Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Κάτω απ' το φως του ήλιου



Κάτω απ' το φως του ήλιου όλα μοιάζουν ασήμαντα, είπε, αφού πρώτα προλόγισε: κάποτε έγραφα στίχους. Ασυναίσθητα κοίταξα προς τον ουρανό, ούτε ένα σύννεφο. Σχεδόν ταυτόχρονα, σκεφτόμουν πως ήταν ακριβώς η προτροπή του αδράγματος της στιγμής εκείνη που με πετούσε έξω απ' το παρόν, προκαλώντας ένα άγχος: τώρα ή ποτέ. Συνέβαινε ακόμα μια φορά, τώρα όμως έπαιρνε μορφή λεκτική, μεταμόρφωση μάλλον άχρηστη σε επίπεδο πρακτικό. Σκεφτόμουν με αν, πράγμα διόλου πρωτότυπο. Αν ήμουν σίγουρος, σκεφτόμουν, πως θα την έβλεπα ξανά, όχι μία, αλλά πολλές φορές, θα με κατέκλυε μια ηρεμία, μια ηρεμία κατά παραγγελία, μια ηρεμία τόσο ποθητή. Δεν της φανέρωσα καμία από αυτές τις σκέψεις, πίστευα πως θα ακουγόταν δήθεν. Τώρα το έχω μετανιώσει. Προφανώς, το έχω μετανιώσει.

Θα πω όμως την ιστορία. Βράδυ καλοκαιριού. Ζέστη. Η πλατεία γεμάτη κόσμο. Η αλήθεια είναι πως περισσότερο έμοιαζε με προαύλιο εκκλησίας παρά με πλατεία, παρότι καμπάνα δεν χτυπούσε· η σκιά του ναού αρκούσε. Μπύρες, τσιγάρα και πολυλογία, ένα συνηθισμένο βράδυ με φίλους δηλαδή. Παράξενο πώς διαμορφώνονται τα στέκια, παράξενο και πώς εγκαταλείπονται από τη μια μέρα στην άλλη. Εκείνη καθόταν λίγο πιο πέρα με μια φίλη της. Ήταν όμορφη. Υπέθεσα, δηλαδή, πως ήταν όμορφη, με την πρώτη ματιά. Ήρθε σε μας τέσσερις ή πέντε φορές να ζητήσει αναπτήρα, είχα δεύτερο, δεν σκέφτηκα να της τον δώσω. Επιβεβαίωσα πως ήταν όμορφη. Δεν θα έβρισκα το θάρρος να της το πω, ούτε σε κανέναν άλλον το είπα, να γλιτώσω τουλάχιστον την καζούρα και τις προτροπές. Αργότερα εκείνη σηκώθηκε, έκανε τον γύρο της πλατείας, αναζητώντας κάτι από τις άλλες παρέες, σε εμάς δεν ήρθε. Σχεδόν παρεξηγήθηκα. Προσβολή εμπορικών σχέσεων, σκέφτηκα με μια διάθεση χιούμορ. Επέστρεψε. Πριν φύγει μας πλησίασε, άπλωσα μηχανικά το χέρι με τον αναπτήρα· όχι, όχι, είπε και μου έδωσε ένα χαρτί, χαιρέτισε και έφυγε σχεδόν τρέχοντας. Έτσι γνωριστήκαμε. Ήταν γλυκιά η καζούρα.

Δυο μέρες, σκάρτες, τόσο κράτησε η ιστορία. Της γνωριμίας ακολούθησε ένας ατέλειωτος καφές. Πριν φτάσω σκεφτόμουν: τι διάολο θα βρούμε να πούμε. Κι όμως  βρέθηκαν πολλά. Η απουσία αμηχανίας είναι εμπειρία φοβερή. Η έλξη αναπλήρωνε τα κενά. Η εξέλιξη φυσιολογική. Την επόμενη μέρα η βόλτα κατω απ' το φως του ήλιου, εμένα δεν μου φάνηκε τίποτα ασήμαντο, συγγνώμη. Στο τέλος της βόλτας ο σταθμός του τρένου. Επέστρεψα σπίτι απ' την ίδια διαδρομή, κάνοντας διάφορες σκέψεις, ασυνάρτητες μεταξύ τους: η πέραν κάθε λογικής προοπτική να τη συναντήσω ξανά, η επιθυμία να ξαπλώσω, ο συμπαγής χαρακτήρας της ιστορίας με την ευδιάκριτη αρχή, το μεσαίο μέρος με την κορύφωση και το ακαριαίο τέλος, που θα αποτελούσε ενέχυρο για την -τόσο αναγκαία- συντήρηση της λάμψης του μύθου στο μέλλον, η επιθυμία να μην διηγηθώ σε κανέναν τι πραγματικά συνέβη.     


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου