση αυτή, στην οποία άλλο δεν μας απασχολεί από το να πλησιάσουμε και αν είμαστε τυχεροί να διακρίνουμε, έστω αχνά, ή να φανταστούμε τον τρόπο με τον οποίο η πρόσληψη μετατρέπεται σε έμπνευση και δημιουργία.

Η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία στον αναγνώστη, ιντριγκαδόρικη ως προς την εικονοποίηση και τη σύλληψη των εννοιών που εισάγονται, γοητευτική ως προς τις δυνατότητες που προσφέρουν η επιστήμη και η συγγραφική φαντασία. Ένας κόσμος ανοίκειος. Λογοτεχνικό είδος που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κανείς να το θεωρήσει παραλογοτεχνία, όχι συλλήβδην τουλάχιστον, όχι γενικεύοντας, όχι στις μέρες μας, όχι πια. Και δεν χρειάζεται να επικαλεστεί κανείς τον Ταρκόφσκι, που διάβασε τόσο το Πικνίκ δίπλα στο δρόμο όσο και το Σολάρις του σπουδαίου Στάνισλαβ Λεμ, για να αποδείξει τον παραπάνω συλλογισμό, χρειάζεται όμως για να θρυμματιστούν ακόμα μερικά στερεοτυπικά κατασκευάσματα λογοτεχνικής -και όχι μόνο- αριστείας.

Την ταινία την είχα δει παλιότερα. Δεν παρέβλεπα τον φόβο που ένιωθα, πως ίσως να μου στερούσε κάτι αυτό από την αναγνωστική απόλαυση,την εικονοποίηση και την άγνοια της ιστορίας συγκεκριμένα, και ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που ενώ τόσο το επιθυμούσα, ολοένα και ανέβαλλα την ανάγνωση του βιβλίου. Δεν ήξερα πως η ταινία βασίστηκε σε σενάριο που έγραψαν οι αδερφοί Στρουγκάτσκι. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με κινηματογραφική μεταφορά όπως την εννοούμε συνήθως. Ο Ταρκόφσκι διάβασε το βιβλίο και οραματίστηκε μια ταινία, ήξερε πως κανένας δεν θα μπορούσε να γράψει καταλληλότερο σενάριο από τους ίδιους τους συγγραφείς. 

Το θέμα της ταινίας αφορά τα κατάλοιπα μιας επίσκεψης από κάποιον άλλον άγνωστο κόσμο. Η ευρύτερη περιοχή έχει αποκλειστεί και φυλάσσεται, ενώ διάφοροι τυχοδιώκτες, κυνηγοί όπως αποκαλούνται, προσπαθούν να εισέλθουν και να αποσπάσουν πράγματα τα οποία θα μπορούσαν να διαθέσουν στην μαύρη αγορά. Η ζώνη είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη, απαιτείται ειδικός εξοπλισμός, ενώ δεν είναι λίγοι οι αστικοί μύθοι που ακούγονται γύρω από θησαυρούς και θανατηφόρες παγίδες. Το βιβλίο αποτελείται από μία συνέντευξη ενός επιστήμονα και τέσσερα επεισόδια με βασικό πρωταγωνιστή έναν κυνηγό τον Ρέντρικ Σούχαρτ.

Ως είθισται, το κομμάτι της επιστημονικής φαντασίας αποτελεί εκτός από οργανικό μέρος της ιστορίας και το απαραίτητο όχημα για τους συγγραφείς, ώστε να μιλήσουν για ένα πλήθος πραγμάτων, από τη φιλοσοφία μέχρι τον έρωτα. Απομακρυσμένοι χρονικά από το παρόν, ασφαλείς από τη λογοκρισία και την πολιτική επικαιρότητα, αναφέρονται σχηματικά και αναγωγικά ακριβώς σε αυτό, εκφράζουν τις φοβίες και τις επιφυλάξεις τους, τις διαχρονικές ανθρώπινες αγωνίες. Στην προκειμένη περίπτωση συμβαίνει κάτι τρομακτικό, μα συνηθισμένο στην λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ζωή θα αντιγράψει την τέχνη, με τα όσα ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα με την έκρηξη στο εργοστάσιο του Τσερνομπίλ, το οποίο μετά το Νόμπελ στην Αλεξίεβιτς και την ομώνυμη τηλεοπτική σειρά ήρθε πάλι στην επιφάνεια του ενδιαφέροντος, αν και όχι για τους αναμενόμενους λόγους των κινδύνων που συνοδεύουν την πυρηνική ενέργεια. Οι δημιουργοί δυστοπιών, σκέφτομαι, σε καμία περίπτωση δεν θα ένιωθαν ευχάριστα γνωρίζοντας πως λίγα ή περισσότερα χρόνια μετά, οι "προφητείες" τους πραγματοποιήθηκαν, πως το χειρότερο σενάριο έγινε πραγματικότητα.

Ο τίτλος του βιβλίου αποτελεί μια πανέξυπνα εύστοχη, φιλοσοφικού χαρακτήρα περιγραφή της επίσκεψης των εξωγήινων στη γη, της πραγματικής μας θέσης στο άπειρο σύμπαν. Το προτελευταίο μέρος του βιβλίου είναι το πλέον απολαυστικό, από πλευράς ιδεών τουλάχιστον, ενώ αξίζει να σημειωθεί η ισορροπία στις προσφερόμενες ποσότητες δράσεις. Το προλογικό σημείωμα του μεταφραστή, αναλυτικό και με λεπτομέρειες σχετικά με τη ρωσική επιστημονική φαντασία, συμπληρώνει ιδανικά την έκδοση.   


υγ.Μία επιθυμία που μου προκάλεσε η ανάγνωση του Πικνίκ δίπλα στο δρόμο, εκτός από το να δω άμεσα ξανά την ταινία και να διαβάσω ένα ακόμα βιβλίο του Λεμ -που ελπίζω σύντομα να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες μου και να κυκλοφορήσει-, ήταν να ψάξω πληροφορίες σχετικά με διάφορα συγγραφικά δίδυμα, κυρίως από περιέργεια για την τεχνική πλευρά της συνεργασίας, για το κρυφοκοίταγμα στο συγγραφικό εργαστήρι.

Μετάφραση Μανώλης Ασημιάδης
Εκδόσεις ΑΩ

  

Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2019

Crash - J.G. Ballard





Το βιβλίο αυτό υπερβαίνει το δίπολο μου άρεσε/δεν μου άρεσε, στέκει πέρα και πάνω από τα ασφυκτικά του όρια, διερευνά νέες -σχεδόν άγνωστες- συναισθηματικές και λογικές εκτάσεις. Η εναρκτήρια παράγραφος αρκεί για να το πιστοποιήσει αυτό.
Ο Βον σκοτώθηκε χτες, στο τελευταίο του τρακάρισμα. Όσο καιρό ήμασταν φίλοι, είχε προβάρει τον θάνατό του σε πολλαπλές συγκρούσεις αυτοκινήτων, αλλά το χθεσινό ήταν το μοναδικό αληθινό του δυστύχημα. Ενώ οδηγούσε σκοπεύοντας να συγκρουστεί με τη λιμουζίνα της σταρ του σινεμά, το αμάξι του τινάχτηκε πάνω από το κιγκλίδωμα της γέφυρας στην ανισόπεδη διασταύρωση του Αεροδρομίου του Λονδίνου και βυθίστηκε σε ένα λεωφορείο που μετέφερε επιβάτες των αερογραμμών τρυπώντας την οροφή του. Τα τσακισμένα κορμιά των στριμωγμένων ταξιδιωτών κείτονταν ακόμη, σαν αιμορραγία του ήλιου, στο βινύλιο των καθισμάτων όταν κατάφερα μια ώρα αργότερα να φτάσω εκεί περνώντας μέσα από τους εμπειρογνώμονες μηχανικούς της αστυνομίας. Κρατώντας από το μπράτσο τον σοφέρ της λιμουζίνας της, η ηθοποιός Ελίζαμπεθ Τέιλορ, με την οποία εδώ και τόσους μήνες ονειρευόταν να πεθάνει ο Βον, στεκόταν παράμερα κάτω από τον περιστρεφόμενο φάρο ενός ασθενοφόρου. Καθώς γονάτισα πάνω από το πτώμα του Βον, εκείνη άγγιξε τον λαιμό της με το γαντοφορεμένο χέρι της.

Ο Τζέιμς Μπάλαρντ, αφηγητής της ιστορίας αυτής, θα γνωρίσει τον Βον μετά το ατύχημα του πρώτου. Ο Βον ενδιαφέρεται για αυτοκινητιστικά ατυχήματα, για παραμορφωμένες μάζες αλουμινίου και σάρκας, για σπασμένες κλείδες και θρυμματισμένα τζάμια, για ομοιώματα σωμάτων δοκιμών ασφαλείας (βλ. dummies), φωτογραφίζει τα συντρίμμια, επισκέπτεται νεκροταφεία αυτοκινήτων, αναζητά σε αυτά την ηδονή. Ηδονή που του προκαλούν τα παραμορφωμένα σώματα μέσα σε παραμορφωμένα αμαξώματα, η αδρεναλίνη της ταχύτητας, της πρόσκρουσης, του σεξ, του τραύματος, η ιδιότυπη αυτή χορογραφία που όσο και αν δοκιμάσει κανείς παραμένει ανεπανάληπτη. Η έλξη που ασκεί ο Βον στους γύρω του είναι ισχυρή, ο αφηγητής δεν ξεφεύγει από αυτήν, σχεδόν υπνωτισμένος τον ακολουθεί στις νυχτερινές διαδρομές του.

Το βιβλίο του Μπάλαρντ είναι προκλητικό όχι γιατί προσβάλλει την αιδώ αλλά γιατί κυριολεκτικά προκαλεί τον αναγνώστη σε δύσβατα μονοπάτια, τη στιγμή που αντικρουόμενα συναισθήματα γεννιούνται, συναισθήματα που κυμαίνονται ανάμεσα στην ηδονοβλεψία και τη φρίκη, συναισθήματα που εμφανίζονται συχνά ταυτόχρονα και κυρίως αντιστικτικά. Η χρήση της αντίστιξης είναι κάτι που γενικότερα διέπει το πρωτότυπο αυτό μυθιστόρημα, η ησυχία μετά το ατύχημα που συνήθως περιγράφουν οι εμπλεκόμενοι τη στιγμή που ο θόρυβος ανθρώπων και μηχανών επικρατεί, η ταχύτητα των συγκρουόμενων αυτοκινήτων και των παλλόμενων σωμάτων και η σχεδόν στατική αφήγηση, ο πόνος και η ηδονή σε ένα μυθιστόρημα τόσο εγκεφαλικό, η δημιουργία τόσων συναισθημάτων από ένα κείμενο απολυμασμένο από οποιοδήποτε συναίσθημα.

Αν και το βιβλίο εντάσσεται στην ευρύχωρη και πολυσχιδή λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας, η ερωτική σχέση ανθρώπου αυτοκινήτου που περιγράφει δεν εκπληρώθηκε τελικώς στο μέλλον. Για κάποιο λόγο, που προσωπικά τον θεωρώ αρκετά διεστραμμένο, ένα από τα κριτήρια αξιολόγησης της λογοτεχνίας του είδους αυτού σχετίζεται με την εκπλήρωση της προφητείας. Νομίζω πως οι "προφήτες" δεν γύρευαν την επιβεβαίωση από την πραγματικότητα, την απεύχονταν. Δεν νομίζω δηλαδή ο Όργουελ να χαιρόταν για τον σημερινό κόσμο, για να δώσω ένα παράδειγμα. Υπό αυτό το κριτήριο, λοιπόν, το Crash δεν δικαιώθηκε, γεγονός το οποίο σε καμία περίπτωση δεν υποτιμά την αξία του βιβλίου αυτού, αξία όχι αποκλειστικά λογοτεχνική, αλλά και κοινωνικοπολιτική.  Οι αναλογίες του γραμμένου το 1973 μυθιστορήματος με το σήμερα μπορεί να μην είναι προφανείς αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν κιόλας.

Και αν από τη μία πλευρά μπορεί κανείς, στο μυθιστόρημα αυτό, να διακρίνει ένα ακόμα υποκεφάλαιο της σεξουαλικής απελευθέρωσης, της κατάρριψης των ταμπού και της επαναχάραξης των ορίων της ηδονής, ταυτόχρονα, από την άλλη πλευρά, διακρίνει και μια νέα κατηγορία σωματικώς παραμορφωμένων ανθρώπων, αυτή των μεταατυχηματικών, αξιοθέατα της ταχύτητας και της επιστήμης των υλικών, η συγκόλληση των οποίων προσομοιάζει σε εκείνη των μεταλλικών μερών ενός αυτοκινήτου, σε μια διαδικασία που οδηγεί το ανθρώπινο σε μηχανικό. Η παραμόρφωση ως μια εκδοχή της πλαστικής χειρουργικής.

Το βιβλίο γύρισε σε ταινία ο Κρόνεμπεργκ. Ποιος άλλος; θα αναρωτηθεί κάποιος, και ίσως με το δίκιο του. Θα έβαζα ακόμα μία επιλογή, τον Γάλλο Λεό Καράξ, επιλογή ίσως προφανής. Αλλά αν ήταν πραγματικά στο χέρι μου, πιστεύω πως θα ήθελα να δω τον Καρ Βάι να γυρίζει σε ταινία αυτό το βιβλίο, ίσως για να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο η αντίστιξη, ίσως γιατί εκείνος θα κατάφερνε να αναδείξει τον ερωτισμό, να κάνει την ταινία ακόμα πιο προκλητική λόγω της ικανότητάς του να υπονοεί τον πόθο, χωρίς να χρειάζεται να δείξει πολλά.

Ο Κρόνεμπεργκ ενώνει τον Μπάλαρντ με τον ΝτεΛίλλο, καθώς μετέφερε στον κινηματογράφο μυθιστορήματα και των δύο. Και ο ΝτεΛίλλο είναι ό,τι πιο κοντινό στον Μπάλαρντ μπορώ να αναλογιστώ ως προς την αναγνωστική αίσθηση και κυρίως τον έλεγχο πάνω στον χρόνο, την μοναδική αυτή ικανότητα της αραίωσης και πύκνωσης που αυτοί οι δύο συγγραφείς διαθέτουν.

Αναγνωστική εμπειρία.


υ.γ/trivia Ο ηθοποιός που ενσαρκώνει τον Βον, τον μοναδικό ίσως λογοτεχνικό ήρωα που ούτε κατ' ελάχιστο δεν μπόρεσα να μορφοποιήσω κατά την ανάγνωση, στην ταινία του Κρόνεμπεργκ είναι ο ελληνικής καταγωγής Καναδός Elias Koteas.

Μετάφραση Γιώργος- Ίκαρος Μπαμπασάκης
Εκδόσεις Κέδρος          

Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Zero K - Don DeLillo



Όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου.
Αυτό είπε ο πατέρας μου, όρθιος μπροστά στην τζαμαρία του γραφείου του στη Νέα Υόρκη -διαχείριση ιδιωτικού πλούτου, οικογενειακά καταπιστεύματα, αναδυόμενες αγορές. Μοιραζόμασταν μια σπάνια στιγμή στον χρόνο, περισυλλογής, και τη στιγμή συμπλήρωναν τα επώνυμα γυαλιά ηλίου του, που έφερναν τη νύχτα απ' έξω μέσα. Περιεργάστηκα τα έργα τέχνης στο δωμάτιο, ποικιλοτρόπως αφηρημένα, και άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι η παρατεταμένη σιωπή που ακολούθησε τα λόγια του δεν οφειλόταν σε κανέναν απ' τους δυο μας. Ο νους μου πήγε στη γυναίκα του, τη δεύτερη, την αρχαιολόγο, που το μυαλό και το ασθενικό κορμί της θα άρχιζαν σύντομα, την προγραμματισμένη ώρα, να γλιστρούν στο κενό.
Και κυρίως, αυτό που όλοι θέλουν είναι να ορίσουν εκείνοι το δικό τους τέλος, να αντισταθούν στις επιταγές της μοίρας και της συγκυρίας. Είναι ο τρόπος του Ρος Λόκχαρτ, πατέρα του αφηγητή, να δείξει στην άρρωστη σύντροφό του, διαπρεπή αρχαιολόγο, την αγάπη και την αφοσίωσή του. Χρηματοδοτεί ένα κέντρο έρευνας για το πάγωμα του θανάτου, μέχρι να είναι κατάλληλες οι συνθήκες για την επαναφορά στη ζωή, μακριά από τη φθορά της ασθένειας και τη διαφέντευση του κορμιού από τον πόνο. Ο αφηγητής θα ταξιδέψει, για να συναντήσει τον πατέρα του και τη σύντροφό του στις μυστικές εγκαταστάσεις του κέντρου έρευνας στα βάθη της Ασίας, λίγο πριν εκείνη βρεθεί στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στον θάνατο, πριν περάσει σε λειτουργία αναμονής.

Παρότι η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος σε γενικές γραμμές δεν είναι ιδιαιτέρως πρωτότυπη, ο τρόπος με τον οποίο ο ΝτεΛίλλο διαχειρίζεται το αρχικό υλικό της ιδέας του είναι, για ακόμα μια φορά, τουλάχιστον εντυπωσιακός. Και αυτό το κάνει όχι με έναν τρόπο αναμενόμενο, σκαρφιζόμενος διαρκείς ανατροπές και ευφάνταστα ευρήματα δηλαδή, αλλά μέσω της αφήγησης, μέσω της γλώσσας. Γιατί θα πρέπει να επαναληφθεί εδώ πως ο ΝτεΛίλλο είναι ποιητής. Και είναι ποιητής επειδή γνωρίζει ακριβώς τα όρια της γλώσσας. Δεν αρκείται όμως σε αυτά, επιχειρεί να τα διευρύνει, όχι κάνοντας επίδειξη λεξιπλασίας και εξεζητημένου λόγου, αλλά ευρισκόμενος ακριβώς στον αντίποδα αυτών, χρησιμοποιώντας με ακρίβεια τις λέξεις, τοποθετώντας τες αβίαστα σε τάξη, κάνοντας τα πάντα να μοιάζουν απλά και φυσικά, την ώρα που οι εγκεφαλικοί νευρώνες του αναγνώστη διευρύνονται και επανασυντάσσονται. Ο ΝτεΛίλλο κάνει κάτι φοβερό: δεν θέτει ερωτήματα που μας αφορούν, θέτει ερωτήματα που ξεπερνούν τα όρια της αντίληψής μας για τα πράγματα. Με τον τρόπο αυτό, η κεντρική ιδέα του μυθιστορήματος δεν αναλώνεται σε απλοϊκά ερωτήματα ηθικής, δεν φθείρεται κατά την εξέλιξη της πλοκής, αντιθέτως, εξαπλώνεται, καλύπτοντας κάθε σημείο του μυθιστορήματος. 

Σε έναν κόσμο που διαρκώς επιταχύνει, ο ΝτεΛίλλο, σαν από πείσμα, επιδιώκει την επιβράδυνση του χρόνου, τον συμπυκνώνει και τον αραιώνει κατά βούληση, τον καθιστά κυρίαρχο των πάντων, πανταχού παρόντα, τον αποπροσωποποιεί, ακόμα και όταν τον ονομάζει πρωί ή βράδυ, δημιουργεί αυτό το αίσθημα χρονικού κενού, τη συνεχή στιγμή, οδηγεί τον αναγνώστη να βιώσει πώς θα 'ναι ο χρόνος κατά την αναμονή της επαναφοράς στη ζωή, στο διαρκές τώρα, πώς είναι το πάντα. Το δίπολο θρησκεία-τεχνολογία είναι και σε αυτό το βιβλίο παρόν. Η επιστράτευση της τεχνολογίας για την εκπλήρωση μιας θρησκευτικής υπόσχεσης, όχι όμως μετά τον θάνατο αλλά πριν, η ορθολογική προσέγγιση του θανάτου, η αναβολή μέχρι την οριστική του ματαίωση, ο ολοκληρωτικός θρίαμβος της ελεύθερης βούλησης.

Εδώ η επιστημονική φαντασία αποτελεί απλώς την αφορμή για ένα σχόλιο κοινωνικοπολιτικό. Ο ΝτεΛίλλο, άλλωστε, είναι ένας κατ' εξοχήν πολιτικός συγγραφέας και δεν θα του αρκούσε απλώς ο σχολιασμός της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Ο έλεγχος του τέλους μοιάζει να είναι το τελευταίο οχυρό ταξικής ισότητας, όσο και αν τα χρήματα για τις θεραπείες και την ποιότητα διαβίωσης καθυστερούν το μοιραίο, πρόκειται για μια αναβολή πριν από την τελική και αναπόφευκτη ήττα. Ο Ρος λέει: όλοι θέλουν δικό τους το τέλος του κόσμου. Εννοείται η συνέχεια: μόνο λίγοι, πραγματικά πλούσιοι, θα μπορούσαν να το έχουν. Και ο Ρος το θέλει δικό του, θέλει τον ίδιο να ορίζει. Το ένστικτο της επιβίωσης ατροφεί για κάποιους λίγους, υπόκειται σε γενετική μετάλλαξη από γενιά σε γενιά, η επιβίωση θεωρείται δεδομένη και από μόνη της δεν προσφέρει κάποια ικανοποίηση. Το ένστικτο δίνει τη θέση του στη λαχτάρα για αιωνιότητα, εκεί παίζεται πια το παιχνίδι.

Ο ΝτεΛίλλο δεν παρουσιάζει τον Ρος ως έναν πάμπλουτο διψασμένο απλώς για περισσότερο χρήμα, αλλά ως έναν καλλιεργημένο και συναισθηματικά ζωντανό άνθρωπο, ο οποίος δεν θέλει να χάσει τη σύντροφό του. Είναι και ένα μυθιστόρημα αγάπης αυτό, αγάπης βαθιάς, που οι εραστές αρνούνται στον θάνατο να τους χωρίσει. Είναι και ένα μυθιστόρημα για τη σχέση πατέρα γιου, για την περίπλοκη αυτή σχέση, ιδιαίτερα όταν ο πατέρας έχει εγκαταλείψει κατά το παρελθόν τη μητέρα του γιου του, είναι η στιγμή που ο πατέρας θα εξηγήσει στον γιο του τις αποφάσεις του, σε μια αντιστροφή των ρόλων, σε μια τελική πράξη ενηλικίωσης. Το Zero K είναι πολλά μυθιστορήματα, δεν είναι μόνο ένα, παρότι τριακόσιες σελίδες μόνο, άλλωστε ο ΝτεΛίλλο το έχει ήδη καταφέρει αυτό και σε λιγότερες σελίδες. Καθένας βρίσκει σε αυτό εκείνο που γυρεύει, εκείνο που πραγματικά είναι κατά βάθος. Αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα απουσίας και της πλέον ελάχιστης συναισθηματικής καθοδήγησης και εκβιασμού, κάτι που επιτείνει την αίσθηση στεγνότητας που αποπνέουν τα μυθιστορήματα του σπουδαίου αυτού Αμερικάνου συγγραφέα, θυμίζοντας πως ο πάγος προκαλεί εγκαύματα.


Μετάφραση Λαμπρινή Κουζέλη
Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας    

            

Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Κίρκη - Madeline Miller




Όταν γεννήθηκα, το όνομα γι' αυτό που ήμουν δεν υπήρχε. Με αποκαλούσαν Νύμφη, υποθέτοντας πως θα ήμουν σαν τη μητέρα μου και τις θείες μου και τις χιλιάδες ξαδέρφες μου. Μια που ήμαστε κατώτερες από τις μικρότερες θεότητες, οι δυνάμεις μας ήταν τόσο περιορισμένες που μετά βίας μπορούσαν να εξασφαλίσουν την αιωνιότητά μας. Μιλούσαμε στα ψάρια και στα λουλούδια που φροντίζαμε, καλοπιάναμε τα σύννεφα για να ρίξουν στάλες ή τα κύματα για να μας δώσουν το αλάτι τους. Η λέξη Νύμφη αποτελούσε την αρχή και το τέλος του μέλλοντός μας. Στη γλώσσα μας δεν σημαίνει μόνο θεότητα αλλά και νύφη.
Η Κίρκη ήταν προορισμένη να ζήσει μια αναμενόμενη ζωή στις παρυφές των θεοτήτων, να παντρευτεί, ευχαριστώντας έτσι τον πατέρα της Ήλιο και τη μητέρα της Πέρση, να μην προκαλεί προβλήματα και να μην ανακατεύει τα πράγματα, να κινείται διακριτικά και στο περιθώριο, να αρκείται στο δώρο της αιωνιότητας, να ζήσει δηλαδή όπως έζησαν τόσες Νύμφες πριν από αυτήν. Η Κίρκη όμως ήταν διαφορετική, διεκδίκησε δυνάμεις μεγαλύτερες μέσω της κλίσης της στη μαγεία, ύψωσε ανάστημα και τιμωρήθηκε γι' αυτό, υπήρξε το εξιλαστήριο θύμα, ώστε να κατακάτσει η οργή -ποιου άλλου;- του Δία, εξορίστηκε να ζήσει μόνη της στην Αία, δεν το έβαλε όμως κάτω, διεκδικώντας μέχρι τέλους το δικαίωμα στην ευτυχία με τους δικούς της όρους, με τις δικές της δυνάμεις και αδυναμίες, το δικαίωμα να αποφασίζει η ίδια για την ίδια.

Η Μίλερ, γνωστή από το Τραγούδι του Αχιλλέα, το οποίο επίσης κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Διόπτρα και έχει κιόλας μπει στη λίστα με τα προσεχώς, αποφασίζει σε αυτό το μυθιστόρημα να συνθέσει τα διάσπαρτα κομμάτια της ιστορίας της Κίρκης, που αποτελούν επεισόδια άλλων μύθων, πιο γνωστών, όπως η Οδύσσεια, η Αργοναυτική Εκστρατεία, ο Μινώταυρος, ο Δαίδαλος κτλ. Η Μίλερ χρησιμοποιεί έναν παραμυθένιο τρόπο αφήγησης, κατάλληλο για τη μυθολογία και αρκετά εικονοποιητικό και οικείο για τον αναγνώστη, χωρίς όμως να στερεί καθόλου την αναγκαία αληθοφάνεια από την ιστορία, επιτυγχάνοντας αυτόν τον ακαταμάχητο συνδυασμό για τον οποίο μιλάει ο στίχος: "τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια/αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέμα"

Ναι, είναι ένας μύθος παλιός αυτός της Κίρκης, και όμως οι αναλογίες με τη σημερινή εποχή είναι δυστυχώς εμφανείς. Η Μίλερ με έναν ευφυή τρόπο, σεβόμενη τη μυθολογία για την οποία τη διακατέχει ένα τεράστιο πάθος, συνθέτει την ιστορία της μάγισσας Κίρκης, και επιτυγχάνει να γράψει ένα βιβλίο βαθιά πολιτικό, ένα βιβλίο φεμινιστικό σε μια εποχή που η επίφαση της ισότητας επικρατεί, που ο φεμινισμός εντέχνως παρουσιάζεται ως κάτι παρωχημένο, ως μια αχρείαστη γραφικότητα. Δεν πρόκειται όμως σε καμία περίπτωση για στρατευμένη λογοτεχνία, καθώς η Κίρκη διακρίνεται για τις λογοτεχνικές της αρετές, ένα χορταστικό μυθιστόρημα το οποίο μας υπενθυμίζει διάφορες πτυχές και συνδέσεις της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, της τόσο ευφάνταστης και χωρίς ταμπού μυθολογίας.

Η έλλειψη του ταμπού στην αρχαία μυθολογία, όχι μόνο την ελληνική, αλλά και την παγκόσμια, ο μη περιορισμός ανάμεσα στο τι επιτρέπεται και τι δεν επιτρέπεται να πει ο αφηγητής, αυτή η απλή διάκριση ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα, τα διευρυμένα όρια ελευθερίας στην έκφραση εντός μύθου, προσφέρουν μια μοναδική αίσθηση στον αναγνώστη, και όλα αυτά συνέβαιναν χιλιάδες χρόνια πριν, τη στιγμή που σήμερα ισχύουν νόμοι προσβολής Θείων και ηθών, που παραστάσεις κατεβαίνουν και συγγραφείς αφορίζονται, σε μια κοινωνία με ολοένα και πιο συντηρητικά ένστικτα καμουφλαρισμένα πίσω από μια δήθεν προοδευτικότητα.

Η μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ αποτυπώνει με ακρίβεια το ύφος της συγγραφέως, μεταφέροντας το βιβλίο στη γλώσσα που γράφτηκε ο μύθος πάνω στον οποίο στηρίζεται, γεγονός που εμπεριέχει, εκτός της γοητείας του, και πλήθος τεχνικών δυσκολιών. Η Κίρκη υπήρξε μια τεράστια αναγνωστική έκπληξη, παρά τις όποιες αρχικές επιφυλάξεις που αφορούσαν το θέμα του βιβλίου. Η αχόρταγη ανάγνωση ενός υπέροχου βιβλίου στάθηκε η αιτία για την επιστροφή σε μια προεφηβική αναγνωστική εποχή, τότε που αχόρταγα διαβάζαμε -κάποιοι από εμάς- τους μύθους αυτούς ξανά και ξανά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Εκδόσεις Διόπτρα          

      

Δευτέρα, 18 Νοεμβρίου 2019

Το φιλί





Μεταλογοτεχνικό είπα, μελαγχολικό άκουσε. Κάπως έτσι με θέλησε. Για την ακρίβεια όχι εμένα, αλλά το βιβλίο που σκόπευα να γράψω. Τίποτα πιο ερωτικό, μου εκμυστηρεύτηκε αργότερα το ίδιο βράδυ, από το να ξαπλώνεις στο κρεβάτι με συγγραφέα, με ανατριχιάζει η αύρα της μυθοπλαστικής ματιάς στην εμπειρία, εκεί που και η ελάχιστη λεπτομέρεια αναπνέει. Δέχτηκα το σχόλιο ως κομπλιμέντο, χαμογελώντας, σχεδόν ντροπαλά. Φιληθήκαμε ξανά με το πάθος της πρώτης νύχτας. Ήταν μια συζήτηση υποθετική, μέρος του παιχνιδιού. Έτσι, τουλάχιστον, πίστεψα εγώ. Τι βιβλίο θα έγραφες;, με ρώτησε. Ήταν ήδη αργά, το μπαρ σε λίγο θα έκλεινε, ο σερβιτόρος μάς κοίταζε σχεδόν εχθρικά. Τετάρτη βράδυ στο κέντρο της πόλης. Και τι θα κερδίσω αν σου πω;, ρώτησα να μάθω. Ένα φιλί ως υποσχόμενη αμοιβή στάθηκε αρκετό για να με φανταστώ συγγραφέα. Μεταλογοτεχνικό, είπα με σιγουριά. Και εγώ κάπως έτσι το φανταζόμουν, είπε, σκοτεινό και ποιητικό, συμπλήρωσε. Κάποτε, σε μια συνέντευξη για δουλειά, μου είχαν ζητήσει να αναφέρω μία ικανότητά μου. Χρειαζόμουν εκείνη τη δουλειά απεγνωσμένα. Έτσι πίστευα τότε τουλάχιστον. Είχα προετοιμαστεί για την ερώτηση σχετικά με κάποιο μειονέκτημα του χαρακτήρα μου, εκεί που πρέπει να απαντήσεις κάτι εντυπωσιακό, όπως η τελειομανία ή η αυτοθυσία, εγώ ήμουν προετοιμασμένος να απαντήσω με ειλικρίνεια πως δεν με πειράζει να παραδέχομαι την άγνοιά μου, να λέω πως δεν ξέρω, σε μια εποχή που άπαντες άπαντα τα γνωρίζουν, είχα ποντάρει πολλά σε αυτό το σημείο της συνέντευξης. Όμως δεν μου ζήτησαν αυτό. Ήθελαν να ακούσουν για κάποια ικανότητά μου, που δεν είχε θέση στο βιογραφικό σημείωμα. Είπα, ξεχνώντας να κοιτάξω στα μάτια τον συνομιλητή μου, πως είμαι καλός στο να εντοπίζω το σημείο παρανόησης σε μια συζήτηση, τι εννοεί ο ένας και τι καταλαβαίνει ο άλλος δηλαδή, έσπευσα να διευκρινίσω. Ο υπεύθυνος δεν έδειξε να εντυπωσιάζεται. Δεν θα μάθω ποτέ αν αυτή η απάντηση ήταν η αιτία της απόρριψής μου. Αμέσως μόλις μίλησε, κατάλαβα πως είχε ακούσει μελαγχολικό. Δεν είπα τίποτα. Χρειαζόμουν εκείνο το φιλί απεγνωσμένα. Έτσι πίστευα τότε τουλάχιστον.      

Πέμπτη, 14 Νοεμβρίου 2019

Μετάβαση - Rachel Cusk




Μια αστρολόγος μου έστειλε ένα email, είχε, λέει, σημαντικά νέα να μου ανακοινώσει σχετικά με το άμεσο μέλλον μου. Έβλεπε πράγματα που εγώ δεν μπορούσα να δω: τα προσωπικά μου στοιχεία είχαν περιέλθει στην κατοχή της, δίνοντάς της τη δυνατότητα να μελετήσει τους πλανήτες για λογαριασμό μου. Ήθελε να μ' ενημερώσει ότι στο γενέθλιο χάρτη μου αναμενόταν σύντομα μια σημαντική μετάβαση.
Διαβάζοντας το Περίγραμμα, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας της Κασκ, σκεφτόμουνα πως η Φαίη λειτουργεί κυρίως ως παρατηρήτρια, αφήνοντας να αποκαλυφθεί για εκείνη αυτό στο οποίο ο τίτλος εύστοχα αναφέρεται, και που για κάποιο λόγο, παρότι άσχετο εντελώς με την υπόθεση, συνειρμικά εξακολουθεί να μου φέρνει στον νου το ανθρώπινο περίγραμμα στην άσφαλτο ή στο πεζοδρόμιο μετά από το έγκλημα. Στη Μετάβαση, όχι ακριβώς αντίθετα, αλλά μάλλον συνεκδοχικά, η Φαίη, έστω και έμμεσα, αναφέρει περισσότερα στοιχεία για εκείνη, επιτρέποντας στον αναγνώστη να σχηματίσει μια, φαινομενικά τουλάχιστον, πιο ακριβή εικόνα για τον χαρακτήρα της, για τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται με τους άξονες της καθημερινότητάς της, τα παιδιά της και τη δουλειά της για παράδειγμα, το πώς βλέπει η ίδια καταστάσεις όπως η φιλία ή το φλερτ, πώς διαχειρίζεται κοινωνικές σχέσεις όπως οι ενοχλητικοί γείτονες ή το συνεργείο που έχει αναλάβει την ανακαίνιση του σπιτιού της.

Η Φαίη που στο Περίγραμμα έμενε σ' ένα Airbnb κατά τη μηνιαία παραμονή της στην Αθήνα, επιστρέφοντας στο Λονδίνο αποφασίζει να αγοράσει ένα σπίτι, απόφαση που κατέχει οργανική θέση στη Μετάβαση, και όχι απλώς και μόνο σημειολογικά. Πράξη αυτονομίας και περαιτέρω ενηλικίωσης, πράξη με όρους όχι μόνο αισθητικούς και πρακτικούς αλλά και χρηματοοικονομικούς, μια κατάσταση που εμπεριέχει την έννοια της μονιμότητας. Προφανώς για όλα αυτά ο μέλλοντας χρόνος μάλλον θα γελάει με την αφέλεια κάποιου που σήμερα σκέφτεται με όρους μονιμότητας και σταθερότητας, αλλά η αίσθηση είναι παρούσα στο τώρα, ασχέτως του πώς θα εξελιχθούν τελικά τα πράγματα. Αυτή η αίσθηση, αυτή η μετάβαση της Φαίη προς κάτι καινούριο, προς κάτι διαφορετικό, τα πράγματα που πρέπει να κανονίσει, οι λεπτομέρειες και οι ανατροπές των χρονοδιαγραμμάτων, ενώ παράλληλα η καθημερινότητα κινείται με τους ίδιους γνωστούς, καθόλου υπομονετικούς, ρυθμούς, με τα δικά της απρόοπτα, είναι ο πυρήνας αυτού του βιβλίου, αυτής της περιόδου της ζωής της Φαίη.

Μια αμφιθυμία με διακατέχει, αμφιθυμία που σε αυτό το δεύτερο βιβλίο της τριλογίας οξύνθηκε. Κι ενώ μου είναι εύκολο να απαριθμήσω τα όσα μου αρέσουν και με έλκουν στη γραφή της Κασκ, ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί τα πράγματα, η λογοτεχνικότητα με την οποία καταγράφει την καθημερινότητα της Φαίη, η αίσθηση πως όλο αυτό αφορά το τώρα, για να απαριθμήσω κάποια από αυτά, δεν ισχύει το ίδιο όταν επιχειρώ να διακρίνω τι είναι εκείνο που με ενοχλεί, εκείνο το χαλικάκι που εμποδίζει το αναγνωστικό βάδισμα. Πρώτη στη λίστα των πιθανών οχλήσεων βρίσκεται η απόσταση ανάμεσα στην αφηγήτρια και στη ζωή της, αυτό το κενό μεταξύ γραφής και ζωής, αυτή η συναισθηματική αποστασιοποίηση, το παγωμένο βλέμμα της παρατηρήτριας, που μοιάζει να παρακολουθεί από κάπου ψηλά τη ζωή της και να αναμεταδίδει, σχολιάζοντας παράλληλα, τα συμβάντα. Όμως αυτό είναι που προσδίδει την απαραίτητη λογοτεχνικότητα στο κείμενο, εκείνο που το απομακρύνει από ένα απλό ημερολόγιο χωρίς αναγνωστικό ενδιαφέρον. Ίσως λοιπόν με ενοχλεί  η ίδια η αφηγήτρια, ο τρόπος της, ίσως αυτή η απόσταση να αποτρέπει τόσο την ταύτιση μαζί της όσο και την ενσυναίσθηση, και όμως δεν μπόρεσα να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου, δεν μπορώ να περιμένω να διαβάσω τη συνέχεια. Δεύτερη στη λίστα έρχεται η αληθοφάνεια, η αυτοβιογραφική χροιά, η επινοημένη περσόνα πίσω από την οποία θα κρυφτεί η συγγραφέας. Η αίσθηση πως αυτό που διακυβεύεται έχει συμβεί στην πραγματικότητα, αίσθηση γνώριμη στους αναγνώστες λογοτεχνίας, εδώ είναι πιο έντονη, αποτελώντας σχεδόν βεβαιότητα. Η τρίτη εξήγηση είναι μια πιθανή υποσυνείδητη -ανεξήγητη έστω- αμφιβολία σχετικά με τη λογοτεχνική αξία του βιβλίου, με το ίχνος που αυτή η ανάγνωση είναι ικανή να αφήσει πίσω της αφού γυρίσει η τελευταία σελίδα και το βιβλίο πάρει τη θέση του στη βιβλιοθήκη.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα η περισυλλογή αυτή, δεν ξέρω αν μπορεί κανείς με λογικομαθηματικά βήματα να καταλήξει σε ένα ναι ή σε ένα όχι, στέρεο και απόλυτο χωρίς ναι μεν, αλλά. Εκείνο για το οποίο είμαι σίγουρος όμως είναι πως δεν υπάρχει χειρότερος χαρακτηρισμός για ένα μυθιστόρημα -στην προκειμένη περίπτωση- από το αδιάφορο. Αντίθετα, ένα μυθιστόρημα το οποίο προκαλεί τόσο έντονα συναισθήματα, ιδιαίτερα όταν αυτά διακρίνονται από τη δυναμική της ευθείας αντίθεσης, τότε σίγουρα κάτι καλό έχει κάνει η συγγραφέας.


υγ. Περισσότερα για το Περίγραμμα, το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, εδώ.


Μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου
Εκδόσεις Gutenberg   

Δευτέρα, 11 Νοεμβρίου 2019

Graffiti Palace - A.G. Lombardo




Αγαπητή Κάρμαν,
Ανησυχείς πολύ για μένα, όμως κάνω ό,τι μπορώ για να επιστρέψω κοντά σου. Είσαι μια χορεύτρια, ξέρεις πώς να τους ξεγλιστρήσεις, τροφοδότησε τα άπληστα συναισθήματά τους, ποτέ μην τους αφήνεις πολύ κοντά ή μην τους κρατάς πολύ μακριά. Κάθε φορά που περπατώ αυτούς τους δρόμους, η πόλη για μένα γίνεται πιο ζωντανή... ένας ζωντανός οργανισμός σε συνεχή αλλαγή, υπερβολικά μεγάλος για να τον συλλάβει οποιοσδήποτε νους. Εμφανίζονται μανιφέστα ψεκασμένα με σπρέι και κρυφές εικόνες και σύμβολα, εξαφανίζονται, μεταμορφώνονται, επανεμφανίζονται σαν φανταστικά οράματα σε μια σιδερένια και συμπαγή ζούγκλα. Αλλάζουν τα νοήματά τους, ή μήπως εγώ αλλάζω καθώς προσπαθώ να τα δω και να τα καταλάβω;
Ο Αμέρικο Μονκ προσπαθεί να γυρίσει σπίτι του, εκεί που τον περιμένει η Κάρμαν, η έγκυος κοπέλα του, τη στιγμή που στην πόλη του Λος Άντζελες μαίνονται εκτεταμένες ταραχές, ολοένα αυξανόμενης έντασης, σε διάφορες υποβαθμισμένες γειτονιές, των οποίων οι κάτοικοι έχουν ξεσηκωθεί απαιτώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και ίσα δικαιώματα. Η αστυνομία μοιάζει ανεπαρκής να καταστείλει την εξέγερση, και καλείται ο στρατός να αναλάβει δράση. Είναι Αύγουστος του 1965. 

Το κυρίως εύρημα του Λομπάρντο, στο αρκετά φιλόδοξο πρώτο του μυθιστόρημα, Graffiti Palace, έγκειται στο πάθος του Μονκ για την καταγραφή των γκράφιτι της πόλης. Ο Μονκ έχει πάντοτε μαζί του το τετράδιο του, στο οποίο αποτυπώνει τα σχέδια, καταγράφει τις ταγκιές (υπογραφές των καλλιτεχνών), αποκωδικοποιεί τα μηνύματα των συμμοριών, χαρτογραφεί τα όρια επιρροής τους, διακρίνει μια μορφή τέχνης να αναδύεται, τέχνη με ξεκάθαρα πολιτικά μηνύματα, με καλλιτέχνες ακτιβιστές να παρεμβαίνουν στη σημειολογία της πόλης, στις διαφημίσεις και στον δημόσιο λόγο. Ο Μονκ καταλαβαίνει τη γλώσσα που μιλάει η πόλη, αναγνωρίζει τα σημάδια, τις κακοτοπιές, δεν φοβάται. Προσπαθεί να διανύσει με τα πόδια την τεράστια απόσταση που τον χωρίζει από το σπίτι του, κοιτάζοντας να αποφεύγει τα αστυνομικά μπλόκα και τις εστίες έντασης, μη σταματώντας στιγμή να ενημερώνει το τετράδιο του με νέα σημάδια και σχέδια. Ένας φλανέρ που κρατάει το αρχείο της πόλης. Έτσι ο παραλληλισμός με την Οδύσσεια καθίσταται προφανής, οι αναλογίες στα κεφάλαια επίσης έχουν μια χαλαρή σύνδεση με τα έπη του ομηρικού έργου. Αναγνωρίζει κανείς την κάθοδο στον κάτω κόσμο, το νησί της Κίρκης και της Καλυψώς, τους Μνηστήρες μεταξύ άλλων. Ο Μονκ αποτελεί τον ιχνηλάτη του συγγραφέα, που διασχίζει εκείνο το εξαήμερο των ταραχών που συγκλόνισε το Λος Άντζελες τον Αύγουστο του 1965, καταγράφοντας τα πάντα που αντικρίζει, παρατηρώντας προσεχτικά ακόμα και την ελάχιστη αλλαγή, ο αυτόπτης μάρτυρας της ιστορίας.

Χαρακτήρισα εξ αρχής ήδη το εγχείρημα του Λομπάρντο φιλόδοξο, και το χαρακτήρισα έτσι για τον τρόπο με τον οποίο επέλεξε να διηγηθεί την ιστορία εκείνου του εξαήμερου των ταραχών, την οπτική γωνία της αφήγησης μέσω της περιπλάνησης του Μονκ, τον συσχετισμό με την Οδύσσεια αλλά και τον φόρο τιμής στον Τζόις, την επιθυμία του να παραδώσει ένα πυκνογραμμένο και πολυδιάστατο μυθιστόρημα, την ένταξη του γκράφιτι σε αυτό ως αναπόσπαστο μέρος της αστικής κουλτούρας, και όλα αυτά χωρίς να αδιαφορεί για την διακριτή πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας, αλλά και για τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, ρισκάροντας να δώσει έναν ποιητικό, συχνά ελεγειακό τόνο, στην αφήγηση, που όμως, χωνεμένος καθώς είναι καλά, όχι μόνο δεν ξενίζει αλλά γοητεύει τον αναγνώστη, μετά τις πρώτες αναγνωριστικές του ύφους σελίδες. 

Ο Λομπάρντο δεν ήθελε να γράψει απλώς ένα βιβλίο για τις φυλετικές ταραχές στο Λος Άντζελες, μια απλή καταγραφή των γεγονότων, τέτοια βιβλία άλλωστε υπάρχουν αρκετά, ο Λομπάρντο θέλησε να γράψει λογοτεχνία υψηλού επιπέδου, ξεκάθαρα πολιτική, θέτοντας τον πήχη πολύ ψηλά, υπογράφοντας τελικά ένα εντυπωσιακό ντεμπούτο, που πέρασε μάλλον απαρατήρητο στη χώρα μας, τουλάχιστον ως τώρα. 

Μια λεπτομέρεια, που αξίζει πιστεύω να σημειωθεί, αποτελεί η συγγένεια του Graffiti Palace με ένα ελληνικό μυθιστόρημα, τους Δενδρίτες, της Κάλλιας Παπαδάκη, η οποία υπογράφει και τη μετάφραση του απαιτητικού στη γλωσσική μεταφορά βιβλίου του Λομπάρντο.

Ένα ακόμα βιβλίο με σκηνικό τα ταραγμένα προάστια του Λος Άντζελες της δεκαετίας του '70, διαφορετικού βέβαια στυλ, αλλά που πολύ είχα ευχαριστηθεί την ανάγνωσή του, είναι το μυθιστόρημα του αφροαμερικανού Γουόλτερ Μόσλυ, Little Scarlet.

Μετάφραση Κάλλια Παπαδάκη
Εκδόσεις Μεταίχμιο 
  

Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2019

Περί της καθαρότητας των βιβλίων





Συνειδητοποίησα μόλις πρόσφατα, μια μέρα ξαφνικά, έτσι όπως γίνονται τέτοιο είδους συνειδητοποιήσεις άλλωστε, την ώρα που περπατούσα γυρίζοντας σπίτι και ενώ το βήμα μου άνοιγε μπροστά στη θέα της επικείμενης καταιγίδας, πως ο πραγματικός λόγος, για τον οποίο δεν σημειώνω και δεν υπογραμμίζω τα βιβλία, δεν είναι άλλος παρά μια -ακόμα- απόπειρα ελέγχου του μέλλοντος, μια ακόμα απεγνωσμένη και εκ προοιμίου χαμένη μάχη. Σε αυτό το μέλλον που σχεδιάζω, μακρύ και πρόσφορο καθώς θα 'ναι, θα επιστρέφω διαρκώς στα βιβλία εκείνα με τα οποία θα έχουν μείνει ανοιχτοί οι λογαριασμοί. Συνειδητοποίησα λοιπόν πως οι υπογραμμίσεις ή οι σημειώσεις στο περιθώριο των βιβλίων -ακόμα και οι δικές μας, για να μην πω κυρίως αυτές- υπονομεύουν τις επόμενες αναγνώσεις, καθορίζουν για πάντα το σημαντικό, αφού, αν και μπορούμε να υπογραμμίσουμε ή να σημειώσουμε κάτι διαφορετικό, είναι μάλλον δύσκολο να αφαιρέσουμε τα γραπτά σημάδια της τότε ανάγνωσης. Για να εξακριβώσω την ορθότητα της σκέψης μου αυτής αναρωτήθηκα αν θα διάβαζα τις σημειώσεις μιας παλαιότερης ανάγνωσης εν όψει μιας νέας. Η απάντηση ήταν ξεκάθαρη: όχι. Και δεν θα το έκανα αυτό για τον πιο απλό απ' όλους τους λόγους που θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί, γιατί δεν θα ήθελα ο παλιός μου εαυτός να προκαταβάλει τον τωρινό, γιατί θα ήθελα, όσο κάτι τέτοιο είναι εφικτό, η μεταγενέστερη ανάγνωση να προσομοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στην πρώτη εκείνη διέλευση του ποταμού. 

Εδώ και λίγα χρόνια, η επιθυμία για αναγνωστική επιστροφή γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Η επιθυμία για αναμέτρηση με τον νεαρό μας εαυτό είναι σημάδι περάσματος στην αχαρτογράφητη και χωρίς ξεκάθαρα σύνορα περιοχή της μέσης ηλικίας. Η αναμέτρηση αυτή έχει διάφορες αφορμές, περισσότερο ή λιγότερο εμφανείς, άκρως υποκειμενικές και ξεχωριστές για τον καθένα μας. Κάποιοι δεν νιώθουν -ή έτσι ισχυρίζονται τουλάχιστον- την ανάγκη για αναμέτρηση, κάποιοι άλλοι δεν μπορούν -ή έτσι πιστεύουν τουλάχιστον- να επιβιώσουν έξω από αυτή την αρένα. Κάποτε πίστευα πως αυτή η συγκριτική αναμέτρηση με το παρελθόν είχε ως αποκλειστικό διακύβευμα την εξέλιξη, το περιβόητο προχώρημα προς τα εμπρός. Τώρα πια δεν είμαι σίγουρος πως αυτό είναι το μόνο επιδιωκόμενο. Και όσο περισσότερο φλερτάρω με την έννοια της απομάγευσης τόσο λιγότερο σίγουρος νιώθω για το ζητούμενο της αναμέτρησης. Είναι η στιγμή που προσπαθώ να σταθώ κάπου ανάμεσα στη συντήρηση, που φέρνει η ηλικία, και στη λάμψη του παρελθόντος, που κομίζει η λήθη. Η ανάγκη για επιστροφή στο παρελθόν είναι μια κρυψώνα από το παρόν, μια πιο φιλόξενη αίθουσα αναμονής για το μέλλον, φιλόξενη όπως το σπίτι των δικών μας, που κάποια στιγμή σε αναγκάζει να κλείσεις την πόρτα πίσω σου.     

Και όλα αυτά τα λόγια, για να πω απλώς πως δεν σημειώνω και δεν υπογραμμίζω στα βιβλία. Για να αφήσω να εννοηθεί πως κρατώ αναλυτικές σημειώσεις αρχειοθετημένες έντυπα και ψηφιακά. Δεν είναι πρωτότυπο η συζήτηση περί ανάγνωσης να είναι μια απλή αφορμή για έναν μονόλογο προσωπικό, άλλωστε στα βιβλία των άλλων πράγματα δικά μας γυρεύουμε. Και μπορεί τίποτα από τα παραπάνω να μην ισχύει, να είναι όλα αυτά θεωρητικές φιλοφρονήσεις προς εαυτόν, και οι άσπιλες σελίδες να είναι αποτέλεσμα ενός απλού, κοινότατου ψυχαναγκασμού.

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2019

Ιστορία της βίας - Édouard Louis




Δεν είχε ξημερώσει ακόμα εντελώς. Ο δρόμος ήταν άδειος. Ήμουν μόνος, σκουντούφλαγα, λίγα βήματα είχα να κάνω, κι όμως η βιασύνη με έκανε να τα μετράω: Καμιά πενηνταριά βήματα ακόμα, προχώρα, καμιά εικοσαριά βήματα ακόμα κι έφτασες. Επιτάχυνα. Και σκεφτόμουν - ανυπομονούσα να έρθει το μέλλον που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο θα μετέθετε, θα τοποθετούσε, θα περιόριζε αυτή τη σκηνή στο παρελθόν: Σε μια βδομάδα θα λες: Έχει περάσει ήδη μια βδομάδα από τότε, άντε, και σ' ένα χρόνο θα λες: Έχει περάσει ήδη ένας χρόνος από τότε.
Η κουλτούρα του βιασμού δεν γνωρίζει φύλο. Η μοναξιά του θύματος σχεδόν απόλυτη. Η κοινωνία ξέρει: κάτι θα έκανες και συ του λόγου σου, τα ήθελε και σένα ο κώλος σου, τέτοια ώρα μόνη να γυρνάς, σε τέτοια μέρη να συχνάζεις, εσείς οι γκέι όλο το σεξ έχετε στο μυαλό σας, σίγουρα θα σου άρεσε, ποιος ξέρει τι θα φορούσες. Η κατάθεση στις αρχές, οι ερωτήσεις των γιατρών, το οικογενειακό βάρος, το ψιθύρισμα στους φίλους, οι βραδινοί εφιάλτες, το τρίψιμο του δέρματος κάτω από το καυτό νερό, τα αλμυρά δάκρυα, η κομμένη ανάσα, η αίσθηση της βρωμιάς, η υποψία ενοχής. Η επιστροφή της ανάμνησης, τα κενά της μνήμης, η ανασύνθεση της φρίκης, η ανακολουθία των γεγονότων. Κι όσο μιλάει κανείς για κάτι τρομερό, τόσο εκείνο φαντάζει ολοένα και πιο μακρινό, πιο αχνό, πιο ψεύτικο. Κι όσο μιλάει κανείς για κάτι τρομερό, τόσο οι λέξεις αφήνουν μέσα του ένα κενό, μια μαύρη τρύπα, που ολοένα μεγαλώνει, απειλώντας να τον καταπιεί. Η ευχή να έρθει το μέλλον η μόνη παρηγοριά, μια παλιά, πολύ παλιά ανάμνηση να γίνει, ένας εφιάλτης που πέρασε και πάει.

Έχοντας διαβάσει το Να τελειώνουμε με τον Εντύ Μπελγκέλ φοβόμουν την ύπαρξη μιας μανιέρας παρόμοιας και στην Ιστορία της βίας, επανάληψη αφηγηματική μιας ιστορίας διαφορετικής. Εκείνη η πρώτη νουβέλα του Λουί δεν έφερε σίγουρα κάποια αφηγηματική καινοτομία, της αρκούσε η δυναμική της ιστορίας, του βιώματος, η αλήθεια που είχε να διηγηθεί, το σφίξιμο στο στομάχι, η λύτρωση της φυγής προς μια νέα ζωή. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι πανάκεια, δεν λειτουργεί πάντα και παντού, απέχει αρκετά από το να δικαιολογηθεί ως προσωπικό ύφος και στυλ. Αυτή την επιφύλαξη κυρίως είχα. Επιφύλαξη που διαψεύστηκε πανηγυρικά. Η έλξη που ασκεί η Ιστορία της βίας στον αναγνώστη οφείλεται πρωτίστως στην πυρετώδη εναλλαγή των δύο αφηγηματικών φωνών, που ανασυνθέτουν την ιστορία λίγο λίγο, προσθέτοντας γεγονότα του παρελθόντος, στερεότυπα, φοβίες, ανασφάλειες, τύψεις, και -άχρηστες- λογικές εξηγήσεις ανάμεσα σε άλλα. Στη μία φωνή η αδερφή του, στο σπίτι της οποίας ζήτησε καταφύγιο ο ήρωας, στο χωριό των παιδικών του χρόνων. Είναι απίστευτο πως γυρεύει κανείς την οικογένεια, παρά το παρελθόν, την οικογένεια που από απόσταση μοιάζει ως η πλέον ακατάλληλη για καταφυγή, και όμως, εκεί καταφεύγουμε οι περισσότεροι. Η αδερφή του διηγείται στον άντρα της την ιστορία αυτή, όπως της την αφηγήθηκε το θύμα, όπως εκείνος επέλεξε και κατάφερε να τη διηγηθεί, αφηγείται την ιστορία αυτή σχολιάζοντας και κάνοντας παρεκβάσεις που η ίδια πιστεύει πως θα δώσουν μια πιο ξεκάθαρη εικόνα στον άντρα της, που δεν τον γνωρίζει τόσο καλά, όχι πως εκείνη βέβαια τον γνωρίζει καλύτερα παρά τη βεβαιότητα που τη διακρίνει, βεβαιότητα που χαρακτηρίζει συχνά τους ανθρώπους. Και στην άλλη φωνή ο αφηγητής, σε πρώτο πρόσωπο, διευκρινίζοντας τα λόγια της αδερφής του, διορθώνοντας τα λάθη και τις παραλείψεις της, προσπαθώντας να δικαιολογήσει λόγια, σκέψεις και καταστάσεις, προσπαθώντας να δώσει εξήγηση στα κίνητρα εκείνου του τύπου, να αντισταθεί στην εύκολη καταφυγή στην ξενοφοβία. Οι φωνές μπερδεύονται υπέροχα, ο αναγνώστης συχνά δεν ξέρει ποιος από τους δυο μιλάει. Μέσω της αδερφής αποτυπώνεται με πειστικότητα ο κοντινός άνθρωπος του καθενός, ο τεχνικά κοντινός, εκείνος που για κάθε ένα χάδι θα έχει και ένα προτεταμένο δάχτυλο, για κάθε δικαιολογία και μια κατηγορία, για κάθε "δεν πειράζει" ένα "το ήξερα εγώ" ή ένα "του τα έλεγα εγώ".

Βέβαια, αυτή η τεχνική θα έστεκε ως ένα απλό κατασκεύασμα χωρίς περιεχόμενο αν δεν υπήρχε η ιστορία αυτή, αν δεν υπήρχε όλος αυτός ο τρόμος και ο πόνος για να γεμίσουν το καλούπι ασφυκτικά, για να εντείνουν τη δίνη της εναλλαγής των φωνών, για να οδηγήσουν στην κορύφωση. Η λογοτεχνία του Λουί είναι μια λογοτεχνία που ουρλιάζει, μια λογοτεχνία άκρως πολιτική και όχι απλώς χαριτωμένη, μια λογοτεχνία που αναζητά χώρο για να εκφραστεί, για να πολεμήσει με τα στερεότυπα, όχι μόνο των άλλων αλλά και με τα δικά της. Η γκέι λογοτεχνία, που ακόμα θεωρείται περιθωριακή στη χώρα μας, που ακόμα και ως αναφορά προκαλεί αμήχανα γελάκια και σεξιστικά σχόλια, δεν είναι ένα σημερινό φαινόμενο, είναι εξέλιξη της λογοτεχνίας των καταπιεσμένων, συγγενεύει με τη φεμινιστική, τη μεταποικιοκρατική και την οικολογική λογοτεχνία. Συνομιλεί με το σήμερα και έχει να κάνει με το δικαίωμα του καθενός στην αυτοδιάθεση του δικού του σώματος, στην ελευθερία των επιλογών και στην ισότητα απέναντι στον νόμο. Με το δικαίωμα του καθενός να περπατάει στο κέντρο της πόλης και να μην πέφτει θύμα λιντσαρίσματος στον δρόμο για το σπίτι, να μην κείτεται νεκρός μέσα στα αίματα γιατί κάποιοι "κανονικοί" ενοχλήθηκαν από την εμφάνισή του. Η ιστορία της βίας δεν βρίσκεται κάπου αλλού, δεν είναι φανταστική, δεν είναι ξένη. Η ιστορία της βίας λαμβάνει χώρα δίπλα μας.

υγ Να διαβάσετε το Δωμάτιο του Τζοβάνι του Μπάλντουιν, το Μέσα σ' ένα κορίτσι σαν κι εσένα της Δημητρακάκη, να δείτε το Σκότωσα τη μητέρα μου του Ντολάν.

Μετάφραση Στέλα Ζουμπουλάκη
Εκδόσεις αντίποδες 

Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2019

εκεί που ζούμε - Χρίστος Κυθρεώτης





Είμαι ο συνεργάτης (βλέπε υπάλληλος) δικηγορικού γραφείου που μένει στα Εξάρχεια γιατί τον βολεύει από κάθε άποψη και δεν θέλει ούτε μπορεί να πάρει δάνειο πρώτης κατοικίας για να μετακομίσει σε μια πιο "ήσυχη" περιοχή με τη γυναίκα του και τα παιδιά του, τα οποία δεν έχει ούτε διαφαίνεται στον ορίζοντα ότι θα αποκτήσει. Αυτή είναι η ζωή μου και, παρόλο που δεν με ξετρελαίνει, σε γενικές γραμμές είναι οκέι -και το οκέι δεν είναι λίγο, όπως απαντώ από μέσα μου κάθε φορά που περνάω τη Ζωοδόχου Πηγής στον δρόμο για τα δικαστήρια και, όπως τώρα, αντικρίζω το ερώτημα που θέτει ο ανώνυμος φιλόσοφος στον τοίχο δίπλα απ' το ψιλικατζίδικο: Ναι, αλλά με τον εαυτό σου τι γίνεται;
Είσαι τριάντα πέντε και γύρω σου επικρατεί ένα κλίμα σταθεροποίησης μέσα στο γενικότερο περιβάλλον αστάθειας. Εσύ παρατηρείς τους ανθρώπους του κύκλου σου, τους δικούς σου ανθρώπους να παίρνουν αποφάσεις ζωής, αποφάσεις συναισθηματικές, επαγγελματικές, αποφάσεις που μοιάζουν κατά έναν παράξενο τρόπο λογικές και αναμενόμενες ή, ας μην κρυβόμαστε, μεσήλικες, αποφάσεις που μοιάζουν μακρινές από σένα, για έναν σωρό λόγους, που μάλλον θα καταπέσουν στην πρώτη κιόλας απόπειρα εξωτερίκευσης της επιχειρηματολογίας αυτής, των δικαιολογιών όπως αρκετοί έως τώρα τις έχουν κιόλας ονομάσει, πετάξει και εν τέλει ποδοπατήσει μπροστά στα μάτια σου. Βλέπεις τους ανθρώπους γύρω σου να προχωράνε, να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται, να δρέπουν τους καρπούς των προσπαθειών τους, να βαδίζουν σε ένα μονοπάτι χωρίς ιδιαίτερες εκτροπές με κατεύθυνση το μέλλον, να πετούν από πάνω τους το δέρμα του νεαρού ενήλικα. Και εσύ νιώθεις αμήχανα, άβολα, νιώθεις μόνος, ίσως άτυχος, κάπου στα χαμένα, επιμένεις στη φράση περί στραβού γιαλού και στραβού αρμενίσματος, όμως σιγά σιγά η βεβαιότητα πως πρόκειται σίγουρα για ατέλεια του γιαλού υποχωρεί, αμφιβάλλεις πια ευθέως για το αρμένισμα, έτσι καθώς στέκεσαι στην πόρτα του διαμερίσματος που με κόπο συντηρείς και ακούς τη διαχειρίστρια να σου λέει ακόμα μία ιστορία. 

Είναι η εποχή τέτοια, θα πουν αρκετοί. Πάντα έτσι ήταν τα πράγματα, θα απαντήσουν οι πιο οξυδερκείς. Δεν αλλάζουν αυτά τα πράγματα, κάπως έτσι ο κόσμος προχωράει μπροστά, χρονικά τουλάχιστον. Ξεκίνησα να διαβάσω αυτό το μυθιστόρημα έχοντας υπόψιν μου δύο πράγματα, πάνω στα οποία στήριζα τις προσδοκίες μου σχετικά με την ανάγνωση. Πρώτον, την ικανότητα του Κυθρεώτη στην πρόζα, στη δυνατότητά του να παράγει μυθοπλασία με φαινομενική ευκολία, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την πραγματικότητα χωρίς να του λείπει η απαραίτητη για τη λογοτεχνία λοξή ματιά, κάτι το οποίο ήταν φανερό στη συλλογή διηγημάτων μια χαρά με την οποία συστήθηκε λίγα χρόνια πριν. Και δεύτερον, τη χαρμολύπη, αυτή την ακραία εναλλαγή συναισθημάτων κατά την ανάγνωση, από το άκρατο νευρικό γέλιο στη βαθιά και αβίαστη συγκίνηση, αυτό το υποτιμημένο στη λογοτεχνία στοιχείο ρεαλισμού, αυτή την ποικιλία της κάθε στιγμής, την ελάχιστη απόσταση από δάκρυ σε δάκρυ. Αυτά τα δύο είχα υπόψιν μου και νόμιζα πως βάδιζα εκ του ασφαλούς. Και ήμουν χαλαρός. Και ξεκίνησα την ανάγνωση. Και με πήρε και με σήκωσε, και δεν μπόρεσα να σηκώσω κεφάλι, και σε δυο μέρες διάβασα τετρακόσιες σαράντα σελίδες, και ο Αντώνης Σπετσιώτης είναι τελικά κάποιος που ξέρω καλά, αν και δεν τον λένε έτσι, αν και δεν είναι δικηγόρος, αν και δεν μένει πια στα Εξάρχεια. Και το βράδυ, αφού τελείωσα την ανάγνωση, δεν ήταν ευχάριστο το πλύσιμο των δοντιών πριν τον ύπνο, έτσι όπως έστεκε ο καθρέφτης απέναντι.  

Η υψηλού βαθμού αληθοφάνεια αποτελεί πάντοτε ένα τεράστιο αβαντάζ για τη λογοτεχνία, και τέτοια περίπτωση είναι το εκεί που ζούμε. Αληθοφάνεια είτε πρόκειται για το πώς μιλάει ο αφηγητής, είτε για την Αθήνα, είτε για τον κόσμο των δικαστηρίων, είτε για τα συναισθήματα απέναντι σε μια παλιά αγαπημένη. Και είναι αυτή η αληθοφάνεια που εντείνει την αίσθηση συγγένειας μεταξύ συγγραφέα, ήρωα και αναγνώστη, ενώ η ταύτιση του αναγνώστη με τον ήρωα ή το περιβάλλον του μυθιστορήματος παραμονεύει λίγο πιο πέρα. Γιατί υπάρχουν ένα σωρό αντικειμενικά κριτήρια για να προσεγγίσει κανείς ένα μυθιστόρημα, αλλά, ας μη γελιόμαστε, η λογοτεχνία άλλο δεν είναι παρά μια πράξη πρωτίστως συναισθηματική, ένα μέρος στο οποίο αρκετοί γυρεύουμε απαντήσεις, συγκατάνευση, επιβεβαίωση πως δεν είμαστε τόσο μόνοι στον κόσμο αυτόν, πως ανήκουμε κάπου χωρίς ποτέ να χάνουμε την ανεξαρτησία μας.

Δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιχείρησαν, ομολογώντας το ή όχι, να γράψουν το μυθιστόρημα της γενιάς τους, και ίσως κάποτε, με την απαραίτητη παρέλευση του χρόνου, να μάθουμε πόσοι τελικά τα κατάφεραν. Η γενιά βέβαια δεν είναι ένα σύνολο ομοιογενές και αδιαίρετο, κάθε άλλο. Έτσι, το βιβλίο εκείνο που περιγράφει για σένα τη γενιά σου, για έναν άλλον δεν είναι παρά ένα απλό μυθιστόρημα και μάλιστα εκτός πραγματικότητας, γεμάτο από υπερβολές και φαντασία του συγγραφέα. Γι' αυτό οι γενικεύσεις σε τέτοιες συζητήσεις καλό είναι να αποφεύγονται, ειδικότερα όταν απέναντί σου έχεις ανθρώπους σίγουρους για τον εαυτό τους, για τις αποφάσεις τους, για τα βήματά τους, για τη ζωή εν γένει, ανθρώπους με ξεκάθαρη άποψη για τα πάντα, που δεν αμφιβάλλουν, που νιώθουν πως ο κόσμος φτιάχτηκε για να τον περπατήσουν εκείνοι και καλό θα ήταν οι υπόλοιποι, αν δεν σκοπεύουμε να  υψώσουμε βάγια, απλώς να παραμερίσουμε. 

Αυτά που περίμενα να κάνει ο Κυθρεώτης τα έκανε. Ζηλευτή πρόζα και εναλλαγή συναισθημάτων. Έκανε όμως και αρκετά ακόμα. Πρώτο και κύριο: σε ένα βιβλίο που περιγράφει μία και μόνο μέρα, και που προφανώς η συγγραφή του διήρκεσε πολύ παραπάνω, πέτυχε την ομοιομορφία της πρωτοπρόσωπης αφήγησης σε απόλυτο βαθμό. Εκείνο που δίνει αξία στο επίτευγμα είναι πως πάνω σε αυτό στηρίζεται τελικά όλο το μυθιστόρημα. Και αν ο Σπετσιώτης είναι ένας ολοκληρωμένος ήρωας, αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει πως ο συγγραφέας παραμέλησε τους υπόλοιπους, κάθε άλλο, καλοδουλεμένοι και ζωντανοί χαρακτήρες, απαραίτητοι για την πλοκή, σημαντικοί, ο καθένας με τον τρόπο του, στη ζωή του αφηγητή, που τους δόθηκε ο απαραίτητος χώρος ώστε να γνωρίσουμε την ιστορία τους και να κοιτάξουμε εν τέλει και από τη δική τους πλευρά τον Σπετσιώτη.

Έχοντας διαβάσει μόνο διηγήματα ως δείγμα δουλειάς του Κυθρεώτη, λογικό ήταν να έχω κάποιες επιφυλάξεις σχετικά με τη μετάβασή του στη μεγάλη φόρμα, και μάλιστα όχι σε ένα μεσαίου μεγέθους μυθιστόρημα της τάξης των διακοσίων σελίδων αλλά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο. Οι όποιες επιφυλάξεις υποχώρησαν σύντομα για να εξαφανιστούν εντελώς στη συνέχεια. Στη μετάβαση αυτή αποκαλύπτεται ένα σημαντικό μέρος της ικανότητας του συγγραφέα, τόσο από πλευρά τεχνικής, όσο και μυθοπλαστικής. Ο Κυθρεώτης αποφασίζει να μην χρησιμοποιήσει πυροτεχνήματα και να αποφύγει τις ευφάνταστες ανατροπές, αλλά να διηγηθεί μια δυνατή ιστορία, μια ιστορία που του είναι οικεία, που ίσως έως ένα βαθμό να είναι πραγματική, ενισχυμένη με ευρήματα, με συμπυκνωμένη δράση, με τις απαραίτητες αναλήψεις στο παρελθόν, διατηρώντας έναν σταθερό αφηγηματικό ρυθμό, σκορπίζοντας στοιχεία η χρησιμότητα των οποίων αποκαλύπτεται στην πορεία της αφήγησης, καθώς οι κύκλοι κλείνουν και τα κομμάτια του παζλ μπαίνουν στη θέση τους.

Ο Αντώνης Σπετσιώτης θα μπορούσε να είναι η ελληνική εκδοχή του Φρανκ Μπάσκομπ. Ίσως για αυτή τη σύνδεση να ευθύνεται η διάθεση στοχασμού της ζωής, κοινός τόπος για τους δύο ήρωες, αυτό το μείγμα σκεπτικισμού, ματαιότητας, χιούμορ, ελαφρότητας και αδικαιολόγητης ενστικτώδους αισιοδοξίας. Το εκεί που ζούμε όμως δεν θα μπορούσε να είναι ένα μεταφρασμένο μυθιστόρημα, παρά τις ολοφάνερες επιρροές, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο, και αυτό εξαιτίας της ακρίβειας με την οποία αποτυπώνεται σε αυτό η ελληνική πραγματικότητα, από τις σπάνιες φορές που αποτελεί κομπλιμέντο αυτό, μια ξεκάθαρη απάντηση στην ερώτηση: γιατί να διαβάσω ελληνική λογοτεχνία;
Κάποτε, όταν έπρεπε να γράψω μια βαρετή αγωγή και το ανέβαλλα διαρκώς, με αποτέλεσμα να ασχολούμαι με οτιδήποτε άλλο προκειμένου να μην τη γράψω, είχα κάνει μια μικρή έρευνα για τις δημοφιλέστερες αναζητήσεις σε κάθε γράμμα. Είχα διαπιστώσει πως σταθερά την πιο συχνή εμφάνιση στο βήτα έκανε το βαριέμαι και στο πι το πουτάνες ενώ υπήρξαν και ευρήματα έκπληξη, από αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι τι ακριβώς συμβαίνει στο κεφάλι του διπλανού σου κι αν τελικά είσαι ασφαλής οπουδήποτε, όπως το κυνομαχίες παράνομες στην Ελλάδα, το γαμιέται η πεθερά μου βίντεο ή το Μποφίλιου Νατάσα τραγούδια.          
(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού Yusra)

Εκδόσεις Πατάκη