Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Ο τρίτος αστυφύλακας - Flann O'Brien





Ήμουνα είκοσι χρονών όταν άκουσα κάποιον να μιλάει πρώτη φορά για τα νήματα, για τα απαραίτητα νήματα που οδηγούν τον βηματισμό πάνω στο ποτάμι του χρόνου, με ασφάλεια και σιγουριά, από πέτρα σε πέτρα, όχι απαραίτητα με μονοδιάστατη κατεύθυνση προς το εμπρός. Μια μικρή έκρηξη συνέβη στο μυαλό μου τότε. Μετά το τέλος της διάλεξης, την οποία πλέον αχνά θυμάμαι, ξεπέρασα την εκ γενετής δειλία μου και περίμενα καρτερικά τον ομιλητή στην έξοδο. Ανάμεσα σε άλλα του ζήτησα να μου προτείνει κάποια βιβλία. Ανάμεσα σε εκείνα και Ο τρίτος αστυφύλακας του Φλαν Ο'Μπράιαν. Η τότε αναζήτηση απέβη άκαρπη, η λίστα, ούτως ή άλλως, έμοιαζε -και ήταν- αρκούντως μεγάλη για ένα αρκετά ικανοποιητικό χρονικό διάστημα. Εκείνη τη λίστα την έχω από καιρό χάσει, ανάμεσα σε κάποια απ' όλες τις μετακομίσεις, άλλωστε δεν ήταν παρά ένα εισιτήριο τρένου. Για κάποιο λόγο όμως, το συγκεκριμένο βιβλίο επανερχόταν στη μνήμη μου και περνούσε για λίγο στη λίστα με τα επιθυμητά προς ανάγνωση βιβλία, λίστα που ώς γνωστόν τείνει στο άπειρο, και έφτασε το έτος 2017 ώστε να μπω μια μέρα αποφασισμένος στο βιβλιοπωλείο, σίγουρος πως θα το έβρισκα. Και το βρήκα. Μην αφήνοντας άλλον χρόνο να περάσει, ξεκίνησα την ανάγνωση.

Δεν μπορώ παρά να νιώθω τυχερός για τη χρονική συγκυρία. Λίγα βιβλία νωρίτερα είχα ικανοποιήσει ακόμα ένα απωθημένο χρόνων διαβάζοντας τον Συνασπισμό ηλιθίων του Τζων Κέννεντι Τουλ. Και νιώθω τυχερός γιατί ανάμεσα στα δύο βιβλία υπάρχει ένα ευδιάκριτο νήμα συγγένειας, συγγένεια που συνοπτικά θα έλεγα εντοπίζεται στο παράλογο, αν και ο Ο'Μπράιαν δίνει μια πιο μεταφυσική διάσταση σε αυτό. Συγγένεια επίσης υπάρχει και ως προς το μαύρο χιούμορ. Έχω επαναλάβει αρκετές φορές πως η σάτιρα είναι ένα καταφύγιο για την αντιμετώπιση της αβάσταχτης πραγματικότητας.
Δεν ξέρει ο καθένας πώς σκότωσα τον γέρο Φίλιπ Μαδέρη, κάνοντας θρύψαλα το σαγόνι του με το φτυάρι μου· αλλά καλύτερα να μιλήσω πρώτα για τη φιλία μου με τον Τζων Ντίβενη γιατί αυτός πρώτος έριξε κάτω τον γέρο Μαδέρη χτυπώντας τον με όλη του τη δύναμη στον σβέρκο με μια ειδική τρόμπα ποδηλάτου την οποία είχε κατασκευάσει ο ίδιος από έναν κούφιο σιδερένιο λοστό. Ο Ντίβενης ήταν άντρας δυνατός και ευγενής, αλλά τεμπέλης και ακαμάτης. Ήταν προσωπικά υπεύθυνος για το όλο εγχείρημα· δική του ήταν η ιδέα, ευθύς εξαρχής. Αυτός μου είπε να φέρω το φτυάρι μου. Αυτός έδωσε τις διαταγές καθώς και τις εξηγήσεις όταν αυτές ζητήθηκαν.
Μια αστυνομική ιστορία, που ξεκινάει με την ομολογία του δολοφόνου, αφηγητή της ιστορίας, ακόμα και προς εκείνους που δεν γνωρίζουν την αλήθεια. Το σχέδιο έμοιαζε απλό: παρέα με τον φίλο του Τζων Ντιβένη έστησαν καρτέρι θανάτου σε έναν γέρο που γύριζε σπίτι του με τις τσέπες γεμάτες χρήματα. Χρήματα που ήθελε ο αφηγητής, ώστε να μπορέσει να εκδώσει με δικά του έξοδα -πού να βρεθεί εκδότης για τέτοιο εγχείρημα- ένα πολυσέλιδο κριτικό δοκίμιο γύρω από τη ζωή και το έργο του μεταφυσικού φιλοσόφου Ντε Σέλμπυ, τα έργα του οποίου διάβαζε μαγεμένος από μικρός, μαγεία που δεν άργησε να μετατραπεί σε εμμονή και σε μοναδικό σκοπό ζωής, σπαταλώντας χρήματα και κόπο, ώστε να αποκτήσει πρόσβαση σε όλες τις υπάρχουσες μελέτες γύρω από τον φιλόσοφο ο οποίος, ανάμεσα σε άλλα, πίστευε πως η νύχτα είναι συσσώρευση μαύρου αέρα και ο ύπνος μια διαδοχή λιποθυμικών επεισοδίων. Και εκεί που όλα έδειχναν πως οι δύο φίλοι τα είχαν καταφέρει και ο αφηγητής -καθ' υπόδειξη του Ντίβενη- άλλο δεν είχε παρά να πάει στο σπίτι του γέρου και να αναζητήσει το κουτί με τα χρήματα, μια σειρά από παράξενα γεγονότα άρχισαν να λαμβάνουν χώρα.

Γεγονότα που ξεκίνησαν με την εμφάνιση του νεκρού -και θαμμένου σε βαθύ λάκκο- γέρου και οδήγησαν τον ήρωα μέχρι το αστυνομικό τμήμα, ώστε να ζητήσει βοήθεια για να βρει επιτέλους το κουτί. Οι δύο αστυφύλακες ασχολούνται κυρίως με τις κλοπές ποδηλάτων, μάστιγα του επικίνδυνου σύγχρονου κόσμου, οι δύο παρόντες δηλαδή, γιατί υπάρχει και ένας τρίτος, ο οποίος δεν εμφανίζεται ποτέ στο τμήμα, τουλάχιστον όχι ώρες κατά τις οποίες να γίνεται αντιληπτός. 

Από τη σάτιρα του Ο'Μπράιαν ελάχιστοι διαφεύγουν, στο στόχαστρό του μπαίνουν οι φιλόσοφοι, οι ποιητές, η εξουσία, η φιλία και η μεταφυσική ελπίδα, ανάμεσα σε άλλα, ένα ευφάνταστο και οργιαστικό αστυνομικό μυθιστόρημα, με την παρουσία του Ντε Σέλμπυ να αποτελεί συγγραφικό εύρημα που απογειώνει το συνολικό αποτέλεσμα, δίνοντας τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αναφερθεί δια της σατιρικής οδού στον ακαδημαϊκό κόσμο, στις επιτυχίες της επιστήμης, στις υποθέσεις της φιλοσοφίας και τις αντιδιαμετρικές ερμηνείες της κριτικής, στις αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωή και το έργο ενός επιστήμονα. Ένα βιβλίο για τη φιλία, την εκμετάλλευση, την αφέλεια και την πίστη, έστω και σε δεύτερο επίπεδο, διάσταση η οποία προσδίδει θλίψη, εξισορροπώντας έτσι το παράλογο και σατιρικό μέρος. 

Ένα από τα κλασικά πλέον, έργα της αγγλικής γλώσσας, αν και κάπως παραγνωρισμένο, που γράφτηκε το 1940 και εκδόθηκε το 1967, μετά τον θάνατο του συγγραφέα, ακόμα ένας δεσμός συγγένειας με τον Συνασπισμό ηλιθίων.  

Μετάφραση Άρης Μπερλής
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου