Δευτέρα, 7 Δεκεμβρίου 2015

Από το πουθενά - Μισέλ Φάις




Δωμάτιο, απόγευμα. Άντρας και γυναίκα, τριάντα οκτώ χρονών, κάθονται διαγωνίως απέναντι σε όμοιες  βαριές πολυθρόνες. Στη μια πλευρά του τοίχου εφάπτεται ξύλινο ντιβάνι με σκληρό, ογκώδες μαξιλάρι, καλυμμένο όλο από κεραμιδί ριχτάρι με γεωμετρικά σχήματα. Κάποιες φορές στο μαξιλάρι υπάρχει ανοιγμένο χαρτομάντιλο, που η γυναίκα, μόλις ο άντρας μπει στο δωμάτιο, σπεύδει να εξαφανίσει πίσω από την πλάτη της.
Ο άντρας, όχι και τόσο σπάνια, περιμένει γύρω στα δέκα με δεκαπέντε λεπτά, σε μια στενή κάμαρα (πρώην κουζίνα), κρυμμένος πίσω από μπορντό βελούδινη κουρτίνα, μέχρις ότου η γυναίκα ξεπροβοδίσει το προηγούμενο ραντεβού κι αμέσως μετά τραβήξει το βαρύ σαν αυλαία ύφασμα.
Ο άντρας και η γυναίκα, αναλυόμενος και αναλύτρια, συναντιούνται στο ίδιο πάντα δωμάτιο, τις ίδιες πάντα μέρες και ώρες, εδώ και δέκα χρόνια, σχέση που ακολουθεί την απαραίτητη ιεροτελεστία της επανάληψης και της ρουτίνας, το πλαίσιο παραμένει πάντα σταθερό, για να μην επηρεάζει το περιεχόμενο. Εκείνο, το περιεχόμενο, αναπόφευκτα διαφοροποιείται, υπάγεται σε παράγοντες μεταβλητούς, διαθέσεις της στιγμής, εξωτερικά ερεθίσματα, όνειρα και σκέψεις, συναισθήματα κατά τη διάρκεια του χρόνου που μεσολάβησε, αλλάζει κατεύθυνση υπό το βάρος της σιωπής, από την επιλογή της μίας ή της άλλης λέξης, ένας αυτοσχεδιασμός, μια παρτίδα κάποιου αδιευκρίνιστου παιχνιδιού χωρίς ξεκάθαρους κανόνες και με αβέβαιες προσδοκίες και από τα δύο μέρη. Διαθέτει -συνήθως- τη δυναμική των σχέσεων, των πραγματικών σχέσεων, εκείνων των σχέσεων στις οποίες επενδύει κανείς κάτι από τον εαυτό του, και ακόμα περισσότερα, όπως το χρήμα για παράδειγμα, αλλά και τον εγωισμό του, στον βωμό ενός στόχου θολού, μια προσωπική δέσμευση, που πηγάζει από μια βαθύτερη ανάγκη, ενοχλητική στην αποκάλυψή της, λυτρωτική με έναν τρόπο ιδιαίτερο, όχι συχνά άμεσο και χειροπιαστό, αλλά λειτουργικό σε βάθος χρόνου, με την απαραίτητη σύγκριση με το παρελθόν, με την προϋπόθεση της ικανότητας της ενδοσκόπησης και της παρατήρησης του εαυτού από την κατάλληλη απόσταση.
Συνήθως πρώτος κάθεται ο άντρας και μετά η γυναίκα. Όταν συμβαίνει το ανάποδο, ο άντρας θα καθυστερεί στην τουαλέτα ή θα απενεργοποιεί το κινητό του.
Με το που κάθονται, τα χέρια τους ακουμπάνε στις ξύλινες γλυφές των μπράτσων, ενώ οι αναρριχώμενες τριανταφυλλιές από τον ταφτά στον πάτο και στην πλάτη, κάποιες φορές, δίνουν την εντύπωση πως τους τυλίγουν, πλέκονται σε αυχένα και πλευρά. Τον χειμώνα, συνήθως φοράνε ρούχα σε τόνους του γκρι, του καφέ και του λαδί, ενώ το καλοκαίρι του κεραμιδί, της ώχρας, του λευκού. Ο άντρας κάθεται κοντά στη μπαλκονόπορτα που βλέπει σε ακάλυπτο (κατά καιρούς, ακούει τη βροχή, ήχους από μαστορέματα, ενοίκους να μιλάνε στο τηλέφωνο, παιδιά να κλαίνε ή να γελάνε, σπανιότερα μυρίζει φαγητό ή καμένο ξύλο).
Ο Φάις, με μοτίβο, σχεδόν μουσικό, τις συναντήσεις του άντρα και της γυναίκας, παρεμβάλλει, με διάθεση αυτοσχεδιαστική, στιγμιότυπα, ιστορίες και διαλόγους, τρίτων προσώπων, διαφόρων ηλικιών και χαρακτηριστικών, με ετερόκλητες προσλαμβάνουσες και απόψεις, από διάφορα μέρη του κόσμου, φροντίζοντας να δίνει σκηνοθετικές οδηγίες σχετικά με τον χρόνο και τον χώρο, ορίζοντας το πλαίσιο, πριν δώσει τον λόγο στους χαρακτήρες του. Κάθε συνάντηση, από τις δέκα συνολικά που περιλαμβάνονται στο μυθιστόρημα, ρίχνει περισσότερο φως -ή σκοτάδι- στη σχέση των δύο βασικών ηρώων, επιτρέποντας στον αναγνώστη-παρατηρητή να γίνει μέτοχος. Τα παρεμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να είναι σκέψεις, όνειρα, συναισθήματα του άντρα ή της γυναίκας, αλλά και να μην είναι. Θα ήταν όμως απλοϊκό να προσεγγίσει κανείς το βιβλίο αυτό απλώς ως ένα μυθιστόρημα με την παρεμβολή μικροδιηγημάτων, άδικο γι' αυτό που οραματίστηκε και τελικώς πέτυχε ο Φάις, δύσκολο να περιγραφεί και να μεταδοθεί ως εμπειρία, αν και τριγυρίζει στο μυαλό μου ο χαρακτηρισμός "λεκτικό μουσικό κομμάτι", και σίγουρα διαθέτει επίσης μια θεατρικότητα, όχι μόνο λόγο δομής και περιεχομένου, αλλά κυρίως λόγω της αίσθησης που αφήνει κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης, ανάγνωση που καλό θα ήταν να επαναληφθεί, με διαφορετικούς τρόπους, προσπερνώντας τις σκηνοθετικές οδηγίες για παράδειγμα, σε έναν συνεχή διάλογο, είτε μόνο του άντρα και της γυναίκας, είτε μόνο των δεύτερων προσώπων, είτε στο σύνολό τους. Ένα πείραμα γεμάτο ενδιαφέρον, όχι κενό νοήματος, χωρίς την παραμικρή διάθεση για επίδειξη της δεδομένης ικανότητας του δημιουργού του, που βρήκε την έμπνευση στη φόρμα αλλά δεν έμεινε εκεί.
Η γυναίκα κάθεται ανάμεσα σε σεκρετέρ και σε τραπεζάκι με πορτατίφ και βάζο. Στα χέρια της κρατάει σημειωματάριο. Σπανίως γράφει. Στο σεκρετέρ στοίβες από φακέλους και χαρτιά. Το πορτατίφ είναι μονίμως ανοιχτό, ενώ στο βάζο εναλλάσσονται άνθη εποχής. Η γυναίκα στο πέρασμα του χρόνου αλλάζει αποχρώσεις στα μαλλιά της κι ο άντρας γκριζάρει. Κάποια απογεύματα η πυρόξανθη γάτα της γυναίκας κυκλοφορεί ανάμεσά τους.
Όταν ανταμώνουν κι όταν αποχωρίζονται, ανταλλάσσουν στοιχειώδεις κουβέντες, σπανιότερα χαμογελούν, μόνο όταν χωρίζουν για μακρύ διάστημα ανταλλάσσουν και χειραψία.

Εκδόσεις Πατάκη

1 σχόλιο:

  1. Η ανάρτηση μου κέντρισε την περιέργεια! Θα το ψάξω άμεσα. Μιλ μερσί! (ΒασίληςΝ)

    ΑπάντησηΔιαγραφή