Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου - Μαρία Ξυλούρη




Επί δεκατρείς μέρες έβρεχε στο Νιόφυτο.
Η βροχή άρχισε ένα πρωί με καταγάλανο ουρανό· τα σύννεφα ήρθαν αργότερα, σα να σύρθηκαν ανόρεχτα σε μια υπόθεση που δεν τα αφορούσε· στάθηκαν μαύρα και βαριά κι έκρυψαν το Νιόφυτο, το βουνό, τον κόσμο.

Είναι η ιστορία ενός ορεινού χωριού, του Νιόφυτου, που η πολυήμερη βροχή καταπόνησε το σαθρό του έδαφος και έκανε το χώμα να υποχωρήσει, παρασέρνοντας μαζί του ψυχές και κτίσματα, αναγκάζοντας τους κατοίκους του να αναζητήσουν μια νέα γη, δίπλα στη θάλασσα, τόπος που δεν άργησε να μετατραπεί σε θέρετρο, τώρα που η θάλασσα δεν φέρνει πειρατές και ληστές μα τουρίστες και ανάπτυξη. Δεν υπάρχει όμως τόπος που να μην έχει βουτηχτεί στο αίμα.

Κάποτε το χωριό χωρίστηκε στα δύο, ακολουθώντας το βάδισμα της χώρας, χωρίστηκε στα δύο επίσημα φέρνοντας στην επιφάνεια έχθρες και αντιδικίες χρόνων. Ο Λουκάς Ραγκούδης κατέδωσε τους κρυμμένους σε μια σπηλιά συγχωριανούς του. Για εσάς το έκανα, θα επαναλάμβανε στη γυναίκα του και στους γιους του. Εγκατέλειψαν το Νιόφυτο βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα νησί, ένα νησί που τα κύματα το παρασέρνουν στο πέλαγος, και τα πλοία δυσκολεύονται να το εντοπίσουν για να δέσουν στο λιμάνι του.

Ο πρωτότοκος γιος του Λουκά θα πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην πατρογονική εστία, σέρνοντας μαζί του και τον ίδιο, τον δράστη, στον τόπο του εγκλήματος, ελπίζοντας να μην διαιωνιστεί το μολυσμένο αίμα των Ραγκουδαίων ή έστω να αραιώσει αρκετά.

Η Μαρία Ξυλούρη βάζει δύο στοιχήματα στο τραπέζι, με αυτό το τρίτο της μυθιστόρημα, και τα κερδίζει. Το πρώτο σχετίζεται με την ιστορία· μέσα από την ιστορία του Νιόφυτου η Ξυλούρη περνάει αναπόφευκτα μέσα από χιλιοειπωμένες θεματικές συμπληγάδες, όπως ο εμφύλιος, η εποχή της ευμάρειας και η κρίση, αλλά αποδεικνύει πως ακόμα και το πιο τετριμμένο θέμα, αν ξέρεις και πετύχεις να το χειριστείς με τον κατάλληλο τρόπο, δεν απολύει τίποτα από τη δεδομένη του βαρύτητα, παρά τις πλείστες αποτυχημένες απόπειρες αναπαραγωγής και επανάληψής του από διάφορους δημιουργούς. Το δεύτερο στοίχημα έχει να κάνει με τα εκφραστικά μέσα της Ξυλούρη, με το πάντρεμα των λογοτεχνικών ειδών που αποπειράται. Ο μαγικός ρεαλισμός συνυπάρχει με το δηκτικό χιούμορ, το λαϊκό μυθιστόρημα με το μεταμοντέρνο και το γοτθικό. Ετερόκλητα, φαινομενικά τουλάχιστον, χαρακτηριστικά, που δείχνουν μία δημιουργό με ποικίλες αναγνωστικές προσλαμβάνουσες, επιρροές καλά χωνεμένες και τελικά επιτυχώς χρησιμοποιημένες, με σύνεση και χρηστικότητα, και όχι με διάθεση επίδειξης.

Οι παρεκβάσεις στο κύριο σώμα της αφήγησης, την ιστορία των Ραγκουδαίων δηλαδή, προσθέτουν  ρυάκια και παραποτάμους, μετατρέποντας μια νουβέλα σε μυθιστόρημα, και αν και κάποιες στιγμές ξενίζουν, καθώς η κυρίως ιστορία διαθέτει τη μαγεία εκείνη που σαγηνεύει τον αναγνώστη, αποτελούν ξεκάθαρη, και άρα σεβαστή, συγγραφική επιλογή. Έχοντας διαβάσει και τα άλλα δύο μυθιστορήματα της Ξυλούρη (Rewind, Πώς τελειώνει ο κόσμος), είναι διακριτός ο συνδετικός ιστός που, παρά τη σαφή θεματική αλλαγή, υπάρχει, γεγονός που, πέρα από την αναγνωστική οικειότητα, επιτρέπει την παρατήρηση της εξέλιξης της συγγραφέως. Υπάρχουν σελίδες, και μάλιστα αρκετές, δουλεμένες, θαρρείς, μέχρι το ανώτατο γλωσσικό όριο, σελίδες στις οποίες δεν περισσεύει ούτε μία λέξη, ενώ και η αφηγηματική φωνή "ακούγεται" ξεκάθαρη και δυνατή.

Η νυχτερινή βάρδια του καλλιγράφου είναι ένα μυθιστόρημα το οποίο πετυχαίνει κάτι σπάνιο και όμορφο· να απευθύνεται σε ένα μεγάλο μέρος του αναγνωστικού κοινού, χωρίς να προβαίνει σε εκπτώσεις.

υγ. Και την επιθυμία να διαβάσω ξανά Αντρέα Φραγκιά. Και αυτό θα πρόσθετα στις αρετές του βιβλίου.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


Εκδόσεις Καλέντη  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου