Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2019

Η κατασκευή μιας υστεροφημίας - Σταύρος Κρητιώτης


 
Στα βιβλία των ανθρώπων οι αφηγητές είναι συνήθως άνθρωποι. Ζωντανοί κατά κανόνα, αμνησιακοί ή έμβρυα κάποτε, νεκροί ενίοτε. Σπανίως είναι αφηγητής κάποιο ζώο ή δέντρο, αλλά έχει συμβεί κι αυτό. Ακόμα πιο σπάνια αφηγητής είναι ένα άψυχο αντικείμενο, όπως ένα νόμισμα, μια μετοχή ή ένα αγγείο, ή μια ιδιότητα, ένα χρώμα λόγου χάρη, ενώ κάποτε αφηγητής είναι ο Διάβολος ή και ο ίδιος ο θάνατος! Ο πιο παράξενος όμως αφηγητής ήταν σίγουρα ο Κφβφκ των Κοσμοκωμικών του Ίταλο Καλβίνο, ένα όν απροσδιόριστο και πρωτεϊκό, που είχε την ηλικία του σύμπαντος και που σε κάποια φάση ήταν στρείδι κολλημένο σ' έναν βράχο, με τα κύματα ν' ανεβοκατεβαίνουν ενώ έμενε ακίνητο, ρουφώντας ό,τι υπήρχε για ρούφηγμα.

Ποτέ, πάντως, δεν ήταν σε οποιοδήποτε βιβλίο αφηγητής μια φράση, μια απλή φράση.

Και Η κατασκευή μιας υστεροφημίας σίγουρα δεν είναι ένα οποιοδήποτε βιβλίο, και αυτό όχι τόσο εξαιτίας του γεγονότος πως αφηγητής της ιστορίας είναι μια απλή φράση, όσο κυρίως λόγω του ονόματος του συγγραφέα. Όταν κάποτε, πάνε λίγα χρόνια, είχα διαβάσει Το μηνολόγιο ενός απόντος -ύστερα από έντονη παρότρυνση της Μ.- είχα εντυπωσιαστεί από τη διάθεση του Κρητιώτη για λογοτεχνικό πειραματισμό, που ως αποτέλεσμα δεν ήταν διόλου στείρο αλλά γοητευτικότατο. Ίσως τότε να σημείωσα για πρώτη φορά μια φράση την οποία στη συνέχεια τη χρησιμοποίησα αρκετά συχνά και κατά την οποία ο Κρητιώτης, εν προκειμένω, μοιάζει να αντιμετωπίζει τη λογοτεχνία με τον τρόπο που τα παιδιά αντιμετωπίζουν το παιχνίδι, ως την πλέον σοβαρή και σημαντική υπόθεση δηλαδή. Και είναι έτσι ακριβώς. Η διευκρίνηση κρίνεται απαραίτητη καθότι στον μεταμοντέρνο στίβο συχνά είναι τα φαινόμενα εκείνα της πρόκλησης για την πρόκληση, του πειραματισμού χωρίς περιεχόμενο, μια αδιευκρίνιστη συχνά ανάγκη για καινοτομία που οδηγεί στο προφανές και κοινότοπο λογοπαίγνιο με το κενό. 

Δεν ξέρω πόσο εύκολο είναι να εξηγήσει κανείς τι σημαίνει το ότι μια φράση είναι ο αφηγητής στο βιβλίο αυτό, αλλά κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο να συμβαίνει καθότι "η αφήγηση γίνεται με φράσεις, πολλές και ποικίλες φράσεις. Μόνο οι φράσεις μπορούν να είναι επαρκείς αφηγητές. Οι άνθρωποι δεν αφηγούνται. Απλώς αρπάζουν φράσεις από το κοχλάζον συνεχές που αυτές απαρτίζουν τριγύρω τους". Το μόνο παράδοξο είναι πώς κάτι τέτοιο δεν είχε συμβεί ποτέ ως τώρα. Ποια όμως είναι αυτή η φράση; "Είμαι ταυτόχρονα και η φράση κολλημένο σαν στρείδι και η φράση κολλημένος σαν στρείδι στον βράχο και όλες οι γραμματικές ή νοηματικές παραλλαγές μου και όλες οι μεταφράσεις ή συνωνυμίες μου". Και σε τι στοχεύει άραγε η αφηγήτρια φράση; "Ίσως η ιστορία που θα σου αφηγηθώ σε πείσει για τον μη αμελητέο ρόλο που έπαιξα στη σύνθεση και κάποιων άλλων ιστοριών σας. Ακόμα όμως κι αν δεν πεισθείς, ελπίζω να κατανοήσεις ότι τούτη η απόπειρα αυτογνωσίας μου, η μερική μου αυτή αυτοβιογραφία, είναι απαραίτητη για μένα την ίδια, πάνω απ' όλα. Είναι σε τελική ανάλυση, η δική μου ιστορία".

Τη φράση ανάμεσα σε άλλα την παραξενεύει το γεγονός της σειριακής προσπέλασής της από ένα άσημο πρόσωπο, τον κύριο Ψάλτη. Προσπαθεί, ζητώντας τη συνδρομή άλλων φράσεων, να αναζητήσει τα βιογραφικά στοιχεία του προσπελαστή της. Το βιβλίο αποτελείται από μια διαδοχή ψηφίδων στις οποίες παρατίθενται εναλλάξ η ιστορία του Ψάλτη -τα επεισόδια εκείνα στα οποία μετέρχεται της φράσης κολλημένο σαν στρείδι ή κολλημένος σαν στρείδι στον βράχο και στα οποία η φράση μπορεί να έχει επομένως πρόσβαση- και η κυρίως αφήγηση της φράσης. Προφανώς ο Ψάλτης δεν είναι ο μοναδικός προσπελαστής της φράσης στο πέρασμα των αιώνων, πολλοί, και μάλιστα αρκετά διασημότεροι, χρησιμοποίησαν τη φράση σε κάποιο γραπτό τους, η φράση αναγνωρίζει τη σημασία των παραπομπών, τη σημασία στην απόδοση των λεγομένων στο ορθό υποκείμενο. Αντίθετα η ταυτότητα του Ψάλτη μοιάζει να είναι κάπως ξεθωριασμένη, λίγα στοιχεία οδηγούν σε αυτόν, όποια φράση κλειδί και αν σκεφτεί ν' αναζητήσει η φράση, οι καταγραφές δεν αποκαλύπτουν πολλά, για την ακρίβεια μάλλον συγχέουν, όμως η φράση δεν τα παρατά.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο ευφάνταστο, πότε ένα εγκεφαλικό παιχνίδι και πότε μια πηγή έξυπνου χιούμορ. Όμως ταυτόχρονα υπάρχει και μια ιστορία με αρχή μέση και τέλος, η ιστορία του Ψάλτη, μια ιστορία που έχει ενδιαφέρον κυρίως για τα ζητήματα ταυτότητας που θέτει, καθώς διαδραματίζεται στην Κωσταντίνουπολη του 1877, εκεί όπου κατοικούν αρκετές εθνικότητες και κάθε μία προσπαθεί να αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή και δύναμη από τις άλλες. 

Τέλος, μιλώντας για παιχνίδι πρέπει να επαναλάβουμε και κάτι ακόμα σημαντικό, πως η αποκάλυψη της λύσης ενός γρίφου δεν αποτελεί δείγμα ευφυΐας, αλλά κακό παιχνίδι.


Εκδόσεις Γαβριηλίδης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου