Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

Ένα κείμενο που να σε κάνει να γελάσεις






Λένε: όταν γράφεις, σ' έναν αναγνώστη συγκεκριμένο απευθύνεσαι. Και μάλλον άδικο δεν έχουν. Ακόμα κι αν δεν ξέρεις σε ποιον, εκείνη τη δεδομένη στιγμή που γράφεις. Λένε επίσης: όταν γράφεις, έναν συγκεκριμένο αναγνώστη επιθυμείς να γοητεύσεις. Ή να συγκινήσεις, θα συμπλήρωνα εγώ. Αυτά λέμε.

Σήμερα όμως σκέφτομαι κάτι διαφορετικό. Η αλήθεια είναι πως το σκέφτομαι από τότε που σε είδα πρώτη φορά να γελάς, ή που σε ονειρεύτηκα πρώτη φορά με την πλάτη γυρισμένη να γελάς. Θέλω να γράψω ένα -ναι, τουλάχιστον ένα- κείμενο που να σε κάνει ν' αρχίσεις να γελάς, να γελάς δυνατά, τόσο που να κοκκινίσει το πρόσωπό σου, και να γεμίσουνε δάκρυα τα μάτια σου. Με κάποιες παύσεις ανάμεσα στις προτάσεις, για ν' αναπνέεις, το τέμπο ν' ανεβαίνει αργά και σταθερά, υπακούοντας σ' ένα σύνθετο μαθηματικό μοντέλο, που αγνοώ. Πρόταση την πρόταση να λύνονται μέσα σου οι κόμποι, να χαλαρώνει το σώμα σου, το βλέμμα σου να καθαρίζει. Αυτό σκέφτομαι.

Όχι γοητεία, όχι συγκίνηση, κυρίως όχι υποσχέσεις. Αυτό σκέφτομαι. Ένα ερωτικό γράμμα -γιατί ναι, περί αυτού πρόκειται- που θα σε κάνει να γελάσεις, να σκεφτείς ότι μπορώ να σε κάνω να γελάσεις. Αυτό σκέφτομαι θα σου έδειχνε με ακρίβεια όσα νιώθω για σένα, χωρίς αόριστες περιγραφές, χωρίς συγκριτικά επίθετα αύξουσας έντασης σε σχέση με το παρελθόν, χωρίς υποσχέσεις -το είπαμε όμως αυτό. Κανένας συναισθηματικός εξαναγκασμός, καμία θυσία αναίμαχτη, μόνο να σε κάνω να γελάσεις. Αυτό σκέφτομαι.

Δεν είναι εύκολο. Το εύκολο -θεωρητικά τουλάχιστον- είναι να σε συγκινήσω: πόση μοναξιά νιώθω μακριά σου, πόσο άδεια μοιάζει η ζωή χωρίς εσένα, η λάμψη των ματιών σου φωτίζει τη ζωή μου κ.τ.λ., κ.τ.λ. ή να σε γοητεύσω: το βάδισμά σου το -χ επίθετο-, το πρόσωπό σου το -χ επίθετο- όταν ξυπνάς, το ξεραμένο σαλάκι στην άκρη του στόματός σου, που με -χ ρήμα-, η Κυριακή, που -χ ρήμα- μαζί κ.τ.λ., κ.τ.λ. ή να σου υποσχεθώ: για πάντα -όποια πρόταση το περιλαμβάνει αυτό αρκεί.

Είναι δύσκολο. Οτιδήποτε αβίαστο είναι δύσκολο. Το ξέρω, όμως αυτό σκέφτομαι. Σήμερα, τουλάχιστον, ξανά.   

1 σχόλιο:

  1. έχω αρχίσει να πιστεύω (χωρίς βεβαιότητα φυσικά) ότι η αμφίδρομη σχέση μεταξύ αναγνωστικού κοινού και συγγραφέα, όταν υπάρχει, γίνεται συνήθως ανειλικρινής μετά τις πρώτες συναλλαγές. ειδικά όταν ο συγγραφέας έχει (έστω υποσυνείδητα) την επιθυμία να γοητεύσει το κοινό ή να του "εκβιάσει" ένα συναίσθημα (χαρά, λύπη, ερωτική επιθυμία). ανειλικρινής με την έννοια του ότι ο συγγραφέας παύει να είναι ο εαυτός του και γίνεται το κοινό του. και πλέον ο δακτυλογραφημένος λόγος του δεν είναι οι υπαγορεύσεις των βιωμάτων του και της συνείδησής του, αλλά της συνισταμένης των επιθυμιών και των αναγκών που (υποθέτει ο συγγραφέας ότι) έχει το κοινό αυτό.
    βέβαια, απ' την άλλη, και πότε είναι ειλικρινής; όταν γράφει ο συγγραφέας όπως νιώθει, θα απαντούσα αυθόρμητα. και πώς μπορεί να διαχωρίσει μέσα του αυτό που νιώθει ο συγγραφέας από αυτό που μπορεί να (θέλει να) νιώθει το κοινό;
    το περιβάλλον μας καθορίζει ως το σημείο που το αφήνουμε να το κάνει αυτό ή δεν υπάρχει ιδία βούληση σε αυτό το θέμα και είμαστε το περιβάλλον μας ούτως ή αλλιώς;

    ΒασίληςΝ

    υ.γ. συγνώμη για το μακροσκελές (και ελαφρώς ασυνάρτητο) σχόλιο, αλλά ξεκίνησα πριν λίγο το παιχνίδι της αντιστροφής του tabucchi και το κείμενό σου ήταν μια μικρή κλωτσιά στην ανηφόρα (που λένε και οι balarom trio).

    ΑπάντησηΔιαγραφή