Δευτέρα, 8 Σεπτεμβρίου 2014

Αναμνήσεις από το ρετιρέ - Γιώργος Λαμπράκος




Ύστερα από εντολή της Υπηρεσίας Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος, η αστυνομία εισέβαλε στο σπίτι του Μανόλη Αλεξανδράκη, τρεις μήνες μετά τον θάνατό του. Στην οθόνη του υπολογιστή του βρισκόταν το παρακάτω κείμενο.

Πρέπει να προλάβω να γράψω την ιστορία της ζωής μου, γράφει ο Μανόλης στην πρώτη πρόταση του κειμένου που ανακάλυψαν, μετά την έφοδό τους, οι αστυνομικοί και, λίγο πριν το αρχειοθετήσουν, το ονόμασαν, Αναμνήσεις από το ρετιρέ, μήνυμα που άμεσα μεταφράζεται: θέλω να διαβάσεις την ιστορία της ζωής μου· και πώς να αρνηθείς. Τουλάχιστον αρχικά, ο καθένας -θα έπρεπε να- έχει το δικαίωμα να διηγηθεί την ιστορία του. Διαφωνείς;

Είναι το πάθος και η λαχτάρα της κάθε απλής λέξης, που προσδίδουν το προσωπικό· και το πρωτοπρόσωπο της αφήγησης βέβαια, αλλά κυρίως το πάθος, η ανάγκη του γράφοντος να καταθέσει και να υπερασπιστεί τα έργα και τις ημέρες του, και στις αναμνήσεις του Μανόλη το πάθος ξεχειλίζει παρά την σκληρή προσπάθεια να δαμάσει το χάος, να τοποθετήσει σε σειρά τις σκέψεις, να αξιολογήσει, υπό το βάρος της αντίστροφης μέτρησης, την σημαντικότητα όσων έχει να διηγηθεί, αφήνοντας έξω το περιττό και το αχρείαστο, να μην χάσει το δρόμο του στα ατελείωτα σταυροδρόμια του πριν και του μετά, σύνθεση απαραιτήτως χρονική, καθώς πρόκειται για την ιστορία της ζωής του, υπακούοντας σε έναν εσωτερικό ρυθμό, πυρετικό, που περισσότερο μοιάζει με ριπή παρά με οτιδήποτε άλλο.

Εναλλακτικός τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να είναι: Το μανιφέστο της μονάδας.

Κατά βάθος είμαστε όλοι μονάδες. Όμως ο πολιτισμός μάς έχει κάνει να πιστεύουμε πως δεν είμαστε μονάδες. Ο πολιτισμός καταβάλλει κάθε προσπάθεια προκειμένου να δημιουργήσει κάθε είδους σχέση, επαφή, επικοινωνία. Στόχος μου είναι να καταβάλλω κάθε προσπάθεια προκειμένου να καταστρέψω κάθε είδους σχέση, επαφή, επικοινωνία.

Μια μεταεφηβική οργή διαπερνά το κείμενο, μία εμμονή στο ασυμβίβαστο, στην ευθεία αντιπαράθεση με τους τοίχους που υψώνονται στη διαδρομή. Σε κάποια σημεία ο "ώριμος" αναγνώστης ίσως να ενοχληθεί, το γιατί όμως δεν είναι ξεκάθαρο και αυτό θα συνεχίζει να τον τριβελίζει παρά την φαινομενική βεβαιότητα των εξωτερικών του αντιδράσεων. 

Αναπόφευκτα στο νου, και σε αντιδιαστολή με το ρετιρέ, ακόμα και με εκείνο το μόνο κατ' όνομα ρετιρέ της μονοκατοικίας, έρχεται το ντοστογιεφκικό (ημι-)υπόγειο. Εδώ, στη θέση του παραθύρου στο ύψος του δρόμου, ο αφηγητής "έρχεται σε επαφή" με τον κόσμο μέσω του ψηφιακού αντιστοίχου του, το διαδίκτυο, στην επιφάνεια των πραγμάτων, δίχως καμία εμβάθυνση, εκεί που κατά τον αφηγητή υπάρχει όλη η ουσία. Μια δυστοπία παρούσα στο σήμερα και όχι τοποθετημένη, ως είθισται, σε κάποιο απώτερο μέλλον, πορευομένη από μία εσωτερική ανάγκη για μοναδικότητα, που μάχεται υπέρ της αποξένωσης και ενάντια σε κάθε μορφής συνάντηση, μετατρέποντας σταδιακά το λόγο από αυτοβιογραφικό σε αποστολικό. Στοχασμοί, κρίσεις και αφορισμοί, παρεμβάλλονται, ενσωματώνονται και συνυπάρχουν στην αφήγηση, όχι ιδιαιτέρως αρμονικά. Ευτυχώς. Ναι, ευτυχώς.

Και κάπως έτσι εκείνο που αρχικώς είχε τον τίτλο: Δικαίωμα του καθενός στην διήγηση της προσωπικής του ιστορίας, μετατρέπεται σε Επιθυμία του δέκτη να φτάσει μέχρι το τέλος.


Εκδόσεις Γαβριηλίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου