Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Πόνος φάντασμα - Arnon Grunberg





Κοίτα να δεις, σκέφτηκα, που υπάρχει ολλανδική λογοτεχνική σχολή, κάτι που πριν λίγα χρόνια προφανώς αγνοούσα· όλα ξεκίνησαν από τον σπουδαίο -όπως αποδείχτηκε- Κέες Νόοτεμποομ (Η ακόλουθη ιστορία, Ιεροτελεστίες), συνέχισαν με τον Χάρι Μούλις (Τα στοιχεία) και η σκυτάλη πέρασε στη νέα γενιά με τον ιδιοφυή Ντε Βρις (Ο καθηγητής είναι νεκρός), ενώ είχε μεσολαβήσει το αδιάφορο -προς κακό- μυθιστόρημα του Κοχ (Το δείπνο). Κάθε κανόνας που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να έχει μια τρανταχτή εξαίρεση. Μια αντίληψη, για την ύπαρξη σχολής, που χτίστηκε αργά και σταθερά, ακολουθώντας το νήμα και την τύχη, όπως συμβαίνει συνήθως δηλαδή. Για το βιβλίο του Γκρούνμπεργκ μου είχε επιστήσει την προσοχή ένας φίλος, ιδιαίτερα δυνατός αναγνώστης. Με το βιβλίο φλέρταρα επανειλημμένως στα βιβλιοπωλεία αλλά ποτέ δεν έκανα το βήμα, ώσπου έπεσα πάνω του στο παζάρι της πλατείας Κοντζιά, το βιβλίο που ήθελα σε τιμή εξαιρετική, το αγόρασα.
Όταν είσαι νέος, η χρεοκοπία έχει ακόμα έναν αέρα ρομαντισμού. Όσο κι αν είναι ενοχλητική, διατηρεί ακόμα τη γοητεία της, και στο πίσω μέρος του μυαλού σου υπάρχει πάντα η προοπτική της ανάκαμψης. Αλλά στην ηλικία μου, η χρεοκοπία μόνο ντροπή προκαλεί. Ένα αίσθημα ντροπής και αποτυχίας που δεν σβήνει ούτε με το ποτό ούτε με αντικαταθλιπτικά. Ακόμα κι όταν κοιμάσαι, δεν λέει να φύγει. Όλη η ζωή σου μοιάζει να αρχίζει και να τελειώνει στη χρεοκοπία, σ' εκείνη τη μέρα που σου κατάσχουν την περιουσία, μια περιουσία που θα βγάλουν στο σφυρί για το ένα πέμπτο της αξίας της.
Ο πατέρας του αφηγητή δεν αποτελούσε ακριβώς το ιδανικό πρότυπο πατέρα· χρωστούσε στις τράπεζες, απατούσε τη γυναίκα του, νόμιζε ότι του άξιζε μια ακριβή ζωή, δεν καταδεχόταν να τρώει σπιτικό φαγητό, πίστευε πως ο κόσμος του χρωστούσε, έπινε, ενίοτε έκανε απόπειρες αυτοκτονίας, έκανε γιο για να μην τον πρήζει η γυναίκα του. Τελικά δικαιώθηκε, ο κόσμος μπορεί να ξέχασε τα λογοτεχνικά του βιβλία, όμως του χάρισε πλούτη και δόξα για ένα βιβλίο μαγειρικής που έγραψε με τίτλο: Η πολωνοεβραϊκή κουζίνα σε 69 συνταγές.

Καρικατούρα διανοούμενου δοσμένη με αφηγηματική άνεση, χιούμορ σε αποχρώσεις του μαύρου κυρίως, οξύτητα στην παρατήρηση του γύρω κόσμου, εμμονή με τα στερεότυπα και φλερτ με το κλισέ, συναισθηματικά εγκεφαλικό. Κάπως έτσι θα μπορούσα να περιγράψω αυτό το ιδιαίτερο μυθιστόρημα, το οποίο πολύ απόλαυσα, με το οποίο πολύ γέλασα, αλλά είναι ένα από εκείνα τα βιβλία τα οποία δεν τολμώ να προτείνω, παρά μόνο σε ανθρώπους που νιώθω να γνωρίζω καλά, όχι μόνο για τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις, αλλά -κυρίως- για την αίσθηση χιούμορ που διαθέτουν. Αστείος ή εξυπνάκιας; εγώ θα έλεγα αστείος και ευφυής, αλλά δεν θα έπεφτα από τα σύννεφα αν κάποιος δεν τον θεωρούσε αστείο τον Γκρούνμπεργκ.

Και μπορεί να καταφεύγει στην υπερβολή της καρικατούρας, αλλά δύσκολα μπορεί κάποιος να μη διακρίνει σημάδια του πατέρα του αφηγητή στην καθημερινότητα που μας περιβάλλει τα τελευταία -τουλάχιστον- χρόνια, στην ένδεια του πνευματικού κόσμου, στην αντίληψη και στην επίδειξη, στην παρακμή εν τέλει. Γιατί ο Γκρούνμπεργκ, παρά τη δεδομένη αχαλίνωτη φαντασία του, άλλο δεν κάνει από το να τονίζει δεδομένα και υπαρκτά πρότυπα ανθρώπων από τα οποία βρίθει ο κόσμος μας. Και εκεί έγκειται μια θλίψη, μια γλυκόπικρη γεύση της ιστορίας· γελάς και ύστερα συννεφιάζεις, γελάς γιατί δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, η σύγχυση και τα νεύρα δεν θα οδηγήσουν πουθενά, σκέφτεσαι και γελάς.

Απολαυστικό και ιδιαίτερο, στη λίστα με τα προσεχώς και το άλλο μυθιστόρημα του Γκρούνμπεργκ που κυκλοφορεί -και μάλιστα σε προσφορά- στα ελληνικά με τίτλο Τίρζα, η βασίλισσα του ήλιου (εκδόσεις Καστανιώτη).

Μετάφραση Γιάννης Ιωαννίδης
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου