Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σάββατο πρωί




Υπάρχουν και εκείνοι, είπε, που προτιμούν να ποντάρουν εναντίον της ίδιας τους της ομάδας, αντί να βάλουν τα δυνατά τους για την υπέρβαση, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι; Δεν ήμουν σίγουρος. Μόλις είχα αφήσει κάτω το ολιγοσέλιδο διήγημα και αναλογιζόμουν το ενοικιαστήριο που είδα στην είσοδο της πολυκατοικίας, δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, εκείνος είχε διάθεση αφοριστική, εγώ σκεφτόμουν εκείνη, ακόμα. Ακολουθούσε πάντα την ίδια τακτική· πρώτα, όλο φαινομενική αυτοπεποίθηση, έλεγε: να σου δώσω να διαβάσεις κάτι που έγραψα; Ύστερα έκοβε βόλτες στον χώρο. Μόλις τελείωνα την ανάγνωση, δεν με ρωτούσε ποτέ τίποτα, επιχειρούσε θεαματικά να αλλάξει θέμα συζήτησης, μια ξαφνική συστολή· έτσι και αυτή τη φορά. Όμως τώρα είχε καταφέρει, ασχέτως αν το επιδίωξε ή όχι, να με εμπλέξει συναισθηματικά, και το μόνο που ήθελα ν' ακούσω ήταν μια ενδελεχή και πολύλογη ανάλυση του διηγήματος εκ μέρους του, ήθελα να μου πει πότε και κυρίως πώς του ήρθε η αρχική ιδέα, οι χαρακτήρες και η τελική έκβαση, όμως πραγματικά, και ας είμαι ειλικρινής, έστω και εκ των υστέρων, ένα ήθελα να μάθω, το πιο χαζό: ήταν αλήθεια;

Δίστασα να πλησιάσω, δεν θα άντεχα να πέσω πάνω της στην είσοδο της πολυκατοικίας. Ο εγωισμός, όλα γι' αυτόν. Συνειδητά είχα διαλέξει τη διαδρομή, όλο και συχνότερα τον τελευταίο καιρό περνούσα από εκεί, κάνοντας έναν μικρό κύκλο επιστρέφοντας στο σπίτι μου, μια δόση καθημερινής περιπέτειας. Περπατούσα, ως συνήθως, σκυφτός στο απέναντι πεζοδρόμιο, ρίχνοντας αποτυχημένα διακριτικές ματιές προς τα εκεί, με τον φόβο της συνάντησης να μεταμορφώνεται πότε σε λαχτάρα και πότε σε αηδία· τότε ήταν που είδα το ενοικιαστήριο, λίγες μέρες πριν. Από εκείνη την ημέρα δεν επέστρεψα, δεν θα είχα δικαιολογία πια να μην ελέγξω τις θυροκολλημένες πληροφορίες, και η γνώση ήταν κάτι που με τρόμαζε, προτιμούσα τις μοναχικές υποθέσεις. Και τώρα αυτό, μια ιστορία, πάντα μια ιστορία, για να νιώθει κανείς πρωταγωνιστής, καθένας, λένε, βλέπει αυτό που θέλει να δει. Έχουν δίκιο. Ίσως να αναφέρονται κυρίως στους αναγνώστες ή καλύτερα σε εκείνους που θεωρούν εαυτούς αναγνώστες. Σκέφτηκα να διαβάσω το διήγημα ακόμα μια φορά, εκεί ίσως βρεθούν οι απαντήσεις, του ζήτησα την άδεια, εκείνος χαμογέλασε και πήγε στην κουζίνα.

Ο ήρωας ερωτεύτηκε την ηρωίδα μόλις την είδε, εξαιτίας της θλίψης που φώλιαζε στο βλέμμα της, έτσι έγραφε, και εγώ πίστευα πως μπορούσα να αντιληφθώ το ακριβές συναίσθημα και να εικονοποιήσω το βλέμμα, προσαρμοσμένο προφανώς σε εκείνη, αν και δεν ήξερα, παρά πολύ αργότερα, πως ήταν εκείνη η θλίψη που με μαγνήτισε από την πρώτη στιγμή, εντούτοις μου φαινόταν κάπως πομπώδης η χρήση του ρήματος φωλιάζω, και το σημείωσα αχνά, με μολύβι, στο προνοητικά ευρύχωρο περιθώριο της εκτύπωσης. Πάντοτε την αχόρταγη πρώτη ανάγνωση ακολουθεί η πιο συγκρατημένη δεύτερη, της επιμέλειας και των ενστάσεων, των διορθώσεων, των: εγώ θα το έκανα έτσι. Και γιατί τον χώρισε έτσι ξαφνικά; Τον ρώτησα όταν μπήκε πάλι στο δωμάτιο. Γιατί, είπε, αφού πρώτα κάθισε στον καναπέ και άναψε τσιγάρο, δεν υπήρχε πια κάτι άλλο πάνω του για να αλλάξει, τον είχε φέρει στα μέτρα της, όμως δεν έπαυε να είναι απλώς ένα πιστό αντίγραφο του αυθεντικού, και η ομοιότητα, αντί για έλξη, είθισται να δημιουργεί αποστροφή. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, έτσι;

3 σχόλια: