Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Νυκτόβια πλάσματα (2016)





Πριν από επτά χρόνια, το 2009 δηλαδή, ο Τομ Φορντ αφήνει για λίγο τις επιδείξεις μόδας και σκηνοθετεί, βασισμένος στο βιβλίο του Κρίστοφερ Ίσεργουντ, το Ένας άντρας μόνος. Την ταινία, για λόγους άσχετους με το περιεχόμενο και την αξία της, συνοδεύει ένα hype, το οποίο λίγο έλειψε να με αποτρέψει να τη δω. Στην πραγματικότηα άργησα και έχασα την προβολή στις αίθουσες ο χαζός, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, όταν δηλαδή είδα την ταινία κάποιο βράδυ, και συγκλονίστηκα, όχι τόσο εκείνη τη στιγμή, όσο αργότερα, με αριθμητική πρόοδο, καθώς οι μέρες περνούσαν, ακόμα και σήμερα, επτά χρόνια μετά, το Ένας άντρας μόνος είναι μια από τις ταινίες που αναλογίζομαι συχνά, την ατμόσφαιρά της κυρίως, λαχταρώντας την αίσθηση εκείνου του βραδιού, και αποφεύγοντας -μάλλον υποσυνείδητα- να τη δω ξανά, αν και μια κινηματογραφική προβολή θα ήταν κάτι το φανταστικό.

Σε μια βιομηχανία, όπως αυτή του θεάματος, που οι ταχύτητες δημιουργίας και παραγωγής είναι ιλιγγιώδεις, περιπτώσεις σαν του Φορντ τραβούν, αναποφεύκτα, το ενδιαφέρον, και εμένα προσωπικά με προκαταβάλλουν θετικά, καθώς μου δημιουργούν την αίσθηση ενός δημιουργού που αποφασίζει να μιλήσει όταν όντως έχει κάτι να πει και όχι όταν πρέπει κάτι να πει. Ο Φορντ αποφάσισε να σκηνοθετήσει τη δεύτερη ταινία του επτά χρόνια μετά.

Η αλήθεια είναι ότι αμφιταλαντεύτηκα, έτσι πέρασε η πρώτη βδομάδα της ταινίας στις αίθουσες. Η επιθυμία μου να παρακολουθήσω το δεύτερο σκηνοθετικό βήμα τού Φορντ προσέκρουε σε αυτή τη διάσταση αγωνίας που έμοιαζε να έχει η ταινία, και τέτοιες ταινίες τις αποφεύγω. Έψαξα να βρω τις αίθουσες στις οποίες παιζόταν, ο Μικρόκοσμος είναι από τα αγαπημένα μου σινεμά και είχα καιρό να πάω. Ο κύβος ερρίφθη.

Η εναρκτήρια σεκάνς είναι εντυπωσιακή, στυλιζαρισμένη, ατμοσφαιρική και άκρως υποβλητική. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πως από τα πρώτα κιόλας δευτερόλεπτα της ταινίας αναγνωρίζει κανείς την αισθητική του σκηνοθέτη, παρούσα και ευδιάκριτη. Ο Φορντ μαγνήτισε το βλέμμα μας, μας καθήλωσε εξαρχής, κι εμείς υποταχθήκαμε αυτοβούλως και μετά χαράς.

Η Σούζαν λαμβάνει ένα παράξενο πακέτο. Ο πρώην άντρας της, δεκαεννέα χρόνια μετά το διαζύγιό τους, αποφασίζει να της στείλει το αντίγραφο του τελευταίου του μυθιστορήματος, με τίτλο Νυκτόβια πλάσματα, πριν κυκλοφορήσει, το οποίο είναι αφιερωμένο σε εκείνη. Με έναν γάμο σε κρίση και έντονες αϋπνίες να τη βασανίζουν, η Σούζαν θα δώσει στο προσωπικό της έπαυλης ρεπό ολόκληρο το σαββατοκύριακο, ελπίζοντας αρχικά να περάσει κάποιες στιγμές προσωπικές με τον άντρα της, ο οποίος όμως πρέπει πάλι να απουσιάσει για κάποια δουλειά, και εκείνη αρχίζει να διαβάζει το βιβλίο. 

Μια ιστορία μέσα στην ιστορία, η κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου, δύο ιστορίες παράλληλες, σε αντίστιξη, από τη μία οι έντονοι ρυθμοί θρίλερ του βιβλίου, με την καταιγιστική δράση και την αγωνία να χτυπάει κόκκινο, από την άλλη, η μοναχική ανάγνωση της Σούζαν, με την αίσθηση αϋπνίας και κόπωσης να επικρατεί, ένα ταξίδι μνήμης για να διαπιστώσει πώς βρέθηκε εκεί.

Δεν νομίζω πως υπάρχει κατηγορία στην οποία να υστερεί η ταινία, βέβαια, υπερτερεί το στυλ, αποτυπωμένο σε κάθε πτυχή, η σκηνοθετική υπογραφή φαρδιά πλατιά, η τελική έγκριση του Φόρντ σε κάθε ελάχιστη λεπτομέρεια μοιάζει δεδομένη, η πρόθεσή του να αποτυπώσει στη μνήμη των θεατών και αυτή την ταινία του, μέχρι την επόμενη, ποιος ξέρει πότε. Τα Νυκτόβια πλάσματα είναι από τις ταινίες εκείνες -τα δημιουργήματα γενικότερα- για τα οποία νομίζω πως δικαίως υπάρχει και χρησιμοποιείται το ρήμα στοιχειώνω.

Σκέφτομαι, καμιά φορά, πως η αναφορά στις αναφορές κάποιου δημιουργού μπορεί στα μάτια ενός τρίτου να μειώνει την αξία του έργου του, είναι βλέπετε αυτή η κενόδοξη διάθεση για πρωτοτυπία και παρθενογένεση. Οι αναφορές στα έργα του Ντέιβιντ Λιντς είναι ευδιάκριτες μα ταυτόχρονα τόσο αφομοιωμένες από τον Φορντ.

Και κάτι τελευταίο: η χρήση των κλισέ μού προκαλεί όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον με το πέρασμα των χρόνων, σε σημείο που να με γοητεύει.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου