Δευτέρα, 23 Φεβρουαρίου 2015

Το τούνελ - Ernesto Sábato





Η επιστροφή, η κάθε επιστροφή, θέτει σε δοκιμασία την αναπόφευκτα ωραιοποιημένη, με το πέρασμα του χρόνου, νοσταλγία, απειλεί να γκρεμίσει όσα έχτισε, σε βάρος της μνήμης, η φαντασία, να επιφέρει τελικά την απογοήτευση. Ταξίδι στα θεμέλια του σήμερα, γι' αυτό και απαραίτητο, το οικοδόμημα σημαντικότερο της ανάμνησης, ο περιοδικός επαναπροσδιορισμός της πορείας ζήτημα ζωτικής σημασίας. Η αβεβαιότητα και η συσκότιση εντείνουν αυτή την ανάγκη για επιστροφή, η νοσταλγία θεριεύει, το παρελθόν, ανεμπόδιστο, δελεάζει και τρομοκρατεί. Τις τελευταίες εβδομάδες διάβασα ξανά, μετά από χρόνια, αρκετά βιβλία, βιβλία που κάποτε ένιωσα να μου ανατινάσσουν το μυαλό, διαμορφώνοντας, όχι απλώς τον μετέπειτα αναγνώστη, μα πολλά περισσότερα. Ανάμεσά τους το Τούνελ του Ερνέστο Σάμπατο. Πήρα το ρίσκο της αναμέτρησης με το παρελθόν, με την καθορισμένη από την ανάμνηση  προσδοκία, και δικαιώθηκα, γιατί κάποτε, σπάνια είναι η αλήθεια, η επιστροφή είναι ταξίδι ολάκερο και όχι απλή ρέπλικα του πρωτότυπου.

Αφήνω τις ημέρες μετά το τέλος της ανάγνωσης να περάσουν. Αναβάλλω διαρκώς τη στιγμή αυτή της καταγραφής, με αντικρουόμενα μεταξύ τους επιχειρήματα και σκέψεις. Σήμερα συνειδητοποιώ κάτι ενδιαφέρον. Είκοσι μέρες μετά, ο τυφλός σύζυγος της Μαρία Ιριμπάρνε, ένας χαρακτήρας δευτερεύων στο μυθιστόρημα, έχει αποκτήσει αυξημένη βαρύτητα στην αναγνωστική μου ανάμνηση, αντίστοιχη εκείνης της πρώτης φοράς. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, διαπιστώνοντας τον περιορισμένο ρόλο του, είχα σοκαριστεί. Τώρα, είκοσι μέρες μετά, αναζητώ τα αίτια της έλξης αυτής, που υπάγεται στη γενικότερη έλξη της λογοτεχνικής τυφλότητας. Αυτή είναι η πρώτη παρατήρηση.  
 
Θα είναι αρκετό να πω πως είμαι ο Χουάν Πάμπλο Καστέλ, ο ζωγράφος που σκότωσε τη Μαρία Ιριμπάρνε. Υποθέτω πως η δίκη βρίσκεται στη μνήμη όλων και πως δεν χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις για το άτομό μου.
Η ανάγνωση της πρώτης περιόδου. Η ανατριχίλα στη βάση του κρανίου. Μνήμη του σώματος. Η αποκάλυψη που προηγείται της αφήγησης. Η σκέψη πηδά στο μυθιστόρημα του Μαρίας, Καρδιά τόσο άσπρη, την πρώτη επαφή με το έργο του.

Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα ότι ένα από τα κορίτσια, όταν δεν ήταν πια κορίτσι και είχε πρόσφατα επιστρέψει από το γαμήλιο ταξίδι της, μπήκε στο μπάνιο, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, άνοιξε την μπλούζα της, έβγαλε το σουτιέν και σημάδεψε την καρδιά της με την κάννη του πιστολιού του πατέρα της, ο οποίος βρισκόταν στην τραπεζαρία με κάποια από τα μέλη της οικογένειας και τρεις καλεσμένους. Όταν ακούστηκε ο πυροβολισμός, πέντε λεπτά περίπου από τη στιγμή που το κορίτσι είχε φύγει από το τραπέζι, ο πατέρας δεν σηκώθηκε αμέσως, αλλά έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα σαν να είχε παραλύσει, με το στόμα γεμάτο, χωρίς να τολμάει ούτε να μασήσει ούτε να καταπιεί ούτε, πόσο μάλλον, να φτύσει την μπουκιά στο πιάτο· κι όταν επιτέλους σηκώθηκε και έτρεξε στο μπάνιο, εκείνοι που τον ακολούθησαν, είδαν πως, ενώ ανακάλυπτε το αιμόφυρτο σώμα της κόρης του κι έκρυβε μες στα χέρια του το κεφάλι του, συνέχιζε να περνάει την μπουκιά του κρέατος από τη μία στην άλλη πλευρά του στόματος, μην ξέροντας τι να την κάνει.

Παρατήρηση δεύτερη. Η διαμόρφωση των αναγνωστικών μου προτιμήσεων. Η λεπτή σημασιολογική διαφορά των φράσεων: μου άρεσε, με συγκλόνισε, με ενθουσίασε, μου ανατίναξε το μυαλό. Μια ακόμα μελλοντική επιστροφή, κιόλας προγραμματισμένη.

Παρατήρηση τρίτη. Η εκ των υστέρων συνειδητοποίηση της ανάγκης να διαβάσω κάτι δίχως φτιασίδια, δίχως ούτε έναν περιττό επιθετικό προσδιορισμό. Καθαρότητα. Η σύνδεση με τον Ξένο, αναπόφευκτη, σε συνδυασμό και με το Homo Faber του Φρις, μια προσωπική Αγία Τριάδα.

Παρατήρηση τέταρτη. Η σημαντικότερη. Το συναίσθημα της ασφάλειας στο τέλος της ανάγνωσης, η επιβεβαίωση της ύπαρξης ενός ακόμα ασφαλούς καταφυγίου.



υ.γ Κανένα κείμενο δεν θα είναι ποτέ αντάξιο ενός μυθιστορήματος όπως αυτό.



Μετάφραση Μάγια Μαρία Ρούσσου
Εκδόσεις Αστάρτη  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου