Πέμπτη, 28 Ιανουαρίου 2016

Φέρτε μου το κεφάλι του Πέρικλε Σκαλτσόνε - Giseppe Ferrandino




Το αφεντικό μου είναι ο Λουϊτζίνο Πίτσα, που όλοι τον φωνάζουν έτσι ένεκα οι πιτσαρίες. Έχει ωραίο πρόσωπο, αραιά μαλλιά και μοιάζει με τον Μπιάνκι, τον παλιό προπονητή της Νάπολη. Είναι τύπος που δείχνει πάντα ήρεμος, αλλά έτσι και του γυρίσουνε, ακόμα και τα τσιράκια του τα κάνουν πάνω τους.

Ο Λουϊτζίνο Πίτσα έχει υπό τον έλεγχό του πλήθος από πιτσαρίες. Όταν βάλει στο μάτι κάποια καινούρια πιτσαρία, της οποίας τον έλεγχο επιθυμεί να αποκτήσει, στέλνει τα τσιράκια του, κάνει υπομονή και στο τέλος πάντα καταφέρνει τον στόχο του, όσο και αν αντισταθεί ο ιδιοκτήτης, ακόμα και αν απευθυνθεί σε κάποιον άλλο μαφιόζο, θα βρεθεί, αργά ή γρήγορα, υπάλληλος στην επιχείρησή του. Βλέπετε, οι μαφιόζοι έχουν χωρίσει τους τομείς δραστηριότητάς του με τέτοιον τρόπο, ώστε να υπάρχει  μια ισορροπία, κάπως εύθραυστη είναι η αλήθεια.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, και αφηγητής της ιστορίας, ονομάζεται Πέρικλε Σκαλτσόνε και δουλεύει για τον Λουϊτζίνο Πίτσα. Η δουλειά του έγκειται στο να ξεφτιλίζει όποιον του υποδεικνύει το αφεντικό του, σοδομίζοντάς τον. Αν, παρόλ' αυτά, εκείνος επιμείνει να αντιστέκεται και να μην υπακούει, αναλαμβάνουν δράση τα υπόλοιπα τσιράκια. Ζει στο σπίτι του θείου του, με μια αμοιβαία και αναγκαστική ανοχή. Μια μέρα, μια ακόμα μέρα στη δουλειά, ο Πέρικλε θα τα θαλασσώσει, στρέφοντας εναντίον του το μένος των μαφιόζων της Νάπολης, οι οποίοι ζητούν την κεφαλή του επί πίνακι. Έτσι αναγκάζεται να φύγει για να σώσει το τομάρι του.

Με ύφος κοφτό και απότομο και γλώσσα φαινομενικά αφτιασίδωτη, ο Φεραντίνο, με έντονες επιρροές τόσο από τον Βιάν, όσο και από την αμερικανική λογοτεχνία του περιθωρίου, διηγείται την ιστορία του Πέρικλε Σκαλτσόνε, και μέσω αυτού σκιαγραφεί τη σκληρή πραγματικότητα του ναπολιτάνικου υποκόσμου, σε ένα μυθιστόρημα βίαιο, που διαβάζεται μεν απνευστί, καταφέρνει δε να ενοχλήσει τον αναγνώστη που επιθυμεί τις όμορφες λέξεις και τον λογοτεχνικό εξωραϊσμο της πραγματικότητας. Το Φέρτε μου το κεφάλι του Πέρικλε Σκαλτσόνε, γνώρισε εμπορική επιτυχία πρώτα στη Γαλλία, γεγονός που του επέτρεψε να βρει μεγαλύτερο εκδότη στην Ιταλία.

Η αλήθεια είναι πως  η ανάγνωση μου προκάλεσε μια αίσθηση δηθενιάς εκ μέρους του συγγραφέα, μια επιτήδευση ύφους, που μου φάνηκε μάλλον αδικαιολόγητη, γεγονός που μου δημιούργησε την επιθυμία να διαβάσω ξανά Βιάν ή Μπουκόφσκι, χρόνια μετά, μήπως και μπορέσω να ξεκαθαρίσω αν όντως αυτό που με ενόχλησε είναι ο τρόπος του συγγραφέα ή αν πια έχουν περάσει τα χρόνια εκείνα που με έλκυε αυτού του είδους ή ύφους λογοτεχνία. Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν ήταν ένα αδιάφορο ανάγνωσμα.


Μετάφραση Ζακ Σαμουήλ
Εκδόσεις Τραυλός (σειρά Κρύσταλλο) 




Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2016

Αεροπλάστ - 'Αντζελα Δημητρακάκη



Τη δεύτερη φορά που πήρα το τρένο για το Πορ' Μπόου ήμουν ένας άλλος άνθρωπος. Από τα ελάχιστα που με συγκρατούσαν χαλαρά δεμένη στη ζωή που είχα ζήσει ήταν το πώς σκεφτόμουν σ' ένα κλειστό χώρο που κινείται.
Για παράδειγμα σε ένα τρένο. Όπως όλοι, σ' ένα τρένο σκεφτόμουν αφηρημένα αλλά και αχαλίνωτα, με το βλέμμα στραμμένο στο παράθυρο. Το βλέμμα μου με τη σειρά του ήταν -όπως όλα τα βλέμματα σε παρόμοιες συνθήκες- αιχμάλωτο της οπτικής έλξης που καθόριζε τη σχέση μου με τον κόσμο. Κανείς δεν μπορεί ν' αντισταθεί στο θέαμα του προσώπου του, δισδιάστατου, εξαϋλωμένου αλλά, κατά μυστηριώδη τρόπο, αναλλοίωτου από το τοπίο που διαλύεται πίσω του με ταχύτητα εκατόν πενήντα χιλιομέτρων την ώρα. Ήθελα να διαλύεται το πρόσωπό μου αλλά αντί γι' αυτό διαλυόταν το τοπίο: αυτή ήταν η κατάσταση πραγμάτων.
Η Αντιγόνη βρίσκεται στο τρένο για το Πορ' Μπόου, ένα καταλανικό χωριό, διάσημο κυρίως για το γεγονός πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν αυτοκτόνησε εκεί, το 1940, τελευταίος σταθμός μιας πορείας φυγής του στοχαστή από μια Ευρώπη που ασφυκτιούσε. Μαζί της στο τρένο ο Ικέρ, η Μέλανι, ο Μαρτί και ο Κάι. Καθένας τους θα έχει την ευκαιρία να διηγηθεί την ιστορία του, ό,τι τέλος πάντων θεωρεί ιστορία του ο καθένας, σε πρώτο πρόσωπο, δίχως να είναι σίγουρος ούτε για το πώς βρέθηκε τελικά στο τρένο αυτό με προορισμό το Πορ' Μπόου, ούτε και σε τι αποσκοπεί το ταξίδι αυτό. Οι αφηγήσεις τους αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς η κοινή ιστορία των πέντε αποκτά την αναπόφευκτη υποκειμενικότητα του πολυφωνικού, κοινή ιστορία με συνδετικό κρίκο την Αντιγόνη, η παρουσία της οποίας αποτέλεσε παράγοντα καταλυτικό και συνεκτικό. Η Αντιγόνη, συγγραφέας κάποιων μυθιστορημάτων, εγκαταλείπει το Ελσίνκι, όπου μετακόμισε με τον σύντροφό της μετά το τέλος της ακαδημαϊκής περιόδου στην Αγγλία, αφήνει πίσω της τον μικρό της γιο, και παίρνει το αεροπλάνο για να επιστρέψει στην Αθήνα. Εκεί, και έχοντας στα σκαριά ένα νέο μυθιστόρημα, θα επιχειρήσει να επουλώσει τις πληγές της, υπό το βάρος της προηγούμενης ζωής της, σε μια νέα πραγματικότητα, όμως αναπόφευκτα θα αναζητήσει καταφύγιο εκ νέου στη φυγή, για τη Βαρκελώνη αυτή τη φορά.

Η κύρια αρετή των μυθιστορημάτων της Δημητρακάκη έγκειται στους ήρωές τους, ήρωες που, εκτός του ότι είναι εξαιρετικά δοσμένοι, είναι σύγχρονοι της εποχής τους, και όχι παρωχημένα στερεότυπα παρελθόντων καιρών· νόσος συχνή (και) της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Γιατί συχνά μπερδεύεται η ρεαλιστική απεικόνιση των ηρώων ενός μυθιστορήματος με τη σύγχρονη διάστασή τους, και η συγγραφική επιθυμία περιορίζεται σε αυτή την κατεύθυνση, που από μόνη της όμως δεν αρκεί για να εμπλέξει τον αναγνώστη. Οι ήρωες της Δημητρακάκη είναι άνθρωποι που γεννήθηκαν κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '70, ταξίδεψαν και έζησαν στο εξωτερικό, σπούδασαν αποκτώντας μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς τίτλους, επικοινωνούν σε γλώσσες πέραν της μητρικής τους, αποτυγχάνουν επανειλημμένως συναισθηματικά, και όμως δεν αργούν να μπουν ξανά στην αρένα, λυγίζουν κάτω από το βάρος του παρόντος αλλά και του παρελθόντος, (νομίζουν πως) έσπασαν ή επιχειρούν να σπάσουν τα οικογενειακά δεσμά, παλεύουν διαρκώς με τη σεξουαλικότητά τους, φλερτάρουν με το μεταφυσικό τώρα που οι θρησκείες αδυνατούν να δώσουν κουράγιο και ελπίδα, καταφεύγουν από ανάγκη ή επιλογή στην ψυχολογία και την ψυχιατρική, πιστεύουν σε ουτοπίες μακριά από την παραδοσιακή πολιτική και βρίσκουν τον εαυτό τους εγκλωβισμένο.
Τα τελευταία χρόνια... μου είναι δύσκολο, συχνά αδύνατο, να μιλάω με απλό και καθαρό τρόπο για τα όσα ζω. Όταν το κάνω, μου φαίνεται πάντα πως αφαιρώ κάτι από τις επιπτώσεις ενός γεγονότος. Ή, αντίθετα, πως υπερβάλλω. Δεν μπορώ να βρω μια ισορροπία έκφρασης. Είμαι αξιολύπητη. Πικραμένη. Με διακατέχει η αίσθηση της αδικίας, της αποτυχίας και της βλακείας.
Η Δημητρακάκη, όπως συνηθίζει άλλωστε, οδηγεί τους ήρωές της στην απομόνωση ενός μέρους μικρού, είτε πρόκειται για ένα νησί, είτε για ένα κοινόβιο, είτε για ένα καταλανικό χωριό. Το Αεροπλάστ αποτελεί το ταξίδι προς το μέρος αυτό, το έντονα φορτισμένο σημειολογικά, εκεί τους παρατηρεί να αλληλεπιδρούν, να έρχονται αντιμέτωποι, πρώτα και κύρια, με το βαθύτερο Εγώ τους και το φορτίο της έως τότε ζωής τους και εν συνεχεία με τους άλλους, εκεί που η θεωρία του καθενός έρχεται αντιμέτωπη με την σκληρή πραγματικότητα, τη διαρκώς μεταβλητή μα αναλλοίωτη τελικά πραγματικότητα, εκεί που οι ουτοπίες καταρρέουν για να αναγεννηθούν, και μέσω των ηρώων η πορεία της ίδιας της Ευρώπης στα σημερινά Πορ' Μπόου.

Το Αεροπλάστ χωρίζεται σε πέντε μέρη, καθένα εκ των οποίων διαθέτει τον δικό του αφηγητή, καθώς διαφορετικά είδη αφήγησης εναλλάσονται για να συνθέσουν ένα μυθιστόρημα, με διακειμενικές αναφορές, έντονα πολιτικό, που υπηρετεί ένα συνολικό συγγραφικό όραμα, φιλόδοξο και τελικά απόλυτα επιτυχημένο, χρησιμοποιώντας με επίγνωση και ευστοχία τα εργαλεία του μεταμοντερνισμού, ένα μυθιστόρημα που υπερβαίνει τα ελληνικά σύνορα και καταφέρνει με άνεση να συνομιλήσει με την παγκόσμια λογοτεχνία, αποτυπώνοντας την ευρωπαϊκή (και όχι μόνο) μελαγχολία της εποχής, αδιαφορώντας επιδεικτικά για τον όποιο διδακτισμό. Η Δημητρακάκη, στο πέμπτο της μυθιστόρημα, επιβεβαιώνει πως πρόκειται για μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες συγγραφικές φωνές στη σημερινή ελληνική λογοτεχνία, η οποία -κυρίως- αναλώνεται σε μια στείρα καταγραφή της κρίσης, τώρα που το ένδοξο και πονεμένο παρελθόν της χώρας δεν είναι πια της μόδας...

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις βιβλιοπωλείον της Εστίας  


υγ. Πατώντας στου τίτλους των υπόλοιπων βιβλίων της Δημητρακάκη μπορεί κανείς να μεταβεί σε παλαιότερες σχετικές αναρτήσεις: ανταρκτική, το άνοιγμα της μύτης, αντιθάλασσα, το μανιφέστο της ήττας, μέσα σ' ένα κορίτσι σαν εσένα.


Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

(ένας αριθμός) φορές - Σαμουήλ Άσκοττ




Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της πραγματικότητας είναι η μη προβλεψιμότητά της, ακόμα και στις περιπτώσεις που λειτουργεί με τον πιο απλό και προβλέψιμο τρόπο -παρόλο που ίσως τότε αποδεικνύεται πιο μαγική. Και πιθανότατα, οι πρώτοι, που δε θα διαφωνούσαν με αυτή την άποψη, θα ήταν ο Βιμ Βερτμάγερ και ο Χοακίν Κιελλίνι, οι δυο συγγραφείς που εξέπληξαν τον λογοτεχνικό κόσμο, αλλά και την κοινή γνώμη γενικώς, με τα μυθιστορήματά τους. Ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν αυτό που συνέβη στα τέλη του προηγούμενου αιώνα, και αν τα κατάφερναν, θα το θεωρούσαν προϊόν ενός αρρωστημένου μυαλού, και όχι εκδοχή της πραγματικότητας που ήταν πιθανό να συμβεί.
Όταν ο Γερμανός Βιμ Βερτμάγερ, επίδοξος συγγραφέας, έπιασε στα χέρια του το αντίτυπο του πρώτου του μυθιστορήματος Μια φορά (και ίσως και άλλη μία), στις 7 Νοεμβρίου του 1999, από τον μικρό και περιορισμένης διανομής εκδοτικό οίκο Weißwald, ίσως να πίστευε, έστω και ενδόμυχα, στην εμπορική επιτυχία και την αναγνώριση του ταλέντου του από κοινό και κριτικούς, επιτυχία που θα του επέτρεπε να ζήσει ως συγγραφέας, να αφιερωθεί απερίσπαστος στη συγγραφή. Και αυτό συνέβη όντως, με έναν τρόπο όμως που εκείνος -και κανείς άλλος, αλλά ας μην είμαστε απόλυτοι- δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί, αφού ένας Ουρουγουανός αναγνώστης, ερασιτέχνης κριτικός, που κρατούσε τα κείμενά του για ιδιωτική χρήση, και μια μέρα αποφάσισε να εξασκήσει τα γερμανικά του μέσω της ανάγνωσης ενός βιβλίου, συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως, από τις πρώτες κιόλας γραμμές, προς έκπληξή του δίχως άλλο, πως το μυθιστόρημα του Γερμανού Βερτμάγερ ήταν λέξη προς λέξη ίδιο με το μυθιστόρημα του Χοακίν Κιελλίνι, που το είχε διαβάσει, σχεδόν με την έκδοσή του, στις 8 Νοεμβρίου του 1999, από τον μικρό και περιορισμένης διανομής εκδοτικό οίκο Libros de Papel Transparente με έδρα το Μοντεβιδέο. Δύο μυθιστορήματα ίδια, λέξη ισπανική προς λέξη γερμανική, από την αρχή μέχρι το τέλος. Η επιβεβαίωση της πλέον ελάχιστης μαθηματικής πιθανότητας ανοίγει λαμπρούς εμπορικούς δρόμους για τους δύο εκδοτικούς οίκους, που βλέπουν τις πωλήσεις των δύο μυθιστορημάτων να εκτοξεύονται, χρόνια μετά την έκδοσή τους και την χλιαρή, αν όχι ανύπαρκτη, υποδοχή από κοινό και κριτικούς, με το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινότητας να αυξάνεται με συνέδρια, ημερίδες και αφιερώματα· συγγραφείς, εκδότες και κριτικοί, σε δυάδες, περιοδεύουν την υφήλιο, σχεδιάζουν τα νέα επιχειρηματικά τους βήματα και υπολογίζουν τα περιθώρια κέρδους, επιχειρώντας να επαναλάβουν το τυχαίο και αβίαστο γεγονός, αυτή τη φορά με συγκεκριμένο σκοπό και σχέδιο.

Παράξενο, πολύ παράξενο, αυτό σκεφτόμουν καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης, και θα συνέχιζα να το σκέφτομαι και μετά το τέλος της, αλλά αυτό τότε δεν το ήξερα ακόμα, αφού πίστευα πως γνώριζα τα αναγνωστικά όρια, για την ακρίβεια τα θεωρούσα δεδομένα, ορισμένα από την πρώτη και την τελευταία σελίδα, ως συνήθως δηλαδή, αλλά ας μην προτρέχω καλύτερα. Παράξενο, πολύ παράξενο, αυτό σκεφτόμουν και ένιωθα, καθώς συνέχιζα την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος εγκεφαλικού ως προς τη σύλληψη και την κατασκευή του, ένα παιχνίδι αντανακλάσεων και διαρκών ερωτημάτων, προκλητικό. Η παρθενογέννηση και η μοναδικότητα της τέχνης, η τέχνη που αντιγράφει τη ζωή και η ζωή που επιβεβαιώνει την τέχνη, το όριο της πραγματικότητας και της διαφοράς δημιουργού και δημιουργήματος, και κυρίως το βασικό ερώτημα: ποιος είναι -αν παραδεχτούμε ότι υπάρχει- ο πραγματικός δημιουργός; Αυτά, ανάμεσα σε άλλα, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος στον πυρήνα της ιστορίας, καθώς το κουβάρι ξετυλίγεται, οι εγκυβωτισμοί συνθέτουν -ή μήπως αποδομούν- μια πολυεπίπεδη πραγματικότητα, που περιλαμβάνει και περιλαμβάνεται, μια ματριόσκα μεταβλητού μεγέθους. 

Το μυθιστόρημα (ένας αριθμός) φορές, για το οποίο δεν γνώριζα τίποτα, ούτε για τον συγγραφέα, ούτε για τον εκδοτικό οίκο, μία από εκείνες τις ευτυχείς στιγμές συγκυρίας, τυχαία επιλογή από έναν γεμάτο καινούριες εκδόσεις πάγκο. Τελειώνοντας την ανάγνωση και αναζητώντας περισσότερα σχετικά με το βιβλίο, η αναγνωστική εμπειρία επεκτάθηκε, το μυστήριο εντάθηκε. Η προσωπική ανάγκη για μύθο ικανοποιήθηκε. Υποθέσεις μόνο.

Μετάφραση Δημήτρης Γαλανόπουλος
Εκδόσεις Έκλειψη


Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2016

Κάνοντας την ανάγνωση μουσική

                                                                               Photo: Αλέξανδρος Α.



(Σε παρένθεση γιατί σήμερα άλλος είναι ο πρωταγωνιστής. Η ιδέα μου ήρθε ξαφνικά, μαζί με την ιδέα και ο κατάλληλος άνθρωπος να την υλοποιήσει: Μετά από τόσα κείμενα για κείμενα, αναρωτήθηκα αν θα μπορούσε κάποιος να συνθέσει ένα μουσικό κομμάτι με αφορμή ένα βιβλίο, μια σύνθεση συνειδητή και όχι τυχαία επηρεασμένη από ένα κείμενο. Τηλεφώνησα στον Αλέξανδρο και του εξήγησα την ιδέα μου: αν, του είπα, διαβάσεις κάτι συγκλονιστικό, ή όχι απαραίτητα συγκλονιστικό, αλλά εμπνευστικό, κάτι τέλος πάντων που να σε κάνει να κολλήσεις, γιατί να μην δοκίμαζες να αποδώσεις την εμπειρία της ανάγνωσης μέσα από ένα κομμάτι μουσικό; Αυτό του είπα. Και εκείνος, λίγο καιρό μετά, έστειλε το παρακάτω μουσικό κομμάτι. Αφορμή, μουσική αυτή τη φορά, στάθηκε το διήγημα του Ίταλο Καλβίνο, Ένα σημάδι στο διάστημα, από τη συλλογή Τα κοσμοκωμικά (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης, εκδόσεις Καστανιώτη).

Είναι όμορφο να βλέπεις μικρούς στόχους να υλοποιούνται, είναι όμορφο το συναίσθημα της συνομιλίας. Ας κλείσει η παρένθεση τώρα.)





Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2016

Πόλη στις φλόγες - Garth Risk Hallberg




Στη Νέα Υόρκη μπορείς να αγοράσεις τα πάντα με παράδοση κατ' οίκον. Αυτή τουλάχιστον είναι η αρχή με βάση την οποία λειτουργώ. Είμαστε στη μέση του καλοκαιριού, στη μέση της ζωής μου. Βρίσκομαι σε ένα κατά τα άλλα εγκαταλειμμένο διαμέρισμα στη Δυτική 16η Οδό, ακούω το ήρεμο βουητό του ψυγείου στο διπλανό δωμάτιο και, παρότι περιέχει μόνο ένα μεσοζωικό πακετάκι βούτυρο που άφησαν πίσω τους οι οικοδεσπότες μου όταν έφυγαν για την παραλία, σε σαράντα λεπτά μπορώ να φάω σχεδόν ό,τι θέλω. Όταν ήμουν νέος -ή, μάλλον νεότερος- μπορούσες να παραγγείλεις ακόμα και ναρκωτικά. Υπήρχαν διαφημιστικά φυλλάδια με έναν τηλεφωνικό αριθμό που άρχιζε από 212 και τυπωμένες τις μοναχικές λέξεις παράδοση κατ' οίκον ή, τις πιο πολλές φορές, κάτι μαλακίες για θεραπευτικό μασάζ. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα είχα ξεχάσει.
Αλλά βέβαια η πόλη έχει αλλάξει πια, ή οι άνθρωποι θέλουν άλλα πράγματα.

Το παρελθόν, πάντα το παρελθόν, συντελεσμένο μα γεμάτο ερωτήματα και σκοτεινά σημεία, ρίχνει βαριά τη σκιά του στο παρόν, και ας είναι συνήθως αδύνατο να διακρίνει κανείς το νήμα, την άμεση αυτή σύνδεση που ο ανθρώπινος εγκέφαλος κατανοεί και αποδέχεται, την επιστημονική λογική αιτίου και αιτιατού· σε εκείνο, το παρελθόν, απαιτείται να καταφύγει κανείς για να αναζητήσει απαντήσεις και εξηγήσεις, να σκάψει μήπως και καταφέρει να καθαρίσει το έδαφος από τα παρασιτικά φυτά και τα δηλητηριώδη ζωύφια, να σηκώσει ακόμα και τις πιο αδιάφορες πέτρες, με υπομονή και επιμονή, μα κυρίως με διάθεση να ξεβολευτεί και να αναθεωρήσει, αν χρειαστεί, ό,τι πρέπει να αναθεωρηθεί. Δεν είναι εύκολο, σίγουρα δεν είναι, είναι όμως τουλάχιστον παρήγορο και αξιοθαύμαστο αυτό το βλέμμα προς τα περασμένα, η παύση της πορείας στα τυφλά, έστω και αν αποδειχτεί προσωρινή και δίχως χειροπιαστά αποτελέσματα, στην επανεκκίνηση δεν θα είναι ο ίδιος άνθρωπος.

Όταν αυτό το παρελθόν έχει λάβει χώρα σε μια μητρόπολη όπως η Νέα Υόρκη και περιλαμβάνει, στα πρώτα παιδικά και άκρως διαμορφωτικά χρόνια, μια δεκαετία όπως εκείνη του '70, τότε το προσωπικό μπερδεύεται με το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, σε έναν ιστό πυκνό, τότε η ανασκόπηση δεν γίνεται να αφορά μόνο το αμιγώς προσωπικό. Και αυτό, όπως είναι λογικό, κάνει την αναδρόμηση ακόμα πιο σύνθετη, ακόμα πιο απαιτητική. Αυτό επιχειρεί ο αφηγητής του Garth Risk Hallberg, να ανασυνθέσει μια περασμένη εποχή, με επίκεντρο το 1977, να συμπληρώσει τα κενά, να φωτίσει τα σκοτεινά σημεία και να δώσει απαντήσεις στα δικά του προσωπικά ερωτήματα, να φλερτάρει με τους δαίμονες μήπως και καταφέρει να τους γοητεύσει, να τους εξημερώσει.

Ο Hallberg σπάει το σώμα της αφήγησης σε μικρά σχετικά κεφάλαια, συνθέτοντας τη μεγάλη εικόνα αργά και μεθοδικά μέσα από τις επί μέρους ιστορίες των ηρώων του, ιστορίες που μπλέκονται μεταξύ τους με μια ένταση ολοένα αυξανόμενη, καθώς οι χαρακτήρες εναλλάσσονται ανάμεσα στον πρωταγωνιστικό και τον δευτερεύοντα ρόλο, μένοντας για λίγο στα παρασκήνια πριν επανέλθουν στη σκηνή, προσδίδοντας έτσι μια δυναμική, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ακόμα και στις φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες της ζωής κάποιου από τους ήρωές του, καθώς ο αναγνώστης αδυνατεί να διακρίνει την τελική επίδραση του ελάχιστου στο όλο.

Το μεγαλόπνοο σχέδιο του συγγραφέα απαιτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη κόσμων εντελώς ξένων μεταξύ τους, τη μεγαλοαστική τάξη και το περιθώριο, τις δεξιώσεις και τα ναρκωτικά, το φως και το σκοτάδι, γιατί μόνο έτσι μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα αποδώσει μια εποχή στο σύνολό της, όχι με την ακρίβεια του ιστορικού, αλλά με εκείνη του σύγχρονου σε αυτή ανθρώπου, που δέχεται ετερόκλητα ερεθίσματα και επιχειρεί να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Και σε αυτό το πάντρεμα έγκειται μία από τις αρετές του συγγραφέα, ο οποίος καταφέρνει με χάρη και επιδεξιότητα να βγει από την αίθουσα δεξιώσεων και να περπατήσει στο σκοτεινό και επικίνδυνο Central Park, να αναφερθεί με ακρίβεια οικονομολόγου στο σκάνδαλο των ομολόγων του δήμου της Νέας Υόρκης, να μεταφέρει τη μαγεία της κατασκευής και εκτόξευσης πυροτεχνημάτων. Μία ιστορία που αποτελείται από δεκάδες επί μέρους άλλες, μια σειρά από αυτόνομα μικρομυθιστορήματα. Ο Hallberg επιλέγει τον δύσκολο δρόμο και παίρνει το ρίσκο της αναλογικά αυστηρότερης κρίσης, ρίχνοντας το έργο του στην αρένα του μεγάλου αμερικανικού μυθιστορήματος. Εκεί επιθυμεί να πετύχει, ο χρόνος θα δείξει αν θα τα καταφέρει.

Παρά τη φαινομενική άνεση του συγγραφέα στην πολυσέλιδη αφήγηση, δεν θα πρέπει κανείς να υποτιμήσει την ικανότητά του να παραδώσει ένα κατανοητό και ευκολοδιάβαστο μυθιστόρημα, παρά τις παρεκβάσεις και τις λεπτομέρειες, απαραίτητες όλες, ή οι περισσότερες τουλάχιστον, για το τελικό αποτέλεσμα, μα πιθανός σκόπελος σε κάθε άλλη περίπτωση για ένα ναυάγιο στο ακατανόητο και στο χάος. Ένα, δεδομένης της έκτασής του, σφιχτοδεμένο μυθιστόρημα, με έναν ρυθμό ολοένα εντεινόμενο, γεγονός στο οποίο, πέραν της δεδομένης αφηγηματικής ικανότητας του συγγραφέα, σημαντικό ρόλο παίζει και η σταδιακή γνωριμία του αναγνώστη με τους χαρακτήρες, τις διακριτές μορφές τους, σε μια δημοκρατική διανομή ρόλων. Μυθιστόρημα, που λόγω του όγκου του, απαιτεί από τον αναγνώστη υπομονή, διάθεση να παραμείνει για λίγο στο χωλ του σπιτιού πριν αρχίσει να περνάει στα υπόλοιπα δωμάτια, μα που είναι σίγουρο πως για την υπομονή του αυτή θα αποζημιωθεί.

Θα έπρεπε κανείς να αναφερθεί και στη σημασία της συγκεκριμένης έκδοσης στα ελληνικά, σύγχρονης σχεδόν με την αμερικάνικη, του πλέον αναμενόμενου βιβλίου του 2015, έκδοσης προσεγμένης με την υπογραφή ενός σπουδαίου μεταφραστή, του Γιώργου Κυριαζή.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

υ.γ Λίγες ακόμα σκέψεις, σχετικά με την ανάγνωση μπορείτε να βρείτε εδώ.


Μετάφραση Γιώργος Κυριαζής
Εκδόσεις Κέδρος

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2016

Πόλη στις φλόγες, σχετικά με την ανάγνωση




Η έκδοση και η κυκλοφορία στα ελληνικά του μυθιστορήματος του Garth Risk Hallberg Η πόλη στις φλόγες συνοδεύτηκε από διάφορα σχόλια, κυρίως αρνητικά και επικριτικά, πρότερα της ανάγνωσης και επομένως άσχετα με το περιεχόμενο του βιβλίου, γεγονός που, τουλάχιστον τους ενδημούντες στη μικρή μας χώρα, δεν εκπλήσσει. Δυστυχώς.

Αμφιταλαντεύτηκα αρκετά για το αν θα έπρεπε να μπω στη διαδικασία να αιτιολογήσω την απόφασή μου να διαβάσω αυτό το βιβλίο σχεδόν με την κυκλοφορία του. Το τέλος της ανάγνωσης δικαίωσε την επιθυμία μου αυτή.

Είχε προηγηθεί, πρόσφατα σχετικά, η ανάγνωση του μυθιστορήματος Η Καρδερίνα, μυθιστόρημα που έκανε σημαντικό αριθμό πωλήσεων και δίχασε το αναγνωστικό κοινό. Διαβάζοντας το βιβλίο της Donna Tartt ικανοποίησα πλήρως την τότε επιθυμία μου, να διαβάσω κάτι τεράστιο και αμερικάνικο, θυμήθηκα την απόλαυση που αντλεί κανείς από ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα, την πολυήμερη παραμονή σε έναν κόσμο γοητευτικό, και σκοτεινό στην προκειμένη, εκεί που οι ήρωες βρίσκουν τον απαραίτητο χρόνο και χώρο, για να εμπλέξουν τον αναγνώστη στη ζωή και στις αποφάσεις τους. Εκεί που αρκετοί θα έκοβαν σελίδες εγώ μάλλον θα πρόσθετα λίγες ακόμα. Η επιθυμία δεν έσβησε. Εξέλαβα την κυκλοφορία του Πόλη στις φλόγες ως μια υπέροχη και ταιριαστή συγκυρία. Το όνομα του μεταφραστή Γιώργου Κυριαζή αποτέλεσε μεγαλύτερη εγγύηση από το κάθε hype ή την κάθε δυσθεώρητη χρηματική προκαταβολή.

Αν θα έπρεπε να απαντήσω, με τους όρους της εποχής, συνοπτικά, με ένα "μου άρεσε" ή "δεν μου άρεσε", θα ύψωνα το μεγάλο δάκτυλο δίχως δεύτερη σκέψη. Θα το πρότεινες;, με ρώτησαν αρκετοί. Δεν ξέρω. Για τα περισσότερα βιβλία δεν ξέρω, εξίσωση πολλαπλών μεταβλητών και αγνώστων. Άξιζε την προκαταβολή των δύο εκατομμυρίων δολαρίων; Όχι μόνο δεν ξέρω αλλά δεν με απασχολεί κιόλας. Είναι το μεγάλο αμερικάνικο μυθιστόρημα, που όλο προαναγγέλλεται αλλά ποτέ δεν εμφανίζεται; Δεν ξέρω και δεν νομίζω πως θα μπορούσε κάποιος να απαντήσει με σιγουριά σ' αυτό το ερώτημα, αν δεν περάσουν αρκετά χρόνια. Είναι υπερτιμημένο; Σε σχέση με τι;, αναρωτιέμαι, σκεπτόμενος πως για κάθε βιβλίο, οι εμπλεκόμενοι φροντίζουν -ορθώς- να δημιουργούν ένα περιβάλλον που θα επιτρέψει την εμπορική επιτυχία.

Η σχεδόν σύγχρονη με την αμερικάνικη κυκλοφορία του βιβλίου στη μικρή μας αγορά, και μάλιστα σε μια έκδοση προσεγμένη, θα έπρεπε μάλλον να μας χαροποιεί, ιδίως μια περίοδο όπως αυτή. Όχι;

Συμβαίνει κάτι -φαινομενικά- παράδοξο σε αρκετές "λογοτεχνικές" συζητήσεις: κάθε είδος και φόρμα συνοδεύεται από υποτιμητικά σχόλια που σχετίζονται -για παράδειγμα- με την ευκολία του ολιγοσέλιδου ή τον πλεονασμό του πολυσέλιδου. (Επιπλέον κατηγορίες: οι δημόσιες σχέσεις, οι σεξουαλικές προτιμήσεις και η εξωτερική εμφάνιση του/της δημιουργού.) Ένα συναίσθημα ανικανοποίητου, κενό περιεχομένου κατά τη γνώμη μου. Αν του έλειπαν Χ σελίδες τότε θα μου άρεσε περισσότερο, είναι μια συνηθισμένη επωδός σε μια χώρα που αποδεδειγμένα δεν παράγει αξιόλογα μυθιστορήματα μεγάλης έκτασης, που δεν έχει παράδοση στη μεγάλη φόρμα. Δεν λέω πως δεν θα έπρεπε να γίνει κριτική επί της έκτασης ή του πλατειασμού, αν κάτι τέτοιο υφίσταται, αλλά η εκ των προτέρων και εξ αποστάσεως κριτική δεν είναι του γούστου μου.

Το απόλαυσα. Η Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '70 είναι γοητευτική και η αφηγηματική ικανότητα του Hallberg ικανή να την αποδώσει, σίγουρα το εγχείρημα είναι φιλόδοξο και ο πήχυς τοποθετείται αναπόφευκτα ψηλά. Περισσότερα σχετικά με το βιβλίο, λιγότερο περιφερειακά και περισσότερο επικεντρωμένα στην ιστορία, στην επόμενη ανάρτηση.

Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016

Η τέχνη της ρουτίνας - Mason Currey




Είναι η ρουτίνα ένας τόπος να κρυφτεί κανείς, ν' ανακόψει το αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Είναι η ρουτίνα, έννοια φορτισμένη με ένα βάρος αρνητικό εν πρώτοις, ένα σύστημα αποκοπής, ένα σημείο συνάντησης με τις πραγματικές ανάγκες του ατόμου, που επιθυμεί να συνδυάσει τις προσωπικές επιθυμίες με τις υποχρεώσεις της καθημερινότητας, είτε αυτές είναι επαγγελματικές είτε οικογενειακές είτε μια απλή και συνηθισμένη τάση για απραξία. Άλλωστε, κι αυτό είναι που περισσότερο κινεί την περιέργεια και εγείρει τον φθόνο, η διαχείριση του χρόνου, η εξ αποστάσεως εικόνα μιας ζωής άνευ υποχρεώσεων, που επιτρέπει τη δημιουργία, αβίαστα και απρόσκοπτα. Καλώς ή κακώς ο χρόνος βαραίνει περισσότερο από την έμπνευση ή το ταλέντο. Αρκετοί, άλλωστε, είναι εκείνοι που πιστεύουν πως οι δημιουργοί διαθέτουν μια ζωή εύκολη, που τους επιτρέπει να ασχοληθούν μόνο με πράγματα υψηλά, μακριά από τα ποταπά ασφυκτικά εργασιακά ωράρια και τη διαχείριση του νοικοκυριού. Αυτό, όμως, είναι λάθος ή τουλάχιστον δεν αποτελεί τον κυρίαρχο κανόνα.

"Ο χρόνος είναι λίγος, η δύναμή μου περιορισμένη, το γραφείο είναι φρίκη, το σπίτι έχει θόρυβο, κι αν μια ευχάριστη κι απλή ζωή δεν είναι δυνατή, πρέπει κανείς να προσπαθεί διαρκώς και να ελίσσεται με προσεχτικούς χειρισμούς", γράφει ο Κάφκα σε μια επιστολή προς την Φελίτσε Μπάουερ το 1912 και αποτυπώνει, σε λίγες μόνο λέξεις, την καθημερινή μάχη για την εξασφάλιση των κατάλληλων συνθηκών για δημιουργία. Πριν από λίγα χρόνια, διαβάζοντας το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Χαρούκι Μουρακάμι, Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο (μτφρ. Βασίλης Κιμούλης, εκδόσεις Ωεανίδα), έπεσα επάνω σε έναν δημιουργό με αυστηρό καθημερινό πρόγραμμα, ισόποσης βαρύτητας απέναντι σε ψυχή και σώμα, που παράτησε τη ζωή της νύχτας, έκλεισε το τζαζ μπαρ και έκοψε το κάπνισμα, ακριβώς για να μπορέσει να αφοσιωθεί σε αυτό που περισσότερο λαχταρούσε: τη γραφή.

Η κυκλοφορία στα ελληνικά του βιβλίου του Μέισον Κάρι, Η τέχνη της ρουτίνας, σε μετάφραση Χριστιάνας Μυγδάλη, έρχεται να φωτίσει ακριβώς αυτό το κρίσιμο σημείο: πώς καταφέρνουν κάποιοι να δημιουργούν; Σκοπός του βιβλίου δεν είναι να δώσει συμβουλές και απαντήσεις προσωπικές, αυτό προκύπτει άλλωστε και από την ανάγνωση των συνηθειών όλων αυτών των δημιουργών, που αν και οι περισσότερες συγκλίνουν (πρωινό ξύπνημα, πειθαρχία στην καθημερινή δουλειά, περπάτημα και φυσική άσκηση κ.τ.λ.), εντούτοις αναδεικνύουν τη διαφορετικότητα τόσο των αναγκών του καθενός, όσο και τους διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης των δυσκολιών που υψώνει η καθημερινότητα ως τείχη, συχνά, απροσπέλαστα.

"Αυτό που έχω καταλάβει με τις πρακτικές της καθημερινότητας", αναφέρει ο συγγραφέας Νίκολσον Μπέικερ, "είναι πως χρησιμότερο αποβαίνει το να έχεις μια συνήθεια που την αισθάνεσαι καινούρια. Μπορεί να είναι αφηρημένη. Ξέρεις, μπορείς να πεις στον εαυτό σου: Από εδώ και στο εξής, θα γράφω μόνο στην πίσω αυλή, φορώντας σαγιονάρες, ξεκινώντας στις τέσσερις το απόγευμα. Και αν αυτό σου δίνει μια αίσθηση καινοτομίας και φρεσκάδας, θα λειτουργήσει ως placebo και θα σε βοηθήσει να δουλέψεις".

Και δεν υπάρχει εύκολη ζωή, παρά μόνο μια διαρκής επιμονή στις προτεραιότητες που ο καθένας θέτει και επιχειρεί σκληρά να διαφυλάξει ως κάτι ιερό, με στόχο να νιώθει μια κάποια ικανοποίηση στο τέλος της ημέρας. Θυσίες απαραίτητες. Το τελικό αποτέλεσμα δεν είναι διδακτική παραίνεση αλλά πηγή έμπνευσης, καθώς αποδεικνύει πως υπάρχει δρόμος, έστω και αν κανείς πρέπει (οφείλει στον εαυτό του και μόνο, για να το θέσω ορθότερα) να τον χαράξει και να τον ακολουθήσει παρά τα εμπόδια και τις σειρήνες που παραμονεύουν σε κάθε γωνιά, αρκεί να γνωρίζει εκ των προτέρων, ή να διαπιστώσει με σαφήνεια στην πορεία, τι είναι αυτό που πραγματικά τον καίει· γιατί το κίνητρο πρέπει να είναι ισχυρότατο αλλιώς, αργά ή γρήγορα, η όποια πειθαρχία θα ατονήσει.

"Η έμπνευση είναι για τους ερασιτέχνες, εμείς οι υπόλοιποι, απλά πάμε και στρωνόμαστε στη δουλειά", ισχυρίζεται ο Αμερικανός ζωγράφος και φωτογράφος Τσακ Κλόουζ, ενώ ο Φρόυντ έλεγε: "Δεν μπορώ να φανταστώ τη ζωή πραγματικά άνετη χωρίς δουλειά". 

Δεν είναι, όμως, μόνο η αυστηρότητα στο πρόγραμμα και η πειθαρχία οι ασφαλείς οδοί προς τη δημιουργία. Ο Γκαίτε έλεγε: "Η συμβουλή μου λοιπόν είναι ότι δεν πρέπει κανείς να εκβιάζει τίποτα. Κάλλιο να σπαταλάς τις αντιπαραγωγικές μέρες και ώρες σου ή και να τις διάγεις κοιμισμένος, παρά να προσπαθείς τέτοιες στιγμές να γράψεις κάτι που δεν θα σου δώσει καμιά ικανοποίηση αργότερα".

Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, οφείλω να ομολογήσω, αναζητούσα ανάμεσα στις δεκάδες ρουτίνες εκείνες των δημιουργών που γνωρίζω και θαυμάζω, όμως συχνά συνέβαινε η μαρτυρία κάποιου άγνωστου μέχρι εκείνη τη στιγμή σε μένα να μου κάνει αίσθηση, καθώς ταίριαζε με τον δικό μου τρόπο σκέψης και αντιμετώπισης της καθημερινότητας. Επίσης, αρκετές φορές, σταμάτησα την ανάγνωση, για να αναζητήσω στοιχεία στο διαδίκτυο γύρω από το έργο κάποιου καλλιτέχνη.  

Ένα βιβλίο έκπληξη, που θα ήταν λάθος και άδικο να θεωρηθεί εγχειρίδιο αυτοβοήθειας, στο οποίο η περιγραφή της ρουτίνας, ως αποτέλεσμα της έρευνας του συγγραφέα, διανθίζεται με αποσπάσματα των ίδιων των δημιουργών, ένα βιβλίο που δεν αποτελεί -αξίζει η επανάληψη θεωρώ- όχι διδακτική παραίνεση αλλά πηγή έμπνευσης. 

Μετάφραση Χριστιάνα Μυγδάλη
Εκδόσεις Key Books

Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2016

Για την πρώτη μέρα του χρόνου





Ό,τι κάνεις σήμερα, λέει η μάνα μου, θα το κάνεις όλο τον χρόνο. Υπενθύμιση που, με το βάρος της επανάληψης χρόνων, προσθέτει αναπόφευκτα ένα άγχος, κάποιες φορές μικρό και αδιόρατο. Ξύπνησα νωρίς, ακόμα και για τα δικά μου δεδομένα. Έμεινα στο κρεβάτι να διαβάσω. Να κάτι που θα ήθελα να κάνω όλο τον χρόνο, σκέφτηκα. Τις τελευταίες μέρες η καθημερινότητα είχε επιταχυνθεί, είναι οι γιορτές των Χριστουγέννων μια ευκαιρία, η μόνη σταθερή του χρόνου πια, να συναντήσεις φίλους που, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, εγκατέλειψαν κάποια στιγμή την πόλη ή τη χώρα, να μάθεις τα νέα τους και να πεις τα δικά σου, κάνοντας έτσι, έστω και έμμεσα, έναν απολογισμό του έτους, νιώθοντας, έστω και την τελευταία στιγμή, πως δεν έμεινες στάσιμος -αν ήσουν τυχερός δηλαδή. Να κάτι που θα ήθελα να κάνω όλο τον χρόνο, σκέφτηκα, μα αναπόφευκτα, στη στιγμιαία ικανοποίηση προστέθηκε το ρεαλιστικό ερώτημα: τι άλλο θα ήθελα κάνω; Και εκεί άρχισαν οι δυσκολίες.

Να φύγει το δεκαπέντε και να μην ξαναγυρίσει. Η βουή των τελευταίων ημερών, η μόνιμη επωδός κάθε αντίστοιχης περιόδου. Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει. Λες και θα υπήρχε τέτοια περίπτωση. Απαξίωση. Θλίψη. Να μην αφήσει τίποτα, ούτε ένα μάθημα, ούτε ένα ενθύμιο, τίποτα. Να φύγει και να μην ξαναγυρίσει.

Σηκώθηκα απ' το κρεβάτι. Ο δυνατός αέρας έδινε την ελπίδα μια ηλιόλουστης μέρας. Άνοιξα το ιστορικό του ιστολογίου, συνειδητοποίησα πως είναι κάτι που κάνω κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Είναι ένα από τα δύο ημερολόγια που κρατώ, το δημόσιο, στο οποίο μπλέκεται και το ιδιωτικό, με έναν τρόπο συχνά κεκαλυμμένο, μα κάποιες φορές φανερό. Το επιφώνημα έκπληξης -π.χ. α, διάβασα και αυτό το βιβλίο- συνοδεύεται από τις μικρές εκείνες παρατηρήσεις, τις στιγμιαίες σκέψεις και αποκαλύψεις, εκείνες τουλάχιστον που βρήκαν τη θέση τους στην καταγραφή της εμπειρίας. Η διαπλάτυνση του Εγώ, η εμμονική επανάληψη μοτίβων που σκιαγραφούν συνοπτικά και με ακρίβεια την κάθε υποπερίοδο. Και εκείνα τα σημεία, αόριστα τότε, ενστικτώδη και ακατανόητα, προϊόντα ακαθόριστης έμπνευσης όπως πίστευα, αποκτούν το νόημα τους, παίρνουν τη θέση τους στον καμβά. Ο σημαντικότερος λόγος για τον οποίο συντηρώ τον ψηφιακό αυτό τόπο.

Η μνήμη, ανεξάρτητη και ιδιότροπη, η ανάγκη για μνήμη, τα ενδιαφέροντα παιχνίδια της, η εκ νέου επινόηση του παρελθόντος, η μεταβλητότητα του τετελεσμένου στην επέλασή της, η σωτήρια συνεισφορά της στο παρόν, στην ικανότητα βάδισης. Ένα από τα μοτίβα.

Η υποκρισία των ανθρώπων, η τάση τους να σχολιάζουν πίσω από γυρισμένες πλάτες, η αποκάλυψη και η αποκαθήλωση. Η ενηλικίωση, όπως θα έλεγε κανείς. Η αναπόφευκτη ποσόστωση της μάζας, ακόμα και με βάση την ενασχόληση με κάτι τόσο υψηλό όπως η τέχνη. Ένας στους εκατό αξίζει, είπα σε έναν φίλο. Αισιόδοξο σε βρίσκω, μου απάντησε. Ακόμα ένα μοτίβο.

Ακολούθησε η ανάγνωση, διαγώνια και επιλεκτική -πώς αλλιώς- του άλλου ημερολογίου, του προσωπικού, πιο επιγραμματικό αυτό και πιο θερμό, μια συνεχής εναλλαγή ακραίων συναισθημάτων, το αδιάφορο και το καθημερινό δεν είχαν θέση εκεί.

Προς στιγμή σκέφτηκα να κάνω μία λίστα με τα αγαπημένα της χρονιάς, βιβλία, συναυλίες, παραστάσεις, ταινίες, έφτασα μέχρι τα τέλη Γενάρη και τα παράτησα. Η ματαιότητα χτύπησε με αναίδεια την πόρτα. Βγήκα από το δωμάτιο.

Το τέλος της ημέρας με βρήκε στον άδειο δρόμο. Βαρύ και σχεδόν βουρκωμένο. Η απόσταση και η σισύφεια απόπειρα κάλυψής της. Αυτό και αν είναι μοτίβο.