Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Το κάθετο ταξίδι - Enrique Vila-Matas




Παράξενα τα παιχνίδια του μυαλού. Σάββατο μεσημέρι, πάνε λίγοι μήνες, και διαβάζω την Πρόζα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Στην ανάπαυλα πριν το τελευταίο διήγημα της συλλογής συνειδητοποιώ ότι θα ήθελα να συνεχίσω με Βίλα-Μάτας, χωρίς να μπορώ να αιτιολογήσω με λογικά επιχειρήματα την απόφαση αυτή, ένιωθα την ύπαρξη μιας σύνδεσης, ίσως η αγάπη για τη λογοτεχνία που αναβλύζει έντονα από τα βιβλία του Καταλανού να ήταν το κλειδί, ίσως και όχι. Διαβάζω το τελευταίο διήγημα, πληρώνω και κατεβαίνω με γρήγορο βήμα προς το βιβλιοπωλείο, πλησίαζε τέσσερις η ώρα. Μπαίνω και ακολουθώ ευθεία πορεία προς το ράφι με το ποθητό βιβλίο. Δύο βιβλία του είχα αδιάβαστα: Το κάθετο ταξίδι και τη Νόσο του Μοντάνο. Δεν υπήρχε κανένα από τα δύο. Απογοήτευση. Η επιστροφή στο σπίτι ενέτεινε την απογοήτευση: εξαντλημένα. Διάολε.

Η αναγνωστική μετάβαση χάθηκε, η αναζήτηση ξεκίνησε. Σε άλλο βιβλιοπωλείο του κέντρου βρήκα τη Νόσο του Μοντάνο, τελευταίο αντίτυπο, σύμφωνα με το σύστημα υπήρχε και ένα αντίτυπο από το Κάθετο ταξίδι, στην πράξη όμως όχι. Το Κάθετο ταξίδι ήταν εκείνο που ήθελα να διαβάσω, αυτό που δεν έχει κανείς πιο έντονα ζητάει. Στα κεντρικά των εκδόσεων στάθηκα πιο τυχερός. Είναι τόσο λίγα τα εναπομείναντα αντίτυπα που πρακτικά το θεωρούμε εξαντλημένο, μου είπαν. Δεν με ένοιαζε πια.

Όταν ξαφνικά η μέρα έγινε νύχτα στη Βαρκελόνη και ξέσπασε η καταιγίδα, ο Φεδερίκο, που επί μια βδομάδα βρισκόταν στο χείλος της αβύσσου κι εκείνο το απόγευμα περιφερόταν άσκοπα, δεν είχε άλλη λύση παρά να βρει καταφύγιο σ' ένα μπαρ της πλατείας Λεταμέντι καθώς μουρμούριζε τη λέξη απελπισία. Όταν μπήκε στο μπαρ, είπε στον εαυτό του ότι έφτασε η ώρα να αντιμετωπίσει μια και καλή την κατάσταση πανωλεθρίας στην οποία βρισκόταν η ζωή του από τότε που η γυναίκα του, μια βδομάδα νωρίτερα, του είπε μέσα στο σκοτάδι της κουζίνας:

"Αν δεν σε φοβόμουν τόσο, αν είχα λίγο πιο δυνατό χαρακτήρα, θα τολμούσα τώρα να σου πω πόσο θα μου άρεσε..."

Μετά από πενήντα χρόνια γάμου, για την ακρίβεια την επόμενη μέρα του εορτασμού της χρυσής επετείου, η γυναίκα του, αφού πρώτα βρει καταφύγιο σε υποθετικές απειλές, θα μαζέψει όλο το κουράγιο της, κουράγιο συσσωρευμένο με τα χρόνια, και θα του ανακοινώσει ότι θέλει να μείνει μόνη της, ότι θέλει να χωρίσουν, ώστε να βρει τον απαραίτητο χώρο να αναζητήσει τον εαυτό της, να ζήσει όπως εκείνη επιθυμεί τα τελευταία χρόνια της ζωής της. Ο Φεδερίκο θα αργήσει να αντιληφθεί πως δεν πρόκειται για αστείο, πως δεν πρόκειται για μια κενή απειλή, για μία άσφαιρη εκπυρσοκρότηση εντυπωσιασμού. Όσο εκείνος δεν το αντιλαμβάνεται, τόσο εκείνη βρίσκει το απαιτούμενο θάρρος, τόσο εντείνεται η επιμονή στην επιθυμία της να μείνει μόνη. Ο εβδομηντάχρονος Φεδερίκο θα αναζητήσει καταφύγιο και κατανόηση στα τρία του παιδιά, μάταια. Συνταξιούχος, με άπλετο χρόνο και με τους φίλους του θαμμένους από καιρό, ο Φεδερίκο συχνάζει στο καφενείο. Εκεί, η αντροπαρέα θα τον συμβουλέψει να φύγει ένα ταξίδι, αυτή είναι η μόνη λύση.

Ο εβδομηντάχρονος Φεδερίκο βλέπει τη ζωή του να ανατρέπεται από τη βάση της, ό,τι θεωρούσε δεδομένο καταρρέει, αναγκάζεται, χωρίς να το θέλει, να αναλάβει δράση για να επιβιώσει. Η κωμική διάσταση του τραγικού, αλλά και η τραγική διάσταση του κωμικού είναι ένα από τα γνώριμα και αγαπητά χαρακτηριστικά της γραφής του Βίλα-Μάτας. Ο αφηγητής, επίδοξος συγγραφέας που γνωρίζοντας τον Φεδερίκο νιώθει πως έχει επιτέλους μια σπουδαία και ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί, διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο μυθιστόρημα, προσθέτοντας την προσωπική του πινελιά σε όσα συμφώνησε ο Φεδερίκο να του εκμυστηρευτεί, πινελιά που διαθέτει χαρακτηριστικά τόσο τεχνικά όσο και συναισθηματικά, προσωπικά του αφηγητή, ο οποίος κάποιες στιγμές απορροφάται περισσότερο από το έργο του ξεχνώντας τον Φεδερίκο, αλλά ταυτόχρονα αδυνατεί να απεμπλακεί εντελώς από τη συναισθηματική σχέση που αναπόφευκτα αναπτύσσει με τον ήρωά του. Με τη χρήση επαναλήψεων και με συχνές αναφορές στο συντελεσμένο μέλλον, αναφορές που σπάνε τον γραμμικό αφηγηματικό άξονα, προσδίδοντας μια χρονική κυκλικότητα, που έρχεται σε ενδιαφέρουσα αντίθεση με το κάθετο χωρικό ταξίδι του ήρωα, ο Βίλα-Μάτας μένει σταθερός στην παιγνιώδη και ταυτόχρονα σοβαρή αφήγηση, αφήνοντας εκτός τη βαρετή σοβαροφάνεια διαφόρων ομότεχνών του. Οι λογοτεχνικές αναφορές, πέραν της παρουσίας του αφηγητή συγγραφέα, είναι, όπως πάντα άλλωστε στα βιβλία του Βίλα Μάτας, καθοριστικές για την εξέλιξη της ιστορίας και μεταδίδουν γενναιόδωρα την αγάπη του Βίλα Μάτας για τη λογοτεχνία, ενός συγγραφέα -εξαίρεση δυστυχώς στον κανόνα- που διαβάζει με πάθος. 

Ένα ακόμα υπέροχο βιβλίο του Καταλανού συγγραφέα, που, παρά το γεγονός ότι αρκετά βιβλία του έχουν κυκλοφορήσει στα ελληνικά, τα τελευταία χρόνια έχει κάπως ξεχαστεί.

υγ. Παλαιότερα βιβλία του Καταλανού συγγραφέα στο μπλογκ:
                Δόκτωρ Πασαβέντο
                Μπάρτλεμπυ & Σία
                Το Παρίσι δεν τελειώνει ποτέ
                Δουβλινιάδα


Μετάφραση Ελένη Τσόκα
Εκδόσεις Καστανιώτη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου