Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Εμείς τα θηρία - Justin Torres



Θέλαμε περισσότερα. Χτυπούσαμε το πίσω μέρος των πιρουνιών μας στο τραπέζι και τα κουτάλια μας στα άδεια πιάτα· πεινούσαμε. Θέλαμε πιο δυνατά τον ήχο, θέλαμε περισσότερη φασαρία. Ανεβάζαμε την ένταση της τηλεόρασης μέχρι που πονούσαν τα αυτιά μας από τις φωνές των θυμωμένων αντρών στην οθόνη. Θέλαμε πιο πολλή μουσική στο ραδιόφωνο· θέλαμε ρυθμό· θέλαμε ροκ. Θέλαμε μυς στα αδύνατα μπράτσα μας. Είχαμε κόκκαλα πουλιών, κούφια και ανάλαφρα, και τα θέλαμε πιο πυκνά και βαριά. Ήμασταν έξι χέρια που άρπαζαν και έξι πόδια που βροντοχτυπούσαν· ήμασταν αδέλφια, αγόρια, τρεις μικροί βασιλιάδες έτοιμοι να χύσουν αίμα για περισσότερα.

Θέλαμε περισσότερη σάρκα, περισσότερο αίμα, περισσότερη ζεστασιά.

Η ανάγκη του αφηγητή για επιστροφή στο παρελθόν, χρήση παρατατικού και αόριστου χρόνου. O διαχωρισμός του τότε από το τώρα, η -φαινομενική- ασφάλεια που προσφέρει το σήμερα, το σκληρά και επώδυνα σφηρηλατημένο σήμερα, η τελική αναμέτρηση με το χρόνια ανείπωτο, η επούλωση της πληγής, βλέψεις, ψιθυριστά διατυπωμένες, για επανεκκίνηση. Όλα αυτά αρχικώς. Ύστερα, το αφηγηματικό τώρα παγιδεύει τον συγγραφέα, επιχειρώντας ξεκαθάρισμα βρίσκεται ξανά εκεί. Ενεστώτας. Μην τα ρίχνουμε όμως όλα στην τεχνική. Η νοσταλγία ομορφαίνει τις στιγμές, πάντα. Ανθρώπινη η ροπή στον εξωραϊσμό, πώς αλήθεια να μονοχρωματίσεις το παρελθόν σου;

Στιγμιότυπα μιας εύθραυστης ενηλικίωσης, εκεί που ένα οικογενειακό δείπνο δεν ξέρεις πώς θα εξελιχθεί, καθώς ο χορός από τον τσακωμό απέχει ελάχιστα, σε βαθμό εξοργιστικό, σαν η ζωή να πρόκειται απλώς και μόνο για μια συγκυρία, η απουσία δόλου αναγνωρίζεται, αν και με δυσκολία βέβαια, αλλά τι σημασία έχει; Πάντα η ίδια δικαιολογία: Δεν είχα πρόθεση, προσπαθούσα για το καλύτερο.

Εκείνο που λείπει από το χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια μυθιστόρημα του Τόρρες είναι μια φωτογραφία από μηχανή Polaroid στη θέση του κάθε τίτλου. Το λευκό κάδρο, τα ξεθωριασμένα χρώματα και τα παγωμένα από το φλας πρόσωπα· αισθητικό, και όχι μόνο, συμπλήρωμα της επιλογής για αφαίρεση και αποσπασματικότητα. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, καθώς το τέλος του κάθε κεφαλαίου έδινε το περιθώριο ολιγόστιγμης παύσης, αναλογιζόμουν το Tarnation, του Jonathan Caouette, ταινία με το δικό της μύθο, καθώς ο δημιουργός, με μηδαμινό μπάτζετ και πρώτα υλικά το οικογενειακό αρχείο, φωτογραφίες, βίντεο, ηχητικά μηνύματα από τον τηλεφωνητή, μόνταρε την δική του ιστορία ενηλικίωσης δίπλα στη σχιζοφρενή μητέρα του. Ταινία από την οποία εκπορεύεται μια, τόσο δυσεύρετη στο είδος της, αύρα αυθεντικότητας, παρόμοια με εκείνη της πρώτης ταινίας του ταλαντούχου Xavier Dolan, I killed my mother.

Η επιλογή για παράθεση στιγμιοτύπων, αρχικώς, φαντάζει καταφύγιο για τον αφηγητή -και για τον αναγνώστη-, βαθιά ανάσα και βουτιά, ασφαλής επιστροφή στο τώρα. Ύστερα όμως, καθώς η κατάδυση επαναλαμβάνεται, το κάδρο ανοίγει, τα κομμάτια ενώνονται και βαραίνουν, η επιστροφή δυσκολεύει, και αν δεν επιστρέψεις πώς θα προχωρήσεις;



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)



Μετάφραση Θωμάς Σκάσσης
Εκδόσεις Πατάκη




1 σχόλιο: