Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Julieta (2016)





Συμβαίνει αυτό με τους δημιουργούς που τόσο αγαπήσαμε, όπως εγώ τον Αλμοδόβαρ, να είμαστε αυστηροί και απαιτητικοί, να μη συγχωρούμε το παραμικρό παραστράτημα, να το θεωρούμε σχεδόν προδοσία. Τότε, παλιά, που κάθε ταινία του με κατέστρεφε συναισθηματικά, με βύθιζε σχεδόν στη θλίψη, για να ξυπνήσω κάποιο πρωί, μέρες ή και βδομάδες αργότερα με ένα αίσθημα αναγέννησης, αίσθημα που μόνο η τέχνη -εντάξει και ο έρωτας- μπορεί να προκαλέσει. Μετά γύρισε το Δέρμα που κατοικώ και με ξενέρωσε, έφυγα τσαντισμένος από τον κινηματογράφο εκείνο το βράδυ. Σιγά, θα πείτε, και δεν θα έχετε εντελώς άδικο, αλλά πρόλαβα να δικαιολογήσω παραπάνω τη σχέση μου μαζί του.

Και έφτασε η στιγμή της διανομής για την τελευταία του ταινία Χουλιέτα -ή ελληνιστί Ιουλιέτα, σίγουρα πάντως όχι Τζουλιέτα- και εγώ αμφιταλαντεύτηκα σε απόλυτα άκρα, να πάω, έλεγα τη μία μέρα, δεν υπάρχει περίπτωση, την επόμενη -όπου μέρα μπορείτε να τοποθετήσετε στιγμή. Τελικά πήγα και δεν το μετάνιωσα, το αντίθετο μάλιστα, και να τώρα, γράφω ξανά, μετά τόσο καιρό για μια ταινία, να ικανοποιήσω την ανάγκη να ολοκληρώσω την εμπειρία.

Ας είμαι ξεκάθαρος από την αρχή: δεν είναι αριστούργημα στην αλμοδοβαρική εργογραφία, σίγουρα δεν είναι. Εμένα όμως μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, αλλά είναι μια γνώμη προσωπική, εντάξει, πάντα είναι μια γνώμη προσωπική η δήλωση μου άρεσε, αλλά στην προκειμένη είναι ακόμα περισσότερο, τόσο που δεν πρόκειται να πω σε κάποιον: πήγαινε να τη δεις· χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, την αποτροπή.

Δεν θα πω για την υπόθεση, δεν βρίσκω το νόημα, άλλα θέλω να πω.

Θέλω να πω για τη Μαδρίτη, την πιο όμορφη πρωτεύουσα της Ευρώπης, εκεί θα πήγαινα αν κάποτε έφευγα από εδώ, και μόνο για τις βόλτες στο κέντρο της, εκεί που νιώθω έμπνευση, μια συνεχή αίσθηση πως όλα μπορούν να ειπωθούν, να γίνουν συγκεκριμένα στο χαρτί, ακόμα και στην πιο αδιάφορη γωνιά της πόλης. Για την Μαδρίτη, την οποία τόσο αγαπά ο Αλμοδόβαρ, όσο ο Γούντυ Άλεν τη Νέα Υόρκη -και ας το έχει ξεχάσει τα τελευταία αρκετά χρόνια-, κάτι το οποίο είναι τόσο προφανές σε κάθε καρέ. Να ένας λόγος προσωπικός, που βάρυνε μέσα μου την εμπειρία της ταινίας: η Μαδρίτη.

Αγαπάμε τους δημιουργούς για τις εμμονές τους, εγώ τουλάχιστον γι' αυτό τους αγαπώ. Η ανάγκη κάθε φορά είναι να βρεθώ σε ένα περιβάλλον οικείο, τώρα, για παράδειγμα, ήθελα να δω κάτι αλμοδοβαρικό και μαδριλένικο, δύσκολες σχέσεις, τη διάχυτη υπερβολή ακόμα και στο πλέον αδιάφορο πλάνο, το λαϊκό, το κωμικό, το τραγικό, το μεταφυσικό. Αυτό είχα ανάγκη και αυτό πρόσφερε με ειλικρίνεια -ειλικρίνεια που τόσο εμφατικά απουσίαζε από το Δέρμα που κατοικώ-, και άπαξ και η ανάγκη ικανοποιήθηκε, το ταμείο είναι θετικό, και ας μην προέκυψε ο ενθουσιασμός. Μαθαίνει κανείς με τα χρόνια να εκτιμά πράγματα μικρά, όπως την απλή ικανοποίηση μιας ανάγκης.

Φεύγοντας από τον κινηματογράφο και περπατώντας νωχελικά προς το σπίτι -αλήθεια τι αξεπέραστη αίσθηση να μπορεί κανείς να επιστρέφει με τα πόδια, αργά και νωχελικά, στο σπίτι μετά από μια προβολή, πώς κατακάθονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα, πώς ολοκληρώνεται η εμπειρία- σκέφτηκα πως αρκεί ένα και μόνο καρέ για να συμπεριλάβει το αλμοδοβαρικό σύμπαν, το ακόλουθο:


Η Rossy de Palma, η μούσα του σκηνοθέτη. Όλα βρίσκονται στο βλέμμα της, στην έκφρασή της: η υπερβολή, το κωμικό, η θλίψη, το μεταφυσικό, το λαϊκό. Εν συντομία: το σινεμά του Αλμοδόβαρ.

Και τα πλάνα αναφορές στις παλιότερες ταινίες του, από μια απλή αποτρίχωση προσώπου μέχρι μια τυχαία συνάντηση στον ανελκυστήρα ενός νοσοκομείου, ισχυροποίηση του αισθήματος πως κάθε ταινία είναι προέκταση ή και αιώνιο γύρισμα της ίδιας ταινίας, ένα ενιαίο σύμπαν.
 
Και η μουσική, και το κόκκινο στη φωτογραφία. Ναι, και αυτά.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου