Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Προβολή



Δεν ήταν εύκολο. Θύμιζε εκείνη τη σκηνή απ' το μυθιστόρημα του Άνταμς, ο Ντερκ Τζέντλυ κυνηγάει τη γάτα (που εσύ ακόμα δεν έχεις διαβάσει). Κάτι κάναμε λάθος, ήταν προφανές. Ήμασταν οι δυο μας. Τελικά τα καταφέραμε (όχι χωρίς να γδάρεις τα δάχτυλά σου στο κούφωμα της πόρτας). Ο διθέσιος, μετά το διάλειμμα για τσιγάρο, έμοιαζε με παιχνίδι. Ένιωθα τόσο ζεστός που πίστευα πως και μόνος μου θα τα κατάφερνα (το πιστεύω συχνά αυτό). Το φορτηγό δεν θα ερχόταν παρά την επόμενη μέρα. Άλλαξε το δρομολόγιο (μας είπαν), συγγνώμη για την αναστάτωση. Εσύ είπες: ας οργανώσουμε μια προβολή, ευκαιρία είναι (εγώ έβριζα). Στο μπαλκόνι, λάφυρο από κάποια μεθυσμένη επιστροφή, υπήρχε μια πινακίδα, που προειδοποιούσε για εκτέλεση έργων. Από τη μία πλευρά. Από την άλλη απειλούσε με φυλάκιση τους βανδάλους (αν τους πιάσουν). Ο δρόμος έκλεισε λίγο πριν πέσει ο ήλιος. Ο Λευτέρης από το ψιλικατζίδικο έβαλε τα αναψυκτικά, τα μπινελίκια και την μπαλαντέζα. Ήρθε και η αδερφή του (μαζί κρατούσαν το μαγαζί). Βολευτήκαμε (αν και έλειπε ένα τραπεζάκι για να απλώσουμε τα πόδια μας). Ακούστηκε η μουσική. Ξύπνησα. Ο καναπές ήταν στη θέση του στο σαλόνι. Εσύ κοιμόσουν.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου