Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Πάση θυσία (2016)






Σε καμία περίπτωση δεν ανήκω στην κατηγορία εκείνη των θεατών ταινιών γουέστερν. Το αντίθετο, μάλλον. Τα γουέστερν δεν μου αρέσουν, δεν με έλκουν. Ούτε τα αυθεντικά, ούτε τα κλασικά, ούτε οι παρωδίες. Όμως δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ το ίδιο και για τα μεταγουέστερν, αυτό το ιδιαίτερο κινηματογραφικό υβρίδιο, το οποίο χρησιμοποιεί αρκετά από τα εργαλεία του προγόνου του, εκμεταλευόμμενο παράλληλα πλήθος άλλων. Η αλήθεια είναι πως κατηγορίες όπως αυτή είναι δύσκολο να οριστούν με ακρίβεια, με αποτέλεσμα συχνά ταινίες κάπως ετερόκλητες μεταξύ τους να χαρακτηρίζονται ως μεταγουέστερν. Όπως για παράδειγμα τρεις υπέροχες και αγαπημένες ταινίες, οι οποίες κατά την προσωπική μου άποψη ανήκουν στην προαναφερθείσα κατηγορία: Οι τρεις ταφές του Μελκιάδες Εστράδα (2005), Θα χυθεί αίμα (2007) και Η δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από τον δειλό Ρόμπερτ Φορντ (2007).

Το τρέιλερ λοιπόν ήταν αρκετό για να ξυπνήσει μνήμες και αισθήσεις παρόμοιων ταινιών και σε συνδυασμό με την εγγύηση που προσέφερε η παρουσία των Νικ Κέιβ και Γουόρεν Έλις στη μουσική επένδυση μου δημιούργησαν την επιθυμία να δω αυτή την ταινία. Και ήταν μια σωστή απόφαση που ξεπέρασε τελικά τις προσδοκίες μου.

Ο Τόμπι Χάουαρντ (Κρις Πάιν), διαζευγμένος πατέρας δύο παιδιών και άνεργος, καταστρώνει ένα σχέδιο, ριψοκίνδυνο και φιλόδοξο, σε συνεργασία με τον αδερφό του, πουέχει μόλις αποφυλακιστεί, για να σώσουν το υποθηκευμένο ράντζο της μητέρας τους, που πέθανε πρόσφατα, λίγο πριν περιέλθει στην κατοχή της τράπεζας. Αποφασίζουν, λοιπόν, να πραγματοποιήσουν μια σειρά από ληστείες στα υποκαταστήματα της συγκεκριμένης τράπεζας μέχρι να συγκεντρώσουν τα απαραίτητα χρήματα για την αποπληρωμή της εγγύησης.

Για κάθε ζευγάρι κακών υπάρχει και ένα ζευγάρι καλών, έτσι και στην ταινία του Μακένζι, απέναντι στα δύο αδέρφια θα βρεθούν ο Μάρκους Χάμιλτον (Τζεφ Μπρίτζες), τρεις βδομάδες πριν συνταξιοδοτηθεί από την αστυνομία και ο συνεργάτης του· ζεύγος που αποτελεί ευφυές σεναριακό εύρημα, από τη μία ο λευκός Αμερικανός, πιθανότατα ιρλανδικής καταγωγής, και από την άλλη ο μισός Μεξικανός μισός Ινδιάνος, μια σχέση αγάπης και μίσους, με σπουδαίες μεταξύ τους ατάκες, που προσθέτουν πολλούς πόντους στο τελικό αποτέλεσμα.

Βέβαια, το καλό και το κακό είναι έννοιες σχετικές και στη συγκεκριμένη ταινία σεναριογράφος και σκηνοθέτης μοιάζουν να επιθυμούν τέσσερις καλούς, ή καλύτερα τέσσερις κακούς με καλές προθέσεις, οι πράξεις των οποίων δικαιολογούνται σε μεγάλο βαθμό. Ταινία έντονα πολιτική, εκτυλίσσεται στο Τέξας, αν και καμία σκηνή δεν γυρίστηκε εκεί, και αποτυπώνει μια πλευρά της Αμερικής την οποία αρκετοί φαντάζονται αλλά λίγοι γνωρίζουν, κάνοντας παράλληλη αναφορά σε θέματα όπως η οπλοκατοχή, ο ρόλος των τραπεζών, η αγορά ακινήτων, η χωρίς όρια αναζήτηση πετρελαίου και το -ξεχασμένο πια- ζήτημα των αυτόχθονων Αμερικανών. Βέβαια, όλα τα παραπάνω θέματα θίγονται χωρίς να αποτελούν τροχοπέδη στην εξέλιξη της ιστορίας, γιατί, για να μην ξεχνιόμαστε, πρόκειται για μια ταινία με έντονη δράση και σασπένς, που δημιουργεί αγωνία ως προς την τελική έκβαση της μονομαχίας των δύο μερών.

Ιδιαίτερη αναφορά και μνεία σε εκείνους τους συντελεστές της ταινίας που επέλεξαν τα μέρη των γυρισμάτων, μέρη απίστευτης -αν και άγριας- ομορφιάς. Και αν με το ένα πόδι η ταινία πατάει στο γουέστερν, δεν μπορεί παρά να αναφερθεί κανείς και στο road movie, την μετακίνηση από πόλη σε πόλη σε μια αραιοκατοικημένη, για τα αμερικανικά δεδομένα, περιοχή, σκηνές στις οποίες η μουσική υπόκρουση των Κέιβ και Έλις δένει υπέροχα.

Μια ταινία ήπιων τόνων, χωρίς αχρείαστες συναισθηματικές και ερμηνευτικές εξάρσεις, με υπέροχη κινηματογράφηση, σεναριακά άρτια -παρά τον κλισέ θεματικό πυρήνα- και με ενδιαφέρουσα σκηνοθεσία, στην οποία διακρίνεται η αγάπη για το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος και τον τόπο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου