Πέμπτη, 28 Σεπτεμβρίου 2017

Με αφορμή τα Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν του Georges Simenon




αλλά και τους Αρραβώνες του κυρίου Ιρρ, βιβλία που διάβασα φέτος το καλοκαίρι, ακολουθώντας μία παράδοση χρόνων, αν και συνήθως αρκούμαι σε ένα βιβλίο του Σιμενόν κάθε έξι μήνες περίπου, καλοκαίρι και Χριστούγεννα, νομίζω πως κατάλαβα τι είναι εκείνο που με συγκινεί και με έλκει στα έργα του σπουδαίου αυτού Βέλγου συγγραφέα, που κατά τη διάρκεια της ζωής του γνώρισε την απαξίωση των λογοτεχνικών κύκλων, αλλά ο χρόνος, που είναι και ο τελικός κριτής, τον τοποθέτησε, έστω και αργά, στο πάνθεον των σπουδαίων. Αυτά τα δύο βιβλία σκόπευα να τα κάνω δώρο σε μία φίλη, και τελικά, με δικής της απόφαση, Οι αρραβώνες του κύριου Ιρρ μετατράπηκαν σε δώρο για μία τρίτη φίλη, αφού πρώτα διαβάσαμε και οι δύο την ιστορία του Ιρρ, τη θλιβερή και άτυχη ιστορία του κυρίου Ιρρ, και στη συνέχεια τα Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, ένα βιβλίο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του Σιμενόν που έχω διαβάσει μέχρι τώρα, και που δεν μπορώ να μιλήσω για την διαφορετικότητά του, καθώς θα αποτελούσε σπόιλερ για εκείνους που δεν έχουν ακόμα διαβάσει την ερωτική ιστορία των δύο μοναχικών ξένων, που γνωρίστηκαν κάποιο βράδυ σε ένα μπαρ του Μανχάτταν.

Μέχρι τώρα πίστευα πως ήταν εκείνη η καφκική τροπή στη ζωή ενός απλού ανθρώπου, εκείνο το χτύπημα της μοίρας που μετέτρεπε σε κόλαση τη ζωή του, που τον έθετε στο στόχαστρο της κοινωνίας και των αρχών, μόνο του και χωρίς κανέναν πραγματικό σύμμαχο, ούτε καν την οικογένειά του, αυτός ο παιδικός εφιάλτης μιας στιγμιαίας, χωρίς σκέψη ενέργειας, που αρκεί για να αποβεί καταδικαστική, εκείνο το μυστικό που αποκαλύπτεται ξαφνικά, το παρελθόν που κάποια στιγμή ξυπνά και έρχεται να συναντήσει το παρόν. Και ήταν, και ακόμα είναι, αυτή η οικεία αίσθηση με κάθε βιβλίο του, ότι οι αναγνωστικές προσδοκίες της περιόδου ξέρω πως θα ικανοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό, επιστρέφοντας σε ακόμα μία ιστορία του Σιμενόν.

Όμως, φέτος το καλοκαίρι, διαβάζοντας σχεδόν διαδοχικά τα δύο αυτά βιβλία, και έχοντας τη δυνατότητα να συζητήσω γι' αυτά, σκέφτηκα πως ίσως εκείνο που τελικά κρύβεται πίσω απ' όλες τις ιστορίες τού Σιμενόν είναι η ανθρώπινη αφέλεια, αυτή η διάθεση να φωνάξεις στον ήρωα: μην είσαι αφελής, ρε άνθρωπε· και ταυτόχρονα με τον θυμό να νιώθεις και μία ταύτιση μαζί του, μια βαθιά, ειλικρινή κατανόηση για τις πράξεις του και τις επιλογές του, μια ελπίδα πως στο τέλος θα τα καταφέρει, πως, δεν μπορεί, το δίκαιο θα επικρατήσει. Δεν λέω πως οι ήρωες του Σιμενόν είναι χαζοί, η αφέλεια είναι διαφορετική. Η αφέλεια θα μπορούσε να είναι, σκέφτομαι, εκείνη που ιντρίγκαρε τον Σιμενόν, εκείνη που γεννούσε τους ήρωες και τις ιστορίες τους, ο απλός τρόπος σκέψης, η πίστη στο ένστικτο και στους ανθρώπους, αφέλεια μέσα σε ένα υστερόβουλο περιβάλλον, σε έναν κόσμο στον οποίο η τύχη ευνοεί μόνο τους δυνατούς, ο χρόνος αργά ή γρήγορα βαραίνει τα πάντα ακόμα και η ελάχιστα λανθασμένη απόφαση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες.

Αναλογίζομαι ξανά όσους ήρωες του Σιμενόν μπορώ ν' ανακαλέσω στη μνήμη μου, και διακρίνω αυτό το νήμα να τους ενώνει, αναλογίζομαι πράγματα δικά μου και των κοντινών μου ανθρώπων, και διακρίνω επίσης το ίδιο νήμα, και μετά σκέφτομαι πως εκείνοι που δεν νιώθουν αφελείς, αλλά αντίθετα διαθέτουν και επιδεικνύουν μια πίστη στην τέλεια ύπαρξή τους, αδικαιολόγητη για το εμβαδόν που καταλαμβάνουν στο σύμπαν, θα ήταν ιδανικοί, αργά ή γρήγορα, για πρωταγωνιστές μιας ιστορίας του Σιμενόν. 
 

(*Και τα δύο βιβλία σε μετάφραση Αργυρώς Μακάρωφ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου