Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Νυχτερινός στόχος - Ricardo Piglia





Ο Τόνι Ντουράν ήταν ένας τυχοδιώκτης και επαγγελματίας τζογαδόρος και βρήκε την ευκαιρία να κερδίσει το μεγαλύτερο στοίχημα όταν συνάντησε τυχαία τις αδερφές Μπελαντόνα. Ήταν ένα ménage á trois που σκανδάλισε την κωμόπολη και απασχόλησε για μήνες την προσοχή των κατοίκων. Παρουσιαζόταν πάντα με μία απ' αυτές στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Πλάσα, κανείς όμως δεν μπορούσε να καταλάβει ποια ήταν αυτή που είχε μαζί του μιας και οι δίδυμες ήταν τόσο όμοιες μεταξύ τους που είχαν ίδιο ακόμη και τον γραφικό τους χαρακτήρα. Ο Τόνι δεν εμφανιζόταν σχεδόν ποτέ και με τις δύο ταυτόχρονα, αυτό το κρατούσε για τις πολύ ιδιωτικές στιγμές, κι εκείνο που εντυπωσίαζε περισσότερο όλο τον κόσμο ήταν η σκέψη ότι οι δίδυμες κοιμούνταν μαζί. Όχι τόσο ότι μοιράζονταν τον ίδιο άντρα αλλά ότι μοιράζονταν η μία την άλλη.
Και αν η εμφάνιση του Τόνι Ντουράν στάθηκε ικανή απλώς να αναστατώσει τη μικρή πόλη, η δολοφονία του πυροδότησε, πέρα από το αναμενόμενο κουτσομπολιού και την έμφυτη τάση για υποθέσεις και σενάρια, και μια σειρά από κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις.

Και αν αρχικά ο Τόνι Ντουράν μοιάζει  να είναι ο απόλυτος πρωταγωνιστής, έστω και νεκρός, ο Πίλια εμπλέκει στην ιστορία του αρκετούς ακόμα πρωταγωνιστές, χαρίζοντας σε καθέναν απ' αυτούς το μερίδιο που του αναλογεί στην ιστορία, μετατοπίζοντας κατ' αυτόν τον τρόπο συνεχώς τη φωτεινή δέσμη με την οποία σημαδεύει τη σκηνή.

Και αν εσύ, αναγνώστη, πιστεύεις πως θα διαβάσεις ένα απλό νουάρ μυθιστόρημα, με μια δολοφονία και μια πικάντικη ερωτική ιστορία, τότε ίσως να απογοητευτείς ή μάλλον, πιθανότερα, να γοητευτείς από την απαράμιλλη ικανότητα του Πίλια στη διήγηση.
Η μητέρα μου λέει ότι το να διαβάζεις σημαίνει να σκέφτεσαι, είπε η Σοφία. Δεν εννοεί ότι διαβάζουμε και μετά σκεφτόμαστε, αλλά ότι σκεφτόμαστε κάτι και το διαβάζουμε σε ένα βιβλίο που μοιάζει γραμμένο από μας αλλά δεν έχει γραφτεί από μας, αλλά κάποιος σε κάποια άλλη χώρα, σε άλλο τόπο, στο παρελθόν, το έχει γράψει ως μια σκέψη που ακόμα δεν την έχουμε σκεφτεί, μέχρι και τυχαία, πάντα τυχαία, ανακαλύπτουμε το βιβλίο όπου βρίσκεται εκφρασμένο με σαφήνεια εκείνο που, με τρόπο θολό, δεν είχαμε ακόμα σκεφτεί εμείς. Όχι όλα τα βιβλία, βέβαια, αλλά ορισμένα βιβλία που μοιάζουν να είναι αντικείμενα της δικής μας σκέψης και προορίζονται για μας. Ένα βιβλίο για τον καθένα από μας.  
Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης σκεφτόμουν, ή μάλλον ένιωθα, πως ο τρόπος που αφήνει ο Πίλια τις προτάσεις στο χαρτί, όχι όλες είναι η αλήθεια, και όχι απαραίτητα μόνο εκείνες που συνοδεύουν ως σκέψη τις προτάσεις εκείνες που εξελίσσουν την πλοκή, ένιωθα, λοιπόν, πως μοιάζουν, κάποιες από τις προτάσεις του Πίλια, με κομήτες. Και οι κομήτες έχουν την ιδιότητα να εντυπωσιάζουν και να παραπλανούν αρχικά με τη λάμψη τους, να καθηλώνουν με την κίνησή τους και να στρέφουν το βλέμμα του παρατηρητή προς την πορεία στην οποία κατευθύνονται, αλλά η πραγματική μαγεία και εκείνο που ισχυρότερα εντυπώνεται στη μνήμη είναι η φωτεινή ουρά τους, που διαγράφεται στο στερέωμα.

Το έρημο εργοστάσιο, υπό την απειλή της οριστικής και αμετάκλητης χρεοκοπίας καθώς τα χρέη προς τις τράπεζες είναι δυσθεώρητα, το όραμα και η δονκιχωτική επιμονή του Λούκα Μπελαντόνα, αδελφού των διδύμων, το πάθος του για την έρευνα, αλλά κυρίως η ματαιότητα μοιάζουν μια ευθεία αναφορά σε ένα άλλο εμβληματικό έργο της λατινοαμερικάνικης λογοτεχνίας, Το ναυπηγείο του Ουρουγουανού Χουάν Κάρλος Ονέτι.

Και επανερχόμενος στο πλήθος των πρωταγωνιστών του μυθιστορήματος, αξίζει ειδική μνεία ο δημοσιογράφος Ρένσι, ο οποίος βρέθηκε τυχαία στη μικρή πόλη κατά την εξέλιξη της υπόθεσης και τον οποίο ο Πίλια μετατρέπει σε αφηγητή, αποκαλύπτοντάς τον σταδιακά -ειπωμένο καλύτερα- ως αφηγητή, έναν αφηγητή που για χρόνια διηγιόταν την ιστορία του Τόνι Ντουράν και της οικογένειας Μπελαντόνα, χρόνια μετά το τέλος της ιστορίας, αν υποθέσουμε πως οι ιστορίες κάποτε τελειώνουν, και το βιβλίο αποτελεί ακριβώς αυτή την αποσπασματική και εμπλουτισμένη με νέα στοιχεία διήγηση, σε ένα λογοτεχνικό εύρημα εντυπωσιακά λειτουργικό.

Και ποιος καταλληλότερος από τον ίδιο τον συγγραφέα, έστω και διαμέσου του αφηγητή του, για να μιλήσει για το ίδιο το βιβλίο, μέσα από το ίδιο το βιβλίο; Κανείς.
Θα έπρεπε να επινοήσουμε ένα καινούριο αστυνομικό λογοτεχνικό είδος, την παρανοϊκή μυθοπλασία. Οι πάντες είναι ύποπτοι, οι πάντες νιώθουν κυνηγημένοι. Ο εγκληματίας πλέον δεν είναι ένα άτομο απομονωμένο, αλλά μια συμμορία που έχει την απόλυτη εξουσία. Ουδείς αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει· τα ίχνη και οι μαρτυρίες αντιφάσκουν μεταξύ τους και οι υποψίες μένουν στον αέρα, σαν να αλλάζουν μαζί με κάθε ερμηνεία. Το θύμα είναι ο πρωταγωνιστής και το επίκεντρο της πλοκής· όχι πια ο έμμισθος ντετέκτιβ ή ο πληρωμένος δολοφόνος.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)
 
Μετάφραση Κώστας Αθανασίου
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου