Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Ήθελα να πετάξω - Carlo Lucarelli





Ξεφύλλιζα τις νέες εκδόσεις, αδιακρίτως. Είχα μόλις διαβάσει μια υπέροχη μελέτη, τη Δόξα των σιδηροδρόμων του Tony Judt, ένιωθα αναγνωστικά ανοικτός. Διαβάζω στο οπισθόφυλλο: "Σε μια Μπολόνια που δεν είναι πια η ίδια, ένας κατά συρροήν δολοφόνος επιβάλλει τη δική του δικαιοσύνη απέναντι στην αδικία που αντικρίζει γύρω του".  Σε μια Μπολόνια που δεν είναι πια η ίδια. Πρώτα, παρατηρώ το δεύτερο όμικρον, για μένα πάντα θα είναι ωμέγα, και ας είμαι θεωρητικά υπέρ της ορθογραφικής απλοποίησης, Μπολώνια λοιπόν. Ύστερα, συνειδητοποιώ πως η Μπολώνια όντως δεν είναι πια η ίδια, ποτέ δεν θα είναι, ούτε εκείνη, ούτε εγώ. Πάνε δέκα χρόνια από τότε. Δεν ήταν ίδια ούτε όταν γύρισα ένα καλοκαίρι με τους ελάχιστους γηγενείς γνωστούς να λείπουν μακριά από την τερατώδη υγρασία, επωφελούμενοι της ακαδημαϊκής παύσης, και εγώ να επισημαίνω συνεχώς στον Α. τα μέρη και τις αναμνήσεις. Έμοιαζε, αλλά δεν ήταν η ίδια πόλη.

Δεν χρειάζεται νομίζω να προσπαθήσω περαιτέρω να εξηγήσω γιατί διάβασα τελικά το βιβλίο του Λουκαρέλι. 

Ήταν μια αίσθηση.
Δεν ήταν θόρυβος, γιατί η μουσική του iPod γέμιζε τα αφτιά του απαλή και πυκνόρρευστη σαν λιωμένο κερί, ούτε ήταν κάποια σκιά ή κάποια κίνηση, γιατί, παρότι είχε σπάσει η λάμπα και το υπόστεγο ήταν σκοτεινό, εκείνος ήταν τόσο απορροφημένος στις σκέψεις του, που δεν θα καταλάβαινε τίποτα, ακόμα κι αν ήταν μέρα και είχε λιακάδα.
Ήταν μια αίσθηση.

Η μνήμη με πρόδιδε κατ' εξακολούθηση, οι οδοί μου θύμιζαν κάτι αλλά έπρεπε να ανατρέξω στον χάρτη για να προσανατολιστώ, τουλάχιστον με τις πλατείες και τα πάρκα δεν χρειάστηκε. Ένα έγκλημα είχε λάβει χώρα λίγα μόλις μέτρα από το σπίτι μου, το τότε σπίτι μου, πρέπει να διορθώσω και να πω. Ένα από τα πολλά εγκλήματα. Ο δολοφόνος φαίνεται να έχει κίνητρα πολιτικά, μια προσωπική απόδοση δικαιοσύνης. Αναπόφευκτα οι έρευνες, μετά την πρώτη δολοφονία με θύμα τον γιο σημαίνοντος μαφιόζου, επικεντρώνονται στον αναρχικό χώρο, έφοδοι σε σπίτια και καταλήψεις, προσαγωγές και ανακρίσεις. Bologna la rossa, Μπολώνια η κόκκινη, έτσι είναι γνωστή η πόλη με το αρχαιότερο ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, επιθετικός προσδιορισμός που προστέθηκε με τα χρόνια που πέρασαν και θα αφαιρεθεί με τα χρόνια που θα έρθουν.

Της έρευνας προΐσταται η αστυνόμος Γκράτσια Νέγκρο, ομορφιάς κανονικής και όχι υπερβολικής όπως θα περίμενε κανείς από έναν Ιταλό δημιουργό, κατά το στερεότυπο. Μια ερωτική ιστορία, αναμενόμενη και καλοδεχούμενη, τρέχει παράλληλα με την έρευνα. Διακριτικός κοινωνικοπολιτικός σχολιασμός από μεριάς συγγραφέα που δεν κουράζει. Ο Λουκαρέλι επιθυμεί να επενδύσει στην ατμόσφαιρα, άλλοτε τα καταφέρνει και άλλοτε εκβιάζει. Ο δολοφόνος μάλλον είναι ο αναμενόμενος, οπότε αν ψάχνετε για ένα δυνατό αίνιγμα δεν θα ικανοποιηθείτε.

Η ανάγκη για "επιστροφή" στη Μπολώνια δεν πληρώθηκε, δεν θα μπορούσε άλλωστε. Ωστόσο, αναδύθηκε η επιθυμία για νουάρ λογοτεχνία, μετά από καιρό. 


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Μετάφραση Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις Καστανιώτη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου