Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ου μοιχεύσεις





Διαβάζω ένα βιβλίο τη φορά αδυνατώντας να διασπάσω τον αναγνωστικό μου χρόνο. Συνήθεια παλιά στα όρια της εμμονής. Αναφέρομαι, προφανώς, στην ψυχαγωγική ανάγνωση.

Ακόμα και αν πρόκειται για πολυσέλιδο ανάγνωσμα ή για συλλογή διηγημάτων δε διαχωρίζω τα διαβάσματα σε πρωινά ή βραδινά, εσωτερικού ή εξωτερικού χώρου. Νιώθω πως έτσι σέβομαι τον κόπο του συγγραφέα, δίνω τον απαραίτητο χρόνο και χώρο στο κάθε βιβλίο που κατάφερε να αποτελέσει αναγνωστική μου επιθυμία. Δε νιώθω την υποχρέωση να διαβάσω κάποιο βιβλίο, μόνο τη θέληση.

Δεν κατηγορώ όσους απιστούν, απλώς δεν αντιλαμβάνομαι την τακτική τους. Είναι κάτι το οποίο αδυνατώ να κάνω, αν και το δοκίμασα μια ή δυο φορές κατά το παρελθόν, δε μου φάνηκε γλυκός ο καρπός της αμαρτίας, δεν είναι το στυλ μου.

Το τέλος ενός βιβλίου συχνά δεν ταυτίζεται με την ύστερη τελεία του συγγραφέα. Συχνά επιμένει να στριφογυρνά στη σκέψη καιρό μετά. Ρίχνει έτσι βαριά τη σκιά του στα επόμενα, το μυαλό αρνείται να εγκαταλείψει τη θύμηση. Στην περιγραφή της αίσθησης αυτής ταιριάζει το ρήμα στοιχειώνω. Είναι αλήθεια πως πρόκειται για ένα αρκετά σπάνιο φαινόμενο, μια εμπειρία μοναδική. Τότε είναι που χρειάζεται πειθαρχία. Αυτός είναι ο λόγος που αποφεύγω να ξεκινήσω κάτι καινούργιο την ίδια μέρα που τέλευσε το προηγούμενο ανάγνωσμα, θέλοντας να κοιμηθώ μαζί του μια ακόμα βραδιά πριν ξεκολλήσω την τιμή από τη ράχη του επόμενου και τσαλαβουτήσω στις πρώτες του φράσεις.  

Χαρακτηριστικό φετινό παράδειγμα το μυθιστόρημα του Ρούλφο, Πέδρο Πάραμο. Η τελευταία του σελίδα είχε και επόμενη, την πρώτη, δεύτερη ανάγνωση με πάθος και όρεξη μεγαλύτερες της πρώτης φοράς. Μετά τη δεύτερη ανάγνωση ολιγοήμερο κενό να καθαρίσει η ματιά, να κατακάτσει η σκόνη.

Η καταφυγή σε κάποιο απόσπασμα παλαιότερης ανάγνωσης είναι μία άλλη ιστορία, εδώ αναφέρομαι στην ανάγνωση που για μένα είναι αυστηρώς μια σχέση με δύο μέρη, τον αναγνώστη και το βιβλίο. Σχέση που συχνά χρειάζεται χρόνο για να καρπίσει, επιμονή και υπομονή, όπως όλες οι σχέσεις. Ποτέ δε θα μετανιώσω για το τετράμηνο εκείνο που πέρασα αναζητώντας παρέα με τον Προυστ το χαμένο χρόνο, μια περίοδο κατά την οποία ζούσα δύο ζωές, μία εντός και μία εκτός των σελίδων και νευρίαζα κάθε που η Αλπμερτίν εμφανιζόταν ξανά στο προσκήνιο της αφήγησης...


2 σχόλια:


  1. Κι εγώ δεν είμαι άπιστη γυνή κατά κανόνα, αν και οι κανόνες είναι για να καταστρατηγούνται. Πάντως η συστηματική ανάγνωση δυο λογοτεχνικών βιβλίων μαζί μου φαίνεται δύσκολη. Πώς μπορείς να ζεις στη ατμόσφαιρα δυο ιστοριών μαζί;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. «ένα κάρο αναπάντητα ερωτήματα» ή, αλλιώς, «η συνέχεια του χρόνου, της ζωής, του σύμπαντος».

    τι θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως συνεχόμενη ανάγνωση και τι ως διακοπτόμενη? το φαγητό, μια συζήτηση, ο έρωτας, μια φυσική ανάγκη δεν αποτελούν διακοπή του αναγνωστικού χρόνου? η ανάγνωση ενός κειμένου ειδησεογραφικού περιεχομένου? η ατμόσφαιρα της ίδιας της ζωής δεν είναι διακοπτόμενη? ένα παράδειγμα "σταματήματός" της δεν είναι και ο ύπνος (κοιμόμαστε και -τσουπ!- ένας άλλος κόσμος παρεμβάλλεται στο "πραγματικό(?)"). τα γεγονότα, οι προσλαμβάνουσες, η ίδια η καθημερινότητα (με την έννοια της επανάληψης συνηθισμένων κινήσεων και καταστάσεων) διακόπτονται από άλλα γεγονότα, προσλαμβάνουσες και μη καθημερινές (απρόβλεπτες) κινήσεις.

    πολλές φορές, κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, έχω σταματήσει σε μία σελίδα ή ακόμα και σε μία παράγραφο για ώρες (ίσως και μέρες ολόκληρες) διαβάζοντας ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις. και στο ενδιάμεσο ζω. εκτός βιβλίου. εκτός ανάγνωσης. απ’ τα λίγα πρώτα λεπτά που το μυαλό απ’ τις λέξεις του βιβλίου περνά στις πρώτες (σχετικές) σκέψεις, μέχρι ώρες μετά που έχει περάσει απ’ τους συνειρμούς σε (άσχετες) σκέψεις ρουτίνας.

    όπως ίσως ένας συγγραφέας που μπορεί να επεξεργάζεται ξανά και ξανά μια πρόταση, μια παράγραφο, ένα κεφάλαιο ή ακόμα κι ένα βιβλίο ολόκληρο. πόσο πιστός είναι κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας? αναρωτιέμαι, χωρίς να το ’χω διαβάσει, ποια να ήταν η ατμόσφαιρα στο μυαλό του προυστ όσο έγραφε το χαμένο χρόνο?

    θεωρητικά κάθε έργο είναι μια ολότητα, μια μοναδικότητα. είναι όμως? κι αν ναι, υπό ποια έννοια? ένα βιβλίο διηγημάτων μπορεί να γράφτηκε μέσα σε ένα διάστημα μιας δεκαετίας. το ίδιο κι ένα μυθιστόρημα. αν το δούμε από μια άλλη οπτική γωνία, δε θα μπορούσε μια ολιγοήμερη (ή ακόμη και ολιγόωρη) ανάγνωση να αποτελέσει μειωτική αντιμετώπιση μπροστά σε ένα έργο ζωής? (ειδικά αν αρνηθείς να παρεμβάλλεις στις σελίδες του την ίδια τη ζωή σου)

    υ.γ.(τρικ): ποια η διαφορά του να πλένεις πιάτα ενώ ακούς μουσική απ’ το να παρεμβάλλεις ποιήματα στα διαλείμματα ενός μυθιστορήματος?

    van silly

    ΑπάντησηΔιαγραφή