Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Ζωή οδηγίες χρήσεων - Georges Perec




Σώζοντας την παρτίδα

Είναι κάποια βιβλία που στο πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη. Στην αρχική εκδοχή της εναρκτήριας αυτής πρότασης υπήρχαν κάποιες επιπλέον λέξεις που η παρουσία τους σκοπό είχε να διευκρινίσει ότι τα βιβλία εκείνα που με το πέρασμα του χρόνου αποκτούν θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη είναι βιβλία που την ανάγνωσή τους για κάποιον λόγο διαρκώς αναβάλλει ο αναγνώστης, παρότι έχει κατά καιρούς ακούσει τόσα και τόσα γι' αυτά. Και οι λέξεις αυτές αφαιρέθηκαν γιατί τελικά απέκλειαν όλα εκείνα τα βιβλία, όπως το Ζωή οδηγίες χρήσεως πλέον, που παρότι διαβάστηκαν, εντούτοις το πέρασμα του χρόνου εξακολουθεί να τους προσδίδει θρυλικές διαστάσεις στο μυαλό του αναγνώστη, μεγαλύτερες ίσως αυτών που προηγήθηκαν της ανάγνωσης, γιατί ναι, συμβαίνει και αυτό καμιά φορά, η πραγματικότητα να ξεπερνά τη φαντασία. Και είναι άδικο να μην αναφερθεί κανείς στα βιβλία αυτά.

Η πρόταση αυτή, για να είμαι ειλικρινής, προϋπήρχε τόσο της ανάγνωσης όσο και του παρόντος κειμένου, προϋπήρχε και περιέγραφε με σχετική ακρίβεια την περίοδο που προηγήθηκε της ανάγνωσης, προϋπήρχε πότε ως δικαιολογία για την παράταση της μη ανάγνωσης, και πότε ως ονειροπόληση σε θαυμαστούς αναγνωστικούς ορίζοντες, που το μέλλον επιφύλασσε, σε αυτό το αγαπημένο παιχνίδι υποθέσεων και προσδοκιών πριν από την ανάγνωση, συνήθως με ελάχιστα στοιχεία, όπως: τη φωτογραφία του συγγραφέα, το εξώφυλλο, το οπισθόφυλλο, τον χαρακτήρα εκείνου που μας μίλησε γι' αυτό, την εποχή του χρόνου, τη διάθεσή και την ανάγκη μας -κυρίως αυτά τα δύο. Η πρόταση αυτή, με την απαραίτητη διόρθωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το βιβλίο του Περέκ. Θα μπορούσε επίσης να αποτελέσει το φίλτρο μιας ενδιαφέρουσας λίστας, που δεν θα απέκλειε τα βιβλία που απεγνωσμένα -ισχυριζόμαστε πως- θέλουμε να διαβάσουμε, και ταυτόχρονα θα άφηνε χώρο για εκείνα τα λίγα -ελάχιστα- που ξεφεύγουν από το απλό μου άρεσε και υπάγονται στην κατηγορία με στοίχειωσε.

Συνθήκη απαραίτητη, πριν τολμήσω την ανάγνωση ενός μυθιστορήματος που ανήκει -πριν την ανάγνωση- στην κατηγορία εκείνη των μυθιστορημάτων για τα οποία οι προσδοκίες -μου από αυτά- και οι απαιτήσεις -τους από μένα- φαντάζουν τεράστιες, είναι η ψευδαίσθηση -ας μην κρυβόμαστε- της ύπαρξης ελεύθερου χρόνου στον ορίζοντα των επόμενων ημερών. Και είναι ψευδαίσθηση γιατί για ένα εκατομμύριο λόγους ελεύθερος χρόνος τελικά δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι αυτοφυής. Η ψευδαίσθηση αυτή όμως είναι σημαντική, γιατί δίνει ξανά και ξανά την ευκαιρία σε έναν φοβισμένο αναγνώστη -σ' εμένα στην προκειμένη περίπτωση- να κάνει το πρώτο βήμα, να διαβάσει τις πρώτες σελίδες, και τότε -συνήθως- να μαγευτεί, να ξεμυαλιστεί και ν' αναζητήσει τον ελεύθερο χρόνο, να τον δημιουργήσει εις βάρος κάποιας άλλης υποχρέωσης ή του ύπνου. Έτσι συνέβη και αυτή τη φορά.

Το απόγευμα εκείνο -που οι υποχρεώσεις έμοιαζαν περατωμένες και η ζωή πιο εύκολη- διάβασα πενήντα σελίδες. Ήδη από τις πρώτες δέκα, στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αναφωνούσα: είναι τρελός, είναι τελείως τρελός. Και ακόμα δεν είχα δει τίποτα. Κάπως έτσι κύλησαν οι μέρες της ανάγνωσης και η ζωή, που δεν ήταν και τόσο εύκολη τελικά -και γιατί να είναι δηλαδή;- χωρίστηκε στα δύο, το αντίβαρο ήταν εκεί, έτοιμο να γλείψει τις πληγές, να φορτώσει με υλικό το υποσυνείδητο εν όψει της νυχτερινής κατάκλισης, ν' αφήσει στην πορεία του νάρκες για τις ημέρες που θα 'ρθουν, να περιορίσει τη θέα προς το άλλο μισό, να χαρίσει την ηδονή αυτή που μόνο ένα μυαλό που συνεχώς γεννάει ιστορίες μπορεί, να επαναφέρει στο τέλος της ημέρας την πίστη στην ανθρωπότητα, την αίσθηση πως μοιράζεσαι το όραμα κάποιου, το αίσθημα ευγνωμοσύνης πως κάποιος που δεν σε γνωρίζει σε βοηθάει να σώσεις την παρτίδα -έστω και οριακά, έστω και την ύστατη στιγμή. Άλλωστε ποιος θα διαφωνήσει πως η  συναναστροφή με έξυπνους ανθρώπους είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη, σε μια καθημερινότητα που σε μεγάλο βαθμό χαρακτηρίζεται από τη βλακεία;
              
Ναι, θα αρχίσει εδώ: οδός Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11, μεταξύ τρίτου και τετάρτου ορόφου

Μια απλοποιημένη σύνοψη του Ζωή οδηγίες χρήσεως θα ήταν η εξής: είναι οι ιστορίες των ενοίκων, των επισκεπτών και των διαμερισμάτων της οδού Σιμόν-Κρυμπελλιέ 11. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όταν τη μπαγκέτα την κρατά ο Περέκ. Ανάμεσα στις τόσες ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστόρημα αυτό συναντάμε ενδεικτικά και τις ακόλουθες: Η ιστορία της γυναίκας του κατασκευαστή παζλ. Η ιστορία του ηθοποιού που υποκρίθηκε ότι είχε πεθάνει. Η ιστορία του Γερμανού βιομηχάνου που λάτρευε τη μαγειρική. Η ιστορία του Μαρκ Τουέην. Η ιστορία του Λόρδου που έκρυβε τα πάθη του κάτω από επίπλαστες μανίες. Η ιστορία των πρώην θυρωρών. Η ιστορία του σκελετού με το ένα χέρι. Η ιστορία του χάμστερ που του στέρησαν το αγαπημένο του παιχνίδι. Η ιστορία των τεσσάρων νέων που κλείστηκαν στο ασανσέρ. Η ιστορία του τζαζίστα που δεν έμενε ποτέ ευχαριστημένος. Η ιστορία του κατασκευαστή των παζλ.
   
Οι ιστορίες διαδέχονται η μια την άλλη, αντηχούν στους διαδρόμους και τις σκάλες της πολυκατοικίας, συναντιούνται στα πάρτι και στις συνελεύσεις των ενοίκων, κάποιες περνούν από την έγκριση του εκάστοτε διαχειριστή σύμφωνα με τον κανονισμό, σε άλλες κάνει την εμφάνισή της η αστυνομία, ενώ το κουτσομπολιό προσδίδει έξτρα λάμψη και μυστήριο. Ιστορίες που έρχονται από παλιά αλλά και ιστορίες που συμβαίνουν τώρα, ιστορίες νυχτερινές και ηλιόλουστες, ιστορίες παριζιάνικες και εξωτικές. Αποσπάσματα από αστυνομικά μυθιστορήματα και λίστες με έπιπλα προς πώληση. Πίνακες με παραθαλάσσια τοπία που θα μετατραπούν σε παζλ πριν καταστραφούν. Ιστορίες. Αυτή είναι η λέξη κλειδί. Αυτή είναι η τροφή για τον αχόρταγο αναγνώστη και ο Περέκ την προσφέρει άφθονη. Ασίγαστη φαντασία. Αυτή είναι η συνθήκη. Ο αναγνώστης εκείνος που θέλει αιτιολόγηση των συγγραφικών επιλογών και ξεκάθαρο προορισμό πλεύσης είναι πιθανόν να απογοητευτεί και να βαρεθεί. Εδώ ταιριάζει η αρχή του μυθιστορήματος Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης, εκεί που ο Καλβίνο καλεί τον αναγνώστη να βολευτεί και να απολαύσει την ανάγνωση, να αφεθεί -θα συμπλήρωνα εγώ- στην οργιώδη φαντασία συγγραφέων όπως ο Καλβίνο ή ο Περέκ, να βιώσει την απουσία προφανούς σκοπού που διακρίνει την εξιστόρηση των ιστοριών και τη σχέση τους με τον χρόνο, ν' αναζητήσει τα μαθηματικά μοντέλα που λειτουργούν ταυτόχρονα ως περιορισμοί και ως βατήρες για την έμπνευση, να αντικρίσει την πραγματικότητα μέσα από μια λοξή ματιά που πετυχαίνει να αναδείξει το προφανές με έναν τρόπο μοναδικό και στη συγκεκριμένη περίπτωση τη λεπτοδουλειά, το μεράκι, το πάθος και την έμπνευση του μεταφραστή.

Ο Περέκ αφιερώνει το βιβλίο στη μνήμη του σπουδαίου Ραιμόν Κενώ. Με τις διακειμενικές αναφορές που κατακλύζουν, πότε φανερά και πότε συγκαλυμμένα, το μυθιστόρημα, το αφιερώνει τελικά σ' ένα μεγάλο μέρος της παγκόσμιας λογοτεχνίας, της σπουδαίας κατ' εκείνον λογοτεχνίας, γιατί συγγραφείς όπως ο Περέκ υπήρξαν πρωτίστως παθιασμένοι αναγνώστες, τουλάχιστον σε μια εποχή που το πλήθος των συγγραφέων ήταν μικρότερο ή έστω ίσο των αναγνωστών. Γιατί η φαντασία τρέφεται από τις εικόνες του κόσμου, φωλιάζει ανάμεσα στις γραμμές των βιβλίων, κρύβεται στο βάθος του πεδίου, η φαντασία όμως για να σταθεί απαιτεί γνώσεις για τον κόσμο που περιγράφει, για τον κόσμο που μεταμορφώνει.       

Τελειώνοντας την ανάγνωση συνειδητοποίησα πως τα κομμάτια του παζλ από μακριά μοιάζουν πολλές φορές ίδια, ταιριάζουν όμως σε μία και μόνη θέση τελικά, και ο εντοπισμός της δυσδιάκριτης αυτής διαφοράς ανάμεσα στο ένα και το άλλο είναι που ικανοποιεί τον σκυμμένο επί μέρες πάνω από το τραπέζι παίχτη.

Κάποιες ιστορίες του μυθιστορήματος τις ολοκληρώνει ο Περέκ, κάποιες ο αναγνώστης και κάποιες η ίδια η ζωή, ενώ δεν ήταν λίγες εκείνες που έμειναν ανοιχτές για μια επόμενη ανάγνωση ίσως.

(το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Yusra)

Μετάφραση Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις Ύψιλον

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου