Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Μαύρα σκυλιά - Ian McEwan




Από τη μία, το πλήθος των νέων εκδόσεων, όπως κάθε χρόνο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα· από την άλλη, η αναπόφευκτη, μάλλον, διάθεση ανασκόπησης. Νιώθω την ανάγκη να επιστρέψω σε μέρη γνώριμα, να αισθανθώ την οικειότητα. Δεύτερη μέρα του νέου έτους. Ξύπνημα αργό και νωχελικό στο πατρικό, από το σαλόνι φτάνει η βουή της τηλεόρασης και σκόρπιες κουβέντες. Χαζεύω τη βιβλιοθήκη, από συνήθεια, πάντα χαζεύω τη βιβλιοθήκη, την κάθε βιβλιοθήκη, ιδιαίτερα κάτι αφηρημένα πρωινά δίχως ρολόι. Εδώ και καιρό έχω αποδεχτεί πως δεν γίνεται να έχω το σύνολο των βιβλίων σε αυτό που αποκαλώ: Σπίτι μου. Λόγω χώρου. Η ανοχή, σπουδαίο πράγμα, η φιλοξενία επίσης. Τις κούτες ακόμα τις έχω γλιτώσει, προς το παρόν τουλάχιστον. Τραβώ από το ράφι τα Μαύρα Σκυλιά. Ανάποδα να με γύριζες δεν θα έπαιρνα όρκο πως είναι εκεί. Πέφτει ένα ωραίο φως από το μπαλκόνι, αφήνω το βιβλίο στο τραπέζι και το τραβώ φωτογραφία. Παίζω με τα φίλτρα. Η βαρεμάρα του αναποφάσιστου οδηγεί πίσω στην απλότητα, ανεβάζω τη φωτογραφία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σημεία των καιρών, επίδειξη του λάφυρου, επιγραφή αφοριστική: Κατά την ταπεινή μου άποψη, αυτό είναι το κορυφαίο βιβλίο του Ιαν ΜακΓιούαν. Επιστρέφω στο κρεβάτι. Επιχειρώ αναμέτρηση με τη μνήμη ξέροντας εκ των προτέρων την έκβαση. Χάνω. Την αίσθηση όμως δεν θα μου τη στερήσεις ποτέ, αναλογίζομαι και αναθαρρεύω. Μηχανικά περισσότερο, παρά συνειδητά, αρχίζω να διαβάζω. Οικειότητα. 

Από τότε που έχασα τους δικούς μου σε τροχαίο όταν ήμουν οχτώ χρονών, είχα όλη μου την προσοχή στραμμένη στους γονείς των άλλων. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα στη διάρκεια της εφηβείας μου, την εποχή που πολλοί φίλοι μου απέρριπταν την οικογένειά τους, κι εγώ τα κατάφερνα αρκετά καλά μ' έναν τρόπο μοναχικό και ολιγαρκή.
Σηκώνω το βλέμμα. Εγώ, που ελάχιστες φωτογραφίες προσώπων έχω από την ενήλικη ζωή μου, κοπέλες και φίλους να ξεθωριάζουν στο σκοτεινό τούνελ του χρόνου, στέκω σε ένα δωμάτιο, μόνο κατ' όνομα δικό μου πια, με παρεμβάσεις δεκαπέντε χρόνων, γεμάτο κορνίζες να αναπαριστάνουν το αντρείωμά μου. Στις φωτογραφίες μοναδικός πρωταγωνιστής εγώ, οι δικοί μου παρόντες στο ρόλο του φωτογράφου, μια παρουσία έντονη, αντιπροσωπευτική της, εκτός κάδρου, ζωής. Η επιστροφή στο σπίτι, σκέφτομαι, με την ενοχλητική τηλεόραση στο σαλόνι, και τις στιγμές αμηχανίας στο γιορτινό τραπέζι, αποτελεί καταφύγιο, περιοδική ανάγκη. Είναι αυτή η ισορροπία που προσφέρει η απόσταση, η προσωρινή θλίψη κατά την αναχώρηση, αντίβαρο στη χαρά της άφιξης. Ανεξάρτητες ζωές ενήλικων ανθρώπων. Ίσως να έφταιγαν οι σκέψεις αυτές και το περιβάλλον που συνέχισα, εκτός προγράμματος, την ανάγνωση.  

Ο αφηγητής, ορφανός από οχτώ χρονών, αναζητά εκείνο που οι συνομήλικοί του απορρίπτουν. Ό,τι του λείπει του καθενός. Η ιστορία των γονιών της γυναίκας του τον συγκινεί, χωρισμένοι από χρόνια μα ανίκανοι να σπάσουν τον δεσμό που τους συνέδεσε κάποτε. Αποφασίζει να γράψει την ιστορία τους, τους επισκέπτεται συχνά, επιθυμεί να ακούσει την ιστορία από τη μεριά του καθενός, να αφαιρέσει και να προσθέσει, να επουλώσει τα κενά της μνήμης, να περισώσει αυτήν την ιστορία. 

Πίστευα, περπατώντας μέχρι το καφέ, που τώρα γράφω το κείμενο αυτό, πως ήθελα να πω αρκετά για την υπόθεση, για τη δομή, για την ικανότητα του ΜακΓιούαν στους χαρακτήρες και την αφήγηση, για το ιστορικό πλαίσιο, για την ιστορία με τα μαύρα σκυλιά. Να υπεραμυνθώ του αφορισμού μου πως ετούτο εδώ το μυθιστόρημα αποτελεί το καλύτερο του Βρετανού συγγραφέα -και το Σάββατο το χειρότερο. Όμως τελικά δεν ήταν αυτή η ανάγκη.

Το κείμενο αυτό αφιερώνεται σε εσάς, Κική και Νίκο.


Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου