Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Το Βάρος - Jeanette Winterson






Κανόνας προσωπικός, μέχρι πρότινος απαράβατος, μην ξεκινάς βιβλίο την ίδια μέρα που τέλειωσες το προηγούμενο, πέρασε το σελιδοδείκτη, μπορείς, μα ύστερα κοιμήσου με τον πιστό, των τελευταίων ημερών, σύντροφο, μην τον προδώσεις για χάρη της λάμψης των προσδοκιών.

Τις πρώτες γραμμές θα κοιτάξω, είπα, μάλλον για να με πείσω πως δεν επρόκειτο για παράβαση, τις πρώτες τρεις γραμμές και ύστερα θα το κλείσω και θα το ακουμπήσω εδώ στο πλάι, μέχρι αύριο. Ύστερα είπα, μα είναι τόσο νωρίς ακόμα και έχω τόση διάθεση για διάβασμα. Ξενύχτησα.

Οι στρώσεις του ιζηματογενούς πετρώματος είναι σαν τις σελίδες ενός βιβλίου...
Η καθεμιά καταγράφει το ιστορικό της ζωής εκείνης της εποχής...
Δυστυχώς, το αρχείο είναι κάθε άλλο παρά πλήρες...
Το αρχείο είναι ελλιπέστατο...

Και οι σελίδες συσσωρεύονται, η μία μετά την άλλη, συνθέτουν διηγήσεις, το φανταστικό μπερδεύεται με το πραγματικό, τα όρια δυσδιάκριτα, ιστορίες δικές σου και αλλότριες, καταχωρήσεις σε τόμο κοινό, διασκευή της πραγματικότητας και επινόηση της ανάμνησης, με ή χωρίς τη θέληση του υποκειμένου· συντροφιά για τα κρύα βράδια, τότε που το ταξίδι στο παρελθόν κρίνεται απαραίτητο, οι φωτογραφίες στη βιβλιοθήκη και η θύμηση, τα καβαφικά κεριά και η εξέλιξη.

Η αφήγηση, από την πρώτη αρχή, μέσο για την κατανόηση του κόσμου, του μεγάλου και απέραντου κόσμου. Ο μύθος, καταφύγιο με αμυδρό φωτισμό, στη σκοτεινιά της ύπαρξης, αποκούμπι ύπνου
γλυκού, καθώς τα μάτια βαραίνουν.

Θέλω να ξαναπώ την ιστορία.

Από την αρχή, να με ακούσω και να ακουστώ, να πιάσω το νήμα της αφήγησης που διατρέχει τους αιώνες, να νιώσω μέρος του όλου, να προσαρμόσω τις συνθήκες στο σήμερα, ένα μικρό λιθαράκι, ίσα για να διακρίνει το μονοπάτι ο επόμενος, αν τυχόν υπάρξει.

Ο ελεύθερος άνθρωπος ποτέ δεν σκέφτεται τη φυγή. Στην αρχή δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε καν ο χώρος κι ο χρόνος. Θα μπορούσες να πετάξεις προς το μέρος μου το σύμπαν ολόκληρο κι εγώ θα μπορούσα να το πιάσω με το ένα χέρι. Δεν υπήρχε καν σύμπαν. Τότε ακόμα ήταν υποφερτό.

Τώρα όμως; Θέλω να ξαναπώ την ιστορία μα διστάζω, νιώθω άνετα στο ρόλο του ακροατή, σιγουριά πως κάποιος θα διηγηθεί ξανά την ιστορία με έναν τρόπο προσαρμοστικό και μοναδικό, δίχως να χαθεί μήτε στάλα μαγείας, πάντα κάποιος υπάρχει και εφησυχάζομαι, οκνηρία ή μήπως αδυναμία να ακούσω την ιστορία μου; Θαμπώνομαι από την ομορφιά, αποφεύγω τη βουτιά στα λιμνάζοντα ύδατα, σκύβω και κόβω το λουλούδι, να το φέρω στη μύτη να το μυρίσω, και ο σπόρος ίσως να βρίσκεται λίγο πιο πέρα, στα βάτα. Είναι ο σπόρος που πρέπει να διατηρηθεί, εκείνος θα φέρει την άνοιξη, όταν ο πάγος θα έχει κάψει όλα μας τα άνθη, όταν η ομορφιά θα έχει το χρώμα του βρώμικου χιονιού λίγο πριν εκείνο λιώσει, η διήγηση θα σώσει τον κόσμο, ξανά.  

Και η Γουίντερσον ξέρει να διηγείται και να αποπλανά, δίχως τη ματαιοδοξία του πρωτότυπου επιστρέφει στο πρώτειπο για να μας πει το μύθο του Άτλαντα και του Ηρακλή, για τη φιλία, τον έρωτα και την αβάσταχτη μοναξιά, για το βάρος. Και ας μην έχουν οι θεοί  του σήμερα πάθη, αφού οι εκπρόσωποί τους τους τιμώρησαν με ευνουχισμό, οι άνθρωποι συνεχίζουν να υποφέρουν και να λαχταρούν, και όταν φοβούνται και νιώθουν μικροί τότε κάποιος πρέπει να βρεθεί να ξαναπεί την ιστορία από την αρχή.



Μετάφραση Λεωνίδας Καρατζάς
Εκδόσεις Ωκεανίδα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου