Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

Εικόνες στα λόγια τους





Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο· κι όταν επιτέλους σηκώθηκε και έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακουλούθησαν, είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας τι να την κάνει.

Καρδιά τόσο άσπρη - Javier Marías (μτφρ. Έφη Γιαννοπούλου, εκδόσεις Σέλας)


                                 
              




Δεν ένιωσα ποτέ ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το άτομό μου. Αυτό όμως δε θέλει να πει ότι θα μπορούσα κατά βούληση να σταματήσω να σκέφτομαι για μένα και για τον εαυτό μου. Μπορεί να είναι κρίμα, αλλά δυστυχώς έτσι είναι. Και το πρωί εκείνο είχα στ’ αλήθεια κάτι να σκεφτώ, αυτό είναι σίγουρο. Οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου θα μιλούσε ίσως για ζήτημα ζωής ή θανάτου, αλλά εγώ δεν ξεστομίζω εύκολα τέτοια μεγάλα λόγια· ούτε καν όταν είμαι μόνος μου, όπως τότε.

               
Η ακόλουθη ιστορία - Cees Nooteboom (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Καστανιώτη) 

                          




Όταν η Μαρία ντο Κάρμο Μενέσες ντε Σεκέιρα άφησε την τελευταία της πνοή, εγώ κοίταζα τις Meninas του Βελάσκεθ στο μουσείο του Πράδο. Ήταν ένα μεσημέρι του Ιουλίου κι εγώ δεν ήξερα ότι εκείνη πέθαινε. Έμεινα να κοιτάζω τον πίνακα μέχρι τις δώδεκα και τέταρτο, ύστερα βγήκα αργά προσπαθώντας να μεταβιβάσω στη μνήμη μου την έκφραση τής φιγούρας του βάθους, θυμάμαι είχα σκεφτεί τα λόγια της Μαρίας ντο Κάρμο: το κλειδί του πίνακα βρίσκεται στη φιγούρα του βάθους, είναι ένα παιχνίδι αντιστροφής· διέσχισα τον κήπο και πήρα το λεωφορείο μέχρι την Πουέρτα δελ Σολ, γευμάτισα στο ξενοδοχείο, ένα παγωμένο γκασπάτσιο και φρούτα, και πήγα να ξαπλώσω για να ξεγελάσω τη μεσημεριανή ζέστη στο ημίφως του δωματίου μου. Με ξύπνησε το τηλέφωνο στις πέντε, ή ίσως να μην με ξύπνησε, βρισκόμουνα σε μια περίεργη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, έξω βούιζε η κίνηση τής πόλης και στο δωμάτιο βούιζε το κλιματιστικό, που όμως στο υποσυνείδητό μου ήταν η μηχανή ενός μικρού γαλάζιου ρυμουλκού που διέσχιζε το στόμιο του Τάγου το δειλινό, ενώ εγώ και η Μαρία ντο Κάρμο καθόμασταν και το κοιτάζαμε. Έχετε μια κλήση από τη Λισαβόνα, μου είπε η φωνή της τηλεφωνήτριας, ύστερα άκουσα τη μικρή ηλεκτρική κένωση του μεταλλάκτη και μια αντρική φωνή, ουδέτερη και μπάσα, που ρώτησε να μάθει το όνομά μου και ύστερα είπε: Είμαι ο Νούνο Μενέσες ντε Σεκέιρα, η Μαρία ντο Κάρμο πέθανε το μεσημέρι, η κηδεία θα γίνει αύριο στις πέντε το απόγευμα, σας τηλεφωνώ γιατί μου το είχε ζητήσει εκείνη. Το τηλέφωνο έκανε κλικ και εγώ είπα: Εμπρός εμπρός. Έκλεισαν κύριε, είπε η τηλεφωνήτρια, η συνδιάλεξη είχε διακοπεί.

Το παιχνίδι της αντιστροφής - Antonio Tabucchi (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Άγρα)



1 σχόλιο: