Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Εγώ και ο Καμίνσκι - Daniel Kehlmann



Ξύπνησα όταν ο ελεγκτής χτύπησε την πόρτα του κουπέ. Είναι έξι και κάτι, σε μισή ώρα φτάνουμε. Αν τον άκουσα; Ναι, μουρμούρισα, ναι. Ανασηκώθηκα με κόπο. Είχα ξαπλώσει πάνω σε τρία καθίσματα, μόνος σε ολόκληρο το κουπέ, η πλάτη μου πονούσε, ο σβέρκος μου φαινόταν να έχει πιαστεί. Στον ύπνο μου είχαν εισβάλει με τη βία θόρυβοι του ταξιδιού, φωνές από τον διάδρομο και αναγγελίες από τις αποβάθρες των σταθμών· έβλεπα άσχημα όνειρα και πεταγόμουν συνεχώς από τον ύπνο· μια φορά, άνοιξε από έξω την πόρτα του κουπέ κάποιος που έβηχε, κι εγώ αναγκάστηκα να σηκωθώ για να την ξανακλείσω. Έτριψα τα μάτια μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο: έβρεχε. Φόρεσα τα παπούτσια μου, έβγαλα την παλιά μου ξυριστική μηχανή από τη βαλίτσα και βγήκα με χασμουρητά.
Ο αφηγητής κάνει ένα μεγάλο και σύνθετο ταξίδι, με αναμονές και αλλαγές μέσων, με προορισμό την απομονωμένη κορυφή στην οποία έχει αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια ο σπουδαίος ζωγράφος Καμίνσκι, μεγάλος σε ηλικία και σχεδόν τυφλός. Σκοπός του αφηγητή μία συνέντευξη και η αναζήτηση πιθανών στοιχείων που θα συνέθεταν ένα βιβλίο έτοιμο να κυκλοφορήσει με τον θάνατο του Καμίνσκι, χρονική συγκυρία κατάλληλη για να εκτοξεύσει τις πωλήσεις του στα ύψη και να χαρίσει δόξα και χρήμα στον αφηγητή.

Με διάθεση παιχνιδιάρικη ο Κέλμαν αποφασίζει να διηγηθεί μια σοβαρή ιστορία με έναν τρόπο κάπως αφελή και φαινομενικά επιπόλαιο, μια ιστορία γεμάτη τραγελαφικές καταστάσεις, με δόσεις αιχμηρής σάτιρας απέναντι στον κόσμο της τέχνης και των γραμμάτων. Αναγορεύει τη ματαιοδοξία σε κυρίαρχο χαρακτηριστικό των ηρώων του, ματαιοδοξία από την οποία πηγάζουν και καθορίζονται οι συμπεριφορές τους. Με ιδιαίτερο ταλέντο στους διαλόγους και κάτι το νοσταλγικό στη γραφή, κάτι παλιακό με ταυτόχρονη όμως αίσθηση του φρέσκου, ένα παράξενο η αλήθεια κράμα, αρκετά ενδιαφέρον και κάποιες στιγμές γοητευτικό.

Και ενώ το βιβλίο διαβάζεται ευχάριστα, χαρίζοντας το γέλιο και φλερτάροντας κάποιες στιγμές με την αβίαστη συγκίνηση, υπήρχε κάτι το οποίο με άφησε απέξω, κάτι το οποίο με κατέστησε κάπως αποστασιοποιημένο απέναντί του. Ίσως η έντονη ματαιοδοξία των ηρώων, ίσως η έντονα παιχνιδιάρικη διάθεση του συγγραφέα, ίσως το εμφανές κατασκεύασμα της ιστορίας. Ίσως να ήταν περισσότερο τέχνημα παρά λογοτεχνία για τα γούστα μου, δημιούργημα στο οποίο μπορεί κανείς να αναγνωρίσει πλήθος αρετών, οι οποίες όμως τελικά παραμένουν κάπως αμήχανες ως σύνολο.

Είναι το δεύτερο βιβλίο του Γερμανού συγγραφέα που διαβάζω, είχε προηγηθεί, χρόνια πριν η Φήμη, η ανάγνωση της οποίας μου είχε αφήσει παρόμοια συναισθήματα με το Εγώ και ο Καμίνσκι.


Μετάφραση Κώστας Κοσμάς
Εκδόσεις Καστανιώτη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου