Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2014

Ο άνθρωπος από το Λονδίνο - Georges Simenon


Τη στιγμή την ίδια που συμβαίνει, θεωρεί κανείς ότι πρόκειται για ώρες σαν όλες τις άλλες, αργότερα μόνο, αντιλαμβάνεται ότι είχε συμβεί κάτι το εξαιρετικό, και αγωνίζεται να ξαναβρεί το κομμένο νήμα, να αναπαραστήσει απ' την αρχή ως το τέλος τα λεπτά που του είχαν διαφύγει.

Τίποτα δεν προμήνυε όσα επακολούθησαν· είχαν δειπνήσει στις επτά, ως συνήθως, είχαν φάει ψητές ρέγγες και ο μικρός ήταν ήσυχος στο τραπέζι· ύστερα ο Μαλουέν ετοιμάστηκε, πήρε μαζί του το μπλε εμαγιέ σκεύος που περιείχε τον καφέ του, καθώς και το κολατσιό που του είχε ετοιμάσει, όπως πάντα, η γυναίκα του, και κίνησε για τον σιδηροδρομικό σταθμό του λιμανιού της Διέππης, όπου εργαζόταν ως κλειδούχος των γραμμών, κρατώντας τη βραδινή βάρδια. Δουλειά όχι ιδιαιτέρως απαιτητική, κουραστική λόγω της υποχρεωτικής αναμονής στο γυάλινο παρατηρητήριο για την αναγγελία κάποιου συμβάντος, τακτικού ή μη. Έτσι κυλούσε η ζωή του Μαλουέν, και αν εξαιρέσει κανείς το γεγονός πως η κόρη του αναγκαζόταν να δουλεύει υπηρέτρια για την απαραίτητη ενίσχυση του οικογενειακού εισοδήματος, θα δήλωνε απόλυτα ικανοποιημένος. Εκείνο το βράδυ, όμως, η ρουτίνα του διασαλεύτηκε οριστικά και αμετάκλητα.

Το καράβι από το Νιουχέηβεν είχε μόλις δέσει και οι επιβάτες αποβιβάζονταν κατευθυνόμενοι προς τον τελωνειακό έλεγχο. Ο Μαλουέν παρατηρούσε από τον πύργο την ολιγόλεπτη έκρηξη ζωής, ύστερα, όλοι θα αποχωρούσαν και μέχρι να ανοίξει η ψαραγορά θα επικρατούσε η γνώριμη εκκωφαντική σιωπή των μικρών νυχτερινών ωρών· στα μάτια του έμοιαζε με ένα θέαμα λοιπόν. Με τον καιρό είχε μάθει να ψυχολογεί τους ταξιδιώτες και να τους εντάσσει σε διάφορες κατηγορίες δικής τους επινόησης: βιαστικοί, τακτικοί, αγχωμένοι, ερωτευμένοι, κυνηγημένοι· υπήρχαν εκείνοι που κάτι είχαν να κρύψουν και εκείνοι που λαχταρούσαν τον εξονυχιστικό έλεγχο. Εκείνη η φιγούρα, που περίμενε στη σκιά κρατώντας μια τσάντα, μονοπώλησε αμέσως την προσοχή του Μαλουέν, έμεινε να τον παρατηρεί μέχρι που είδε έναν συνταξιδιώτη του να βγαίνει από το τελωνείο και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Οι δυο τους λογομάχησαν έντονα και ήρθαν στα χέρια, η τσάντα έγινε αίφνης αντικείμενο διεκδίκησης, λίγο πριν να βρεθεί στο νερό μαζί με τον άτυχο συνταξιδιώτη. Ο μυστηριώδης άγνωστος τράπηκε σε φυγή. Ο Μαλουέν κατέβηκε και περισυνέλεξε την τσάντα, επιστρέφοντας στον πύργο την άνοιξε, μέσα τις κρυβόντουσαν βρεγμένα χαρτονομίσματα αξίας μισού εκατομμυρίου φράγκων. Αποφάσισε να τα κρατήσει, ήταν η στιγμή που άλλαξε την γραμμή της προσωπικής του τροχιάς, οριστικά.

Και κάπως έτσι, τρεις σελίδες μετά, ο Σιμενόν έχει επιτύχει, όπως το συνηθίζει άλλωστε, να εγκλωβίσει τον ήρωά του, και μαζί με εκείνον και τον αναγνώστη, σε μια αδιέξοδη κατάσταση, υπέρμετρα έντονης ψυχολογικής πίεσης και αντικρουόμενων συναισθημάτων. Το γεγονός πως ο Μαλουέν δεν είχε, λόγω των συνθηκών, τίποτε προσχεδιασμένο ως προς τον τρόπο δράσης του, τον αναγκάζει να αυτοσχεδιάσει, προσδίδοντας στην ιστορία έναν χαρακτήρα απρόβλεπτου, που αναγκάζει ακόμα και τον πλέον επαρκή αναγνώστη αστυνομικών ιστοριών να παραιτηθεί από την απόπειρα προφητείας του τέλους· έτσι και αλλιώς, ο Σιμενόν, εξ αρχής, παίζει με τα χαρτιά του ανοιχτά, δίχως να κουράζει με φτηνές ανατροπές και ευρήματα.

Υπάρχει μια παρεξήγηση όσον αφορά στον Σιμενόν, προερχόμενη, ως είθισται, από ανθρώπους που, δίχως να έχουν διαβάσει επαρκώς το έργο του, τον κρίνουν ως επιφανειακό και μικρής αξίας δημιουργό λόγω του όγκου της συγγραφικής του παραγωγής. Και όμως, ο μεγάλος όγκος παραγωγής θα έπρεπε να αποτελεί επιχείρημα για την ακριβώς αντίθετη θεωρία. Παρά την ύπαρξη αδύναμων στιγμών, γεγονότος φυσιολογικού και συνηθισμένου σε κάθε εργογραφία, είναι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ο Σιμενόν χτίζει την ιστορία του σε τόσο σύντομο διάστημα συγγραφής. Ο συγγραφέας, δεν διαθέτει απλώς μια έξυπνη και χρηστική κεντρική ιδέα, αλλά καταφέρνει να χτίσει χαρακτήρες δυνατούς και ολοκληρωμένους, να δημιουργήσει υποβλητική ατμόσφαιρα και να εντάξει την κοινωνικοπολιτική παρατήρηση στην ιστορία του. Δίχως να στήνει ευδιάκριτους ήρωες, μα μήτε αντιήρωες, ανάγει την αφήγησή του σε μια πραγματικότητα τραγική. Η έννοια του καλού και του κακού, ή του νόμιμου και του παράνομου, αν προτιμάτε, είναι σχετικές στα έργα τού Γάλλου συγγραφέα, καθώς δεν τον ενδιαφέρει το ορθό μα το ψαχούλεμα της ανθρώπινης ψυχής υπό ακραίες συνθήκες· εμπνέεται, θαρρείς, από την ιδέα πως ο κάθε άνθρωπος είναι ικανός να ξεπεράσει τα όρια του, όρια καθορισμένα από τον ίδιο, και να βρεθεί ξαφνικά στην απέναντι όχθη, θερίζοντας την ξαφνική ορμή που η παρανομία προσφέρει, την έκρηξη αδρεναλίνης που τη συνοδεύει και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή που σιμώνουν

Ο άνθρωπος από το Λονδίνο αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές ενός σπουδαίου δημιουργού, άποψη που ενισχύεται από το γεγονός πως ο Ούγγρος σκηνοθέτης Μπέλα Ταρ, το 2007, μετέφερε το βιβλίο στον κινηματογράφο.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου