Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Στριπτήζ - Georges Simenon






Η πρώτη που είδε την καινούρια ήταν η Σελίτα. Η άφιξή της ανατάραξε τη ρουτίνα στο Μονικό, ένα καμπαρέ στις Κάννες, κοντά στο λιμάνι. Η άγουρη και κάπως ντροπαλή πρώτη παρουσία της δεκαεννιάχρονης Μοντ στη σκηνή, θα ξεσηκώσει τους θαμώνες με την αθωότητά της, θα ξεμυαλίσει τον κύριο Λεόν, το αφεντικό της επιχείρησης, και θα την μετατρέψει από τη μια στιγμή στην άλλη στην απόλυτη σταρ του προγράμματος. Η Σελίτα, δεχόμενη ήδη από καιρό τις κατ' ιδίαν περιποιήσεις του κυρίου Λεόν και βλέποντας τη σύζυγό του να πάσχει από μια σοβαρή ασθένεια, είναι φυσικό να έχει βλέψεις για τη θέση της αφεντικίνας της πίσω από το ταμείο, επαγγελματική εξέλιξη που μοιάζει  μονόδρομος για μια τριανταδυάχρονη χορεύτρια στη δύση της καριέρας της. Η Μοντ μετατρέπεται για εκείνη σχεδόν αμέσως, όχι σε απλή αντίζηλο, αλλά σε ανυπέρβλητο εμπόδιο προς τον στόχο της.
Αργά η κοπέλα έσκυψε για να ελευθερώσει τα πόδια της και τότε, ίσως χωρίς να το ξέρει, έκανε κάποια θαυμάσια κίνηση. Τα χέρια της ανέβηκαν πάλι αργά χαϊδεύοντας απαλά τις μεταξωτές κάλτσες και, φθάνοντας στο κομπιναιζόν, άφησαν σιγά σιγά να εμφανιστεί η σάρκα που φάνταζε πιο ζεστή και φυσική από των υπόλοιπων κοριτσιών.
Η αλήθεια είναι πως η λογοτεχνική, και όχι μόνο, απεικόνιση αυτής της πλευράς της νύχτας, της πορνείας και των καμπαρέ, δεν με έλκει, μου βρομάει ωραιοποίηση μιας σχέσης εκμετάλλευσης, μια παραμορφωμένη εικόνα λόγω της απόστασης που χωρίζει το γραφείο του συγγραφέα από το πεζοδρόμιο, μου δημιουργεί, τέλος πάντων, μια έντονη επιφύλαξη. Είναι απαραίτητη, νομίζω, η διευκρίνηση αυτή σε ένα κείμενο όπως αυτό, αφιερωμένο στο Στριπτήζ, το οποίο ανήκει στα "σκληρά μυθιστορήματα" του Σιμενόν, έτσι όπως συνήθιζε να τα αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας, και τα οποία είναι πάνω από εκατό (!), ικανοποιητικό μέρος των οποίων έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά, αποτέλεσμα μιας προσπάθειας την οποία τα τελευταία χρόνια έχουν αναλάβει να φέρουν σε πέρας οι εκδόσεις Άγρα σε συνεργασία με τη μεταφράστρια Αργυρώ Μακάρωφ. Ο Σιμενόν, παραγνωρισμένος στην εποχή του, αν και τα βιβλία του γνώρισαν τεράστια εμπορική επιτυχία, διαβάζεται και εκτιμάται τα τελευταία χρόνια, μια αποκατάσταση έστω και με καθυστέρηση.

Στα βιβλία του Σιμενόν υπάρχει μία κρίσιμη στιγμή, μια ελάχιστη χρονική στιγμή, μετά την οποία τίποτα δεν είναι πια το ίδιο, το σημείο απ' το οποίο αρχίζει η πτώση του ήρωα. Και είναι αυτή η σκιαγράφηση της σκοτεινής πλευράς των χαρακτήρων μπροστά στη ριζική αυτή ανατροπή, του άγχους και της φιλοδοξίας, της δολοπλοκίας και της ενοχής, μα πάνω απ' όλα και κυρίως του φόβου, του πιο ανθρώπινου συναισθήματος, η μεγάλη αρετή της γραφής του Σιμενόν, εκείνη τουλάχιστον που με γοητεύει περισσότερο, αν και με αγχώνει, ίσως γιατί αγγίζει κάτι χαμηλότερα από το στρώμα του συνειδητού.

Στο Στριπτήζ η κομβική στιγμή είναι ο πρώτος χορός της Μοντ, η στιγμή που η Σελίτα συνειδητοποιεί πως η καθημερινότητα όπως την γνώριζε δεν υπάρχει πια, ενώ το μέλλον, στο οποίο στόχευε, απομακρύνεται. Λόγω θέματος, και εξαιτίας όσων ανέφερα παραπάνω, η προσωπική μου εμπλοκή υπήρξε ελάχιστη, έως και μηδαμινή, και ακριβώς λόγω αυτού συνέβη κάτι φαινομενικά παράλογο, μα τελικά εξηγήσιμο: διέκρινα καθαρότερα την τεχνική του Σιμενόν, τον τρόπο με τον οποίο αυξομειώνει τις εντάσεις, εμφανίζει τα πρόσωπα, περνά από τη μια σκηνή στην επόμενη, παραλείπει το περιττό και επιμένει στο σημαντικό, δημιουργεί αργά και σταθερά αυτό το αίσθημα ασφυξίας και φτάνει στην τελική λύση του δράματος, κοφτά και απότομα. Τώρα που δεν με έννοιαζε τόσο η μοίρα της πρωταγωνίστριας, διαβάζοντας πιο χαλαρά και χωρίς τη μανία να δω τι θα συμβεί παρακάτω, αναγνώρισα τις τεχνικές αρετές του Σιμενόν, ίσως σε ένα μυθιστόρημα αδύναμο σε σχέση με τα υπόλοιπα, κατάρα για τους δημιουργούς η σύγκριση με τον ίδιο τους τον εαυτό, ένα μυθιστόρημα που αν το είχε γράψει κάποιος άλλος θα καμάρωνε και θα συνέλλεγε επαίνους για την αποτύπωση της ζωής στα καμπαρέ και στις νυχτερινές Κάννες, τον υπόκοσμο και τους νόμους του, και φυσικά για την αποτύπωση της ψυχής και των περίπλοκων σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Αργυρώ Μακάρωφ
Εκδόσεις Άγρα     


Δευτέρα, 28 Νοεμβρίου 2016

Όσα δεν σου είπα ποτέ - Celeste Ng






Υπάρχουν κάποια βιβλία που σου κεντρίζουν το ενδιαφέρον με την πρώτη ματιά στο βιβλιοπωλείο, έτσι απλά, χωρίς να έχεις ακούσει κάτι γι' αυτά, χωρίς να ξέρεις κάτι για τον δημιουργό, σου προκαλούν ένα αίσθημα οικειότητας, ναι, αυτό είναι: ένα αίσθημα οικειότητας. Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται, κάποιες άλλες όχι. Δεν συμβαίνει μόνο με τα βιβλία αυτό, όχι;
Η Λίντια είναι νεκρή. Αλλά ακόμα δεν το ξέρουν. Είναι 3 Μαΐου του 1977, έξι και μισή το πρωί, και κανένας δεν ξέρει τίποτε, πέρα από τούτο το απλό γεγονός: Πως η Λίντια έχει αργήσει για το πρωινό.
Η πέτρα, που θα αναταράξει την επιφάνεια του νερού, έχει ήδη πέσει. Η Λίντια είναι νεκρή. Δεν θα εμφανιστεί για πρωινό, το δωμάτιο της είναι άδειο, το τηλεφώνημα στην αστυνομία για τη δήλωση εξαφάνισης θα ακολουθήσει. Τι προηγήθηκε όμως; Η Λίντια είναι νεκρή από την πρώτη γραμμή, η Λίντια θα πεθάνει στην τελευταία γραμμή. Ένας κύκλος, στο κέντρο του οποίου κείτεται νεκρή η κόρη της οικογένειας. Ο πατέρας, ο Τζέιμς, ασιατικής καταγωγής αντιμετώπισε -και ακόμα αντιμετωπίζει παρότι καθηγητής πανεπιστημίου πια- το πρόβλημα της διαφορετικότητας, ένας κίτρινος ανάμεσα σε λευκούς. Η μητέρα, η Μέριλιν, που θέλησε να ξεφύγει από τη μοίρα της δικής της μητέρας, μοίρα συνυφασμένη με τα οικοκυρικά, και να σπουδάσει ιατρική, βρέθηκε, λίγο πριν τελειώσει το κολέγιο, παντρεμένη με παιδί. Μετατόπισε τα δικά της όνειρα στη Λίντια, εκείνη έπρεπε να τα υλοποιήσει. Ο αδερφός, ο Νέιθαν, ζει στο περιθώριο της οικογενειακής προσοχής, στη σκιά της αδερφής του. Και η Χάνα, η τρίχρονη αδερφή, στη σκιά της σκιάς.

Ο τρόπος με τον οποίο η Σελέστ Ινγκ αποφασίζει να διηγηθεί την ιστορία της καθορίζει απόλυτα και την ίδια τη διήγηση, ορίζοντας ένα δεδομένο χρονικό σημείο περιστροφής, τον θάνατο της Λίντια. Όλα όσα προηγήθηκαν θα οδηγήσουν εκεί, έμμεσα ή άμεσα, με τον θάνατο στην τελευταία πράξη αναπόφευκτα να τα βαραίνει με έναν τρόπο διαφορετικό, μη αναστρέψιμο, τελεσίδικο. Ο παντογνώστης αφηγητής θα μοιράσει ισόποσα τον χρόνο σε καθένα από τα πέντε μέλη της οικογένειας, θα δώσει το βήμα για να ακουστεί η ιστορία του καθενός, μικρότερη ή μεγαλύτερη, η οποία θα συνθέσει, παρέα με τις άλλες, την κοινή οικογενειακή ιστορία.

Τα χαμένα όνειρα μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, το αίσθημα του ανικανοποίητου διαιωνίζεται, όλες οι έξοδοι κινδύνου αποδεικνύονται τελικά άχρηστες, το αμερικανικό όνειρο διαθέτει πλήθος ρηγμάτων, οι δυνατότητες δεν είναι άπειρες τελικά. Πυκνογραμμένο και ασφυκτικό, το πρωτόλειο μυθιστόρημα της Ινγκ, διαβάζεται γρήγορα και αχόρταγα, με ένα μόνιμο σφίξιμο όμως, με έναν διαρκή θυμό από την πλευρά του αναγνώστη, κινείται στο όριο της αστυνομικής λογοτεχνίας  -πού οφείλεται ο θάνατος της Λίντια- χωρίς να το περνάει όμως ποτέ πραγματικά, καθώς επικεντρώνεται σε εκείνα που οδήγησαν στον θάνατό της. Ένα οικογενειακό δράμα, που θεωρητικά δεν φέρνει κάτι καινούργιο, κάτι άγνωστο, και όμως διαθέτει μια δυναμική ικανή να το χαράξει βαθιά στη μνήμη του αναγνώστη.

Κάποιες φορές το ένστικτο δικαιώνεται. Ευτυχώς.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Αριθμός 11 - Jonathan Coe




Η Ρέιτσελ γύρισε τις σελίδες ως το "Τ" και βρήκε γρήγορα το Τι Ωραία Κομπίνα.
Βαρετή βρετανική κωμωδία, διάβασε, για μια παρέα μπίτνικ που ταξιδεύουν στο Λοχ Νες για να φτιάξουν τη φιγούρα του τέρατος.
1962. Συνέχεια του Τι Ωραίο Πλιάτσικο! (1961); Όχι ακριβώς. Δύο ίδιοι ηθοποιοί.
*Συνέχειες που δεν είναι πραγματικά συνέχειες. Συνέχειες όπου η σχέση με το πρωταρχικό είναι πλάγια, πονηρή.

Ο Τζόναθαν Κόου, αγαπημένος του ελληνικού κοινού, επιστρέφει με το νέο του μυθιστόρημα Αριθμός 11, και φροντίζει να ορίσει με σαφήνεια τη σχέση του με το Τι Ωραίο Πλιάτσικο!: πλάγια, πονηρή. Η ιστορία, με ένα πλήθος πρωταγωνιστών, ξεκινά, λίγο μετά το 2000, από τη σχέση δύο κοριτσιών, της Ρέιτσελ και της Άλισον, για να φτάσει μέχρι σήμερα. Μετά από ένα διάλειμμα από το γνώριμο ύφος των μυθιστορημάτων του, με αντιπροσωπευτικότερα παραδείγματα αυτής της αλλαγής πλεύσης το (συγκλονιστικό) Σαν τη βροχή πριν πέσει και το (ελαφρύ) Expo58, επιστρέφει στη γνωστή συνταγή του πολιτικοκοινωνικού μυθιστορήματος που στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις οικογενειακές, φιλικές, ερωτικές, με σκοπό να αποτυπώσει τη σύγχρονη τού μυθιστορήματος βρετανική πραγματικότητα, που πλέον, και παρά τις τελευταίες εξελίξεις, διαθέτει πλήθος κοινών στοιχείων με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή.

Η οικειότητα της επιστροφής σε ένα γνώριμο σύμπαν, ένας "παλιόφιλος" που διηγείται μια γνώριμου ύφους καινούρια ιστορία, είναι, έως ένα σημείο τουλάχιστον, ικανή να γοητεύσει τον υποψιασμένο αναγνώστη. Είναι όμως αρκετό αυτό το συναίσθημα; Έως ένα σημείο ναι, η αφηγηματική άνεση του Κόου, οι καλοσχηματισμένοι και πειστικοί χαρακτήρες, η οξυδερκής ματιά του στη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά του στους διαλόγους και στη διασταύρωση των επιμέρους ιστοριών, οι διακειμενικές αναφορές -όχι μόνο λογοτεχνικές- αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα σπουδαίο μυθιστόρημα.

Αποτελεί ευχή και κατάρα για έναν δημιουργό η σύγκριση του κάθε έργου του με το σύνολο της εργογραφίας του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, και παρά το αρχικό αίσθημα ανακούφισης: ο παλιός καλός Κόου επέστρεψε, είναι αδύνατο να μην δημιουργηθούν συγκρίσεις με τα προηγούμενα μυθιστορήματά του, όπως το Τι ωραίο πλιάτσικο, Η λέσχη των τιποτένιων, ο Κλειστός Κύκλος, και βεβαίως -τη δική μου αξεπέραστη αδυναμία- Το σπίτι του ύπνου. Και αυτή η σύγκριση αναδεικνύει κάποιες αδυναμίες στο παρόν.

Οφείλω να παραδεχτώ, πριν αναφερθώ στις αδυναμίες του μυθιστορήματος, πως με τους συγγραφείς -και όχι μόνο- που αγαπώ είμαι πιο αυστηρός, αλλά και να ξεκαθαρίσω πως οι συγκεκριμένες αδυναμίες το μόνο που θέτουν εν αμφιβόλω είναι ο χαρακτηρισμός του Αριθμού 11 ως αριστούργημα. Είναι μια διαδικασία ψειρίσματος.

Το εύρημα του εγκιβωτισμού του βιβλίου μέσα στο βιβλίο: η Ρέιτσελ αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο διηγούμενη την ιστορία της· στα κεφάλαια που αποτελούν τον Αριθμό 11 το αφηγηματικό πρόσωπο μετακινείται συχνά από το πρώτο στο τρίτο πρόσωπο, ενώ στο τέλος υπάρχει μια αφηγηματική ανατροπή· εύρημα που, παρότι τεχνικά στέκει και δεν ενοχλεί, εντούτοις δεν μοιάζει πραγματικά λειτουργικό στο τελικό αποτέλεσμα. Η στροφή προς το αστυνομικό: αναζητώντας έναν τρόπο να κλείσει την αφήγηση ο Κόου καταφεύγει στη λύση της ενσωμάτωσης στοιχείων αστυνομικής λογοτεχνίας στο μυθιστόρημά του, οδηγώντας σε ένα κλείσιμο που μοιάζει κάπως αμήχανο και επιτηδευμένο.

Και μια παρατήρηση κάπως γενικότερη: ίσως επειδή είναι μια σύγχρονη της γενιάς μου πραγματικότητας, η αναφορά των συγγραφέων στα κοινωνικά δίκτυα και τα παιχνίδια τύπου Big Brother -ανάμεσα σε άλλα- μοιάζει λίγο βεβιασμένη, όχι καλά χωνεμένη, γεμάτη εύκολα κλισέ και διαπιστώσεις προφανείς. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις σε αυτό, αν και λίγες προς το παρόν.

Αλλά ας κλείσω αυτό το κείμενο αναφερόμενος στις αρετές του μυθιστορήματος, αρετές δεδομένες όταν κανείς αναφέρεται σε έναν συγγραφέα όπως ο Κόου, όμως οι αρετές πρέπει να εξυμνούνται με κάθε ευκαιρία και να μην θεωρούνται στιγμή δεδομένες. Η ικανότητά του να εισάγει νέα πρόσωπα στη σκηνή, να τα συστήνει γρήγορα και στοχευμένα στον αναγνώστη, τοποθετώντας τα στο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον που ανήκουν, είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω τάξης, χωρίς να ανακόπτει τη δυναμική της αφήγησης, ενώ η εισαγωγή κάθε νέου προσώπου κατευθύνει την ιστορία σε νέα μονοπάτια. Και μιλώντας για την ιστορία, όπως έγκαιρα διευκρινίζει ο υπότιτλος του βιβλίου: Ιστορίες που μαρτυρούν τρέλα· αξίζει να αναφερθεί κανείς στην άνεση με την οποία ο Κόου δένει τις επιμέρους ιστορίες στον κορμό της κεντρικής αφήγησης, χωρίς να ξενίζουν, χωρίς να γίνονται αντιληπτές ως ανούσιες παρεκβάσεις. 

Ο γνώριμος Κόου επέστρεψε και δεν θα απογοητεύσει τους πιστούς αναγνώστες του.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άλκηστις Τριμπέρη
Εκδόσεις Πόλις

Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

Nyos - Βασίλειος Δρόλιας






Δεν προσπαθώ πια να κρυφτώ. Δεν μπορώ να κρυφτώ από τον εαυτό μου. Από το μέλλον μου. Έφτασε η Ώρα. Τους ακούω έξω, τους βλέπω με την άκρη του ματιού μου, ανάμεσα από τις χαραμάδες που αφήνουν το φως της μέρας να περνάει. Δε θέλω να βλέπω, δε θέλω να ακούω. Κρατώ στο μυαλό μου όλα όσα θα μπορούσαν να με αφήσουν σε κάποιο άλλο σημείο στον πλανήτη τούτη τη στιγμή. Σε οποιοδήποτε άλλο σημείο εκτός από αυτό. Όμως με τίποτα δε θα άλλαζα τούτη την ώρα, αυτή την απόφαση.
Ο Ρότζερ, βιολόγος στο επάγγελμα, αποφασίζει να αφήσει το Λονδίνο, αποδεχόμενος της πρόταση της εταιρείας για την οποία δουλεύει, να πάει στο Καμερούν και να μελετήσει από κοντά τη λίμνη Nyos, λίμνη που απέκτησε παγκόσμια φήμη όταν εξερράγη, σκορπώντας τον θάνατο σε εκατοντάδες ανθρώπους, και που φαίνεται να είναι ένα κατάλληλο περιβάλλον για να μελετηθούν τρόποι αντιμετώπισης του φαινομένου του θερμοκηπίου. Δεν ήταν όμως αποκλειστικά και μόνο το επιστημονικό ενδιαφέρον αυτό που οδήγησε τον Ρότζερ στην καρδιά της Αφρικής. Στα τριάντα πέντε του, ανάμεσα στην οικογενειακή σταθερά και έναν μεγάλο έρωτα, νιώθει πελαγωμένος, μην ξέροντας τι να κάνει. Τότε παίρνει την απόφαση να τα αφήσει όλα πίσω του και να αποδεχτεί την επαγγελματική προσφορά που του έγινε.

Ο Δρόλιας στήνει έξυπνα και λειτουργικά το μυθιστόρημά του, το χωρίζει σε δέκα κεφάλαια, καθένα από τα οποία είναι χωρισμένο σε τρία υποκεφάλαια: το ημερολόγιο του Ρότζερ, οι επιστολές στην ερωμένη του Τζέσικα, η Τζέσικα. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αφήγησης, που προωθεί την ιστορία ομαλά, με έναν ρυθμό σταθερό που εισάγει νέα στοιχεία, δίνει βάθος στους δύο ήρωες και τη διαρκώς μεταβαλλόμενη ψυχολογική τους κατάσταση, σπάει τη σιωπή της Τζέσικα, φανερώνει τα μυστικά που κρατάει ο Ρότζερ για τον εαυτό του. Η μοναχική ζωή των δύο με μόνη παρουσία την ανάμνηση του άλλου.

Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, από μόνη της μια τέτοια ιστορία, παρά την ενδιαφέρουσα αφηγηματική δομή της, θα ήταν μάλλον βαρετή και παρωχημένη. Όλα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίνονται στα ευρήματα του συγγραφέα, και ο Δρόλιας προφανώς το γνωρίζει και φροντίζει να αφιερώσει ένα μεγάλο κομμάτι μόχθου και επιμονής σε αυτή την κατεύθυνση. Η Αφρική για παράδειγμα, η άγνωστη μεγάλη ήπειρος, η παρουσία ενός ευρωπαίου εκεί, το αίσθημα του ξένου, το αργό βύθισμα στην εκεί πραγματικότητα, η σταδιακή μεταμόρφωση από τουρίστας σε κάτι άλλο, δύσκολο να οριστεί με ακρίβεια. Η απόσταση από τον κόσμο του, τόσο ποσοτική, μετρημένη σε χιλιάδες χιλιόμετρα, όσο και ποιοτική, αποτυπωμένη στις εικόνες γύρω του, απόσταση που φιλτράρει ξανά από την αρχή όλα όσα τον ορίζουν, όσα τον προβληματίζουν, την προηγούμενη ζωή. Το επιστημονικό σκέλος του μυθιστορήματος, αναπόσπαστο στοιχείο της ταυτότητας του Ρότζερ, η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας, το αίσθημα της ματαιότητας και η επέλαση της συνωμοσιολογίας σε ένα ορθολογικό μυαλό. Η Τζέσικα, και εκεί -για μένα- βρίσκεται το μεγάλο αβαντάζ του Nyos, δημιουργός εγκαταστάσεων μοντέρνας τέχνης, το ετερώνυμο συμπλήρωμα ενός απόλυτα ταγμένου στην επιστήμη μυαλού όπως αυτό του Ρότζερ, μια εντελώς διαφορετική θεώρηση των πραγμάτων και της ιστορίας στο σύνολό της, αλλά και η περιγραφή των έργων της, που πάντα -όταν είναι επιτυχημένη όπως εδώ- μαγεύει και δελεάζει τη φαντασία.  

Στα προηγούμενα ευρήματα ίσως θα έπρεπε να προσθέσω τη συγγραφική επιλογή για μη ελληνικό περιβάλλον, ίσως και όχι, καθώς αποτελεί παράπλευρη επιλογή, που όμως η αλήθεια είναι ότι βοηθάει στην πρόσληψη του μυθιστορήματος έξω από ένα πιθανώς δεδομένο και γνώριμο εγχώριο πλαίσιο, εκεί που βρίσκονται και οι συγγραφικές αναφορές του Δρόλια.

Επείδη όμως μιλάμε για μια ιστορία αγάπης, ενδιαφέρων είναι ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν συναισθηματικά ο Ρότζερ και η Τζέσικα, πώς γίνεται συναίσθημα η λογική και πώς η λογική κρύβεται πίσω από ένα έργο τέχνης. Σφιχτοδεμένο και με μικρές προτάσεις, το Nyos διαβάζεται αβίαστα, διαθέτοντας όμως ταυτόχρονα ικανό πλήθος αναφορών και σημείων επιστροφής και επανεξέτασης, φέροντας κάτι γόνιμα χωνεμένο από έργα όπως για παράδειγμα το Τσάι στη σαχάρα του Bowles και τις Τοπικές καταιγίδες του Boyd ή ακόμα και το Ένα ολόγραμμα για τον βασιλιά του Eggers.


Εκδόσεις Κέδρος  


Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2016

Ο χρόνος γερνάει γρήγορα - Antonio Tabucchi







Το έχω πει, το ξαναλέω: ζηλεύω αυτούς που διαβάζουν για πρώτη φορά κάποια βιβλία. Ίσως να ενίσχυε περισσότερο το Εγώ μου αν έλεγα: μα καλά, δεν έχεις διαβάσει Ταμπούκι (για παράδειγμα); Η ζήλια όμως δεν αφήνει ούτε υποψία χώρου στο Εγώ. Κάποιος θα διαβάσει για πρώτη φορά Ταμπούκι. Ζήλια. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία αυτή.

Σκέφτομαι, είπε, να διαβάσω τη Χαμένη κεφαλή του Νταμασένου Μοντέιρου. Αντέδρασα: όχι, είπα, να μη γνωρίσεις τον Ταμπούκι απ' αυτό το βιβλίο, θα σου δανείσω το Έτσι ισχυρίζεται ο Περέιρα. Έτσι θα γίνει, συμπλήρωσα. Συμφώνησε. Εγώ ένιωσα και χαρά μαζί με τη ζήλια. Για τέτοια ζήλια μιλάω.

Κάποιες μέρες αργότερα, σπίτι του ξανά. Δεν σου είπα, είπε, τελείωσα τον Ταμπούκι. Και; ρώτησα με αγωνία. Τι και; μου άρεσε, είπε με φυσικότητα.

Εγώ σκέφτηκα: καιρό έχω να διαβάσω κάτι δικό του, για την ακρίβεια νιώθω πως έχω καιρό να διαβάσω κάτι συγκλονιστικό, κάτι που θα καθορίσει -ανάμεσα σε τόσα άλλα- και τη δική μου αφηγηματική φωνή, θα στοιχειώσει τα επόμενα κείμενα με έμπνευση και δέος. Το σκέφτηκα και το είπα. Εκείνος μπορούσε πια να καταλάβει επακριβώς τι εννοούσα, παρ' όλα αυτά ρώτησα: καταλαβαίνεις τι εννοώ;

Πέρασαν δύο ή τρεις εβδομάδες από εκείνο το βράδυ. Θα τελείωνα μέσα στη μέρα τη συλλογή διηγημάτων του Πένκοφ, Ανατολικά της δύσης, ήδη σε κάποια άκρη του μυαλού γύριζε το γρανάζι επιλογής του επόμενου βιβλίου, είχα διάφορες ιδέες, ο Ταμπούκι είχε κάπου καταχωνιαστεί, ξαφνικά, από το πουθενά, θαρρείς, εμφανίστηκε ολόλαμπρος. Μα ναι, Ταμπούκι θα διαβάσω.
Σκέφτηκε ότι αν φώναζε τον γιατρό, τον οποίο ήξερε πλέον πολύ καλά, θα του έλεγε πως ήταν άρρωστος από λογοτεχνία, παρατήρηση που την είχε ήδη κάνει στο παρελθόν. Ήταν σαν να τον άκουγε: αγαπητέ μου, το πρόβλημα έγκειται κυρίως στο γεγονός ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις, θα έλεγε κανείς ότι παίρνεις λαθεμένες στάσεις σε όλη σου τη ζωή, για να γράψεις, γιατί το πρόβλημα δυστυχώς είναι ότι γράφεις, χωρίς παρεξήγηση, αντί να κάνεις μια ζωή που να συνάδει περισσότερο με την υγιεινή και την ευζωία, δηλαδή να πας σε μια πισίνα ή να τρέξεις με κοντά παντελόνια όπως κάνουν κάποιοι συνομήλικοί σου, εσύ κάθεσαι μέρες ολόκληρες σκυμμένος να γράφεις τα βιβλία σου, κι όχι μόνο σκύβεις προς τα εμπρός, όπως είδα, αλλά και κάθεσαι στραβά σαν κακοχυμένος λουκουμάς, η σπονδυλική σου στήλη μοιάζει με θάλασσα όταν έχει λίβα, είναι θεόστραβη, τώρα πια δεν προλαβαίνεις να τη διορθώσεις, θα μπορούσες όμως να τη βασανίζεις λιγότερο, επειδή νομίζω δεν ξέρεις να διαβάσεις τις ακτινογραφίες που σου έφερα, για να καταλάβεις μια για πάντα, θα σου φέρω αύριο μια πλαστική σπονδυλική στήλη που μελετούσα στο πανεπιστήμιο και είναι λυόμενη, θα τη φτιάξω με πρότυπο τη δική σου, έτσι θα δεις μια για πάντα πώς την έχεις καταντήσει.
Ο χρόνος γερνάει γρήγορα, πολύ γρήγορα, θα συμπλήρωνα εγώ με την υπερβολή που ενίοτε με διακρίνει, ίσως να έλεγα και τάχιστα, όμως όταν διαβάζω κάτι δικό του ο χρόνος παρεκτρέπεται ή τιθασεύεται, δεν είμαι σίγουρος, υπακούει πάντως σε κάποιες άλλες μεταβλητές, χωρίζεται σε εσωτερικό και εξωτερικό χρόνο, η βουή του γεμάτου καφέ υποχωρεί, ο σερβιτόρος τρέχει πιο αργά, τα μουσικά μέρη μακραίνουν, και η διάσπαση προσοχής που με βασανίζει με ερωτήματα ασήμαντα και άσχετα παραδίδεται, κρατάει την ανάσα της για να την ελευθερώσει ξαφνικά με το κλείσιμο του βιβλίου. Αυτό είχα ανάγκη, εκείνη τη στιγμή, που ένιωθα ταυτόχρονα χαρά και λύπη, τι συναίσθημα και αυτό, το πιο ακραίο, το πιο μπάσταρδο, το πιο περίπλοκο απ' όλα, χαρά και λύπη μαζί. Για άλλα βιβλία θα έπρεπε να γράφω και όμως γι' αυτό ένιωσα την ανάγκη να πω τόσα για να πω τελικά: νιώθω χαρά και λύπη ταυτόχρονα. Και λέω πως νικάει η χαρά. Γιατί έτσι πρέπει να γίνεται. Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία. Και αν το πεις, φέρνεις τον ίδιο σου τον εαυτό προ τετελεσμένων γεγονότων, το είπες: Η χαρά νικάει, και η παρουσία της λύπης τονίζει τη χαρά, της δίνει επιπλέον βάρος και επιπρόσθετη αξία.


Μετάφραση Ανταίος Χρυσοστομίδης
Εκδόσεις Άγρα



Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2016

Ανατολικά της δύσης - Μίροσλαβ Πένκοφ





Δεν ξέρω γιατί μου έκανε τόση εντύπωση, ξεφυλλίζοντας το βιβλίο του συνομήλικού μου Πένκοφ μόλις το έπιασα στα χέρια μου, αρκετό καιρό πριν τελικά το διαβάσω, το γεγονός πως πήγε για σπουδές στην Αμερική, για σπουδές ψυχολογίας και δημιουργικής γραφής, και τελικά εξέδωσε την πρώτη του συλλογή διηγημάτων στα αγγλικά, όμως μου έκανε, και ήταν μια σκέψη που έτρεχε παράλληλα με την ανάγνωση, συνδιαμορφώνοντας τελικά την ίδια την ανάγνωση.

Λίγο καιρό νωρίτερα είχα διαβάσει τη συλλογή διηγημάτων του Εμίρ Κοστουρίτσα, Ξένος μες στον γάμο. Και οι δύο αυτές συλλογές μου άρεσαν με τον ίδιο τρόπο, ίσως και για τον ίδιο λόγο, ίσως εξαιτίας της ικανότητας των συγγραφέων να εντάσσουν την Ιστορία σε κάθε μία από τις ιστορίες των διηγημάτων τους. Η μεγάλη εικόνα στο βάθος του κάδρου, δεδομένη και γνωστή, την ώρα που στο μπροστινό μέρος της σκηνής εκτυλίσσεται η ιστορία των ηρώων, η ζωή που συνεχίζεται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.

Ο Πένκοφ, παρότι στην Αμερική, κουβαλάει μαζί του την ιστορία του τόπου του, μέσα από διηγήσεις και διαβάσματα, έχει την ανάγκη να μιλήσει και γι' αυτό, ίσως ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη εξαιτίας της απόστασης από τον τόπο του, ενώ αυτή η απόσταση του επιτρέπει να σταθεί πιο ψύχραιμος και αποστασιοποιημένος, να διαχειριστεί με μεγαλύτερη άνεση το βάρος του συλλογικού παρελθόντος. Γεννημένος το 1982 μόνο κάποιες αμυδρές αναμνήσεις θα έχει από το παρελθόν της Βουλγαρίας του υπαρκτού σοσιαλισμού, αναμνήσεις πιθανότατα επίκτητες μέσα από διηγήσεις. Δεν αρκείται όμως μόνο στο άμεσο παρελθόν, τον ενδιαφέρουν και τα προηγούμενα, η τουρκοκρατία, οι βαλκανικοί πόλεμοι, το όραμα της Μεγάλης Βουλγαρίας, ο βουλγαρικός εικοστός αιώνας στο σύνολό του αλλά και το άγχος για το μέλλον.
Αφήνω στην άκρη το μικρό βιβλίο και σβήνω τη λάμπα. Σκοτάδι. Κοιμούνται, ήσυχα, ήρεμα.  Είναι λάθος να ζηλεύεις τον ίδιο σου τον εγγονό. Κι όμως τον ζηλεύω. Ζηλεύω και τη Νόρα. Κανείς δεν έχει γράψει σε μένα με αυτόν τον τρόπο. Δεν ζηλεύω όμως πια αυτόν τον άλλο άντρα. Επειδή, όπως κι εγώ, αποδείχθηκε δειλός και, παρότι ξέρω πως είναι λάθος, αυτό με ηρεμεί.
Υπάρχει ένα τεχνικό σημείο στον τρόπο που δομεί τα διηγήματά του ο Πένκοφ, που μου φάνηκε λειτουργικός και έξυπνος, και αυτός είναι πώς ξεκινάει την ιστορία του από μια δεδομένη μεταγενέστερη στιγμή, ξαφνικά και με ορμή, φανερώνοντας τις απαρχές και τις λεπτομέρειες της ιστορίας του παρά μόνο αργότερα, στην εξέλιξη της πλοκής. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει να καταπνίξει οποιοδήποτε κίνδυνο αμηχανίας, αφήνει στην άκρη τις σκηνές γνωριμίας μεταξύ αναγνώστη και ηρώων, προσδίδοντας δυναμική και νεύρο στις ιστορίες παρά τη μικρή φόρμα τους.

Η οικογένεια, η πολιτική αστάθεια, οι θρησκευτικές διαφορές, τα σύνορα, η ζωή στην ύπαιθρο και την πόλη, ο έρωτας, η απομάγευση, η εμμονή με το παρελθόν, η αναζήτηση ενός καλύτερου μέλλοντος κάπου στη Δύση είναι κάποια από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα των διηγημάτων διαμορφωμένα ανάλογα με την ιστορική περίοδο. Ομολογώ πως ένιωσα μεγαλύτερη αναγνωστική έλξη για τρία διηγήματα της συλλογής ( Αγοράζοντας τον Λένιν, Φωτογραφία με τη Γιούκι, Ντεσβιρμέ), στα οποία ο ήρωας έχει μεταναστεύσει στην Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, με την αναμενόμενη κατάρρευση (μέρους) του ορίζοντα προσδοκιών. Ίσως σ' αυτό το μοτίβο ο Πένκοφ να νιώθει μια οικειότητα. Και είναι αυτή η οικειότητα που αντανακλάται στις ιστορίες αυτές, σε συνδυασμό με το σύγχρονο χρονικό πλαίσιο, τα δύο στοιχεία εκείνα που τελικά κάνουν ξεχωριστά σε μένα τα διηγήματα αυτά.

(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Άκης Παπαντώνης
Εκδόσεις Αντίποδες


Τετάρτη, 16 Νοεμβρίου 2016

Lady Cortisol - Μισέλ Φάις



Κάποια στιγμή θα σε ρωτήσει, ζείτε μόνη ή με τους γονείς σας; Με τους γονείς μου; θα αναρωτηθείς μαζί του. Πάντα η επανάληψη της ερώτησης προκαλεί κάτι σ' αυτόν που ρωτάει, κάτι ανάμεσα σε έξαψη, απορία, εκνευρισμό, και τη στιγμή ακριβώς που σε νιώθει σαν την ηχώ του, εσύ, κερδίζοντας χρόνο, προετοιμάζεις καλύτερα αυτό που θες να πεις, αν και, για να είσαι ακριβής, ακριβέστατη, αυτές οι εκτιμήσεις αφορούν τον κανόνα, ενώ αυτός που σε ρωτάει ενσαρκώνει την εξαίρεση της εξαίρεσης.

Ποιος ρωτάει; Έχει σημασία άραγε για σένα αν εκείνη νιώθει πως πρέπει ή πως επιθυμεί να απαντήσει; Μάλλον όχι. Ή μήπως ναι; Ίσως γιατί σου θυμίζει κάτι οικείο, τον εαυτό σου σε θέση ερωτώμενου, με το βάρος της ερώτησης να κρέμεται πάνω σου, χωρίς την ανάγκη για έναν ανακριτικό προβολέα ευθείας βολής; Ο Φάις συνεχίζει Από το πουθενά. Ο διάλογος ενός άντρα και μιας γυναίκας, οι ερωτήσεις ενός άντρα και οι απαντήσεις μιας γυναίκας για την ακρίβεια, εδώ δεν είναι δεδομένη η σχέση ψυχαναλυτή ψυχαναλυόμενου, εδώ τα σχήματα είναι πιο ακαθόριστα, μεταβάλλονται διαρκώς και πότε θα μπορούσαν να ταιριάζουν σε μία συνθήκη και πότε σε μία άλλη, με τις απαραίτητες δεύτερες σκέψεις της ηρωίδας και τις επιστροφές της στο παρελθόν, με τις ερωτήσεις που επαναλαμβάνονται και τα ελάχιστα στοιχεία που εμφανίζονται και δημιουργούν ένα περιβάλλον, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έως και δυστοπικό, μια μάχη ενάντια στη λήθη ή κάποια ψυχική νόσο, ένα μάθημα δημιουργικής γραφής, για να καταθέσω μόνο κάποια από τα σχήματα που διέκρινα εγώ, ή που νόμισα φευγαλέα ότι διέκρινα διαβάζοντας τη νουβέλα αυτή.

Φυσικά κι έχει ξαναρωτήσει, φυσικά και θυμάται ότι σ' έχει ξαναρωτήσει. Αφού είναι κοινό μυστικό, δεν υπάρχουν πλέον ερωτήσεις που δεν έχουν τεθεί και απαντήσεις που δεν έχουν δοθεί.
Οι δίνες της σκέψης της ηρωίδας, οι ελάχιστες στιγμές πριν από την απάντησή της, στιγμές που όλα μοιάζουν δυνατά, στιγμές που σκέφτεται: να η τέλεια απάντηση· οι στιγμές πριν από την επόμενη ερώτηση. Η διάθεση για στοχασμό στα ρήγματα του αέναου διαλόγου, η αίσθηση ασφυξίας, που προκαλεί η συνεχής παρουσία της φωνής με τις ερωτήσεις, ένα διαρκές παιχνίδι ερωτήσεων γνώσης του εαυτού. Η παρουσία του παντογνώστη αφηγητή διακριτική μα καθοριστική, διαρκώς παρών να δίνει τον λόγο στα πρόσωπα, να μεταφέρει τις ερωτήσεις απευθυνόμενος σε εκείνη αντ' αυτού, να εντείνει τις απαντήσεις, να προκαλεί τις επιστροφές στο παρελθόν. Ο Φάις επιταχύνει και επιβραδύνει τον ρυθμό κατά το δοκούν, αυξομειώνει την ένταση των σκιών πίσω από το πανί που έχει στήσει στη σκηνή, επιθυμεί και καταφέρνει να δελεάσει πρώτα και κύρια το μυαλό, εκείνη την πόρτα θέλει να ανοίξει για να αρχίσει ύστερα την κατάβαση στο συναίσθημα και στα στρώματα της συνείδησης του αναγνώστη. Γιατί εκεί θα καταλήξει, αργά ή γρήγορα, και ανάλογα με τον δέκτη, με τις δικές του προσλαμβάνουσες και άμυνες, τα δικά του βιώματα και τη διάθεσή του να αφεθεί και να νιώσει οικεία στο ασχημάτιστο και στο φαινομενικά απροσδιόριστο της ιστορίας ενός άντρα που ρωτάει και μιας γυναίκας που απαντάει. Κάθε αναγνώστης και μία ανάγνωση, εδώ το κλισέ είναι ακριβές και καίριο για την πρόσληψη του έργου.

Εκδόσεις Πατάκη

 

Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

Λίγη ζωή - Hanya Yanagihara






Το ενδέκατο διαμέρισμα είχε μόνο μια ντουλάπα, αλλά η συρόμενη τζαμόπορτα έβγαζε σ' ένα μπαλκονάκι, απ' όπου διέκρινε έναν άντρα να κάθεται απέναντι, έξω, φορώντας μπλουζάκι μόνο και σορτς, αν και Οκτώβριος, και να καπνίζει. Ο Γουίλεμ σήκωσε το χέρι να τον χαιρετήσει, μα ο άντρας δεν ανταπέδωσε.
Στην κρεβατοκάμαρα, ο Τζουντ ανοιγόκλεινε την πόρτα της ντουλάπας, σαν ακορντεόν, όταν μπήκε ο Γουίλεμ. "Έχει μόνο μια ντουλάπα" είπε.
"Εντάξει" είπε ο Γουίλεμ. "Δεν έχω και τίποτα να βάλω μέσα, ούτως ή άλλως."

Ο Γουίλεμ και ο Τζουντ ψάχνουν ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, σε τιμή που να μπορούν να αντέξουν, σε περιοχή που να θέλουν να ζήσουν. Είναι οι λιγότερο προνομιούχοι από τους τέσσερις φίλους, τους τέσσερις ήρωες του μυθιστορήματος. Ο Τζουντ, ο Γουίλεμ, ο Τζέι Μπι και ο Μάλκολμ υπήρξαν συγκάτοικοι στα χρόνια του κολεγίου, αλλά το δέσιμο που δημιουργήθηκε μεταξύ τους ήταν πολύ ισχυρότερο από τον απλό διαχωρισμό εξόδων και κατανομής της καθαριότητας. Σταδιακά έφτασαν όλοι στη Νέα Υόρκη, ο καθένας για να κυνηγήσει τις δικές του φιλοδοξίες, τα δικά του όνειρα και απωθημένα. Παρά την απαραίτητη προσαρμογή σε συνθήκες πραγματικής ζωής, η τετράδα διατήρησε τη συνοχή της στο πέρασμα των χρόνων. Ο Γουίλεμ και ο Τζουντ θα νοικιάσουν τελικά το διαμέρισμα της οδού Λίσπεναρντ.

Σε αυτό το σημείο πιάνει το νήμα της ιστορίας η Αμερικανή -με καταγωγή από τη Χαβάη- Χάνια Γιαναγκιχάρα για να το ξετυλίξει μέχρι τέλους. Χωρισμένο σε μεγάλα κεφάλαια, το μυθιστόρημα ακολουθεί την ιστορία των τεσσάρων ηρώων -παρέα με ένα σύνολο δευτερευόντων χαρακτήρων- δίνοντας από την αρχή την αίσθηση της ανασκόπησης, ο αφηγητής μοιάζει να στέκεται στο τέλος και να καταγράφει όσα συνέβησαν σε καιρούς περασμένους.

Πριν και πρώτα απ' όλα, πρέπει να αναφερθεί η αρτιότητα των χαρακτήρων της Γιαναγκιχάρα, χωρίς την οποία δεν θα μπορούσε να υπάρξει το μυθιστόρημα. Οι ήρωες, πρωτεύοντες και δευτερεύοντες, είναι αληθινοί και πραγματικοί μέχρι την ελάχιστη λεπτομέρεια, και πάνω σε αυτούς στηρίζεται το οικοδόμημα. Ακολούθως, η ικανότητα της συγγραφέως στη σύνθεση και τη διαχείριση του υλικού της τη βοηθάει να περάσει με ευκολία τον υψηλό πήχη, που η ίδια έχει θέσει αποφασίζοντας να διηγηθεί μια τεράστια και πολυδιάστατη ιστορία, με πλήθος διαφορετικών γωνιών λήψης και προοπτικών, και το επιτυγχάνει με χάρη και άνεση, χωρίς να αφήνει τίποτα στην τύχη, με κάθε μικρή λεπτομέρεια τοποθετημένη σε καίριο σημείο, με ξεκάθαρη γνώση της κατεύθυνσης και της τελικής έκβασης της ιστορίας. Αυτές είναι οι δύο βασικές αρετές της Γιαναγκιχάρα, όπως τουλάχιστον αναδεικνύονται στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα.

Και αφού έχει την απαραίτητη τεχνική επάρκεια ως βάση, τότε μπορεί να απλώσει την ιστορία της όπως η ίδια το επιθυμεί, να τη διανθίσει με τις απαραίτητες πινελιές, να σκαρφιστεί ευρήματα και να βρει τα κενά εκείνα, ώστε να προσθέσει παρεκβάσεις και παράλληλες ιστορίες, να επινοήσει τίτλους εκθέσεων ζωγραφικής και ταινιών, να φέρει, εν ολίγοις, τον κόσμο στα μέτρα της. Και η Γιαναγκιχάρα είχε μια δυνατή ιστορία να διηγηθεί, όχι πρωτότυπη, αλλά δυνατή, πράγμα πολύ πιο σημαντικό.

Είναι ενδιαφέρον, ανάμεσα σε άλλα, το πώς μια γυναίκα καταφέρνει να γράψει ένα αντρικό μυθιστόρημα, στο οποίο οι γυναίκες σχεδόν δεν συμμετέχουν, για την ακρίβεια πρόκειται για μια γυναίκα που καταφέρνει να γράψει ένα αντρικό συναισθηματικό μυθιστόρημα.

Παρά το διόλου ευκαταφρόνητο μέγεθός του, το μυθιστόρημα δεν κάνει κοιλιά και δεν έχει σημεία άνισα. Μου άρεσε ο τρόπος της να προχωράει χρονικά την ιστορία, χωρίς να επαναλαμβάνει διαρκώς κλισέ εκφράσεις όπως: χ χρόνια/μήνες/βδομάδες μετά, το καλοκαίρι/χειμώνα της τάδε χρονιάς κ.τ.λ. κ.τ.λ.· τρόπος που στηρίζεται στις λεπτομέρειες της ιστορίας, διάσπαρτες στο κείμενο, που ανά πάσα στιγμή λειτουργούν ως ωρολογιακοί μηχανισμοί. Χαρακτηριστικό που σε συνδυασμό με την άψογη εκτέλεση του φλας μπακ έχει ως αποτέλεσμα ένα σφιχτοδεμένο αποτέλεσμα.

Η Γιαναγκιχάρα επιτυγχάνει τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη στην ιστορία, χωρίς να την εκβιάζει, στηριζόμενη κυρίως στη ρεαλιστική διάσταση της ιστορίας, διαχειριζόμενη το δύσκολο ζήτημα της μοναξιάς και της απώλειας, αφήνοντας όμως τον απαραίτητο χώρο για τα μικρότερα ή μεγαλύτερα θαύματα που συμβαίνουν γύρω μας, σε μια συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων, προτρέποντάς μας, θαρρείς, ν' απαντήσουμε στο ερώτημα: κοιτάζοντας πίσω, θα έλεγες πως άξιζε;

Ένα μυθιστόρημα που το ευχαριστήθηκα, αν και πρέπει να παραδεχτώ πως ένιωσα να με στριμώχνει ψυχολογικά, όμως έτσι πρέπει να είναι η λογοτεχνία, και το Λίγη ζωή είναι λογοτεχνία.



(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)


υγ. Προηγήθηκε μια ανάρτηση για το μυθιστόρημα της Γιαναγκιχάρα, μια ανάρτηση συναισθηματική (περισσότερα εδώ).


Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο    

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2016

Λίγη ζωή - Hanya Yanagihara (συναισθηματικά)






Περπατώντας για να έρθω στο καφέ, στο καφέ που συνηθίζω να γράφω, ταυτόχρονα με το αστικό χάζι σκεφτόμουν κάποια πράγματα σχετικά με το βιβλίο της Γιαναγκιχάρα, διάφορες ιδέες και συναισθήματα, αναζητώντας έναν μπούσουλα για το κείμενο που θα ακολουθούσε. Όταν έφτασα, χαρούμενος που βρήκα ελεύθερο το αγαπημένο μου τραπέζι, αναλώθηκα σε ψηφιακό χάζι απολαμβάνοντας το τσάι μου. Ύστερα από λίγο, ένα ζευγάρι κάθισε στο διπλανό τραπέζι, μεσήλικες.

Ο καβγάς δεν άργησε να αρχίσει. Εκείνος φώναζε: ήταν για την υγεία μου, μια φορά σου ζήτησα κάτι για την υγεία μου και εσύ προτίμησες να πας για το τσαντάκι, για όλους τρέχεις, εγώ μια φορά σου ζήτησα κάτι για την υγεία μου. Εκείνη μιλούσε χαμηλόφωνα και λίγο, έμοιαζε να απολογείται. Περισσότερο ταραχή παρά ενόχληση μου προκάλεσε το συμβάν αυτό. Σύντομα εκείνη έφυγε. Τότε σκέφτηκα: ένα συναισθηματικό κείμενο ταιριάζει στο βιβλίο αυτό, ένα συναισθηματικό κείμενο θα έκλεινε μέσα μου, έστω και προσωρινά, την εμπειρία της ανάγνωσης. Ίσως ακολουθήσει άλλο ένα κείμενο, μπορεί άλλωστε τόσα να πει κανείς για ένα μυθιστόρημα όπως το Λίγη ζωή.

Δεν υπάρχει, για μένα, καλύτερο και ασφαλέστερο καταφύγιο από ένα ογκώδες μυθιστόρημα, από ένα ογκώδες εξαιρετικό μυθιστόρημα. Η διαίρεση της καθημερινότητας στα δύο. Η γνωριμία με τους ήρωες και τη ζωή τους, η αργή κατάδυση στον κόσμο του συγγραφέα, στην αρχή ως ταξιδιώτης και ξαφνικά ως κάτοικος, χωρίς την ανάγκη για χάρτη και φωτογραφική μηχανή, ο απαραίτητος χωροχρόνος για να προλάβεις να συμπαθήσεις (ή να αντιπαθήσεις σφόδρα) κάποιον απ' αυτούς ή όλους, να ταυτιστείς όχι σε αναλογία ένα προς ένα αλλά προσαρμοσμένα στη δική σου φάση. Είναι πρωτίστως θέμα σύμπτωσης, το κατάλληλο βιβλίο στην κατάλληλη στιγμή, ένα σωσίβιο που δεν ήξερες πως σύντομα θα χρειαστείς και ξαφνικά την ώρα του χαμού βρίσκεσαι να το φοράς, μια στυλιστική απόφαση που σου σώζει τη ζωή -υπερβολή, το ξέρω.

Και η αγωνία: δεν θέλω να ζήσω μόνος μου· να αντηχεί από άκρη σε άκρη των σελίδων.

Η ανάγνωση. Οι πρώτες διακόσιες -περίπου- σελίδες, της ανέμελης περιδιάβασης στη ζωή των τεσσάρων φίλων, με τις ιδιαιτερότητες, τις χαρές και τις λύπες της, ένας αναγνωριστικός περίπατος, εκείνοι σε νεαρή ηλικία, τότε που όλα είναι εύκολα και πιθανά, κάπως πιο ανάλαφρα για τον παρατηρητή τουλάχιστον· και ύστερα το υπόλοιπο βιβλίο, πάνω από εξακόσιες σελίδες, με έναν διαρκή κόμπο, ένα βάρος ολοένα αυξανόμενο, καθώς ένιωθα πια μέρος του μικρόκοσμου των τεσσάρων, είχαν διαμορφωθεί ήδη οι αναλογίες με τη δική μου ζωή -έστω και εν αγνοία μου- για να αποκαλυφθούν στην πορεία, καθώς τα κομμάτια του παζλ έμπαιναν στη θέση τους, και η σκέψη ήταν: δεν θέλω να τελειώσει. Σκέψη διττή, αυτό το μοναδικό συναίσθημα, να μη θες να δεις τι θα γίνει παρακάτω, να υποψιάζεσαι το χειρότερο, να μη θες να αντικρίσεις το τέλος, αλλά ταυτόχρονα να λες: άλλη μία σελίδα, άλλη μία.

Η εξάρτηση. Η αναγνώρισή της και η απόπειρα απεγκλωβισμού απ' αυτήν. Η μοναχική -κατά βάση- διαδικασία, στην οποία πρέπει να φουσκώσει κανείς το Εγώ του σε τέτοιο βαθμό, ώστε να βαρύνει η απόφαση για την απόπειρα, το βασικό κίνητρο και τα δευτερεύοντα, το καρότο και το μαστίγιο, η δυσκολία να βρεις κατανόηση στο περιβάλλον σου και δικαιολογημένα μάλλον, καθώς πρόκειται για προσωπικό αγώνα, η ευχή -που γίνεται κατάρα στις στιγμές της έντασης, της απόγνωσης και της βαθιάς αδυναμίας- να έχεις κάποιους ανθρώπους στο πλευρό σου, διατεθειμένους να σε στηρίξουν με όποιο κόστος, προσθέτοντας άθελά τους -και εδώ κατάρα- ένα επιπλέον βάρος στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς.

Η τύχη. Αυτό το γαμώτο που μένει στα χείλη και του πλέον ορθολογιστή. Γιατί να συμβούν έτσι τα πράγματα;

Και κάπως έτσι, διαιρώντας τη μέρα στα δύο, γίνονται όλα ένα, μπλέκεσαι στα ξένα και βρίσκεις δικά σου.

Κάποιος έκανε το λάθος να πει: θα αφαιρούσα Χ σελίδες. Διατηρώ την ψυχραιμία μου και ρωτάω: μα δεν σου άρεσε; Μου άρεσε, απαντά και επιμένει: θα αφαιρούσα Χ σελίδες. Δεν καταλαβαίνω, μου φαίνεται κάπως αντιφατικό, εγώ σκέφτομαι πιο απλοϊκά μάλλον: αν μου αρέσει δεν θέλω να τελειώσει, αν δεν μου αρέσει το αφήνω στην άκρη.

Σε αυτό το κείμενο δεν χωράει η παραίνεση να διαβάσει κάποιος ή όχι το βιβλίο, αν και έχω κάνει μια λίστα με ανθρώπους που θα ήθελα να το διαβάσουν, σε αυτό το κείμενο χωράει μόνο η απόθεση κάποιου μέρους του βάρους -ελάχιστου μάλλον- ενός ιδιαίτερου δεκαημέρου.

υγ. Οι παθιασμένοι μεταφραστές είναι οι καλύτεροι μεταφορείς της φλόγας.


Μετάφραση Μαρία Ξυλούρη
Εκδόσεις Μεταίχμιο
     

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

Ο ιδανικός αναγνώστης






Κάθε γραφιάς τίποτα άλλο δεν λαχταρά, ή δεν θα έπρεπε να λαχταρά, παρά τον ιδανικό αναγνώστη. Τα υπόλοιπα έπονται. Κάποια προηγούνται βέβαια: η ανάγκη για έκφραση και απόθεση στο χαρτί εκείνου του βάρους, ευχάριστου ή δυσάρεστου. Αυτή η ανάγκη προηγείται. Ό,τι παράγεται συχνά μένει στο συρτάρι. Τα υπόλοιπα έπονται: η αναγνώριση, η δόξα, το χρήμα, η ματαιοδοξία, η επικοινωνία. Είναι μερικά μόνο από εκείνα. Ανάμεσα στο συρτάρι και τα υπόλοιπα υπάρχει η ανάγκη για τον ιδανικό αναγνώστη. Εκείνον που θα καταλάβει, ή θα θελήσει να καταλάβει, πληρώνοντας το τίμημα, εκείνον που δεν θα αποθεώνει διαρκώς και αδιακρίτως όμως, εκείνον που δεν θα διστάσει να σου γυρίσει πίσω το κείμενο και να σου πει, αυστηρά και κάθετα: δες το ξανά. Θα υπογραμμίσει και θα προτείνει, θα παλέψει απέναντι στην άρνηση και την οκνηρία σου. Όταν εκείνος πει: ωραίο είναι, τότε το συναίσθημα είναι όμορφο. Η ειλικρίνεια μόνο δεν φτάνει. Μην απατάστε. Απαιτείται αμοιβαία εκτίμηση· βασικό συστατικό.

Δεν είναι απαραίτητα κακές ούτε η ευγένεια ούτε η φιλοφρόνηση. Καλές είναι. Δεν είναι όμως απαραίτητα χρήσιμες, όχι πάντα, όχι σε βάθος. Μπορεί να έπρεπε να το ξεκαθαρίσω από την αρχή, αλλά το θεώρησα δεδομένο, ίσως όμως να μην είναι, ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Κάθε γραφιάς που επιθυμεί την εξέλιξη τίποτα άλλο δεν λαχταρά, ή δεν θα έπρεπε να λαχταρά, παρά τον ιδανικό αναγνώστη. Εξέλιξη. Ας μιλήσω λίγο προσωπικά, λίγο περισσότερο προσωπικά, για να είμαι ακριβής: κοιτάζω το πρώτο κείμενο του ιστολογίου αυτού, κοιτάζω και το τελευταίο, στο ενδιάμεσο ρίχνω τυχαίες ματιές και σε κάποια ακόμα· διακρίνω την εξέλιξη, με τα δικά μου κριτήρια πάντα. Μέρος της οφείλεται στην επιμονή στη γραφή, ίσως το μεγαλύτερο. Δεν είναι όμως αμελητέο εκείνο το μέρος που οφείλεται στους ιδανικούς αναγνώστες. Ναι, είναι παραπάνω από ένας όλα αυτά τα χρόνια. Οι συζητήσεις και οι προβληματισμοί, η ανάδειξη εκείνων των λεπτομερειών που γράφοντας δεν προσέχεις. Και τεχνικά: μορφή, συντακτικό και στίξη. Αλλά κυρίως, και χωρίς να υποτιμώ την τεχνική: η εμπνευσμένη καθοδήγηση.

Ακούω συχνά: τα κείμενά μου τα επιμελούμαι εγώ. Κι εγώ κουνάω το κεφάλι. Χωρίς επιμέλεια δεν κάνω το δεύτερο βήμα. Προφανές, θα πουν κάποιοι, ίσως, όχι όμως όλοι. Ο ιδανικός αναγνώστης επιμελείται, προτείνει, αναδεικνύει· με αναγκάζει τελικά να επιστρέψω στο κείμενο όταν έχει πια υποχωρήσει η θέρμη της δημιουργίας, όταν δεν μοιάζουν πια όλα τέλεια. Κάνει όμως και το αντίστροφο: επιβραβεύει και διακρίνει τις αρετές όταν η αυτοπεποίθηση του γράφοντος τρεκλίζει.

Όμορφες οι αυλές μα δεν μυρίζουν πάντα όμορφα, οι χειροκροτητές γίνονται βαρετοί στο τέλος, η σιγουριά οδηγεί στη ματαιότητα. Έτσι το βλέπω εγώ. Δεν είναι λένε πολιτικά ορθό να μιλάει κανείς για τον εαυτό του. Χμ. Κοιτάξτε, σας παρακαλώ, λίγο γύρω σας, τι βλέπετε; Αν βλέπετε διαφορά αισθητικής και ηθικής ανάμεσα σε εσάς και το περιβάλλον σας, τότε ίσως να το σκεφτούμε ξανά: μήπως δεν είναι τόσο κακό τελικά να μιλάει κανείς για τον εαυτό του, να τον ξεχωρίζει από εκείνα που δεν τον βρίσκουν σύμφωνο; Τίποτα πιο αποκρουστικό από την ομοιογενή μάζα. Έτσι λέω εγώ. Δεν με νοιάζει τι κάνει ο καθένας, με νοιάζει τι κάνω εγώ. Και επειδή με νοιάζει το υπερασπίζομαι και το αναδεικνύω, όπως μπορώ. Χωρίς επιμέλεια δεν κάνω το δεύτερο βήμα. Χωρίς τον ιδανικό αναγνώστη δεν νιώθω την ίδια ικανοποίηση, για την ακρίβεια δεν νιώθω καμία ικανοποίηση ακούγοντας κούφια μπράβο.

Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2016

Οξφόρδη 7 - Pablo Tusset






Βρέχει λυσσασμένα.
Το διαμέρισμα είναι μακρόστενο, με ένα μοναδικό παράθυρο που βλέπει στην ημερήσια όψη του σταθμού. Ο καθηγητής Σιρχάν Παλαιόπουλος κοιτάζει έξω από την πυκνή κουρτίνα της υδατόπτωσης. Είναι ένα απρογραμμάτιστο μετεωρολογικό φαινόμενο που ζήτησε το πρυτανικό συμβούλιο, ειδικά για να αποτρέψει τις διαδηλώσεις.

Βρισκόμαστε στο 2089. Η οικονομική κρίση του 2013 τελείωσε με την κατασκευή των πρώτων ιδιωτικών διαστημικών σταθμών στις αρχές της δεκαετίας του είκοσι, σε έναν από τους οποίους, με το όνομα Οξφόρδη 7, έχει την έδρα του το ομώνυμο διαπλανητικό πανεπιστήμιο. Ο Έλληνας καθηγητής Σιρχάν Παλαιόπουλος, με συμπληρωμένα τα 142 χρόνια, κατέχει την έδρα του Προπληροφοριακού Κινηματογράφου. Το φοιτητικό κίνημα αντιδρά σε μια σειρά μέτρων της πρυτανικής αρχής, όπως η αύξηση των διδάκτρων, η λογοκρισία, οι απαγορεύσεις και ο ολοένα εντεινόμενος έλεγχος. Οι αρχές απαντούν με επιδείνωση των καιρικών φαινομένων κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων και την επιβολή δυσβάσταχτων χρηματικών προστίμων, η καταστολή έχει αλλάξει πρόσωπο. Μια ομάδα φοιτητών και καθηγητών, υπό την αρχηγεία του Παλαιόπουλου θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τη γενέτειρα Earth σε μια προσπάθεια να ανατρέψει την πρύτανη του πανεπιστημίου και να ανακόψει τη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Είναι συχνά απαραίτητο για τους καλλιτέχνες να μετατοπίσουν το χωροχρονικό πλαίσιο, ώστε να μπορέσουν με μεγαλύτερη άνεση να αναφερθούν στο εδώ και το τώρα. Είναι αυτή η απόσταση που επιτρέπει μια ματιά πιο λογοτεχνική, δίχως το βάρος του ρεαλισμού, και την παγίδα της ρευστής ακόμα πραγματικότητας, που δίχως να απολύει το απαραίτητο αίσθημα οικειότητας και συγγένειας των δύο κόσμων, απαλλάσσει την αφήγηση από το ρεπορταζιακό χαρακτήρα αντίστοιχων προσπαθειών, που διαδραματίζονται στο σήμερα. Και είναι αρκετά τα παραδείγματα, και στην εγχώρια λογοτεχνία, των συγγραφέων εκείνων που επιχειρούν αποτυχημένα και άνευρα να αποτυπώσουν το σήμερα της κρίσης, μπερδεμένοι ανάμεσα στον ρεαλισμό, την ιδεολογία και το προσωπικό. Ως προς αυτό, ο Τουσέτ -γνωστός και στο ελληνικό κοινό από το μυθιστόρημά του με τίτλο Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί σ' ένα κρουασάν- ενεργεί έξυπνα και μεταφέρει τον αναγνώστη στον ιδιωτικό διαστημικό σταθμό Οξφόρδη 7 κατά το έτος 2089, παρά το γεγονός πως εκείνο το οποίο επιθυμεί είναι να αναφερθεί στα όσα συμβαίνουν -πιο εντατικά και βίαια- τα τελευταία χρόνια.

Η νοσταλγία -και η απαραίτητη ωραιοποίηση- του παλιού κόσμου, του προπληροφοριακού όπως ονομάζεται πια η περίοδος εκείνη στο μυθιστόρημα του Καταλανού συγγραφέα, είναι ένα ακόμα στοιχείο, αναμενόμενο και σύνηθες, μια διαχωριστική γραμμή, που χωρίζει, συχνά εσφαλμένα, τους ανθρώπους σε προοδευτικούς και μη, με όρους απόλυτους, μετατοπίζοντας συχνά το βάρος της όποιας αντίθεσης σε κάποια αλλαγή. Ο Τουσέτ, ύπουλα είναι η αλήθεια, πετάει το καρφί του στον αναγνώστη εκείνον, ο οποίος είναι διατεθειμένος να επιλέξει δίχως δεύτερη σκέψη την επιστροφή σε μια κατάσταση παρελθούσα, την οποία κατά τη διάρκειά της θα απαρνιόταν αβίαστα για μία προγενέστερη, σε έναν φαύλο κύκλο, που επιστρέφει με ακρίβεια στο σημείο μηδέν και την αρχή του κόσμου. Όμως αυτό είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση.

Η συγγραφική κατασκευή του μέλλοντος κόσμου απαιτεί την επινόηση λέξεων και εννοιών, με τρόπο ευφυή, ώστε να είναι ταυτόχρονα κατανοητές και λειτουργικές. Ο Τουσέτ, με την αστείρευτη φαντασία και ροπή στο κωμικό -συχνά μαύρο και πικρό- τα καταφέρνει θαυμάσια. Ο αναγνώστης, δίχως προσπάθεια, μεταφέρεται στο μέλλον και παρακολουθεί την απόπειρα ανατροπής της δυστοπίας του ιδιωτικού διαστημικού σταθμού Οξφόρδη 7. Σε αυτό το σημείο έγκειται η μεγαλύτερη ίσως δυσκολία στη μετάφραση της λογοτεχνίας επιστημονικής φαντασίας, καθώς ο μεταφραστής πρέπει να σταθεί στο ύψος της γλωσσοπλαστίας του συγγραφέα. Ο Κρίτων Ηλιόπουλος πέρασε με άνεση τον σκόπελο αυτό.

Είναι αρκετοί εκείνοι οι οποίοι θεωρούν την επιστημονική φαντασία ένα λογοτεχνικό αποπαίδι, και μολονότι το γούστο και οι προτιμήσεις είναι καθαρά υποκειμενικές, εντούτοις, και μιλώντας με όρους τεχνικούς, άψυχους μα απαραίτητους, η γενίκευση αυτή είναι μάλλον βιαστική και τοποθετημένη σε λάθος βάση. Η επιστημονική φαντασία δεν περιορίζεται απλώς σε ρομπότ και εξωγήινους, τουλάχιστον η σημαντική και αξιόλογη, αλλά αποτελεί μια συνθήκη μέσω της οποίας ο συγγραφέας επιχειρεί να προσεγγίσει την πραγματικότητα, να ασκήσει κοινωνικοπολιτική κριτική, να κάνει ανθρωπολογικές παρατηρήσεις, να στήσει μια παραβολή, να φέρει το μέλλον λίγο πιο κοντά. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ένας φίλος διαβάζει αυτή την περίοδο ξανά, μετά από χρόνια, το Solaris του Stanislaw Lem. Να ένα καλό παράδειγμα. Ας προσθέσουμε τους Douglas Adams, Ursula Le Guin, Γιεβγκένι Ζαμιάτιν, Ray Bradbury, Isaac Asimov και Philip Dick ανάμεσα σε άλλους. Ως αποπαίδι, λοιπόν, ακόμα και από τους θαυμαστές της, η λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας αντιμετωπίζεται ως ένα ευχάριστο και μη απαιτητικό ανάγνωσμα-διάλειμμα, ως μια διασκέδαση. Και η Οξφόρδη 7 θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με αυτόν τον τρόπο, καθώς ο Τουσέτ δεν κάνει το υπερβατικό εκείνο βήμα, που θα μεταμόρφωνε όλες αυτές τις υπέροχες και ευφυείς ιδέες σε ένα σύνολο αξιομνημόνευτο, απαλλαγμένο από συγγραφικές ευκολίες και την ουσιαστική απουσία υπόθεσης. Η πολυεπιπέδη σύνθεση των σπουδαίων μυθιστορημάτων του είδους εδώ δεν συναντάται, δυστυχώς, ενώ και το χιούμορ, βασικό χαρακτηριστικό των μυθιστορημάτων του Τουσέτ δεν ρέει αβίαστο.

Εν ολίγοις, το μυθιστόρημα Οξφόρδη 7, παρά τη δεδομένη ικανότητα του Τουσέτ στην αφήγηση και τη δημιουργία ενός μελλοντικού κόσμου, παρουσιάζει αρκετές αδυναμίες ως προς τη διαχείριση και την αξιοποίηση των ιδεών, πάσχει από τα ευρήματα εκείνα που θα το έκαναν πιο στέρεο και συμπαγές, εντείνοντας την αναγνωστική απόλαυση, η οποία εν τέλει στέκει κάπως αποσπασματική και μάλλον αδιάφορη.


(πρωτοδημοσιεύτηκε στα Χανιώτικα Νέα)

Μετάφραση Κρίτων Ηλιόπουλος
Εκδόσεις opera  

  

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

Julieta (2016)





Συμβαίνει αυτό με τους δημιουργούς που τόσο αγαπήσαμε, όπως εγώ τον Αλμοδόβαρ, να είμαστε αυστηροί και απαιτητικοί, να μη συγχωρούμε το παραμικρό παραστράτημα, να το θεωρούμε σχεδόν προδοσία. Τότε, παλιά, που κάθε ταινία του με κατέστρεφε συναισθηματικά, με βύθιζε σχεδόν στη θλίψη, για να ξυπνήσω κάποιο πρωί, μέρες ή και βδομάδες αργότερα με ένα αίσθημα αναγέννησης, αίσθημα που μόνο η τέχνη -εντάξει και ο έρωτας- μπορεί να προκαλέσει. Μετά γύρισε το Δέρμα που κατοικώ και με ξενέρωσε, έφυγα τσαντισμένος από τον κινηματογράφο εκείνο το βράδυ. Σιγά, θα πείτε, και δεν θα έχετε εντελώς άδικο, αλλά πρόλαβα να δικαιολογήσω παραπάνω τη σχέση μου μαζί του.

Και έφτασε η στιγμή της διανομής για την τελευταία του ταινία Χουλιέτα -ή ελληνιστί Ιουλιέτα, σίγουρα πάντως όχι Τζουλιέτα- και εγώ αμφιταλαντεύτηκα σε απόλυτα άκρα, να πάω, έλεγα τη μία μέρα, δεν υπάρχει περίπτωση, την επόμενη -όπου μέρα μπορείτε να τοποθετήσετε στιγμή. Τελικά πήγα και δεν το μετάνιωσα, το αντίθετο μάλιστα, και να τώρα, γράφω ξανά, μετά τόσο καιρό για μια ταινία, να ικανοποιήσω την ανάγκη να ολοκληρώσω την εμπειρία.

Ας είμαι ξεκάθαρος από την αρχή: δεν είναι αριστούργημα στην αλμοδοβαρική εργογραφία, σίγουρα δεν είναι. Εμένα όμως μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, αλλά είναι μια γνώμη προσωπική, εντάξει, πάντα είναι μια γνώμη προσωπική η δήλωση μου άρεσε, αλλά στην προκειμένη είναι ακόμα περισσότερο, τόσο που δεν πρόκειται να πω σε κάποιον: πήγαινε να τη δεις· χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, την αποτροπή.

Δεν θα πω για την υπόθεση, δεν βρίσκω το νόημα, άλλα θέλω να πω.

Θέλω να πω για τη Μαδρίτη, την πιο όμορφη πρωτεύουσα της Ευρώπης, εκεί θα πήγαινα αν κάποτε έφευγα από εδώ, και μόνο για τις βόλτες στο κέντρο της, εκεί που νιώθω έμπνευση, μια συνεχή αίσθηση πως όλα μπορούν να ειπωθούν, να γίνουν συγκεκριμένα στο χαρτί, ακόμα και στην πιο αδιάφορη γωνιά της πόλης. Για την Μαδρίτη, την οποία τόσο αγαπά ο Αλμοδόβαρ, όσο ο Γούντυ Άλεν τη Νέα Υόρκη -και ας το έχει ξεχάσει τα τελευταία αρκετά χρόνια-, κάτι το οποίο είναι τόσο προφανές σε κάθε καρέ. Να ένας λόγος προσωπικός, που βάρυνε μέσα μου την εμπειρία της ταινίας: η Μαδρίτη.

Αγαπάμε τους δημιουργούς για τις εμμονές τους, εγώ τουλάχιστον γι' αυτό τους αγαπώ. Η ανάγκη κάθε φορά είναι να βρεθώ σε ένα περιβάλλον οικείο, τώρα, για παράδειγμα, ήθελα να δω κάτι αλμοδοβαρικό και μαδριλένικο, δύσκολες σχέσεις, τη διάχυτη υπερβολή ακόμα και στο πλέον αδιάφορο πλάνο, το λαϊκό, το κωμικό, το τραγικό, το μεταφυσικό. Αυτό είχα ανάγκη και αυτό πρόσφερε με ειλικρίνεια -ειλικρίνεια που τόσο εμφατικά απουσίαζε από το Δέρμα που κατοικώ-, και άπαξ και η ανάγκη ικανοποιήθηκε, το ταμείο είναι θετικό, και ας μην προέκυψε ο ενθουσιασμός. Μαθαίνει κανείς με τα χρόνια να εκτιμά πράγματα μικρά, όπως την απλή ικανοποίηση μιας ανάγκης.

Φεύγοντας από τον κινηματογράφο και περπατώντας νωχελικά προς το σπίτι -αλήθεια τι αξεπέραστη αίσθηση να μπορεί κανείς να επιστρέφει με τα πόδια, αργά και νωχελικά, στο σπίτι μετά από μια προβολή, πώς κατακάθονται οι σκέψεις και τα συναισθήματα, πώς ολοκληρώνεται η εμπειρία- σκέφτηκα πως αρκεί ένα και μόνο καρέ για να συμπεριλάβει το αλμοδοβαρικό σύμπαν, το ακόλουθο:


Η Rossy de Palma, η μούσα του σκηνοθέτη. Όλα βρίσκονται στο βλέμμα της, στην έκφρασή της: η υπερβολή, το κωμικό, η θλίψη, το μεταφυσικό, το λαϊκό. Εν συντομία: το σινεμά του Αλμοδόβαρ.

Και τα πλάνα αναφορές στις παλιότερες ταινίες του, από μια απλή αποτρίχωση προσώπου μέχρι μια τυχαία συνάντηση στον ανελκυστήρα ενός νοσοκομείου, ισχυροποίηση του αισθήματος πως κάθε ταινία είναι προέκταση ή και αιώνιο γύρισμα της ίδιας ταινίας, ένα ενιαίο σύμπαν.
 
Και η μουσική, και το κόκκινο στη φωτογραφία. Ναι, και αυτά.