Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

όταν ήμουν θνητός - Javier Marías




Δεν ήταν ακόμα ο καιρός να διαβάσω τα διηγήματά του, έτσι πίστευα· πρώτα θα ήθελα, αργά και σταθερά, να εξαντλήσω τα μυθιστορήματα, ύστερα θα ακολουθούσαν όλα τα υπόλοιπα, διηγήματα, άρθρα και δοκίμια· έτσι πίστευα. Δεν εξελίχθηκαν όμως έτσι τα πράγματα. Αρχικά ήρθε το δώρο από τη Μαδρίτη· ονόμασε το βιβλίο που θες, είπε, και εγώ θα σου το κάνω δώρο. Έτσι έγινε. Ύστερα ήρθε ο νόστος για την εποχή εκείνη και τη γλώσσα της. Ίσως απλώς τότε να εμφανίστηκε, ίσως να προϋπήρχε εκεί στο βάθος συγκεχυμένος και βουβός. Ίσως και όχι.

Είναι ξεκούραστα, του είπα όταν με ρώτησε: πώς σου φαίνεται που διαβάζεις στα ισπανικά; Αποκοπή από το βάρος της πραγματικότητας, βάρος διατυπωμένο, αναλυμένο, υπερτιμημένο στην ελληνική, τώρα, οι ξένες λέξεις, ακόμα και εκείνες οι γνώριμες και κατά το παρελθόν ειπωμένες, διέθεταν την απαραίτητη καθαρότητα, όχι μόνο οι λέξεις βέβαια, αλλά και η γραφή του, να σαγηνεύσουν το βλέμμα, να εγκλωβίσουν το μυαλό μακριά από την ανεπιθύμητη ελευθερία της διάσπασης.

Έως τώρα, είχαν προηγηθεί αποσπάσματα εκτεταμένα, για την αίσθηση του ρυθμού περισσότερο και πάντοτε ύστερα από την μεταφρασμένη ανάγνωση, το ολοκληρωμένο βήμα και η βουτιά στο πρωτότυπο λάμβανε διαρκή αναβολή. Ατολμία. Ένα πρωί σκέφτηκα: θα διαβάσω τα διηγήματα, αυτό θα κάνω. Ήταν η αναγκαία σκέψη για να ξεκλειδώσω. Απόπειρα να ξεγελάσω τη νοσταλγία, έστω και προσωρινά.

Κρατούσα σημειώσεις στα ισπανικά. Ύστερα, τις συνέκρινα με παλιότερες, εκείνες, τις ελληνικές, που αφορούσαν τα μυθιστορήματά του, και τις βρήκα παρεμφερείς και ταιριαστές, όπως άλλωστε και οι αναγνώσεις του έργου ενός δημιουργού που πάντα μοιάζει να αφηγείται την ίδια ιστορία με τους ίδιους δαίμονες να τριγυρνούν. Η μνήμη, η παρακολούθηση, η αυτοκτονία, η δολοφονία. Το πρόσωπο, η μάχη, η λόγχη, το πτώμα. Και η αγάπη, σε όλες τις εκφάνσεις.

Αποχαιρέτησα για πάντα τον καλύτερο μου φίλο χωρίς να ξέρω ότι το έκανα, γιατί την επόμενη νύχτα, με υπερβολική καθυστέρηση, τον ανακάλυψαν πεσμένο στο κρεβάτι με μια λόγχη στο στήθος και μια άγνωστη γυναίκα στο πλάι του, πεθαμένη και αυτή αλλά χωρίς το φονικό όπλο στο σώμα της γιατί το όπλο ήταν το ίδιο και είχε χρειαστεί να το τραβήξουν αφού το είχαν καρφώσει σ' αυτήν πρώτα, για να αναμείξουν το αίμα της με το αίμα του καλύτερού μου φίλου.
Εκτός όλως των άλλων αναζητούσα και αυτό: την ισότιμη ένταξη των διηγημάτων στο έργο του. Και τη βρήκα. Και να σκεφτεί κανείς πως τα έντεκα από τα δώδεκα διηγήματα της συλλογής υπήρξαν προϊόν παραγγελίας, ακόμα και έτσι είναι αδύνατο τελικά να πεις μια ιστορία που δεν σε ενδιαφέρει, εάν όντως υπάρχουν ιστορίες που σε ενδιαφέρουν και δεν προσποιείσαι, στον ίδιο σου τον εαυτό πρωτίστως. Αν όντως συμβαίνει αυτό, τότε ακόμα και τα προσχέδια μυθιστορημάτων -βλέπε το διήγημα Στο γαμήλιο ταξίδι, και την σχέση του με το μυθιστόρημα Καρδιά τόσο άσπρη- αποτελούν λογοτεχνία.

Η σχεδόν παιδική ανάγκη του αφηγητή να απολογηθεί για την αναταραχή που θα προκαλέσει στην ακίνητη θάλασσα του παρελθόντος, η αναφορά στο αίτιο που ενεργοποίησε την μνήμη. Ένα μόνο από τα στοιχεία που με συγκινούν.

Διαβάζοντας στα ισπανικά ένιωσα επίσης κάτι ακόμα, πολύ όμορφο, ένιωσα πως διαβάζω τον ίδιο συγγραφέα που οι μεταφράστριες του στα ελληνικά μου είχαν συστήσει, πέρα από την επιλογή μιας λέξης αντί για άλλης που μικρή σημασία έχει, η αίσθηση είναι πως διαβάζεις Μαρίας, και αυτό έχει σημασία.



Μετάφραση Βιβή Φωτοπούλου
Εκδόσεις Σέλας

3 σχόλια:

  1. Έχεις δίκιο. Η γλώσσα στο πρωτότυπο, ειδικά για την ποίηση, αλλά και για την πεζογραφία (διηγήματα)
    προσφέρει μια άμεση επαφή με το σώμα της λογοτεχνίας και την ψυχή του καλλιτέχνη.
    Καλή εβδομάδα
    Πατριάρχης Φώτιος

    ΑπάντησηΔιαγραφή