Πέμπτη, 12 Μαΐου 2016

Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας - Gabriel Garcia Marquez




Ήταν ακόμα πολύ νέος για να ξέρει πως η καρδιά μας αποβάλλει τις άσχημες αναμνήσεις και ωραιοποιεί τις καλές κι ότι χάρη σ' αυτό το τέχνασμα καταφέρνουμε ν' αντέχουμε το παρελθόν.

Ήμουν πολύ νέος όταν διάβασα τον έρωτα στα χρόνια της χολέρας, ούτε είχα ερωτευτεί ακόμα, ούτε είχα τόσες άσχημες αναμνήσεις για να αποβάλω. Ήταν το πρώτο, ή ίσως το δεύτερο καλοκαίρι που πήγα μόνος, χωρίς γονείς, διακοπές. Με δύο φίλους, δεν θυμάμαι πώς, επιλέξαμε τη Φολέγανδρο, τότε που ο γάιδαρος της καρτ ποστάλ έτρωγε ήσυχος το χορταράκι του ακόμα και Αύγουστο μήνα. Εκεί, στη Φολέγανδρο, εκείνο το καλοκαίρι, γνωρίσαμε μια παράξενη κοπέλα, παράξενη σύμφωνα με τα μυαλά και τα βιώματα που είχαμε τότε, γύρω στα εικοσιπέντε θα έλεγα τότε, ίσως και μεγαλύτερη θα έλεγα τώρα, η οποία έκανε μόνη της διακοπές και κουβαλούσε μαζί της τον Μάρκες. Είναι δύσκολο βιβλίο, τη θυμάμαι να λέει, αλλά μου αρέσει.

Ήταν η επιλογή μου για την πασχαλινή ανάγνωση. Ακόμα και τώρα, που τις γιορτές και τις σχόλες δουλεύω περισσότερο απ' όσο τις υπόλοιπες περιόδους, υπάρχει κάτι το συμβολικό, η ύπαρξη ενός χρονικού διαστήματος με ξεκάθαρη αρχή και τέλος, που μου δημιουργεί την ανάγκη να θέσω έναν αναγνωστικό στόχο. Φέτος, λοιπόν, αποφάσισα να διαβάσω ξανά, δεκαπέντε χρόνια μετά, τον Έρωτα στα χρόνια της χολέρας.

Στις πρώτες είκοσι σελίδες έπιασα τον εαυτό μου να σκέφτεται -υπεροπτικά και αφοριστικά-: έχω μεγαλώσει πια για να μπορεί ένα παραμύθι να με γοητεύσει, τα βιώματα και τα διαβάσματα που έχουν προηγηθεί έχουν αλλάξει τους συσχετισμούς ρεαλισμού-μαγείας. Θα συνέχιζα βέβαια την ανάγνωση έτσι και αλλιώς, ευτυχώς δηλαδή, γιατί αυτή η φωνή έχασε τη δύναμή της, σώπασε, έσκασε, δεν ξανακούστηκε. Όμως ακούστηκε, και της αξίζει αναφορά, ως μια μορφή υπενθύμισης:  δεν πα' να 'χεις μεγαλώσει, δεν πα' να 'χεις διαβάσει, δεν πα' να 'χεις κάνει ό,τι θες, ο Μάρκες έχει τον τρόπο να σε μαγέψει, κάθε σπουδαία ιστορία έχει τον τρόπο να σε μαγέψει.

Μία από τις πρώτες πρώτες παρατηρήσεις που έκανα, και που την πρώτη φορά αποκλείεται να είχε συμβεί, ήταν το γεγονός πως δεν υπήρχε κανείς ήρωας, έστω και με την πλέον ελάχιστη εμπλοκή στην πλοκή και την εξέλιξη της ιστορίας -ή να πω καλύτερα των ιστοριών;-του οποίου ο κύκλος να μην κλείνει. Εννοώ, καλύτερα διατυπωμένο, πως ο Μάρκες φροντίζει να πληροφορεί τον αναγνώστη για την κατάλληξη της ιστορίας του καθενός, ακόμα και αν αυτή συνοψίζεται στην πρόταση: πέθανε εκατό χρονών σε λεπροκομείο. Δεν υπάρχει τυχαιότητα, όλα είναι ελεγχόμενα, παρά την εντύπωση, και όχι άδικη, μήτε εσφαλμένη, πως ο Έρωτας στα χρόνια της χολέρας είναι ένα βιβλίο που έχει γραφτεί με την καρδιά. Μη γελιόμαστε, χωρίς το μυαλό η καρδιά δεν στέκεται.

Για την ιστορία δεν θα πω τίποτα. Ή, θα πω πολλά: είναι μια ερωτική ιστορία. Και θα το πω αυτό, για να προσθέσω κάτι ακόμα στον διθύραμβο που επιχειρώ να συνθέσω: είναι μια ερωτική ιστορία -εντάξει, όχι μόνο μία-, που αν κάποιος την απομονώσει, ή αν αποφασίσει κάποιος, που δεν είναι ο Μάρκες, να τη διηγηθεί, θα μετατραπεί σε κάτι γλυκανάλατο, κλισεδιάρικο και ενοχλητικό, που δεν θα απέχει πολύ από τη λογοτεχνία που δεν μου αρέσει, ούτε από τις τηλεοπτικές σειρές που φέρνουν κοντά τους γείτονες λαούς. Είναι ο τρόπος του να διηγείται ένας παράγοντας σημαντικός, είναι όμως ο κόσμος στον οποίον δίνει πνοή, όλα τα μικρά εκείνα στοιχεία, από τη βροχή και τη δυσωδία της αγοράς, μέχρι το νεκροταφείο και τον παπαγάλο που το έσκασε, που πείθουν πως εκεί, σε εκείνον τον τόπο και σε εκείνον τον χρόνο μια τέτοια ερωτική ιστορία είναι, όχι μόνο πιθανή, μα μάλλον δεδομένη. Ένα μυθιστόρημα λαϊκό, ίσως πιο λαϊκό δεν γίνεται, ένα μυθιστόρημα για όλους. Και όταν λέμε για όλους εννοούμε για όλους. Μαγκιά.

Κάπου πρέπει να χωρέσει μια ευγενική και ήπια προτροπή: διάβασέ το. Ας τη στριμώξω εδώ.

Δεν είναι απαραίτητα αρνητικό να έχει κάποιος, όπως εγώ, κακή μνήμη, όχι μόνο γιατί αντέχει καλύτερα το παρελθόν, αλλά και γιατί μπορεί να διαβάζει ξανά και ξανά τα αγαπημένα του βιβλία για παράδειγμα. Δεν θυμόμουν τίποτα. Τίποτα όμως. Ήταν σαν να έγινε πραγματικότητα η συνηθισμένη και άτοπη ευχή: θα ήθελα να ξαναέχω εκείνη ή την άλλη εμπειρία αλλά με το μυαλό που έχω σήμερα.

Σκέφτομαι εκείνη την κοπέλα, δεν θυμάμαι το όνομά της, με τους φίλους εκείνους δεν μιλάμε πια τόσο συχνά για να τους ρωτήσω. Εκείνη η κοπέλα, λοιπόν, απέφευγε να απαντάει ευθέως σε προσωπικές ερωτήσεις. Απόπειρα γοητείας ή φύλαξη του προσωπικού της χώρου; Δεν ξέρω. Κάποια μέρα, με το βιβλίο στο χέρι και το δάκτυλο για σελιδοδείκτη, είπε: σε έναν μήνα παντρεύομαι, γι' αυτό κάνω αυτό το ταξίδι μόνη. Μην κρυβόμαστε, εμείς δεν καταλάβαμε τίποτα απ' το δικό της το γι' αυτό. Απλώς ενισχύθηκε περαιτέρω η πεποίθησή μας περί της παραξενιάς της, και μόνο τώρα, που ξαναδιάβασα το μυθιστόρημα, έκανα τη σύνδεση, ίσως αυθαίρετη, δεν διαφωνώ, τότε απλώς αγόρασα το βιβλίο γυρίζοντας στην Πάτρα. Τώρα όμως έχω ανάγκη τον ατελή μηχανισμό της μνήμης, και την επιστροφή, όλο και πιο συχνά, σε μέρη γνώριμα.



Μετάφραση Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας
Εκδόσεις Λιβάνη

1 σχόλιο:

  1. υπέροχη ανάρτηση! Η ταξιδιώτισσα με τον Μάρκες υπομάλης στη Φολέγανδρο, πόσο κινηματογραφικό..

    ΑπάντησηΔιαγραφή