Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Αν δεν ξέρεις πώς να τελειώσεις μια ιστορία.




Αναζήτα την έμπνευση στη μη έμπνευση, του είπα, δίχως να το σκεφτώ, εκείνος μόλις είχε διαμαρτυρηθεί για την απουσία αυτής και εγώ μόνο να βοηθήσω ήθελα, μια ατάκα ήταν που θα μπορούσε να πέσει κάτω, όπως τόσες και τόσες από εκείνες, τις πολλές είναι η αλήθεια, που λέω, άλλες επιτυχημένες και άλλες όχι, έστω, λοιπόν, ας συμφωνήσουμε πως επρόκειτο για μία αποτυχημένη ατάκα, εκείνος, όμως, έκανε τον ήχο που περισσότερο απ' όλους με εκνευρίζει και με κάνει να νιώθω η τελευταία σε εκτίμηση, ακόμα και σε μένα την ίδια, τον ήχο με την άκρη της γλώσσας κολλημένη πίσω από τα δόντια και την απότομη αποκόλλησή της, αυτό το υγρό τσ, συνοδευόμενο από το ρίξιμο των ώμων, πλατάγισμα που θα μπορούσε να είναι ένα διακριτικό ξεφύσημα, ή μία έντονη μα άηχη σκέψη: είσαι ηλίθια, παραιτούμαι. 

Δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιδρούσε με αυτόν τον τρόπο, και ας του είχα εξηγήσει τόσες φορές πόσο τον μισώ, τον τρόπο του πρωτίστως μα και τον ίδιο τελικά. Βία λεκτική, που δήλωνε την απαξίωση προς το πρόσωπό μου, και ας ανακάλυπτε κάθε φορά μια καινούρια δικαιολογία για να με καθησυχάσει και να με πείσει πως τα πράγματα δεν ήταν έτσι αλλά αλλιώς, όπως εκείνος τα έκρινε την κάθε στιγμή, και πως εγώ είχα άδικο, για να εκφράσει ακόμα μια φορά, τόσο σύντομα χρονικά, την αποδοκιμασία του προς το πρόσωπό μου, εξασκώντας τη δεδομένη ικανότητά του να περιστρέφει την πραγματικότητα σύμφωνα με τη θέλησή του, δεν ήταν, άλλωστε, λίγες οι φορές που στην άρνηση μου να δεχτώ τα επιχειρήματά του, στην επιμονή μου να παραδεχτεί για μια γαμημένη φορά πως η αντίδρασή του ήταν φάουλ, να ζητήσει συγγνώμη ή να πει: θα προσπαθήσω την επόμενη φορά να μην αντιδράσω κατά αυτόν τον τρόπο· αυτό να πει απλώς, και όχι πως έχω δίκιο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που απηυδισμένος έκανε τον ήχο.

Αναζήτα την έμπνευση στη μη έμπνευση, του είπα. Εκείνος έκανε τον ήχο. Ύστερα κλείστηκε στην κουζίνα. Εκεί απομονωνόταν για να κάνει τα δικά του, εκεί, έλεγε, δεν τον ενοχλούσα με όλα όσα έκανα και που κατ' εκείνον μπορούσαν πάντα να περιμένουν για αργότερα ή να γίνουν στα σιωπηλά. Συμπλήρωνε βέβαια πως ήταν άβολο για εκείνον και πως θα προτιμούσε να μένουμε -ευτυχώς χρησιμοποιούσε τον πληθυντικό αυτό- σε ένα μεγαλύτερο σπίτι και να μην αναγκάζεται να καταφεύγει στην κουζίνα, όπου, έλεγε, δεν έχανα την ευκαιρία να χώνομαι με κάθε πιθανή και απίθανη δικαιολογία όπως το να βάλω ένα ποτήρι νερό ή να μαγειρέψω. Και εγώ έμεινα στο σαλόνι να κάνω τα δικά μου, όπως εκείνος τα ονόμαζε, περιμένοντας να περάσουν οι ώρες εκείνες και να βγει ξελαφρωμένος, να έρθει να κάτσει δίπλα μου στον καναπέ, όπως κάθε φορά, στην αρχή με το ύφος του σπουδαίου, και σιγά σιγά να με πάρει αγκαλιά, να βάλει τα πόδια του στο τραπέζι, κι εγώ να γείρω το κεφάλι μου στον ώμο του, αυτό περισσότερο απ' όλα μου άρεσε να κάνω, να γέρνω το κεφάλι μου στον ώμο του. Όμως, η μόνωση του σπιτιού ήταν τέτοια, που ύστερα από λίγο, όπως συνέβαινε συχνά, άκουσα τον ήχο από την κουζίνα, και γεμάτη ενοχές τον ρώτησα: μα τι έκανα πάλι;




(πρωτοδημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο Logotexnia21)  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου