Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Μυθιστόρημα - Θωμάς Συμεωνίδης





Τετάρτη βράδυ. Εκείνη έχει απ' ώρα αποκοιμηθεί. Κάτι βράδια, όπως αυτό, τη ζηλεύω για την ευκολία της στον ύπνο. Εγώ στριφογυρίζω, δεν βολεύομαι, και εκείνη δυσανασχετεί μες στον ύπνο της. Χωρίς ν' ανάψω το φως, βρίσκω τον δρόμο για το σαλόνι, το καλώδιο του ηλεκτρικού καλοριφέρ υπήρξε το πλέον απαιτητικό εμπόδιο, στη συνέχεια, ιεραρχικά, η αποφυγή του τριξίματος της πόρτας, μεγεθυμένου εκκωφαντικά μες στην ησυχία της νύχτας. Στο τραπέζι η κούπα του μισοτελειωμένου πρωινού καφέ και το βιβλίο του Συμεωνίδη. Σκέφτομαι όλες εκείνες τις φωτογραφίες με μια κούπα καφέ και ένα βιβλίο που τόσο απεχθάνομαι. Σκέφτομαι την αντίστιξη της στιγμής, και γελάω μόνος μου ενώ τραβάω τη φωτογραφία και την ανεβάζω στα κοινωνικά δίκτυα. Τετάρτη βράδυ.

Κάποιες σελίδες αργότερα, και με την κούπα άδεια, συμβιβάζομαι με την αϋπνία. Ένα ακόμα βράδυ κερδισμένο ή ένα ακόμα βράδυ χαμένο. Όπως προτιμάτε.

Αυτή είναι η τελευταία ανάμνηση της βραδιάς, λίγο πριν μετακινήσω το βιβλίο από πάνω μου και αναζητήσω το ξυπνητήρι που σημαίνει πρωί. Ο συμβιβασμός επιφέρει την παράδοση, σκέφτομαι ενώ ντύνομαι, εκείνη κοιμάται στο δωμάτιο και η ησυχία εξακολουθεί να κυριαρχεί. Ακόμα μία εργάσιμη μέρα. Στο λεωφορείο, συνεχίζω το βιβλίο του Συμεωνίδη, οπισθοχορώ λίγες σελίδες από τη σήμανση του σελιδοδείκτη, να πιάσω το νήμα πριν την οριστική παράδοση στον ύπνο. Κάθε τόσο σηκώνω το βλέμμα και κοιτάζω έξω από το παράθυρο. Ελάχιστα είναι εκείνα που διαφέρουν. Η ρουτίνα της διαδρομής και των αστικών εικόνων. Στο διάζωμα, τα συνεργεία του δήμου αναχαιτίζουν την πορεία των φυτών προς το οδόστρωμα. Η κυρία δίπλα μου μυρίζει όμορφα. Εκείνη δεν θα ξυπνήσει παρά αργότερα.

Κοιτάζω το εξώφυλλο. ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ. Η εικόνα του γνωστού πίνακα της πίπας με τον υπότιτλο Αυτό δεν είναι μία πίπα, μου έρχεται στο νου, δυσκολεύομαι να ανακαλέσω το όνομα του δημιουργού και καταφεύγω στην ψηφιακή αναζήτηση, Ρενέ Μαγκρίτ, ναι, ναι, μονολογώ, Ρενέ Μαγκρίτ. Δεν είναι μυθιστόρημα, μάλλον, έτσι, τουλάχιστον πιστεύω εγώ. Θυμάμαι εκείνο το Πάσχα -Μεγάλη Βδομάδα στο χωριό, βαρετά και ανούσια, χωμένος στο κρεβάτι μου να διαβάζω Μπέκετ για πρώτη φορά. Είναι η στιγμή να πατήσω το κουμπί της στάσης, η κυρία δίπλα μου με προλαβαίνει, κατεβαίνουμε και περιμένουμε υπομονετικά το φανάρι για τους πεζούς, να μας προστατεύσει από την ορμή της λεωφόρου.

Φτάνω στη δουλειά είκοσι λεπτά νωρίτερα. Η μαγεία του απρόοπτου των αστικών συγκοινωνιών. Ζυγίζω τις σελίδες που απομένουν μέχρι το τέλος, παίρνω το ρίσκο, αργώ τελικά τρία λεπτά να περάσω την πόρτα, σύμφωνα με το ρολόι μου τουλάχιστον, με τον σελιδοδείκτη πλέον, παρά την ομορφιά του, άχρηστο. Αργότερα, στο μεσημεριανό διάλειμμα κοιτάζω τις σημειώσεις μου για το βιβλίο: Πάσχα/Μπέκετ, καφές/βιβλία, Παρίσι/Μετρό. Ποιος είπε ότι οι σημειώσεις μπορούν να περιγράψουν με ακρίβεια μία ανάγνωση;

Σήμερα είναι Κυριακή και αυτό είναι το κείμενο για ένα ιδιαίτερα όμορφο βιβλίο.

Εκδόσεις Γαβριηλίδη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου