Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η σκιά στο δέντρο - Θανάσης Σταμούλης





Καμία σημασία δεν έχει αν η ιστορία που επιλέγει κάποιος να διηγηθεί είναι ήδη γνωστή, ως πλαίσιο τουλάχιστον και όχι ως προς τις επιμέρους λεπτομέρειες ή τις συγγραφικές επιλογές. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να την αφηγηθεί, η γλώσσα και η ψυχή, δηλαδή, της ιστορίας. Το γιατί έχει επιλέξει να διηγηθεί αυτή την ιστορία, και όχι κάποια άλλη, πιο πρωτότυπη, θα κριθεί μόνο μετά το πέρας της ανάγνωσης.

Δεκάδες βιβλία Ελλήνων δημιουργών ξεπηδούν διαρκώς και χρειάζεται αρκετή τύχη -γνώση και ένστικτο επίσης- για να ξεπεράσει ο κουρασμένος, από την επανάληψη και τις χαμηλές προσδοκίες των δημιουργών, αναγνώστης τις προκαταλήψεις, το δέλεαρ των πολλών μεταφρασμένων, από κάθε γωνιά της γης, έργων, έργων ενίοτε υπερτιμημένων ή αριστουργημάτων, και να επιλέξει στο βιβλιοπωλείο ένα βιβλίο ενηλικίωσης κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όπως στην προκειμένη περίπτωση το μυθιστόρημα του Σταμούλη, Η σκιά στο δέντρο. Και, όπως συμβαίνει συνήθως με το ρίσκο, ελλοχεύει ο κίνδυνος της άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο φρικτής απογοήτευσης, όμως, περιμένετε μια στιγμή, σπάνια - είναι η αλήθεια- υπάρχει η περίπτωση της ανακάλυψης ενός θησαυρού εν μέσω αδιάφορων πραγμάτων. Τέτοια είναι η περίπτωση για την οποία γράφω σήμερα.

Άκουσα κάποια δυνατή αναγνώστρια να το παινεύει. Πήγα στο βιβλιοπωλείο και διάβασα το οπισθόφυλλο. Άφησα το βιβλίο στη θέση του. Δεν με ενδιαφέρει, σκέφτηκα. Άκουσα επαίνους από ακόμα έναν δυνατό αναγνώστη. Μίλησε και εκείνος για τον αρχικό προβληματισμό του σε σχέση με τη θεματική, όμως επέμεινε ότι γλωσσικά ο Σταμούλης επιχειρεί κάτι σπουδαίο, κάτι δυνατό. Πήγα ξανά στο βιβλιοπωλείο. Αυτή τη φορά το πήρα μαζί μου. Άτιμο πράγμα οι φοβίες, άτιμο.

Οι αρχικές επιφυλάξεις είχαν κιόλας υποχωρήσει όταν έκλεισα το βιβλίο για πρώτη φορά κάπου στη σελίδα είκοσι πέντε, πράγματι, κάτι σπουδαίο επιχειρούσε εδώ ο συγγραφέας, σκέφτηκα -ένιωσα, καλύτερα. Η γλώσσα και τα ευρήματα, για να την υπηρετήσει, η επιμονή στην κατασκευή της κάθε φράσης, η απουσία πυροτεχνημάτων εντυπωσιασμού, η συνοχή του ύφους.

Δεν είναι ανεξήγητος ο λόγος για τον οποίο κάποιες ιστορίες αποτελούν αγαπημένο τόπο για τους συγγραφείς της κάθε χώρας. Είναι το βάρος που εκείνες φέρουν μαζί τους, είναι η επίδραση που έχουν στο σήμερα, είναι η ανάγκη του συγγραφέα να τις διηγηθεί υπό το δικό του πρίσμα, είναι μια πράξη πολιτική εν τέλει. Ανεξαρτήτως αν για την πλειοψηφία οι ιστορίες αυτές αποτελούν ένα εύκολο μοτίβο με στόχο κάποια εμπορική επιτυχία, που όλο και πιο σπάνια έρχεται.

Ο νεαρός Φέντια εγκαταλείπει, με απόφαση του πατέρα του, το σπίτι του, κάπου στην Εύβοια, εκεί όπου βρέθηκαν φεύγοντας από τη Σοβιετική Ένωση, για να πάει σε κάποιους συγγενείς στην Αθήνα, μήπως και γλιτώσει από τα μολυσμένα με ελονοσία κουνούπια. Λίγο αργότερα θα ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, το έπος της Αλβανίας θα διαδεχτεί η γερμανική κατοχή. Κάποιοι θα επιβιώσουν, κάποιοι πάντα επιβιώνουν και πλουτίζουν σε παρόμοιες καταστάσει. Οι περισσότεροι θα αντιμετωπίσουν την πείνα και την ανέχεια, αρκετοί δεν θα τα καταφέρουν.
Όταν διασχίζεις τον κόσμο με τα πόδια σού φαίνεται μικρός· οι σόλες των παπουτσιών κολλάνε στο χώμα, το καταπίνουν και μοιάζεις ακίνητος. Όταν καβαλάς τέσσερις μεγάλες ρόδες, το έδαφος δεν σταματά να σβήνει.
Για τριακόσιες πενήντα σελίδες ο Σταμούλης δεν χάνει τον βηματισμό του, το επιτηδευμένο γλωσσικό ύφος ρέει αβίαστο και φυσικό, το αποτέλεσμα κρύβει καλά την προσπάθεια δόμησής του, η ιστορία μένει στο προσκήνιο και ο δημιουργός -όπως πρέπει- στο παρασκήνιο, έχοντας κάνει όσα έπρεπε να κάνει, τώρα το βιβλίο μπορεί να σταθεί μόνο του στη σκηνή. Και ας ξεχνάει κάποιες στιγμές ο αναγνώστης την ιστορία απολαμβάνοντας το κείμενο φράση-φράση, η ιστορία είναι εκεί, με συνοχή, αρχή και τέλος, οι χαρακτήρες αποκτούν υπόσταση και βάθος, η εποχή αποτυπώνεται με ευκρίνεια. Η ανάγνωση απαντά στο καίριο ερώτημα: γιατί αυτή την ιστορία; Γιατί αυτή η ιστορία απασχολούσε τον συγγραφέα, για τους δικούς του λόγους, γιατί αυτή είναι μια ιστορία πανανθρώπινη, η οποία, αν της αφαιρέσει κανείς τα τοπωνύμια, θα μπορούσε να είναι η ιστορία πολλών χωρών, πολλών ανθρώπων, όχι μόνο της Ελλάδας ή του Φέντια.

Εκδόσεις Ποταμός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου